DAVID PORTUGAL ν. CITARD SERVICES LTD, Αρ. Υπόθεσης: 137/2017, 21/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:48 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Ν. Σατσιά, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 137/2017 Μεταξύ: DAVID PORTUGAL Αιτητής - και - CITARD SERVICES LTD Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 21η Δεκεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Βασιλική Παντελή για Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες Για Καθ' ης η αίτηση: Νίκολ Χρυσοστόμου για Λουκάς Π. Λουκά ΑΠΟΦΑΣΗ Η Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία» ή «η Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται μεταξύ άλλων με έρευνες και ερευνητικά προγράμματα. Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας από την 1.7.2014 προσφέροντας τις υπηρεσίες του τόσο από τη Λευκωσία όσο και από το εξωτερικό. Οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στα €2.250 μηνιαίως. Είναι η δικογραφημένη θέση του Αιτητή ότι με επιστολή ημερ. 30.6.2016 η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση του από 31.7.2016 επικαλούμενη ως λόγω την άρνηση του να μετοικήσει και να εργαστεί απευθείας από την Κύπρο. Ισχυρίζεται πως σε κανένα σημείο της συμφωνίας απασχόλησης του υπήρχε πρόνοια για τη φυσική παρουσία του σ την Κύπρο. Επίσης ότι αδικαιολόγητα του αποκόπηκε από τον μισθό του ποσό €1.119,20 που αφορούσε κόστος αγοράς φορητού υπολογιστή για εκτέλεση της εργασίας του. Ως εκ τούτου με την Αίτηση του αξιώνει: (α) Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του (β) Μίας ημέρας κανονική άδεια για το έτος 2015 (γ) Αναλογία ετήσιας άδειας για το 2016 (δ) €1.119,20 ως δεδουλευμένα τα οποία αδικαιολόγητα του αποκόπηκαν (στ) Νόμιμο τόκο (ζ) Έξοδα και Φ.Π.Α. Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι μετά από συζητήσεις που είχε με τον Αιτητή, τους ανέφερε ότι δεν μπορούσε να έλθει στην Κύπρο για να εργαστεί μαζί με την υπόλοιπη ομάδα και ότι προτιμούσε να συνεχίσει την συνεργασία του ως συνεργάτης και όχι ως εργοδοτούμενος. Συμφώνησε επίσης όπως του καταβληθεί αποζημίωση 4 βδομάδων, η οποία του καταβλήθηκε. Για το ποσό των €1.119,20 ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής επέλεξε να κρατήσει τον φορητό υπολογιστή και συμφώνησε όπως του αποκοπεί από τον μισθό του. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Επίσης, με τo άρθρα 7
(1)
(2)του Νόμου καθιερώνεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο δυνάμει του οποίου, όταν ο εργοδοτούμενος τερματίζει την απασχόλησή του λόγω της διαγωγής του εργοδότη, «.τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως». Στην προκείμενη περίπτωση, ο ισχυρισμός της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο Αιτητής δεν απολύθηκε αλλά από μόνος του προτίμησε να συνεχίσει ως συνεργάτης και όχι ως υπάλληλος, εναποθέτει στον ίδιο το βάρος να αποδείξει τον τερματισμό της απασχόλησης του. (βλ. Γιώργος Αριστείδου ν. Super Beton Ltd κ.α.
(1999)1Α A.A.Δ. 114 και Λούης Τούριστ Εϊτσένσυ Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 315). Ο Αιτητής υποστήριξε τη θέση του με την προσωπική του μαρτυρία ενώ για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσε η διευθύντρια της κα Ελένη Χριστοδούλου. Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν επίσης διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σημειωτέον ότι η μαρτυρία και των δύο μαρτύρων περιορίστηκε σε γραπτές δήλωση χωρίς να υπάρξει αντεξέταση. Μαρτυρία Η κα Χριστοδούλου με την ένορκη γραπτή κατάθεση της ισχυρίζεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία, στα πλαίσια διεξαγωγής των εργασιών της, συνεργάζεται με διάφορα άτομα του κλάδου, με συνήθη πρακτική τη σύναψη συμβολαίων εργασίας τακτή διάρκειας. Το 2014 συμφώνησε και σύναψε με τον Αιτητή ανάλογη διετή σύμβαση εργασίας με διάρκεια μέχρι τις 30.6.
