VOLKEN MALLE ν. PM LUCAS ENTERPRISES LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 151/2020, 5/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:29 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ντ. Ντεμιρτζιάν και Κ. Χριστοδούλου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 151/2020 Μεταξύ: VOLKEN MALLE Αιτητής -και- PM LUCAS ENTERPRISES LIMITED Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 5η Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Φιακάς για Στέλιος Αμερικάνος & Σια ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Χαραλάμπους για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σια ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («η Αίτηση») καταχωρήθηκε στις 25.5.2020. Με αυτή ο Αιτητής εξαιτείται τις πιο κάτω θεραπείες: (α) Ποσό €60.689,66 το οποίο αποτελεί υπόλοιπο των δεδουλευμένων μισθών του για την περίοδο 1.3.2019 μέχρι 30.9.2019. (β) Ποσό €51.724,14 ως αποζημιώσεις το οποίο αποτελεί το υπόλοιπο δεδουλευμένων μισθών μέχρι τη λήξη του συμβολαίου εργοδότησης. (γ) Ποσό €25.000 πλέον φόρους ως φιλοδώρημα για την πρόοδο και ή ολοκλήρωση του έργου Ural Oil Project. (δ) Ποσό €25.000 πλέον φόρους ως φιλοδώρημα για την πρόοδο και ή ολοκλήρωση του έργου Stepnoye Leopard Project. (ε) Ποσό €25.000 πλέον φόρους ως φιλοδώρημα για την απόκτηση και ή ολοκλήρωση του έργου Comos με την Nostrum. (στ) Οφειλόμενη ετήσια άδεια και ή το αντίτιμο ετήσιας άδειας. (ζ) Αποζημιώσεις για παράνομο και ή αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης του από τους Καθ' ων η αίτηση. (η) Πληρωμή αντί προειδοποίησης. (θ) Οποιαδήποτε άλλη και ή περαιτέρω θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. (ι) Γενικές και ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημιά την οποία υπέστη. (ια) Τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. (ιβ) Νόμιμο τόκο επί του ποσού της απόφασης. (ιγ) έξοδα πλέον ΦΠΑ, πλέον νόμιμο τόκο επί των εξόδων, πλέον έξοδα επίδοσης. Οι Καθ' ων η αίτηση, ενώ αιτήθηκαν με τρεις ενδιάμεσες μονομερείς αιτήσεις την παράταση του χρόνου για καταχώρηση εγγράφου εμφανίσεως, ωστόσο στις 6.11.2020 προχώρησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση ενδιάμεσης αίτησης («η αίτηση») αιτούμενοι την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απορρίπτεται και ή να παραμερίζεται η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς («η Αίτηση») με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό λόγω αναρμοδιότητας και ή ελλείψει δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (στο εξής «το ΔΕΔ») να εκδικάσει τις προβαλλόμενες με αυτή αξιώσεις καθώς, μεταξύ άλλων: (
- i)Αφορούν σύμβαση υπηρεσιών μεταξύ των Καθ' ων η αίτηση και της γερμανικής εταιρείας 4xF Unternehmensberatung GmbH και όχι σύμβαση εργοδότησης με τον Αιτητή (
- ii)Αφορούν αξιώσεις για παράβαση σύμβασης και δεν συνιστούν «αυτοτελείς αξιώσεις» που εγείρονται από τη σύμβαση εργοδότησης και/ή (iii) Αφορούν ζητήματα και/ή αξιώσεις που διέπονται από αλλοδαπό δίκαιο και/ή (
- iv)Δεν έχουν οποιαδήποτε πραγματική σύνδεση με την Κυπριακή Δημοκρατία (
- v)Τα Κυπριακά Δικαστήρια και/ή το ΔΕΔ δεν είναι κατάλληλα και/ή αρμόδια και/ή βολικά (forum non conveniens) για να ακούσουν τις απαιτήσεις αυτές. Αιτούνται περαιτέρω διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να απορρίπτεται και/ή να αναστέλλεται η Αίτηση λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και/ή επειδή η Αίτηση δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και/ή επειδή η Αίτηση είναι επιπόλαιη και/ή ενοχλητική. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του George (Djordje) Bojic, διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση. Είναι η θέση του ότι δεν υπήρχε υπαλληλική σχέση μεταξύ Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση και ότι στον Αιτητή δόθηκε η ευκαιρία να εργαστεί ως ανεξάρτητος εργολάβος για έργα που βρίσκονται στο Καζακστάν. Εάν ο Αιτητής πετύχαινε με τα έργα ως ανεξάρτητος εργολάβος τότε θα προσλαμβάνετο ως υπάλληλος και θα μετακόμιζε μόνιμα στο Καζακστάν για να εργάζεται στα Έργα. Ωστόσο δεν μπορούσαν να τον προσλάβουν ως υπάλληλο τους στο Καζακστάν πριν την εξασφάλιση των συμβολαίων για τα έργα SLP και UOG και της απαιτούμενης σ' αυτόν άδειας εργασίας. Εν τέλει τα μέρη συμφώνησαν όπως για την εργολαβία οι Καθ' ων η αίτηση συμβληθούν με την εταιρεία «4xF Unternehmensberatung GmbH», η οποία ανήκε στον Αιτητή. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι αξιώσεις του Αιτητή είναι εκτός της δικαιοδοσίας του ΔΕΔ καθώς οι υπηρεσίες/εργασία θα εκτελούνταν μόνο στο Καζακστάν, ο δε Αιτητής ήταν μόνιμος κάτοικος Γερμανίας και οι υπηρεσίες του παρασχέθηκαν είτε από είτε προς τις πιο πάνω χώρες. Ότι το Κυπριακό δίκαιο ή κάποιο άλλο δίκαιο δεν επιλέχτηκε ως εφαρμοστέο μεταξύ των μερών και ότι η μεταξύ τους συνεννόηση ήταν όπως οι υπηρεσίες/εργασία διέπονταν από το δίκαιο του Καζακστάν. Επίσης ότι οι υπηρεσίες/εργασία δεν σχετίζονται με την Κύπρο και δεν είχαν κανένα συνδετικό στοιχείο με την Κύπρο. Ακόμη και η σχετική συμφωνία εμπιστευτικότητας διεπόταν από το Αγγλικό δίκαιο και υπαγόταν σε Αγγλική δικαιοδοσία. Σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΕ 593/2008, ακόμη κι αν υπήρχε σχέση εργασίας με τον Αιτητή, αυτή διέπεται από το δίκαιο του Καζακστάν, ή ελλείψει αυτού, της Γερμανίας. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή. Με την ένσταση προβάλλονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι λόγοι: - Το ΔΕΔ που εδρεύει στη Λευκωσίας είναι το κατά τόπο και καθ' ύλη αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, καθότι μεταξύ άλλων αφορά ατομική σύμβαση εργασίας και ο εργοδότης είναι Κυπριακή Εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο και/ή έδρα στην Κύπρο και η διαφορά εμπίπτει στο άρθρο 12 του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967. - Τα Κυπριακά Δικαστήρια και συγκεκριμένα το ΔΕΔ κέκτηται αποκλειστικής και/ή ειδικής δικαιοδοσίας να επιληφθεί όλων των επιδίκων θεμάτων της Αίτησης τόσο επί τη βάσει της εθνικής νομοθεσίας και δη του άρθρου 12 του Ν.8/67 όσο και των εφαρμοστέων Ευρωπαϊκών και Διεθνών αρχών και Κανονισμών, και δη των άρθρων 20 και 21(
- a)του Κανονισμού (EE) 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. - Η αίτηση είναι καταχρηστική αφού ΟΙ Καθ' ων η αίτηση επιδιώκουν να μετατρέψουν την ενδιάμεση διαδικασία σε τελική και να καλέσουν το Δικαστήριο να ακούσει και να αξιολογήσει μαρτυρία η οποία θα πρέπει να ακουστεί και να αξιολογηθεί στο τελικό στάδιο της διαδικασίας. - Από τη στιγμή που τυγχάνει εφαρμογής ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012, η αρχή του forum non conveniens δεν εφαρμόζεται. - Δεν υφίσταται το αναγκαίο νομικό και/ή πραγματικό υπόβαθρο για την επίκληση του εξαιρετικού μέτρου της πρόωρης απόρριψης της Αίτησης. - Οι αιτίες και/ή αγώγιμα δικαιώματα που προωθούνται από τον Αιτητή έχουν τόσο πραγματικό όσο και νομικό έρεισμα και συνδέονται άμεσα με την Κυπριακή Δημοκρατία, καθότι η αξίωση του αφορά: - Ατομική σύμβαση εργασίας μεταξύ των μερών και όχι οποιαδήποτε σύμβαση παροχής υπηρεσιών με τον Αιτητή και/ή την εταιρεία 4xF Unternehmensberatung GmbH. - Οι αξιώσεις αφορούν απλήρωτους μισθούς και/ή συνιστούν «αυτοτελείς αξιώσεις» που εγείρονται από την σύμβαση εργοδότησης και/ή εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του ΔΕΔ. - Αφορούν ζητήματα και/ ή αξιώσεις που διέπονται από το Κυπριακό δίκαιο. - Για το εφαρμοστέο δίκαιο τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 8
(3)του Κανονισμού αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ns Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη 1) αφού τα μέρη δεν είχαν καθορίσει το εφαρμοστέο δίκαιο της σύμβασης εργοδότησης και ούτε είναι εφικτό να καθοριστεί «χώρα συνήθους εκτέλεσης εργασίας». Συνεπώς, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο της χώρας όπου ευρίσκεται η εγκατάσταση της επιχείρησης που προσέλαβε τον εργαζόμενο δηλαδή η Κύπρος. Ακόμη όμως και σε περίπτωση που διέπεται από αλλοδαπό δίκαιο, αυτό δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη της Αίτησης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Πάρπα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση και με αυτή ουσιαστικά υιοθετεί τα όσα αναφέρονται στους λόγους ένστασης. Τόσο από την εν λόγω ένορκη δήλωση όσο και από τους γενικούς λόγους της Αίτησης προκύπτουν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση του Αιτητή: - Οι Καθ' ων η αίτηση είναι ιδιωτική εταιρεία με το εγγεγραμμένο γραφείο της να βρίσκεται στη Λευκωσία. Δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων στο τομέα της μηχανικής και παροχής υπηρεσιών σχετικά με τη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου, διατηρώντας υποκαταστήματα και/ή γραφεία και/ή εγκαταστάσεις σε διάφορες χώρες όπως η Σερβία, Αυστρία, Γερμανία και Καζακστάν. - Ο Αιτητής σύναψε σύμβαση εργοδότησης με τους Καθ' ων η αίτηση με αρχική ημερομηνία 1.3.2019 και αρχική διάρκεια μέχρι την 31.12.2019, προσφέροντας τις υπηρεσίες του με βάση την εν λόγω σύμβαση. - Ο Αιτητής σύναψε τη σύμβαση εργοδότησης του με τους Καθ' ων η αίτηση στην Αυστρία και παρείχε τις υπηρεσίες του σε υποκαταστήματα και/ή γραφεία και/ή εγκαταστάσεις των Καθ' ων η αίτηση στη Σερβία και/ή την Αυστρία και/ή το Καζακστάν και/ή από τον προσωπικό χώρο εργασίας του στην χώρα διαμονής του τη Γερμανία. Της ένστασης ακολούθησε, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, η κατάθεση ένορκης δήλωσης από τον ιδιοκτήτη των Καθ' ων η αίτηση Dr. Pavle Matijevic και απάντηση από την πλευρά του Αιτητή με συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Α. Πάρπα. Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Σύμφωνα με τη νομολογία, «.θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». (Βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729 και Interamerican Insurance Co Ltd v. Μακρίδου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1529, 1534). Συνεπώς η βάση κάτω από την οποία θα κριθεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας στην υπό εξέταση περίπτωση είναι, κατά πρώτο λόγο, το φάσμα των γεγονότων που τίθενται στους γενικούς λόγους της Αίτησης και κατά δεύτερο λόγο, τα όσα προκύπτουν από την ένορκη μαρτυρία που στηρίζει την αίτηση και την ένσταση και τα οποία αποτελούν την πραγματική βάση κρίσης για σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής απόφασης. Το ΔΕΔ καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67 ως έχει τροποποιηθεί). Στο άρθρο 12 του Νόμου (όπως τροποποιήθηκε ειδικά με τον Ν.5/73) προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του. Προβλέπει, μεταξύ άλλων, ως υπαγόμενα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του, τη διάγνωση και απόφαση των ακόλουθων διαφορών στις υποπαραγράφους (α), (β) και (ε): (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος. (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παρεπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων. (γ) ............................................. (δ) ............................................. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περι-λαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση· (στ) ........................................... Η «εργατική διαφορά» καθορίζεται ως εξής στις ερμηνευτικές διατάξεις των Νόμων 8/67 και 24/67: «"Εργατική διαφορά" σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται διαφορά είτε μη». Ο δικηγόρος του Αιτητή με τη γραπτή αγόρευση του επικεντρώνεται στις πρόνοιες της παραγράφου (ε) του Ν.8/67 και υποστηρίζει ότι οι αξιώσεις του Αιτητή ως οι παράγραφοι (α), (γ), (δ), (ε) αποτελούν αυτοτελείς αξιώσεις που πηγάζουν από τη σύμβασης εργασίας, ενώ οι αξιώσεις (β), (ζ) αφορούν αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης και η αξίωση (η) πληρωμή αντί προειδοποίησης που διέπεται από το άρθρο 11 του Ν.24/67. Θέτει περαιτέρω θέμα εφαρμογής των Κανονισμών (ΕΕ) 1215/2012 και 593/2008 [άρθρα 3 και 8
(3)] υποβάλλοντας ότι το ΔΕΔ είναι το κατ' εξοχήν αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης. Από την άλλη ο συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση θέτει ως παραδεκτό γεγονός τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν τις απαιτήσεις του Αιτητή επικαλούμενος τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012. Επισημαίνει ωστόσο ότι αρμόδιο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο καθώς η διαφορά αφορά ατομική σύμβαση που διέπεται από αλλοδαπό δίκαιο. Επίσης ότι οι απαιτήσεις του Αιτητή δεν συνιστούν εργατική διαφορά εν τη εννοία του άρθρου 12
(1)(β) και (ε) του Ν.8/67. Κατά την εκτίμηση μας το πεδίο έκτασης των εργατικών διαφορών που καλύπτει ο Νόμος 8/67 είναι περιορισμένης εμβέλειας. Εξαντλείται στα πλαίσια του άρθρου 12
(1)του Νόμου. Ως θέμα γραμματικής ερμηνείας προκύπτει ότι οριοθετείται και συσχετίζεται από την ίδια την απασχόληση ή τις συνθήκες ή τους όρους απασχόλησης. Η ανάγκη ακριβώς που προέκυψε για προσθήκη, μέσω της υποπαραγράφου (ε) και δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου 79(Ι)/96, των «αυτοτελών αξιώσεων» στις διαφορές που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΔ, επιμαρτυρεί και το περιορισμένο εύρος του πεδίου που καλύπτει ο όρος «εργατική διαφορά». Πριν την τροποποίηση του άρθρου 12 του Ν.8/67 η δικαιοδοτική αρμοδιότητα του ΔΕΔ περιοριζόταν στις διαφορές που σχετίζονται με τον τερματισμό απασχόλησης. Άλλες διαφορές, αποσυναρτημένες από το συνδετικό αυτό στοιχείο που αφορούσαν ζητήματα σχετιζόμενα