← Κύπρος

Μιχαηλίδου ν. K & F TAVERN LIMITED, Αρ. Αίτησης: 346/15, 6/12/2021

Μιχαηλίδου ν. K & F TAVERN LIMITED, Αρ. Αίτησης: 346/15, 6/12/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2021:13 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Μ. Σμίλα ) Ν. Σαββίδη ) Μελών Αρ. Αίτησης: 346/15 Μεταξύ: Xxxxx Μιχαηλίδου Αιτήτριας και K & F TAVERN LIMITED Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 6 Δεκεμβρίου, 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Λ. Μαυρίκιος Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Χουβαρτάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται με την εκμετάλλευση και διαχείριση του εστιατορίου «ROMEOS» στην Πάφο («το Εστιατόριο»). Η Αιτήτρια ήταν εργοδοτούμενη της Εργοδότριας Εταιρείας. Τον Ιούνιο του 2015 η απασχόληση της Αιτήτριας στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε κάτω από αμφισβητούμενες συνθήκες και περιστάσεις. Με την αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, η οποία καταχωρήθηκε στις 20/07/2015, η Αιτήτρια αξίωνε εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας: (α) αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, (β) πληρωμή αντί προειδοποίηση, (γ) το ποσό των €1.100,00 ως τον μισθό του μηνός Ιουνίου 2015, (δ) το ποσό των €550,00 ως αναλογία 13ου μισθού για το 2015, (ε) το ποσό των €550,00 ως αναλογία της ετήσιας άδειας για το 2015, (στ) νόμιμους τόκους και (ζ) έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Σύμφωνα με τους γενικούς λόγους της αίτησης, η Αιτήτρια εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία για 16 συνεχή έτη ως μάγειρας, από την 01/04/1999 μέχρι τις 18/06/2015, ημερομηνία κατά την οποία η απασχόλησή της τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία παράνομα και/ή εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από την Εργοδότρια Εταιρεία χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση. Περαιτέρω, η Αιτήτρια κατά τον χρόνο απόλυσής της λάμβανε ως καθαρό μηνιαίο μισθό €1.100,00, πλέον 13ο μισθό, πλέον πληρωμένη ετήσια άδεια 20 εργάσιμων ημερών. Η Εργοδότρια Εταιρεία κατά την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας παρέλειψε να της καταβάλει τον οφειλόμενο μισθό του Ιουνίου 2015, την αναλογία 13ου μισθού για το 2015 και αποζημίωση για τη μη χρησιμοποιηθείσα άδεια για το έτος

  1. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις. Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια προσλήφθηκε ως λαντζιέρα και στη συνέχεια έγινε βοηθός μάγειρας. Ότι η Αιτήτρια κατά ή περί τις 17/06/2015 τσακώθηκε για ασήμαντη αφορμή και για αλλότριους λόγους με άλλη υπάλληλό της και ζήτησε εκβιαστικά από τον διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας να διώξει την υπάλληλο με την οποία καβγάδισε, λέγοντας του ότι διαφορετικά θα έφευγε η ίδια. Ότι την επόμενη μέρα η Αιτήτρια αρνείτο να συνεργαστεί με την υπάλληλο της Εργοδότριας Εταιρείας με την οποία τσακώθηκε στις 17/06/2015, φωνασκούσε στον χώρο εργασίας της και αφού ζήτησε πάλι από τον διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας να διώξει την άλλη υπάλληλο, εγκατέλειψε τον χώρο εργασίας πριν να λήξει το κανονικό ωράριο εργασίας της. Ότι η Αιτήτρια εργαζόταν από τις 5:30μ.μ. μέχρι τις 10:30μ.μ. και εκείνο το βράδυ έφυγε κατά τις 9:20μ.μ. Ότι στη συνέχεια ο σύζυγος της Αιτήτριας πήγε στο εστιατόριο με σκοπό να επιτεθεί της υπαλλήλου με την οποία καβγάδισε η Αιτήτρια. Ότι ο σύζυγος της Αιτήτριας χτύπησε και έβρισε τον διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι ακολούθως η Αιτήτρια, σε συνάντηση που είχε με τον διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας, υποσχέθηκε ότι στις 21/06/2015 θα επέστρεφε στην εργασία της. Ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στην εργασία της στις 21/06/
  2. Ότι στις 22/06/2015 ο διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας συνάντησε την Αιτήτρια και της είπε (α) ότι είναι έτοιμος να βοηθήσει στη συμφιλίωσή της με την υπάλληλο που καβγάδισε και (β) να επιστρέψει στην εργασία της, αλλά η Αιτήτρια του είπε αν δεν διώξει την υπάλληλο με την οποία καβγάδισε δεν επρόκειτο να προσέλθει στην εργασία της και δεν προσήλθε ξανά στην εργασία της. Αναφέρει ότι ο μηνιαίος μισθός της Αιτήτριας ανερχόταν σε €700,
  3. Είναι η θέση της Εργοδότριας Εταιρείας ότι η Αιτήτρια από μόνη της εγκατέλειψε την εργασία της, τερματίζοντας οικειοθελώς την απασχόλησή της και ότι ουδέποτε ζήτησε τα χρήματα για τις 17-18 μέρες του Ιουνίου του 2015 που εργάστηκε. Στις 20/05/2016, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες, η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλε στην Αιτήτρια το ποσό των €660,00 και ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας δήλωσε ότι το εν λόγω ποσό αφορούσε την αναλογία του μισθού της Αιτήτριας για τις μέρες που εργάστηκε τον Ιούνιο του
  4. Η δικηγόρος της Αιτήτριας δήλωσε ότι, ενόψει της πιο πάνω πληρωμής, η Αιτήτρια ζητά άδεια να αποσύρει την αξίωσή της για τον μισθό του Ιουνίου
  5. Περαιτέρω, ζήτησε άδεια του Δικαστηρίου να αποσύρει τις αξιώσεις που αφορούν (α) την αναλογία 13ου μισθού για το 2015 καθότι ο 13ος μισθός που πληρωνόταν η Αιτήτρια δεν δηλωνόταν στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και (β) την πληρωμή για αναλογία ετήσιας άδειας για το 2015 καθότι η Αιτήτρια πληρωνόταν από το Ταμείο Αδειών την ετήσια άδειά της. Το Δικαστήριο παρείχε την αιτούμενη άδεια και οι εν λόγω αξιώσεις της Αιτήτριας απορρίφθηκαν και παρέμειναν οι αξιώσεις της Αιτήτριας για πληρωμή προειδοποίησης και αποζημιώσεων λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησής της. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6

(1)του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67(ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα) («ο Νόμος») καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτουμένου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος αποχωρεί από την εργασία του λόγω διαγωγής του εργοδότη, τότε σύμφωνα με τις παραγράφους
(1)και
(2)του άρθρου 7 του Νόμου[1], ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης ότι τερμάτισε νόμιμα την απασχόλησή του. Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αμφισβητεί τον τερματισμό της απασχόλησης εκ μέρους του, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε τερματισμός της απασχόλησής του[2]. Στην παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς ενόψει των ισχυρισμών της Εργοδότριας Εταιρείας ότι η Αιτήτρια αποχώρησε από μόνη της από την εργασία της, η Αιτήτρια έχει το βάρος να αποδείξει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ήταν αυτή που τερμάτισε μονομερώς την απασχόλησή της. Λόγω της προβαλλόμενης από την Εργοδότρια Εταιρεία θέσης, η Αιτήτρια είναι αυτή που κλήθηκε πρώτη να παρουσιάσει την υπόθεσή της και να αποδείξει ότι η διακοπή της εργοδότησής της ήταν το αποτέλεσμα του μονομερούς τερματισμού της απασχόλησής της από την Εργοδότρια Εταιρεία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Αιτήτριας κατέθεσε ενόρκως ενώπιόν μας η ίδια και προσκόμισε τη μαρτυρία της κας Xxxxxx Κλείτου, επιθεωρήτριας στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Για την Εργοδότρια Εταιρεία έδωσαν μαρτυρία ο κ. Xxxxxxxx Χαραλάμπους, διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας και ο αστυφύλακας xxxx, Xxxxxxxx Κουμπαρής. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Αιτήτρια κατάθεσε ότι εργάστηκε για 16 χρόνια στο Εστιατόριο - από το 1999 μέχρι τον Ιούνιο του
  1. Ότι τα πρώτα δύο χρόνια εργαζόταν ως βοηθός μάγειρα και τα υπόλοιπα ως μάγειρας. Ότι ο μηνιαίος μισθός της ανερχόταν σε €1.100,
  2. Ότι τα €600,00 της δίνονταν με επιταγή και τα €500,00 μετρητά. Ότι τα μετρητά της δίνονταν «μαύρα». Ότι εργαζόταν κάθε μέρα από τις 4:30μ.μ. μέχρι την ώρα που έκλεινε το Εστιατόριο (12:00π.μ. - 12:30π.μ.), επτά μέρες την εβδομάδα, χωρίς off, χωρίς ετήσιες άδειες. Ότι μια μέρα τον Ιούνιο του 2015 επειδή το Εστιατόριο δεν είχε πολλή δουλειά εκείνες τις μέρες, ο διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας κ. Χαραλάμπους της είπε να μείνει 3-4 μέρες σπίτι να ξεκουραστεί. Ότι μετά την πήρε τηλέφωνο μια φίλη που δούλευε δίπλα από το Εστιατόριο και της είπε ότι στη θέση της εργάζεται κάποιος άλλος. Ότι τότε αυτή τηλεφώνησε στον κ. Χαραλάμπους και αυτός της είπε ότι επειδή δεν μπορούσε να μιλήσει εκείνη τη στιγμή, να βρεθούν την επόμενη μέρα να μιλήσουν. Ότι βρέθηκαν την επόμενη μέρα και αφού μίλησαν για «πολλά πράγματα», αυτή του είπε ότι θα επιστρέψει στην εργασία της. Ότι αυτός της είπε ότι θα της τηλεφωνήσει σε 2-3 μέρες αν θα επιστρέψει στην εργασία της. Ισχυρίστηκε ότι ο κ. Χαραλάμπους δεν της τηλεφώνησε. Ότι μετά από 3 μέρες του τηλεφώνησε αυτή και ο κ. Χαραλάμπους της είπε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται σε αυτόν. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, δέσμη εγγράφων που αποτελείται από (α) μια επιστολή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων προς αυτήν, ημερ.10/01/2019, στην οποία περιέχεται ο ασφαλιστικός της λογαριασμός και (β) αναλυτικές καταστάσεις αποδοχών ασφαλισμένου κατά εργοδότη για τα έτη 2008 - 2015 για το πρόσωπό της που εκδόθηκαν από την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Υποστήριξε ότι ενώ εργαζόταν από προηγουμένως στο Εστιατόριο, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων άρχισαν να της «βάζουν» το 2002 και όχι πάνω σε ολόκληρο τον μηνιαίο μισθό της. Ισχυρίστηκε ότι όταν την σταμάτησαν από την εργασία της τον Ιούνιο του 2015, ζήτησε να πληρωθεί τον δεδουλευμένο μισθό της για τον εν λόγω μήνα. Ότι η λογίστρια της Εργοδότριας Εταιρείας για να την πληρώσει ήθελε πρώτα να της υπογράψει ένα έγγραφο που έφερε τίτλο «Υπεύθυνη Δήλωση», στο οποίο αναγραφόταν ότι παρέλαβε το ποσό των €660,00 προς εξόφληση των δεδουλευμένων της και ότι δεν είχε άλλη οικονομική απαίτηση από την Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκμήριο 2). Ότι όταν αυτή αρνήθηκε να υπογράψει, η λογίστρια δεν την πλήρωσε. Ότι μετά που ο κ. Χαραλάμπους την σταμάτησε από την εργασία της ζήτησε από τον κ. Χαραλάμπους να της υπογράψει για «πλεονασμό» και «ανεργιακό» αλλά αυτός δεν της υπέγραψε. Αντεξεταζόμενη επέμενε στις θέσεις που προέβαλε στην κυρίως εξέτασή της και πρόσθεσε ότι δεν έπαιρνε φιλοδωρήματα και 13ο μισθό. Υποστήριξε ότι δεν έγινε οποιοδήποτε επεισόδιο μεταξύ αυτής και άλλης υπαλλήλου της Εργοδότριας Εταιρείας ούτε μεταξύ του συζύγου της και του κ. Χαραλάμπους. Η κα Κλείτου κατέθεσε ότι σύμφωνα με το αρχείο της Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων η Αιτήτρια είναι ασφαλισμένη ως εργοδοτούμενη από τις 15/03/
  3. Περαιτέρω στο εν λόγω αρχείο φαίνεται ότι ο πρώτος εργοδότης της ήταν ο κ. Χαραλάμπους μέχρι τις 31/12/2003 και ο δεύτερος η Εργοδότρια Εταιρεία από 20/01/2004 μέχρι 18/06/
  4. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, δέσμη εγγράφων τα οποία εκτύπωσε από το ηλεκτρονικό σύστημα - αρχείο της Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στα οποία έγγραφα φαίνονται (α) οι εργοδοτήσεις της Αιτήτριας από το 2002 μέχρι σήμερα και (β) οι δηλωμένες στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων αποδοχές της Αιτήτριας από το 2004 μέχρι το
  5. Κατά την αντεξέτασή της είπε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω σχετικά με την Εργοδότρια Εταιρεία, με την απασχόληση της Αιτήτριας στην Εργοδότρια Εταιρεία και με τις συνθήκες που διακόπηκε η απασχόληση της Αιτήτριας στην Εργοδότρια Εταιρεία, πέραν (α) από αυτά που φαίνονται στα έγγραφα που κατέθεσε και (β) από τη δήλωση της Εργοδότριας Εταιρείας στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι ασχολείται με την επιχείρηση ενός εστιατορίου. Σημείωσε ότι στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων δηλώνονται από τον εργοδότη οι ακαθάριστες απολαβές του εργοδοτουμένου. Σε ερώτηση για ποιο λόγο στο Τεκμήριο 5 αναγράφεται ότι οι συνολικές αποδοχές της Αιτήτριας για το 2015 ήταν €4.160,00 ενώ στο Τεκμήριο 1 φαίνεται ότι οι συνολικές αποδοχές της Αιτήτριας για το έτος 2015 ήταν €9.431,00, απάντησε ότι η Αιτήτρια μετά τις 18/06/2015 δεν φαίνεται να εργαζόταν αλλού και ούτε λάμβανε επίδομα ανεργίας όμως για κάποιο λόγο φαίνεται ότι η Αιτήτρια «κάποιο ποσό έπιανε» και γι' αυτό τον λόγο «έμπαιναν πιστώσεις» στον ασφαλιστικό της λογαριασμό. Η μαρτυρία του κ. Xxxxxxxx Χαραλάμπους συνοψίζεται ως εξής: Είναι απόφοιτος ξενοδοχειακής σχολής στην Πάφο με πτυχίο μάγειρα. Στην αρχή δούλεψε σε εστιατόρια άλλων προσώπων και μετά άνοιξε δικό του εστιατόριο στην οδό Αγαπήνωρος στην Πάφο. Γνώρισε την Αιτήτρια σε ένα από τα άλλα εστιατόρια που εργάστηκε και αυτός. Στο εν λόγω εστιατόριο η Αιτήτρια εργαζόταν ως λαντζιέρα. Όταν άνοιξε το δικό του εστιατόριο η Αιτήτρια ήρθε μαζί του καθότι το εστιατόριό του ήταν πιο κοντά στο σπίτι της, ο φόρτος εργασίας θα ήταν πιο λίγος και το ωράριο εργασίας ήταν 5 ώρες, από 5:30μ.μ. μέχρι 10:30μ.μ. Αυτός και ένας άλλος μάγειρας έδειξαν στην Αιτήτρια να μαγειρεύει μερικά φαγητά. Το τελευταίο διάστημα, τον Ιούνιο του 2015, πριν την αποχώρησή της από την εργασία της, η Αιτήτρια του ζητούσε επίμονα να την βγάλει ως πλεονάζουσα. Αυτός δεν μπορούσε να το πράξει γιατί εκείνη την περίοδο αρχίζει ο κύκλος εργασιών του Εστιατορίου να αυξάνεται και δεν θα μπορούσε να προσλάβει άλλο άτομο στη θέση της. Η Αιτήτρια τσακωνόταν με τους άλλους υπαλλήλους στο Εστιατόριο. Στις 15/06/2015 ήρθε στα χέρια με μια σερβιτόρα, την Xxxxxx Dymitrova και μετά τον διαπληκτισμό έφυγε από το εστιατόριο η ώρα 9:20μ.μ. αντί η ώρα 10:30μ.μ. που τελείωνε κανονικά το ωράριο εργασίας της. Την επόμενη μέρα δεν πήγε στην εργασία της. Την πήρε αυτός τηλέφωνο και συναντήθηκαν εκτός του Εστιατορίου και η Αιτήτρια του είπε ότι θα ερχόταν πίσω στην εργασία της στις 18/06/
  6. Στις 18/06/2015 η Αιτήτρια πήγε κανονικά στην εργασία της, αλλά είχε την απαίτηση να μην εκτελεί τις παραγγελίες που λάμβανε η Xxxxxx Dymitrova. Έτσι εκτελούσε αυτός τις εν λόγω παραγγελίες. Πριν να είναι η ώρα της να σχολάσει, η Αιτήτρια διαπληκτίστηκε ξανά με την Xxxxxx Dymitrova και έφυγε από την εργασία της. Μετά από 10 λεπτά επέστρεψε με τον σύζυγό της. Ο σύζυγός της μπήκε στο Εστιατόριο, άρχισε να φωνάζει και να βρίζει. Όταν αυτός τον πλησίασε να τον καθησυχάσει, ο σύζυγός της βρίζοντας τον, τον έσπρωξε και αυτός έπεσε σε τραπέζια και καρέκλες. Ο σύζυγος της Αιτήτριας στη συνέχεια επιτέθηκε στη Xxxxxx Dymitrova. Όλοι οι θαμώνες του Εστιατορίου είδαν το εν λόγω επεισόδιο. Η Αιτήτρια μετά την αποχώρησή της από την εργασία της στο Εστιατόριο βρήκε αμέσως δουλειά σε ένα άλλο εστιατόριο. Το πληροφορήθηκε από τον ιδιοκτήτη του άλλου εστιατορίου, ο οποίος του τηλεφώνησε για να τον ρωτήσει για την Αιτήτρια. Κατάγγειλε τον σύζυγο της Αιτητριας για το επεισόδιο στις 18/06/2015 στην αστυνομία ένα-δύο μήνες μετά το περιστατικό, γιατί ο σύζυγος της Αιτήτριας μετά το επεισόδιο στο Εστιατόριο σταματούσε έξω από το σπίτι του και τον έβριζε. Ο κ. Πενταράς (Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου) τον πληροφόρησε ότι η καταγγελία του δεν προχώρησε γιατί ο αστυνομικός που την έλαβε είχε «φόρτο εργασίας». Οι υπάλληλοι στο Εστιατόριο έπαιρναν φιλοδωρήματα αφού τα διαμοίραζαν μεταξύ τους. Η Αιτήτρια έπαιρνε το μερίδιο που της αναλογούσε από τα φιλοδωρήματα κάθε βράδυ. Ότι το πρόβλημα μεταξύ της Αιτήτριας και των σερβιτόρων δημιουργήθηκε επειδή η Αιτήτρια νόμιζε ότι της έδιναν πιο λίγα από αυτά που δικαιούτο. Στις 23/06/2015 αυτός απέστειλε στο Γραφείο Εργασίας επιστολή (Τεκμήριο 6) με την οποία τους πληροφορούσε ότι η Αιτήτρια στις 17/06/2015 εγκατέλειψε την εργασία της χωρίς προειδοποίηση. Η Αιτήτρια δεν ζήτησε ποτέ τους δεδουλευμένους μισθούς της μέχρι 15/06/
  7. Γι' αυτό η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλε στην Αιτήτρια τους δεδουλευμένους μισθούς της το 2016 ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Εργοδότρια Εταιρεία δεν τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας, αντίθετα την παρότρυνε να έρθει πίσω. Το 2002 αυτός άνοιξε το Εστιατόριο με κάποιο συνέταιρο και το 2003 ίδρυσε την Εργοδότρια Εταιρεία. Το 2002 - 2003 το Εστιατόριο λειτουργούσε με το όνομά του. Αυτός ετοίμασε το Τεκμήριο 2 στο οποίο γίνεται αναφορά για τα ποσά που θα έπαιρνε η Αιτήτρια ως αναλογία 13ου μισθού και δεδουλευμένα ημερομίσθια για 15 μέρες. Αυτός και η Αιτήτρια μαγείρευαν στην κουζίνα του Εστιατορίου. Η Αιτήτρια πληρωνόταν τον μισθό της κάθε μήνα με επιταγή. Ο αστυφύλακας xxxx, Xxxxxxxx Κουμπαρής, κατέθεσε ότι το 2015 ο κ. Χαραλάμπους προσήλθε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων (τότε αυτός υπηρετούσε εκεί) και προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του άντρα της Αιτήτριας, κ. Αριστείδη, σχετικά με ένα περιστατικό που έγινε στο Εστιατόριο στις 18/06/
  8. Υποστήριξε ότι ο κ. Χαραλάμπους του είπε ότι στις 16/06/2015 η Αιτήτρια παραιτήθηκε από την εργασία της και στις 18/06/2015 μετέβηκε στο Εστιατόριο με τον σύζυγό της όπου ο σύζυγός της προκάλεσε φασαρία και επιτέθηκε στον κ. Χαραλάμπους. Ότι ο σύζυγος της Αιτήτριας τον εξύβρισε και στην προσπάθειά του να επιτεθεί στην Xxxxxx Dymitrova, τον έσπρωξε και τον έριξε στα τραπέζια. Ότι ο κ. Χαραλάμπους του προσκόμισε ιατρικό πιστοποιητικό σύμφωνα με το οποίο ο γιατρός που τον εξέτασε διαπίστωσε μώλωπες και εκδορές και αιμάτωμα στον μηρό. Ότι ο κ. Χαραλάμπους προέβηκε στην εν λόγω καταγγελία επειδή ο σύζυγος της Αιτήτριας συνέχιζε να τον βρίζει όταν τον έβλεπε. Ήταν η θέση του ότι λόγω φόρτου εργασίας δεν μπόρεσαν να καλέσουν τους υπόπτους για κατάθεση ώστε να μπορεί να προχωρήσει ποινικός φάκελος. Ότι σε κάποια στιγμή επικοινώνησε μαζί του ο κ. Χαραλάμπους και του είπε ότι ο κ. Αριστείδης δεν σταμάτησε να τον παρενοχλεί. Ότι τότε προχώρησε κάνοντας συστάσεις στον κ. Αριστείδη να σταματήσει να παρενοχλεί τον κ. Χαραλάμπους. Κατά την αντεξέτασή του, είπε ότι όταν έλαβε την καταγγελία του κ. Χαραλάμπους προσπάθησε να εντοπίσει τους υπόπτους για να καταθέσουν. Ότι έλαβε τη μαρτυρία της υπαλλήλου στο Εστιατόριο με όνομα Xxxxxx Dymitrova και ότι μελέτησε το ιατρικό πιστοποιητικό που του προσκόμισε ο κ. Χαραλάμπους. Διευκρίνισε ότι η καταγγελία του κ. Χαραλάμπους έγινε μέσα Σεπτεμβρίου του
  9. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Μια εργασιακή σχέση μπορεί να τερματιστεί από τα μέρη της (α) με την απόλυση του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη, (β) με την παραίτηση του εργοδοτουμένου από την εργασία του και (γ) μετά από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου. Ο μονομερής τερματισμός της εργασιακής σχέσης, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο, ασκείται με μονομερή δήλωση βούλησης η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο γραπτά, προφορικά ή σιωπηρά αρκεί να προκύπτει από αυτή σαφώς και χωρίς αμφιβολία η βούληση του εργοδότη ή του εργοδοτουμένου να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Στις περιπτώσεις που ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης δεν οφείλεται σε μονομερή καταγγελία της σχέσης από τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο αλλά είναι το αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου τότε δεν υπάρχει απόλυση/τερματισμός της εργασιακής σχέσης που να καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου. Ούτε μπορεί ο τερματισμός να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε υποβολή οικειοθελούς παραίτησης από τον εργοδοτούμενο[3]. Θεωρείται ότι υπήρξε συναινετική λύση της εργασιακής σχέσης. Σύμφωνα με τις αρχές του εργατικού δικαίου και της νομολογίας, η υποβολή παραίτησης από τον εργοδοτούμενο συνιστά οικειοθελή αποχώρηση στις περιπτώσεις που υποβάλλεται με την ελεύθερη βούληση του εργοδοτουμένου χωρίς την εξάσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή απειλής από την εργοδοτική πλευρά[4]. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παραιτείται οικειοθελώς από την εργασία του ο εργοδοτούμενος δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου και δεν δικαιούται αποζημιώσεις. Όταν αμφισβητείται από τους διαδίκους ο τρόπος τερματισμού της εργασιακής σχέσης[5] το ζήτημα κατά πόσον ένας εργοδοτούμενος έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του ή έχει απολυθεί από τον εργοδότη του, είναι θέμα γεγονότων πάνω στα οποία το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για να αποφασίσει αφού σταθμίσει όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Όπως τέθηκε από τον Sir John Donaldson στην υπόθεση Martin v. Glynwed Distribution Ltd [1983] ICR 511: "Whatever the respective actions of the employer and the employee at the time when the contract of employment is terminated, at the end of the day the questions always remains the same, 'Who really ended the contract of employment?" Στις περιπτώσεις όπου αμφισβητείται ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση και οι διάδικοι αποδίδουν στην αντίδικη πλευρά την ευθύνη για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι φράσεις που λέχθηκαν και/ή η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε τη δεδομένη στιγμή επιδέχονται ερμηνείας τέτοιας που να καταδεικνύεται πώς έγινε ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης και ποιο από τα μέρη ευθύνεται για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης. Δηλαδή κατά πόσο τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος αποχώρησε οικειοθελώς και/ή εγκατέλειψε την εργασία του από μόνος του (είτε ξεκάθαρα είτε εξυπακουόμενα[6]) ή ότι ο εργοδότης ήταν αυτός που απέλυσε τον εργοδοτούμενο. Σημειώνουμε ότι έχει σημασία πάντα κάτω από ποιες περιστάσεις λέχθηκαν κάποιες λέξεις ή φράσεις από τα εμπλεκόμενα μέρη και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις περιβάλλουσες περιστάσεις τόσο πριν όσο και μετά την κατ' ισχυρισμό δήλωση παραίτησης ή απόλυσης κατά την απόφανσή του κατά πόσον η επίδικη δήλωση συνιστά απόλυση ή παραίτηση[7]. Όταν δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια τα οποία να δηλώνουν ρητά, αδιαμφισβήτητα και με σαφή τρόπο τον μονομερή τερματισμό της εργασιακής σχέσης από τη μια πλευρά ή την άλλη κατά τον ουσιώδη χρόνο και η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ήταν ασαφής και διφορούμενη[8]
(1)η πρόθεση του προσώπου που χρησιμοποίησε αυτή τη γλώσσα και το πώς εξέλαβε κάποιος εργοδότης ή κάποιος εργοδοτούμενος τις διφορούμενες εκφράσεις υπό τις περιστάσεις είναι θέματα υποκειμενικά και δεν θεωρούνται ως σχετικοί παράγοντες και
(2)το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό και το ερώτημα είναι πώς ένας μέσος λογικός εργοδότης ή ένας λογικός εργοδοτούμενος υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να αντιληφθεί τί σημαίνουν οι λέξεις και οι εκφράσεις αυτές. Στις περιπτώσεις που η γλώσσα και οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν είναι σαφείς και ξεκάθαρες ως προς το τι σημαίνουν τότε το Δικαστήριο δέχεται ότι οι εν λόγω φράσεις είχαν τη συνήθη γραμματική έννοια τους και καταλήγει στο ανάλογο εύρημα. Όμως σε κάποιες περιπτώσεις όταν υπάρχει κάτι στις περιβάλλουσες συνθήκες που δεικνύει ότι ήταν παράλογο για τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο να αποδεχτεί τις φράσεις ως ειπώθηκαν τότε ο εργοδότης ή ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι όντως ο εργοδότης ή ο εργοδοτούμενος εννοούσε αυτά που έχει πει[9]. Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018, στην παράγραφο [248] συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα: "To sum up, the preponderance of authority in relation to ambiguous statements is in favour of the objective view, ie that the issue is how a reasonable listener would have construed the words used in all the circumstances of the case. In relation, however, to unambiguous statements, we seem to have a combined test - one starts from the subjective position that the speaker has to take the consequences of clear words being taken at face value, even if a reasonable listener might not have done so, but this is subject to an exception (or 'cautious reminder') if there are 'special circumstances' in which the words were uttered, in which case a more objective approach may be taken to see what was reasonably meant."[10] Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι μια παραίτηση ή μια απόλυση από τη στιγμή που γίνουν δεν μπορούν μονομερώς να ανακληθούν καθότι μετά τον τερματισμό της απασχόλησης τερματίζεται και η σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου η οποία δεν μπορεί να αναβιώσει εκτός με τη συγκατάθεση και τη συμφωνία και των δύο μερών (Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α. [1994] 1 Α.Α.Δ. 703, Tanner v. Kean Ltd [1978] IRLR 110). Γι' αυτό τον λόγο τα γεγονότα που συνέβησαν μετά τις αμφισβητούμενες πράξεις θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο για να αποφανθεί κατά πόσον αποτελούν γεγονότα που επεξηγούν τις αμφισβητούμενες πράξεις ή κατά πόσον αντικατοπτρίζουν διαφοροποίηση και αλλαγή των προηγούμενων ενεργειών των εμπλεκομένων μερών. ΑΝΑΛΥΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Στην παρούσα υπόθεση εκτός από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση επίδικα θέματα είναι και η περίοδος απασχόλησης και οι απολαβές της Αιτήτριας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που Διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμο του 2000 (Ν.100
(1)/2000), ο εργοδότης υποχρεώνεται να γνωστοποιεί γραπτώς στον εργοδοτούμενο τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εντός ενός μηνός από την έναρξη της εργασίας. Η πληροφόρηση σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)περιλαμβάνει τουλάχιστον τ' ακόλουθα: «(α) Τα στοιχεία ταυτότητας των μερών∙ (β) τον τόπο παροχής της εργασίας και την εγγεγραμμένη έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη∙ (γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργοδοτουμένου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησης του, καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του∙ (δ) την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και την προβλεπόμενη διάρκεια αυτής αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο∙ (ε) τη διάρκεια της άδειας μετ΄ απολαβών που δικαιούται ο εργοδοτούμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο της χορήγησης της∙ (στ) τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν ο εργοδότης και ο εργοδοτούμενος σε περίπτωση λύσης της σύμβασης ή σχέσης εργασίας με καταγγελία∙ (ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργοδοτούμενος και την περιοδικότητα καταβολής της αμοιβής του∙ (η) η διάρκεια της κανονικής ημερησίας ή εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργοδοτουμένου, και (θ) την αναφορά τυχόν συλλογικών συμβάσεων που διέπουν τους όρους ή και τις συνθήκες εργασίας του εργοδοτουμένου». Το άρθρο 5 του Ν.100
(1)/2000 προβλέπει ότι: «H ενημέρωση για τους όρους που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 γίνεται με - (α) Γραπτή σύμβαση εργασίας∙ (β) επιστολή πρόσληψης∙ ή (γ) άλλο έγγραφο, υπογραμμένο από τον εργοδότη, εφόσον τούτο περιλαμβάνει τουλάχιστον όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4: Νοείται ότι η ενημέρωση για τα στοιχεία που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (ε), (στ), (ζ) και (η) του εδαφίου
(2)του άρθρου 4, μπορεί να γίνεται με γραπτή παραπομπή σε Νόμους, Κανονισμού, Διατάγματα ή συλλογικές συμβάσεις που ρυθμίζουν τα θέματα αυτά.» Η παράλειψη του εργοδότη να δώσει γραπτή σύμβαση ή γραπτούς όρους εργοδότησης[11] δεν συνεπάγεται σε ακυρότητα της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας (βλέπε άρθρο 6
(4)του Ν.100
(1)/2000). Είναι όμως σημαντικό να εφαρμόζεται ο Ν.100
(1)/2000 για να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος από την αρχή τους όρους εργασίας του ώστε να μην παρουσιάζεται οποιοδήποτε πρόβλημα στη σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου ως προς τους όρους αυτούς και σε περίπτωση που οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ εργοδότη-εργοδοτούμενου αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίζει σχετικά με τους όρους εργασίας έχοντας ενώπιόν του γραπτά στοιχεία. Δυστυχώς στην προκειμένη περίπτωση δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιοδήποτε γραπτό έγγραφο που να περιέχει τους όρους εργασίας της Αιτήτριας και ως εκ τούτου θα πρέπει το Δικαστήριο να αξιολογήσει την ενώπιόν του προφορική μαρτυρία σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα τεκμήρια για να καταλήξει σε συμπεράσματα σχετικά με την περίοδο απασχόλησης και τις απολαβές της Αιτήτριας. Δεχόμαστε τη μαρτυρία της κας Κλείτου ως αξιόπιστη σε σχέση με τα έγγραφα του Τεκμηρίου 5 καθώς και τις εξηγήσεις που έδωσε για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  1. Η εν λόγω μάρτυρας (η οποία δεν διαφάνηκε να είχε προσωπικό συμφέρον από την υπόθεση) μας άφησε με την εντύπωση ότι μοναδικό σκοπό είχε να δώσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που βρίσκονταν σε γνώση της εξ' αιτίας της θέσης και των καθηκόντων της. Απαντούσε με ευθύτητα για ότι γνώριζε είτε άμεσα είτε λόγω της θέσης της. Συνακόλουθα προβαίνουμε σε εύρημα ότι στο αρχείο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχουν δηλωθεί από την Εργοδότρια Εταιρεία, τους άλλους εργοδότες της Αιτήτριας και τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων τα στοιχεία που περιέχονται στα δύο πιο πάνω Τεκμήρια. Σημειώνουμε όμως ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας σχετικά με την περίοδο απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία και το ύψος των απολαβών της από την Εργοδότρια Εταιρεία. Η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε απτά στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς της σχετικά με το ύψος των απολαβών της. Ενώ ανέφερε ότι έδινε μηνιαία δόση ύψους €960,00 σε τράπεζα για δάνειο αγοράς κατοικίας δεν κατέθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε έγγραφα που να δεικνύουν ότι όντως κατέβαλλε αυτή προσωπικά αυτό το ποσό σε τράπεζα κάθε μήνα και/ή τα έγγραφα που παρέδωσε στην τράπεζα σχετικά με τις απολαβές της ώστε να της δοθεί δάνειο με μηνιαία δόση αποπληρωμής €960,
  2. Σε σχέση με την περίοδο απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία η Αιτήτρια στην κυρίως εξέτασή της ανέφερε μόνο ότι εργάστηκε στον κ. Xxxxxxx Χαραλάμπους για 16 χρόνια. Δεν μας ανέφερε πότε ακριβώς προσλήφθηκε ούτε οτιδήποτε άλλο σχετικό με την εν λόγω περίοδο απασχόλησής της. Κατά την αντεξέτασή της είπε ότι το πρώτο εστιατόριο που εργάστηκε ήταν το «Mediterranean» και ότι το εν λόγω εστιατόριο προηγουμένως άνηκε σε κάποιο άλλο πρόσωπο για το οποίο εργαζόταν αυτή ως βοηθός μάγειρα. Ότι στη συνέχεια ο κ. Χαραλάμπους «έπιασε το εν λόγω εστιατόριο» και ακολούθως άνοιξε το Εστιατόριο το οποίο ήταν σε άλλη τοποθεσία από αυτήν που ήταν το εστιατόριο «Mediterranean». Δεν μας ανέφερε οτιδήποτε πιο συγκεκριμένο (δεν μας είπε π.χ. πότε προσλήφθηκε στο εστιατόριο «Mediterranean», πότε ο κ. Χαραλάμπους ανέλαβε το εν λόγω εστιατόριο, πότε ο κ. Χαραλάμπους άνοιξε το Εστιατόριο) με αποτέλεσμα να μην είμαστε σε θέση να εξετάσουμε (α) κατά πόσον οι ισχυρισμοί της ότι εργαζόταν με εργοδότη τον κ. Χαραλάμπους από το 1999 ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και (β) κατά πόσον η απασχόλησή της στο εστιατόριο «Mediterranean» μπορεί να θεωρηθεί ως συνεχής με την απασχόλησή της στο Εστιατόριο δυνάμει των σχετικών προνοιών του Νόμου. Το Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού της περιόδου της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου και ορίζει ότι οι σχετικές πρόνοιες για τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης εφαρμόζονται μόνο αναφορικά με την εργοδότηση σε ένα εργοδότη με εξαίρεση τις περιπτώσεις που καλύπτονται από την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα, η οποία προβλέπει τ' ακόλουθα: «Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη.» Το Μέρος ΙΙ του ιδίου Πίνακα αναφέρει τους λόγους κάτω από τους οποίους δεν διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου. Στο εδάφιο (γ) της παραγράφου 7 του εν λόγω Μέρους προνοείται ότι το συνεχές της απασχόλησης δεν διακόπτεται με την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη ως εκτίθεται στις πρόνοιες της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου. Βρίσκουμε ότι οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία της Αιτήτριας σχετικά με την απασχόλησή της πριν το 2002 και το ύψος των απολαβών της είναι ουσιαστικές και μας εμποδίζουν από το να θεωρήσουμε την εν λόγω μαρτυρία της Αιτήτριας ως ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με την περίοδο απασχόλησής της πριν τις 15/03/2002 και το ύψος του μηνιαίου μισθού της. Συνακόλουθα η εν λόγω μαρτυρία της Αιτήτριας δεν γίνεται αποδεκτή. Όμως ενόψει του ότι ο κ. Χαραλάμπους παραδέχτηκε ότι λειτούργησε το Εστιατόριο το 2002 με το όνομά του και το 2004 μέσω της Εργοδότριας Εταιρείας, βρίσκουμε ότι το 2004 η επιχείρηση του Εστιατορίου μεταβιβάστηκε από τον κ. Χαραλάμπους στην Εργοδότρια Εταιρεία ως έχει και ως εκ τούτου η απασχόληση της Αιτήτριας από τις 15/03/2002 μέχρι τις 31/12/2003 θεωρείται ως συνεχής με την απασχόλησή της από την Εργοδότρια Εταιρεία από τις 20/01/2004 μέχρι τον Ιούνιο του
  3. Αρνητική εντύπωση για την αξιοπιστία της Αιτήτριας μας δημιούργησε το γεγονός ότι ενώ αρχικά προέβαλλε κάποιους ισχυρισμούς στη συνέχεια τους ανασκεύαζε. Για παράδειγμα: (α) στην αρχή της κυρίως εξέτασής της όταν ρωτήθηκε ποιος ήταν ο μισθός της το 1999 απάντησε €1.100,00 ενώ κατά την αντεξέτασή της είπε ότι όταν ξεκίνησε να εργάζεται έπαιρνε Λ.Κ.12,00 την ώρα, (β) κατά την αντεξέτασή της είπε ευθαρσώς ότι δεν γνώριζε τον Xxxxxx Ευριπίδου ενώ στην αμέσως επόμενη ερώτηση απάντησε ότι εργάστηκε για δύο σεζόν με τον Xxxxxx Ευριπίδου και (γ) αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι δεν γνώριζε κάποια Μόνικα (προηγουμένως είπε ότι αυτή εργαζόταν μόνη της στην κουζίνα με μια λαντζιέρα) ενώ κατά την επανεξέτασή της είπε όταν αυτή εργαζόταν στην κουζίνα του Εστιατορίου στη λάντζα ήταν η Μόνικα. Κατά την αντεξέτασή της όταν της υποβλήθηκαν οι διευθύνσεις (α) του «Mediterranean» και (β) του Εστιατορίου μετά το 2012 (τα ονόματα των οδών των εν λόγω εστιατορίων) απάντησε ότι δεν γνωρίζει τις διευθύνσεις γιατί εργαζόταν βράδυ και δεν κοίταζε δεξιά - αριστερά όταν πήγαινε δουλειά. Κατά τη γνώμη μας η εν λόγω απάντησή της στερείται πειστικότητας και λογικού υπόβαθρου. Στη συνέχεια της υποβλήθηκε η διεύθυνση του Εστιατορίου πριν το 2012 και απάντησε καταφατικά χωρίς να πει κάτι άλλο. Ακολούθως όταν ερωτήθηκε ειδικά για το προσωπικό του Εστιατορίου με αναφορά στη διεύθυνση, που σύμφωνα με τον δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας, το Εστιατόριο στεγαζόταν μετά το 2012, απάντησε αμέσως χωρίς να ζητήσει οποιαδήποτε διευκρίνιση. Περαιτέρω σημειώνουμε ότι μας ξενίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι η Αιτήτρια κατά τη μαρτυρία της δεν μας έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με την εκδοχή της και τα επίδικα γεγονότα που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησής της. Η εκδοχή που μας παρουσίασε η Αιτήτρια σε σχέση με τη θέση της για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης που είχε με την Εργοδότρια Εταιρεία δεν μας φάνηκε φυσική καθότι η Αιτήτρια πολύ συνοπτικά χωρίς λεπτομέρειες μας ανέφερε ότι όταν συναντήθηκε με τον κ. Χαραλάμπους εκτός του Εστιατορίου μετά που διαμαρτυρήθηκε επειδή έμαθε ότι προσέλαβε άλλο πρόσωπο στη θέση της (σημειώνουμε ότι η Αιτήτρια μας είπε γενικά και αόριστα ότι μια φίλη της που δουλεύει δίπλα από το Εστιατόριο της είπε ότι στη θέση της εργάζεται άλλος), «μίλησαν για πολλά πράγματα» (δεν μας ανέφερε τι ήταν αυτά τα πράγματα) και ότι όταν αυτή στο τέλος του είπε ότι θα επιστρέψει στην εργασία της, αυτός της είπε ότι θα την πάρει τηλέφωνο σε δύο-τρεις μέρες αν θα επιστρέψει στην εργασία της. Ενώ στους γενικούς λόγους της αίτησης η Αιτήτρια αναφέρει ότι στις 18/06/2015 η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόλησή της (η ίδια ημερομηνία αναφέρεται και στην επιστολή των δικηγόρων της ημερ.09/07/2015 προς τον κ. Χαραλάμπους (Τεκμήριο 3)), κατά τη μαρτυρία της δεν αναφέρθηκε σε ημερομηνίες. Κατά την αντεξέτασή της είπε ότι δεν θυμόταν πότε έγινε η πιο πάνω αναφερόμενη συνάντησή της με τον κ. Χαραλάμπους, τη στιγμή που θυμόταν ότι τρεις μέρες μετά την εν λόγω συνάντηση τηλεφώνησε στον κ. Χαραλάμπους (δεν μας είπε πότε τηλεφώνησε στον κ. Χαραλάμπους) και αυτός της είπε ότι δεν θα συνεχίσει να εργάζεται γι' αυτόν. Δεν μας ανέφερε πότε ακριβώς ο κ. Χαραλάμπους της είπε να μείνει σπίτι να ξεκουραστεί, γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσικό ενόψει της θέσης της ότι εργαζόταν πάντοτε χωρίς off και ετήσιες άδειες. Σημειώνουμε ότι ενώ η Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της είπε ότι δεν λάμβανε 13ο μισθό ενώ (α) η Αιτήτρια με την αίτησή της ζητούσε αναλογία 13ου μισθού (στους γενικούς λόγους της αίτησής της αναφέρει ότι λάμβανε 13ο μισθό) και (β) η δικηγόρος της αποσύροντας την εν λόγω αξίωση της Αιτήτριας είπε ότι η Αιτήτρια δεν επιμένει στην αξίωσή της για 13ο μισθό καθότι δεν καταβάλλονταν εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον 13ο μισθό. Για τους λόγους που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε πιο πάνω η μαρτυρία της Αιτήτριας κρίνεται ως μη αξιόπιστη και ως εκ τούτου δεν γίνεται αποδεκτή. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που προσκόμισε η Εργοδότρια Εταιρεία παρατηρούμε τα πιο κάτω: (α) Σε πολλά σημεία η εκδοχή που μας παρουσίασε κατά την ένορκη κατάθεσή του ο κ. Χαραλάμπους είναι σε διάσταση με το περιεχόμενο των γενικών λόγων της έγγραφου εμφάνισης της Εργοδότριας Εταιρείας. Πιο συγκεκριμένα:
(1)ενώ στην παράγραφο 2 των γενικών λόγων της έγγραφου εμφάνισης η Εργοδότρια Εταιρεία αρνείται γενικά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία για 16 χρόνια ως μάγειρας και ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια άρχισε την εργασία της στην Εργοδότρια Εταιρεία ως λαντζιέρα και με τη βοήθεια του κ. Χαραλάμπους και άλλων υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας η Αιτήτρια έμαθε να μαγειρεύει και έγινε βοηθός μάγειρας, ο κ. Χαραλάμπους είπε ότι εργάστηκε με την Αιτήτρια για δύο χρόνια σε ένα άλλο εστιατόριο όχι δικής του ιδιοκτησίας όπου αυτός και ένας άλλος μάγειρας στο εν λόγω εστιατόριο (ο κ. Xxxxxxx Ευριπίδου) την βοήθησαν να μάθει να μαγειρεύει (σημειώνουμε ότι ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας υπέβαλε στην Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της ότι τα πρώτα δύο χρόνια της απασχόλησής της στην Εργοδότρια Εταιρεία εργάστηκε ως λαντζιέρα και ότι με τη βοήθεια του Αιτητή και του κ. Ευριπίδου έμαθε να μαγειρεύει κάποια φαγητά),
(2)στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εργοδότριας Εταιρείας αναφέρεται ότι η Αιτήτρια διαπληκτίστηκε με την Xxxxxx Dymitrova κατά ή περί τις 17/06/2015 γιατί η Αιτήτρια δεν ήθελε να εκτελέσει μια παραγγελία που πήρε η Xxxxxx Dymitrova για ένα μεζέ επειδή «αυτό δεν άρεσε στην Αιτήτρια (προφανώς επειδή συναπάγετο περισσότερη προσπάθεια, ικανότητα και κόπο)» και «επειδή βαριόταν να εκτελέσει την παραγγελία», ενώ ο κ. Χαράλαμπους είπε ότι η διαφορά της Αιτήτριας με τις σερβιτόρες αφορούσε τον διαμοιρασμό των φιλοδωρημάτων και ότι ο καβγάς της Αιτήτριας με την Xxxxxx Dymitrova έγινε στις 15/06/2015 και (γ) στους γενικούς λόγους της έγγραφου εμφάνισης αναφέρεται ότι την άλλη μέρα του καβγά (στις 18/06/2015) η Αιτήτρια πήγε στην εργασία της και καβγάδισε πάλι με την Xxxxxx Dymitrova, ότι ο κ. Χαραλάμπους στη συνέχεια συνάντησε την Αιτήτρια η οποία ενώ του υποσχέθηκε ότι θα πήγαινε στην εργασία της στις 21/06/2015 δεν το έπραξε και ότι στις 22/06/2015 ο κ. Χαραλάμπους συνάντησε την Αιτήτρια και αυτή αρνήθηκε να επιστρέψει στην εργασία της, ενώ ο κ. Χαραλάμπους κατέθεσε ότι η Αιτήτρια 16/06/2015 και 17/06/2015 δεν πήγε στην εργασία της, ότι αυτός συναντήθηκε εκείνες τις μέρες με την Αιτήτρια και η Αιτήτρια στις 18/06/2015 επέστρεψε στην εργασία της αλλά στη συνέχεια αποχώρησε αφού καβγάδισε πάλι με την Xxxxxx Dymitrova. (β) Ο κ. Χαραλάμπους ισχυρίστηκε γενικά και αόριστα ότι η Αιτήτρια τσακωνόταν με τους άλλους υπαλλήλους στο Εστιατόριο χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Το μόνο που ανέφερε (πάλι γενικά και αόριστα) ήταν ότι τους τελευταίους μήνες η Αιτήτρια επειδή ήταν η πιο παλιά υπάλληλος στο Εστιατόριο μιλούσε άσχημα στους άλλους υπαλλήλους και τους έλεγε ότι αυτή τα ξέρει όλα. Ενώ στους γενικούς λόγους της έγγραφους εμφάνισης αναφέρεται ότι η Αιτήτρια και στο παρελθόν εκβίασε την Εργοδότρια Εταιρεία που την είχε ανάγκη με αποχώρησή της από την εργασία της και υποβλήθηκε στην Αιτήτρια κατά την αντεξέτασή της ότι τις άλλες φορές που εκβίαζε με αποχώρηση ο κ. Χαραλάμπους υπέκυπτε στις απαιτήσεις της και περαιτέρω της έδινε και μικρή αύξηση στον μισθό της, ο κ. Χαραλάμπους κατά τη μαρτυρία του δεν ανέφερε οποιεσδήποτε σχετικές λεπτομέρειες με την πιο πάνω θέση (περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι η Αιτήτρια έφυγε και άλλες φόρες από την εργασία της και όταν αυτός την προσέγγιζε, ερχόταν πίσω στην εργασία της) και δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν την πιο πάνω θέση. (γ) Ο κ. Χαραλάμπους δεν μας εξήγησε πειστικά για ποιο λόγο έγραψε στην επιστολή του προς το Γραφείο Εργασίας στις 23/06/2015 (Τεκμήριο 6) ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε την εργασία της στις 17/06/2015 και όχι στις 18/06/
  1. (δ) Ενώ στις 20/05/2016 ο δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας δήλωσε ότι το ποσό των €660,00 καταβάλλεται στην Αιτήτρια ως αναλογία του μισθού της για τις μέρες που δούλεψε τον Ιούνιο του 2015, ο κ. Χαραλάμπους κατά την αντεξέτασή του όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο δόθηκαν στην Αιτήτρια €660,00 για 18 μέρες που εργάστηκε τον Ιούνιο του 2015 ενώ ο μηνιαίος μισθός της Αιτήτριας σύμφωνα με αυτόν ήταν €700,00, είπε ότι σε αυτό το ποσό συμπεριλαμβανόταν και αναλογία 13ου μισθού. Ο κ. Χαραλάμπους απέφυγε να μας εξηγήσει πώς υπολογίστηκε το ποσό των €660,00 και ερωτώμενος σχετικά με την πληρωμή του 13ου μισθού στην Αιτήτρια δεν απαντούσε συγκεκριμένα και με σαφήνεια και όταν του υποδείχτηκε ότι σύμφωνα με τα Τεκμήρια 1 και 5 δεν φαίνεται η Αιτήτρια να λαμβάνει 13ο μισθό, αρχικά απάντησε «κάποιους από τους μήνες ήταν 11 μήνες» και στη συνέχεια είπε «νομίζω δέκατο τρίτο, δεν ξέρω αν τον δηλώνουμε, αν τον παίρνει και τον δηλώνει μόνη της στις κοινωνικές ασφαλίσεις γιατί είναι δέκατος τρίτος μισθός». Δεν μας εξήγησε όμως για ποιο λόγο τον Ιούνιο του 2015 η Εργοδότρια Εταιρεία δήλωσε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ότι η Αιτήτρια έλαβε €660,00 (το οποίο ποσό σύμφωνα με αυτόν συμπεριλάμβανε και την αναλογία του 13ου μισθού). (ε) Ενώ ο κ. Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια δεν ζήτησε ποτέ τα δεδουλευμένα της για τον Ιούνιο του 2015, δεν μας εξήγησε πώς ήρθε στην κατοχή της Αιτήτριας το Τεκμήριο
  2. Σε υποβολή ότι όταν η Αιτήτρια τον πήρε τηλέφωνο και τον ρώτησε πότε θα πληρωθεί αυτός την παρέπεμψε στη λογίστρια και της ζήτησε να υπογράψει το Τεκμήριο 2 για να πληρωθεί, απάντησε με υπεκφυγή λέγοντας τα εξής: «όταν πήγε αλλού δουλειά τι έπρεπε να κάνω εγώ να την δηλώνω και εγώ; Είχε πάει αλλού δουλειά, μετά τις 23, σταμάτησα της βάζω κοινωνικές ασφαλίσεις.». Σημειώνουμε ότι το εν λόγω τεκμήριο κατατέθηκε από την Αιτήτρια η οποία ισχυρίστηκε ότι όταν πήγε να πληρωθεί από τη λογίστρια της ζητήθηκε να υπογράψει το εν λόγω έγγραφο και οι εν λόγω θέσεις της Αιτήτριας δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή της. (στ) Ερωτώμενος αν κοινοποίησε ποτέ στην Αιτήτρια τι ποσά δήλωσε η Εργοδότρια Εταιρεία ως απολαβές της Αιτήτριας στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, απάντησε με υπεκφυγή λέγοντας ότι «για να μπορώ να πάρω εγώ τις κοινωνικές ασφαλίσεις των υπαλλήλων μου πρέπει να έχω πληρεξούσιο για να πάρω τις κοινωνικές ασφαλίσεις τους». Όταν ερωτήθηκε κατά πόσον έδινε στην Αιτήτρια payslip για τον μηνιαίο μισθό της[12] αντί να απαντήσει ευθέως είπε ότι νομίζει ότι δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη πληρωμής από μια επιταγή και ότι η Αιτήτρια πληρωνόταν με επιταγές. (ζ) Οι θέσεις του κ. Χαραλάμπους ότι η Αιτήτρια μόλις αποχώρησε από την Εργοδότρια Εταιρεία βρήκε άλλη εργασία δεν επιβεβαιώνονται από τα Τεκμήρια 1 και 5 ούτε υποστηρίχτηκαν από άλλη μαρτυρία. (η) Ο κ. Χαραλάμπους δεν εξήγησε με πειστικότητα και σαφήνεια για ποιο λόγο οι απολαβές της Αιτήτριας στα Τεκμήρια 1 και 5 από το 2008 μέχρι το 2014 ήταν διαφορετικές κάθε έτος. Ενώ στα εν λόγω τεκμήρια φαίνεται να υπάρχει διαφοροποίηση του μηνιαίου μισθού της, ο κ. Χαραλάμπους στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέτασή του σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα συνέδεσε το πιο πάνω ζήτημα με το κλείσιμο του Εστιατορίου κατά τους χειμερινούς μήνες, λέγοντας ότι όταν έκλεινε το Εστιατόριο η Αιτήτρια δεν πληρωνόταν και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δήλωνε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις ό,τι έπαιρνε η Αιτήτρια ως μισθό. Σημειώνουμε ότι στα Τεκμήρια 1 και 5 αναγράφεται ότι μόνο τον Φεβρουάριο του 2012 και τον Δεκέμβριο του 2009 δεν έλαβε μισθό η Αιτήτρια. (θ) Ο κ. Κουμπαρής, σε αντίθεση με τον ο κ. Χαραλάμπους που υποστήριξε ότι η καταγγελία του στην αστυνομία δεν προχώρησε λόγω φόρτου εργασίας του αστυνομικού που την έλαβε και ότι μπορεί να προχωρήσει στη συνέχεια, είπε κατά την αντεξέτασή του ότι η εν λόγω καταγγελία του κ. Χαραλάμπους δεν προωθήθηκε γιατί ο κ. Χαραλάμπους δεν επιθυμούσε λόγω των σχέσεων που είχε με τον καταγγελλόμενο και την οικογένειά του από την αρχή να προβεί στην καταγγελία και μετά όταν εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις δεν ήθελε να προχωρήσει σε ποινική δίωξη και απέσυρε το παράπονό του. (ι) Ο κ. Κουμπαρής δεν προσκόμισε αντίγραφο της καταγγελίας του κ. Χαραλάμπους ή της καταχώρησης της καταγγελίας του κ. Χαραλάμπους στο ηλεκτρονικό αρχείο καταγραφής των καταγγελιών που τηρείται από την αστυνομία, ούτε τα έγγραφα που ισχυρίστηκε ότι είχε στην κατοχή του σχετικά με την κατ' ισχυρισμό καταγγελία του κ. Χαραλάμπους (καταθέσεις που έλαβε από τον κ. Χαραλάμπους και την Xxxxxx Dymitrova, το ιατρικό πιστοποιητικό που του προσκόμισε ο κ. Χαραλάμπους), γεγονός που μας φαίνεται παράξενο. Θεωρούμε ότι οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας κλονίζουν την αξιοπιστία των εν λόγω μαρτύρων και ως εκ τούτου η μαρτυρία τους απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Σημειώνουμε ότι με βάση την αποδεκτή μαρτυρία βρίσκουμε ότι η περίοδος απασχόλησης της Αιτήτριας στην Εργοδότρια Εταιρεία για σκοπούς του Νόμου ήταν από 15/03/2002 μέχρι 18/06/2015 και ο τελευταίος μηνιαίος μισθός της Αιτήτριας ανερχόταν σε €700,
  3. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η κατάληξή μας ότι η Αιτήτρια η οποία είχε το βάρος απόδειξης της υπόθεσής της, απέτυχε να αποδείξει, λόγω μη προσκόμισης αξιόπιστης και αποτελεσματικής μαρτυρίας, ότι η απασχόλησή της στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε μονομερώς από την Εργοδότρια Εταιρεία. Το γεγονός ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία από την Εργοδότρια Εταιρεία δεν έγινε αποδεχτή δεν προσθέτει στην αδυναμία της μαρτυρίας που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της υπόθεσης της Αιτήτριας (Kades v. Nicolaou & Another [1986] 1 C.L.R. 212, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ν. Νέστωρα Χ'' Νέστωρος [1990] 1 C.L.R. 41, Paphos Stone C. Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, ECLI:CY:AD:2014:A457, Πολ. Έφεση Αρ.361/2009 ημερ.03/07/2014). Καταλήγουμε ομόφωνα ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι στις 18/06/2015 η απασχόλησή της τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία. Συνακόλουθα οι απαιτήσεις της Αιτήτριας για αποζημιώσεις λόγω παράνομης απόλυσής της και πληρωμής αντί προειδοποίησης απορρίπτονται. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η αίτηση απορρίπτεται. Ενόψει του ότι (α) η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έθεσε ενώπιόν μας έγγραφα (όπως σύμβαση εργασίας, καταστάσεις μισθοδοσίας (payslips)), τα οποία με βάση τον Ν.100
(1)/2000 και τον Ν.35
(7)/2007 ως εργοδότης όφειλε να τηρεί και/ή να παραδώσει στους εργοδοτούμενούς της και σπαταλήθηκε αρκετός δικαστικός χρόνος για να εξετάσει το Δικαστήριο στη βάση μόνο προφορικής μαρτυρίας ζητήματα ύψους απολαβών, όρων εργασίας και περιόδου απασχόλησης της Αιτήτριας και (β) η μαρτυρία και των δύο πλευρών κρίθηκε ως αναξιόπιστη, δεν επιδικάζουμε έξοδα υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Μ. Σμίλας, Μέλος Ν. Σαββίδης, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «7.
(1)Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτως θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄ οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.» [2] Γιώργος Αριστείδου ν. R. K. Super Beton Ltd [1999] 1 Α.Α.Δ. 114, Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari [1990] 1 A.A.Δ.
  1. [3] Στο σύγγραμμα D. Lockton, "Employment Law," 5th Edition, Palgrave Machillan Law Master στην σελ.242, αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: "If the parties mutually agree that the contract should come to an end, then neither party has ended the agreement and as such there will be no dismissal (employer termination) or resignation (employee termination)". Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στη σελ.400, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Α consensual termination arises where the employment is terminated by mutual agreement and the reason for that agreement is generally irrelevant. Since there is no dismissal, no statutory rights ensue..The distinction between resignation and a termination by mutual agreement is that the former is a unilateral act by the employee, whereas the latter requires the consent of both parties, because otherwise there may be a breach of contract of one party». [4] Στις περιπτώσεις όπου η παραίτηση του εργοδοτούμενου είναι συνέπεια της επίδειξης συμπεριφοράς από τον εργοδότη που κλονίζει το απαραίτητο για τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης κλίμα αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ή της ουσιώδους παράβασης των όρων εργασίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, τότε δεν θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση αλλά ως εξαναγκασμός σε παραίτηση και συνιστά παράνομο τερματισμό της απασχόλησης από την πλευρά του εργοδότη . Βλέπε Elbee Co v. Efstathiou [1989] 1 CLR 448, Louis Tourist Agency v. Αντιγόνης Ηλία [1992] 1(Β) Α.Α.Δ. 98, Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp [1978] 2 ALL E.R.
  2. [5] Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018, paragraph [225] αναφέρονται τα πιο κάτω: ".. the situation not infrequently arises where the employer uses language which he did not intend to constitute a dismissal but which the employee interpreted as a dismissal. Similarly, the reverse can occur, ie the employee being treated by the employer as having resigned even though he had not meant to do so. Sometimes the employer merely intends to rebuke the employee, or he may use words of abuse in a moment of irritation, and yet the employee might construe them as words of dismissal. If the employee acts on the words used and leaves, this will be a dismissal if the words did indeed constitute a termination by the employer, but a resignation by the employee if they did not.." [6] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στη σελ.405, αναφέρονται τ' ακόλουθα: ".there may be circumstances of implied resignation or resignation by conduct. Thus, if an employee disappears, and does not respond to the employer's communications, or if it is discovered that is working for another employer, it may not be difficult to infer that he has resigned his employment. The point was made by Sir John Donaldson in Harrison v George Wimpey & Co Ltd 'Where an employee so conducts himself as to lead a reasonable employer to believe that the employee has terminated the contract, the contract is then terminated.' [7] Στο σύγγραμμα St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths στις σελίδες 58-61 σημειώνονται τα πιο κάτω: "..there are cases in which the employer's actions in terminating the contract have been completely unambiguous...Similarly there are many cases where the employee has quite unambiguously resigned. Yet the circumstances of some cases raise a basic question as to who really terminated the contract.. in looking at the language used by an employee or an employer, employment tribunals have a wide discretion on the issue of what weight to give the circumstances in which the words are uttered.. Where however a statement is ambiguous, because it has been made in the heat of the moment or where the statement is clear but the context makes it ambiguous, the effect of the statement is a question of fact and the tribunal will be entitled to conclude that there is no real resignation. The test of how the other party understood the language must be objective, i.e. what the 'reasonable' employer or employee might have understood the words to mean. As the EAT remarked in BG Gale Ltd v Gilbert: 'the undisclosed intention of a person using language whether orally or in writing as to its intended meaning is not properly to be taken into account in concluding what is true meaning is. That has to be decided from the language used and the circumstances in which it was used.' Moreover, where there is an attempted retraction after the statement the effect of the retraction is a question of fact for the employment tribunals to decide using a common sense approach. However the retraction must not come to slate as to amount in law to an attempt unilaterally to withdraw a dismissal or resignation that has already occurred. As Philips J stated in Tanner v DT Kean Ltd: 'A word of caution is necessary because in considering later events it is necessary to remember that a dismissal or resignation once it has taken effect cannot be unilaterally withdrawn. Accordingly, as it seems to us later events need to be scrutinized with some care in order to see whether they are genuinely explanatory of the acts alleged to constitute dismissal or whether they reflect a change of mind.' Subject to this, the question is essentially one of fact for employment tribunals. The surrounding circumstances both before and after the statement can be weighed by the tribunal to determine whether the statement had the effect of a dismissal as opposed to a resignation." [8] Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018 paragraphs [229-230] αναφέρονται τα πιο κάτω: " Where the language used is ambiguous, what are the principles to apply in determining how the words should be interpreted?................ It is submitted that the following propositions can be drawn from these cases:
(1)The intention of the speaker is not the relevant test. ..As Arnold J commented in the case BG Gale Ltd v Gilbert [1978] ICR 1149: "It is of course well - known that the undisclosed intention of a person using language whether orally or in writing as to its intended meaning is not properly to be taken into account in concluding what tis true meaning is. That has to be decided from the language used and from the circumstances in which it was used." .... If the words used by the speaker are on their face ambiguous, then the test is how the words would have been understood by a reasonable listener. Provided the listener honestly and reasonably construed them as a dismissal or resignation, he or she should be permitted to rely upon that construction even if that was the intention of the speaker...it is submitted that the genuine understanding of the listener is not the test here, for why should his possibly unreasonable construction of the words bind the speaker? In other words, the test is objective rather than subjective and the question of whether or not there has been a dismissal or resignation must be considered in the light of all the surrounding circumstances....In [ J & J Stern v Simpson [1983] IRLR 52] the EAT preferred to state the test as being 'to construe the words in all the circumstances of the case in order to decide whether or not there has been a dismissal' rather than as being to apply an objective test to ambiguous words. But with respect, there would appear to be no distinction between these formulations: by focusing on the surrounding circumstances rather than seeking to discover the actual intention of the speaker or the honest understanding of the listener, an objective test is inevitably involved. This can be seen as confirmed in the East Kent Hospitals University NHS Foundation Trust v Levy, Appeal No. UKEAT/0232/17/LA where the EAT held that, although the claimant had given 'notice' to the employer had actually understood this to refer (as she had intended) to ending her work at department A before a mooted transfer to department B; In these rather unusual circumstances her wording was ambiguous and the tribunal had properly applied the objective test and held that this was what the employer has honestly and reasonably understood. Its belief was relevant evidence. But ultimately the test was objective." [9] Barclay v. City of Glasgow District Council [1983] IRLR 313, Sovereign House Security Services Ltd v. Savage [1989] IRLR 115, Kwit- Fit (GB) Ltd v. Lineham [1992] IRLR 156. Στην υπόθεση Willoughby v. CF Capital [2012] ICR 1038 λέχθηκαν τα εξής:"The "rule" is that a notice of resignation or dismissal (whether oral or in writing) has effect according to the ordinary interpretation of its terms. Moreover, once such a notice is given it cannot be withdrawn except by consent. The "special circumstances" exception as explained and illustrated in the authorities is I consider, not strictly a true exception to the rule. It is rather in the nature of a cautionary reminder to the recipient of the notice that before accepting or otherwise acting upon it, the circumstances in which it is given may require him first to satisfy himself that the giver of the notice did in fact really intend what he had apparently said by it." [10] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ. 405, αναφέρονται τ' ακόλουθα: "If an employee resigns, then (unless it is a constructive dismissal) he has not been dismissed. If the words used by the employee are clear and unambiguous (e.g. 'I am leaving, I want my cards') then there are no grounds for the employment tribunal to find that the words have a significance other than their plain meaning (BG Gale Ltd v Gilbert [1978] ICR1149). If the words are ambiguous, then the test is, what would a reasonable employer have understood by those words in that context (Tanner v Kean Ltd [1978] IRLR 110)." [11] Η εν λόγω παράλειψη συνιστά ποινικό αδίκημα. [12] Σημειώνουμε ότι ενώ με βάση το άρθρο 12 του Περί Προστασίας Μισθών του 2007 Ν.35(Ι)/2007ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται για τον κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και καθαρό μισθό του, η Εργοδότρια Εταιρεία δεν έθεσε ενώπιόν μας τέτοια αρχεία σχετικά με την Αιτήτρια, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στον μισθό της και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.