← Κύπρος

ΟΛΓΑΣ ΠΙΠΕΡΙΔΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ, Αρ. Υπόθεσης: 287/2021, 2/11/2021

ΟΛΓΑΣ ΠΙΠΕΡΙΔΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ, Αρ. Υπόθεσης: 287/2021, 2/11/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Ν. Ανδρέου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 287/2021 Μεταξύ: ΟΛΓΑΣ ΠΙΠΕΡΙΔΟΥ Αιτήτριας -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 2α Νοεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδης με Ι. Παπαμιλτιάδους Για Καθ' ης η αίτηση: Π. Σπανός ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια είναι η Γενική Διευθύντρια της Καθ' ης η αίτηση («ΚΟΕ») από τις 5.3.

  1. Με την Αίτηση Εργατικής Διαφοράς που καταχώρησε την 1.9.2021 εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διαδικασία η οποία διεξήχθη από την ΚΟΕ με κατάληξη την επιστολή της ΚΟΕ προς την Αιτήτρια ημερομηνίας 26.8.2021 είναι παράνομη και ή αντίθετη προς το Καταστατικό της ΚΟΕ και ή τους σχετικούς με την Πειθαρχική Διαδικασία Κανονισμούς της ΚΟΕ και ή τους Κανόνες της Φυσικής Δικαιοσύνης και τα Συνταγματικά Δικαιώματα της Αιτήτριας και κατ' επέκταση ουδεμία νομική και ή άλλη ισχύ έχει. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τη διαδικασία της ΚΟΕ η οποία κατέληξε με την επιστολή της προς την Αιτήτρια ημερομηνίας 26.8.
  2. Γ. Οιαδήποτε ετέρα θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και/ή ορθή υπό τας περιστάσεις. Δ. Αποζημιώσεις. Ε. Νόμιμο Τόκο. ΣΤ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Με την καταχώρηση της πιο πάνω Αίτησης αυθημερόν η Αιτήτρια κατάχώρησε ενδιάμεση αίτηση («η αίτηση») και στις 2.9.2021 πέτυχε την έκδοση μονομερούς προσωρινού διατάγματος με το οποίο αναστέλλεται η ισχύ της επιστολής ημερ. 26.8.2021 και ή του περιεχομένου αυτής και/ή της απόφασης της ΚΟΕ η οποία κατέληξε στην επιστολή ημερ. 26.8.2021 και/ή της διαδικασίας της ΚΟΕ η οποία κατέληξε στην επιστολή ημερ. 26.8.2021 μέχρι πλήρους εκδίκασης και/ή αποπεράτωσης της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης Εργατικής Διαφοράς. Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 12, 25, 28, 30, 35 του Συντάγματος, στα άρθρα 2, 3, 29, 30, 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Ν. 104(Ι)/2017, Ν.84(Ι)/2019, Ν.41(Ι)/1969, Ν.15(Ι)/2021, Ν.33/1967, Ν.8/1967, στο Κεφ.6 άρθρο 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-9, στους Κανόνες Φυσικής Δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες και την Πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται επίσης με ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση της ΚΟΕ, η οποία βασίζεται στους Κανονισμούς 11

(1)(β), 11
(2), 12
(4)και 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού 1999, ως ετροποποιήθη από καιρού εις καιρόν, επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, επί των άρθρων 12, 25, 28, 30 και 35 του Συντάγματος, επί των άρθρων 2, 3, 29, 30, 31 και 32 του Νόμου 14/60, επί του Νόμου 104(Ι)/2017, επί του Νόμου 84(Ι)/2019, επί του Νόμου 41/1969, επί του Νόμου 15(Ι)/2021, επί του Νόμου 33/1967, επί του άρθρου 12 του Νόμου 8/1967, επί του άρθρου 30 του Νόμου 24/1967, επί των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (
  1. i)Η αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή δεν συνάδει και/ή είναι αντίθετη με τον Κανονισμό 12 και/ή τον Τύπο 6 των περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999, ως ετροποποιήθησαν από καιρού εις καιρόν, και/ή εσφαλμένα συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση. (
  2. ii)Η νομική βάση της αίτησης πάσχει και/ή δεν περιλαμβάνονται στην νομική βάση οι απαραίτητες νομοθετικές και/ή κανονιστικές πρόνοιες και/ή οι περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικοί Κανονισμοί 1999. (iii) Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της κυρίως Αίτησης και/ή της αίτησης. (
  3. iv)Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον Νόμο και/ή την Νομολογία και/ή από το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και/ή από το Άρθρο 9 του Κεφ. 6 για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (
  4. v)Το Καταστατικό της ΚΟΕ δεν αποτελεί μέρος της συμφωνίας εργοδότησης της Αιτήτριας και/ή οι πρόνοιες του δεν αποτελούν μέρος της συμφωνίας και/ή των όρων εργοδότησης της Αιτήτριας και/ή η οιαδήποτε τυχόν παράβαση των προνοιών του Καταστατικού δεν αποτελεί παράβαση των όρων εργοδότησης της Αιτήτριας και/ή η Αιτήτρια δεν δικαιούται να επικαλείται την παράβαση οιασδήποτε πρόνοιας του Καταστατικού και/ή δε δικαιούται να ισχυρίζεται ότι η παράβαση οιασδήποτε πρόνοιας του Καταστα-τικού αποτελεί παράβαση των όρων εργοδότησης της. (νi) Όλες οι αποφάσεις που λήφθηκαν από το Εκτελεστικό Συμβούλιο της ΚΟΕ αναφορικά με τη διερεύνηση τυχόν ευθυνών της Αιτήτριας σε σχέση με την διαγραφή της ΚΟΕ από το μητρώο Σωματείων και την, μεταξύ άλλων, συνεπαγόμενη απώλεια της νομικής της οντότητας και την έναρξη διαδικασίας διάλυσης εναντίον της, λήφθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Πειθαρχικού Κώδικα του Εγχειριδίου Προσωπικού της και/ή σύμφωνα με τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και/ή σύμφωνα με τις αρχές του εργατικού δικαίου και/ή της σχετικής νομολογίας και/ή νομοθεσίας. (νii) Οι πρόνοιες Κανονισμών της ΚΟΕ που αφορούν τις διαδικασίες του Εκτελεστικού Συμβουλίου και/ή οποιουδήποτε άλλου οργάνου και/ή επιτροπής της ΚΟΕ δεν αποτελούν μέρος της συμφωνίας και/ή των όρων εργοδότησης της Αιτήτριας και/ή η οιαδήποτε τυχόν παράβαση τους δεν αποτελεί παράβαση των όρων εργοδότησης της Αιτήτριας και/ή η Αιτήτρια δεν δικαιούται να επικαλείται την παράβαση οιασδήποτε πρόνοιας τέτοιων Κανονισμών και/ή δε δικαιούται να ισχυρίζεται ότι η παράβαση οιασδήποτε πρόνοιας τέτοιων Κανονισμών αποτελεί παράβαση των όρων εργοδότησης της. (viii) Το εξαιτούμενο διάταγμα ουσιαστικά αποτελεί διάταγμα ειδικής εκτέλεσης σύμβασης εργασίας. (
  5. ix)Κανένα συνταγματικό και/ή άλλο δικαίωμα της Αιτήτριας δεν παραβιάσθηκε. (
  6. x)Δεν υπήρξε οιαδήποτε παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. (
  7. xi)Το διάταγμα είναι άκυρο καθ' ότι δεν αναφέρει και/ή καθορίζει τον χρόνο των 7 ημερών από την γνωστοποίηση και/ή επίδοση του διατάγματος εντός του οποίου η ΚΟΕ μπορεί να αποταθεί προς ακύρωση και/ή παραμερισμό του διατάγματος. (xii) Τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανακριβή και/ή παραπλανητικά και/ή τα πραγματικά γεγονότα παρατίθενται στην συνημμένη επί της παρούσας Ένστασης Ένορκη Δήλωση του κ. Γιώργου Χρυσοστόμου, εκ Λευκωσίας. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Χρυσοστόμου, Προέδρου της ΚΟΕ με την οποία ουσιαστικά υιοθετεί τους λόγους ένστασης και στην οποία θα αναφερθούμε όπου τούτο κριθεί σκόπιμο. Προβαλλόμενοι νομικοί λόγοι για ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος (
  8. i)Έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ως θέμα λογικής προτεραιότητας προέχει η εξέταση του ζητήματος της Καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου που τέθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της ΚΟΕ. Συνοπτικά, ο κ. Σπανός επικεντρώνοντας την προσοχή του στις ουσιαστικές για το ζήτημα πρόνοιες των περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών και περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νομοθετημάτων, (Νόμοι 8/67 και Ν.24/67 αντίστοιχα), εισηγήθηκε ότι δεν βρισκόμαστε ενώπιον διαφοράς, η οποία εμπίπτει στα πλαίσια της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («ΔΕΔ»), το οποίο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση του κ. Τριανταφυλλίδη. Εισηγήθηκε ότι δυνάμει του άρθρου 12
(1)(β) του Ν.8/67, η διαφορά εμπίπτει στα πλαίσια του όρου «εργατική διαφορά» και, υπό τις συνθήκες, αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το ΔΕΔ. Σύμφωνα με τη νομολογία, «. θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». (Βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729 και Interamerican Insurance Co Ltd v. Μακρίδου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1529, 1534). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και κατ' έφεση (βλ. Παναγιώτου v. Χ" Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362, Γεωργίου ν. Γεωργίου
(2001)1
(1)ΑΑΔ 1592) ). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι εξ υπαρχής άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.ά.