με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν διαρκούσης της απασχόλησης, όπως για παράδειγμα οι δεδουλευμένοι μισθοί, ήταν εκτός της καθ' ύλη αρμοδιότητας του (Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1381, 1387). Ως εκ τούτου ήταν αδύνατη η διεκδίκηση ενώπιον του ΔΕΔ ποσών πληρωτέων ως εκ της απασχολήσεως και όχι ως εκ του τερματισμού της. Τέτοιες αξιώσεις κρίθηκαν ότι δεν ενέπιπταν στα πλαίσια εργατικής διαφοράς που ανεφύη κατά την εφαρμογή του Νόμου. Οι αξιώσεις αυτής της μορφής στην απουσία νομοθετικής πρόνοιας, υπάγονταν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δυνάμει των γενικών διατάξεων του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, Ν.14/60. [Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1ΑΑΔ, 447, Χριστόδουλος Κυριάκου ν. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 ΑΑΔ, 1020 και Ηλίας Ηλία ν. Αλωνεύτη
(1995)1CLR, 938]. Σημειωτέον ότι οι εν λόγω νομολογιακές προσεγγίσεις αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία τροποποίησης του άρθρου 12
(1)με την προσθήκη της υποπαραγράφου (ε). Έτσι, με το άρθρο 2 του Ν.79(Ι)/1996, η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αναφέρονται σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εντάσσονται πλέον στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΔΕΔ (Αναφορικά με την Αίτηση Elbee Ltd
(1999)1(A) ΑΑΔ 149, 154-155). Η έννοια της «αυτοτελούς αξίωσης» και πότε μια τέτοια αξίωση εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστή-ριο στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd
(2008)1ΑΑΔ 496, όπου κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα.» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Επομένως οι αξιώσεις του Αιτητή που καλύπτονται από τις παραγράφους (α) και (η) του παρακλητικού αποτελούν αυτοτελείς αξιώσεις εν τη εννοία του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67 και εάν αποτελούσαν τις μόνες αξιώσεις του Αιτητή τότε θα ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του ΔΕΔ. Οι αξιώσεις που καλύπτονται από τις παραγράφους (γ) μέχρι (ε) δεν εμπίπτουν στην έννοια της αυτοτελούς αξίωσης καθώς δεν αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του Αιτητή. Αναφέρονται σε φιλοδώρημα το οποίο, με βάση τους ισχυρισμούς του Αιτητή, θα λάμβανε με την πρόοδο και/ή ολοκλήρωση των υπό αναφορά έργων τα οποία μέχρι την ημέρα τερματισμού της απασχόλησης του δεν είχαν ολοκληρωθεί. Για τις αξιώσεις του Αιτητή που καλύπτονται από τις παραγράφους (ζ) και (η) του παρακλητικού και αφορούν αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του και πληρωμή αντί προειδοποίησης, η αναζήτηση δικαιοδοσίας δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια του Ν.8/67. Για θέματα παράνομου τερματισμού έχει θεσπιστεί ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος (Ν.24/67), ο οποίος με το άρθρο 30
(1)παρέχει στο ΔΕΔ αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του. Πέραν του εύγλωττου τίτλου και των οριζομένων στο άρθρο 30, από το σύνολο των διατάξεων του Νόμου προκύπτει ότι βασικό αντικείμενο του ΔΕΔ είναι το δικαίωμα του εργοδοτούμενου σε αποζημίωση επί τω τερματισμώ της απασχόλησης του (άρθρο 3) και σε πληρωμή λόγω πλεονασμού (άρθρο 16). (Elias Marine Consultants Ltd v. Sarah Khoury Daou, Πολ. Έφ.: 207/2011, ημερ. 13.12.2016). Στη Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd [1990] 1ΑΑΔ 517, 527 διευκρινίστηκε ότι ο πρωταρχικός σκοπός του Ν.24/67 είναι η προστασία των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου από τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησης του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας και τούτο χωρίς να αποστερεί τον εργοδοτούμενο από πλέον εκτεταμένα δικαιώματα που δυνατόν να του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος ή αρχή δικαίου. Είναι συνεπώς, στα πλαίσια εκείνου του Νόμου που θα πρέπει να αναζητηθεί η απάντηση στο επίδικο ερώτημα, εάν το ΔΕΔ έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει για το παράνομο του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή και να επιδικάσει ανάλογες αποζημιώσεις και πληρωμή αντί προειδοποίησης ως οι υπό αναφορά (ζ) και (η) αξιώσεις του Αιτητή. Υπό το φάσμα μάλιστα των γεγονότων της υπόθεσης η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου συναρτάται άμεσα με την εμβέλεια του Ν.24/67. Κατά πόσο δηλαδή καλύπτει και περιπτώσεις εργοδότησης εκτός της Κυπριακής Επικράτειας. Αναμφίβολα το πεδίο έκτασης των εργατικών διαφορών που καλύπτει ο Ν.24/67 είναι περιορισμένης εμβέλειας. Εξαντλείται στα πλαίσια του σκοπού ύπαρξης του Νόμου που είναι ο καθορισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συναρτώνται προς τον τερματισμό της απασχόλησης. Όπως έχει εντοπισθεί στην απόφαση Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλου κ.α. [1993] 1 ΑΑΔ, 951, 999: «Βέβαια με τις ερμηνευτικές του διατάξεις ο Νόμος (Ν.24/67) προσδίδει στην «εργατική διαφορά» ευρεία έννοια, όμοια με την αντίστοιχη του Νόμου 8/67. Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί τις ουσιαστικές του πρόνοιες και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)που εντάσσει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όχι κάθε εργατική διαφορά αλλά μόνο τις εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου ή οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του, περιλαμβανομένου, φυσικά, και «παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος». Στην υπόθεση Φοίβος Νεοκλή ν. Ταμείου για Πλεονάζον Προσωπικό
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 44, ο εφεσείων εργοδοτείτο στην Κύπρο πριν την τουρκική εισβολή, αλλά μετά από αυτή εργοδοτήθηκε στο εξωτερικό, από Κύπριο εργοδότη, για την περίοδο μεταξύ 9.12.74 και 30.1.
- Μετά επέστρεψε στην Κύπρο και εργοδοτήθηκε από την κοινοπραξία κατασκευής του φράγματος του Κούρρη από τις 13.5.85 μέχρι τις 13.12.88, οπότε απολύθηκε λόγω πλεονασμού. Το αίτημά του για να προστεθεί στην πραγματική περίοδο απασχόλησής του για σκοπούς πληρωμής λόγω πλεονασμού η πλασματική περίοδος του Ν 92/79 απορρίφθηκε διότι η εργοδότηση του στο εξωτερικό από Κύπριο εργοδότη, επειδή του έδιδε το δικαίωμα προαιρετικής ασφάλισης δυνάμει του άρθρου 15(γ) του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, 1980 (Ν 41/80), θεωρήθηκε σαν εργοδότηση του δυνάμει του Ν 92/
- Κατ' έφεση ο εφεσείων εισηγήθηκε ότι λανθασμένα η εργοδότηση του στο εξωτερικό, έστω και από Κύπριο εργοδότη, είχε θεωρηθεί σαν εργοδότηση για τους σκοπούς των περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων. Ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση ο τότε Δικαστής και μετέπειτα Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής ανέφερε τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τους κανόνες του διεθνούς ιδιωτικού δικαίου η δικαιοδοσία των κρατών, με ορισμένες εξαιρέσεις που δεν αφορούν αυτή την υπόθεση, περιορίζεται στα όρια της επικράτειας της κάθε χώρας. (Βλ. International Law, by Schwarzenberger, 3rd Ed. Vol, 1, p. 184, και Safarino Shoes Industry & Trading Company Ltd. v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ,
(1991)1Α.Α.Δ. 1059). Το γεγονός αυτό προσδίδει και το χαρακτηρισμό "ημεδαπό" στο εσωτερικό δίκαιο. Η νομοθετική αρμοδιότητα περιορίζεται στην έννομη ρύθμιση των σχέσεων και διάθεσης πραγμάτων στην επικράτεια της χώρας. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση του Ν. 24/67 και των θεμάτων που ρυθμίζονται σ' αυτό. Ειδικά ως προς τη σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου η εμβέλεια του νόμου περιορίζεται στην εργοδότηση προσώπου στην Κύπρο. .............. Καταλήγουμε ότι η εργοδότηση του εφεσείοντα στο εξωτερικό δε συνιστούσε απασχόληση βάσει του Ν. 24/
- Εργοδότηση για τους σκοπούς καθορισμού από-ζημίωσης λόγω πλεονασμού και για κάθε άλλο σκοπό του Ν.24/67 περιλαμβάνει αποκλειστικά εργοδότηση στην Κύπρο.» Η πιο πάνω προσέγγιση της νομολογίας αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία τροποποίησης του Δεύτερου Πίνακα του Ν.24/
- Έτσι με το άρθρο 8(γ) του Ν.52(Ι)/94 προστέθηκε στο Μέρος ΙΙ του Δεύτερου Πίνακα η υποπαράγραφος (ζ) διαμορφώνοντας το ως ακολούθως: «
- Το συνεχές απασχολήσεως δεν διακόπτεται λόγω οιουδήποτε των ακολούθων: (α) ................................ (β) ................................ (γ) ................................ (δ) ................................ (ε) ................................ (ζ) απουσίας από την εργασία λόγω απασχόλησης στο εξωτερικό σε επιχείρηση η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου ή κατά κύριο λόγο στον εργοδότη.» Και ενώ με την προσθήκη αυτή ο νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει τη μη διακοπή του συνεχούς της απασχόλησης σε περίπτωση που ο εργοδοτούμενος μεταφέρεται σε επιχείρηση του εργοδότη στο εξωτερικό, ωστόσο δεν προχώρησε και σε ανάλογη τροποποίηση του Μέρους Ι του Δευτέρου Πίνακα που αφορά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης, το οποίο παραθέτουμε: 1.-
(1)Η περίοδος απασχολήσεως υπολογίζεται εις εβδομάδας.
(2)Κατά τον υπολογισμόν της περιόδου απασχολήσεως λογίζονται οι ακόλουθοι εβδομάδες: (α) εβδομάς κατά την οποίαν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 ή πλείονας ώρας' (β) εβδομάς κατά την οποίαν ο εργοδοτούμενος ήτο- (
- i)ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (
- ii)απών εκ της εργασίας του λόγω προσωρινής διακοπής εργασιών· (iii) απών εκ της εργασίας του υπό τοιαύτας συνθήκας ώστε δυνάμει διευθετήσεως ή εθίμου ή νόμου η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου θεωρείται υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ως συνεχιζομένη· (
- iv)απών εκ της εργασίας του προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου λόγω εργατικής διαφοράς· (ν) απών από την εργασία του με γονική άδεια. Αναμφίβολα μέσα από το γράμμα του Ν.24/67 διατυπώνεται με σαφήνεια ότι η εβδομαδιαία απασχόληση στο εξωτερικό, έστω κι αν προσφέρεται σε επιχείρηση του εργοδότη, εν τούτοις δεν υπολογίζεται στην περίοδο απασχόλησης και δεν συνιστά απασχόληση για σκοπούς του Νόμου. Συνεπώς η εμβέλεια του Νόμου αυτού δεν καλύπτει και περιπτώσεις εργοδότησης προσώπου εκτός Κύπρου. Ως εκ τούτου οι αξιώσεις του Αιτητή που καλύπτονται από τις παραγράφους (ζ) και (η) του παρακλητικού δεν εμπίπτουν στα πλαίσια του ορισμού των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Ν.24/67, ούτως ώστε αποκλειστική αρμοδιότητα να έχει το ΔΕΔ. Το ίδιο παρατηρούμε και για την αξίωση που καλύπτει η παράγραφο (β) του παρακλητικού, η οποία με βάση και την παραδοχή του Αιτητή εδράζεται σε παράβαση σύμβασης λόγω τερματισμού της απασχόλησης του και αφορά ημερομίσθια που θα λάμβανε εάν εργαζόταν μέχρι την κανονική λήξη της σύμβασης εργασίας του, κάτι που δεν σχετίζεται με οποιαδήποτε από τα θέματα που ρυθμίζονται στον Ν.24/67, όπως αποζημίωση για παράνομο τερματισμό, πληρωμή αντί προειδοποίησης και πληρωμή λόγω πλεονασμού, ή στο άρθρο 12 του Ν.8/67. Το ίδιο παρατηρούμε και σε σχέση με τις παραγράφους (ι) και (ια) του παρακλητικού όπου ο Αιτητής αξιώνει γενικές και ή ειδικές αποζημιώσεις για ζημιά την οποία υπέστη, τιμωρητικές και ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, οι οποίες σε κάθε περίπτωση ξεφεύγουν του πλαισίου εμβέλειας των Νόμων 8/67 και 24/67. Όπως έχει τονιστεί στην Louis Tourist Agency Ltd ν. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 Α ΑΑΔ 98, το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του Ν.24/67, δε συναρτάται με το συμβατικό κριτήριο που καθορίζεται από το Κεφ. 149 και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. [βλ. Touchstone Technologies Ltd v. Μαργαρίτα Μαυρομμάτη, Πολιτική Έφεση: 236/2009 ημερ. 29.7.2014]. Επομένως, η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου δεν εξυπακούει αυτόματα και αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΔ για οποιαδήποτε μεταξύ τους διαφορά όταν δεν καλύπτεται από τα πιο πάνω νομοθετήματα ή από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου που το καθιστά αρμόδιο. Επίσης ούτε και η εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου αποτελεί μέρος της δικαιοδοσίας του. Καταληκτικά και ως αποτέλεσμα της πιο πάνω ανάλυσης οι αξιώσεις του Αιτητή που καλύπτονται από τις παραγράφους (β) μέχρι (ε), (ζ), (η) (ι) και (ια) ξεφεύγουν του πλαισίου των προνοιών των Ν.8/67 και Ν.24/67 και συνεπώς το ΔΕΔ στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση του. Με βάση το άρθρο 64Α παρ. 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 του Νόμου 138(I)/09, «
(2)Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιον του, διακόπτει την ενώπιον του διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.» Στην Kapsou v. Airliban
(1988)1CLR 152 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε κατά πλειοψηφία πως όταν η περίοδος απασχόλησης είναι μικρότερη των 26 βδομάδων και η αξίωση δεν υπερβαίνει τους μισθούς δύο ετών, τότε κανένα Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αξίωση του εργοδοτούμενου. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα της απόφασης: «In our opinion section 3 of Law 24/67 has created a new statutory right regarding compensation for wrongful dismissal in substitution of the common law right and consequently when a claim cannot succeed before the Industrial Disputes Court on the strength of such statutory right, as in this case, the exclusive under section 30 of Law 24/67 jurisdiction of the Industrial Disputes Court cannot be circumvented by an action before a District Court, such as the present one, which was rightly dismissed by the trial judge for lack of jurisdiction». Ο δικαστής Κούρρης διαφωνώντας με την πλειοψηφική απόφαση και δίνοντας τη δική του ετυμηγορία, θεώρησε ως αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης το Επαρχιακό Δικαστήριο, καθώς η πλήρης έλλειψη δικαιοδοσίας θα παραβίαζε το Συνταγματικό Δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του: «I do not agree with the contention that the District Court has jurisdiction only in cases where the employee's claim is for an amount which exceeds the amount of compensation which may be awarded under Law 24/67. In my judgment an employee has no statutory duty right for compensation by virtue of s.3 of Law 24/67 unless he has continually served the same employer for at least 26 weeks; but, if he is wrongfully dismissed before the lapse of 26 weeks he may resort to the District court for his claim. If I were to hold that an employee cannot resort to the District Court for his claim then s.3 of the law would be contrary to Article 30 of the Constitution which provides that no person shall be denied access to the Court assigned to him by or under the Constitution». Στην απόφαση Ηλίας Ηλία
(1995)1 ΑΑΔ 938 το Δικαστήριο απέρριψε τη εισήγηση ότι κανένα Δικαστήριο (Επαρχιακό ή Οικογενειακό) δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί αιτήματος για διατροφή εξώγαμου τέκνου και ότι το κενό μπορούσε να πληρωθεί μόνο με δικαιοδοτικό νόμο που θα παρείχε μια τέτοια αρμοδιότητα. Έκρινε ότι από τη στιγμή που η αστική διαφορά δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία άλλου Δικαστηρίου με βάση ειδική νομοθετική διάταξη, τότε υπαγόταν στο Επαρχιακό Δικαστήριο, του οποίου η καθ' ύλην αρμοδιότητα επεκτείνεται σε κάθε διαφορά αστικής φύσης που εμπίπτει στα όρια της τοπικής του αρμοδιότητας, κάτι που, «. προκύπτει από τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων του Επαρχιακού Δικαστηρίου, που απαντούνται στο Άρθρο 21 του Ν.14/60, σε συνάρτηση με τον ορισμό του όρου «αγωγή» στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου, όπως επισημαίνεται στην απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται». Στην απόφαση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 ΑΑΔ 558 αποφασίστηκε ότι αποτελεί βασική αρχή του δικαίου πως όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία (remedy) και η οποιαδήποτε παρέκκλιση συνιστά ανωμαλία. Βασιζόμενο το Ανώτατο Δικαστήριο στο άρθρο 30 του Συντάγματος, που αναφέρεται στο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, επισήμανε τα ακόλουθα: «Έχω την πεποίθηση πως οι λίγες, μα σοφά διαλεγμένες λέξεις του άρθρου, περικλείουν τα δικαιώματα των ατόμων σ' ολόκληρο το φάσμα της απονομής της δικαιοσύνης, με αναφορά στους δύο μεγάλους τομείς της την αστική και ποινική. Μας ενδιαφέρει εδώ η αστική. Τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις καλύπτονται από τον υπόλοιπο χώρο της δικαιοσύνης τον οποίο δεν κρατά η ποινική δικαιοδοσία. Για τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις δε γίνεται στο Σύνταγμα οποιαδήποτε πρόνοια που να αφορά στον προσδιορισμό τους. Σε αντίθεση με την ποινική δικαιοδοσία όπου ρητά προβλέπεται, στο άρθρο 12, πως κανείς δεν κηρύσσεται ένοχος οποιουδήποτε αδικήματος αν τούτο δε συνιστά αδίκημα σύμφωνα με νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τέλεσης της κολασίμου πράξεως ή παραλείψεως. Και μάλιστα η ποινή που επιβάλλεται δεν μπορεί να είναι βαρύτερη απ' αυτή που ρητά προβλέπεται στο νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τέλεσης της κολασίμου πράξεως. Η διαφορά αυτή δεν είναι, νομίζω, τυχαία. Δημιουργείται από την εγγενή φύση των δύο δικαιοδοσιών και τις ανάλογες προστασίες που προβλέπονται κατά τη λειτουργία τους. Τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις είναι αυθύπαρκτα στις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος. Το αστικό δικαίωμα και υποχρέωση δημιουργείται και ενδεχομένως από το αποτέλεσμα μιας πράξης. Όταν γίνεται βλάβη ο παθών δικαιούχος έχει δικαίωμα στην απόδοση θεραπείας. Ειδικά γι' αυτή τη πτυχή εξέφρασα πρόσφατα την άποψη, χωρίς βέβαια πολλή συζήτηση, στην υπόθεση Παπαϊωάννου κ.ά. v. Παπαϊωάννου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Α.656 πως στο άρθρο 30 του Συντάγματος εμπεριέχεται το αξίωμα ubi jus ibi remedium. Πρέπει να αναφέρω πως στο ίδιο νόημα και σκέψη είναι και η απόφαση του δικαστή Κούρρη στην έφεση Elli Constantouri Kapsou ν. Middle East Airlines Airliban