- Μολονότι η συνεχής παρουσία του Αιτητή στην Κύπρο δεν ήταν απαραίτητη ωστόσο στα πλαίσια παροχής των υπηρεσιών του είχε έλθει και στην Κύπρο. Ήταν δε όρος μεταξύ των διαδίκων πως σε περίπτωση που απαιτείτο η συνεχής παρουσία του θα ερχόταν να εργαστεί στην Κύπρο. Τον Ιούνιο 2016, όταν η Εργοδότρια Εταιρεία ανέλαβε την εκτέλεση ενός νέου ερευνητικού προγράμματος και ενημέρωσε τον Αιτητή ότι η συμμέτοχη του στη διεκπεραίωση του προγράμματος απαιτούσε την παρουσία του στην Κύπρο, της απάντησε ότι επιθυμούσε να συζητήσει το όλο θέμα δια ζώσης. Ακολούθως σε επικοινωνία που είχε μαζί του μέσω Skype συμφώνησαν όπως η μεταξύ τους συμφωνία τερματιστεί αφού δεν μπορούσε να έλθει στην Κύπρο λόγω άλλων επαγγελματικών υποχρεώσεων στη χώρα του και να συζητήσουν τη δυνατότητα σύναψης νέας συμφωνίας συνεργασίας υπό διαφορετική βάση. Στις 29.6.2016 ο Αιτητής με ηλεκτρονικό μήνυμα της ανέφερε ότι μπορεί να υπήρχαν διάφορα εργασιακά θέματα για τον τερματισμό της συνεργασίας τους και της ζήτησε όπως για τα δύο χρόνια απασχόλησης του δοθεί η νόμιμη προειδοποίηση των 4 βδομάδων, κάτι που η ίδια αποδέχθηκε, παρόλο που δεν είχε συμφωνηθεί στη μεταξύ τους συνομιλία. Ακολούθως ως διευθύντρια της Εταιρεία άρχισε να συζητεί με τον Αιτητή την υπογραφή νέας συμφωνίας για εκτέλεση νέας εργασίας. Επειδή ο Αιτητής καθυστερούσε να απαντήσει στην πρόταση της και επειδή τα χρονοδιαγράμματα ήταν πολύ στενά, η Εργοδότρια Εταιρεία αποφάσισε να αναθέσει την εργασία σε άλλο άτομο. Περαιτέρω, επειδή ο Αιτητής συνέχισε να έχει στην κατοχή του περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας εκ των οποίων επέλεξε να κρατήσει τον φορητό ΗΥ, η Εταιρεία κατέβαλε μειωμένο τον τελευταίο του μισθό, αφαιρώντας για την αξία του ΗΥ το ποσό των €1.119,
- Ισχυρίστηκε ότι η επιστολή που έλαβε τον Οκτώβριο 2016 από τους δικηγόρους του Αιτητή, της προκάλεσε μεγάλη έκπληξη αφού το όλο ζήτημα της συνεργασίας τους είχε ήδη συμφωνηθεί και θεωρείτο λήξαν. Ο Αιτητής με τη ένορκη γραπτή δήλωση του, αναφέρει ότι είναι από την Πορτογαλία και ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του από το εξωτερικό και κάποιες φορές από τη Λευκωσία. Ότι δεν αποτελούσε όρος της εργοδότησης του να διαμένει και να εργάζεται στην Κύπρο. Απορρίπτει τη θέση της άλλης πλευράς ότι η συμφωνία εργοδότησης του θα ολοκληρωνόταν στις 30.6.2016 και ισχυρίζεται ότι αιφνιδίως στις 17.6.2016 του ανακοινώθηκε ότι θα έπρεπε να μετακομίσει στην Κύπρο λόγω νέου προγράμματος που ανέλαβε η Εργοδότρια Εταιρεία. Σε συνάντηση μέσω Skype που είχε με την κα Ε. Χριστοδούλου στις 28.6.2016, ζήτησε τη φυσική του παρουσία στην Κύπρο, αλλιώς θα υπήρχε άμεση διακοπή της εργοδότησης του. Όταν αυτός διαφώνησε, του εισηγήθηκε τη σύναψη νέας συμφωνίας υπηρεσιών με πολύ χαμηλότερο αμοιβή για ολοκλήρωση του έργου που εκκρεμούσε, κάτι που δεν αποδέχθηκε αφού απώτερος σκοπός ήταν να πετύχουν την απόλυση του και να χάσει τα δικαιώματα του. Θεωρώντας παράνομη τη στάση των Εταιρείας, ζήτησε να του δοθεί τουλάχιστον η νόμιμη προειδοποίηση. Έτσι στις 30.6.2016 του απεστάλη επιστολή απόλυσης με ισχύ από 31.7.
- Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμφώνησε στο τερματισμό της απασχόληση του τον οποίο θεωρεί παράνομο. Ενόσω μάλιστα εργαζόταν για την Εταιρεία ουδέποτε εργάστηκε από μόνος του. Εν πάση περιπτώσει, ενώ η απασχόληση του είχε τερματιστεί, η κα Χριστοδούλου απέβλεπε στη σύναψη νέας συμφωνίας υπηρεσιών για ολοκλήρωση των εκκρεμούσας εργασίας με πολύ χαμηλότερα κόστη. Υπό αυτές τις συνθήκες, θεωρεί παράνομο τον τερματισμό της απασχόλησης του και αξιώνει ανάλογες αποζημιώσεων. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι με την τελευταία πληρωμή, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα αποκόπηκε από τον μισθό του το ποσό των €1.119,20 που αφορούσε το κόστος αγοράς του φορητού ΗΥ που του ανάθεσε η Εργοδότρια Εταιρεία για να εκτελεί την εργασία του. Ισχυρίζεται δε ότι η αποκοπή έγινε χωρίς τη συγκατάθεση του και χωρίς διαπραγματεύσεις. Πρόσθετα ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του, του οφείλετο μια ήμερα ετήσιας άδειας για το 2015 και τρεις μέρες για το
- Ανάλυση Η όλη υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί με την εξέταση των πιο κάτω βασικών σημείων: (i) Κατά πόσο υπήρξε τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή από την Εργοδότρια Εταιρεία, (ii) Κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή του αποκοπέντος από τον μισθό του ποσού των €1.119,20 (iii) κατά πόσο του οφείλεται αναλογία ετήσιας άδειας για τα έτη 2015 και 2016 που δεν του έχει καταβληθεί. Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση των πιο πάνω σημείων προέχει η εξέταση του ζητήματος της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου («ΔΕΔ») να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης, ενόψει της κοινής θέσης των μερών ότι ο Αιτητής είναι αλλοδαπός, κάτοικος εξωτερικού και ότι προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Εργοδότριας Εταιρεία από τον τόπο διαμονής του που είναι η Πορτογαλία. Σύμφωνα με τη νομολογία, «.θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». (Βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729 και Interamerican Insurance Co Ltd v. Μακρίδου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1529, 1534). Συνεπώς η βάση κάτω από την οποία θα κριθεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας στην υπό εξέταση περίπτωση είναι, κατά πρώτο λόγο, το φάσμα των γεγονότων που τίθενται στους γενικούς λόγους της Αίτησης και κατά δεύτερο λόγο, τα όσα προκύπτουν από τη μαρτυρία που έθεσαν τα μέρη κατά την ακρόαση της υπόθεσης και που αποτελούν την πραγματική βάση κρίσης για σκοπούς του προδικαστικού αυτού ζητήματος. Το ΔΕΔ καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67 ως έχει τροποποιηθεί). Στο άρθρο 12 του Νόμου (όπως τροποποιήθηκε ειδικά με τον Ν.5/73) προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του. Προβλέπει, μεταξύ άλλων, ως υπαγόμενα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του, τη διάγνωση και απόφαση των ακόλουθων διαφορών στις υποπαραγράφους (α), (β) και (ε): (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος. (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παρεπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων. (γ) ............................................. (δ) ............................................. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση· (στ) ........................................... Η «εργατική διαφορά» καθορίζεται ως εξής στις ερμηνευτικές διατάξεις των Νόμων 8/67 και 24/67: «"Εργατική διαφορά" σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται διαφορά είτε μη». Κατά την εκτίμηση μας το πεδίο έκτασης των εργατικών διαφορών που καλύπτει ο Νόμος 8/67 είναι περιορισμένης εμβέλειας. Εξαντλείται στα πλαίσια του άρθρου 12
(1)του Νόμου. Ως θέμα γραμματικής ερμηνείας προκύπτει ότι οριοθετείται και συσχετίζεται από την ίδια την απασχόληση ή τις συνθήκες ή τους όρους απασχόλησης. Η ανάγκη ακριβώς που προέκυψε για προσθήκη, μέσω της υποπαραγράφου (ε) και δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου 79(Ι)/96, των «αυτοτελών αξιώσεων» στις διαφορές που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΔ, επιμαρτυρεί και το περιορισμένο εύρος του πεδίου που καλύπτει ο όρος «εργατική διαφορά». Πριν την τροποποίηση του άρθρου 12 του Ν.8/67 η δικαιοδοτική αρμοδιότητα του ΔΕΔ περιοριζόταν στις διαφορές που σχετίζονται με τον τερματισμό απασχόλησης. Άλλες διαφορές, αποσυναρτημένες από το συνδετικό αυτό στοιχείο που αφορούσαν ζητήματα σχετιζόμενα με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν διαρκούσης της απασχόλησης, όπως για παράδειγμα οι δεδουλευμένοι μισθοί, ήταν εκτός της καθ' ύλη αρμοδιότητας του (Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1381, 1387). Ως εκ τούτου ήταν αδύνατη η διεκδίκηση ενώπιον του ΔΕΔ ποσών πληρωτέων ως εκ της απασχολήσεως και όχι ως εκ του τερματισμού της. Τέτοιες αξιώσεις κρίθηκαν ότι δεν ενέπιπταν στα πλαίσια εργατικής διαφοράς που ανεφύη κατά την εφαρμογή του Νόμου. Οι αξιώσεις αυτής της μορφής στην απουσία νομοθετικής πρόνοιας, υπάγονταν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δυνάμει των γενικών διατάξεων του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, Ν.14/60. [Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1ΑΑΔ, 447, Χριστόδουλος Κυριάκου ν. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 ΑΑΔ, 1020 και Ηλίας Ηλία ν. Αλωνεύτη
(1995)1CLR, 938]. Σημειωτέον ότι οι εν λόγω νομολογιακές προσεγγίσεις αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία τροποποίησης του άρθρου 12
(1)με την προσθήκη της υποπαραγράφου (ε). Έτσι, με το άρθρο 2 του Ν.79(Ι)/1996, η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αναφέρονται σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εντάσσονται πλέον στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΔΕΔ (Αναφορικά με την Αίτηση Elbee Ltd
(1999)1(A) ΑΑΔ 149, 154-155). Η έννοια της «αυτοτελούς αξίωσης» και πότε μια τέτοια αξίωση εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd
(2008)1ΑΑΔ 496, όπου κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα.» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Επομένως οι αξιώσεις του Αιτητή που καλύπτονται από τις παραγράφους (δ) του παρακλητικού της Αίτησης αποτελούν αυτοτελείς αξιώσεις εν τη εννοία του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67 και εάν αποτελούσαν τις μόνες αξιώσεις του Αιτητή τότε θα ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του ΔΕΔ. Οι αξιώσεις που καλύπτονται από τις παραγράφους (β) μέχρι (γ) του παρακλητικού επίσης καλύπτονται από τον Ν.8/67 και αν αποτελούσαν κι αυτές τις μόνες αξιώσεις του Αιτητή επίσης θα ενέπιπταν στη δικαιοδοσία του ΔΕΔ. Για τις αξιώσεις του Αιτητή που καλύπτονται από τις παραγράφους (α) του παρακλητικού και αφορούν αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, η αναζήτηση δικαιοδοσίας δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια του Ν.8/67. Για θέματα παράνομου τερματισμού έχει θεσπιστεί ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος (Ν.24/67), ο οποίος με το άρθρο 30
(1)παρέχει στο ΔΕΔ αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του. Πέραν του εύγλωττου τίτλου και των οριζομένων στο άρθρο 30, από το σύνολο των διατάξεων του Νόμου προκύπτει ότι βασικό αντικείμενο του ΔΕΔ είναι το δικαίωμα του εργοδοτούμενου σε αποζημίωση επί τω τερματισμώ της απασχόλησης του (άρθρο 3) και σε πληρωμή λόγω πλεονασμού (άρθρο 16). (Elias Marine Consultants Ltd v. Sarah Khoury Daou, Πολιτική Έφεση: 207/2011, ημερ. 13.12.2016). Στη Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd [1990] 1ΑΑΔ 517, 527 διευκρινίστηκε ότι ο πρωταρχικός σκοπός του Ν.24/67 είναι η προστασία των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου από τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησης του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας και τούτο χωρίς να αποστερεί τον εργοδοτούμενο από πλέον εκτεταμένα δικαιώματα που δυνατόν να του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος ή αρχή δικαίου. Είναι συνεπώς, στα πλαίσια εκείνου του Νόμου που θα πρέπει να αναζητηθεί η απάντηση στο επίδικο ερώτημα, εάν το ΔΕΔ έχει αρμοδιότητα να αποφασίσει για το παράνομο του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή και να επιδικάσει ανάλογες αποζημιώσεις ως η υπό αναφορά (α) αξίωση του Αιτητή. Υπό το φάσμα μάλιστα των γεγονότων της υπόθεσης η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου συναρτάται άμεσα με την εμβέλεια του Ν.24/67. Κατά πόσο δηλαδή καλύπτει και περιπτώσεις εργοδότησης εκτός της Κυπριακής Επικράτειας ως η περίπτωση του Αιτητή, ο οποίος είχε ως τόπο απασχόληση του το εξωτερικό. Αναμφίβολα το πεδίο έκτασης των εργατικών διαφορών που καλύπτει ο Ν.24/67 είναι περιορισμένης εμβέλειας. Εξαντλείται στα πλαίσια του σκοπού ύπαρξης του Νόμου που είναι ο καθορισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συναρτώνται προς τον τερματισμό της απασχόλησης. Όπως έχει εντοπισθεί στην απόφαση Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλου κ.α. [1993] 1 ΑΑΔ, 951, 999: «Βέβαια με τις ερμηνευτικές του διατάξεις ο Νόμος (Ν.24/67) προσδίδει στην «εργατική διαφορά» ευρεία έννοια, όμοια με την αντίστοιχη του Νόμου 8/67. Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί τις ουσιαστικές του πρόνοιες και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)που εντάσσει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όχι κάθε εργατική διαφορά αλλά μόνο τις εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου ή οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του, περιλαμβανομένου, φυσικά, και «παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος». Στην υπόθεση Φοίβος Νεοκλή ν. Ταμείου για Πλεονάζον Προσωπικό
(1992)1 Α.Α.Δ. σελ. 44, ο εφεσείων εργοδοτείτο στην Κύπρο πριν την τουρκική εισβολή, αλλά μετά από αυτή εργοδοτήθηκε στο εξωτερικό, από Κύπριο εργοδότη, για την περίοδο μεταξύ 9.12.74 και 30.1.
- Μετά επέστρεψε στην Κύπρο και εργοδοτήθηκε από την κοινοπραξία κατασκευής του φράγματος του Κούρρη από τις 13.5.85 μέχρι τις 13.12.88, οπότε απολύθηκε λόγω πλεονασμού. Το αίτημά του για να προστεθεί στην πραγματική περίοδο απασχόλησής του για σκοπούς πληρωμής λόγω πλεονασμού η πλασματική περίοδος του Ν 92/79 απορρίφθηκε διότι η εργοδότηση του στο εξωτερικό από Κύπριο εργοδότη, επειδή του έδιδε το δικαίωμα προαιρετικής ασφάλισης δυνάμει του άρθρου 15(γ) του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, 1980 (Ν 41/80), θεωρήθηκε σαν εργοδότηση του δυνάμει του Ν 92/
- Κατ' έφεση ο εφεσείων εισηγήθηκε ότι λανθασμένα η εργοδότηση του στο εξωτερικό, έστω και από Κύπριο εργοδότη, είχε θεωρηθεί σαν εργοδότηση για τους σκοπούς των περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων. Ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση ο τότε Δικαστής και μετέπειτα Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πικής ανέφερε τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τους κανόνες του διεθνούς ιδιωτικού δικαίου η δικαιοδοσία των κρατών, με ορισμένες εξαιρέσεις που δεν αφορούν αυτή την υπόθεση, περιορίζεται στα όρια της επικράτειας της κάθε χώρας. (Βλ. Internati-onal Law, by Schwarzenberger, 3rd Ed. Vol, 1, p. 184, και Safarino Shoes Industry & Trading Company Ltd. v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ,
(1991)1Α.Α.Δ. 1059). Το γεγονός αυτό προσδίδει και το χαρακτηρισμό "ημεδαπό" στο εσωτερικό δίκαιο. Η νομοθετική αρμοδιότητα περιορίζεται στην έννομη ρύθμιση των σχέσεων και διάθεσης πραγμάτων στην επικράτεια της χώρας. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση του Ν. 24/67 και των θεμάτων που ρυθμίζονται σ' αυτό. Ειδικά ως προς τη σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου η εμβέλεια του νόμου περιορίζεται στην εργοδότηση προσώπου στην Κύπρο. .............. Καταλήγουμε ότι η εργοδότηση του εφεσείοντα στο εξωτερικό δε συνιστούσε απασχόληση βάσει του Ν. 24/
- Εργοδότηση για τους σκοπούς καθορισμού από-ζημίωσης λόγω πλεονασμού και για κάθε άλλο σκοπό του Ν.24/67 περιλαμβάνει αποκλειστικά εργοδότηση στην Κύπρο.» Η πιο πάνω προσέγγιση της νομολογίας αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία τροποποίησης του Δεύτερου Πίνακα του Ν.24/
- Έτσι με το άρθρο 8(γ) του Ν.52(Ι)/94 προστέθηκε στο Μέρος ΙΙ του Δεύτερου Πίνακα η υποπαράγραφος (ζ) διαμορφώνοντας το ως ακολούθως: «
- Το συνεχές απασχολήσεως δεν διακόπτεται λόγω οιουδήποτε των ακολούθων: (α) ................................ (β) ................................ (γ) ................................ (δ) ................................ (ε) ................................ (ζ) απουσίας από την εργασία λόγω απασχόλησης στο εξωτερικό σε επιχείρηση η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου ή κατά κύριο λόγο στον εργοδότη.» Και ενώ με την προσθήκη αυτή ο νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει τη μη διακοπή του συνεχούς της απασχόλησης σε περίπτωση που ο εργοδοτούμενος μεταφέρεται σε επιχείρηση του εργοδότη στο εξωτερικό, ωστόσο δεν προχώρησε και σε ανάλογη τροποποίηση του Μέρους Ι του Δευτέρου Πίνακα που αφορά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης, το οποίο παραθέτουμε: 1.-
(1)Η περίοδος απασχολήσεως υπολογίζεται εις εβδομάδας.
(2)Κατά τον υπολογισμόν της περιόδου απασχολήσεως λογίζονται οι ακόλουθοι εβδομάδες: (α) εβδομάς κατά την οποίαν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 ή πλείονας ώρας' (β) εβδομάς κατά την οποίαν ο εργοδοτούμενος ήτο- (
- i)ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (
- ii)απών εκ της εργασίας του λόγω προσωρινής διακοπής εργασιών· (iii) απών εκ της εργασίας του υπό τοιαύτας συνθήκας ώστε δυνάμει διευθετήσεως ή εθίμου ή νόμου η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου θεωρείται υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ως συνεχιζομένη· (
- iv)απών εκ της εργασίας του προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου λόγω εργατικής διαφοράς· (ν) απών από την εργασία του με γονική άδεια. Αναμφίβολα μέσα από το γράμμα του Ν.24/67 διατυπώνεται με σαφήνεια ότι η εβδομαδιαία απασχόληση στο εξωτερικό, έστω κι αν προσφέρεται σε επιχείρηση του εργοδότη, εν τούτοις δεν υπολογίζεται στην περίοδο απασχόλησης και δεν συνιστά απασχόληση για σκοπούς του Νόμου. Συνεπώς η εμβέλεια του Νόμου αυτού δεν καλύπτει και περιπτώσεις εργοδότησης προσώπου εκτός Κύπρου και ως εκ τούτου το ΔΕΔ δεν αποκτά δικαιοδοσία επιδίκασης αποζημιώσεων για την περίοδο απασχόλησης που ο εργοδοτούμενος εργάζεται στο εξωτερικό. Ως εκ τούτου η αξίωση του Αιτητή που καλύπτεται από την παράγραφο (α) του παρακλητικού δεν εμπίπτει στα πλαίσια του ορισμού των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Ν.24/67, ούτως ώστε αποκλειστική αρμοδιότητα να έχει το ΔΕΔ. Καταληκτικά και ως αποτέλεσμα της πιο πάνω ανάλυσης η αξίωση του Αιτητή που καλύπτεται από την παράγραφο (α) ξεφεύγει του πλαισίου των προνοιών του Ν.24/67 και συνεπώς το ΔΕΔ στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της υπόθεσης. Με βάση το άρθρο 64Α παρ. 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 του Νόμου 138(I)/09: «
(2)Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιον του, διακόπτει την ενώπιον του διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.» Στην Kapsou v. Airliban
(1988)1CLR 152 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε κατά πλειοψηφία πως όταν η περίοδος απασχόλησης είναι μικρότερη των 26 βδομάδων και η αξίωση δεν υπερβαίνει τους μισθούς δύο ετών, τότε κανένα Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αξίωση του εργοδοτούμενου. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «In our opinion section 3 of Law 24/67 has created a new statutory right regarding compensation for wrongful dismissal in substitution of the common law right and consequently when a claim cannot succeed before the Industrial Disputes Court on the strength of such statutory right, as in this case, the exclusive under section 30 of Law 24/67 jurisdiction of the Industrial Disputes Court cannot be circumvented by an action before a District Court, such as the present one, which was rightly dismissed by the trial judge for lack of jurisdiction». Ο δικαστής Κούρρης διαφωνώντας με την πλειοψηφική απόφαση και δίνοντας τη δική του ετυμηγορία, θεώρησε ως αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης το Επαρχιακό Δικαστήριο, καθώς η πλήρης έλλειψη δικαιοδοσίας θα παραβίαζε το Συνταγματικό Δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του: «I do not agree with the contention that the District Court has jurisdiction only in cases where the employee's claim is for an amount which exceeds the amount of compensation which may be awarded under Law 24/67. In my judgment an employee has no statutory duty right for compensation by virtue of s.3 of Law 24/67 unless he has continually served the same employer for at least 26 weeks; but, if he is wrongfully dismissed before the lapse of 26 weeks he may resort to the District court for his claim. If I were to hold that an employee cannot resort to the District Court for his claim then s.3 of the law would be contrary to Article 30 of the Constitution which provides that no person shall be denied access to the Court assigned to him by or under the Constitution». Στην απόφαση Ηλίας Ηλία
(1995)1 ΑΑΔ 938 το Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση ότι κανένα Δικαστήριο (Επαρχιακό ή Οικογενειακό) δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί αιτήματος για διατροφή εξώγαμου τέκνου και ότι το κενό μπορούσε να πληρωθεί μόνο με δικαιοδοτικό νόμο που θα παρείχε μια τέτοια αρμοδιότητα. Έκρινε ότι από τη στιγμή που η αστική διαφορά δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία άλλου Δικαστηρίου με βάση ειδική νομοθετική διάταξη, τότε υπαγόταν στο Επαρχιακό Δικαστήριο, του οποίου η καθ' ύλην αρμοδιότητα επεκτείνεται σε κάθε διαφορά αστικής φύσης που εμπίπτει στα όρια της τοπικής του αρμοδιότητας, κάτι που, «. προκύπτει από τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων του Επαρχιακού Δικαστηρίου, που απαντούνται στο Άρθρο 21 του Ν.14/60, σε συνάρτηση με τον ορισμό του όρου «αγωγή» στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου, όπως επισημαίνεται στην απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται». Στην απόφαση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 ΑΑΔ 558 αποφασίστηκε ότι αποτελεί βασική αρχή του δικαίου πως όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία (remedy) και η οποιαδήποτε παρέκκλιση συνιστά ανωμαλία. Βασιζόμενο το Ανώτατο Δικαστήριο στο άρθρο 30 του Συντάγματος, που αναφέρεται στο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, επισήμανε τα ακόλουθα: «Έχω την πεποίθηση πως οι λίγες, μα σοφά διαλεγμένες λέξεις του άρθρου, περικλείουν τα δικαιώματα των ατόμων σ' ολόκληρο το φάσμα της απονομής της δικαιοσύνης, με αναφορά στους δύο μεγάλους τομείς της την αστική και ποινική. Μας ενδιαφέρει εδώ η αστική. Τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις καλύπτονται από τον υπόλοιπο χώρο της δικαιοσύνης τον οποίο δεν κρατά η ποινική δικαιοδοσία. Για τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις δε γίνεται στο Σύνταγμα οποιαδήποτε πρόνοια που να αφορά στον προσδιορισμό τους. Σε αντίθεση με την ποινική δικαιοδοσία όπου ρητά προβλέπεται, στο άρθρο 12, πως κανείς δεν κηρύσσεται ένοχος οποιουδήποτε αδικήματος αν τούτο δε συνιστά αδίκημα σύμφωνα με νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τέλεσης της κολασίμου πράξεως ή παραλείψεως. Και μάλιστα η ποινή που επιβάλλεται δεν μπορεί να είναι βαρύτερη απ' αυτή που ρητά προβλέπεται στο νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τέλεσης της κολασίμου πράξεως. Η διαφορά αυτή δεν είναι, νομίζω, τυχαία. Δημιουργείται από την εγγενή φύση των δύο δικαιοδοσιών και τις ανάλογες προστασίες που προβλέπονται κατά τη λειτουργία τους. Τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις είναι αυθύπαρκτα στις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος. Το αστικό δικαίωμα και υποχρέωση δημιουργείται και ενδεχομένως από το αποτέλεσμα μιας πράξης. Όταν γίνεται βλάβη ο παθών δικαιούχος έχει δικαίωμα στην απόδοση θεραπείας. Ειδικά γι' αυτή τη πτυχή εξέφρασα πρόσφατα την άποψη, χωρίς βέβαια πολλή συζήτηση, στην υπόθεση Παπαϊωάννου κ.ά. v. Παπαϊωάννου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Α.656 πως στο άρθρο 30 του Συντάγματος εμπεριέχεται το αξίωμα ubi jus ibi remedium. Πρέπει να αναφέρω πως στο ίδιο νόημα και σκέψη είναι και η απόφαση του δικαστή Κούρρη στην έφεση Elli Constantouri Kapsou ν. Middle East Airlines Airliban
(1998)1 Α.Α.Δ. 152. Τα γεγονότα στην υπόθεση είναι ενδιαφέροντα. Η εφεσείουσα - ενάγουσα κίνησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον των εργοδοτών της αξιώνοντας αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Δεν είχε όμως συμπληρώσει 26 εβδομάδες εργοδοσίας. Το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε πως αποκλειστική δικαιοδοσία στο θέμα είχε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ενόψει των διατάξεων του Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67, και ως εκ τούτου απέρριψε την αγωγή. Ήταν παραδεκτό πως η εφεσείουσα δεν μπορούσε να διεκδικήσει αποζημιώσεις στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών βάσει του πιο πάνω Νόμου, γιατί δεν είχε συμπληρώσει 26 εβδομάδες εργασίας. Στην έφεση ο δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγήθηκε πως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου παραβίαζε το άρθρο 30 του Συντάγματος, γιατί στερούσε από αυτή του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, για να διεκδικήσει δικαίωμα που, κατά την άποψη της, εδικαιούτο. Η πλειοψηφία του εφετείου (Τριανταφυλλίδης, Π., και Λώρης, Δ.) έκρινε πως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήταν ορθή, χωρίς να επιληφθεί της εισήγησης του δικηγόρου αναφορικά με τη λειτουργία του άρθρου 30 του Συντάγματος. Διαφορετική ήταν η άποψη του δικαστή Κούρρη ο οποίος συμφώνησε με την εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας. Δεν συζήτησε σε βάθος το ζήτημα, η σκέψη όμως της απόφασης του ενισχύει και τη δική μου. Η απόφαση του τελειώνει με την εξής φράση, σε μετάφραση: «η εισήγηση πως ένας εργοδοτούμενος δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου είναι αβάσιμη, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ένας πολίτης της Δημοκρατίας θα εμποδιστεί από του να έχει πρόσβαση στα Δικαστήρια, κάτι που είναι αντίθετο με τις ρητές διατάξεις του άρθρου 30 του Συντάγματος.» Στην Interamerican Insurance Co Ltd v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1529, έγινε εισήγηση πως η απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθε-ση Καψού είναι εσφαλμένη ενώ αυτή του δικαστή Κούρρη η ορθή. Κλήθηκε δε το Δικαστήριο να την υιοθετήσει. Όμως το εφετείο δεν ασχολήθηκε με την πιθανή ανατροπή της υπόθεσης Καψού γιατί έκρινε πως τα γεγονότα της ενώπιον του έφεσης ήσαν διαφορετικά απ' αυτά στην υπόθεση Καψού, και ως εκ τούτου δε συζήτησε την εισήγηση. Επιπλέον, νομίζω, πως το άρθρο 30 του Συντάγματος προεκτείνει το λατινικό αξίωμα επιβάλλοντας στα Δικαστήρια να αναγνωρίζουν και εξασφαλίζουν κατά την άσκηση της αστικής τους δικαιοδοσίας κάθε αστικό δικαίωμα και υποχρέωση...» Στη βάση λοιπόν της πιο πάνω νομολογίας η Καθ' ύλην δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου επεκτείνεται σε κάθε διαφορά αστικής φύσης που εμπίπτει στα όρια της τοπικής αρμοδιότητας του, εκτός εάν η επίλυση της διαφοράς υπάγεται βάσει του δικαιοδοτικού νόμου σε άλλο πολιτικό δικαστήριο. Μη υπαγομένης λοιπόν της αξίωσης του Αιτητή που καλύπτεται από την παρ. (α) του παρακλητικού της Αίτησης στη δικαιοδοσία του ΔΕΔ, για τους λόγους που αναπτύσσονται ανωτέρω, κρίνουμε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι το κατ' εξοχήν αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης. Για όλα τα πιο πάνω η διαδικασία διακόπτεται και η υπόθεση παραπέμπεται για εκδίκαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ως προς τα έξοδα κρίνουμε όπως παραμείνουν έξοδα στην πορεία της υπόθεσης και να αποτελέσουν αντικείμενο επιδίκασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο οποίο η υπόθεση παραπέμπεται. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Σ. Σατσιάς, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο