← Κύπρος

ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΤΑΣΑΒΒΑΣ κ.α. ν. GLOBE WILLIAMS FACILITIES MANAGEMENT LTD κ.α., Συνενωμένες Υποθέσεις: 281/2019 και 282/2019, 24/10/2022

ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΤΑΣΑΒΒΑΣ κ.α. ν. GLOBE WILLIAMS FACILITIES MANAGEMENT LTD κ.α., Συνενωμένες Υποθέσεις: 281/2019 και 282/2019, 24/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:45 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους και Γ. Κασιούρη, Μελών Συνενωμένες Υποθέσεις: 281/2019 και 282/2019 Μεταξύ: ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΤΑΣΑΒΒΑΣ VANYO KOLEV GEORGIEV Αιτητές -και- 1. GLOBE WILLIAMS FACILITIES MANAGEMENT LTD 2. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 24η Οκτωβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: Αρ. Γεωργίου Για Καθ' ης η αίτηση 1: Ι. Παπαμιλτιάδους Για Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Χρ. Λεωνίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Καθ' ης ή αίτηση 1 («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών φύλαξης και καθαρισμού. Μέσα στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της, διατηρούσε συμβάσεις Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας με τις εταιρείες Ermes Department Stores Plc και Super Home Center (DIY) Limited («οι ιδιοκτήτριες εταιρείες») για φύλαξη των Υποστατικών και Πολυκαταστημάτων τους, οι οποίες δεν ανανεώθηκαν και τερματίστηκαν στις 22.4.2018 και 31.5.2018 αντίστοιχα, με σχετικές επιστολές (Τεκ.1 και 2). Ο Αιτητής στην Αίτηση 281/2019 («ο πρώτος Αιτητής») εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας από τις 15.12.2010 μέχρι τις 22.4.2018 ως φύλακας των πολυκαταστημάτων Debenhams (Ermes Department Stores Plc) και ο Αιτητής στην Αίτηση 282/2019 («ο δεύτερος Αιτητής») από την 1.9.2010 μέχρι τις 31.5.2018 ως φύλακας των πολυκαταστημάτων Super Home Center (Super Home Center (DIY) Limited). Η απασχόληση τους τερματίστηκε με πανομοιότυπες επιστολές ημερ. 22.3.2018 και 6.4.2018 αντίστοιχα (Τεκ.5 και 6), το περιεχόμενο των οποίων παραθέτουμε: «Δυστυχώς λόγω μη ανανέωσης του συμβολαίου μας με την Ermes Department Stores PLC - Super Home Center (DIY) Ltd είμαστε στη δυσάρεστη θέση να σας πληροφορήσουμε ότι δεν είναι δυνατή η συνέχιση της εργοδότησης σας μετά τις 22.4.2018 - 31.5.2018 τελευταία μέρα του συμβολαίου. Χρήστος Αρχοντίδης Διευθυντής» Ακολούθως και οι δύο Αιτητές υπέβαλαν αίτηση για πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο, οι οποίες απερρίφθησαν για τους λόγους που αναφέρονται στις σχετικές επιστολές ημερ. 12.6.2019 (Τεκ.17 και 18) και δη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης τους δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού όπως καθορίζεται στο άρθρο 18 του Νόμου. Ανάληψη / μεταβίβαση δεν συνιστούν λόγο πλεονασμού (Τεκ.17 και 18). Οι τελευταίες εβδομαδιαίες απολαβές του πρώτου Αιτητή ανέρχονταν στα €340,38 και του δεύτερου Αιτητή στα €251,15. Και οι δύο δεν λάμβαναν 13ο μισθό. Με τις υπό κρίση συνενωμένες Αιτήσεις, οι Αιτητές αξιώνουν τις πιο κάτω θεραπείες: (α) αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης τους και ή πληρωμή που δικαιούνται ως πλεονάζον προσωπικό, (β) πληρωμή αυξημένων και παραδειγματικών αποζημιώσεων και ή αποζημιώσεων για απώλεια καριέρας, (γ) νόμιμο τόκο, (δ) έξοδα και ΦΠΑ. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους εμφάνισης αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών οφείλετο σε λόγους πλεονασμού λόγω μείωσης του κύκλου και ή του όγκου εργασιών της. Ειδικότερα λόγω μη ανανέωσης των συμβολαίων που είχε με τις ιδιοκτήτριες εταιρείες, οι θέσεις εργασίας που κατείχαν οι Αιτητές ως φύλακες κατέστησαν πλεονάζουσες. Το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού (στο εξής «το Ταμείο») ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών δεν οφείλετο σε λόγους πλεονασμού και ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, η επιχείρηση που διεξήγαγε η Εργοδότρια Εταιρεία στο τμήμα όπου απασχολούνταν οι Αιτητές, μεταβιβάστηκε και ή αναλήφθηκε από την εταιρεία Eagle Watch Security Services Limited, η οποία συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες που προσέφερε η Εργοδότρια Εταιρεία. Μαρτυρία Ο κ. Λ. Αρχοντίδης είναι ένας εκ των διευθυντών της Εργοδότριας Εταιρείας. Επαναλαμβάνοντας τις θέσεις που η Εργοδότρια Εταιρεία διατυπώνει στους γενικούς λόγους εμφάνισης ισχυρίστηκε ότι λόγω τερματισμού και μη ανανέωσης των συμβολαίων Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας με τις ιδιοκτήτριες εταιρείες, οι θέσεις εργασίας που κατείχαν οι Αιτητές κατέστησαν πλεονάζουσες. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το μόνο στοιχείο που έφεραν οι φύλακες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ήταν ένας ειδικός εξοπλισμός που ανήκε στην Εργοδότρια Εταιρεία και που κατέγραφε τα σημεία περιπολίας. Ισχυρίστηκε ότι για την ασφάλεια των πολυκαταστημάτων των ιδιοκτητριών εταιρειών απασχολούνταν 65 φύλακες, εκ των οποίων κάποιοι απασχολήθηκαν για μικρό χρονικό διάστημα στις εταιρείες που εξασφάλισαν τις προσφορές. Επίσης ότι οι Αιτητές απασχολήθηκαν αποκλειστικά καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης τους στα πολυκαταστήματα των ιδιοκτητριών εταιρειών και ότι ως Εταιρεία δεν είχαν καμία σχέση με τις νέες εταιρείες που εξασφάλισαν τις προσφορές. Αντίθετα οι σχέσεις τους ήταν όχι μόνο ανταγωνιστικές αλλά μάλλον εχθρικές επειδή προσέφεραν στην αγορά πολύ χαμηλότερες τιμές που δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν με τον ελάχιστο μισθό. Η κα Π. Ορφανίδου είναι Ανώτερη Ασφαλιστική Λειτουργός με καθήκοντα στον κλάδο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Υιοθετώντας τις προβαλλόμενες θέσεις του Ταμείου, επικαλέστηκε διάφορα έγγραφα, όπως τις αιτήσεις που υπέβαλαν οι Αιτητές στο Ταμείο (Τεκ.9 και 10) και τα ερωτηματολόγια από την Εργοδότρια Εταιρεία (Τεκ.7 και 8). Ισχυρίστηκε ότι στα πλαίσια εξέτασης των αιτήσεων, εκτός από τα στοιχεία που δόθηκαν στο Ταμείο από την Εργοδότρια Εταιρεία, από την περαιτέρω εξέταση διαπιστώθηκε ότι οι ιδιοκτήτριες εταιρείες σύναψαν σύμβαση παροχής υπηρεσιών με τις εταιρείες Eagle Watch Security Services Ltd και SPS Security Ltd («οι νέες εταιρείες»). Για να επιβεβαιώσει τη θέση της κατέθεσε τρεις επιστολές από τις εν λόγω εταιρείες (Τεκ.11,12 και 13), με τις οποίες ενημέρωναν το Ταμείο αναφορικά με τις ημερομηνίες ανάληψης παροχής των υπηρεσιών τους. Κατά την αξιολόγηση δε των εν λόγω στοιχείων και την περαιτέρω εξέταση της υπόθεσης, προέκυψε ότι μαζί με τους Αιτητές απολύθηκαν 31 ακόμη εργοδοτούμενοι που ασκούσαν καθήκοντα φύλακα και ότι μέρος αυτών εργοδοτήθηκαν από τις νέες εταιρείες προκειμένου να συνεχίσουν να ασκούν τα ίδια ακριβώς καθήκοντα που ασκούσαν στην Εργοδότρια Εταιρεία και στον ίδιο χώρο. Ισχυρίστηκε δε ότι η θέση αυτή επιβεβαιώνεται από τον κατάλογο εργοδότησης της Εργοδότριας Εταιρείας και των νέων εταιρειών (Τεκ.14,15 και 16). Πρόσθετα, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν με τον διευθυντή της εταιρείας Eagle Watch τους ενημέρωσε ότι προέφερε εργασία σε όλους τους εργοδοτούμενους της Εργοδότριας Εταιρείας που είχαν απολυθεί και ότι ορισμένοι απ' αυτούς δεν ακολούθησαν. Αποτέλεσμα των πιο πάνω το Ταμείο απέρριψε τις αιτήσεις των Αιτητών με την κοινοποίηση των σχετικών επιστολών (Τεκ.17 και 18). Αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι με τη μη ανανέωση των συμβολαίων που είχε η Εργοδότρια Εταιρεία με τις ιδιοκτήτριες εταιρείες δημιουργήθηκαν συνθήκες πλεονασμού που δικαιολογούσαν την απόλυση των Αιτητών. Ενέμενε ωστόσο ότι από τα ενώπιον τους στοιχεία υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης στις νέες εταιρείες. Ενώ παραδέχθηκε ότι μεταξύ της Εργοδότριας Εταιρείας και των νέων εταιρειών δεν υπήρχε καμία σχέση, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι ο χώρος εργασίας παράμεινε ο ίδιος και ότι επρόκειτο για εταιρείες που ασκούσαν τις ίδιες δραστηριότητες. Επίσης ότι αρκετοί από τους εργοδοτούμενους που είχαν απολυθεί μεταφέρθηκαν στις νέες εταιρείες. Μέσα στα πλαίσια δε της διερεύνησης είχαν επικοινωνήσει με αρκετούς από τους απολυθέντες. Επικοινώνησαν επίσης με τους Αιτητές, οι οποίοι τους ενημέρωσαν ότι δεν δέχθηκαν καμία πρόταση για να συνεχίσουν στις νέες εταιρείες. Ανάλυση Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή και τους δύο μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Προφανώς από τα όσα οι μάρτυρες έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το μοναδικό σημείο που παραμένει επίδικο είναι ο ισχυρισμός του Ταμείου περί μεταβιβάσεως της επιχείρησης ή μέρους της επιχείρησης που διατηρούσε η Εργοδότρια Εταιρεία για την φύλαξη των Υποστατικών και Πολυκαταστημάτων των ιδιοκτητριών εταιρειών στις νέες εταιρείες. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι οι νέες εταιρείες στις οποίες κατακυρώθηκαν οι προσφορές φύλαξης, συνέχισαν να προσφέρουν στους ίδιους χώρους τις ίδιες υπηρεσίες που προσέφερε και η Εργοδότρια Εταιρεία. Δεν υπάρχει επίσης η παραμικρή αμφιβολία ότι κάποιοι από τους εργοδοτούμενους της Εργοδότριας Εταιρείας προσλήφθηκαν μετά την απόλυση τους από τις νέες εταιρείες, σε αντίθεση με τους Αιτητές οι οποίοι δεν δέχθηκαν καμία πρόταση εργοδότησης. Η κα Ορφανίδου, ενώ ισχυρίστηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματίστηκε η απασχόληση 31 ακόμη προσώπων που ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα στην ίδια ειδικότητα με τους Αιτητές, θέση η οποία εν τέλει δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση, παρόλο που δεν συνάδει με τη θέση του κ. Αρχοντίδη ο οποίος έκανε λόγο για 65 απολύσεις, εν τούτοις ο ακριβής αριθμός των προσώπων που εργοδοτήθηκαν από τις νέες εταιρείες δεν έχει προσδιοριστεί. Η κα Ορφανίδου αναφέρθηκε σε μέρος του προσωπικού, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ταμείου στη τελική του αγόρευση ανέφερε ότι «πολύ μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού (περί το 50%) μεταφέρθηκε στις δύο εταιρείες». Η κα Ορφανίδου, επικαλέστηκε επίσης διάφορα έγγραφα, όπως καταλόγους εργοδοτήσεων (Τεκ.14, 15 και 16) και επιστολές των νέων εταιρειών προς το Ταμείο (Τεκ.11,12 και 13). Εξετάζοντας το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων διαπιστώνουμε ότι δεν μπορούν να υποστηρίξουν τα όσα επικαλείται η πλευρά του Ταμείου. Πέραν του γεγονότος ότι δεν έγινε οποιαδήποτε λεπτομερής αναφορά ή ανάλυση του περιεχομένου των καταλόγων εργοδοτήσεων, από το περιεχόμενο των επιστολών της Eagle Watch, ημερ. 25.1.2019 και 16.4.2019 (Τεκ.11 και 12), φαίνεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η εν λόγω εταιρεία εργοδότησε τρεις φύλακες ασφαλείας. Επίσης ενημέρωσε το Ταμείο ότι διέθετε το απαιτούμενο προσωπικό που χρειαζόταν για να ξεκινήσει η φρούρηση των καταστημάτων. Πρόσθετα η SPS, με την επιστολή της ημερ. 17.4.2019 (Τεκ.13), ενημέρωσε το Ταμείο ότι αποφάσισε να διακόψει το συμβόλαιο με την εταιρεία Ermes Department Stores, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία. (
  2. i)Οι πρόνοιες του Νόμου Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόληση του ετερματίσθη: (α) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: ........................................... (γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίαν της επιχειρήσεως: (
  3. i)εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων, (
  4. ii)αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τα μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων, (iii) καταργήσεις τμημάτων, (
  5. iv)δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών, (
  6. v)ελλείψεων παραγγελιών ή πρώτων υλών, (
  7. vi)σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii) περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Νόμου: «Εργοδοτούμενος δεν δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού- (α) εάν προ του τερματισμού της απασχολήσεως ο εργοδότης προσφέρη άλλην κατάλληλον απασχόλησιν αντ' αυτής ο δε εργοδοτούμενος παραλόγως αρνήται την προσφοράν ταύτην. (β) αποκλειστικώς λόγω τερματισμού της συμβάσεως απασχολήσεως συνεπεία αλλαγής εργοδότου, όταν ο νέος εργοδότης ανανεώνη την υφισταμένην σύμβασιν απασχολήσεως: Νοείται ότι το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δύναται να χορηγήση πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του άρθρου 16 του παρόντος Νόμου, όταν ο εργοδοτού-μενος δυνηθή να απόδειξη εύλογον αιτίαν, την οποίαν το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών ήθελε θεωρήσει ικανοποιητικήν, διά την μη αποδοχήν της προσφοράς ανανεώσεως της συμβάσεως απασχολήσεως υπό του νέου εργοδότου. (γ) αν ο εργοδότης του είναι εταιρεία εγγεγραμμένη με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο και τον μεταθέτει σε κατάλληλη απασχόληση σε άλλη εταιρεία η οποία είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία στην οποία απασχολείται: Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δύο εταιρείες θεωρούνται "συνδεδεμένες εταιρείες" αν η μια είναι θυγατρική της άλλης ή αν και οι δύο εταιρείες είναι θυγατρικές τρίτης εταιρείας· ο όρος "θυγατρική εταιρεία" έχει την έννοια που αποδίδεται σ' αυτόν από το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου. (δ) αν πριν από τον τερματισμό της απασχολήσεως άλλος εργοδότης ο οποίος είναι εταιρεία στην οποία ο προηγούμενος εργοδότης είναι κύριος μέτοχος ή ασκεί ουσιαστικό έλεγχο προσφέρει στον εργοδοτούμενο κατάλληλη απασχόληση.» Στην υπόθεση Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd v. Γ. Ιωαννίδου

(1996)1 Α.Α.Δ. 228 έχει διευκρινιστεί ότι η έννοια της «αλλαγής εργοδότου» όπως συναντάται στο άρθρο 20(β) του Νόμου, θα πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται μέσα στα πλαίσια της επιφύλαξης της παραγράφου 3, Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, που έχει ως ακολούθως: «Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη.» Συνεπώς, για τους σκοπούς του άρθρου 20(β) του Νόμου, «αλλαγή εργοδότη» λαμβάνει χώρα μόνον όταν η αλλαγή αυτή είναι το αποτέλεσμα μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος επιχείρησης από έναν εργοδότη σε άλλο «ως έχει». Στην υπόθεση Λ. Καστράπης v. E. Kallenos
(2003)1 Α.Α.Δ. 509, διευκρινίζεται ότι η «ανανέωση» της σύμβασης απασχόλησης που περιέχεται στο άρθρο 20(β) του Νόμου: «. δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από την ανανέωση της υφιστάμενης σύμβασης απασχόλησης χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση των απορρεουσών από τη σύμβαση (υφιστάμενη) δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών με εξαίρεση βέβαια, την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη». Προφανώς, με βάση τις πιο πάνω διατάξεις, ένας εργοδοτούμενος δεν δικαιούται σε πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο, όταν ο νέος εργοδότης στον οποίο μεταβιβάστηκε η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης «ως έχει», προσφέρει στον εργοδοτούμενο σύμβαση εργασίας με τους ίδιους όρους που είχε με τον προηγούμενο εργοδότη. Διαφορετικά αν οι όροι της προσφερόμενης σύμβασης είναι δυσμενώς διαφοροποιημένοι για τον εργοδοτούμενο, τότε δεν πρόκειται για ανανέωση της υφιστάμενης σύμβασης και ο εργοδοτούμενος θα δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο. Ως απόρροια των πιο πάνω, ο νέος εργοδότης στον οποίο μεταβιβάστηκε η επιχείρηση «ως έχει», δεν υποχρεούται να συνεχίσει την απασχόληση του υφιστάμενου προσωπικού, με αποτέλεσμα οι εργοδοτούμενοι που νομίμως απολύθηκαν από τον προηγούμενο εργοδότη για λόγους πλεονασμού και των οποίων η υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης δεν ανανεώθηκε από τον νέο εργοδότη, να δικαιούνται σε πληρωμή λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο. Εν ολίγοις η διατήρηση της ταυτότητας της επιχείρησης υπό τον νέο εργοδότη δεν αποβαίνει αυτοδικαίως προστατευτική για τον εργοδοτούμενο εάν ο νέος εργοδότης δεν προχωρήσει σε ανανέωση της υφιστάμενης σύμβασης. Στην προκείμενη περίπτωση ενώ η Εργοδότρια Εταιρεία νομίμως τερμάτισε την απασχόληση των Αιτητών, για λόγους πλεονασμού που οφείλονταν στο γεγονός ότι έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στον τόπο όπου απασχολούσε τους Αιτητές, ως επακόλουθο της μη ανανέωσης των συμβολαίων παροχής υπηρεσιών φύλαξης που είχε με τις ιδιοκτήτριες εταιρείες, ωστόσο οι νέες εταιρείες στις οποίες ανατέθηκαν στη συνεχεία οι εν λόγω υπηρεσίες, δεν ανανέωσαν τις υφιστάμενες συμβάσεις απασχόλησης που οι Αιτητές διατηρούσαν με την Εργοδότρια Εταιρεία και ούτε τους προσφέρθηκε οποιαδήποτε εργασία για ανανέωση των εν λόγω συμβάσεων, με επακόλουθο οι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου να μη στερούν από τους Αιτητές το δικαίωμα πληρωμής λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο. (ii) Οι προστατευτικές διατάξεις της Οδηγίας και του Νόμου 104(Ι)/2000 Τον κανόνα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων και της δια-τήρησης αμετάβλητων των όρων εργασίας, κατοχύρωσε ρητά ο νομοθέτης με τον Ν.104(Ι)/2000, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων σε άλλο εργοδότη, που προκύπτουν από νομική μεταβίβαση ή συγχώνευση [άρθρο 3
(1)]. Ο Νόμος αυτός ψηφί-στηκε, προκειμένου να εναρμονισθεί η κυπριακή νομοθεσία με το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα, με τις Οδηγίες 77/187 και 98/50/ΕΚ. Ακολούθησε η Οδηγία 2001/23/ΕΚ η οποία κωδικοποίησε απλώς τις δύο προηγούμενες. Σύμφωνα με το ΔΕΕ,[1] σκοπός της Οδηγίας 2001/23 είναι «να διασφαλίσει τη συνέχιση των εργασιακών σχέσεων που υφίστανται στο πλαίσιο μιας οικονομικής οντότητας, ανεξαρτήτως της μεταβολής του εργοδότη, και, επομένως να προστατεύσει τους εργαζόμενους σε περίπτωση επελεύσεως τέτοιας μεταβολής». Με το άρθρο 1§1 της Οδηγίας και 3
(2)του Ν. 104(Ι)/2000 προσδιορίζεται η έννοια της «μεταβίβασης», ως μια βασική και θεμελιώδης έννοια για την εφαρμογή της Οδηγίας. Ως τέτοια, «.θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητα της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αυτή η δραστηριότητα είναι κύρια ή δευτερεύουσα.»[2] Από τον ορισμό αυτό προκύπτουν τα εξής δύο κρίσιμα για την εφαρμογή της Οδηγίας και του Νόμου στοιχεία: (α) Η μεταβιβαζόμενη μονάδα, θα πρέπει ήδη πριν από τη μεταβίβαση να συνιστά «οικονομική οντότητα» κατά την έννοια της Οδηγίας και του Νόμου. (β) ως προς την οικονομική αυτή οντότητα θα πρέπει να λάβει χώρα μεταβίβαση, η οποία προϋποθέτει αλλαγή του φορέα της και διατήρηση της ταυτότητας της. Τόσο από την Οδηγία και τον Νόμο όσο και από την πάγια νομολογία του ΔΕΕ προκύπτει ότι δύο είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν μια μονάδα ως «οικονομική οντότητα», ώστε σε περίπτωση μεταβίβασης να τύχουν εφαρμογής οι σχετικές για την προστασία των εργαζομένων διατάξεις: α) να πρόκειται για ένα σύνολο οργανωμένων πόρων (ανθρώπινο δυναμικό, υλικά και/ή άυλα στοιχεία) και β) με το οργανωμένο αυτό σύνολα να επιδιώκεται ορισμένος οικονομικός σκοπός. Το Δικαστήριο διευκρινίζοντας την έννοια της οικονομικής οντότητας έχει δεχθεί ότι η οικονομική οντότητα δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με την ασκούμενη απ' αυτή δραστηριότητα και επομένως η μεταβίβαση δραστηριότητας αυτή και μόνη δεν συνιστά μεταβίβαση μονάδας (οντότητας). Η ταυτότητα της προκύπτει επίσης από άλλα στοιχεία, όπως το προσωπικό της, η στελέχωση της, η οργάνωση των εργασιών της, οι μέθοδοι λειτουργίας ή ακόμα, ενδεχομένως, τα μέσα εκμετάλλευσης που διαθέτει[3]. Τα χαρακτηριστικά αυτά όλα ή κάποια απ' αυτά, έχουν αποφασιστική σημασία, προσδίδουν τη φυσιογνωμία στην επιχείρηση και είναι κρίσιμα για τη διατήρηση της ταυτότητας της. Έχει επίσης δεχθεί ότι σε ορισμένους τομείς, η δραστηριότητα των οποίων στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, ακόμη και ένα σύνολο εργαζομένων, εφόσον διαθέτει επαρκή αυτοτέλεια, μπορεί, παρά την απουσία σημαντικών ενσώματων ή άυλων περιουσιακών στοιχείων, να αντιστοιχεί σε οικονομική οντότητα κατά την έννοια της Οδηγίας[4]. Ως προς την έννοια του όρου «οικονομική δραστηριότητα» που χρησιμοποιεί η Οδηγία και ο Νόμος, θα πρέπει να διευκρινιστεί, ότι καλύπτει κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή παροχής υπηρεσιών σε συγκεκριμένη αγορά. Αφορά κάθε επιχείρηση που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα του αν επιδιώκει ή όχι κερδοσκοπικό σκοπό. Αποφασιστικό στοιχείο είναι ο οικονομικός χαρακτήρας μιας δραστηριότητας, ο οποίος συντρέχει σε κάθε περίπτωση που ένα σύνολο οικονομικών πόρων έχει οργανωθεί και αξιοποιείται από το φορέα τους για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ[5] για να θεωρηθεί ότι συντρέχει «μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης» κατά την έννοια της Οδηγίας και του Νόμου, θα πρέπει η μεταβιβαζόμενη οντότητα να διατηρεί την ταυτότητα της και υπό τον νέο φορέα της. Όπως επισημαίνει το ΔΕΚ[6], η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από τον σκοπό της Οδηγίας, στόχος της οποίας είναι η διατήρηση και συνέχιση των εργασιακών σχέσεων στο πλαίσιο μιας υφιστάμενης οικονομικής οντότητας, μιας οντότητας δηλαδή η οποία, ανεξάρτητα από τη μεταβολή του προσώπου που τη διευθύνει και ελέγχει, διατηρεί την ταυτότητα της κατά και αμέσως μετά το πέρας της μεταβίβασης. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι την ίδια. Με τη διατήρηση της ταυτότητας της, σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Οι βασικότερες ενδείξεις που καθορίζουν, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, το αν έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης είναι: (α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κλπ), (β) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών καθώς και η αξία τους κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (σήμα, διπλώματα ευρεσιτεχνίας, διακριτικοί τίτλοι και γνωρίσματα κ.α.), (γ) η πρόσληψη ή μη σημαντικού μέρους του προσωπικού από τον νέο επιχειρηματία, (δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, (ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, (στ) η διάρκεια της τυχόν διακοπής των δραστηριοτήτων της. Τα στοιχεία αυτά, δεν πρέπει να εκτιμώνται μεμονωμένα. Η βαρύτητα των διαφόρων στοιχείων που πρέπει ο εθνικός δικαστής να λάβει υπόψη, προκειμένου να εκτιμήσει αν υπάρχει μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό, από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για την οποία πρόκειται και από τις εφαρμοζόμενες μεθόδους παραγωγής και εργασίας[7]. Όπως επισημαίνει το ΔΕΚ: «η διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων δεν μπορεί να εξαρτάται από την εκτίμηση ενός μόνον παράγοντα[8], ακόμη και αν πρόκειται για παράγοντα με βαρύνουσα σημασία για την εκτίμηση αν συντρέχει η όχι μεταβίβαση επιχείρησης». Σύμφωνα με το ΔΕΚ[9], για τη διατήρηση της ταυτότητας, δεν είναι απαραίτητο τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν και υπό τον νέο επιχειρηματία τη συγκεκριμένη οργανωτική δομή που είχαν πριν την μεταβίβαση. Η διατήρηση της ίδιας ακριβώς οργανωτικής δομής των προσωπικών και περιουσιακών στοιχείων είναι μεν μια ένδειξη για τη διατήρηση της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης μονάδας όχι όμως καθοριστικό στοιχείο. Διαφορετικά η απόφαση του νέου εργοδότη να διαλύσει το τμήμα της επιχείρησης ή εγκατάστασης και να το ενσωματώσει στην υφιστάμενη δομή της δικής του επιχείρησης θα αρκούσε για να αποκλείσει την εφαρμογή της Οδηγίας στο τμήμα αυτό, με συνέπεια να στερηθούν οι οικείοι εργαζόμενοι την προστασία που παρέχει η Οδηγία κατά τρόπο αντίθετο προς τον σκοπό της. Εφόσον ο υφιστάμενος δεσμός, από άποψη λειτουργίας και επιδιωκόμενου σκοπού, διατηρεί μεταξύ των διαφόρων μεταβιβαζόμενων συντελεστών και μετά τη μεταβίβαση, ο οποίος και επιτρέπει στον νέο επιχειρηματία να χρησιμοποιεί τους συντελεστές αυτούς, έστω και συντεταγμένους σε μια διαφορετική οργανωτική δομή, για την άσκηση της συγκεκριμένης δραστηριότητας, η διατήρηση της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης μονάδας δεν αναιρείται από το γεγονός και μόνο ότι η μεταβιβαζόμενη μονάδα χάνει την οργανωτική της αυτονομία και οι συντελεστές που τη συνθέτουν εντάσσονται από τον νέο φορέα σε μια διαφορετική οργανωτική δομή. Εφόσον η οικονομική οντότητα ορίζεται ως «σύνολο οργανωμένων πόρων» και στους ουσιώδεις πόρους ανήκει και το εργατικό δυναμικό, η εκούσια ανάληψη ενός σημαντικού μέρους του προσωπικού αξιολογείται ως μία σοβαρή ένδειξη υπέρ της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης μονάδας. Έτσι στις εμπορικές επιχειρήσεις και στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών σημαντικό-τερο ρόλο παίζουν άυλα στοιχεία, όπως η τεχνογνωσία, η επωνυμία, η οποία συνοδεύεται από τη φήμη της επιχειρήσεως, το good will και κυρίως η σταθερή πελατεία. Σε απόφαση του το ΔΕΚ έκρινε ότι «καθόσον σε ορισμένους τομείς στους οποίος η δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, ένα σύνολο εργαζομένων τους οποίους ενώνει σταθερά μία και μόνη δραστηριότητα μπορεί να αντιστοιχεί σε οικονομική μονάδα, μία τέτοια μονάδα μπορεί αν διατηρεί την ταυτότητα της και πέραν της μεταβιβάσεως της, όταν ο νέος επικεφαλής της επιχειρήσεως δεν αρκείται στη συνέχιση της εν λόγω δραστηριότητας, αλλά αναπροσλαμβάνει επίσης σημαντικό τμήμα, από άποψη αριθμού και ικανοτήτων, του προσωπικού στο οποίο ο προκάτοχος του ανέθετε ειδικά το έργο αυτό.»[10] Σε άλλη απόφαση το ΔΕΚ απεφάνθη ότι: «. η ταυτότητα μιας οικονομικής μονάδας . η οποία στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό, δεν διατηρείται αν σημαντικό τμήμα του προσωπικού δεν αναπροσλαμβάνεται από τον φερόμενο εκδοχέα»[11] Κατά μία άποψη, το αν προσελήφθησαν από τον νέο εργοδότη κάποιοι εργαζόμενοι αποτελεί απλή ένδειξη για την ύπαρξη μεταβίβασης, η οποία πρέπει να συνεκτιμάται με τις υπόλοιπες ενδείξεις και δεν αποτελεί απόδειξη. Άλλωστε η υποχρέωση πρόσληψης του εργατικού δυναμικού από τον εκδοχέα είναι συνέπεια της μεταβίβασης. Δεν πρέπει λοιπόν αλόγιστα να αποφαίνεται κανείς ότι επήλθε μεταβίβαση, χρησιμοποιώντας ως μοναδικό ή κύριο κριτήριο την πρόσληψη μέρους του προσωπικού από τον διάδοχο εργοδότη να οδηγείται δηλ. κανείς από στη συνέπεια (την πρόσληψη του προσωπικού) στο ζητούμενο (την ύπαρξη ή όχι μεταβίβασης)[12]. Συμπερασματικά μπορεί να υποκρύπτεται μεταβίβαση επιχείρησης όταν ο διάδοχος (εκδοχέας) ανέλαβε μεν όλα τα ενσώματα στοιχεία της επιχείρησης του προκατόχου του (εκχωρητή), δεν ανέλαβε όμως τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων της μεταβιβασθείσας επιχείρησης (των οποίων οι συμβάσεις εργασίας είχαν νομίμως λυθεί πριν την μεταβίβαση) προ-κείμενου να αποφύγει την εφαρμογή των προνοιών του Νόμου και της Οδηγίας, να υποστηρίξει δηλ. ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης[13]. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί πράγματι να επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι πληρούνται περισσότερα από τα κριτήρια που παραθέσαμε σχετικά με την κρίση για την ύπαρξη μεταβίβασης ή όχι. Επίσης όσον αφορά την ομοιότητα της ασκούμενης δραστηριότητας πριν και μετά τη μεταβίβαση, το Δικαστήριο, στην περίπτωση ενός δήμου ο οποίος είχε αρχικά αναθέσει τον καθαρισμό των εγκαταστάσεων του σε ιδιωτική επιχείρηση και στη συνέχεια κατήγγειλε τη σύμβαση που τον συνέδεε με αυτήν την ιδιωτική επιχείρηση και ανέλαβε ο ίδιος τη δραστηριότητα του καθαρισμού, προσλαμβάνοντας νέο προσωπικό, το Δικαστήριο έκρινε ότι «το γεγονός ότι οι ασκούμενες από την ιδιωτική επιχείρηση και από τον δήμο δραστηριότητες είναι παρόμοιες, ή μάλλον ταυτόσημες, δεν δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι διατηρείται η ταυτότητα μιας οικονομικής μονάδας». Και αυτό γιατί «μια οικονομική μονάδα δεν μπορεί να ταυτίζεται αποκλειστικά με τη δραστηριότητα την οποία ασκεί. Η ταυτότητα της προ-κύπτει από διάφορα άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους στοιχεία, όπως το προσωπικό της, η στελέχωση της, η οργάνωση των εργασιών της, οι μέθοδοι λειτουργίας ή και, ενδεχομένως τα μέσα λειτουργίας της»[14]. Καθοδηγούμενοι τόσο από την Οδηγία και τον Εναρμονιστικό Νόμο όσο και από τη διαμορφωμένη νομολογία του ΔΕΚ (νυν ΔΕΕ) κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση η Εργοδότρια Εταιρεία αποτελούσε μια άρτια οργανωμένη επιχείρηση για τη λειτουργία της οποίας δεν απαιτούνταν σημαντικά ενσώματα ή άυλα περιουσιακά στοιχεία και συνεπώς η κρίση για τη διατήρηση της ταυ-τότητας της δεν μπορεί να εξαρτάται από τη μεταβίβαση τέτοιων στοιχείων[15]. Κρίνουμε επίσης ότι οι δραστηριότητες της στηρίζονταν κυρίως στο εργατικό δυναμικό της και ως εκ τούτου η ανάληψη ενός σημαντικού μέρους του προσωπικού αποτελεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, στοιχείο με ιδιαίτερη βαρύτητα στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης. Βέβαια το ΔΕΚ απαιτεί ο νέος επιχειρηματίας να αναλάβει ένα σημαντικό μέρος του προσωπικού όχι μόνο από άποψη αριθμού (ποσοτικό στοιχείο) αλλά και από άποψη δεξιοτήτων (ποιοτικό στοιχείο). Σε επιχειρήσεις όμως στις οποίες, για την εκτέλεση των παρεχομένων απ' αυτές υπηρεσιών, δεν απαιτούνται ιδιαίτερες γνώσεις, όπως και στην προκείμενη περίπτωση που αφορά επιχείρηση καθαρισμού, φύλαξης, αρκεί η ανάληψη ενός αριθμητικά σημαντικού μέρους του προσωπικού (άνω των 2/3)[16], το οποίο συνεχίζει να εκτελεί τα ίδια καθήκοντα στις ίδιες θέσεις εργασίας, όπως και πριν τη μεταβίβαση. Με την ανάληψη του προσωπικού αυτού, ο νέος επιχειρηματίας δεν δημιουργεί μια νέα αλλά αναλαμβάνει μια ήδη υφιστάμενη οργάνωση εργασίας. Συνεπώς, η κρίση του Δικαστηρίου, εάν στην προκείμενη περίπτωση έχει διατηρηθεί και υπό τον νέο φορέα, που είναι οι νέες εταιρείες στις οποίες ανατέθηκε η φύλαξη των υποστατικών, η ταυτότητα (δηλαδή η προηγούμενη οργανική ενότητα) της επιχείρησης, αν συνεχίστηκε, με άλλα λόγια, ή άρχισε εκ νέου η λειτουργία της ίδιας επιχείρησης και υπό τον νέο φορέα, θα εξαρτηθεί απόλυτα από το εάν οι εν λόγω εταιρείες έχουν αναλάβει αριθμητικά ένα σημαντικό μέρος του προσωπικού που απασχολούσε η Εργοδότρια Εταιρεία, ενόψει και του γεγονότος ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν απαιτούνται ιδιαίτερες εξειδικευμένες γνώσεις για την εκτέλεση της ανατεθείσας δραστηριότητας και ούτε απαιτείται η μεταβίβαση σημαντικών ενσώματων ή άυλων περιουσιακών στοιχείων για να διατηρήσει η επιχείρηση την ταυτότητα της. Θέτοντας λοιπόν τα γεγονότα της υπόθεσης επί τη βάσει των πιο πάνω αρχών καταλήγουμε ότι οι νέες εταιρείες με την ανάληψη της φύλαξης των Υποστατικών και Πολυκαταστημάτων των ιδιοκτητριών εταιρειών, προσέλαβαν μέρος του προσωπικού που απασχολούσε προηγουμένως η Εργοδότρια Εταιρεία για τη φύλαξη των συγκεκριμένων χώρων, το οποίο αριθμητικά δεν ήταν σημαντικό για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η επιχείρηση διατήρησε την ταυτότητα της και δη την προηγούμενη οργανική ενότητα της. Ειδικότερα από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται ότι οι νέες εταιρείες προχώρησαν στην πρόσληψη περιορισμένου αριθμού προσώπων και ότι ως άρτια οργανωμένες και στελεχωμένες επιχειρήσεις που προϋπήρχαν της αναθέσεως σ' αυτές των συγκεκριμενών υπηρεσιών φύλαξης, διέθεταν το απαιτούμενο δικό τους προσωπικό για την εύρυθμη λειτουργία τους και την άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων με αποτέλεσμα να μην υπάρχει διατήρηση ή συνέχεια της υφιστάμενης από την προκάτοχο της Εργοδότρια Εταιρεία οργάνωσης εργασίας. Σε τελική ανάλυση, συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον μας στοιχεία, καταλήγουμε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση ξεφεύγει των πλαισίων των προστατευτικών δια-τάξεων της Οδηγίας και του Εναρμονιστικού με αυτή Ν.104(Ι)/2000. Κατά συνέπεια των πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει λάβει χώρα μεταβίβαση επιχείρησης και για το λόγο αυτό οι νέες εταιρείες καμία υποχρέωση δεν ανέλαβαν απέναντι στο προσωπικό που απασχολούσε η Εργοδότρια Εταιρεία για την φύλαξη των συγκεκριμένων χώρων. Αντίθετα κρίνουμε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί μία μορφή «διαδοχής από λειτουργική άποψη», η οποία δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2001/23 και συνεπώς ούτε του Εναρμονιστικού με αυτή Νόμου. Ως επακόλουθο των πιο πάνω δεν τίθεται η παραμικρή αμφιβολία ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών οφείλετο σε λόγους πλεονασμού σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 (α), (β) και (γ)(vii) του Νόμου. Από τη στιγμή επίσης που δεν μεσολάβησε μεταβίβαση επιχείρησης που να δικαιολογεί την ανανέωση των υφιστάμενων συμβάσεων εργασίας, τα δικαιώματα των Αιτητών λόγω μη συνέχισης της απασχόλησης τους από τις νέες εταιρείες δεν έχουν επηρεαστεί με επακόλουθο να δικαιούνται πληρωμής λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο. Σύμφωνα με το άρθρο 16
(1)του Νόμου, όταν η απασχόληση εργοδοτούμενου που απασχολήθηκε στον ίδιο εργοδότη για συνεχή περίοδο τουλάχιστο 104 βδομάδων τερματίζεται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Τέταρτο Πίνακα. Από τα αδιαμφισβήτητα και ή παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης φαίνεται ότι ο πρώτος Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότρια Εταιρείας για 7 συναπτά έτη και ότι ο τελευταίος μισθός που λάμβανε πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του ανερχόταν στα €340,38 εβδομαδιαίως. Η δε πληρωμή που δικαιούται λόγω πλεονασμού αντιστοιχεί με απολαβές 15,5 βδομάδων ήτοι ποσό (15,5Χ€340,38) €5.275,
  1. Ο δεύτερος Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότρια Εταιρείας για 8 συναπτά έτη και ο τελευταίος μισθός που λάμβανε πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του ανερχόταν στα €251,15 εβδομαδιαίως. Η δε πληρωμή που δικαιούται λόγω πλεονασμού αντιστοιχεί με απολαβές 18 βδομάδων ήτοι ποσό (18Χ€251,15) €4.520,
  2. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση 281/2019 και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού για το ποσό των €5.275,89 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού €1.000 ως έξοδα με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση 282/2019 και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού για το ποσό των €4,520,70 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού €1.000 ως έξοδα με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Οι αξιώσεις εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας απορρίπτονται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (υπ)................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Γ. Κασιούρης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] ΔΕE 12.2.2009 C-466/07 [2] Το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε μέσα από τον ορισμό της «οικονομικής μονάδας» για την οποία γίνεται στην απόφαση C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259 και την οποία ορίζει ως ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και πραγμάτων για την άσκηση ορισμένης οικονομικής δραστηριότητας που επιδιώκει δικούς της σκοπούς. [3] C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259, C-127/96, ΔΕΚ 2.12.1999 C-234/98, C-463/09 σ.41 C-172/99 Oy LiiKenne [2001] ECR I-745, [4] C-108/10 Scattolon 6.9.2011 [5] C-24/85 Spijkers [1986] ECR
  3. C-29/91 Stichting [1992] ECR
  4. C-392/92 Schmidt [1994] ECR I-
  5. [6] C-51/00 Tempo Service Industries [2002] ECR I-
  6. [7] C-287/86 Ny Molle Kro
(1987), 5479. C-13/95 Suzen
(1997), 1275. C-172/99 Oy LiiKenne (25.1.2001). C-51/00 Temco Service Industries
(2002), 969 [8] C-392/92 Schmidt [1994] ECR I-
  1. [9] ΔΕΚ 12.2.2009 C-466/07 (Klarenberg) [10] ΔΕΚ 29.7.2010 C-151/2009 [11] ΔΕΚ 20.1.2011 C-463/2009 CLECE SA v Maria Soccoro και Ayuntamiento de Cobisa [12] Ζερδελής, το Δίκαιο της Καταγγελίας, σελ. 808 επ. [13] ΔΕΚ 19.7.2003 C-340/2001 [2003] ECR I-14023, σκέψη
  2. [14] ΔΕΚ 20.1.2011 C-463/2009, CLECE SA v Maria Soccoro martin Valor και Ayuntamiento de Cobisa [15] C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259 [16] Ζερδελής, Εφαρμογές Εργατικού Δικαίου, σελ. 614 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.