← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΑΤΣΙΑ ν. PRINTAFORM LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 611/2015, 20/6/2022

ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΑΤΣΙΑ ν. PRINTAFORM LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 611/2015, 20/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:34 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Κ. Κυριάκου, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 611/2015 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΑΤΣΙΑ Αιτητής -και- PRINTAFORM LIMITED Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 20η Ιουνίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Χρ. Κουλίας Για την Καθ' ης η αίτηση: Ζ. Νικολάου ΑΠΟΦΑΣΗ Η Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία ή «η Εταιρεία») είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης η οποία ασχολείται κυρίως με την εκτύπωση εντύπων / βιβλιαρίων επιταγών και θερμικών ρολών, μηχανογραφικών εντύπων και εμφακελώσεις λογαριασμών. Τα θερμικά ρολά χρησιμοποιούνται σε ταμιακές μηχανές και άλλου είδους μηχανήματα, είτε ως αποδείξεις πληρωμής, είτε για άλλους σκοπούς. Τα έντυπα αυτά έχουν πάντοτε το λογότυπο του πελάτη ή οποιαδήποτε άλλη πληροφορία επιθυμεί ο πελάτης να περιλαμβάνεται σ' αυτά. Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας ως χειριστής μηχανών στο Τμήμα Λέιζερ από τις 10.9.1999 μέχρι 9.12.

  1. Η απασχόληση του τερματίστηκε με επιστολή ημερ. 3.12.2015 (Τεκ.2), το περιεχόμενο της οποί-ας παραθέτουμε αυτούσια: «ΘΕΜΑ: ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΣΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Μετά από διερεύνηση των γεγονότων που εξελίχθηκαν αναφορικά με την διαρροή/ απώλεια από το εργοστάσιο μας, προτυπωμένων θερμικών ρολών των πελατών μας Zara, Oysho και Massimo Tutti του συγκροτήματος των εταιρειών Sayware group και που είχε ως αποτέλεσμα τον διασυρμό της εταιρείας ως προς την αξιοπιστία της, σου κοινοποιούμε τα ακόλουθα: Επειδή είμαστε πεπεισμένοι ότι εσύ ευθύνεσαι για τη διαρροή/ απώλεια των ρολών αυτών, πλέον έχει κλονιστεί η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη - εργοδοτούμενου και λαμβάνοντας υπόψη ότι η εργοδότηση σου ήταν στο τμήμα ασφάλειας της εταιρείας, ο τερματισμός της υπηρεσίας σου θεωρείται αναπόφευκτος και ισχύει από την 9η Δεκεμβρίου
  2. Με την παραλαβή της παρούσης σου καταβάλλονται τα δεδουλευμένα Δεκεμβρίου, η αναλογία του 13ου μισθού που δικαιούσαι για το 2015 και το υπόλοιπο της άδειας σου. Δια εταιρεία Printaform Ltd Παραλήφθηκε σήμερα 7.12.2015 Με εκτίμηση Αιμίλιος Κούλουρος Χρίστος Σατσιάς» Γενικός Διευθυντής Οι ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή ανέχονταν μηνιαίως στο ποσό των €1.249 πλέον 13ο μισθό. Για σκοπούς του Νόμου υπολογίζονται στα €312,25 εβδομαδιαίως. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προκύπτει από τους γενικούς λόγους της Αίτησης ότι πριν την απόλυση του η Εργοδότρια Εταιρεία του επέβαλε υποχρεωτική άδεια 46 ημερών, αρχής γενομένης την 23.10.
  3. Έτσι με την Αίτηση του αξιώνει: (α) αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης του (β) αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας και (γ) αποζημιώσεις δια έλλειψη προειδοποίησης. Η Εργοδότρια Εταιρεία, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος για τους λόγους που περιέχονται στην επιστολή απόλυσης ημερ. 3.12.2015 (Τεκ.2) η οποία παραλήφθηκε από τον Αιτητή στις 7.12.
  4. Παραδέχεται ότι ο Αιτητής είχε τεθεί σε υποχρεωτική άδεια, ισχυριζόμενη ότι με την έναρξη της έρευνας είχαν δημιουργηθεί εύλογες υποψίες ότι πιθανόν να είχε ευθύνη για την κλοπή των ρολών, αφού ανάμεσα στα καθήκοντα του ήταν η προστασία της Εταιρείας από τέτοιου είδους κλοπές, είχε πρόσβαση στο χώρο που φυλάσσονταν τα ρολά, διέμενε στην Αθηαίνου όπου βρισκόταν και λειτουργούσε το πρακτορείο στοιχημάτων στο οποίο ανευρέθηκαν τα ρολά και ήταν τακτικός θαμώνας του εν λόγω πρακτορείου. Επίσης, μετά την περάτωση των ερευνών τις οποίες διεξήγαγε, πείσθηκε ότι ο Αιτητής είχε ευθύνη για την κλοπή των ρολών και ότι πλέον η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου είχε κλονιστεί ανεπανόρθωτα. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Εργοδότρια Εταιρεία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απέλυσε τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται. Για ανατροπή του νόμιμου αυτού τε-κμηρίου κατέθεσαν για λογαριασμό της Εργοδότριας Εταιρείας δύο μάρτυρας, ο διευθυντής της κ. Αιμίλιος Κούλουρος και ο εργοδοτούμενος της κ. Χριστάκης Τσιάμπος. Κατέθεσε επίσης ο Αιτητής. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια επτά έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Η κυρίως εξέταση του κ. Κούλουρου περιέχεται σε γραπτή κατάθεση (Τεκ. Α) και με αυτή, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις θέσεις που διατυπώνει στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Πιο συγκεκριμένα: Ισχυρίστηκε ότι τον Οκτώβριο 2015 δέχθηκε σφοδρότατο παράπονο από συγκεκριμένους πελάτες, με πρόθεση να τερματίσουν τη συνεργασία τους με την Εταιρεία, για το λόγο ότι προτυπωμένα θερμικά ρολά με την επωνυμία των πελατών βρέθηκαν να χρησιμοποιούνται σε πρακτορείο στοιχημάτων στην Αθηαίνου. Θεώρησε το θέμα πολύ σοβαρό γιατί από τη μια υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να χάσει τους καλύτερους του πελάτες και από την άλλη τίθετο θέμα ασφάλειας των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας. Έτσι, η πρώτη του ενέργεια ήταν να επισκεφθεί μαζί με δύο υπαλλήλους της Εταιρείας το εν λόγω πρακτορείο. Πηγαίνοντας, τηλεφώνησε στον ιδιοκτήτη, ο οποίος ήταν εντελώς αρνητικός να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίας. Φθάνοντας στο πρακτορείο δεν βρήκε εκεί τον ιδιοκτήτη. Είδε όμως ένα κιβώτιο που ήταν μέσα τα θερμικά ρολά, το οποίο παρέλαβε και παρέδωσε αμέσως στην Αστυνομία. Από συνομιλία που είχε με συγχωριανούς του πληροφορήθηκε ότι ο Αιτητής εργαζόταν εκεί με μερική απασχόληση και ότι ήταν τακτικός θαμώνας του πρακτορείου. Υπό αυτές τις συνθήκες του δημιουργήθηκαν οι εύλογες υποψίες και υπόνοιες ότι ο Αιτητής ενέχετο στην κλοπή και διάθεση των ρολών διότι ήταν από την Αθηαίνου, ήταν γνωστός του πράκτορα, υπάλληλος και τακτικός θαμώνας του πρακτορείου και ως λειτουργός στο τμήμα ασφάλειας είχε πρόσβαση στο χώρο που φυλάσσονταν τα ρολά. Μολονότι οι υποψίες του ήταν εύλογες δεν προχώρησε στην άμεση απόλυση του. Αφού μίλησε μαζί του και αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε ανάμειξη, θεώρησε σκόπιμο να του ζητήσει να λάβει άδεια μετ' απολαβών μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας. Αρχικά του δόθηκε άδεια από τις 23.10.2015 μέχρι την 1.11.2015 και επειδή η έρευνα δεν είχε ολοκληρωθεί του δόθηκε περαιτέρω άδεια μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου. Με την ολοκλήρωση της έρευνας, περί το τέλος Νοεμβρίου, δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ο Αιτητής είχε ενεργή συμμετοχή στο συμβάν και είχε ευθύνη για τη διαρροή των ρολών, καθώς πέραν των πιο πάνω όλοι οι υπάλληλοι δήλωσαν κατηγορηματικά ότι δεν είχαν καμία ανάμειξη, δεν υπήρχε καμία ένδειξη παραβίασης της αποθήκης για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η κλοπή έγινε από μη υπάλληλο της Εταιρείας, αποκλείστηκε εντελώς η πιθανότητα να είχαν πεταχτεί τα ρολά στα σκουπίδια και να τα πήρε απ' εκεί ο πράκτορας, αφού πολιτική της Εταιρείας είναι να κομματιάζει με μηχανή και να παίρνει για ανακύκλωση το άχρηστο ή λανθασμένα τυπωμένο χαρτί. Περαιτέρω, ο πράκτορας παραδέχθηκε στον ίδιο ότι τα ρολά τα προμηθεύτηκε από κάποιο άτομο το οποίο δεν κατονόμασε και επομένως και άλλο άτομο να προμήθευσε τον πράκτορα είναι ολοφάνερο ότι το άτομο αυτό θα τα πήρε από τον Αιτητή. Επιπρόσθετα ο Αιτητής ως λειτουργός ασφαλείας ήταν ο μόνος υπάλληλος που είχε πρόσβαση παντού και μπορούσε να πάρει τα ρολά χωρίς να γίνει αντιληπτός. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι προηγουμένως δεν είχε προκύψει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον τον Αιτητή και ότι τον έθεσε σε υποχρεωτική άδεια αφού έμαθε από συγχωριανούς του ότι σύχναζε στο πρακτορείο. Ενώ ισχυρίστηκε ότι οι εργασίες με τις οποίες ασχολείται η Εταιρεία δεν επιτρέπουν ίχνος κλοπής, ωστόσο παραδέχθηκε ότι κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης δεν υπήρχε σε όλα τα σημεία και ούτε στην αποθήκη. Επίσης ενώ παραδέχθηκε ότι ο Αιτητής δεν είχε καμία σχέση με την εκτύπωση των θερμικών ρολών εν τούτοις ισχυρίστηκε ότι το laser printer όπου εργαζόταν ο Αιτητής βρισκόταν στο Τμήμα Ασφαλείας και είχε πρόσβαση στο σημείο που έγινε η κλοπή. Δεν αρνήθηκε ότι στο τμήμα που εργαζόταν ο Αιτητής υπήρχαν δύο ακόμη συγχωριανοί του για τους οποίους δεν γνώριζε αν σύχναζαν στο πρακτορείο. Πρόσθετα συμφώνησε ότι εκτός από το τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον Αιτητή τη νύχτα πριν τον θέσει σε υποχρεωτική άδεια, δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία μαζί του και ότι οι επιστολές για την υποχρεωτική άδεια και η επιστολή απόλυσης δόθηκαν στον Αιτητή από το λογιστήριο. Δεν αρνήθηκε ότι εκτός από τον Αιτητή τη συγκεκριμένη περίοδο εργάζονταν στην Εταιρεία και αρκετοί άλλοι συγχωριανοί του. Ενώ ισχυρίστηκε ότι η μεταφορά και καταστροφή των άχρηστων ρολών γίνονταν από τους ίδιους στο σημείο ανακύκλωσης ωστόσο δεν αρνήθηκε ότι τόσο ο μεταφορέας όσο και ο αποθηκάριος ήταν συγχωριανοί του. Και ενώ αναφέρθηκε στη συγκεκριμένη διαδικασία καταστροφής των ρολών, ωστόσο δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ο κύριος ύποπτος ήταν ο Αιτητής, καθώς σύχναζε στο πρακτορείο, έκανε παιχνίδια στη δουλειά και τα έπαιρνε στο πρακτορείο και όπως του ανέφεραν συνάδελφοι του Αιτητή, μεταξύ των οποίων ο οδηγός του φορτηγού και ο αποθηκάριος, ήταν και συνέταιρος στο πρακτορείο. Σε υποβολή ότι οι πρώτοι που έπρεπε να υποψιαστεί ήταν οδηγός του φορτηγού και ο αποθηκάριος, αρκέστηκε να πει ότι ο ένας εκ των δύο πέθανε πριν τυπωθούν τα ρολά. Τέλος, παραδέχθηκε ότι στον Αιτητή δεν έδωσε ποτέ όρους απασχόλησης. Ο Κ. Τσιάμπος του οποίου η κυρίως εξέταση επίσης περιέχεται σε γραπτή κατά-θεση (Τεκ.Β), ανέφερε ότι γνωρίζει πολύ καλά τον Αιτητή και ως συνάδελφοι διατηρούσαν πολύ καλές και φιλικές σχέσεις έστω κι αν δεν εργάζονταν στο ίδιο τμήμα. Ότι ο Αιτητής ανέφερε τόσο στον ίδιο όσο και σε συναδέλφους του ότι σύχναζε σε συγκεκριμένο πρακτορείο στοιχημάτων στην Αθηαίνου και ότι αρκετές φορές ανέλαβε να παίξει για λογαριασμό του στοιχήματα. Επίσης, μετά τη δουλειά, Σαββατοκύριακα ή αργίες τον έπαιρνε τηλέφωνο στο κινητό, ενώ βρισκόταν στο πρακτορείο και του έπαιζε το στοίχημα που ήθελε. Στοιχήματα έπαιζε επίσης και για άλλους συναδέλφους. Πρόσθετα είχε ακούσει από συγχωριανούς του ότι στο ελεύθερο του χρόνο εργαζόταν στο πρακτορείο. Τέτοια ενημέρωση δεν είχε από τον Αιτητή και ούτε τον είδε να εργάζεται εκεί. Πολλές φορές όμως, όταν τον έπαιρνε τηλέφωνο εκτός ωρών εργασίας και τον ρωτούσε που είναι, του έλεγε ότι βρισκόταν στο συγκεκριμένο πρακτορείο. Τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου ενημερώθηκε από τον κ. Κούλουρο για την έρευνα που διεξήγαγε και τις πληροφορίες που είχε από υπαλλήλους της Εταιρείας, ότι ο Αιτητής σύχναζε στο συγκεκριμένο πρακτορείο και ότι αρκετές φορές τους έπαιζε εκεί στοιχήματα, κάτι που και ο ίδιος επιβεβαίωσε μιλώντας μαζί του. Στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι υπήρχαν και άλλοι συνάδελφοι του από την Αθηαίνου που έπαιζαν στοιχήματα στο συγκεκριμένο πρακτορείο. Ότι κανείς δεν του είπε ότι ο Αιτητής εργαζόταν εκεί και ότι ακούστηκε από άλλους συναδέλφους. Ο Αιτητής με τη γραπτή κατάθεση του (Τεκ.Γ), ισχυρίστηκε ότι τα καθήκοντα του ως χειριστής στο τμήμα Λέιζερ ήταν να τυπώνει σε χαρτί έγγραφα Τραπεζών ή άλλων Οργανισμών παρόμοιας οντότητας, όπως και επιταγές, αλλά σε καμία περίπτωση δεν τύπωνε σε θερμικά ρολά. Επίσης στο χώρο εργασίας του υπήρχε τμήμα ασφαλείας στο οποίο εργαζόταν συγκεκριμένο άτομο που ήταν ο υπεύθυνος ασφάλειας. Ισχυρίστηκε ότι τον Οκτώβριο 2015, φεύγοντας από τη δουλειά και επιστρέφοντας στο σπίτι του στην Αθηαίνου, ενημερώθηκε από συγχωριανούς του ότι ο κ. Κούλουρος πήγε και έκανε φασαρία σε συγκεκριμένο πρακτορείο για κάτι που του είχαν κλέψει. Επειδή στην εργασία του γνώριζαν ότι πήγαινε στο συγκεκριμένο πρακτορείο για στοιχήματα ή παρακολούθηση αθλητικών αγώνων, όπως και ο ίδιος γνώριζε για άλλους από την εργασία του που πήγαιναν στο ίδιο πρακτορείο, ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον κ. Κούλουρο ότι δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεση. Αυτός ωστόσο του ανέφερε ότι θα τον έβαζε σε άδεια μέχρι να ξεκαθαρίσει το όλο θέμα. Έτσι στις 23.10.2015 τον έθεσε σε υποχρεωτική άδεια μέχρι τις 2.11.2015 και ακολούθως μέχρι τις 30.11.2015 και 8.12.
  1. Στις 7.12.2015 ενημερώθηκε για την απόλυση του με τη λήψη της σχετικής επιστολής. Ισχυρίστηκε ότι κατά την περίοδο της υποχρεωτικής άδειας δεν είχε καμία ενημέρωση ή επικοινωνία με τον κ. Κούλουρο ή με άλλο αντιπρόσωπο της Εταιρείας, οι δε επιστολές για την παράταση της άδειας και τον τερματισμό της απασχόλησης, του δόθηκαν από τον λογιστή της Εταιρείας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με το περιστατικό, σημειώνοντας ότι κατά τον επίδικο χρόνο η Εταιρεία εργοδοτούσε 30-35 υπαλλήλους εκ των οποίων οι 20 τουλάχιστον ήταν από την Αθηαίνου, ενώ πολλοί απ' αυτούς σύχναζαν στο πρακτορείο. Τόσο ο αποθηκάριος για τα άχρηστα ρολά όσο και ο χειριστής της μηχανής των ρολών ήταν επίσης συγχωριανοί του. Ο ίδιος πότε δεν ανέφερε ότι ήταν συνέταιρος ή ότι εργαζόταν στο εν λόγω πρακτορείο, δηλώνοντας ότι η μόνη του απασχόληση ήταν στην Εταιρεία. Σημείωσε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα θυσίαζε την εργασία του για να πάρει σε κάποιο τρίτο προϊόντα της Εταιρείας αφού ότι χρειαζόταν το πλήρωνε κανονικά. Αναγνωρίζοντας κατά την αντεξέταση τον ιδιοκτήτη του πρακτορείου, ανέφερε ότι δεν είχαν καμία σχέση συγγένειας και ότι ήταν φίλοι και κουμπάροι με τον γιο του. Ότι στο πρακτορείο πήγαινε κατά τον ελεύθερο του χρόνο δυο με τρεις φορές τη βδομάδα και ότι αρκετές φορές έπαιζε στοιχήματα συνεταιρικά ή μη για λογαριασμό συναδέλφων του. Δεν διαφώνησε με τη θέση του προηγούμενου μάρτυρα ότι κάποτε τον έπαιρνε τηλέφωνο και όταν ήταν στο πρακτορείο στοιχημάτιζε για λογαριασμό του. Για την επίσκεψη του κ. Κούλουρου στο πρακτορείο ισχυρίστηκε ότι τον ενημέρωσε κάποιος πελάτης που ήταν εκεί και ότι ο ίδιος τηλεφώνησε στον κ. Κούλουρο για να ξεκαθαρίσει τη θέση του. Γνώριζε επίσης από την πρώτη στιγμή που τηλεφώνησε στον κ. Κούλουρο ότι ο λόγος που τίθετο σε υποχρεωτική άδεια ήταν μέχρι να ξεκαθαρίσει η υπόθεση. Αγορεύσεις Με ουσιαστικό υπόβαθρο την εισήγηση ότι οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις και ότι η μαρτυρία τους βρίθει ανακολουθιών, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή εισηγήθηκε ότι αυτή είναι αναξιόπιστη και κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία που προσέφερε η πλευρά του. Αναπτύσσοντας δε τη νομική υπόσταση της υπόθεσης, έθεσε ως άδικες και παράνομες τις ενέργειες της Εργοδότριας Εταιρείας, η οποία χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη τον Αιτητή και να παράσχει σ' αυτό το δικαίωμα να τεκμηριώσει τις θέσεις του, τερμάτισε την απασχόληση του στη-ριζόμενη σε ακροσφαλή ή τουλάχιστον μη πειστικά στοιχεία. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Εργοδότριας Εταιρεία εισηγήθηκε ότι από τα στοιχεία που είχε ενώπιον του ο διευθυντής της Εταιρείας προέκυπταν εύλογες υποψίες που έφθαναν στον βαθμό της πεποίθησης ότι ο Αιτητής ενέχετο στην κλοπή των ρολών. Ωστόσο, θέλοντας να βεβαιωθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για το βάσιμο των συμπερασμάτων του, προχώρησε σε περαιτέρω έρευνες που διάρκεσαν πέραν του ενός μηνός, γεγονός το οποίο από μόνο του καταδεικνύει τη σοβαρότητα και πληρότητα των ερευνών του. Επίσης ότι δόθηκε στον Αιτητή το δικαίωμα να ακουστεί μέσω της συνδιάλεξης που είχε με τον διευθυντή της Εταιρείας, όταν αρνήθηκε την οποιαδήποτε εμπλοκή του στην κλοπή. Ανάλυση Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπι-ον το Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθεί-σας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων. Πέραν των παραδεκτών και ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων που παραθέτουμε πιο πάνω, από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτουν ως κοινή συνισταμένη ότι τον Οκτώβριο 2015, ο κ. Κούλουρος ενημερώθηκε ότι προτυπωμένα θερμικά ρολά που εκτύπωσε η Εταιρεία για λογαριασμό πελατών της με την επωνυμία Zara, Oyso και Massimo Tutti του συγκροτήματος εταιρειών Sayware group, βρέθηκαν να χρησιμοποιούνται από πρακτορείο στοιχημάτων στην Αθηαίνου. Αφού επισκέφθηκε το εν λόγω πρακτορείο μαζί με δύο υπαλλήλους της Εταιρείας, εντόπισε εκεί ένα κιβώτιο με θερμικά ρολά [Τ.1(α)], το οποίο παρέλαβε και παρέδωσε αμέσως στην Αστυνομία. Την ίδια μέρα ο Αιτητής τηλεφώνησε στον κ. Κούλουρο για να του αναφέρει ότι ο ίδιος δεν είχε καμία ανάμειξη στην υπόθεση. Αντί αυτού ο κ. Κούλουρος τον έθεσε σε υποχρεωτική άδεια. Η υπο-χρεωτική άδεια που δόθηκε αρχικά στον Αιτητή ήταν από τις 23.10.2015 μέχρι 1.11.
  2. Με δύο επιστολής του κ. Κούλουρου ημερ. 2.11.2015 και 27.11.2015 (Τεκ.5 και Τεκ. 6), τις οποίες ο Αιτητής παρέλαβε από το λογιστήριο της Εταιρείας, η υποχρεωτική άδεια παρατάθηκε μέχρι τις 30.11.2015 και 8.12.2015 αντίστοιχα. Ο κ. Κούλουρος ισχυρίστηκε ότι έθεσε τον Αιτητή σε αναγκαστική άδεια, όταν πληροφορήθηκε από συγχωριανούς του ότι ήταν τακτικός θαμώνας του πρακτορείου και ότι εργαζόταν εκεί με μερική απασχόληση. Επίσης ότι ο Αιτητής, ως λειτουργός στο τμήμα ασφαλείας, είχε πρόσβαση στο χώρο του εργοστασίου όπου φυλάσσονταν τα ρολά. Ο Αιτητής, τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του, παραδέχθηκε ότι επισκεπτόταν συχνά το πρακτορείο, δύο με τρεις φορές τη βδομάδα, για να παίξει στοιχήματα ή να παρακολουθήσει αθλητικούς αγώνες. Επίσης, ότι στη δουλειά του γνώριζαν ότι σύχναζε στο πρακτορείο και ότι αυτός ήταν ο λόγος που τηλεφώνησε στον κ. Κούλουρο αμέσως μετά που έμαθε για την επίσκεψη του στο πρακτορείο. Πρόσθετα δεν αρνήθηκε τη θέση του κ. Τσι-άμπου ότι αναλάμβανε για λογαριασμό συναδέλφων του τη διεξαγωγή στοιχημάτων στο εν λόγω πρακτορείο. Πέραν των πιο πάνω η θέση και των δύο μαρτύρων για την Εργοδότρια Εταιρεία, ότι ο Αιτητής ήταν συνέταιρος ή εργαζόταν με μερική απασχόληση στο πρακτορείο, δεν έχει επιβεβαιωθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Πρόκειται για γενικό και αόριστο ισχυρισμό που δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε στοιχεία. Καμία απτή μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιο του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει έστω και αμυδρά ένα τέτοια ισχυρισμό. Επίσης, τέτοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην επιστολή απόλυσης αλλά ούτε στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Με τον ίδιο τρόπο δεν έχει επιβεβαιωθεί η θέση του κ. Κούλουρου ότι ο Αιτητής ήταν λειτουργός στο τμήμα ασφαλείας και ότι υπό αυτή την ιδιότητα είχε πρόσβαση στο χώρο του εργοστασίου όπου φυλάσσονταν τα ρολά. Ο ίδιος κατά την αντεξέταση του δεν αρνήθηκε ότι ο Αιτητής εργαζόταν στην Εταιρεία ως χειριστής εκτυπωτή λέιζερ (laser printer) και ότι δεν είχε καμία σχέση με την εκτύπωση των θερμικών ρολών. Επίσης ότι ο Αιτητής δεν ήταν λειτουργός ασφαλείας και δεν είχε καμία σχέση με το τμήμα ασφάλειας το οποίο διέθετε δικό του προσωπικό. Σε αντίφαση μάλιστα με την αρχική του θέση, ισχυρίστηκε ότι το laser printer βρίσκεται στο τμήμα ασφάλειας και ότι ο Αιτητής είχε πρόσβαση στο να πάει να πάρει τα ρολά. Ακολούθως, παραδέχθηκε ότι μαζί με τον Αιτητή εργάζονταν δυο ακόμη εργοδοτούμενοι που ήταν από την Αθηαίνου, για τους οποίους δεν γνώριζε αν πήγαιναν στο πρακτορείο, λέγοντας επί λέξει «δεν ξέρω, μπορεί να πήγαιναν». Ομολόγησε επίσης ότι οι περισσότεροι που εργάζονταν στην Εταιρεία κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν από την Αθηαίνου. Πρόσθετα, ενώ ισχυρίστηκε ότι μετέφεραν οι ίδιοι τα ρολά για καταστροφή στο σημείο ανακύκλωσης και όχι ξένο φορτηγό, δεν αρνήθηκε ότι τόσο ο οδηγός του φορτηγού όσο και ο αποθηκάριος ήταν από την Αθηαίνου. Και ενώ επέμενε στη θέση του ότι ο κύριος ύποπτος ήταν ο Αιτητής επειδή σύχναζε στο πρακτορείο και είπε σε συναδέλφους του, μεταξύ άλλων στον οδηγό του φορτηγού και στον αποθηκάριο, ότι ήταν συνέταιρος, ωστόσο σε υποβολή που δέχθηκε ότι οι πρώτοι που έπρεπε να υποψιαστεί ήταν τα δυο αυτά πρόσωπα, αρκέστηκε να πει ότι ο ένας εκ των δύο απεβίωσε πριν την εκτύπωση των ρολών και ότι τον ενημέρωσε για τον Αιτητή πριν πεθάνει. Πέραν των πιο πάνω, τα όσα ο μάρτυρας επικαλέστηκε ότι προέκυψαν από την κατ' ισχυρισμό έρευνα που ο ίδιος διεξήγαγε και τα οποία, με βάση τα λεγόμενα του, τον έπεισαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την ευθύνη του Αιτητή, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά γενικό και αόριστο τρόπο, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων και δεδομένων. Ειδικότερα, ο μάρτυρας, δεν κατονόμασε στο Δικαστήριο τα άτομα που του έδωσαν τις πληροφορίες, πότε του δόθηκαν οι πληροφορίες και τι συγκεκριμένα ειπώθηκε για να καταλήξει στο συμπέρασμα του. Ποιες ήταν οι ενδείξεις που τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η αποθήκη δεν παραβιάστηκε ή ότι η επικαλούμενη κλοπή δεν έγινε από άλλο άτομο, αφού δύο από τους εργοδοτούμενους που εργάζονταν μαζί με τον Αιτητή ήταν επίσης από την Αθηαίνου, ενώ ο ίδιος, μολονότι αναφέρθηκε σε έρευνα, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν πήγαιναν κι' αυτοί στο πρακτορείο για στοιχήματα; Προφανώς, ο μόνος λόγος που οδήγησε τον μάρτυρα στο συμπέρασμα, ότι ο Αιτητής ήταν αυτός που προμήθευσε τον πράκτορα με τα θερμικά ρολά, ήταν οι συχνές επισκέψεις του Αιτητή στο συγκεκριμένο πρακτορείο και η ανάληψη διεξαγωγής στοιχημάτων για λογαριασμό συναδέλφων του, κάτι ωστόσο που ο μάρτυρας δεν απέκλεισε, στη βάση απτών στοιχείων, ότι συνέβαινε και με άλλους εργοδοτούμενους της Εταιρείας που επίσης ήταν από την Αθηαίνου. Πρόσθετα, ενώ αναφέρθηκε σε διεξαγωγή έρευνα και σε πληροφορίες που εξασφάλισε από συγχωριανούς του και υπαλλήλους της Εταιρείας κατά την περίοδο που ο Αιτητής βρισκόταν σε υποχρεωτική άδεια, εν τούτοις τίποτα δεν τέθηκε ενώπιον του Αιτητή για σχολιασμό πριν τη λήψη της τελικής απόφασης. Ο κ. Τσιάμπος με τη μαρτυρία του δεν πρόσθεσε κάτι περισσότερο απ' ότι ο Αιτητής παραδέχθηκε, ότι δηλαδή πήγαινε συχνά στο πρακτορείο και ότι έπαιζε στοιχήματα τόσο για τον ίδιο όσο και για άλλους συναδέλφους του. Αντεξεταζόμενος δεν αρνήθηκε ότι υπήρχαν και άλλοι από τη Αθηαίνου που έπαιζαν στοιχήματα στο συγκεκριμένο πρακτορείο και ότι ούτε ο Αιτητής αλλά ούτε και άλλοι συνάδελφοι του ανέφεραν στον ίδιο ότι ο Αιτητής ήταν συνέταιρος ή εργαζόταν στο πρακτορείο. Σε τελική ανάλυση, οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας, πέραν του ότι πλήττουν ουσιωδώς το αξιόπιστο της μαρτυρίας τους, καθώς δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε ασφαλή και συγκεκριμένα στοιχεία, δεν μπορούν από μόνοι τους να οδηγήσουν στο εύλογο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής ήταν αυτός που προμήθευσε τον πράκτορα με τα θερμικά ρολά. Για όλα τα πιο πάνω το μέρος της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων που δεν συνδέεται με τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα ως εκτίθενται ανωτέρω, δεν γίνεται αποδεκτό και απορρίπτεται. Αντίθετα ο Αιτητής, πέραν των παραδεκτών και ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων, δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν από μόνα τους να πλήξουν την αξιοπιστία του. Το μόνο σημείο που έδωσε αρνητική εντύπωση για την αξιοπιστία του ήταν η γενική αναφορά του για το άτομο που τον ενημέρωσε για την επίσκεψη του κ. Κουλουρου στο πρακτορείο, γεγονός που δεν μπορεί από μόνο του να επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο την υπόθεση του, εν όψει και της απόρριψης της μαρτυρίας των μαρτύρων για την Εργοδότρια Εταιρεία. Νομική πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του άρθρου: «
  3. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) ........................................ (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» (vi) Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, το Δικαστή-ριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει από-λυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, η οποία αποτέλεσε καθοδήγηση στην έκδοση των πιο πάνω αποφάσεων, μια ανάρμοστη συμπεριφορά (gross misconduct) για να δικαιολογεί άμεση απόλυση θα πρέπει να είναι σοβαρή και εσκεμμένη. Επίσης ορισμένες κατηγορίες, όπως, η διάπραξη ποινικού αδικήματος (κλοπή, απάτη, βία, σοβαρή αμέλεια), η ηθελημένη ανυπακοή σε νόμιμη και λογική εντολής του εργοδότη, η υποχρέωση εχεμύθειας, η παράλειψη εκτέλεσης πράξεων ανταγωνισμού σε βάρος του εργοδότη, συνιστούν αναγνωρισμένη μορφή ασύγγνωστης συμπεριφοράς καθώς συνδέονται άμεσα με το καθήκον πίστης, τιμιότητας και επιμέλειας του εργοδοτούμενου να ενεργεί κατά τρόπο που να εξυπηρετεί και να μην βλάπτει τα συμφέροντα του εργοδότη του. Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1Α..Α.Δ. (Β) 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swing
(1981)1 R.L.R. 91 (σ. 93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning M.R.: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quire reasonably take a different view". (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Επομένως, για κάθε λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 5 του Νόμου, η νομιμότητα της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου, εξαρτάται από τη σωστή εφαρμογή της αρχής της λογικότητας ("reasonableness"). Το σωστό κριτήριο, που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, «είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. (Βλ. Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου
(2004)1Α Α.Α.Δ. 665, L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά,
(2014)1 Α.Α.Δ. 1193, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφεση 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα η μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθηση του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη [Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden
(2001)1 All E.R. 550, Galatariotis Telecommunications Ltd v. Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, L. Papaphilippou (ανωτέρω)]. Η νομολογία ωστόσο δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που είναι από μόνος του ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") που θέτει στο εργοδότη την υποχρέωση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόλυση του εργοδοτούμενου (Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23). Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να συζητήσει με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd
(1976)EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσής του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphi-lippou & Co Ltd (ανωτέρω)]. Στην Louies v. Coventry Hood and Seating Co Ltd [1990] IRLR 324, [1990] ICR 54, ο εργοδότης απέλυσε τον εργοδοτούμενο, στηριζόμενος κυρίως σε δύο γραπτές δηλώσεις που έλεγαν ότι ο εργοδοτούμενος εμπλεκόταν στην κλοπή. Το ΕΑΤ, αφού επανέλαβε το όσα ο δικαστής Harman παρέθεσε στην υπόθεση Byrne, σημείωσε ότι «το θέμα της φυσικής δικαιοσύνης προέχει των λέξεων που αναφέρονται» και ότι πράγματι είναι πολύ σπάνιο οι διαδικασίες να θεωρηθούν δίκαιες στις περιπτώσεις όπου ο εργοδότης βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε γραπτές δηλώσεις, οι οποίες δεν δόθηκαν στον εργοδοτούμενο ή τουλάχιστον δεν του αναγνώστηκαν, όπως κρίθηκε επαρκές στην Vauxhall Motors Ltd v Ghafoor [1993] ICR
  1. Όπως ανέφερε το Tribunal, το κριτήριο που καθιερώθηκε στην Burchell έχει να κάνει με το αποτέλεσμα της αποτυχίας να ακολουθηθεί η ορθή διαδικασία για την πραγματική πεποίθηση του εργοδότη, αλλά πέραν τούτου, σημείωσε ότι οι διαδικαστικές εγγυήσεις είναι απαραίτητες ούτως ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου. Επίσης, στην απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε μεταξύ άλλων, ότι, «το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή.» Συμπέρασμα Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του εάν και κατά πόσο, στο μέτρο του λογικού εργοδότη, η Εργοδότρια Εταιρεία στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος και/ή αδικήματος, ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας του και/ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επίσης κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την Εργοδότρια Εταιρεία, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των πιο πάνω αρχών και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, κρίνουμε ότι η απόφαση της Εργοδότριας Εταιρείας να τερματίσει την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται, ξεφεύγει του πλαισίου των λογικών αντιδράσεων του μέσου λογικού εργοδότη. Ειδικότερα:- - Για τη λήψη της επίδικης απόφασης, η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει την τήρηση μιας σωστής και δίκαιης διαδικασίας, καθώς ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε, την εμπόδισε στο να εξασφαλίσει τις πρέπουσες και αναγκαίες πληροφορίες που ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει για να καταλήξει σε μια στοιχειοθετημένη αντικειμενική απόφαση. Στα πλαίσια μάλιστα αυτής της διαδικασίας, η Εργοδότρια Εταιρεία στέρησε τον Αιτητή του δικαιώματος να θέσει τις απόψεις του και εξηγήσεις που τυχόν θα έδιδε για την αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, με επακόλουθο τα στοιχεία επί των οποίων στήριξε την απόφαση της να υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία, καθώς δεν τεθήκαν ενώπιον του Αιτητή για σχολιασμό. - Ως επακόλουθο των ακροσφαλών και μη πειστικών στοιχείων, ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να στοιχειοθετήσει στον απαιτούμενο βαθμό το λογικό της απόφασης να τερματίσει την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται και δη ότι ο Αιτητής εφοδίασε τον πράκτορα με τα υπό αναφορά θερμικά ρολά. Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία φέρουσα το βάρος απόδειξης δεν κατάφερε να αποδείξει οποιονδήποτε λόγο που να δικαιολογεί τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή στη βάση των άρθρων 5(ε) και (στ) του Νόμου. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας για δεκαέξι συναπτά έτη και ότι λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €312,25 εβδομαδιαίως. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, όπως τις παραθέτουμε ανωτέρω, τις απόλαβες του, την περίοδο απασχόλησης του, την ηλικία του για την οποία δεν γίνεται καμία αναφορά, την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας από τη θέση που κατείχε κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €12.958,40 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 41½ (€312,25 Χ 41½ ) βδομάδων. Επίσης, με βάση το άρθρο 9(ζ) του Νόμου, ο Αιτητή δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων και υπολογίζεται στο ποσό των €2.
  2. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €15.456,40 με νόμιμο τόκο από 21.12.2015 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας €2.500 ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 21.12.2015 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Κ. Κυριάκου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.