ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΜΠΟΛΑΣ ν. XYRICHIS TRANSPORT SERVICES LTD, Αρ. Υπόθεσης: 67/2021, 8/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:21 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Λάμπρου και Ν. Σατσιά, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 67/2021 Μεταξύ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΤΑΜΠΟΛΑΣ Αιτητής -και- XYRICHIS TRANSPORT SERVICES LTD Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 8η Φεβρουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Καθ' ων η αίτηση - Αιτητές στην αίτηση: κ. Θ. Β. Παυλήμπεης Για Αιτήτρια - Καθ' ης η αίτηση στην αίτηση: κ. Μ. Σάββα Αίτηση ημερ. 3.9.2021 για αντεξέταση και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση, οι Καθ' ων η αίτηση, Αιτητές στην παρούσα διαδικασία (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση») εξαιτούνται: (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία και αντεξέταση του Χρήστου Στάμπολα επί των παραγράφων 3, 9, 14, 15, 16 και 17 της ενόρκου δηλώσεως του ημερ. 3.6.2021 σε οποιαδήποτε ημερομηνία ήθελε οριστεί για ακρόαση η δια κλήσεως αίτηση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 11.5.2021. (Β) Άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της δια κλήσεως αίτησης των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 11.5.2021. (Γ) Οποιαδήποτε περαιτέρω και ή άλλη θεραπεία θεωρήσει το Σεβαστό Δικαστήριο ως ορθή και δίκαια υπό τις περιστάσεις. (Δ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Η αίτηση βασίζεται στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 Καν. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 (α) και (β), 11
(2), 12, 13, 14, 15, 16, 17 και 18, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών Δ.5 Θ.1, 2, 7, 9, 10, Δ.5Α, Δ.16 Θ.2, 3, 9, Δ.6, Δ.39 Θ.1 και 2, Δ.30 Θ.1-5, Δ.48 Θ.1 -4, 8
(1), 8
(2), 8
(3), 8
(4), 9 και 11, Δ.64, στον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο 24/1967 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο 8/1967 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα Άρθρα 2, 12
(1)και 12
(10)και Άρθρο 4 του Νόμου 5 του 1973 που ενσωματώθηκε στον εν λόγω Νόμο, στον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο του 2010 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα Άρθρα 2, 3, 14 και στον Πρώτο Πίνακα του εν λόγω Νόμου, στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα Άρθρα 4, 5, 7, 9, 16 μέχρι 21 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 όπως τροποποιήθηκε, στον Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στον Κανονισμό (EU) 1215/2012, στον Κανονισμό EC 593/2008, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου, στο κοινοδίκαιο και στο δίκαιο της επιείκειας. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στην συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Ξυρίχη ενός εκ των διευθυντών των Καθ' ων η αίτηση ο οποίος δηλώνει γνώστης των γεγονότων και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Είναι η θέση του ότι στις παραγράφους 3, 9, 14, 15, 16 και 17 της ένορκης δήλωσης του Αιτητή υπάρχουν αντικρουόμενοι ισχυρισμοί όπως ο ισχυρισμός του ότι είναι κάτοικος Ελλάδος χωρίς να αναφέρει την ακριβή διεύθυνση του, ότι ασκούσε τα καθήκοντα του ως επί το πλείστο σε διάφορες χώρες της Ευρώπης έκτος Ελλάδος, ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν ασκούσε τα καθήκοντα του σε μια συγκεκριμένη χώρα, ότι τυγχάνει εφαρμογής η παράγραφος 3 του άρθρου 8 του Κανονισμού 593/2008, ότι δεν έχει σημασία αν εργάστηκε ως οδηγός στην Κύπρο, ότι παραδέχεται ότι παραλάμβανε εμπορεύματα στην Ελλάδα τα οποία μετέφερε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και ότι ψευδώς αναφέρει διαζευκτικά στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς ότι εργάστηκε στη Λευκωσία. Ότι είναι σωστό να επιτραπεί η αντεξέταση του Αιτητή γιατί χωρίς αυτή δεν θα δοθεί ολοκληρωμένη εικόνα των πραγματικών γεγονότων μιας και οι Καθ' ων η αίτηση έχουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω ότι είναι σωστό να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, την οποία θέτει ως Τεκ.1, με σκοπό την προσκόμιση περαιτέρω εγγράφων με τα οποία αντικρούονται οι ισχυρισμοί του Αιτητή. Ότι η δια κλήσεως αίτηση σε σχέση με τη δικαιοδοσία είναι καλόπιστη και ότι αυτό που επιδιώκεται με την προσκόμιση πρόσθετης πραγματικής μαρτυρίας είναι η υποστήριξη των θέσεων τους. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή η οποία βασίζεται στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 Καν. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9,10,11 (α) και (β), 11
(2), 12,13,14, 15,16, 17 και 18, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών Δ.5 Θ.1, 2, 7, 9, 10, Δ.5Α, Δ.16 Θ.2, 3, 9, Δ.6, Δ.39 Θ.1 και 2, Δ.30 Θ1-5, Δ.48 Θ.1 - 4, 8
(1), 8
(2), 8
(3), 8
(4), 9 και 11, Δ.64, στον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο 24/1967 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο 8/1967 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα Άρθρα 2, 12
(1)και 12
(10)και Άρθρο 4 του Νόμου 5 του 1973 που ενσω-ματώθηκε στον εν λόγω Νόμο, στον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο του 2010 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα Άρθρα 2, 3, 14 και στον Πρώτο Πίνακα του εν λόγω Νόμου, στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα Άρθρα 4, 5, 7, 9,16 μέχρι 21 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 όπως τροποποιήθηκε, στον Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, στον Κανονισμό (EU) 1215/2012, στον Κανονισμό EC 593/2008, στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου, στο κοινοδίκαιο και στο δίκαιο της επιείκειας. Οι λόγοι ένστασης όπως παρουσιάζονται στη σχετική ειδοποίηση είναι οι ακόλουθοι: (Α) Το πραγματικό και ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και ή το αιτούμενο διάταγμα δεν βρίσκει έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και ή την επί του θέματος ισχύουσα νομολογία. (Β) Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. (Γ) Η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος που ζητείται αφορά ζητήματα αδιάφορα ή επουσιώδη και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να επιτραπεί. (Δ) Η αιτούμενη καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αφορά ζητήματα αδιάφορα ή επουσιώδη και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να επιτραπεί. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κα Χρ. Ευαγγέλου- Λυσιώτη, δικηγόρου, ισχυριζόμενη ότι ο Αιτητής είναι μόνιμος κάτοικος Ελλάδας, ότι ευρίσκεται στην Ελλάδα και αυτός είναι ο λόγος που η ίδια προβαίνει στην ένορκη δήλωση. Για τη δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου ισχυρίζεται ότι αυτό που έχει σημασία για την εξέταση της σχετικής ενδιάμεση αίτησης είναι ότι ο Αιτητής δεν εργαζόταν στην Κύπρο, κάτι που αποδέχονται και οι δύο πλευρές. Η διαφωνία έγκειται στο κατά πόσο ο Αιτητής εργαζόταν αποκλειστικά στην Ελλάδα ως είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ή αν εργαζόταν στην Ελλάδα και μετέφερε εμπορεύματα σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, ως είναι η θέση του Αιτητή, γεγονός που θέτει ως αδιάφορο, επουσιώδες και ασήμαντο για σκοπούς εξέτασης της προρρηθείσας ενδιάμεσης αίτησης. Στην ίδια βάση θέτει και το αίτημα των Καθ' ων η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με σκοπό την παρουσίαση πρόσθετης πραγματικής μαρτυρίας, ισχυριζόμενη ότι είναι άσχετο με το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Σημειώνει ότι για τους λόγους που επικαλείται δεν έχει καταδειχτεί η ύπαρξη καλού λόγου που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 «Οι Κανονισμοί». Με το K.11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Κ.12
(1), «ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Στη νομική βάση του Τύπου 6 αναφέρεται ότι θα πρέπει να προσδιορίζονται τα άρθρα του Νόμου ή και του Κανονισμού στα οποία βασίζεται η αίτηση. Για το υπό εξέταση θέμα, δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς. Προς συμπλήρωση ωστόσο του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί με τον Κ.17 προβλέπεται ότι, «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Συνεπώς ελλείψει οποιασδήποτε ειδικής ρύθμισης στους Κανονισμούς το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να στηριχθεί κατ' αναλογία στις σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού. Η Δ.48 θ.4
(2)των περί Πολίτικης Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία βασίζεται η υπό κρίση αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Επίσης για την ευχέρεια αντεξέτασης προσώπου που προβαίνει σε ένορκη δήλωση η Δ.39 των περί Πολίτικης Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και συγκεκριμένα τη Δ.39 θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: "Upon an application evidence may be given by affidavit but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination." (i) Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι: «το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί και αποφανθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.». Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά. v. Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εναγόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες - αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά Κανονισμό, και αυτό, για ευνόητους λόγους που σχετίζονται με την ποικιλία των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν σε δεδομένη περίπτωση ο Αιτητής έχει τεκμηριώσει «καλό λόγο» και, αν ναι, κατά πόσο ως αποτέλεσμα της τεκμηρίωσης, θα ικανοποιήσει αίτημα - γραπτό ή προφορικό - για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στην Δ.48 θ.4
(2)δεν γίνεται καμία αναφορά σε καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης, αλλά σε καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η αμφισβήτηση γεγονότων δεν τεκμηριώνει από μόνη της «καλό λόγο» για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε μέσω αυτής να απαντώνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να εισάγεται πρόσθετη μαρτυρία η οποία σε διαδικασίες προσωρινών διαταγμάτων δεν είναι επιθυμητή (βλ. Halsbury's Laws of England, 4rd edition vol. 24, p. 519, par. 972 υπό τον τίτλο "No fresh evidence after motion opened"). Διαφωτιστικό είναι επίσης το πιο κάτω απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Π.Ε. 29/14, ημερ. 3.11.16: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας, σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτό που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». Από την απόφαση στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά. ν. Λεωνίδα (ανωτέρω) προκύπτει ότι μπορεί να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όταν μετά την καταχώριση της ένστασης προκύπτει ανάγκη για προβολή ισχυρισμών και διευκρινίσεων με σκοπό το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, αλλά όχι όταν πρόκειται για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος ή για ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Επίσης στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.643, 646 επαναλήφθηκε ότι εκεί όπου αυτό που επιδιώκεται είναι η επανάληψη των ισχυρισμών που τέθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση ή η προσθήκη επιχειρηματολογίας, δεν δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όσον αφορά την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν την αίτηση. Κατά συνέπεια, πρέπει να υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.48 αναφορικά με το ζήτημα αυτό, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν είναι επιτρεπτή είτε η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ή απαντητικής μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή, με τη μορφή επιπρόσθετων ενόρκων δηλώσεων .» Προφανώς από τη δικονομική πρόνοια της Δ.48 θ.4
(2)και τις νομικές αρχές που διέπουν τις απορρέουσες απ' αυτή θεραπείες, η άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποσκοπεί στην προβολή θέσεων και ισχυρισμών που να αντικρούουν ή να απαντούν σε αντίστοιχες θέσεις και ισχυρισμούς της άλλης πλευράς, όπου αυτό φυσικά κρίνεται αναγκαίο, ούτως ώστε να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα επί των γεγονότων και των θέσεων των δύο πλευρών για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος της δικαιοδοσίας που θέτει η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση. Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης επί τη βάσει της νομολογίας παρατηρούμε ότι τα όσα οι Καθ' ων η αίτηση επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση του κ. Ξυρίχη, αφορούν ουσιαστικά απαντητική ένορκη δήλωση στους ισχυρισμούς τους οποίους ο Αιτητής προβάλλει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης ημερ. 3.6.
- Πρόκειται για την προσκόμιση πραγματικής μαρτυρίας που τείνει να υποστηρίξει τις θέσεις των Καθ' ων η αίτηση επί ισχυρισμών του Αιτητή που ήταν γνωστοί στους Καθ' ων η αίτηση όταν καταχωρούσαν την ενδιάμεση αίτηση τους ημερ. 11.5.2021 με τη συνοδευτική ένορκη δήλωση του κ. Ξυρίχη, θέση που επιμαρτυρείται από τους γενικούς λόγους της Αίτησης. Επιδίωξη των Καθ' ων η αίτηση δεν φαίνεται να είναι η απάντηση επί γεγονότων ή θεμάτων που προέκυψαν σε στάδιο κατοπινό της καταχωρήσεως της μονομερούς αίτησης. Αντίθετα, μέσω αυτής της επιδίωξης δεν απαντώνται απλώς ισχυρισμοί της άλλης πλευράς, αλλά εισάγεται και πρόσθετη μαρτυρία η οποία δεν κρίνεται επιθυμητή και ούτε αναγκαία για σκοπούς επίλυσης των επιδίκων ζητημάτων. Για όλα τα πιο πάνω είναι φανερό ότι τα όσα ο κ. Ξυρίχης επιδιώκει να εισαγάγει με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση του αποτελούν γεγονότα που ήταν εν γνώσει των Καθ' ων η αίτηση όταν καταχωρούσαν την αίτηση ημερ. 3.6.
- Πρόκειται για νομικούς και απαντητικούς ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, κάτι το οποίο σύμφωνα με τη νομολογία, ως παρατίθεται ανωτέρω, δεν επιτρέπεται. Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν ήδη θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις τους και αυτά που επικαλέστηκαν δεν μπορούν να μεταβληθούν στο παρόν στάδιο μέσω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Είναι η κατάληξη μας ότι δεν έχει τεκμηριωθεί καλός λόγος που θα δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρεια του Δικαστηρίου προς αυτό τον σκοπό. (ii) Δικαίωμα αντεξέτασης Η έκδοση διατάγματος για αντεξέταση επίσης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία, βεβαίως ασκείται με βάση και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου
(2008)1Α ΑΑΔ 280 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν το είδος της αίτησης και, κυρίως, κατά πόσο η αντεξέταση θα είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να αποφασισθούν στη διαδικασία στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η ένορκη δήλωση επί της οποίας ζητείται η αντεξέταση του καταθέτη της.» Επίσης τα θέματα επί των οποίων μπορεί ένας διάδικος να αντεξετάσει είναι περιορισμένα και πρέπει να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να επεκτείνονται επί οιουδήποτε θέματος υφίσταται διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή προς τον σκοπό της εξασθένησης της αξιοπιστίας ενός διαδίκου ούτε και μπορεί να γίνει έλεγχος της αξιοπιστίας του στο στάδιο αυτό. Σχετικές είναι οι πρωτόδικες αποφάσεις Balraj Singh Samra v. Ναταλίας Πατσαλίδου, ημερ. 9.4.09 στην αγωγή 7123/08 του Ε.Δ.Λευκωσίας η οποία εκδόθηκε από τον Κ. Κληρίδη Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε και Grigoryev Alexander v. Nikitin Alexander ημερ. 14.1.11 στην αγωγή 4590/10 του Ε.Δ. Λεμεσού από την Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε. Στην τελευταία απόφαση, η τότε Πρόεδρος, απέρριψε αίτηση για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα αφού βρήκε πως εάν επέτρεπε την αιτούμενη αντεξέταση, θα μετέτρεπε την αίτηση σε κυρίως δίκη και εκτός του πεδίου των επιδίκων θεμάτων. Έχουμε μελετήσει με μεγάλη προσοχή τους λόγους για τους οποίους οι Καθ' ων η αίτηση επιθυμούν να αντεξετάσουν τον Αιτητή σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 3.6.2021. Εκείνο που ουσιαστικά ζητείται με την αντεξέταση είναι η αξιοπιστία του ενόρκως δηλούντα και των εκατέρωθεν ισχυρισμών του σε σχέση με τον τόπο απασχόλησης του. Αν δηλαδή απασχολείτο αποκλειστικά εντός της Ελληνικής Επικράτειας ή για εκτέλεση των καθηκόντων του διακινείτο και σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Ασκώντας τη διακριτική μας ευχέρεια, καταλήγουμε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία ότι το αίτημα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Θεωρούμε ότι η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος δεν θα βοηθήσει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Αντίθετα θα παρασύρει το Δικαστήριο στην εξέταση θεμάτων που ξεφεύγουν του πλαισίου εξέτασης της ενδιάμεσης αίτηση και επεκτείνονται επί της ουσίας της όλης υπόθεσης. Συνεπώς κρίνουμε ότι δεν τίθεται θέμα διευκρίνισης μαρτυρίας με αντεξέταση. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ).......................................................... Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Λάμπρου, Μέλος Ν. Σατσιάς, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο