← Κύπρος

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΨΙΜΑΛΗ ν. COTTER LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 369/2020, 15/10/2021

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΨΙΜΑΛΗ ν. COTTER LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 369/2020, 15/10/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Σ. Κωνσταντίνου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 369/2020 ΜΕΤΑΞΥ: ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΨΙΜΑΛΗ Αιτητής -και- COTTER LIMITED Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 15η Οκτωβρίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: Ζ. Νικολάου για Κ. Π. Χ'' Κωστή Για Καθ' ων η Αίτηση: Φ. Παναγιώτου για Ε. Φλουρέντζου & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σε Αίτηση Τροποποίησης των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση οι Καθ' ων η αίτηση, Αιτητές στην παρούσα διαδικασία (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση»), ζητούν τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και/ή επιτρέπεται η τροποποίηση της παραγράφου 3 της Ένστασης των Αιτητών ημερ. 09.12.2020 και να επιτρέπεται η τροποποίηση και/ή προσθήκη της ούτως ώστε αυτή να διαβάζεται ως ακολούθως: «

  1. Πλην του ισχυρισμού ότι ο Αιτητής εδικαιούτο 13ον μισθό και 20 ημέρες άδεια ετησίως το υπόλοιπο της παραγράφου 4 των Γενικών Λόγων απορρίπτεται. Οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται (α) ότι κατά/περί τον Φεβρουάριο του 2020 κατέβαλαν €1,000.- έναντι του μισθού και του φιλοδωρήματος του Αιτητή κατόπιν συνεννόησης και συμφωνίας όπου το υπόλοιπο μισθού και φιλοδωρήματος θα καταβάλλετο μεταγενέστερα σε πρώτη ζήτηση από τον Αιτητή. Περαιτέρω, μετά από έλεγχο που προέβη-σαν οι Καθ' ων η Αίτηση, ισχυρίζονται ότι, ο Αιτητής κατά προηγούμενο έτος έλαβε ως 13ον μισθό και/ή αναλογία 13ου μισθού, ποσό μεγαλύτερο από αυτό που εδικαιούτο, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ήτοι ποσό €850,00, το οποίο συμψηφίστηκε. (β) Ο Αιτητής ουδέποτε απαίτησε και/ή ζήτησε το υπόλοιπο μισθού και φιλοδωρήματος, επειδή γνώριζε για τον συμψηφισμό ως ανωτέρω περιγράφεται. Οι Καθ' ων η αίτηση περαιτέρω σε περίοδο καραντίνας και αναστολής εργασιών κατέβαλαν επιπλέον ποσά αχρεωστήτως στον Αιτητή στηρίζοντας το προσωπικό τους σε περίοδο κρίσης. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1 - 5, Δ.48 Θ. 1 - 9, Δ.64, Άρθρο 30 του Συντάγματος και Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και επί της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Γ. Παπανικολάου, ενός εκ των διευθυντών των Καθ' ων η αίτηση όπου μεταξύ άλλων αναφέρει τα ακόλουθα: - Στις 9.12.2020 καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση Έγγραφο Εμφάνισης συνοδευόμενο από τους Γενικούς Λόγους Ένστασης. Στις 16.12.2020 οι δικηγόροι των διάδικων ενημερώθηκαν από το Πρωτοκολλητείο ότι η υπόθεση είχε οριστεί για οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου για τις 26.1.
  2. - Με αναφορά στα μέτρα που είχαν ληφθεί λόγω της πανδημίας από το Ανώτατο Δικαστήριο και σε αναβολή των υποθέσεων που ήταν ορισμένες μεταξύ 4.1.2021 και 5.2.2021 για σκοπούς συμμόρφωσης προς τα διατάγματα, σημειώνει ότι στις 26.1.2020, που η υπόθεση ήταν ορισμένη, το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα εξέδωσε διάταγμα αποκάλυψης και ανταλλαγής εγγράφων, χωρίς προηγουμένως να εκδοθεί από τον Αιτητή κλήση για οδηγίες και από τους Καθ' ων η αίτηση ο Τύπος
  3. Ακολούθως η υπόθεση ορίστηκε ξανά για οδηγίες στις 12.3.
  4. - Κατά τον Φεβρουάριο 2020 οι Καθ' ων η αίτηση κατέβαλαν στον Αιτητή €1,000 έναντι του 13ου μισθού για το έτος 2019 κατόπιν συνεννόησης και συμφωνίας μαζί του, όπου το υπόλοιπο του 13ου μισθού θα καταβαλλόταν μεταγενέστερα σε πρώτη ζήτηση από τον Αιτητή. Μετά όμως από έλεγχο στον οποίο προέβησαν οι Καθ' ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι, ο Αιτητής κατά προηγούμενο έτος έλαβε 13ον μισθό ή αναλογία 13ου μισθού, ποσό μεγαλύτερο από αυτό που εδικαιούτο, ως αχρεωστήτως καταβληθέν, ήτοι ποσό €850,
  5. Συγκεκριμένα, με βάση τη σύμβαση εργοδότησης του Αιτητή, ημερ. 01.06.2018, η οποία περιλάμβανε πρόνοια για καταβολή 13ου μισθού, ο Αιτητής θα έπρεπε να λάβει για το 2018, 13° μισθό ύψους €850,00 ως αναλογία έξι μηνών που εργαζόταν με βάση την σύμβαση αυτή, για το ποσό των €1,700.00 και ότι οι Καθ' ων η αίτηση λανθασμένα και εκ παραδρομής του κατέβαλαν ολόκληρο το ποσό, καθώς η προηγούμενη σύμβαση εργοδότησης του δεν προνοούσε καταβολή 13ου μισθού. - Ότι εκ παραδρομής τα πιο πάνω γεγονότα δε αναφέρθηκαν στους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση κατά την ετοιμασία των γενικών λόγων εμφάνισης. - Ότι η αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα προκαλέσουν βλάβη στα συμφέροντα του Αιτητή, καθώς η παρούσα αίτηση καταχωρείται σε πολύ αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Με αυτό τον τρόπο θα διασφαλιστεί η δίκαια δίκη και η σωστή απονομή της δικαιοσύνης. - Ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε δύο μήνες μετά την καταχώρηση του εγγράφου εμφανίσεως χωρίς καθυστέρηση και μόλις έγινε αντιληπτό το καλόπιστο αυτό λάθος. Δεν υπάρχει καμία κακοπιστία και/ή αλλότρια κίνητρα στην αιτούμενη τροποποίηση εφόσον πρόκειται περί εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους. Επίσης σε περίπτωση που δεν δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα οι Καθ' ων η αίτηση θα βρεθούν σε μειονεκτικότερη θέση αφού δεν θα μπορούν να προβάλουν τη θέση τους. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή, η οποία βασίζεται στον Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο του 1967 (24/1967), άρθρα 2 και 30, στο Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό 1999 (1/1999), καν. 2, 11, ,12, 13, 17, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 ( Ν.14/1960), άρθρα 2, 29, 30, 48 και 64Α

(4), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 Θ.Θ2, Δ.19, Δ.21, Δ.25 Θ.Θ. 1-5, Δ.30, Δ.39, Δ.48 Θ 1-4 και 9, Δ.63 Θ. 1 και 2, Δ.64 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  1. Δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε να επιτραπεί η αιτούμε-νη τροποποίηση.
  2. Η αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση στερείται πραγματικής βάσης και/ή είναι καταχρηστική, παράτυπη, κακόπιστη και/ή ανεπίτρεπτη στο παρόν στάδιο.
  3. Η υπό κρίση Αίτηση έχει καταχωρηθεί από τους Καθ' ων η Αίτηση με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή δεν παρατίθεται από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση οποιαδήποτε ή/και εύλογη δικαιολογία για το καθυστερημένο της υποβολής της υπό κρίση Αίτησης.
  4. Δεν δίδεται καμία σοβαρή ή/και επαρκής ή/και σαφής δικαιολογία ή/και επεξήγηση ως προς την επιδειχθείσα καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ή/και επαρκής εξήγηση της αναγκαιότητας της αιτούμενης τροποποίησης.
  5. Η εν γένει μαρτυρία που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης των Καθ' ων η Αίτηση είναι γενική, αόριστη και ανεπαρκής
  6. Με την εισαγωγή ισχυρισμού στην παράγραφο 3 (α) και (β) γίνεται προσπάθεια διεύρυνσης της υφιστάμενης ή/και εισαγωγής ουσιαστικά νέα βάσης ή/και αιτίας υπεράσπισης ή/και προσθήκη νέων επίδικων θεμάτων, τα οποία ήταν σε γνώση των Καθ' ων η Αίτηση κατά την έγερση της ως άνω Αίτησης Εργατικής Διαφοράς και τα οποία μπορούσαν να εντοπιστούν και/ή να δικογραφηθούν πριν την ημερομηνία καταχώρησης των Γενικών Λόγων του Έγγραφου της Εμφάνισης τους.
  7. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση ήταν σε γνώση των Καθ' ων η Αίτηση από την έγερση της παρούσας διαδικασίας και/ή από την καταχώρηση των Γενικών Λόγων του Έγγραφου της Εμφάνισης τους και αυτοί αμέλησαν να εκθέσουν τους ισχυρισμούς τους κατά την καταχώρηση της Εμφάνισης και/ή δεν φρόντισαν να προχωρήσουν σε αίτηση τροποποίησης σε προηγούμενο στάδιο.
  8. Η αιτούμενη τροποποίηση αφορά μια προσπάθεια διάσωσης λανθασμένης γραμμής Υπεράσπισης.
  9. Η σκοπούμενη τροποποίηση θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση του Αιτητή και θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά σε αυτόν μη δυνάμενη να αποκατασταθεί με καταβολή εξόδων.
  10. Τυχόν αποδοχή της αίτησης θα καθυστερήσει ακόμα περισσότερο την εκδίκαση της παρούσας αγωγής κατά τρόπο που επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα συνταγματικά δικαιώματα του Αιτητή αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Ευτυχίας Λάμπρου, δικηγορικής Υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει τα ακόλουθα: - Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση ενώ σε κάθε περίπτωση η καθυστέρηση της δεν δικαιολογείται ή/και δεν δικαιολογείται επαρκώς από τους Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση ή/και οι δικηγόροι τους ενώ γνώριζαν εξ' αρχής την ύπαρξη των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση τροποποίησης και ενώ είχαν την ευκαιρία να προβούν στην αιτηθείσα τροποποίηση πολύ νωρίτερα και εγκαίρως, εντούτοις αδιαφόρησαν και δεν το έπραξαν. - Το γεγονός ότι στην παράγραφο 8 της Ένορκης Δήλωσης αποδίδεται ευθύνη στους Καθ' ων η Αίτηση ότι εκ παραδρομής και καλόπιστου λάθους δεν είχαν αναφέρει στους δικηγόρους τους ότι καταβλήθηκε στον Αιτητή το ποσό των €700=, αποδεικνύει ότι η τροποποίηση που επιθυμούν να πετύχουν με την αίτηση τροποποίησης δεν αφορά νέα δεδομένα αλλά αντιθέτως αφορά στοιχεία τα οποία ήταν εξ αρχής στη γνώση των Καθ' ων η Αίτηση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις ήταν σε γνώση τόσο των ιδίων όσο και των δικηγόρων τους ή/και μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν έγκαιρα. - Ο κ. Παπανικολάου προς υποστήριξη της αίτησης τροποποίησης προβάλλει γεγονότα και δικαιολογίες ανυπόστατες που σε κάθε περίπτωση έρχονται σε αντίφαση και σύγκρουση με τη λογική αλλά και το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου. Περαιτέρω οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν παραλείψει να παράσχουν οποιαδήποτε αιτιολογία για την αναγκαιότητα της αιτηθείσας τροποποίησης. - Με την εισαγωγή ισχυρισμού στην νέα παράγραφο 1 (α) και (β) γίνεται προσπάθεια διεύρυνσης της υφιστάμενης ή/και εισαγωγής ουσιαστικά νέα βάσης ή/και αιτίας υπεράσπισης ή/και προσθήκη νέων επίδικων θεμάτων των Καθ' ων η Αίτηση, τα οποία ήταν σε γνώση τους κατά την έγερση της ως άνω Αίτησης Εργατικής Διαφοράς και τα οποία μπορούσαν να εντοπιστούν και/ή να δικογραφηθούν πριν την ημερομηνία καταχώρησης των Γενικών Λόγων του Έγγραφου Εμφανίσεως. - Η αίτηση τροποποίησης δεν υποστηρίζεται από επαρκή και ικανή μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. - Δεν πληρούνται οι πραγματικές και/ή νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των ζητουμένων Διαταγμάτων. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση του θέματος, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 («Οι Κανονισμοί»). Με τον Καν. 11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Καν. 12
(1)«ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Προς συμπλήρωση ωστόσο του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί στον Καν. 17 προβλέπεται ότι, «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Για το ζήτημα της τροποποίησης δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς και ως εκ τούτου στην προκείμενη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού ήτοι η Δ.25 του εν λόγω Κανονισμού. Σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.6, ως έχει τροποποιηθεί και/ή αντικατασταθεί από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, του 2015 (Αρ.1) και (Αρ.2) και του 2017: «Οι διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25 και Δ.30 θα διαβάζονται αναλόγως. Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες ενώπιον των Δικαστηρίων Ειδικής Δικαιοδοσίας, ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου εντάλματος και της αγωγής στη Δ.25 διαβάζονται ανάλογα.» Η τροποποιηθείσα Δ.25 θ.1 προνοεί ως ακολούθως: «1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Προφανώς, από το περιεχόμενο της νέας Δ.25, καθοριστικής σημασίας είναι το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ζητείται η τροποποίηση. Από το λεκτικό της Δ.25Θ.3 δεν χωρεί πλέον καμία επιχειρηματολογία ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ή και για οποιονδήποτε λόγο. Ουσιαστικά μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες το Δικαστήριο για να επιτρέψει την τροποποίηση θα πρέπει να πεισθεί ότι συντρέχει μία εκ των δύο προϋποθέσεων που θέτει η εν λόγω διαταγή. Στην προκείμενη περίπτωση, η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς καταχωρήθηκε στις 4.11.2020 και επιδόθηκε στην άλλη πλευρά στις 12.11.2020. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν έγγραφο εμφάνισης στις 9.12.2020 και ακολούθως το Δικαστήριο, ακολουθώντας τον Καν. 8
(1)
(2)των περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών του 1999 («Οι Κανονισμοί»), όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 26.1.
  1. Κατά την εν λόγω ημερομηνία δόθηκαν οδηγίες για αποκάλυψη, επιθεώρηση και ανταλλαγή εγγράφων μέχρι τις 9.3.2021 και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για τις 12.3.
  2. Ο Αιτητής συμμορφώθηκε με τις πιο πάνω οδηγίες στις 26.2.
  3. Από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση δεν υπήρξε συμμόρφωση και έτσι ο χρόνος παρατάθηκε μέχρι τις 9.4.
  4. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης στις 22.3.2021, χωρίς ωστόσο οι Καθ' ων η αίτηση να προβούν σε αποκάλυψη επιθεώρηση και ανταλλαγή εγγράφων ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου. Υπό αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει εάν στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται μία εκ των περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται τον Θ.3 της νέας Δ.25, ήτοι (α) Το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας (β) Να έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας. Από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν από την ενώπιον μας μαρτυρία, διαπιστώνουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επιδιώκουν να προσθέσουν γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση των γενικών λόγων εμφάνισης, αλλά προβάλλουν ισχυρισμούς ότι μετά από έλεγχο στον οποίο προέβησαν διαπίστωσαν ότι κατά τον προηγούμενο χρόνο κατέβαλαν στον Αιτητή μεγαλύτερο ποσό από ότι εδικαιούτο και ότι εκ παραδρομής δεν αναφέρθηκαν τα γεγονότα αυτά στους δικηγόρους τους κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Συνεπώς τα γεγονότα που επιχειρούν οι Καθ' ων η αίτηση να εισαγάγουν με την τροποποίηση ήταν υπαρκτά κατά τον χρόνο καταχώρησης των γενικών λόγων εμφάνισης και δεν προέκυψαν σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ερώτημα επομένως που τίθεται είναι εάν η παράλειψη αυτή των Καθ' ων η αίτηση οφείλεται σε «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας». Το τι αποτελεί καλόπιστο λάθος στα πλαίσια της υπό εξέταση διαταγής, στη Αγωγή 911/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού, υπήρξε η ακόλουθη προσέγγιση από την Πρόεδρο κα Λιμνατίτου: «Καλόπιστο λάθος θα ήταν μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια και όχι προσθήκη ισχυρισμών σε τέτοια έκταση». Στο ίδιο συμπέρασμα κατατείνει και η συστηματική και τελεολογική ερμηνεία της επίδικης δικονομικής διάταξης, αφού η νέα Διαταγή 25 χωρίζεται σε τρία στάδια στα οποία η τροποποίηση επιτρέπεται στα δυο πρώτα κατ' εκλογήν του διαδίκου χωρίς άδεια του Δικαστηρίου στο δε τρίτο μόνο κατ' εξαίρεση. Η πιο πάνω κατηγοριοποίηση κατατείνει στο συμπέρασμα ότι σκοπός του Νομοθέτη ήταν μετά το στάδιο της κλήσεως για οδηγίες, η τροποποίηση να επιτρέπεται μόνο κατ' εξαίρεση και για συγκεκριμένους λόγους. Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει και με τον υπερκείμενο σκοπό (overriding objective) των νέων Δ.25 και 30, που είναι η θέσπιση διαδικασιών που θα οδηγούν στην ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων». Εξετάζοντας τις θέσεις των Καθ' ων η αίτηση όπως αυτές τίθενται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, δεν φαίνεται να παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που τείνουν να καταδείξουν ότι η μη συμπερίληψη στους γενικούς λόγους εμφάνισης των αιτούμενων τροποποιήσεων, αποτέλεσε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Κατ' αρχάς δεν πρόκειται για μια μικρή παρά-λειψη ή ασάφεια, καθώς με την αιτούμενη τροποποίηση είναι φανερό ότι οι Καθ' ων η αίτηση επιδιώκουν να εισαγάγουν μια νέα βάση και ή αιτία υπεράσπισης και ή να προσθέσουν νέα επίδικα θέματα τα οποία ευρίσκονται σε πλήρη διάσταση με τον υφιστάμενο δικογραφημένο ισχυρισμό τους ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ αυτών και του Αιτητή, να του καταβληθεί το υπόλοιπο του μισθού και του φιλοδωρήματος σε μεταγενέστερο στάδιο, σε πρώτη ζήτηση από τον Αιτητή. Επίσης η υπογραφείσα μεταξύ αυτών και του Αιτητή συμφωνία εργοδότησης ημερ. 1.6.2018 ήταν εν γνώσει των Καθ' ων η αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο και εν τούτοις προχώρησαν στη μεταξύ τους συμφωνία για καταβολή του υπόλοιπου ποσού χωρίς να λάβουν υπόψη τα όσα επικαλούνται με την αιτούμενη τροποποίηση. Συνεπώς δεν φαίνεται για καλόπιστο λάθος αλλά για ισχυρισμούς τους οποίους οι Καθ' ων η αίτηση επινόησαν εκ των υστέρων για να προβάλουν ως υπεράσπιση. Ωστόσο, τα πιο πάνω δεν αφορούν τη διόρθωση της χρονολογίας στην παράγραφο 3(α) των γενικών λόγων εμφάνισης από 2019 σε 2020, καθώς πρόκειται καθαρά για γραφικό τυπικό λάθος, το οποίο σε κάθε περίπτωση επιβεβαιώνεται και από τις θέσεις του Αιτητή. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της παραγράφου 3(α) με την διόρθωση της χρονολογίας 2019 σε
  5. Η διόρθωση να γίνει άμεσα δια χειρός στο ήδη υφιστάμενο δικόγραφο των Καθ' ων η αίτηση χωρίς να απαιτείται η καταχώρηση τροποποιημένων λόγων εμφάνισης. Οι υπόλοιπες τροποποιήσεις δεν μπορούν να επιτύχουν και απορρίπτονται με έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα με τη διεκπεραίωση της διαδικασίας στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς. (υπ)............................................................... Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Σ. Κωνσταντίνου, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.