ΠΑΡΗ ΣΠΑΝΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 844/2014, 24/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:26 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Λάμπρου και Χ. Αναστασίου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 844/2014 Μεταξύ: ΠΑΡΗ ΣΠΑΝΟΥ Αιτητής -και- ΓΕΝΙΚΟ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ
- ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
- ΤΜΗΜΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ
- ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 24η Φεβρουαρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Μ. Σπανού με κα Αχιλλέως Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Δρυμιώτου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς που καταχωρήθηκε στις 7.11.2014, ο Αιτητής αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Δήλωση και / ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση εργοδότησης και/ή η εργοδότηση του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση έχει καταστεί και είναι αορίστου χρόνου. Β. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση εργοδότησης και/ή η εργοδότηση του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση πρέπει να θεωρηθεί για όλους τους σκοπούς ως αορίστου χρόνου από την ημερομηνία που ο Αιτητής συμπλήρωσε 30 μήνες εργοδότησης από τους Καθ' ων η αίτηση βάσει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Γ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ Είναι η θέση του Αιτητή όπως προκύπτει από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι η σύμβαση εργασίας του με τους Καθ' ων η αίτηση και ή η εργοδότηση του από αυτούς κατέστη αορίστου χρόνου από/ή περί τον Δεκέμβριο 2013 όταν συμπλήρωσε συνολική περίοδο απασχόλησης 30 μηνών στη βάση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και ότι η απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας ότι δεν δικαιολογείται διαφοροποίηση του καθεστώτος απασχόλησης του σε αορίστου διαρκείας και/ή η παράλειψη της να θεωρεί τη σύμβαση εργοδότησης του ως αορίστου διαρκείας είναι παράνομη. Οι Καθ' ων η αίτηση με το έγγραφο εμφάνισης που καταχώρησαν στις 27.2.2020, παραδέχονται ότι ο Αιτητής συμπλήρωσε 30μηνη περίοδο απασχόλησης κατά την 19.10.
- Απορρίπτουν ωστόσο τα αιτήματα του, ισχυριζόμενοι ότι η παραμονή του στην υπηρεσία αποτελούσε μια κατ' οικονομία λύση προς όφελος του ιδίου μέχρι αποκρυστάλλωσης των αναφυομένων ζητημάτων μέσω δικαστικών αποφάσεων και πραγμάτωσης της νενομισμένης επανεξέτασης της διαδικασίας πλήρωσης των επηρεαζόμενων θέσεων από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας («ΕΔΥ»). Παραδεκτά γεγονότα Η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης περιορίστηκε στην κατάθεση παραδεκτών γεγονότων και διαφόρων υποστηρικτικών εγγράφων. Τα εν λόγω γεγονότα, έχουν ως ακολούθως:
- Ο Αιτητής διορίστηκε στη μόνιμη θέση Πρώτου Επιθεωρητή στο Κυβερνητικό Τυπογραφείο, στις 16.3.
- Η ΕΔΥ με επιστολή της ημερ. 3.6.2011 (Τεκ.1) ενημέρωσε τον Αιτητή ότι ο διορισμός του στην πιο πάνω μόνιμη θέση ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 19.4.
- Τόσο ο Αιτητής όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία εφεσίβαλαν την εν λόγω απόφαση.
- Μετά την ακύρωση του διορισμού του, ο Αιτητής προσλήφθηκε ως έκτακτος υπάλληλος με σύμβαση ορισμένου χρόνου για την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης Πρώτου Επιθεωρητή, στο Κυβερνητικό Τυπογραφείο. Για την εν λόγω απόφαση, το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού («ΔΔΠ») με επιστολή ημερ. 15.7.2011 (Τεκ.1Α) ενημέρωσε τον Διευθυντή του Κυβερνητικού Τυπογραφείου για την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εγκρίνει την απασχόληση του Αιτητή, πάνω σε δεκαπενθήμερη βάση, μέχρι την επανεξέταση του θέματος πλήρωσης της θέσης από την ΕΔΥ. Κατά τον χρόνο κοινοποίησης της πιο πάνω επιστολής υπήρχε μια μόνο μόνιμη θέση Πρώτου Επιθεωρητή στο Κυβερνητικό Τυπογραφείο. Ο Αιτητής συνεχίζει μέχρι σήμερα να εργοδοτείται και να εκτελεί τα ίδια καθήκοντα από την ίδια θέση, γεγονός που καταδεικνύεται από την επιστολή/σύμβαση απασχόλησης του Αιτητή για την περίοδο από 16.6.2020 - 15.12.2020 (Τεκ.2).