(1988)1 Α.Α.Δ. 88). Στην υπόθεση Ελευθέριος Κούρου ν. Αντωνίας Ξενή Κόνου, Πολιτική Έφεση Αρ. 325/2009, ημερ. 10/10/2014, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «.Όπως αποφασίστηκε στη Thermofast Limited
(2005)1 Α.Α.Δ. 567, το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημόσιας τάξης, εγείρεται και αυτεπαγγέλτως, αποτελεί δε υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακυρώσει διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς δικαιοδοσία. Το ζήτημα δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων, ούτε στη συμπεριφορά ή στην τυχόν καθυστέρηση που επιδεικνύεται. Όπως αποφασίστηκε στη Michaelidou v. Gregoriou
(1968)1 C.L.R. 88, οι διάδικοι δεν μπορούν να συναινέσουν να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει. Μάλιστα ενδείκνυται το ζήτημα της έλλειψης κατά τόπο ή καθ' ύλην δικαιοδοσίας να εγείρεται και να εξετάζεται το συντομότερο δυνατόν ώστε να μην προχωρά η διαδικασία χωρίς αρμοδιότητα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία να εξετάσει τη δικαιοδοσία του, ένας απόλυτα θεμιτός τρόπος ενέργειας. Η εξέταση της δικαιοδοσίας υπό το φως του ευρύτερου πλαισίου της διαφοράς των διαδίκων ιδωμένης ως εμπίπτουσας στο οικογενειακό δίκαιο, πρόβαλλε επιτακτική. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2η Έκδ., Τόμος 3, σελ. 113: "Where a court takes it upon itself to exercise a jurisdiction which it does not possess, its decision amounts to nothing. Jurisdiction must be acquired before judgment is given."». Η έννοια της δικαιοδοσίας και πότε ένα Δικαστήριο ενεργεί εντός της δικαιοδοσίας του, αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτερης νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτική είναι η αναφορά που γίνεται στην υπόθεση R.C.K. Sports Ltd (αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618, η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718: «Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης». Το ΔΕΔ καθιδρύθηκε και λειτουργεί με βάση τις διατάξεις του περί Ετήσιων Αδειών μετ' απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67) ως έχει τροποποιηθεί. Στο άρθρο 12
(1)του Νόμου, (όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.5/73) προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του. Προβλέπει ως υπαγόμενα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΔ, τα ακόλουθα: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος. (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παρεπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων. (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεως ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά Κανονισμών εκδοθέντων κατ' εφαρμογήν του εδαφίου τούτου· (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση· (στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμο-γής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου. Η «εργατική διαφορά» καθορίζεται ως εξής στις ερμηνευτικές διατάξεις των Νόμων 8/67 και 24/67: «"Εργατική διαφορά" σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται διαφορά είτε μη». Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί και το οποίο θα επενεργήσει καταλυτικά στην έκβαση της υπόθεσης, είναι κατά πόσο υφίσταται εργατική διαφορά μεταξύ των μερών. Τέτοια που να εμπίπτει στα πλαίσια του πιο πάνω ορισμού. Ο νομικός καθορισμός στο Κυπριακό Δίκαιο του όρου «εργατική διαφορά», αποτελεί κατά λέξη μεταφορά του αντίστοιχου όρου του Αγγλικού Δικαίου, όπως αυτός αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 5
(3)του Trade Disputes Act 1906. Όπως εντοπίσθηκε από τον Lord Diplock στην απόφαση NWL Ltd v. Woods
(1979)3 All E.R. 614, 621, η διαφορά καθορίζεται, πρώτον, με αναφορά στα μέρη που εμπλέκονται και, δεύτερον, στο περιεχόμενο της. Όπως προκύπτει από την ερμηνευτικές διατάξεις των Νόμων 8/67 και 24/67, η οποιαδήποτε διαφορά για να εμπίπτει στα πλαίσια του ορισμού του Νόμου θα πρέπει να σχετίζεται «προς την απασχόληση ή την μη απασχόληση ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως». Αναμφίβολα το πεδίο έκτασης των εργατικών διαφορών που καλύπτει ο Ν. 24/67 είναι περιορισμένης εμβέλειας. Εξαντλείται στα πλαίσια του σκοπού του Νόμου, που είναι ο καθορισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συναρτώνται με τον τερματισμό της απασχόλησης [Thermofast (ανωτέρω) σ.572 και Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co Ltd
(1990)1 ΑΑΔ, 517, 527]. Όπως έχει εντοπισθεί στην απόφαση Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλου κ.α. [1993] 1 ΑΑΔ, 951, 999: «Βέβαια με τις ερμηνευτικές του διατάξεις ο Νόμος (Ν.24/67) προσδίδει στην «εργατική διαφορά» ευρεία έννοια, όμοια με την αντίστοιχη του Νόμου 8/67. Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί τις ουσιαστικές του πρόνοιες και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)που εντάσσει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όχι κάθε εργατική διαφορά αλλά μόνο τις εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου ή οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του, περιλαμβανομένου, φυσικά, και «παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωμα-τικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος». Προβλήθηκε από τον συνήγορο της Αιτήτριας ότι ο όρος «εργατική διαφορά» όπως συναντάται στο άρθρο 12
(1)(β) και τις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.8/67, καλύπτει ένα ευρύ φάσμα διαφορών που προκύπτουν στα πλαίσια της εργοδότησης και δεν είναι αναγκαίο να περιορίζονται αποκλειστικά και μόνον στους όρους ή τις συνθήκες απασχόλησης, αλλά επεκτείνονται και σε ζητήματα που αφορούν την μη απασχόληση του εργοδοτούμενου. Ότι η ερμηνευτική προσέγγιση του όρου «εργατική διαφορά» του Νόμου αυτού είναι εμβέλειας τέτοιας που καλύπτει και την υπό κρίση περίπτωση, καθώς η κλήση της Αιτήτριας να εμφανιστεί ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής σε πειθαρχικής φύσεως ακρόαση συνιστά διαδικασία που σχετίζεται άμεσα με την ισχυριζόμενη παραβίαση των όρων εργοδότησης της όπως καθορίζονται στο Καταστατικό και το Εγχειρίδιο Προσωπικού της ΚΟΕ, η οποία δυνατόν να καταλήξει στον τερματισμό της απασχόλησης της. Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση. Σύμφωνα με το άρθρο 12
(1)(β) του Ν.8/67 το ΔΕΔ έχει αποκλειστική δικαιοδοσία διάγνωσης «απασών των εργατικών διαφορών». Έχει ήδη καταγραφεί ανωτέρω η ερμηνεία του όρου «εργατική διαφορά», η οποία αποτυπώνεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου 8/67, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2(β) του Νόμου 5/73. Ως θέμα γραμματικής ερμηνείας προκύπτει ότι οριοθετείται και συσχετίζεται από την ίδια την απασχόληση ή τις συνθήκες ή τους όρους απασχόλησης. Η ανάγκη ακριβώς που προέκυψε για προσθήκη, μέσω της υποπαραγράφου (ε) και δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου 79(Ι)/96, των αυτοτελών αξιώσεων στις διαφορές που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΔ, επιμαρτυρεί και το περιορισμένο εύρος του πεδίου που καλύπτει ο όρος «εργατική διαφορά». Η δικαιοδοτική αρμοδιότητα του ΔΕΔ πριν την τροποποίηση του άρθρου 12 του Ν.8/67, περιοριζόταν στις διαφορές που σχετίζονται με τον τερματισμό απασχόλησης. Διαφορές άλλες, αποσυναρτημένες από το συνδετικό αυτό στοιχείο, όπως λ.χ. οι δεδουλευμένοι μισθοί, έμεναν εκτός της υλικής αρμοδιότητας του. (Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1381, 1387). Ως εκ τούτου ήταν αδύνατη η διεκδίκησε ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου ποσών πληρωτέων ως εκ της εργοδοτήσεως και όχι ως εκ του τερματισμού της. Τέτοιες αξιώσεις κρίθηκαν ότι δεν ενέπιπταν στα πλαίσια εργατικής διαφοράς που ανεφύη κατά την εφαρμογή του Νόμου. Οι αξιώσεις αυτής της μορφής στην απουσία νομοθετικής πρόνοιας, υπάγονταν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δυνάμει των γενικών διατάξεων του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, Ν.14/60 [Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1ΑΑΔ, 447, Χριστόδουλος Κυριάκου ν. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 ΑΑΔ, 1020 και Ηλίας Ηλία ν. Αλωνεύτη
(1995)1CLR, 938]. Σημειωτέον ότι οι εν λόγω νομολογιακές προσεγγίσεις αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία τροποποίησης του άρθρου 12
(1)με την προσθήκη της υποπαραγράφου (ε). Έτσι, με την τροποποίηση, η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αναφέρονται σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εντάσσονται πλέον στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΔΕΔ (Elbee Ltd
(1999)1(A) ΑΑΔ 149, 154-155). Η έννοια της «αυτοτελούς αξίωσης» και πότε μια αυτοτελής αξίωση εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργο-δότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα.» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης φαίνεται, ότι στον όρο «αυτοτελής αξίωση», όπως συναντάται στο άρθρο 12
(1)(ε) του Νόμου 8/67, εμπίπτουν αξιώσεις που εγείρονται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας και αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης, τα οποία ρητά αναφέρονται στην εν λόγω υποπαράγραφο και αποτιμώνται σε χρήμα, ενώ δεν εμπίπτουν αξιώσεις που προέκυψαν από τον τερματισμό ή τη λήξη της σύμβασης εργασίας. Η φράση δε «και οποιονδήποτε άλλο δικαίωμα», θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem genesis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία με τα δικαιώματα που ρητά αναφέρονται στην υποπαράγραφο (ε). Συνεπώς ανάλογος περιορισμός με τον Νόμο 24/67, υφίσταται και στον Νόμο 8/67, όπου η ερμηνευτική διάταξη του όρου «εργατική διαφορά» θα πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 12
(1)του Νόμου, που εντάσσει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΔΕΔ όχι κάθε διαφορά αλλά μόνο τις εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου αυτού ή δυνάμει ρητής διάταξης οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει των εν λόγω Νομοθετημάτων [άρθρο 12
(1)(α)(β) του Ν.8/67]. Στην υπό κρίση περίπτωση, η προβαλλόμενη κατ' ισχυρισμό εργατική διαφορά, τόσο στην Αίτηση όσο και στην παρούσα ενδιάμεση αίτηση της Αιτήτριας, δεν εμπίπτει στα πλαίσια ορισμού της «εργατικής διαφοράς», ούτως ώστε αποκλειστική αρμοδιότητα να έχει το ΔΕΔ. Η επικαλούμενη ως παράνομη και αντικανονική Πειθαρχική Διαδικασία που ακολούθησαν οι Καθ' ων η αίτηση στην περίπτωση της Αιτήτριας, κινείται εκτός οποιουδήποτε πλαισίου είναι δυνατόν να καλύψει ο πιο πάνω ορισμός, καθώς τέτοια διαφορά δεν προκύπτει από την εφαρμογή του Νόμου 8/67 ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτών. Εν ολίγοις, πριν τη λήψη της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου, ο Νόμος δεν παρέχει καμία εξουσία στο ΔΕΔ να επέμβει και να εμποδίσει τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων που ο εργοδότης κρίνει πρόσφορα για την επιχείρηση του, έστω κι αν αυτά εν τέλει οδηγήσουν στην απόλυση του εργοδοτούμενου. Συνεπώς η εξάρτηση της νομιμότητας της απόλυσης από τη συνδρομή συγκεκριμένων και αντικειμενικά ελεγχόμενων λόγων, αποτελεί την πλέον αποτελεσματική μέθοδο προστασίας της θέσης του εργοδοτούμενου. Η δε αποκατάσταση σε περίπτωση αδικαιολόγητης απόλυσης εξυπηρετείται δια της δικαστικής οδού με την επιδίκαση αποζημιώσεων ή την επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου. Πρόσθετα να σημειώσουμε, ότι αυτό που επιδιώκει η Αιτήτρια με την Αίτηση της, είναι η έκδοση δηλωτικής απόφασης που να μην επιτρέπει οποιαδήποτε ενέργεια ή τη λήψη πειθαρχικών μέτρων εναντίον της που δύνανται να οδηγήσουν στον τερματισμό της απασχόλησης της. Και τούτο, χωρίς να αξιώνει οποιασδήποτε ουσιαστική θεραπεία που να υποστηρίζεται από τους γενικούς λόγους της Αίτησης. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα Π. Πολυβίου, Το Εργατικό Δίκαιο στην Πράξη, σελ.665: Στο κοινοδίκαιο, το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εκδίδει δηλωτικές αποφάσεις, δηλαδή δηλώσεις που καθορίζουν τα δικαιώματα των μερών. Στο πλαίσιο της σύμβασης εργοδότησης, δεν είναι σύνηθες φαινόμενο, τουλάχιστο στην Κύπρο, να επιδιώκεται είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο δήλωση δικαστηρίου (declaration), χωρίς ταυτόχρονα ο παραπονούμενος να ζητά ουσιαστική θεραπεία, στις πλείστες περιπτώσεις αποζημιώσεις. Ιδιαίτερα εφόσον στο πλαίσιο του τερματισμού της εργοδοτικής σχέσης είναι σπάνιο το δικαστήριο να εκδίδει είτε απαγορευτικά είτε άλλα διατάγματα, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις η θεραπεία που επιδιώκεται είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων στο αθώο μέρος (στη μεγάλη πλειοψηφία των υποθέσεων, στον παράνομα απολυθέντα εργοδοτούμενο). Για όλα τα πιο πάνω είναι κατάληξη μας ότι το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω κατάληξη μας, κρίνουμε εισέτι ότι το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 2.9.2021 θα πρέπει να ακυρωθεί και για τους πιο κάτω λόγους τους οποίους η ΚΟΕ προέβαλε με την ένσταση της και ανέπτυξε κατά την τελική της αγόρευση, τους οποίους το ΔΕΔ υιοθετεί: (α) Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση του διατάγματος και ειδικότερα δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση καθώς η μη έκδοση του διατάγματος και η συνέχιση της πειθαρχικής διαδικασίας δεν θα επιφέρει στην Αιτήτρια οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην χειροτέρα των περιπτώσεων η ολοκλήρωση της διαδικασίας πιθανόν να οδηγήσει στην απόλυση της Αιτήτριας. Ωστόσο δυνάμει των προστατευτικών διατάξεων του Νόμου 24/67, σε περίπτωση που η απόλυση της κριθεί παράνομη, τότε θα δικαιούται στην επιδίκαση αποζημιώσεων και ή στην επαναπρόσληψη της, εάν η ίδια το ζητήσει ως θεραπεία. Επομένως δεν τίθεται θέμα ανεπανόρθωτης ζημιάς καθώς ο ίδιος ο νομοθέτης έχει καθορίσει τις θεραπείες που μπορεί να αιτηθεί ο απολυθείς εργοδοτούμενος στην περίπτωση παράνομης απόλυσης. (β) Η έκδοση του επίδικου διατάγματος ισοδυναμεί κατ' ουσία με ειδική εκτέλεση της μεταξύ των μερών σύμβασης εργασίας. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου «Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη» σελ. 660: Η βασική αρχή είναι ότι, παραδοσιακά, δικαστικό διάταγμα ειδικής εκτέλεσης είναι εξαιρετική θεραπεία που επιτρέπεται μόνο εκεί που η συνήθης θεραπεία των αποζημιώσεων δεν είναι επαρκής. Εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων είναι αρκετή, υπό την έννοια ότι θα αποκαταστήσει το αθώο μέρος στη θέση που θα κατείχε εάν η σύμβαση είχε εκτελεστεί, τότε το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει διάταγμα ειδικής εκτέλεσης. Όπως έχει λεχθεί, "This court does not profess to decree a specific performance of contracts of every description. It is only where the legal remedy is inadequate or defective that it becomes necessary for courts of equity to interfere ... In the present case complete justice can be done at law. The matter in controversy is nothing more than the sum it will cost to put the ground in the condition in which by the covenant it ought to be". Σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω αρχής, αλλά και ενόψει της φύσης της σύμβασης απασχόλησης, δεν εκδίδεται διάταγμα ειδικής εκτέλεσης εκεί που η παραβιασθείσα σύμβαση αφορά τη σχέση εργοδότη/εργοδοτουμένου, την παροχή προσωπικών υπηρεσιών ή συναφή θέματα. Η βασική προσέγγιση των Δικαστηρίων σε τέτοιες υποθέσεις είναι ότι δεν πρέπει να εφαρμόζονται ή να εκτελούνται μέσω διαταγμάτων ειδικής εκτέλεσης συμφωνίες εργοδότησης ή παροχής προσωπικών ή συναφών υπηρεσιών, διότι δεν είναι ούτε δυνατό ούτε και επιθυμητό (ούτε και σύμφωνο με το Σύνταγμα) τέτοιες συμφωνίες να υπόκεινται σε αναγκαστική εκτέλεση. Το υπαίτιο συμβαλλόμενο μέρος θα διαταχθεί να καταβάλει αποζημι-ώσεις, αλλά όχι να εκτελέσει κάποια σύμβαση η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «αυστηρά προσωπική» (strictly personal in nature). Σχετική είναι η αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα του Δρ. Χρ. Φ. Κληρίδη «Το Κυπριακό Δίκαιο της Επιείκειας» όπου στη σελ.26, 28 διαβάζουμε τα πιο κάτω: «2. Περιπτώσεις που δεν εκδίδεται διάταγμα ειδικής εκτέλεσης Η νομολογία αναγνωρίζει κλασσικές περιπτώσεις όπου το δικαστήριο δεν θα αποδώσει τη θεραπεία ειδικής εκτέλεσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι σε όλες τις άλλες περιπτώσεις θα αποδώσει τη θεραπεία. Όπως αναφέραμε πιο πάνω η θεραπεία θα αποδοθεί ή όχι κατά την άσκηση διακριτικής ευχέρειας αφού ληφθούν υπόψη όλοι οι σχετικοί παράγοντες και η συμπεριφορά του αιτητή. ................................................................................................................ (δ) Συμβόλαια για την εκτέλεση προσωπικής εργασίας ή υπηρεσίας Αυτού του είδους τα συμβόλαια δεν εφαρμόζονται συνήθως με την απόδοση της θεραπείας της ειδικής εκτέλεσης. Π.χ. συμβόλαια εργοδότησης ή συμβόλαια μεταξύ εταιρείας και διευθύνοντα συμβούλου ή συμβόλαια ανάθεσης εργασιών όπως π.χ. σύνταξης εκθέσεων ή σχεδίων ή συμφωνίας θεατρικής εκτέλεσης και ανάλογα συμβόλαια. Εδώ υπεισέρχεται η δυσκολία επιτήρησης της εκτέλεσης του συμβολαίου εκ μέρους του δικαστηρίου αλλά και θέματα δημόσιας πολιτικής δεδομένου ότι δεν θα ήταν σωστό να υποχρεώνονται συμβαλλόμενοι να συνεχίσουν να παράσχουν προσωπικής φύσεως υπηρεσίες. Σε εξαιρετικές περιστάσεις είναι δυνατόν να εκδοθεί ανεξάρτητα διάταγμα ειδικής εκτέλεσης ιδιαίτερα όπου η υποχρέωση αφορά ένα μικρό μέρος ευρύτερου συμβολαίου το οποίο θα εφαρμοζόταν με διάταγμα ειδικής εκτέλεσης. Επίσης το δικαστήριο δεν θα διστάσει να διατάξει ειδική εκτέλεση συμφωνίας για υπογραφή συμβολαίου παροχής προσωπικών υπηρεσιών σε αντίθεση με την εκτέλεση συμβολαίου παροχής προσωπικών υπηρεσιών.» Για όλα τα πιο πάνω και χωρίς να απαιτείται ενασχόληση με οτιδήποτε άλλο [Βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980, 1988] η ένσταση της ΚΟΕ επιτυγχάνει. Το προσωρινό διάταγμα που έκδωσε το ΔΕΔ στις 2.9.2021 ακυρώνεται και παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης αυτά όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι προς όφελος της ΚΟΕ και εναντίον της Αιτήτριας. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Ν. Ανδρέου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.