← Κύπρος

ΜΑΡΙΑΣ ΠΟΤΑΜΙΤΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7/2017, 30/6/2022

ΜΑΡΙΑΣ ΠΟΤΑΜΙΤΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7/2017, 30/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:35 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Μ. Αρχοντίδη, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 7/2017 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑΣ ΠΟΤΑΜΙΤΟΥ Αιτήτρια -και-

  1. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  2. ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΑΓΚΑΡΗ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Ιουνίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: Γ. Ιεροδιακόνου για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Για Καθ' ου η αίτηση 1: Α. Σελίπας Για Καθ' ου η αίτηση 2: Γ. Χ'' Μιχαήλ - Καρακοβούνη ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά από αίτημα των Καθ' ων η αίτηση το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 29.7.2021 διέταξε την προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου που εγείρουν οι Καθ' ων η αίτηση στους γενικούς λόγους εμφάνισης που έχει ως ακολούθως: «Οι Καθ' ων η αίτηση εγείρουν προδικαστική ένσταση και λέγουν ότι τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση της Αιτήτριας δεν στοιχειοθετούν τη Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών καθώς οι αξιώσεις της Αιτήτριας στην παρούσα Αίτηση όπως και οι βάσεις που τις θεμελιώνουν όπως αυτές εκτίθενται στους Γενικούς λόγους και το Αιτητικό της Αίτησης της Αιτήτριας δεν στηρίζονται και ούτε εμπίπτουν στο πλαίσιο του περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμου του 2004 και του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση ή/ και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου 2002 (Ν. 205(Ι/2002).» Σύμφωνα με τη νομολογία, «. θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα

(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι, όπως υποδεικνύεται στη Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729 και Interamerican Insurance Co Ltd v. Μακρίδου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1529, 1534), αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». Με την παρούσα Αίτηση, η Αιτήτρια αξιώνει διάφορες θεραπείες όπως: (α) Δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για ηθική και σωματική βλάβη που υπέστη και ή προκάλεσαν οι Καθ' ων η αίτηση με τις πράξεις και παραλείψεις τους (β) Ποσό €1.100 ειδικές ζημιές, ιατρικά έξοδα, φαρμακευτική αγωγή (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το δικαίωμα της Αιτήτριας να απασχολείται σύμφωνα με τα σχέδια υπηρεσίας της θέσης της (δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Καθ' ων η αίτηση να αναθέσουν καθήκοντα στην Αιτήτρια σύμφωνα με τα σχέδια υπηρεσίας της θέσης της (ε) Νόμιμους τόκους, έξοδα, πλέον ΦΠΑ. Είναι κοινή συνισταμένη των θέσεων των διαδίκων ότι η Αιτήτρια κατέχει τη θέση του Πρώτου Λειτουργού Εσωτερικών Προσόδων στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων της Δημοκρατίας από 15.2.
  1. Με τους γενικούς λόγους της Αίτησης, η Αιτήτρια αφού αναφέρεται στο χρόνο διορισμού της, στην ανέλιξη και τα ακαδημαϊκά της προσόντα, διατείνεται μεταξύ άλλων, ότι είναι άτομο υψηλού επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου και ότι λόγω των πεποιθήσεων της εφάρμοζε πιστά τους Φορολογικούς Νόμους και τις διατάξεις του Νόμου. Ένεκα των πεποιθήσεων της έχει τεθεί σε απραξία από τους Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι ενέργησαν κατά παράβαση του περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμου του 2004 (Ν.58(Ι)/2004) και του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και την Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου του 2002 (Ν.205(Ι)/2002). Ο Καθ' ου η αίτηση 2 στις 19.2.2016 διορίστηκε ως Έφορος Φορολογίας. Η απόφαση αυτή ανακλήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο κατόπιν προσφυγής που υπέβαλε η Αιτήτρια και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη στο Διοικητικό Δικαστήριο. Στις 8.4.2016 ο Καθ' ου η αίτηση 2 διορίστηκε εκ νέου ως Έφορος Φορολογίας, απόφαση την οποία η Αιτήτρια προσέβαλε εκ νέου με την Προσφυγή αρ. 541/
  2. Από τη θέση αυτή ο Καθ' ου η αίτηση 2 είχε καθήκον να εφαρμόζει και εποπτεύει την εφαρμογή των Νόμων του Τμήματος Φορολογίας, κάτι που δεν έπραττε με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να φέρει τούτο εις γνώση του Υπουργικού Συμβουλίου με επιστολή της ημερ. 25.1.
  3. Η Αιτήτρια από 2.7.2012 μέχρι 6.6.2016 είχε διατελέσει προϊσταμένη του Επαρχιακού Γραφείου Λευκωσίας. Ο Καθ ου η αίτηση 2, ως προϊστάμενος της, αμέσως μετά τον διορισμό του και με σκοπούς αντιποίνων απομάκρυνε την Αιτήτρια από την πιο πάνω θέση χωρίς καμία δικαιολογία, μεταφέροντας το γραφείο της στο Υπουργείο Οικονομικών. Έκτοτε το μόνο καθήκον που ανάθεσε στην Αιτήτρια ήταν δύο μελέτες τις οποίες η τελευταία ετοίμασε και παρέδωσε στις 28.9.
  4. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν θέσμιο καθήκον να της αναθέσουν καθήκοντα σύμφωνα με τα σχέδια υπηρεσίας της θέσης που κατέχει και να μην της επιβάλλουν αντί αυτού αντίποινα. Είναι επίσης η θέση της ότι οι Καθ' ων η αίτηση την έχουν απομονώσει σε ένα γραφείο στο Υπουργείο Οικονομικών χωρίς να της αναθέτουν καθήκοντα λόγω των πεποιθήσεων της και του τρόπου εργασίας σε σχέση με τους φορολογούμενους, θέματα τα οποία έθιξε με δύο επιστολές της, ως αντίποινα για τις προσφυγές που καταχώρησε στο Διοικητικό Δικαστήριο και για την όλη στάση της σε σχέση με τα θέματα ισότητας και των παρανομιών που κατάγγειλε στον προϊστάμενο της. Περαιτέρω ότι η μετακίνηση της από Προϊσταμένη του Επαρχιακού Γραφείου και ή η τοποθέτηση της στο χώρο του Υπουργείου Οικονομικών σε απραξία χωρίς να της αναθέτουν τα καθήκοντα της, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των συνθηκών εργασίας της η οποία προκάλεσε και προκαλεί στην ίδια άμεση υλική και ηθική ζημιά και προσβάλλει την προσωπικότητα της και την αξιοπρέπεια της, δημιουργώ-ντας για την ίδια ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό και επιθετικό περιβάλλον. Οι εκτιθέμενες δε, στους γενικούς λόγους της Αίτησης, πράξεις και ή παραλείψεις των Καθ' ων η αίτηση αποτελούν διάκριση λόγω πεποιθήσεων εις βάρος της και παράβαση των εργασιακών της συνθηκών και των όρων απασχόλησης της. Επίσης η μη ανάθεση σε αυτή καθηκόντων αποτελεί δυσμενή μεταχείριση η οποία απαγορεύεται από τον Νόμο, ειδικότερα για την ίδια η οποία έχει προβεί σε καταγγελία ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου και με την προσφυγή της εμπλέκεται σε διαδικασία που στοχεύει στην πραγμάτωση της Αρχής της Ίσης Μεταχείρισης η οποία διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των πολιτών και την παροχή ίσων ευκαιριών σε αυτούς να διεκδικήσουν θέση στο δημόσιο. Περαιτέρω η δυσμενής μεταχείριση και τα αντίποινα των Καθ' ων η αίτηση οφείλονται στις πεποιθήσεις της όσον αφορά την εφαρμογή πιστά των Φορολογικών Νόμων σε σχέση με τους φορολογούμενους, θέματα τα οποία έθιξε με τις επιστολές της. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις τελικές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τη θέση της κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομική της πτυχή. Με κύριο νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες των άρθρων 3, 4, 6, 10, 11 και 12 του Ν.58(Ι)/2004, ο ευπαίδευτος συνήγοροι για την Αιτήτρια εισηγήθηκε ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί που περιέχονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, είναι ικανοί να εντάξουν την παρούσα υπόθεση εντός της εμβέλειας των άρθρων 6 και 10 του Νόμου και να στοιχειοθετήσουν τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, εστιάζοντας το βασικό παράπονο της Αιτήτριας, στο κατ' ισχυρισμό γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 μετά τον διορισμό του στη θέση του Εφόρου Φορολογίας, την απομάκρυνε από τη θέση που κατείχε και την περιόρισε σε ένα γραφείο στο Υπουργείο Οικονομικών, αναθέτοντας της, μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, δύο μόνο μελέτες τις οποίες ετοίμασε και παρέδωσε στις 28.9.2016, και τούτου ως επακόλουθο δύο προσφυγών που άσκησε η Αιτήτρια εναντίον του διορισμού του Καθ' ου η αίτηση 2 στη θέση του Εφόρου Φορολογίας στις 19.2.2016 και 8.4.2016 αντίστοιχα, και της επιστολής ημερ. 25.1.2016 με την οποία κατήγγειλε τον Καθ' ου η αίτηση 2 στο Υπουργικό Συμβούλιο για την παράλειψη του να εφαρμόσει και εποπτεύσει την εφαρμογή των περί Φορολογίας Νόμων, εισηγήθηκε ότι οι επίδικες ενέργειες του Καθ' ου η αίτηση 2 εις βάρος της Αιτήτριας συνιστούν δυσμενή μεταχείριση έναντι της κατά παράβαση του άρθρου 10 του Ν.58(Ι)/2004 που αποβλέπει στην προστασία έναντι αντιποίνων. Περαιτέρω, αναφερόμενος σε συγκεκριμένες παραγράφους των γενικών λόγων της Αίτησης και σε επιστολές της Αιτήτριας ημερ. 18.10.2016 προς τον Καθ' ου η αίτηση 2 - Έφορο Φορολογίας, ημερ. 8.11.2016 προς τον Υπουργό Οικονομικών και ημερ. 20.12.2016 προς τον Επίτροπο Διοίκησης, εισηγήθηκε ότι κατά παράβαση του άρθρου 6 του Ν.58(Ι)/2004 οι Καθ' ων η αίτηση έθεσαν σε απραξία την Αιτήτρια και την απομόνωσαν σε ένα γραφείο χωρίς να της αναθέτουν καθήκοντα, λόγω των πεποιθήσεων της και του τρόπου εργασίας της για τη εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας χωρίς χαλαρώσεις, τη σταθερή άποψη και πεποίθηση της για αποφυγή απώλειας εσόδων, την ανάγκη πάταξης της φοροδιαφυγής, τον σωστό χειρισμό των φορολογικών υποθέσεων, τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων που θα επιφέρουν αύξηση των εσόδων του Δημόσιου Ταμείου κ.α. Αντίθετα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκαν ότι η έννοια και/ή το προστατευόμενο χαρακτηριστικό της «θρησκείας ή πεποιθήσεων» όπως συναντάται στο Ν.58(Ι)/2004, δεν συμπίπτει με την έννοια και ή το γενικότερο ως προστατευόμενο χαρακτηριστικό των «άλλων πεποιθήσεων» αφού το πρώτο καλύπτει μόνο θέματα θρησκείας που προστατεύονται ειδικά από τις διακρίσεις, ενώ το δεύτερο καλύπτει γενικότερα θέματα ελευθερίας έκφρασης και καλύπτεται από την γενικότερη προστασία της ελευθερίας έκφρασης. Με αναφορά στο σκοπό του Ν.58(Ι)/2004 και στα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που η Αιτήτρια παραθέτει στους γενικούς λόγους της Αίτησης, εισηγείται αφενός ότι η έννοια «πεποιθήσεις» στις οποίες στηρίζει την υπόθεση της, δεν συμπίπτει με κάποιο από τα προστατευόμενα στο Νόμου αυτό χαρακτηριστικά. Αφετέρου, ότι ουδεμία ισχυριζόμενη παράβαση προβάλλεται που να σχετίζεται με το προστατευόμενο στον Ν.205(Ι)/2002 χαρακτηριστικό της διάκρισης λόγω «φύλου». Κατ' επέκταση, εισηγούνται ότι η επικαλούμενη Νομοθεσία δεν τυγχάνει εφαρμογής και ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ελλείψει δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. Νομική Πτυχή Ο περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμος του 2004 (Ν.58(Ι)/2004) ως έχει τροποποιηθεί από τους Ν.50(Ι)/2007 και 86(Ι)/2009, εκδόθηκε με σκοπό την μερική εναρμόνιση της κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις δύο Οδηγιών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αναφέρονται σε ζητήματα ισότητας και απαγόρευσης των διακρίσεων. Πρόκειται για την Οδηγία 2000/43/ΕΚ, της 29ης Ιουνίου 2000, περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης προσώπων ασχέτως φυλετικής ή εθνοτικής τους καταγωγής (Οδηγία για την φυλετική ισότητα) και την Οδηγία 2000/78/ΕΚ, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (Οδηγία για την ίση απασχόληση στην εργασία). Σκοπός της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων είναι να εξασφαλίσει σε όλα τα άτομα ισότιμες και δίκαιες προοπτικές πρόσβασης στις ευκαιρίες που παρουσιάζονται στην κοινωνία. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 3 του Ν.58(Ι)/2004: «σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η θέσπιση πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκείας ή πεποιθήσεων, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας προκειμένου να υλοποιηθεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης». Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου: «6.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 7 και 8, απαγορεύεται οποιαδήποτε: (α) άμεση διάκριση, (β) έμμεση διάκριση, (γ) παρενόχληση ή (δ) εντολή για την εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων, ηλικίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής στους τομείς που καλύπτει το άρθρο 4.» Η ερμηνεία των εννοιών «άμεση διάκριση» και «έμμεση διάκριση» περιέχεται στο άρθρο 2 του Νόμου ως ακολούθως: «άμεση διάκριση» σημαίνει τη λιγότερο ευνοϊκή μεταχείριση που υφίσταται ένα πρόσωπο για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3, από αυτήν που υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο σε ανάλογη κατάσταση ένα άλλο πρόσωπο. «έμμεση διάκριση» σημαίνει κάθε εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική που ενδέχεται να προκαλέσει μειονεκτική μεταχείριση ενός προσώπου για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 σε σχέση με άλλα πρόσωπα, εκτός εάν η εν λόγω διάταξη, κριτήριο ή πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικά από ένα θεμιτό στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι πρόσφορα και αναγκαία. Η προστασία από αντίποινα περιέχεται στο άρθρο 10 του Εναρμονιστικού Νόμου ως ακολούθως: «
  1. Απαγορεύεται οποιαδήποτε δυσμενής μεταχείριση ή επίπτωση έναντι οποιουδήποτε προσώπου, το οποίο προβαίνει σε καταγγελία ή εμπλέκεται σε διαδικασία που στοχεύει στην πραγμάτωση της αρχής της ίσης μεταχείρισης Οι Οδηγίες[1] κατά των διακρίσεων και οι εθνικές ρυθμίσεις που τις μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους δεν επιβάλλουν στον εργοδότη μια γενική υποχρέωση ίσης μεταχείρισης, αλλά περιορίζονται να απαγορεύσουν διακρίσεις που στηρίζονται σε συγκεκριμένους και ρητά προβλεπόμενους λόγους. Επομένως, διακρίσεις για άλλους, πέραν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στις ρυθμίσεις αυτές λόγους, επιτρέπονται, εκτός αν προσκρούουν σε άλλες ειδικές απαγορευτικές διατάξεις. Το στοιχείο αυτό διακρίνει τις ειδικές απαγορεύσεις διακρίσεων από τη γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης. Όπως επισημαίνει και το ΔΕΕ, η Οδηγία 2000 /78 δεν καθιερώνει την αρχή της ίσης μεταχείρισης στο τομέα της απασχόλησης και της εργασίας, αλλά έχει μοναδικό σκοπό - όπως αποδεικνύει ο τίτλος της και το άρθρο 1 - «τη θέσπιση, όσον αφορά τους εν λόγω τομείς, γενικού πλαισίου για την καταπολέμηση των διακρίσεων που εδράζονται σε διάφορους παράγοντες, μεταξύ των οποίων και η ηλικία» (ΔΕΕ 22.11.2005, C-144/04 Mangold σκ.77, ΔΕΕ 19.1.2010, C-555/07, Kucukdeveci, σκ.51.) Οι Οδηγίες αυτές προβλέπουν συγκεκριμένο κατάλογο προσωπικών γνωρισμάτων που απαγορεύεται να αποτελέσουν κριτήρια διάκρισης. Πρόκειται για το φύλο, τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τις θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την αναπηρία, την ηλικία και τον γενετήσιο προσανατολισμό. Από το κείμενο τους προκύπτει ότι η προστασία από διακρίσεις περιορίζεται στις διακρίσεις που οφείλονται σ' ένα από τα στοιχεία που οι ρυθμίσεις αυτές αναφέρουν, τα οποία και απαριθμούνται περιοριστικά. Επομένως διακρίσεις που οφείλονται σε άλλους λόγους δεν καλύπτονται από το προστατευτικό πεδίο των ρυθμίσεων αυτών και ούτε είναι δυνατή η κατ' αναλογία επέκταση της εφαρμογής τους: emummeratio unius, exklusio alterius. Έτσι το ΔΕΕ δέχθηκε ότι η απαγόρευση διακρίσεων λόγω αναπηρίας δεν μπορεί να καλύψει διακρίσεις λόγω ασθένειας, εκτός αν η ασθένεια προσλαμβάνει στη συγκεκριμένη περίπτωση μορφή αναπηρίας. Επίσης ως προς τα στοιχεία αυτά δεν γίνεται παραπομπή στο δίκαιο των κρατών μελών για τον ορισμό του περιεχομένου τους και συνεπώς πρέπει να ερμηνεύονται αυτοτελώς και ομοιόμορφα για όλη την ενωσιακή έννομη τάξη. (ΔΕΚ 11.7.2006, C-13/05 Chacon Navas). Συνεπώς, κατά την ερμηνεία των διατάξεων της εναρμονιστικής νομοθεσία και δη του Ν.58(Ι)/2004, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ρυθμίσεις των Οδηγιών, ώστε η αποδιδόμενη ερμηνεία να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και τον σκοπό που επιτελούν. Μεταξύ δε περισσότερων ερμηνειών θα πρέπει να ακολουθείται η πλησιέστερα ευρισκόμενη στο σκοπό των Οδηγιών. Σημειωτέο ότι το καθήκον σύμφωνης με τις οδηγίες ερμηνείας αφορά όλη την εθνική νομοθεσία και όχι μόνο τις διατάξεις που θεσπίστηκαν ειδικά για τη συμμόρφωση προς το περιεχόμενο των Οδηγιών. Στην προκείμενη περίπτωση, επικαλούμενη η Αιτήτρια τις πρόνοιες των άρθρων 6 και 10 του Ν. 58(Ι)/2004, ισχυρίζεται ότι υπέστη δυσμενή μεταχείριση λόγω των πεποιθήσεων της να εκτελεί σωστά την εργασία της και να εφαρμόζει χωρίς χαλαρώσεις τη φορολογική νομοθεσία για αποφυγή της απώλειας εισοδημάτων, την πάταξη της φοροδιαφυγής, τον σωστό χειρισμό των φορολογικών υποθέσεων και την αύξηση των εσόδων του Κράτους. Ότι λόγω των πεποιθήσεων της, αφού έφερε εις γνώσιν του Υπουργικού Συμβουλίου την μη σωστή εφαρμογή και συμμόρφωση του Καθ' ου η αίτηση 2 με τους Νόμους του Τμήματος Φορολογίας και αφού προσέβαλε με δύο προσφυγές τον διορισμό του στη θέση του Εφόρου Φορολογίας, οι Καθ' ων η αίτηση την έθεσαν σε απραξία, απομονώνοντας την σε ένα γραφείο στο Υπουργείου Οικονομικών χωρίς την ανάθεση καθηκόντων. Η νομοθεσία της ΕΕ προβλέπει περιορισμένη προστασία από τις διακρίσεις λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων[2]. Αντιθέτως, το πεδίο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), στην οποία παραπέμπει ο ενωσιακός νομοθέτης με την αιτιολογική σκέψη 1 της Οδηγίας 2000 /78, είναι πολύ ευρύτερο, καθώς το άρθρο 9 θεμελιώνει αυτοτελές δικαίωμα στην ελευθερία της συνείδησης, τα της θρησκείας και των πεποιθήσεων. Ούτε το ΔΕΕ ούτε το ΕΔΔΑ έχουν εξετάσει λεπτομερώς το περιεχόμενο των εννοιών «θρησκεία» ή «πεποιθήσεις» που προστατεύονται δυνάμει της Οδηγίας για την ισότητα στην απασχόληση ή της ΕΣΔΑ. Το θέμα αυτό έχει, πάντως, εξεταστεί αναλυτικά ενώπιον εθνικών δικαστηρίων (βλ. Απόφαση House of Lords, Islington London Borough Council v. Ladele (Liberty intervening) [2009] EWCA Civ 1357, 12.2.2010). Με αφορμή διάφορες υποθέσεις που άπτονταν του ουσιαστικού δικαιώματος στην ελευθερία της θρησκείας και των πεποιθήσεων δυνάμει της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ έχει καταστήσει σαφές ότι το κράτος δεν μπορεί να επιχειρεί να προκαθορίζει το περιεχόμενο των εννοιών «θρησκεία» ή «πεποίθηση», και ότι οι έννοιες αυτές προστατεύουν «αθεϊστές, αγνωστικιστές, σκεπτικιστές αλλά και όσους δεν ενδιαφέρονται», προστατεύουν δηλαδή όσους επιλέγουν «να έχουν ή να μην έχουν θρησκευτικές πεποιθήσεις και να ασκούν ή να μην ασκούν θρησκευτικά καθήκοντα». Από τις υποθέσεις αυτές προκύπτει ακόμη ότι η θρησκεία ή η πεποίθηση είναι κατά κύριο λόγο προσωπικές και υποκειμενικές, και δεν σχετίζονται κατ' ανάγκη με πίστη, που έχει αναπτυχθεί προς θεσμούς (ΕΔΔΑ, Παράρτημα του Στρατού της Σωτηρίας στη Μόσχα κατά Ρωσίας (αρ. 72881/01), 5.10.2006, παρ. 57-58· ΕΔΔΑ, Metropolitan Church of Bessarabia και λοιποί κατά Μολδαβίας (αρ. 45701/99), 13.12.2001, παρ. 114· ΕΔΔΑ, Hasan και Chaush κατά Βουλγαρίας [Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης] (αρ. 30985/96), 26.10.2000, παρ. 60 και 62). Σύμφωνα με τον Ζερδελή (ανωτέρω), «Στενά συνδεδεμένη με την έννοια της θρησκείας είναι η έννοια των πεποιθήσεων. Στην έννοια αυτή υπάγονται και οι πολιτικές πεποιθήσεις, μολονότι το άρθρο 21 του Χάρτη διακρίνει τις πεποιθήσεις από το πολιτικά φρονήματα.» Υποστηρίζεται πάντως, ότι οι «άλλες πεποιθήσεις», επειδή ακριβώς βρίσκονται σε σχέση διαζευκτική με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και προσδιορίζονται σε αντιπαραβολή με αυτές, πρέπει να νοούνται ως πεποιθήσεις της ίδιας έντασης με τις θρησκευτικές, πεποιθήσεις που απαντούν στα ίδια ερωτήματα, θεμελιώδη για την υπόσταση του ανθρώπου και τον αυτοπροσδιορισμό του (προέλευση και σκοπός της ύπαρξης). Συνεπώς, μόνον οι πεποιθήσεις που εξομοιώνονται με θρησκεία προστατεύονται. Σημειώνεται επομένως ότι βρίσκονται εκτός προστατευτικού πεδίου, οι πολιτικές πεποιθήσεις, δεδομένου ότι από την ερμηνεία της οδηγίας 2000/78 προκύπτει ότι ο ενωσιακός νομοθέτης δεν είχε τη βούληση να επεκτείνει την προστασία από διακρίσεις και σε αναφορά με τις πολιτικές πεποιθήσεις. (βλ. Thϋsing, Mϋnchener Kommentar zum Bϋrgerlichen Gesetzbuch, σελ. 57-58, Stein/Rust in Allgemeines Gleichbehandlungsgesetz, σελ. 196). Στο πλαίσιο της υπόθεσης C-804/18, το ΔΕΕ εξέτασε το ζήτημα αν ένας εσωτερικός κανόνας επιχείρησης ο οποίος απαγορεύει στους εργαζομένους να φέρουν οιοδήποτε εμφανές σύμβολο πολιτικών, φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων στον χώρο εργασίας συνιστά, έναντι των εργαζομένων που τηρούν συγκεκριμένους ενδυματολογικούς κανόνες βάσει θρησκευτικών επιταγών, άμεση διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων την οποία απαγορεύει η Οδηγία 2000/
  2. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η χρήση σημείων ή ενδυμάτων προς εκδήλωση του θρησκεύματος ή των πεποιθήσεων καλύπτεται από την «ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας». Επίσης, για την εφαρμογή της Οδηγίας 2000/78, οι όροι «θρησκεία» και «πεποιθήσεις» αποτελούν τις δύο όψεις ενός και του αυτού λόγου διάκρισης. Στο πλαίσιο της υπόθεσης C-341/19, το ΔΕΕ εξέτασε το ζήτημα αν μια έμμεση διάκριση λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων που απορρέει από εσωτερικό κανόνα επιχείρησης ο οποίος απαγορεύει τη χρήση στον χώρο εργασίας εμφανών συμβόλων πολιτικών, φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων, με σκοπό την τήρηση πολιτικής ουδετερότητας εντός της επιχείρησης, μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον αν η απαγόρευση καλύπτει κάθε εμφανή μορφή εκδήλωσης των πολιτικών, φιλοσοφικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων ή αν αρκεί να περιορίζεται αυτή στα επιδεικτικά και ευμεγέθη σύμβολα, εφόσον εφαρμόζεται με συνοχή και συστηματικότητα. Μια τέτοια περιορισμένη απαγόρευση ενδέχεται να θίγει περισσότερο όσους ανήκουν σε θρησκευτικά, φιλοσοφικά και μη ομολογιακά ρεύματα τα οποία προβλέπουν τη χρήση συγκεκριμένης ενδυμασίας ή ευμεγέθους και επιδεικτικού συμβόλου, όπως το κάλυμμα της κεφαλής. Αποφασίστηκε επίσης ότι εθνικές διατάξεις περί προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας μπορούν να ληφθούν υπόψη ως ευνοϊκότερες διατάξεις, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, στο πλαίσιο της εξέτασης του πρόσφορου χαρακτήρα έμμεσης διαφορετικής μεταχείρισης λόγω θρησκείας ή πεποιθήσεων[3]. Στην προκείμενη περίπτωση, οι λόγοι στους οποίους αναφέρεται η Αιτήτρια δεν καλύπτονται από το προσωπικό γνώρισμα της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω πεποιθήσεων, αλλά ούτε και από τα άλλα γνωρίσματα που απαριθμούνται περιοριστικά στο Ν.58(Ι)/
  3. Περαιτέρω δεν καλύπτονται ούτε και από τις πρόνοιες του Ν.205(Ι)/2002 σε σχέση με τις περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου, με αποτέλεσμα να μην εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο των ρυθμίσεων αυτών. Για όλα τα πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Σ. Ηρακλέους, Μέλος Μ. Αρχοντίδης, Μέλος ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. Δημήτρης Ζερδελής, Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο [2] Βλ. Θ. Τζανάκης, Αρεοπαγίτης «Σειρά σεμιναρίων για το Ευρωπαϊκό Δίκαιο κατά των Διακρίσεων» Trier (Germany). [3] ΔΕΕ της 15.07.2021, C-804/18 & C-341/19, αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, IX κατά WABE eV & MH Müller Handels GmbH κατά MJ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.