- Η απασχόληση του Αιτητή στη Δημόσια Υπηρεσία, ως έκτακτου υπαλλήλου με σύμβαση ορισμένου χρόνου, άρχισε στις 3.6.2011, με αναδρομική ισχύ για την περίοδο από 3.6.2011 - 15.7.2011, σύμφωνα με την επιστολή /σύμβαση ημερ. 25.7.
- Έκτοτε ο Αιτητής συνεχίζει να απασχολείται από την ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Όλες οι συμβάσεις εργασίας του Αιτητή για την περίοδο από 3.6.2011 - 9.12.2014 που είχε ήδη συμπληρώσει 30μηνη περίοδο απασχόλησης στη Δημοσιά Υπηρεσία κατατέθηκαν ως δέσμη εγγράφων [Τεκ.3(1-30)]. Κατατέθηκαν επίσης οι Όροι Απασχόλησης του Αιτητή, που επισυνάπτονταν σε όλες τις πιο πάνω συμβάσεις (Τεκ.4).
- Αρχικά η ανανέωση των συμβάσεων εργασίας του Αιτητή γινόταν για περίοδο έξι βδομάδων κάθε φορά ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο και δη από 15.6.2016 γίνεται για εξαμηνιαίες περιόδους κάθε φορά.
- Με τον Προϋπολογισμό του 2013 δημιουργήθηκε μια δεύτερη μόνιμη θέση Πρώτου Επιθεωρητή στο Κυβερνητικό Τυπογραφείο, η οποία ουδέποτε πληρώθηκε λόγω παγοποίησης των προσλήψεων στη Δημόσια Υπηρεσία.
- Ο Αιτητής, στο πλαίσιο της συμβατικής εργασίας εκτελεί τα καθήκοντα της θέσης του Πρώτου Επιθεωρητή, Τυπογραφείο, τα οποία εκτελούσε και προηγουμένως ως μόνιμος υπάλληλος και είναι ο μοναδικός υπάλληλος στο Κυβερνητικό Τυπογραφείο που εκτελεί τα εν λόγω καθήκοντα. Συνεπώς, καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης του, εξυπηρετεί τις συνήθεις και μόνιμες ανάγκες του Κυβερνητικού Τυπογραφείου που αφορούν τη μόνιμη θέση Πρώτου Επιθεωρητή.
- Κατά την 2.12.2013 ο Αιτητής συμπλήρωσε περίοδο απασχόλησης 30 μηνών με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, από τις 3.6.2011 που άρχισε η περίοδος της πρώτης σύμβασης απασχόλησης του.
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού απέρριψε αίτημα του Διευθυντή του Κυβερνητικού Τυπογραφείου, που υπεβλήθη με επιστολής του ημερ. 21.10.2013 (Τεκ.5), για διαφοροποίηση του καθεστώτος απασχόλησης του Αιτητή από ορισμένου σε αορίστου χρόνου ισχυριζόμενος ότι η ορισμένη διάρκεια της σύμβασης του δικαιολογείται ως μια προσωρινή διευθέτηση μέχρι την εξέταση της πλήρωσης της κενωθείσας θέσεως του Πρώτου Επιθεωρητή από την ΕΔΥ. Η πιο πάνω θέση περιέχεται σε επιστολή του ΔΔΠ ημερ. 8.11.2013 (Τεκ.6), η οποία περιήλθε σε γνώση του Αιτητή την 11.11.
- Ο Αιτητής διαφώνησε με την πιο πάνω απόφαση και με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 30.12.2013 (Τεκ.7), ζήτησε από τον Διευθυντή του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού την αναθεώρηση και επανεξέταση του θέματος.
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού απέρριψε το αίτημα του Αιτητή και επαναβεβαίωσε την προηγούμενη του απόφαση επί του θέματος, με επιστολή του ημερ. 17.1.2014 (Τεκ.8).
- Ο Αιτητής στις 7.11.2014 καταχώρησε την παρούσα αίτηση
- Ακολούθως, με επιστολή των δικηγόρων του προς τον Διευθυντή του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού ημερ. 17.9.2015 (Τεκ.9), ο Αιτητής παρέπεμψε στην προσφάτως εκδοθείσα απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στην Αίτηση 338/2012, ζητώντας όπως εφαρμοστεί και στην περίπτωση του και θεωρηθεί εργοδοτούμενος αορίστου διαρκείας.
- Ο Διευθυντής του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού με απαντητική επιστολή του προς τους δικηγόρους του Αιτητή ημερ. 2.3.2016 (Τεκ.10), τους ενημέρωσε ότι η θέση του Τμήματος παραμένει αυτή που τους είχε διαβιβαστεί με την επιστολή ημερ. 17.1.2014 (Τεκ.8).
- Το Ανώτατο Δικαστήριο στις 26.10.2017 απέρριψε τις εφέσεις ΑΕ75/2011 και ΑΕ 74/2011 που είχε καταχωρήσει ο Αιτητής και η Κ.Δ. αντίστοιχα, κατά της ακύρωσης του μόνιμου διορισμού του Αιτητή στη θέση Πρώτου Επιθεωρητή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε ακυρωθεί ο εν λόγω διορισμός.
- Η ΕΔΥ στις 4.12.2017 προχώρησε σε επανεξέταση πλήρωσης της κενωθείσας θέσης Πρώτου Επιθεωρητή και προήγαγε σε αυτή τον εσωτερικό υποψήφιο Παναγιώτη Λευτέρη. Επειδή ο εν λόγω υποψήφιος είχε αφυπηρετήσει από τη Δημόσια Υπηρεσία στις 30.9.2013, η προαγωγή του αφορούσε την περίοδο από 16.3.2009 μέχρι 30.9.
- Αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας της Δημοκρατίας κατατέθηκε ως Τεκ.
- Από τις 30.9.2013 μέχρι σήμερα οι δύο μόνιμες θέσεις Πρώτου Επιθεωρητή, Τυπογραφείο, παραμένουν κενές.
- Ο Αιτητής συνεχίζει να είναι το μοναδικό πρόσωπο που ασκεί τα καθήκοντα της θέσης Πρώτου Επιθεωρητή, Τυπογραφείο. Ασκεί δε τα εν λόγω καθήκοντα, για περίοδο πέραν των 30 μηνών από την επαναπλήρωση της θέσης, ήτοι από 4.12.
- Αγορεύσεις Στα πλαίσια των παραδεκτών γεγονότων και της νομολογίας, κινήθηκε η γραμμή των τελικών γραπτώς αγορεύσεων που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι. Η συνήγορος για τους Καθ' ων η αίτηση, προβάλει ότι η μη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του Αιτητή σε αορίστου διαρκείας δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους δυνάμει των προνοιών του άρθρου 7
(2)του Ν.98(Ι)/ 2003. Ειδικότερα, θέτοντας ως αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι ο Αιτητής από την ακύρωση του διορισμού του κι έπειτα συνεχίζει να εξυπηρετεί τις ίδιες πάγιες ανάγκες της υπηρεσίας τις οποίες εξυπηρετούσε και ως μόνιμος υπάλληλος, εισηγείται ότι ο χρόνος απασχόλησης του μέχρι και την επανεξέταση, δεν θα πρέπει να προσμετρηθεί στην απαιτούμενη περίοδο απασχόλησης του προκειμένου αυτός να καταστεί εργοδοτούμενος αορίστου διαρκείας, καθώς οι συνθήκες απασχόλησης του ήταν τέτοιες που δικαιολογούν αντικειμενικά την κάθε φορά ορισμένη διάρκεια της σύμβασης του. Παραδεχόμενη ότι στο λεκτικό της σύμβασης εργασίας του Αιτητή δεν ανευρίσκεται καταγραμμένη μια τέτοια πρόθεση, θεωρεί ότι αυτό δεν είναι καταλυτικό για τη διαπίστωση ύπαρξης αντικειμενικών λόγων, καθώς δεν υπήρχε πρόθεση μη πλήρωσης της θέσης της οποίας τα καθήκοντα ασκούσε ο Αιτητής. Με δεδομένη την ακύρωση του διορισμού του Αιτητή και την έγερση έφεσης τόσο από τον Αιτητή όσο και από τη Δημοκρατία, η διαδικασία της επανεξέτασης δεν ήταν δυνατή πριν την απόφαση επί των εφέσεων. Η ευπαίδευτη συνήγορος για τον Αιτητή, στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση της εισηγείται ότι από τα παραδεκτά γεγονότα και την ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματική μαρτυρία, η 30μηνη περίοδος απασχόλησης του Αιτητή στον ίδιο εργοδότη και η θεμελίωσης του υπόβαθρου θεώρησης της σύμβασης εργασίας του ως αορίστου διαρκείας, στη βάση των προνοιών του άρθρου 7
(1)του Ν.98(Ι)/2003, παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο οι Καθ' ων η αίτηση κατά παράβαση της εναρμονιστικής νομοθεσίας και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ καταχρηστικά συνέχισαν να συνομολογούν διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου με τον Αιτητή αποσκοπώντας στη μη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του σε αορίστου χρόνου. Η επίκληση δε ότι η ορισμένη διάρκεια της σύμβασης δικαιολογείτο ως μια προσωρινή διευθέτηση, μέχρι την εξέταση πλήρωσης της κενωθείσας θέσης του Πρώτου Επιθεωρητή από την ΕΔΥ είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και δεν συνιστά αντικειμενικό λόγο εντός της έννοιας του άρθρου 7
(2)του Ν.98(Ι)/2003. Ανάλυση και Συμπεράσματα Το σημείο που τίθεται προς εξέταση και που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της παρούσας υπόθεσης συνδέεται άμεσα με το καθεστώς εργοδότησης του Αιτητή. Κατά πόσο δηλαδή ο Αιτητής κατέστη εργοδοτούμενος αορίστου διαρκείας ή υφίσταντο κατά τον ουσιώδη χρόνο αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν το προσωρινό της απασχόλησης του. Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Νόμου (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Για την αποτελεσματική πρόληψη καταχρηστικής χρησιμοποίησης των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συμφωνία - πλαίσιο επιβάλλει στα κράτη - μέλη, εφόσον η εσωτερική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: (α) να θεσπίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, (β) να ορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (γ) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Με το άρθρο 7 του Νόμου (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποτροπής της καταχρηστικής προσφυγής στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο απασχόλησης τριάντα μηνών ή περισσότερο για να θεωρείται η σύμβαση ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από υφιστάμενους αντικειμενικούς λόγους για τους οποίους γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο Νόμο. Εν ολίγοις με το πέρας της 30μηνης περιόδου απασχόλησης τίθεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου διαρκείας, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν τη μη μετατροπής της. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Δεδομένου ότι η έννοια του αντικειμενικού λόγου δεν ορίζεται στη συμφωνία - πλαίσιο, το νόημα και το περιεχόμενο του πρέπει να καθοριστεί σε συνάρτηση με τον σκοπό που επιδιώκει η συμφωνία αυτή, καθώς και με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α΄. Επομένως, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 του Νόμου και τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου, 23.4.2009, το ΔΕΚ/ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι: «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Σύμφωνα επομένως με το Δικαστήριο, οι σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών, ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους - μέλους (ΔΕΕ 25.10.2018 C-331/17, Sciotto). Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προ-τάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Από τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, είναι φανερό ότι ο διορισμός του Αιτητή στη μόνιμη θέση Πρώτου Επιθεωρητή, Τυπογραφείο, ακυρώθηκε στις 19.4.2011 με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ακολούθησε η πρόσληψη του Αιτητή ως έκτακτου σε προσωρινή βάση, για εκτέλεση καθηκόντων Πρώτου Επιθεωρητή στο Κυβερνητικό Τυπογραφείο, από 3.6.2011, δυνάμει των προνοιών της Σημείωσης 10 του Πρώτου Πίνακα του περί Προϋπολογισμού Νόμου του
- Έκτοτε και εκκρεμούσης της έφεσης κατά της πιο πάνω απόφασης, ο Αιτητής απασχολείτο ως έκτακτος βάσει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Στις 2.12.2013 είχε ήδη συμπληρώσει την απαιτούμενη υπό του Νόμου 30μηνη περίοδο απασχόλησης για να θεωρείται η σύμβαση εργασίας του ως σύμβαση αορίστου χρόνου. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την επιστολή της ΕΔΥ προς τον Διευθυντή Κυβερνητικού Τυπογραφείου, ημερ. 15.7.2011 (Τεκ.1Α), η εξασφάλιση έγκρισης για παράταση της απασχόλησης του Αιτητή θα ίσχυε μέχρι την επανεξέταση του θέματος από την ΕΔΥ. Επίσης, σύμφωνα με την επιστολή του Τμήματος ΔΔΠ προς τον Διευθυντή Τυπογραφείου ημερ. 8.11.2013 (Τεκ.6), η οποία περιήλθε σε γνώση του Αιτητή στις 11.11.2013, στις περιπτώσεις απασχόλησης όπως αυτήν του Αιτητή, «η ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης απασχόλησης μπορεί να δικαιολογηθεί από το γεγονός ότι η συνέχιση της απασχόλησης των επηρεαζόμενων, σε κάθε περίπτωση, αποτελεί μια κατ' οικονομία διευθέτηση, η οποία τυγχάνει εφαρμογής μεταβατικά και αφορά συγκεκριμένα μόνο το χρόνο μέχρι την εξέταση της πλήρωσης των οικείων θέσεων από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας». Στις 26.10.2017 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τις Αναθεωρητικές Εφέσεις 75/2011 και 74/2011 που καταχώρησε ο Αιτητής και η Κ.Δ. αντίστοιχα, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Κατόπιν τούτου η ΕΔΥ επανεξετάζοντας το θέμα πλήρωσης της κενωθείσας θέσης του Πρώτου Επιθεωρητή, Τυπογραφείο, προήγαγε τον εσωτερικό υποψήφιο Παναγιώτη Λευτέρη, ο οποίος είχε ήδη αφυπηρετήσει από την υπηρεσία στις 30.9.
- Έκτοτε ο Αιτητής συνεχίζει χωρίς διακοπή να εργάζεται στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως έκτακτος βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και να εξυπηρετεί τις ίδιες πάγιες ανάγκες τις υπηρεσίας τις οποίες εξυπηρετούσε από την αρχή ως μόνιμος υπάλληλος. Ως επακόλουθο των πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν οι Καθ' ων η αίτηση φέροντες το βάρος απόδειξης, κατάφεραν να αποδείξουν την τυχόν κατ' εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την απασχόληση του Αιτητή με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας και τη μη μετατροπή της σύμβασης σε σύμβαση αορίστου διαρκείας. Εξετάζοντας τη θέση των Καθ' ων η αίτηση, σημειώσουμε κατ' αρχάς ότι η κάλυψη προσωρινών αναγκών της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους και στην πράξη συνηθέστερους λόγους που δικαιολογούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογητικοί της σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, υφίστανται όταν κατά τη σύναψη της σύμβασης με επαρκή ασφάλεια αναμένεται ότι με τη λήξη της θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Μια τέτοια πρόγνωση θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και να είναι αρκούντως θεμελιωμένη. Θα πρέπει δηλαδή ο εργοδότης να είναι σε θέση να δικαιολογήσει, με συγκεκριμένα στοιχεία γιατί με την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Η εγκυρότητα επίσης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου της ορισμένης διάρκειας προϋποθέτει ότι ο εργοδοτούμενος προσελήφθη για να καλύψει ακριβώς τις συγκεκριμένες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. (Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, 434). Όπως αναφέρθηκε από το ΔΕΕ στις υποθέσεις C-677/2016, Montero Mateos ημερ. 5.6.2018, C-619/2017, De Diego Parras ημερ. 21.11.2018, Grupo Notre Facility ημερ. 5.6.2018, στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η λύση της σχέσης εργασίας επέρχεται λόγω γεγονότος προβλέψιμου ήδη κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ενώ στη σύμβαση αορίστου διαρκείας η λύση δεν επέρχεται μόνον αιφνιδίως αλλά και για λόγο μη προβλέψιμο εκ των προτέρων. Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω περιστατικών της υπόθεσης είναι φανερό ότι ο Αιτητής προσελήφθη από τους Καθ' ων η αίτηση ως αναπληρωτής Πρώτος Επιθεωρητής Τυπογραφείου, βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, για κάλυψη των αναγκών της κενωθείσας θέσης που δημιουργήθηκε λόγω της ακύρωσης του διορισμού του από το Ανώτατο Δικαστήριο. Επί τούτου δεν φαίνεται να έχει αμφισβητηθεί η απαιτούμενη, κατά τη σύναψη της σύμβασης, πρόγνωση ότι η απασχόληση του Αιτητή με σύμβαση ορισμένου χρόνου θα διαρκούσε έως την εκδίκαση της εκκρεμούσας έφεσης και τη συνακόλουθη πλήρωση της οικείας θέσης με μόνιμο προσωπικό και ότι επομένως η ανάγκη αναπλήρωσης της θέσης είχε προσωρινό χαρακτήρα. Η εισήγηση της συνηγόρου για τον Αιτητή ότι η πρόθεση του εργοδότη για πλήρωση της θέσης δεν προκύπτει μέσα από το λεκτικό της σύμβασης δεν κρίνεται καταλυτικό και ούτε μπορεί να μεταβάλει από μόνο του τον χαρακτήρα της σύμβασης. Τουναντίον η πρόθεση πλήρωσης της κενωθείσας θέσης κατάδηλα προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης και την ενώπιον του Δικαστηρίου πραγμα-τική μαρτυρία. Σημειωτέο ότι ο Αιτητής προσέβαλε την ακύρωση του διορισμού του με την καταχώρηση αναθεωρητικής έφεσης. Με δεδομένη επίσης την καταχώρηση έφεσης και από τη Δημοκρατία, η διαδικασία της επανεξέτασης από τη ΕΔΥ δεν καθίστατο δυνατή πριν τον αναθεωρητικό έλεγχο των εφέσεων. Διαφορετικά οι εφέσεις θα καθίσταντο άνευ αντικειμένου. Περαιτέρω, η θέση της συνηγόρου για τον Αιτητή ότι δεν υφίστατο οποιοσδήποτε από τους λόγους που ρητά αναφέρονται στο άρθρο 7
(2)του εναρμονιστικού Νόμου και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείτο η ορισμένη διάρκεια της σύμβασης απασχόλησης του Αιτητή, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Οι συγκεκριμένοι λόγοι αν και περιοριστικά αναφερόμενοι στο άρθρο 7
(2)του Νόμου εν τούτοις δεν παραμένουν εξαντλητικοί αλλά σε κάθε περίπτωση ερμηνεύονται σε συνάρτηση με την Οδηγία και τις αποφάσεις του ΔΕΕ. Ναι μεν η ενωσιακή ρύθμιση καταλείπει κατ' αρχήν στα κράτη μέλη τη μέριμνα να καθορίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές, το περιθώριο όμως εκτίμησης που κατά-λείπεται στα κράτη δεν είναι απεριόριστο, καθόσον δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φθάσει μέχρι τη διακύβευση του σκοπού ή της πρακτικής αποτελεσματικότητα της Οδηγίας. Ένα καλό παράδειγμα για την σημασία της αυτόνομης ερμηνείας των εννοιών του ενωσιακού δικαίου προσφέρει η έννοια του εργαζόμενου, την οποία χρησιμοποιούν αρκετές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου. Ο «εργαζόμενος ορισμένου χρόνου» είναι έννοια του ενωσιακού δικαίου και συνεπώς δεν προσδιορίζεται με παραπομπή στο εθνικό δίκαιο των κρατών - μελών, αλλά ερμηνεύεται αυτόνομα και ομοιόμορφα για όλη την ενωσιακή έννομη τάξη. Καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων ορισμένου χρόνου, χωρίς να γίνεται διάκριση ανάλογα με τον δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα του εργοδότη με τον οποίο συνδέονται (ΔΕΕ C-444/09, Gavieiro Gavieiro v. Iglesias Torres, 22.12.2010). Σύμφωνα με τη ρήτρα 3 σημείο 1 (άρθρο 2 του εναρμονιστικού Νόμου), ως «εργαζόμενος ορισμένου χρόνου» νοείται ένα πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζόμενου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση έργου ή η πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος. Σύμφωνα με τον Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο 2019, σελ.523: «. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να χαρακτηριστεί μια σύμβαση εργασίας ως ορισμένου χρόνου κατά την έννοια της συμφωνίας - πλαισίου θα πρέπει η λήξη της να προσδιορίζεται με αντικειμενικούς όρους και συνεπώς δεν μπορεί αυτή να εξαρτάται από τη βούληση των συμβαλλομένων μερών. Ως τέτοιοι αντικειμενικοί όροι θεωρούνται η πρόβλεψη συγκεκριμένης ημερομηνίας, η ολοκλήρωση του έργου για την εκτέλεση του οποίου έγινε η πρόβλεψη και η επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος. Στη περίπτωση βέβαια που η λήξη της σύμβασης εργασίας εξαρτάται από την επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος, όταν αβέβαιο είναι όχι μόνο το πότε ακριβώς αλλά και το εάν θα επέλθει το γεγονός αυτό, τότε λόγοι προστασίας του εργαζόμενου επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό της σύμβασης αυτής ως αορίστου χρόνου. Η διπλή αυτή αβεβαιότητα (ως προς αν και το πότε) φέρνει τη σύμβαση εγγύτερα προς τη σύμβαση αορίστου χρόνου παρά προς τη σύμβαση ορισμένου χρόνου». Στο ίδιο σύγγραμμα τονίζεται εισέτι πως, όταν η λύση της σύμβασης εξαρτάται από ένα μελλοντικό γεγονός και η πραγματοποίηση του γεγονότος είναι βέβαιη πρόκειται για σύμβαση ορισμένου χρόνου, ακόμη και αν είναι αβέβαιο το πότε θα πραγματοποιηθεί το συγκεκριμένο γεγονός. Και στην προκείμενη περίπτωση, αν και αβέβαιο το πότε θα εκδικαζόταν η εκκρεμούσα έφεση και θα καθίστατο δυνατή η επανεξέταση πλήρωσης της κενωθείσας θέσης από τον ΕΔΥ, ωστόσο η πραγματοποίηση του μελλοντικού αυτού γεγονότος όντως βέβαιη και προβλέψιμη αποτέλεσε τον αντικειμενικό δικαιολογητικό λόγο κατάρτισης της σύμβασης ορισμένου χρόνου με τον Αιτητή. Το γεγονός και μόνον ότι τα καθήκοντα της θέσης του Πρώτου Επιθεωρητή που εκτελούσε ο Αιτητής αφορούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες δεν αναιρεί την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων. Σύμφωνα με το ΔΕΕ (C-586/10, Kücük, σκέψη 38, 26.1.2012), «Το γεγονός και μόνον ότι οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνάπτονται για να καλύψουν μια νόμιμη ή επαναλαμβανόμενη ανάγκη του εργοδότη για αναπληρωματικό προσωπικό δεν αρκεί, αυτό καθαυτό, για να αποκλείσει το ενδεχόμενο καθεμία χωριστά από τις συμβάσεις αυτές, εξεταζόμενη χωριστά να έχει συναφθεί με σκοπό την προσωρινή αναπλήρωση. Έστω κι αν η αναπλήρωση καλύπτει πάγια ανάγκη, κατά το μέτρο που ο εργαζόμενος, ο οποίος προσλαμβάνεται βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου ασκεί σαφώς καθορισμένα καθήκοντα που περιλαμβάνονται στις συνήθεις δραστηριότητες του εργοδότη ή της επιχειρήσεως, εν τούτοις η ανάγκη για αναπληρωματικό προσωπικό παραμένει προσωρινή κατά το μέτρο που ο αναπληρούμενος εργαζόμενος λογίζεται ότι θα εξακολουθήσει τη δραστηριότητα του όταν λήξει η άδεια του, η οποία αποτελεί και τον λόγο για τον οποίο ο εργαζόμενος αυτός κωλύεται προσωρινά να ασκήσει ο ίδιος τα ως άνω καθήκοντα του». Και στην προκείμενη περίπτωση η ανάγκη για αναπληρωματικό προσωπικό παρά-μεινε προσωρινή για τους λόγους που έχουμε αναφέρει ανωτέρω, μέχρι την πλήρωση της κενωθείσας θέσης από μόνιμο υπάλληλο. Για όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης ορισμένου χρόνου με τον Αιτητή συνέτρεχαν ιδιαίτεροι λόγοι που δικαιολογούσαν αντικειμενικά τη χρονικά περιορισμένη απασχόληση του. Τέτοιοι λόγοι ήταν η προσωρινή κάλυψη των αναγκών που παρουσιάστηκαν λόγω της ακύρωσης του διορισμού του από το Ανώτατο Δικαστήριο, και οι οποίοι έπαυσαν να υφίστανται με την ολοκλήρωση της επανεξέτασης για πλήρωση της κενωθείσας θέσης από την ΕΔΥ. Παρόλο που με την πιο πάνω κατάληξη σφραγίζεται η τύχη της παρούσας Αίτησης, θεωρούμε σκόπιμο να επισημάνουμε ότι και μετά την πλήρωση της κενωθείσας θέσης από άτομο που είχε ήδη αφυπηρετήσει από τη Δημόσια Υπηρεσία στις 30.9.2013, ο Αιτητής συνεχίζει αδιάλειπτα να προσφέρει τις υπηρεσίες του υπό το ίδιο καθεστώς, ως το μοναδικό πρόσωπο που ασκεί τα καθήκοντα της θέσης του Πρώτου Επιθεω-ρητή. Εν ολίγοις χωρίς την ύπαρξη οποιωνδήποτε αντικειμενικών ή αποχρώντων λόγων, οι οποίοι έπαυσαν ήδη να υφίστανται από την ημέρα πλήρωσης της κενωθεί-σας θέσης, οι Καθ' ων η αίτηση συνεχίζουν, κατά παράβαση της συμφωνίας - πλαισίου, την ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τον Αιτητή, για την κάλυψη αναγκών οι οποίες δεν είναι στην πραγματικότητα προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς[1]. Συνακόλουθα καταλήγουμε ότι ο οι θεραπείες που επιζητεί ο Αιτητής, με άξονα τον χρόνο που ήγειρε την παρούσα Αίτηση, δεν μπορούν να πετύχουν και ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν επιδικάζουμε έξοδα. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Λάμπρου, Μέλος Χ. Αναστασίου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] C-614/2015 ημερ. 21.9.2016: «Επιπλέον ο προβαλλόμενος μη μόνιμος χαρακτήρας των καθηκόντων ανατρέπεται από το γεγονός ότι οι παρατάσεις της σύμβασης ορισμένου χρόνου της προσφεύγουσας της κύριας δίκης κατέληξαν σε αδιάλειπτη παροχή υπηρεσιών 6 ετών και 7 μηνών, οπότε φαίνεται ότι η σχέση εργασίας δεν κάλυψε μόνο προσωρινή ανάγκη αλλά πάγια». C-22/2013 Mascolo ημερ. 26.11.2014, οι εργαζόμενοι προσλαμβάνονταν ως αναπληρωτές εκπαιδευ-τικοί, βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, για την κάλυψη κενών και ελευθέρων θέσεων διδασκόντων στα υπό κρατική διαχείριση σχολεία, έως την ολοκλήρωση διαγωνισμών για την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, αμειβόμενοι με κονδύλια του προϋπολογισμού που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση απασχόλησης ορισμένου χρόνου. Η συγκεκριμένη όμως εθνική ρύθμιση δεν προέβλεπε για την ολοκλήρωση του διαγωνισμού κάποιο χρονοδιάγραμμα, ούτε αξίωση για τους διδάσκοντες για την αποκατάσταση της ζημιάς που είχαν υποστεί λόγω των επανειλημμένων ανα-νεώσεων. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο δέχθηκε ότι μια τέτοια ρύθμιση, ελλείψει συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος για τη διεξαγωγή και ολοκλήρωση διαγωνισμών με τους οποίους περατώνεται η αναπλήρωση, και, συνεπώς ελλείψει οριοθέτησης όσον αφορά τον αριθμό τον ετήσιων ανανεώσεων που μπορεί να προγραμματίσει ο ίδιος εργαζόμενος, ώστε να ζητήσει να διοριστεί στην ίδια κενή θέση, επιτρέπει, κατά παράβαση της συμφωνίας - πλαισίου, την ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για την κάλυψη αναγκών οι οποίες δεν είναι στην πραγματικότητα προσωρινές άλλα πάγιες και διαρκείς, λόγω διαρθρωτικών ελλείψεων θέσεων μόνιμου προσωπικού στο συγκεκριμένο κράτος - μέλος. Και συνεπώς την καταχρηστική χρήση αυτού του είδους των συμβάσεων που δεν είναι συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας πλαισίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο