← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΧΡΙΣΤΟΔΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21/2017, 24/2/2022

ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΧΡΙΣΤΟΔΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 21/2017, 24/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:25 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Α. Κόμπου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 21/2017 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΧΡΙΣΤΟΔΟΥ Αιτητής -και-

  1. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΕΛΕΓΚΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ
  2. ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ Καθ' ων η αίτηση Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 12.2.2018 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΤΖΗΧΡΙΣΤΟΔΟΥ Αιτητής -και-
  3. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  4. ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 24η Φεβρουαρίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: Ε. Καρτελιά για Αντώνης Πασχαλίδης & Σια ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η Αίτηση 1: Π. Σαλίπας για Α. Σαλίπας Για Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Χρ. Λεωνίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σε Αίτηση Τροποποίησης των Γενικών Λόγων του Εγγράφου Εμφανίσεως των Καθ' ου η αίτηση 1 Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση ο Καθ' ου η αίτηση 1, Αιτητής στην παρούσα διαδικασία (στο εξής «ο Καθ' ου η αίτηση»), ζητεί τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την διαγραφή της παραγράφου 8 των Γενικών Λόγων της Εμφάνισης και την αντικατάσταση της ως ακολούθως: Από:
  5. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 αγνοεί και συνεπώς αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 10 έως 15 των γενικών λόγων της Αίτησης του Αιτητή, που εν πάση περίπτωση δεν τον αφορούν. Περαιτέρω, ο Καθ' ου η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Ταμείου Πλεονάζον Προσωπικού, η περίπτωση του Αιτητή δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νομοθεσίας, και η απόφαση του Αιτητή για μη μεταφορά του στην Δημόσια Υπηρεσία, ισοδυναμεί με επιλογή του για πρόωρη αφυπηρέτηση. Σε:
  6. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 από τις παραγράφους 10 και 11 της Αίτησης παραδέχεται μόνο ότι ο Αιτητής στις 13.8.2014 υπέβαλε αίτηση για πληρωμή λόγω Πλεονασμού η οποία και απορρίφθηκε στις 26.10.
  7. Περαιτέρω είναι η θέση του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε λόγω πλεονασμού και συγκεκριμένα λόγω της διάλυσης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ως αναφέρεται στην παράγραφο 7 της παρούσας Εμφάνισης και ως εκ τούτου ο τερματισμός της απασχόλησης του είναι καθόλα νόμιμος. Β. Άδεια και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να επιτρέπει την Τροποποίηση με την προσθήκη νέας παραγράφου 8Α στους Γενικούς Λόγους της Εμφάνισης ως ακολούθως: 8Α. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 αγνοεί και συνεπώς αρνείται τις παραγράφους 12-15 των γενικών λόγων της αίτησης του Αιτητή και καλεί αυτόν σε απόδειξη των ισχυρισμών του. Περαιτέρω ο Καθ' ου η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή εις την παράγραφο 15 της Αίτησης περί μείωσης της φήμης του και της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του Αιτητή και καλεί αυτόν σε απόδειξη των ισχυρισμών του. Γ. Οποιονδήποτε άλλον Διάταγμα ή Θεραπεία διατάξει το Σεβαστό Δικαστήριο. Δ. Έξοδα της παρούσας Αίτησης τα οποία να ακολουθούν το αποτέλεσμα της αίτησης. Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.9, Θ1, 2, 9 και 10, Δ.25 Θ 1, 2, 3, 4, 5 και 6, Δ.63 Θ. 1, 2 και 3, Δ.48 Θ1 και 2, στους Δικονομικούς Κανόνες του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών 1999, την νομολογία και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Έλενας Νεοφύτου, Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας με καθήκοντα υπεύθυνης στο Αρχείο Αγωγών, η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει τα ακόλουθα: - Όπως πληροφορούμαι από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, κατά την μελέτη της υπόθεσης για έναρξη της Ακροαματικής Διαδικασίας, έχουν περιέλθει στην γνώση μας καθώς επίσης και από εκτενέστερη μελέτη των προνοιών της νομοθεσίας και της νομολογίας όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Αιτητή στην αίτηση του, νέα νομικά και πραγματικά ζητήματα και γι' αυτό πρέπει να γίνουν οι σχετικές τροποποιήσεις του Εντύπου Εμφανίσεως όπως φαίνεται στο παρακλητικό της παρούσας Αίτησης της οποίας υιοθετώ πλήρως του περιεχόμενο της. - Η αιτούμενη Τροποποίηση όπως μας συμβουλεύει ο Δικηγόρος της Δημοκρατίας είναι απαραίτητη για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και ο Αιτητής - Καθ' ου η αίτηση δεν επηρεάζεται αρνητικά σε ότι αφορά τον χειρισμό της υπόθεσης του. - Η Αιτούμενη Τροποποίηση γίνεται καλόπιστα και δεν θα δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στον Αιτητή, αλλά αντίθετα θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, όλα τα νομικά και πραγματικά θέματα για να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίσει τελεσίδικα όλα τα επίδικα θέματα. - Όπως πληροφορούμαι από το Δικηγόρο της Δημοκρατίας και σύμφωνα με τη Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει την τροποποίηση των Δικογράφων ιδίως όταν πρόκειται για παραλείψεις και/ή εκ παραδρομής καλόπιστα λάθη που έχουν προκύψει μετά την καταχώρηση του Εντύπου Εμφάνισης του Καθ' ου η Αίτηση. - Με τη ζητούμενη τροποποίηση ουδόλως επηρεάζονται τα δικαιώματα του Αιτητή - Καθ' ου η Αίτηση και δεν θα δημιουργηθεί καμιά αδικία ή βλάβη στα δικαιώματα του Αιτητή, αφού σε ενδεχόμενη τροποποίηση ο Καθ' ου η Αίτηση πιθανόν να καταδικαστεί στα έξοδα που θα προκύψουν από την Τροποποίηση. - Ενόψει των ανωτέρω είναι αναγκαία και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης να μας επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή, η οποία εδράζεται στους Κανονισμούς 2, 5, 8, 9, 11

(2), 12, 13, 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού 1999 (1/1999), στις Δ.19 θ. 14, Δ.25 θθ. 1
(3)- 7 και 9, Δ.48 θθ. 1 - 4, 7 - 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (24/1967) στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και στον Κυρωτικό αυτής Νόμο (Ν. 39/1962), στον φάκελο του Δικαστηρίου, στην σχετική Νομολογία του Δικαστηρίου και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες αυτού. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή στερείται νομικού και/ή πραγματικού ερείσματος και/ή είναι παράτυπη και/ή είναι αστήρικτη και/ή είναι αντικανονική. 2. Η αίτηση είναι δικονομικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς και/ή δεν δικαιολογείται βάσει της νέας Δ.25 θ. 1
(3), η οποία εφαρμόζεται δεδομένου του χρόνου καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης.
  1. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν αποκαλύπτει και/ή αποτυγχάνει να αποδείξει και/ή να στοιχειοθετήσει στην Αίτηση και7ή στην συνοδεύουσα την αίτηση ένορκο δήλωση, ότι οι αιτούμενες θεραπείες οφείλονται σε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά την σύνταξη της δικογραφίας.
  2. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν βασίζονται σε νέα γεγονότα και/ή νέα στοιχεία και/ή δεδομένα και, εν πάση περιπτώσει, αφορούν γεγονότα, που θα έπρεπε ή και θα μπορούσαν να ήταν με εύλογη επιμέλεια εντός του πεδίου γνώσης του Καθ' ου η αίτηση και του δικηγόρου του πριν από την καταχώριση των Γενικών Λόγων Εμφάνισης εκ πλευράς του.
  3. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις, που τάσσει η νέα Δ.25 και η "σχετική Νομολογία και καθιστούν αναγκαία και/ή δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  4. Η αίτηση και η συνοδεύουσα αυτήν ένορκος δήλωση αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων του Καθ' ου η αίτηση και/ή προσπάθεια του Καθ' ου η αίτηση να καλύψει και/ή να συμπληρώσει και/ή να διορθώσει εκ των υστέρων και/ή όψιμα και/ή κακόπιστα, ηθελημένα και/ή εκούσια κενά και/ή λάθη και/ή παραλείψεις στο δικόγραφο του.
  5. Οι περιεχόμενοι στην αίτηση, αλλά την υποστηρίζουσα αυτήν ένορκο δήλωση είναι αόριστοι και/ή γενικοί και/ή αδικαιολόγητοι και/ή σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  6. Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη, υπερβολική και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση κι ενώ επίκειται η έναρξη της ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Υπόθεσης, κατόπιν πολλών αναβολών, οι οποίες ήταν απότοκο σχετικών υποβληθέντων υπό του Αιτούντος αιτημάτων.
  7. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν αποκαλύπτει και/ή αποτυγχάνει να αποδείξει και/ή να στοιχειοθετήσει στην αίτηση και στην συνοδεύουσα αυτήν ένορκο δήλωση την αναγκαιότητα των προταθεισών τροποποιήσεων και/ή ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη.
  8. Η αίτηση αντίκειται και/ή έχει υποβληθεί κατά παράβαση της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  9. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή προωθείται εντελώς κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή με τρόπο ανεπίτρεπτο και/ή δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό, παρά τον εκτροχιασμό της διαδικασίας επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου στο αν τα περιβάλλοντα την παρούσα υπόθεση γεγονότα στοιχειοθετούν ή όχι πλεονασμό και όχι στο νόμιμο ή μη του τερματισμού των υπηρεσιών του Καθ' ου η αίτηση.
  10. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε από τον Καθ' ου η αίτηση με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση, χωρίς να παρατίθεται εκ πλευράς του οιαδήποτε και/ή εύλογη δικαιολογία για το καθυστερημένο της υποβολής της υπό κρίση αίτησης, ώστε η επιδειχθείσα αδιαφορία και/ή ολιγωρία του να ισοδυναμεί με καταφρόνηση της διαδικασίας.
  11. Με την αιτούμενη τροποποίηση ο Καθ' ου η Αίτηση επιδιώκει και/ή σκοπεί στην εισαγωγή ισχυρισμών και/ή γεγονότων ως γενικούς λόγους στο δικόγραφο της Ένστασης του, οι οποίοι ήταν εις γνώσιν του κατά τον χρόνο σύνταξης του προρρηθέντος δικογράφου και που μπορούσαν να εντοπιστούν και/ή να δικογραφηθούν τότε.
  12. Τα γεγονότα, επί των οποίων εδράζεται η παρούσα αίτηση τροποποίησης ήταν εις γνώσιν του Καθ' ου η Αίτηση από τον χρόνο καταχώρισης των Γενικών Λόγων Εμφάνισης, οι οποίοι καταχωρίστηκαν με καθυστέρηση 8 μηνών περίπου. Εν πάση περιπτώσει, όφειλε να προχωρήσει με αίτηση τροποποίησης σε προγενέστερο στάδιο.
  13. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση επηρεάζει και/ή παραβλάπτει το θεμελιώδες δικαίωμα του Αιτούντος για διεξαγωγή της δίκης εντός ευλόγου χρόνου.
  14. Η υπό κρίση Αίτηση δεν γίνεται καλή τη πίστει.
  15. Οι ισχυρισμοί, που προβάλλει ο Καθ' ου η Αίτηση για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος είναι ανεπαρκείς και/ή αδικαιολόγητοι και, εν πάση περιπτώσει, δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις της Δ.25 θ. 1
(3)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Αιτητή, με την οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους της ένστασης. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση του θέματος, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 («Οι Κανονισμοί»). Με τον Καν. 11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Καν. 12
(1)«ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Προς συμπλήρωση ωστόσο του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί στον Καν. 17 προβλέπεται ότι, «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Για το ζήτημα της τροποποίησης δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στους Κανονισμούς και ως εκ τούτου στην προκείμενη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού και ειδικότερα η Δ.25. Σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.6, ως έχει τροποποιηθεί και/ή αντικατασταθεί από τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, του 2015 (Αρ.1) και (Αρ.2) και του 2017: «Οι διατάξεις των Δ.25 και Δ.30 εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25 και Δ.30 θα διαβάζονται αναλόγως. Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες ενώπιον των Δικαστηρίων Ειδικής Δικαιοδοσίας, ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ' αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου εντάλματος και της αγωγής στη Δ.25 διαβάζονται ανάλογα.» Η τροποποιηθείσα Δ.25 θ.1 προνοεί ως ακολούθως: «1.
(1)Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2)Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται. Νοείται ότι όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περιόδου 15 ημερών.
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Προφανώς, από το περιεχόμενο της νέας Δ.25, καθοριστικής σημασίας είναι το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ζητείται η τροποποίηση. Από το λεκτικό της Δ.25Θ.3 δεν χωρεί πλέον καμία επιχειρηματολογία ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ή και για οποιονδήποτε λόγο. Ουσιαστικά μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες το Δικαστήριο για να επιτρέψει την τροποποίηση θα πρέπει να πεισθεί ότι συντρέχει μία εκ των δύο προϋποθέσεων που θέτει η εν λόγω διαταγή. Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι εάν στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται μία εκ των περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται στον Θ.3 της νέας Δ.25, ήτοι (α) το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, (β) να έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας. Από τον φάκελο της υπόθεσης είναι φανερό ότι η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς καταχωρήθηκε στις 19.1.2017 και το Έγγραφο Εμφάνισης από τον Καθ' ου η αίτηση στις 9.10.2017. Στις 16.10.2017 δόθηκαν οδηγίες για ένορκη αποκάλυψη εγγράφων και την 1.12.2017 οδηγίες για εκατέρωθεν καταχώρηση καταλόγου μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας. Ακολούθως δόθηκαν ημερομηνίες για εκδίκαση των προδικαστικών σημείων που εγείρει ο Καθ' ου η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης τους οποίους εν τέλει απέσυρε. Εν αναμονή απόφασης από το Διοικητικό Δικαστήριο για πραγματικά περιστατικά ταυτόσημα με τα της παρούσας Αίτησης έκτοτε δόθηκαν επανειλημμένως ημερομηνίες ακρόασης της υπόθεσης. Μελετώντας επίσης τα όσα προκύπτουν από την ενώπιον μας ένορκη μαρτυρία, τείνουμε να υιοθετήσουμε τις θέσεις της πλευράς του Αιτητή όπως αυτές προβάλλονται στους λόγους ένστασης και στη συνοδεύουσα αυτή ένορκη δήλωση του. Ειδικότερα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης δεν προβάλλονται οποιαδήποτε νέα δεδομένα που δεν ήταν εις γνώσει του Καθ' ου η αίτηση κατά τον χρόνο καταχώρησης των Γενικών Λόγων Εμφάνισης. Κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που τείνει να καταδείξει ότι τα όσα επικαλείται ο Καθ' ου η αίτηση αποτελούν νέα στοιχεία που προέκυψαν σε μεταγενέστερο στάδιο. Ενώ αναφέρεται σε νομικά και πραγματικά ζητήματα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση των Γενικών Λόγων Εμφάνισης και δη κατά τη μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, εν τούτοις τα νέα αυτά ζητήματα ουδόλως εξειδικεύονται. Εν ολίγοις τα όσα ο Καθ' ου η αίτηση επιχειρεί να εισάγει με την αιτούμενη τροποποίηση αποτελούν στοιχεία υπαρκτά κατά τον χρόνο καταχώρησης του Εγγράφου Εμφανίσεως του και δεν φαίνεται να έχουν προκύψει σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι εάν η παράλειψη αυτή του Καθ' ου η αίτηση οφείλεται σε «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας». Το τι αποτελεί καλόπιστο λάθος στα πλαίσια της υπό εξέταση διαταγής, στη Αγωγή 911/2016 του Ε.Δ. Λεμεσού, υπήρξε η ακόλουθη προσέγγιση από την Πρόεδρο κα Λιμνατίτου: «Καλόπιστο λάθος θα ήταν μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια και όχι προσθήκη ισχυρισμών σε τέτοια έκταση». Στο ίδιο συμπέρασμα κατατείνει και η συστηματική και τελεολογική ερμηνεία της επίδικης δικονομικής διάταξης, αφού η νέα Διαταγή 25 χωρίζεται σε τρία στάδια στα οποία η τροποποίηση επιτρέπεται στα δυο πρώτα κατ' εκλογή του διαδίκου χωρίς άδεια του Δικαστηρίου στο δε τρίτο μόνο κατ' εξαίρεση. Η πιο πάνω κατηγοριοποίηση κατατείνει στο συμπέρασμα ότι σκοπός του Νομοθέτη ήταν μετά το στάδιο της κλήσεως για οδηγίες, η τροποποίηση να επιτρέπεται μόνο κατ' εξαίρεση και για συγκεκριμένους λόγους. Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει και με τον υπερκείμενο σκοπό (overriding objective) των νέων Δ.25 και 30, που είναι η θέσπιση διαδικασιών που θα οδηγούν στην ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων». Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που τείνει να καταδείξει ότι η αιτούμενη τροποποίηση αποτέλεσε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος ή μικρή ασάφεια ή παράλειψη στη σύνταξη της δικογραφίας. Τα όσα επιδιώκει ο Καθ' ου η αίτηση να εισαγάγει με την παρούσα αίτηση θα μπορούσε να περιλάβει στους αρχικούς Λόγους Εμφάνισης του, εάν επιδείκνυε την απαιτούμενη εύλογη επιμέλεια. Για όλα τα πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με €700 έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων πληρωτέα με τη διεκπεραίωση της διαδικασίας στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς. (υπ)............................................................... Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Α. Κόμπου , Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.