(1998)1 Α.Α.Δ. 152. Τα γεγονότα στην υπόθεση είναι ενδιαφέροντα. Η εφεσείουσα - ενάγουσα κίνησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον των εργοδοτών της αξιώνοντας αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Δεν είχε όμως συμπληρώσει 26 εβδομάδες εργοδοσίας. Το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε πως αποκλειστική δικαιοδοσία στο θέμα είχε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ενόψει των διατάξεων του Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67, και ως εκ τούτου απέρριψε την αγωγή. Ήταν παραδεκτό πως η εφεσείουσα δεν μπορούσε να διεκδικήσει αποζημιώσεις στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών βάσει του πιο πάνω Νόμου, γιατί δεν είχε συμπληρώσει 26 εβδομάδες εργασίας. Στην έφεση ο δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγήθηκε πως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου παραβίαζε το άρθρο 30 του Συντάγματος, γιατί στερούσε από αυτή του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, για να διεκδικήσει δικαίωμα που, κατά την άποψη της, εδικαιούτο. Η πλειοψηφία του εφετείου (Τριανταφυλλίδης, Π., και Λώρης, Δ.) έκρινε πως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήταν ορθή, χωρίς να επιληφθεί της εισή-γησης του δικηγόρου αναφορικά με τη λειτουργία του άρθρου 30 του Συντάγματος. Διαφορετική ήταν η άποψη του δικαστή Κούρρη ο οποίος συμφώνησε με την εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας. Δεν συζήτησε σε βάθος το ζήτημα, η σκέψη όμως της απόφασης του ενισχύει και τη δική μου. Η απόφαση του τελειώνει με την εξής φράση, σε μετάφραση: «η εισήγηση πως ένας εργοδοτούμενος δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου είναι αβάσιμη, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ένας πολίτης της Δημοκρατίας θα εμποδιστεί από του να έχει πρόσβαση στα Δικαστήρια, κάτι που είναι αντίθετο με τις ρητές διατάξεις του άρθρου 30 του Συντάγματος.» Στην Interamerican Insurance Co Ltd v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1529, έγινε εισήγηση πως η απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Καψού είναι εσφαλμένη ενώ αυτή του δικαστή Κούρρη η ορθή. Κλήθηκε δε το Δικαστήριο να την υιοθετήσει. Όμως το εφετείο δεν ασχολήθηκε με την πιθανή ανατροπή της υπόθεσης Καψού γιατί έκρινε πως τα γεγονότα της ενώπιον του έφεσης ήσαν διαφορετικά απ' αυτά στην υπόθεση Καψού, και ως εκ τούτου δε συζήτησε την εισήγηση. Επιπλέον, νομίζω, πως το άρθρο 30 του Συντάγματος προεκτείνει το λατινικό αξίωμα επιβάλλοντας στα Δικαστήρια να αναγνωρίζουν και εξασφαλίζουν κατά την άσκηση της αστικής τους δικαιοδοσίας κάθε αστικό δικαίωμα και υποχρέωση...» Στη βάση λοιπόν της πιο πάνω νομολογίας η Καθ' ύλην δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου επεκτείνεται σε κάθε διαφορά αστικής φύσης που εμπίπτει στα όρια της τοπικής αρμοδιότητας του, εκτός εάν η επίλυση της διαφοράς υπάγεται βάσει του δικαιοδοτικού νόμου σε άλλο πολιτικό δικαστήριο. Μη υπαγομένων λοιπόν των πλείστων και βασικών θεραπειών που αξιώνει ο Αιτητής με την Αίτηση του στη δικαιοδοσία του ΔΕΔ, κρίνουμε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι το κατ' εξοχήν αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης. Για όλα τα πιο πάνω η διαδικασία διακόπτεται και η υπόθεση παραπέμπεται για εκδίκαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ως προς τα έξοδα κρίνουμε όπως παραμείνουν έξοδα στην πορεία της υπόθεσης και να αποτελέσουν αντικείμενο επιδίκασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο οποίο η υπόθεση παραπέμπεται. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ντ. Ντεμιρτζιάν, Μέλος Κ. Χριστοδούλου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο