ΚΟΥΣΙΑΠΠΑΣ ν. ΜUSKITA HOTELS LIMITED, Αρ. Αίτησης: 214/18, 18/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2021:8 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Σ. Κωνσταντίνου ) Ν. Καλαθά ) Μελών Αρ. Αίτησης: 214/18 Μεταξύ: XXXXXX ΚΟΥΣΙΑΠΠΑΣ ΑΙΤΗΤΗΣ και ΜUSKITA HOTELS LIMITED KAΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Ενδιάμεση Αίτηση ημερ. 16/12/20 για ειδική και/ή περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων Ημερομηνία: 18/06/2021 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Μ. Πελεκάνος Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Χρ. Μιχαήλ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής στις 11/09/2018 καταχώρησε την αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό («η Αίτηση») εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία) με την οποία αιτείται, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Στους γενικούς λόγους της Αίτησής του ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι (α) στις 04/05/2018 ενημερώθηκε με επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ότι τον έθετε σε διαθεσιμότητα, ότι ερευνούσε εναντίον του αδικήματα κλοπής από υπάλληλο και άλλα παραπτώματα και ότι τον καλούσε να παρευρεθεί σε συνάντηση στα γραφεία της στις 09/05/2018 για να τοποθετηθεί για τα πιο πάνω, (β) στις 09/05/2018 παρουσιάστηκε στα γραφεία της Εργοδότριας Εταιρείας αλλά δεν του δόθηκε καμία λεπτομέρεια για όσα του επέρριπτε και/ή για τις κατ' ισχυρισμόν κατηγορίες, και (γ) στις 14/05/2018 απολύθηκε με επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας στην οποία περιέχετο ο ισχυρισμός ότι προέβαινε σε ύποπτες κινήσεις και κλοπές περιουσιακών στοιχείων των συναδέλφων του και της Εργοδότριας Εταιρείας. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της εγγράφου εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις και ισχυρίζεται (α) ότι ο Αιτητής είχε ενημερωθεί λεπτομερώς για το περιεχόμενο της πειθαρχικής έρευνας και των καταγγελιών εναντίον του πριν τη συνάντηση που έλαβε χώρα στις 09/05/2018 και ότι στις 09/05/2018 κλήθηκε σε ακρόαση για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και (β) ότι ο Αιτητής απολύθηκε στις 14/05/2018 με επιστολή της στην οποία γίνεται αναφορά και σε άλλους λόγους απόλυσης πέραν από αυτούς που αναφέρει ο Αιτητής στο δικόγραφό του (πιο συγκεκριμένα η Εργοδότρια Εταιρεία λέει ότι πέραν των υπόπτων κινήσεων του Αιτητή στον χώρο εργασίας του και των καταγγελιών που έγιναν εναντίον του για κλοπές, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν στο πλαίσιο έρευνας που έγινε αμέσως πριν την απόλυσή του, ο Αιτητής ήταν υπόλογος και για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης και χωρίς άδεια εγκατάλειψης της εργασίας του το βράδυ της 17ης Απριλίου 2018 καθώς και διαγωγής η οποία συνιστούσε κατάφωρη και κατ' επανάληψη παραβίαση της υποχρέωσης πίστης προς τον εργοδότη του). Στις 17/04/2019 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για εκατέρωθεν ένορκη αποκάλυψη εγγράφων και έδωσε οδηγίες όπως στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης να επισυνάπτονται αντίγραφα των εγγράφων που αποκαλύπτονται. Οι δύο πλευρές συμμορφώθηκαν με το διάταγμα του Δικαστηρίου και καταχώρησαν σχετική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Στις 24/11/2020 καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους των δύο πλευρών κοινός κατάλογος παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων. Ο Αιτητής στις 16/12/2020 καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία εξαιτείται τα πιο κάτω: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως οι Καθ' ων η Αίτηση, αποκαλύψουν ενόρκως στον Ενάγοντα τα πιο κάτω έγγραφα: i. Καταθέσεις - Σημειώσεις - Έγγραφα της πειθαρχικής έρευνας που ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση ότι διεξήγαγαν εναντίον του αιτητή από τις 17/04/2018. ii. Το όνομα του προσώπου που διεξήγαγε την έρευνα και τις εντολές του (γραπτές/προφορικές και από ποιόν πρόσωπο δόθησαν). iii. Πρακτικά της συνάντησης που έγινε στην παρουσία του συντεχνιακού στις 9/5/2018 καθώς και τα πρόσωπα που παρευρέθηκαν στην συνάντηση. iv. Το Punch Card για τις 17/4/2018 που αφορά τον αιτητή. v. Μέρος του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης για τις 17/4/2018 όπου καταγράφει τις κινήσεις του αιτητή, ο οποίος απουσίασε για μικρό χρονικό διάστημα από την εργασία του αφού προηγουμένως είχε ενημερώσει τον υπεύθυνο του. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως η εν λόγω ένορκη αποκάλυψη γίνει από τους Καθ' ων η αίτηση εντός προθεσμίας
(20)ημερών από την επίδοση στους δικηγόρους αυτών, του πιο πάνω ζητούμενου διατάγματος ή εντός οποιουδήποτε άλλου χρονικού διαστήματος το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογο ή δίκαιο. Γ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή το Σεβαστό Δικαστήριο θα θεωρήσει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.» Η αίτηση βασίζεται επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.28 Θ.Θ. 1, 2, 4, 5 και 11, Δ.48 Θ.Θ. 1-9 ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση της κας XXXXXXXX Μαλακτού, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, ημερ. 24/11/
- Η κα Μαλακτού παραπέμπει στο περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης του Αιτητή ημερ. 14/05/2018 την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωσή της και σημειώνει ότι σε αυτή γίνεται αναφορά σε καταγγελίες που έγιναν από συναδέλφους του Αιτητή εναντίον του, σε κάμερες ασφαλείας οι οποίες κατέγραψαν τα κατ' ισχυρισμόν παραπτώματα του Αιτητή, σε κατ' ισχυρισμό πειθαρχική έρευνα που διεξήγαγε η Εργοδότρια Εταιρεία εναντίον του Αιτητή, σε πρακτικά που λήφθηκαν κατά τη συνάντηση που είχε ο Αιτητής με την Εργοδότρια Εταιρεία στις 09/052018, σε γραπτές καταθέσεις για το πρόσωπο του Αιτητή και σε κατ' ισχυρισμό καταγγελία από τον προϊστάμενο του Αιτητή για διάπραξη κατ' ισχυρισμό παραπτώματος. Υποστηρίζει ότι τα έγγραφα που ζητά να αποκαλυφθούν φαίνεται από την εν λόγω επιστολή της Εργοδότριας Εταιρείας ότι βρίσκονται στην κατοχή της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι είναι έγγραφα «ουσιώδη προς την υπόθεση εφόσον είναι η μαρτυρία που κατ' ισχυρισμόν βασίστηκαν οι Καθ' ων η Αίτηση για να απολύσουν τον Αιτητή». Λέγει ότι η αιτούμενη αποκάλυψη είναι αναγκαία ώστε ο Αιτητής να προετοιμαστεί σωστά για την ακρόαση της υπόθεσης. Περαιτέρω λέγει ότι από πληροφορίες που έλαβε από τον Αιτητή όλοι οι υπάλληλοι της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την επίδικη περίοδο χρησιμοποιούσαν «Punch Card», «δηλαδή κάρτα όπου κατέγραφε την ώρα έναρξης και λήξης της εργασίας του» και σημειώνει ότι το εν λόγω έγγραφο βρίσκεται στην κατοχή της Εργοδότριας Εταιρείας. Η Εργοδότρια Εταιρεία καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στις 12/03/2021 η οποία βασίζεται στη Δ.28, Θ. 1, 2, 4, 5 και 11 και Δ.48, Θ.1-9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη διακριτική του ευχέρεια. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται τα πιο κάτω: (α) Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της Διαταγής 28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή της συναφούς πάγιας νομολογίας, για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (β) Η Αίτηση είναι απαράδεκτη, αναιτιολόγητη, ατεκμηρίωτη, περιττή και καταχρηστική. Περαιτέρω δε η Αίτηση κρίνεται νομικά και ουσιαστικά και/ή πραγματικά αβάσιμη ή/και αστήρικτη. (γ) Ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει την εκ πρώτης όψεως σχετικότητα των προτεινόμενων προς αποκάλυψη εγγράφων ή/και γεγονότων με τα επίδικα ζητήματα. (δ) Τα περισσότερα αιτούμενα έγγραφα και γεγονότα ειδικότερα που αιτείται ο Αιτητής να αποκαλυφθούν Ενόρκως, αποτελούν ζήτημα μαρτυρίας, την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση θα παρουσιάσουν κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας. (ε) Ο Αιτητής προβαίνει στην παρούσα Αίτηση με αλλότρια κίνητρα επιδιώκοντας την καταστρατήγηση θεμελιωδών και συνταγματικών δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση και/ή την ανατροπή της ισότητας των όπλων και/ή τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. (στ) Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν χρησιμεύει σε οτιδήποτε αλλά έχει ως μόνο σκοπό την αλίευση πληροφοριών και μαρτυρίας. (η) Ο Αιτητής, με την υπό εξέταση αίτηση του προσπαθεί να καθυστερήσει και να περιπλέξει τη διαδικασία με αποτέλεσμα, εκτός από την σπατάλη χρόνου να προκληθεί δυσμενής επηρεασμός των συμφερόντων των Καθ' ων η Αίτηση, των εν γένει συμφερόντων της δικαιοσύνης και ειδικά του δικαιώματος διεξαγωγής δίκαιης δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, όπως αυτό καθιερώνεται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κου XXXXXX Λοϊζου, υπεύθυνου Ανθρώπινου Δυναμικού της Εργοδότριας Εταιρείας, ημερ. 10/03/
- Ο κ. Λοϊζου λέγει ότι σε σχέση με τα σημεία (i), (ii) και (iii) της παραγράφου Α της αίτησης αυτά που ζητά ο Αιτητής να αποκαλυφθούν αποτελούν μαρτυρία καθότι όλα τα πρόσωπα τα οποία διεξήγαγαν την πειθαρχική έρευνα και τα πρόσωπα τα οποία προέβηκαν σε καταγγελίες εναντίον του Αιτητή θα αποκαλυφθούν με τον κατάλογο μαρτύρων και τη σύνοψη μαρτυρίας της Εργοδότριας Εταιρείας και ως εκ τούτου η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά με σκοπό την αλίευση πληροφοριών και μαρτυρίας. Αναφέρει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προέβηκε ήδη σε ένορκη αποκάλυψη όλων των εγγράφων που είχε στην κατοχή της ή τον έλεγχό της και τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της Αίτησης και ότι στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης που καταχώρισε καθορίζονται όλα τα έγγραφα στα οποία η Εργοδότρια Εταιρεία προτίθεται να βασιστεί για να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της για απόρριψη της Αίτησης. Είναι η θέση του ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα και ότι η έκδοση του διατάγματος δεν χρησιμεύει σε οτιδήποτε και αποκλειστικό σκοπό είχε την αλίευση μαρτυρίας, γεγονότων και πληροφοριών. Υποστηρίζει ότι από την ένορκη δήλωση της κας Μαλακτού δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση ότι η Εργοδότρια Εταιρεία έχει στην κατοχή της τα έγγραφα που αιτείται ο Αιτητής να αποκαλυφθούν καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία ουδέποτε ανέφερε ότι οι υπάλληλοι της χρησιμοποιούσαν punch κάρτα. Λέγει ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν βασίζεται σε δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας αλλά στην επιστολή απόλυσης του Αιτητή ημερ. 14/05/
- Ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος συνεπάγεται προσβολή του συνταγματικού δικαιώματος της Εργοδότριας Εταιρείας για δίκαιη διεξαγωγή της δίκης και παραβιάζει την αρχή της ισότητας των όπλων των διαδίκων μερών καθότι τα αιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες προς περαιτέρω αποκάλυψη αποτελούν ζήτημα μαρτυρίας και το πώς θα παρουσιάσει την υπόθεσή της η Εργοδότρια Εταιρεία. Στη βάση των πιο πάνω ζητά απόρριψη της αίτησης. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («Δ.Ε.Δ.») ρυθμίζεται από τις πρόνοιες των Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικών Κανονισμών 1999-2021 («οι Κανονισμοί»). Ο Κ.11 των Κανονισμών παρέχει στο Δ.Ε.Δ. τη διακριτική εξουσία «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της.». Περαιτέρω σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Κ.17 των Κανονισμών: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». Ο Κ. 9
(2)των Κανονισμών προβλέπει ότι: «
(2)Διάδικος δύναται να ζητήσει από τον αντίδικο του με επιστολή, αντίγραφο της οποίας κατατίθεται στο Πρωτοκολλητείο, την προσαγωγή και κατάθεση εγγράφων σχετικών με τη διαφορά. Έγγραφα τα οποία κατατίθενται σε ανταπόκριση του αιτήματος, κατατίθενται στο Δικαστήριο επτά ημέρες πριν την ακρόαση.» Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς 1,2,4,5 και 11 της Δ.28 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και ο Αιτητής αιτείται ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Η Δ.28 φέρει τον τίτλο "Discovery and Inspection" και ρυθμίζει τη διαδικασία αποκάλυψης, προσαγωγής και επιθεώρησης εγγράφων πριν την ακρόαση της υπόθεσης. Καλύπτει τις ακόλουθες περιπτώσεις꞉
- Διάταγμα Δικαστηρίου, κατόπιν αίτησης διαδίκου, για ένορκη αποκάλυψη από διάδικο των εγγράφων που είχε ή έχει στην κατοχή του ή στον έλεγχό του και που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα (Δ.28 Θ.Θ. 1, 2 και 3).
- Διάταγμα Δικαστηρίου για ένορκη προσαγωγή εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή διαδίκου και σχετίζονται με οποιοδήποτε επίδικο θέμα (Δ.28 Θ.4).
- Διάταγμα Δικαστηρίου για επιθεώρηση εγγράφων που δεν αναφέρονται στα δικόγραφα (Δ.28 Θ.5). Η αίτηση για την έκδοση τέτοιου διατάγματος πρέπει να στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που να δείχνει, πρώτον, για ποια έγγραφα ζητείται επιθεώρηση, δεύτερον, ότι ο αιτητής δικαιούται να τα επιθεωρήσει, και, τρίτον, ότι τα έγγραφα αυτά βρίσκονται στην κατοχή ή έλεγχο του άλλου διάδικου.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου για προσαγωγή εγγράφων που αναφέρονται στα δικόγραφα και Διάταγμα επιθεώρησης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την ειδοποίηση προσαγωγής του αντιδίκου (Δ.28 Θ.Θ.6,7,8 και 9).
- Διάταγμα του Δικαστηρίου για ειδική αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων (Δ.28 Θ.11). Η εν λόγω Δ.28 Θ.11 προνοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αίτησης από οποιονδήποτε διάδικο, σε οποιοδήποτε χρόνο, ανεξάρτητα αν μια ένορκη δήλωση εγγράφων έχει ή δεν έχει διαταχθεί ή γίνει, να εκδώσει διάταγμα που να ζητεί από οποιονδήποτε διάδικο να δηλώσει με ένορκη δήλωση κατά πόσο οποιοδήποτε ειδικό έγγραφο ή τάξη εγγράφων που καθορίζεται στην αίτηση είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχό του, πότε τα αποξενώθηκε και τί απέγιναν. Η αίτηση δυνάμει της Δ.
- θ.11 απαιτείται να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση που να αναφέρει ότι εξ' όσων κάλλιον πιστεύει ο ενόρκως δηλών, εκείνος ο διάδικος εναντίον του οποίου γίνεται η αίτηση, έχει ή είχε σε κάποιο στάδιο στην κατοχή του, φύλαξη ή έλεγχό του το ειδικό έγγραφο ή την τάξη εγγράφων που καθορίζονται στην αίτηση και ότι αυτά σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα ή με μερικά ή με ένα από αυτά. Ενόψει του ότι ο Αιτητής με την παρούσα δεν αιτείται προσαγωγή και επιθεώρηση εγγράφων θα εξετάσουμε την αίτηση υπό το πρίσμα του αιτητικού της για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων μόνο. Επειδή αναφορικά με το υπό εξέταση θέμα (το ζήτημα της ένορκης αποκάλυψης εγγράφων πριν την ακρόαση της υπόθεσης) δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς, οι σχετικοί θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία. Η αποκάλυψη εγγράφων μπορεί να είναι είτε γενική, βάσει της Δ.28 Θ.1 που αντιστοιχεί με την αγγλική διάταξη Ο.31 r.12 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, είτε ειδική, βάσει της Δ.28 Θ.11 που αντιστοιχεί με την O.31, r.19A
(3). Η αποκάλυψη εγγράφων υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν τίθεται ενώπιόν του αίτημα για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων έχει αποκρυσταλλωθεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Bλέπε A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL [1998] 1 A.A.Δ. 1624, 1629, Ανδρέας Χρ. Τηλλυρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ [1998] 1 Α.Α.Δ. 2271, 2274, VECTOR ONEGA A.G. v. Το Πλοίο M/V GIRVAS κ.α. (αρ.4) [2000] 1(Β) Α.Α.Δ. 823, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another [1962] 1 C.L.R. 40, Lagos Yachting Center Ltd v. Το Πλοίο F/T Zolotes κ.α. [1995] 1 Α.Α.Δ. 600). Παραπέμπουμε στην απόφαση Τυλληρή ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω) όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην Πολιτική ΄Εφεση 9960 G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL, ημερομ. 22.9.98, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. (βλ. μεταξύ άλλων O΄Rourke v. Darbishire
(1920)A.C. 581, H.L., 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co.
(1882)11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd
(1951)2 All E.R. 43, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ, σελ. 600, Τhe National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and another
(1962)AΑΔ 40).» Η αποκάλυψη εγγράφων στοχεύει στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που είναι σχετικά με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για τον σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιονδήποτε από τους διάδικους[1]. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν ως μαρτυρία[2]. Κατά πόσο ένα έγγραφο είναι σχετικό για σκοπούς αποκάλυψης είναι ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο και όχι από το συγκεκριμένο διάδικο γιατί ο τελευταίος δεν μπορεί να είναι δικαστής της ίδιας της υπόθεσής του. Στην υπόθεση The National Bank of Greece SA v. Mitsides [1962] C.L.R. 40 υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από το Annual Practice 1962, p.719: "Documents are relevant which may either directly or indirectly enable the party seeking discovery either to advance his own case or damage that of his adversary or which may fairly lead to a train of enquiry which may have either of these two consequences." Εκτός από σχετικά, τα έγγραφα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος αποκάλυψης εγγράφων, θα πρέπει να είναι ή να ήταν σε κάποιο στάδιο στο παρελθόν στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του διαδίκου από τον οποίο απαιτείται η αποκάλυψη (βλέπε The National Bank of Greece SA v. Mitsides (πιο πάνω), Kipagrotiki Ltd v. Παναγιώτη Σάββα [2002] 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1610, Transmarine Shipping Ltd v. Ονουφρίου [2018] 1 (Α) Α.Α.Δ. 151). Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί, κάτω από τις περιστάσεις, ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Επίσης θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας, ή για να πάρει ο διάδικος πληροφορίες που σχετίζονται με ζητήματα εκτός των επιδίκων θεμάτων της αγωγής ή οι οποίες θα τον καθιστούσαν ικανό να θεμελιώσει μια νέα υπόθεση (Βλέπε Compagnie Financiere v Peruvian Guano Co [1882] 11 Q.B.D.55, Board v. Thomas Hedley&Co ltd [1951] 2 ALL E.R. 431, Edmiston v. British Trnasport Commission [1955] 3 ALL E.R. 823). Το Δικαστήριο έχει πραγματική διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να αποδεκτεί ή να περιορίσει ένα διάταγμα για αποκάλυψη εγγράφων αν τίποτε το θετικό δεν αναμένεται να προκύψει από την έκδοσή του. Διάταγμα αποκάλυψης δεν εκδίδεται αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επίδικου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. document which may fairly lead him to a train of inquiry, which may have either of these two consequences .» Αντίθετα με τη γενική αποκάλυψη εγγράφων δυνάμει της Δ.28 Θ.1 ένας διάδικος μπορεί να ζητήσει την ειδική αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων δυνάμει της Δ.28. Θ.11. Αυτό μπορεί να γίνει μετά την γενική αποκάλυψη όταν υποστηριχθεί από διάδικο ότι συγκεκριμένα έγγραφα δεν αποκαλύφθηκαν από τον αντίδικο του. Μπορεί, όμως, να ζητηθεί και πριν από την ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης όπου ένας διάδικος κρίνει ότι η ειδική αποκάλυψη εγγράφων, είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και θα βοηθήσει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου A.E κ.ά. [2001] 1 Α.Α.Δ. 153 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Ο δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28 θ. 11. Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ. 11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ. 11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28 θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra- Nat Production v. Neo-Αrt Productions
(1928)W.N. 218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: "Τhe present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient." ........................................................................................ In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents."» Στη σελίδα 713 του Annual Practice του 1958 αναφέρεται ότι: "The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require at any time if it is not unreasonable to suppose, from certain sources, or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived from such sources that he has other relevant documents in his possession....". ......................... "Unless the affidavit is shown from these sources to be insufficient no further affidavit can be ordered;" Με βάση τα πιο πάνω θα πρέπει είτε να μην είναι παράλογο να υποτεθεί με βάση τις συγκεκριμένες πηγές (certain sources), είτε να υπάρχει εύλογη πιθανότητα ή τεκμήριο ή υπόβαθρο για υποψία προερχόμενη από τις εν λόγω πηγές, ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει και άλλα σχετικά έγγραφα στην κατοχή του. Εάν δεν καταδειχθεί με αυτό τον τρόπο ότι η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης είναι ανεπαρκής δεν διατάσσεται περαιτέρω ένορκη δήλωση αποκάλυψης (Further Affidavit). Ως πηγές εννοούνται μόνον η αρχική ένορκη δήλωση αποκάλυψης, τα αναφερόμενα σ' αυτήν έγγραφα, τα τυχόν προσκομισθέντα έγγραφα και τα δικόγραφα. Στη σελίδα 685 του Annual Practice του 1958 αναφέρονται τα εξής: "For the purpose of considering whether a further affidavit of documents should be ordered, the affidavit of documents, the documents therein referred to (any documents produced) . . . . and the pleadings were, according to Jones v. Montevideo Co., 5 Q. B. D. p. 558; . . . . . the only sources". Επιπλέον στο Annual Practice του 1958 στη σελίδα 725 αναφέρεται σε σχέση με τον κανόνα της Ο.31 R.19 ότι είναι αρκετό να αποδειχτεί μια εκ πρώτης όψεως σχετικότητα και κατοχή των εγγράφων για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ειδικής αποκάλυψης. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι στην περίπτωση που επιδιώκεται η αποκάλυψη συγκεκριμένων εγγράφων δυνάμει της Δ.28 Θ.11 είναι αναγκαίο να αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως
(1)η ύπαρξη και η σχετικότητα αυτών των εγγράφων και
(2)ότι αυτά τα έγγραφα είναι ή ήταν καθ' οιονδήποτε χρόνο στην κατοχή του καθ'ου η αίτηση. Εφόσον η παρούσα αίτηση αφορά αίτημα για ειδική αποκάλυψης συγκεκριμένων εγγράφων το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης είναι η Δ.28 Θ
- Κατ' αρχάς σημειώνουμε ότι τα στοιχεία «.το όνομα του προσώπου και τις εντολές του (γραπτές/προφορικές και από ποιον πρόσωπο δόθησαν» (αιτητικό Α(ii)) και «.τα πρόσωπα που παρευρέθηκαν στην συνάντηση ημερ. 9/5/18» (μέρος του αιτητικού Α(iii)) δεν συνιστούν έγγραφα και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της παρούσας αίτησης. Από το περιεχόμενο των δικογράφων, των ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων και των εγγράφων που επισυνάπτονται σε αυτές διαπιστώνουμε τα πιο κάτω:
- Ο δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση σε επιστολή του ημερ. 11/05/18 ανέγραψε (α) ότι οι Καθ' ων η Αίτηση κατά τη διεξαγωγή της πειθαρχικής έρευνας εναντίον του Αιτητή έλαβαν αρκετές γραπτές καταθέσεις εναντίον του Αιτητή και (β) τα όσα καταλογίστηκαν στον Αιτητή καθώς και η συμπεριφορά του κατά τη συνάντηση στις 09/05/18 έχουν καταγραφεί και θα αξιολογηθούν από τους εκπροσώπους των Καθ' ων η Αίτηση.
- Στην επιστολή απόλυσης του Αιτητή αναγράφεται ότι οι ύποπτες κινήσεις του Αιτητή το βράδυ της 17/04/2018 καταγράφηκαν στις κάμερες ασφαλείας του ξενοδοχείου και ότι οι εξηγήσεις που έδωσε ο Αιτητής στις 09/05/2018 στη συνάντηση που είχε με εκπροσώπους των Καθ' ων η Αίτηση καταγράφηκαν στα πρακτικά της εν λόγω συνάντησης.
- Κατά την περίοδο Δεκεμβρίου 2017 και Μαρτίου 2018, ο Αιτητής χτυπούσε κάρτα εισόδου εξόδου στο ξενοδοχείο ("punch card"). Tα πιο πάνω κατά την άποψή μας δεικνύουν ότι είτε δεν είναι παράλογο να υποθέσει κάποιος ή είτε ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα ότι τα αναφερόμενα στις εν λόγω επιστολές έγγραφα και η κάρτα εισόδου ότι είναι ή ήταν σε κάποιο στάδιο στην κατοχή ή έλεγχο των Καθ' ων η Αίτηση. Σημειώνουμε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση με την ένστασή τους δεν αναφέρουν ευθαρσώς ότι δεν κατέχουν και/ή ότι δεν κατείχαν ποτέ τα συγκεκριμένα έγγραφα αλλά υποστηρίζουν ότι αποκάλυψαν τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα και τα έγγραφα που αναφέρουν στα δικόγραφά τους και θα χρησιμοποιήσουν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους και επιχειρηματολογούν ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε την κατοχή των εγγράφων από μέρους τους. Θεωρούμε ότι τα πιο πάνω δεν μπορούν να αντικρούσουν τις θέσεις του Αιτητή οι οποίες παρουσιάζουν περιστάσεις που λογικά οδηγούν εκ πρώτης όψεως ότι τα έγγραφα υπάρχουν και κατέχονται ή κατέχοντο από τους Καθ' ων η Αίτηση. Αναφορικά με τη σχετικότητα των εγγράφων των οποίων ζητείται η αποκάλυψη λαμβάνοντας υπόψη το επίδικο θέμα της Αίτησης όπως αυτό προκύπτει από τα δικόγραφα (αυτό της νομιμότητας της απόλυσης του Αιτητή), θεωρούμε ότι τα αιτούμενα προς αποκάλυψη έγγραφα ενδέχεται να περιέχουν στοιχεία και/ή πληροφορίες οι οποίες μπορούν άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν τον Αιτητή είτε να προωθήσει την υπόθεσή του ή να βλάψει εκείνη των Καθ' ων η Αίτηση και να ρίξουν φως στην υπόθεση. Και εξηγούμε. Εξετάζοντας το ζήτημα της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη (α) τη συμπεριφορά του εργοδοτουμένου, (β) τα στοιχεία που οδήγησαν τον εργοδότη να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο εργοδοτούμενος υπέπεσε σε εργασιακό παράπτωμα και τη σοβαρότητα του παραπτώματος και (γ) τη διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης για να καταλήξει στο συμπέρασμα επίδειξης επιλήψιμης συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο και στην απόφαση απόλυσης. Στην παρούσα περίπτωση η συμπεριφορά του Αιτητή στις 17/04/2018, η πειθαρχική έρευνα που διεξήγαγαν οι Καθ' ων η Αίτηση και η συνάντηση στις 09/05/2018 αποτέλεσαν στοιχεία που είτε λήφθηκαν υπόψη από τους Καθ' ων η Αίτηση κατά τη λήψη της απόφασης απόλυσης του Αιτητή είτε ήταν μέρος της διαδικασίας λήψης της απόφασης απόλυσης του Αιτητή. Τονίζουμε ότι το μέτρο της σχετικότητας δεν είναι το ίδιο όπως όταν θα κριθεί κατά πόσο το ίδιο το έγγραφο θα γίνει αποδεκτό ως τεκμήριο κατά τη δίκη και ότι η σχετικότητα μπορεί να είναι έμμεση και αν το έγγραφο δεν είναι αφ' εαυτού σχετικό, αρκεί ότι μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση της ύπαρξης άλλης σχετικής μαρτυρίας. Κατάληξη Καταλήγουμε ότι ο Αιτητής έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.28 Θ.11 σε σχέση με τα αιτήματά του που αφορούν τ' ακόλουθα έγγραφα: (α) Καταθέσεις - Σημειώσεις - Έγγραφα της πειθαρχικής έρευνας που ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση ότι διεξήγαγαν εναντίον του Αιτητή από τις 17/04/2018, (β) Πρακτικά της συνάντησης που έγινε στην παρουσία του συντεχνιακού στις 09/05/2018, (γ) Το Punch Card για τις 17/4/2018 που αφορά τον Αιτητή, και (δ) Μέρος του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης για τις 17/4/2018 όπου καταγράφει τις κινήσεις του Αιτητή. Θεωρούμε πως το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως η διακριτική μας ευχέρεια ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης όσον αφορά τα πιο πάνω έγγραφα. Τα αιτήματα σχετικά με: (α) Το όνομα του προσώπου που διεξήγαγε την έρευνα εναντίον του Αιτητή και τις εντολές του (γραπτές/προφορικές και από ποιόν πρόσωπο δόθησαν) και (β) Τα πρόσωπα που παρευρέθηκαν στη συνάντηση στις 09/05/2018 απορρίπτονται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η παρούσα αίτηση εγκρίνεται μερικώς και εκδίδεται διάταγμα όπως οι Καθ' ων η Αίτηση εντός 45 ημερών από σήμερα καταχωρήσουν Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης αποκαλύπτοντας κατά πόσον είχαν ή έχουν υπό την κατοχή, έλεγχο ή φύλαξή τους οποιαδήποτε από τα πιο πάνω έγγραφα και αν αυτά τα έγγραφα ήταν αλλά δεν είναι πλέον στην κατοχή τους να δηλώσουν πότε αποξενώθηκαν και τι απέγιναν αυτά. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση το ½ των εξόδων της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................. Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............... (Υπ.) ............... Σ. Κωνσταντίνου, Μέλος Ν. Καλαθάς, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 13, παράγραφος 1 σελίδα 2 αναφέρονται τα εξής:"The function of the discovery of documents is to provide the parties with the relevant documentary material before the trial so as to assist them in appraising the strength or weakness of their respective cases, and thus to provide the basis for the fair disposal of the proceedings before or at the trial. Each party is thereby enabled to use before the trial or to adduce in evidence at the trial relevant documentary material to support or rebut the case made by or against him, to eliminate surprise at or before the trial relating to documentary evidence and to reduce the costs of the litigation." [2] Βλέπε Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Company [1882] 11 Q.B.D 55 και ειδικότερα το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Brett L.J. στη σελίδα 63:« It seems to me that every document relates to the matters in question in the action, which not only would be evidence upon any issue, but also which, it is reasonable to suppose, contains information which may - not which must - either directly or indirectly enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary. I have put in the words "either directly or indirectly" because, as it seems to me, a document can properly be said to contain information which may enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary, if it is a cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο