ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 786/2014, 30/9/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Λ. Παντελίδου και Π. Παναγιώτου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 786/2014 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ Αιτητής -και-
- ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ΛΤΔ
- ΣΥΝΕΩΝ ΜΑΤΣΗ
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Σεπτεμβρίου, 2021 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Μ. Βορκάς Για Καθ' ων η αίτηση 1-3: Γ. Κορφιώτης Για Καθ' ου η αίτηση 4: Στ. Παπαθεοδώρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση το ποσό των €122.078,53 ως οφειλόμενο δυνάμει των Κανονισμών Κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας, αποζημιώσεις και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία διατάξει το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις, νόμιμους τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ο Αιτητής κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα Αίτηση χρόνο ήταν υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση 1 και ευρίσκετο στην υπηρεσία τους από 1.3.1980 μέχρι και τις 18.9.2014, οπότε και αφυπηρέτησε, όντας μέλος του Ταμείου Προνοίας όπου τύγχαναν εφαρμογής και οι Κανονισμοί Κατοχύρωσης Ταμείου Προνοίας των Καθ' ων η αίτηση 1 (στο εξής «οι Κανονισμοί»), οι οποίοι εγκρίθηκαν από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών κατά ή περί τις 9.3.
- Οι Καθ' ων η αίτηση 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης οι δε Καθ' ων η αίτηση 2,3 και 4 τύγχαναν μέλη της επιτροπείας της («η επιτροπεία»). Με απόφαση της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας και/ή των Αρμοδίων Αρχών παραχωρήθηκε δικαίωμα στους υπαλλήλους και γενικότερα στο προσωπικό των Καθ' ων η αίτηση 1 να αποχωρήσουν πρόωρα από την Υπηρεσία στα πλαίσια Σχεδίου Εθελοντικής Εξόδου. Ο Αιτητής στις 17.3.2014 αιτήθηκε την συμπερίληψη του στο εν λόγω Σχέδιο με ημερομηνία τερματισμού των υπηρεσιών την 15.4.
- Ταυτόχρονα, υπέβαλε αίτηση πρόωρης αφυπηρέτησης του για λόγους υγείας και καταβολής σ' αυτόν των ωφελημάτων που προνοούνται στα άρθρα 3 και 6 των Κανονισμών, η οποία έτυχε της άμεσης έγκρισης της επιτροπείας των Καθ' ων η αίτηση 1 σύμφωνα με το άρθρο 2(α) των Κανονισμών. Αποτελεί ισχυρισμό του Αιτητή πως παρά την έγκριση των πιο πάνω αιτημάτων του από πλευράς της επιτροπείας για πρόωρη αφυπηρέτηση του με βάση το Σχέδιο και τους Κανονισμούς και παρά τις συστάσεις της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και ή των Αρμοδίων Αρχών προς τους Καθ' ων η αίτηση για εφαρμογή των Κανονισμών στους υπαλλήλους που αποφάσισαν την αποχώρηση τους, εν τούτοις οι Καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4 που ανέλαβαν ως νέα μέλη της επιτροπείας, χρησιμοποιώντας διάφορες προφάσεις κωλυσιεργούσαν και/ή ανέβαλαν την υλοποίηση της απόφασης και ή της ήδη εγκεκριμένης αίτησης του από την προηγούμενη επιτροπεία. Ένεκα των πιο πάνω τόσο ο ίδιος προσωπικά όσο και μέσω των δικηγόρων του κάλεσε επανειλημμένα τους Καθ' ων η αίτηση να υλοποιήσουν την απόφαση τους πλην όμως αδιαφορούσαν και αρνούνταν να το πράξουν. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του πως ενώ οι Καθ' ων η αίτηση 1 είχαν εγκρίνει το αίτημα του για πρόωρη αφυπηρέτηση, εντούτοις σε συνομωσία με τους Καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4, στις 31.7.2014 έθεσαν ενώπιον του για υπογραφή έγγραφα με τα οποία τους απάλλασσε από οποιαδήποτε ευθύνη από τη μη καταβολή αποζημίωσης. Επίσης ενώ γνώριζαν ότι ο χρόνος αποχώρηση του με βάση το Σχέδιο παρατάθηκε μέχρι το τέλος Αυγούστου 2014, εν τούτοις με σκοπό να υφαρπάξουν την υπογραφή του σε έγγραφα που τους απάλλασσαν από μελλοντικές νόμιμες διεκδικήσεις του, του παρουσίασαν έγγραφα συμφωνίας τερματισμού στις 31.7.2014 προφασιζόμενοι πως αυτά αποτελούσαν τη συμφωνία του με τον διευθυντή τους, αρνούμενοι να συμμορφωθούν με τις σαφείς και γραπτές οδηγίες της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας για υλοποίηση των συμφωνηθέντων και καταβολής των ωφελημάτων. Πρόσθετα προς τα πιο πάνω με επιστολή τους ημερ. 29.8.2014 επιχείρησαν να τον εξαπατήσουν και καταδολιεύσουν. Κατά την αποχώρηση από την υπηρεσία στις 18.9.2014, οι Καθ' ων η αίτηση του κατέβαλαν την εφ' άπαξ από το Σχέδιο αποζημίωση πλέον το ποσό των €7.192,99 ως φιλοδώρημα δυνάμει των Κανονισμών και €20.000 κατά χάριν πληρωμή για ανθρωπιστικούς λόγους / λόγους ασθενείας. Είναι η θέση του ότι οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν να εφαρμόσουν στην περίπτωση του τις πρόνοιες των άρθρων 2(α), 3 και 6 των Κανονισμών και να καταβάλουν σ' αυτόν: (α) Ποσό ίσο με €88.347,45 και σε κάθε περίπτωση όχι μικρότερο του 18% του μέσου όρου των μηνιαίων απολαβών του κατά τη διάρκεια των τελευταίων 36 μηνών υπηρεσίας για κάθε συμπληρωμένο μήνα υπηρεσίας καθώς αφυπηρέτησε μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας του και πριν τη συμπλήρωση του 60ου έτους αυτής ή να καταβάλουν το εν λόγω ποσό συνεπεία της παραίτησης του για τους αποδεδειγμένους σοβαρούς λόγους υγείας του. (β) Την προνοούμενη στο άρθρο 6 των Κανονισμών αποζημίωση λόγω της παραίτησης του για αποδεδειγμένους σοβαρούς λόγους υγείας η οποία ισούται σε €33.731,
- Πρόσθετα ισχυρίζεται ότι λόγω της συμπεριφοράς και/ή των ενεργειών των Καθ' ων η αίτηση προς το πρόσωπο του θα πρέπει να του καταβάλουν τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Με τους γενικούς λόγους εμφάνισης οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχονται την εξαγγελία του Σχεδίου για Εθελοντική Αποχώρηση, για το οποίο ο Αιτητής εκδήλωσε ενδιαφέρον συμμετοχής με την υποβολή σχετικής αίτησης η οποία έγινε αποδεκτή. Ισχυρίζονται δε, ότι η επιτροπεία υπό την επιφύλαξη της έγκρισης της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας αρχικά ενέκρινε όλες της αιτήσεις που είχαν υποβληθεί, όταν δε στη συνέχεια διεφάνη ότι ο Αιτητής και άλλοι υπάλληλοι που επικαλούντο σοβαρούς λόγους υγείας, που τους καθιστούσαν μόνιμα ανίκανους για εργασία, θεώρησαν ότι θα εισέπρατταν τόσο το ποσό που προέβλεπε το Σχέδιο όσο και το ποσό αποζημίωσης ή κατοχύρωσης για υπαλλήλους που απολύονταν για σοβαρούς λόγους υγείας, κατέστησε σαφές προς τους ενδιαφερόμενους ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατό αφού και η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα διευκρίνισε ότι ουδέποτε είχε συμφωνήσει ή δεσμευτεί για κάτι τέτοιο. Επίσης ότι μετά την εν λόγω διευκρίνιση δόθηκε η ευκαιρία σε όλους τους ενδιαφερθέντες να αποσύρουν το ενδιαφέρον τους. Επιπρόσθετα και ή διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής κωλύεται και/ή δεν είχε το δικαίω-μα να ισχυρίζεται ότι ήταν μόνιμα ανίκανος για εργασία και/ή ταυτόχρονα ότι εθελούσια θα τερμάτιζε την υπηρεσία του και/ή θα έπρεπε να επιλέξει μεταξύ των δύο ασυμβίβαστων επιλογών που είχε. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός τους πως ουδέποτε αμφισβήτησαν ότι ο Αιτητή αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας. Ωστόσο ο Αιτητής αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να προσκομίσει ιατρικά πιστοποιητικά ή να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις προκείμενου να διαπιστωθεί εάν το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε τον καθιστούσε μόνιμα ανίκανο για εργασία. Επίσης, ότι ουδέποτε επεδίωξαν να «αποσπάσουν» την υπογραφή του Αιτητή για οτιδήποτε. Παρόλο που ο Αιτητής θα έπρεπε να επιβεβαιώσει την πρόθεση του και ή τη συμφωνία και ή τους όρους αφυπηρέτησης του σε σχετικό έγγραφο, εντούτοις συμφώνησαν όπως λάβει τα ωφελήματα του Σχεδίου, το κατά χάριν ποσό και ότι άλλο είχε να λαμβάνει από τους Καθ' ων η αίτηση 1, χωρίς την υπογραφή της δήλωσης απαλλαγής που όλοι οι υπόλοιποι υπάλληλοι υπέγραψαν, επιτρέποντας του να επιφυλάξει τα δικαιώματα του για επιπρόσθετα ποσά που ο ίδιος ισχυριζόταν ότι εδικαιούτο. Πρόσθετα ότι ο Αιτητής εισέπραξε οτιδήποτε δικαιούταν από τους Καθ' ων η αίτηση
- Άνευ βλάβης και/ ή διαζευκτικά προς τους ανωτέρω ισχυρισμούς, ισχυρίζονται ότι κατά ή περί τον Ιούνιο 2016 κατέβαλαν στον Αιτητή χαριστικά και/ή προς διευθέτηση των απαιτήσεων του, τόσο στην παρούσα Αίτηση όσο και στην αγωγή 4378/14 Ε.Δ. Λευκωσίας, το ποσό των €165.000,- πλέον €5.000,- δικηγορικά έξοδα. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατέθεσαν για τον Αιτητή πέντε μάρτυρες συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου ενώ για τους Καθ' ων η αίτηση δύο μάρτυρες. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο. Καθ' ύλην Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ως θέμα λογικής προτεραιότητας προέχει η εξέταση του ζητήματος της Καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου που τέθηκε από τους ευπαίδευτου συνηγόρους στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Συνοπτικά, ο κ. Παπαθεοδώρου εισηγήθηκε ότι η αξίωση του Αιτητή δεν εμπίπτει στο δικαιοδοτικό πλαίσιο του Δ.Ε.Δ. ως προσδιορίζεται στο άρθρο 12
(1)του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Από-λαβών Νόμου (Ν.8/67) και δη ότι δεν αποτελεί αυτοτελή αξίωση που προκύπτει από σύμβαση εργασίας με βάση το άρθρο 12
(1)(ε) του Ν.8/67, αλλά τέτοια που εμπίπτει στην καθ' ύλην δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστηρίου [βλ. Toni & Guy Limassol Ltd κ.α. ν. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496]. Ο κ. Κορφιώτης έχοντας ως δεδομένο ότι οι Καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4 δεν ήταν οι Εργοδότες του Αιτητή αλλά απλώς μερικά από τα μέλη της Επιτροπείας του Εργοδότη, εισηγήθηκε ότι το Δ.Ε.Δ. δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί των θεμάτων που ο Αιτητής προβάλλει με την Αίτηση και αποδίδει σ' αυτούς δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις κ.λ.π. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση του κ. Βορκά. Εισηγήθηκε ότι δυνάμει του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67 η αξίωση του Αιτητή είναι αυτοτελής και πηγάζει από τη σύμβαση εργασίας του με τους Καθ' ων η αίτηση 1, καθώς αφορά τη διεκδίκηση συγκεκριμένου φιλοδωρήματος ως ορίζεται στους Κανονισμούς του Κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας των Καθ' ων η αίτηση 1 (Τεκ.3). Προς επίρρωση της θέσεως του επικαλέστηκε τη μαρτυρία του Μάρτυρα 2 για τον Αιτητή, υποστηρίζοντας ότι το συγκεκριμένο Κατοχυρωμένο Ταμείο Προνοίας ήταν το αποτέλεσμα Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Έθεσε επίσης ως σχετικές με το εν λόγω ζήτημα τις αποφάσεις Toni & Guy Limassol td (ανωτέρω) και Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 1381. Σύμφωνα με τη νομολογία, «. θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». (Βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729 και Interamerican Insurance Co Ltd v. Μακρίδου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1529, 1534). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και κατ' έφεση (βλ. Παναγιώτου v. Χ" Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362, Γεωργίου ν. Γεωργίου
(2001)1
(1)ΑΑΔ 1592) ). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι εξ υπαρχής άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.ά.
(1988)1 Α.Α.Δ. 88). Στην υπόθεση Ελευθέριος Κούρου ν. Αντωνίας Ξενή Κόνου, Πολιτική Έφεση Αρ. 325/2009, ημερ. 10/10/2014, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «.Όπως αποφασίστηκε στη Thermofast Limited
(2005)1 Α.Α.Δ. 567, το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημόσιας τάξης, εγείρεται και αυτεπαγγέλτως, αποτελεί δε υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακυρώσει διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς δικαιοδοσία. Το ζήτημα δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων, ούτε στη συμπεριφορά ή στην τυχόν καθυστέρηση που επιδεικνύεται. Όπως αποφασίστηκε στη Michaelidou v. Gregoriou
(1968)1 C.L.R. 88, οι διάδικοι δεν μπορούν να συναινέσουν να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει. Μάλιστα ενδείκνυται το ζήτημα της έλλειψης κατά τόπο ή καθ' ύλην δικαιοδοσίας να εγείρεται και να εξετάζεται το συντομότερο δυνατόν ώστε να μην προχωρά η διαδικασία χωρίς αρμοδιότητα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία να εξετάσει τη δικαιοδοσία του, ένας απόλυτα θεμιτός τρόπος ενέργειας. Η εξέταση της δικαιοδοσίας υπό το φως του ευρύτερου πλαισίου της διαφοράς των διαδίκων ιδωμένης ως εμπίπτουσας στο οικογενειακό δίκαιο, πρόβαλλε επιτακτική. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2η Έκδ., Τόμος 3, σελ. 113: "Where a court takes it upon itself to exercise a jurisdiction which it does not possess, its decision amounts to nothing. Jurisdiction must be acquired before judgment is given."». Η έννοια της δικαιοδοσίας και πότε ένα Δικαστήριο ενεργεί εντός της δικαιοδοσίας του, αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτερης νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτική είναι η αναφορά που γίνεται στην υπόθεση R.C.K. Sports Ltd (αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618, την οποία το Δικαστήριο υιοθέτησε και στην υπόθεση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718: «Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης». Το Δ.Ε.Δ καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67) ως έχει τροποποιηθεί. Στο άρθρο 12 του Νόμου, (όπως τροποποιήθηκε ειδικά με τον Ν.5/73) προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του που περιορίζεται στην επίλυση εργατικών διαφορών. Προβλέπει ως υπαγόμενα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ., τη διάγνωση και απόφαση, μεταξύ άλλων, των ακολούθων διαφορών ως προσδιορίζονται στις υποπαραγράφους (α), (β) και (ε): (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος. (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παρεπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων. (γ) ............................................. (δ) ............................................. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση· Η «εργατική διαφορά» καθορίζεται ως εξής στις ερμηνευτικές διατάξεις των Νόμων 8/67 και 24/67: «"Εργατική διαφορά" σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται διαφορά είτε μη». Ο νομικός καθορισμός στο Κυπριακό Δίκαιο του όρου «εργατική διαφορά», αποτελεί κατά λέξη μεταφορά του αντίστοιχου όρου του Αγγλικού Δικαίου, όπως αυτός αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 5
(3)του Trade Disputes Act 1906. Όπως εντοπίσθηκε από τον Lord Diplock στην απόφαση NWL Ltd v. Woods
(1979)3 All E.R. 614, 621, η διαφορά καθορίζεται, πρώτον, με αναφορά στα μέρη που εμπλέκονται και, δεύτερον, στο περιεχόμενο της. Εξετάζοντας την υπό κρίση περίπτωση, προβάλλει το ερώτημα κατά πόσο η δικογραφημένη διαφορά προέκυψε μεταξύ «εργοδοτών και εργοδοτουμένων», ούτως ώστε να εμπίπτει στα πλαίσια του ορισμού του Νόμου. Εκτός από τους Καθ' ων η αίτηση 1 που ήταν οι Εργοδότες του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο μερικά από τα μέλη της Επιτροπείας του Εργοδότη. Είναι αυτοί πρόσωπα τα οποία δεν εμπίπτουν στον όρο «Εργοδότης», όπως αυτός τίθεται στον πιο πάνω ορισμό. Συνεπώς, δεν υφίσταται σε σχέση με τους Καθ' ων η αίτηση 2, 3 και 4 το υπόβαθρο των καθορισμένων μερών, ούτως ώστε να έχει εφαρμογή ο ορισμός του όρου «εργατική διαφορά». Πέραν των μερών δεν καλύπτεται ούτε και η δεύτερη παράμετρος του πιο πάνω ορισμού, ήτοι το αναγκαίο περιεχόμενο. Η οποιαδήποτε διαφορά για να εμπίπτει στα πλαίσια του ορισμού του Νόμου θα πρέπει να σχετίζεται «προς την απασχόληση ή την μη απασχόληση ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως». Κατά την εκτίμηση μας το πεδίο έκτασης των εργατικών διαφορών που καλύπτει ο Νόμος 8/67 είναι περιορισμένης εμβέλειας. Εξαντλείται στα πλαίσια του άρθρου 12
(1)του Νόμου. Όπως έχει εντοπισθεί στην απόφαση Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλου κ.α. [1993] 1 ΑΑΔ, 951, 999: «Βέβαια με τις ερμηνευτικές του διατάξεις ο Νόμος (Ν.24/67) προσδίδει στην «εργατική διαφορά» ευρεία έννοια, όμοια με την αντίστοιχη του Νόμου 8/67. Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί τις ουσιαστικές του πρόνοιες και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)που εντάσσει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όχι κάθε εργατική διαφορά αλλά μόνο τις εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου ή οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του, περιλαμβανομένου, φυσικά, και «παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος». Έχει ήδη καταγραφεί ανωτέρω η ερμηνεία του όρου «εργατική διαφορά», η οποία αποτυπώνεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου 8/67, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2(β) του Νόμου 5/73. Ως θέμα γραμματικής ερμηνείας προκύπτει ότι οριοθετείται και συσχετίζεται από την ίδια την απασχόληση ή τις συνθήκες ή τους όρους απασχόλησης. Η ανάγκη ακριβώς που προέκυψε για προσθήκη, μέσω της υποπαραγράφου (ε) και δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου 79(Ι)/96, των αυτοτελών αξιώσεων στις διαφορές που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ., επιμαρτυρεί και το περιορισμένο εύρος του πεδίου που καλύπτει ο όρος «εργατική διαφορά». Η δικαιοδοτική αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ. πριν την τροποποίηση του άρθρου 12 του Ν.8/67, περιοριζόταν στις διαφορές που σχετίζονται με τον τερματισμό απασχόλησης. Διαφορές άλλες, αποσυναρτημένες από το συνδετικό αυτό στοιχείο, όπως λ.χ. οι δεδουλευμένοι μισθοί, έμεναν εκτός της υλικής αρμοδιότητας του. (Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1381, 1387). Ως εκ τούτου ήταν αδύνατη η διεκδίκησε ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου ποσών πληρωτέων ως εκ της εργοδοτήσεως και όχι ως εκ του τερματισμού της. Τέτοιες αξιώσεις κρίθηκαν ότι δεν ενέπιπταν στα πλαίσια εργατικής διαφοράς που ανεφύη κατά την εφαρμογή του Νόμου. Οι αξιώσεις αυτής της μορφής στην απουσία νομοθετικής πρόνοιας, υπάγονταν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δυνάμει των γενικών διατάξεων του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, Ν.14/60 [Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1ΑΑΔ, 447, Χριστόδουλος Κυριάκου ν. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 ΑΑΔ, 1020 και Ηλίας Ηλία ν. Αλωνεύτη
(1995)1CLR, 938]. Σημειωτέον ότι οι εν λόγω νομολογιακές προσεγγίσεις αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία τροποποίησης του άρθρου 12
(1)με την προσθήκη της υποπαραγράφου (ε). Έτσι, με την τροποποίηση, η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αναφέρονται σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εντάσσονται πλέον στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ. (Elbee Ltd
(1999)1(A) ΑΑΔ 149, 154-155). Η έννοια της «αυτοτελούς αξίωσης» και πότε μια αυτοτελής αξίωση εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα.» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης φαίνεται, ότι στον όρο «αυτοτελής αξίωση», όπως συναντάται στο άρθρο 12
(1)(ε) του Ν.8/67, εμπίπτουν αξιώσεις που εγείρονται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας και αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης, ενώ δεν εμπίπτουν αξιώσεις που προέκυψαν από τον τερματισμό ή τη λήξη της σύμβασης εργασίας. Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση 1 από την 1.3.1980 μέχρι τις 18.9.2014 ήτοι για περίοδο πέραν των 30 ετών. Κατά την διάρκεια της εργοδότησης του υπήρξε υποχρεωτικά μέλος του Ταμείου Προνοίας. Από την 1.1.2007 οι Καθ' ων η αίτηση 1 έθεσαν σε ισχύ τον θεσμό του κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας των Υπαλλήλων τους, στο οποίο συμμετείχε τόσο ο Αιτητής όσο και το υπόλοιπο υπαλληλικό προσωπικό τους. Η δε λειτουργία του διέπετο από σχετικούς Κανονισμούς (Τεκ.3). Σύμφωνα με τους εν λόγω Κανονισμούς: «2(α) - Οποιοδήποτε μέλος του Ταμείου Προνοίας, με τουλάχιστο 8 συμπληρωμένα έτη συνεισφοράς θα λαμβάνει τηρουμένων των προνοιών του άρθρου 3, ποσόν όχι μικρότερο του 18% του μέσου όρου των μηνιαίων απολαβών του κατά τη διάρκεια των τελευταίων 36 μηνών υπηρεσίας για κάθε συμπληρωμένο μήνα υπηρεσίας εάν ο υπάλληλος αφυπηρετεί μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας του και μέχρι τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του. Νοείται ότι ο υπάλληλος που θα αφυπηρετήσει πρόωρα όπως αναφέρεται πιο πάνω χρειάζεται έγκριση της Επιτροπείας για να εφαρμοσθεί ο θεσμός της κατοχύρωσης του Ταμείου Προνοίας. Σε περίπτωση κατά την οποία το σε πίστη του μέλους ποσό του Ταμείου Προνοίας υπερβαίνει το υπολογιζόμενο κατοχυρωμένο ποσό το μέλος θα λαμβάνει το σε πίστη του ποσό μόνο» «
- Η κατοχύρωση θα καλύπτει τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Μέλη του Ταμείου Προνοίας τα οποία αφυπηρετούν κανονικά η πρόωρα άλλα έχουν συμπληρώσει το 55° έτος της ηλικίας τους και έχουν 8 συμπληρωμένα έτη συνεισφοράς στο Ταμείο Προνοίας. Για πρόωρες αφυπηρετήσεις ισχύει η πρόνοια του άρθρου 2 για έγκριση της Επιτροπείας. (γ) Μέλη του Ταμείου Προνοίας τα οποία παραιτούνται ή απολύονται για αποδεδειγμένους σοβαρούς λόγους υγείας ή οι υπηρεσίες τους τερματίζονται λόγω κατάργησης θέσης ή πλεονασμού ή για λόγους οικονομίας, ανεξάρτητα από τα έτη υπηρεσίας τους». «
- Μέλη του Ταμείου Προνοίας τα οποία αποθνήσκουν κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους ή παραιτούνται ή απολύονται για αποδεδειγμένους σοβαρούς λόγους υγείας θα δικαιούνται πρόσθετα με τους συμπληρωμένους μήνες υπηρεσίας και τους ακόλουθους μήνες που θα προστίθενται στους συμπληρωμένους μήνες υπηρεσίας για σκοπούς του κατοχυρωμένου ποσού του Ταμείου Προνοίας. «
- Η συμμετοχή των Μελών του Ταμείου Προνοίας στο θεσμό του κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας είναι υποχρεωτική. Η συνεισφορά των μελών στο Ταμείο Προνοίας ανέρχεται στο 7%. Οποιαδήποτε συνεισφορά μέλους του 7% δεν θα λογίζεται για σκοπούς εξασφάλισης». Κατά τους πρώτους μήνες του 2014 η Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα προχώρησε στην κατάρτιση και δημοσίευση «Σχεδίου Εθελοντικής Αποχώρησης» με το οποίο παραχωρείτο η δυνατότητα σε υπαλλήλους Πιστωτικών Ιδρυμάτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων των Καθ' ων η αίτηση 1, να αποχωρήσουν πρόωρα από την εργασία τους έναντι αποζημίωσης. Ανταποκριθείς ο Αιτητής στην πιο πάνω δημοσίευση, με σχετική αίτηση που υπέβαλε στις 17.3.2014, ζήτησε όπως εξεταστεί και εγκριθεί το αίτημα του για εθελούσια αποχώρηση και όπως επωφεληθεί ταυτόχρονα του κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας δυνάμει των άρθρων 3 και 6 των κανονισμών και προστεθούν στους μήνες απασχόλησης του μέχρι την 31.12.2013, 30 ακόμη μήνες λόγω της υγείας του με ποσοστό κατοχύρωσης 18% επί του μέσου όρου των τελευταίων 36 μηνών. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 αφού ενέκριναν το αίτημα του Αιτητή, στις 18.9.2014 υπεγράφη η μεταξύ τους συμφωνία για τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή (Τεκ.17). Ταυτόχρονα καταβλήθηκαν στον Αιτητή τα πιο κάτω ποσά: ποσό €105.325,52 ως προβλεπόμενη από το Σχέδιο εφ' άπαξ αποζημίωση, ποσό €7.192,99 Φιλοδώρημα δυνάμει των Κανονισμών Κατοχυρωμένου Ταμείου Προνοίας, ποσό €20.000,00 κατά χάριν πληρωμή για ανθρωπιστικούς λόγους - για λόγους υγείας. Ενώ με τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η πλευρά του Αιτητή ισχυρίζεται, ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενεργώντας αντιφατικά και εκδικητικά έδωσαν τα ωφελήματα που του απέκοψαν με βάση το κατοχυρωμένο Ταμείο Προνοίας σε όλους τους άλλους υπαλλήλους που αφυπηρέτησαν με το ίδιο σχέδιο εθελούσιας αποχώρησης και θεωρεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν να εφαρμόσουν και στη δική του περίπτωση τις πρόνοιες των 2(α), 3 και 6 των Κανονισμών και γενικά τις πρόνοιες των εν λόγω Κανονισμών και να του καταβάλουν το συνολικά αιτούμενο ποσό των €122,078.53, από την άλλη η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση, με τη δική τους μαρτυρία, ισχυρίζονται ότι με την πληρωμή που έγινε στη συνέχεια προς τον Αιτητή του ποσού των €165.000,00 υπό τις συνθήκες που αναφέρουν, ο Αιτητής εισέπραξε πολύ περισσότερα απ' ότι εδικαιούτο και απ' ότι οποιοσδήποτε άλλος συνάδελφος του εισέπραξε. Διαζευκτικά, ότι παρέλειψε να προσκομίσει μαρτυρία που να δικαιολογεί και να αποδεικνύει μαθηματικά τα ποσά που διεκδικεί αναφέροντας δύο συνολικά ποσά χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση. Προφανώς, με βάση τα όσα παραθέτουμε ανωτέρω, η αξίωση του Αιτητή εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1, συναρτάται με τον τερματισμό της απασχόλησης του και δεν αφορά δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του. Συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας του, ώστε να εμπίπτει στα πλαίσια του όρου της «αυτοτελούς αξίωσης» ως συναντάται στο άρθρο 12
(1)(ε) του Ν. 8/67. Η πιο πάνω κατάληξη μας συνάδει και με τα όσα εντοπίζονται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου, «Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη». 2018, σελ. 734: «.Από τότε και συγκεκριμένα το 1996, προστέθηκε στον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο πρόνοια που διαλαμβάνει ότι «αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας» εμπίπτουν εντός της εμβέλειας του νόμου, χωρίς να διασαφηνίζεται πλήρως εάν η νέα πρόνοια καλύπτει όχι μόνο αξιώσεις του εργοδοτούμενου αλλά και του εργοδότη. Ούτε είναι απόλυτα σαφές ποια είναι η έννοια της φράσης «αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας». Φαίνεται να υπάρχει διάκριση στη νομολογία μεταξύ αξιώσεων που εγείρονται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας και αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης (που εμπίπτουν στον όρο «αυτοτελής αξίωση»), από τη μια, και αξιώσεων που προκύπτουν από τον τερματισμό της σύμβασης έστω και αν προβλέπονται από αυτήν (και οι οποίες δεν θεωρούνται ότι εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εργατικών Διαφορών, από την άλλη (Toni & Guy Limassol Ltd v. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Α. 496)» Στο ίδιο σύγγραμμα σελ 751: «.Φαίνεται ότι στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd v. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Α. 496 το Ανώτατο Δικαστήριο θεωρεί ότι μια απαίτηση η οποία προβλέπεται από τη συμφωνία μεταξύ των μερών αλλά ενεργοποιείται μόνο «στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας» δεν βασίζεται ούτε και εγείρεται από την ίδια τη σύμβαση εργασίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι μια τέτοια απαίτηση δεν αφορά στην εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά είναι καθαρά θέμα αθέτησης συμφωνίας.». Για όλα τα πιο πάνω είναι κατάληξη μας ότι το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση και ότι καθ' ύλην αρμόδιο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Με βάση το άρθρο 64Α παρ. 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 του Νόμου 138(I)/09, «
(2)Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιον του, διακόπτει την ενώπιον του διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.» Συνεπώς, η παρούσα διαδικασία διακόπτεται και η υπόθεση παραπέμπεται προς εκδίκαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ως προς τα έξοδα κρίνουμε όπως παραμείνουν έξοδα στην πορεία της υπόθεσης και να αποτελέσουν αντικείμενο επιδίκασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο οποίο η υπόθεση παραπέμπεται. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Λ. Παντελίδου, Μέλος Π. Παναγιώτου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο