ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΚΟΦΑΣ ν. MESOKELEAS LIMITED (ΜΕΣΟΚΕΛΕΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ) εμπορευόμενοι ως FREDERICK UNIVERSITY, Αρ. Υπόθεσης: 957/2014, 14/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:27 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Β. Μιχαηλίδου και Γ. Σουρουλά, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 957/2014 Μεταξύ: ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΚΟΦΑΣ Αιτητής -και- FREDERICK UNIVERCITY Καθ' ων η αίτηση Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 2.10.2017 Μεταξύ: ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΚΟΦΑΣ Αιτητής -και- MESOKELEAS LIMITED (ΜΕΣΟΚΕΛΕΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ) εμπορευόμενοι ως FREDERICK UNIVERSITY Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 14η Μαρτίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Λ. Βραχίμης με κα Α. Παπαδοπούλου Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Αποστολίδης και κ. Δ. Κρονίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Καθ' ων η αίτηση λειτουργούν Πανεπιστήμιο με την επωνυμία "Frederick University". Ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση την 1.12.2007 και τοποθετήθηκε στη βαθμίδα Λέκτορα στο Πανεπιστήμιο. Με την υπό κρίση Αίτηση αξιώνει από το Δικαστήριο διάφορες θεραπείες όπως, ανέλιξη του στη βαθμίδα επίκουρου και αναπληρωτή καθηγητή, διαφυγόντα κέρδη €25.000 ως διαφορά μισθού λόγω της μη ανέλιξης του, δικαίωμα σαββατικής άδειας, ωφελήματα ετήσιου μισθού στη σαββατική άδεια ύψους €47.000, οποιοδήποτε ποσό δικαιούται ως αποζημίωση, γενικές και αυξημένες αποζημιώσεις, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, νόμιμους τόκους και έξοδα. Είναι η θέση του Αιτητή όπως προκύπτει από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι με βάση τους όρους εργασίας είχε δικαίωμα να ενεργοποιήσει τη διαδικασία ανέλιξης με τη συμπλήρωση τριών ετών από την πρόληψη του, ενώ σε κάθε περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση είχαν υποχρέωση να ενεργοποιήσουν την εν λόγω διαδικασία με τη συμπλήρωση έξι ετών. Ενώ ο ίδιος ενεργοποίησε δεόντως τη διαδικασία, αρχικά στις 7.12.2010 και ακολούθως στις 4.2.2011 και 31.10.2013, ωστόσο οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να προβούν στις δέουσες ενέργειες για την έναρξη ή ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας. Με την εν λόγω παράλειψη οι Καθ' ων η αίτηση στέρησαν από τον ίδιο το δικαίωμα να πετύχει την ανέλιξη του τόσο στη θέση επίκουρου όσο και στη θέση αναπληρωτή καθηγητή, γεγονός που επηρέασε αρνητικά ολόκληρη την επαγγελματική και ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία, καθώς διέθετε όλα τα προσόντα και θα είχε εξαιρετικά καλές πιθανότητες που βρίσκονταν στο όριο της βεβαιότητας να πετύχει την ανέλιξη του. Του επέφερε επίσης χρηματική ζημιά αφού η ανέλιξη θα του απέφερε και μισθολογική αναβάθμιση. Τον Μάιο 2014 οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν αίτημα του για παροχή σαββατικής άδειας που χορηγείται κάθε τρία χρόνια για ερευνητικούς και ακαδημαϊκούς σκοπούς σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, ενώ πληρούσε όλα τα κριτήρια και τέτοια άδεια χορηγήθηκε σε άλλα μέλη του Πανεπιστημίου. Επίσης, ήταν ρητός ή εξυπακουόμενος όρος της εργασίας του ότι οι Καθ' ων η αίτηση θα ικανοποιούσαν λογικό αίτημα του για χορήγηση σαββατικής άδειας, τον οποίο ωστόσο παραβίασαν, στερώντας του έτσι τη δυνατότητα να προχωρήσει σε ερευνητικό έργο σε Πανεπιστήμιο της Γερμανίας με μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες για την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία. Οι Καθ' ων η αίτηση με τις παραγράφους 2 και 3 των γενικών λόγων εμφάνισης εγείρουν τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις ισχυριζόμενοι: - Ότι οι θεραπείες που επιζητεί ο Αιτητής είναι εκτός της εμβέλειας της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (στο εξής «ΔΕΔ») και επομένως υπάρχει έλλειψη αρμοδιότητας του εν λόγω Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση. - Ότι η παρούσα Αίτηση είναι άνευ αντικείμενου συνεπεία του τερματισμού των υπηρεσιών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση. Δεν δύνανται επομένως να παρασχεθούν θεραπείες ανέλιξης και/ή προαγωγής επί απολυόμενου εργοδοτούμενου και/ή ατόμου εκτός Πανεπιστημίου. Πέραν των προδικαστικών εντάσεων, οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης αρνούνται και απορρίπτουν τα όσα ο Αιτητής παραθέτει στην Αίτηση του, ισχυριζόμενοι ότι στην προκείμενη περίπτωση ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη στο Νόμο, Κανονισμό και Καταστατικό Χάρτη του Πανεπιστημίου διαδικασία ανέλιξης του ακαδημαϊκού προσωπικού και ότι ουδέν μεμπτό υπάρχει στη βάση των όσων ο Αιτητής αναφέρει και τα οποία απορρίπτουν. Ισχυρίζονται ότι η εν λόγω διαδικασία διέρχεται μέσω Ειδικής Επιτροπής η οποία αξιολογεί το έργο, προσφορά, έρευνα και διδασκαλία του αξιολογούμε-νου και ότι είναι η μόνη που μπορεί να εκφέρει άποψη και να εισηγηθεί την ανέλιξη ή όχι. Ότι το Δικαστηρίου στερείται γνώσεων να αξιολογήσει τα πιο πάνω αφού η αξιολόγηση προϋποθέτει ειδικές γνώσεις επί του ιδίου ή συναφούς γνωστικού αντικειμένου του Αιτητή. Αρνούνται ότι ο Αιτητής διέθετε όλα τα προσόντα για ανέλιξη και ότι είχε εξαιρετικά καλές πιθανότητες να πετύχει ανέλιξη. Αντίθετα ισχυρίζονται ότι στερούσε σε έρευνα και δημοσιεύσεις τέτοιου βαθμού και/ή επίπεδου που δικαιολογούσαν την απλή πιθανότητα ανέλιξης αλλά σε καθένα σημείο βεβαιότητα. Η καθυστέρηση στην αξιολόγηση του, σκοπό είχε να βοηθήσει τον Αιτητή να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των αξιολογήσεων τις οποίες γενικά ουδέποτε πληρούσε ή μπορούσε να κριθεί ως καθόλα προσοντούχος. Αρνούνται την ύπαρξη χρηματικής ζημιάς που ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι υπέστη, θεωρώντας ότι είναι τόσο απομακρυσμένη που δεν αποτελεί και δεν του προσδίδει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να κρίνει επί θεμάτων ανέλιξης ή προαγωγών, αφού αυτό εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε εργοδότη. Το να ζητά ο Αιτητής την ανέλιξη του μέσω αυτής της διαδικασίας είναι ωσάν να επιζητεί από το παρόν Δικαστήριο να υποκαταστήσει το έργο των οργάνων του Πανεπιστημίου και επί θεμάτων ακαδημαϊκής φύσης και/ή αξιολόγησης επιστημονικού έργου και/ή τεχνικών θεμάτων. Τόσο ο περί Ιδιωτικών Πανεπιστημίου Νόμος όσο και οι σχετικοί Κανονισμοί και ο Καταστατικός Χάρτης του Πανεπιστημίου δεν προβλέπουν αυτόματη ανέλιξη του ακαδημαϊκού προσωπικού με την πάροδο 3ετίας, αλλά αντίθετα ρητά προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις που αυτό επιτρέπεται και που εν πάση περιπτώσει εν προκειμένω ο Αιτητής δεν ικανοποιεί και ποτέ δεν ικανοποιούσε λόγω σοβαρών ελλείψεων του τα κριτήρια ανέλιξης. Για δε το δικαίωμα χορήγησης σαββατικής άδειας σημειώνουν ότι αυτό εξετάστηκε από τα αρμόδια όργανα του Πανεπιστημίου και απορρίφθηκε. Καμία ρητή υποχρέωση σαββατικής άδειας δεν υπάρχει και είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του εργοδότη. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης για τον Αιτητή κατέθεσαν εκτός από τον ίδιο η κα Μπαιτζάρ Γαζεριάν η οποία διατέλεσε Καθηγήτρια κοινωνικής εργασίας και Πρόεδρος του αντίστοιχου τμήματος του Πανεπιστημίου από το 2007 μέχρι 2013, ενώ για τους Καθ' ων η αίτηση κατέθεσε η κα Αρετή Πανάουρα, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο και Κοσμήτορας της Σχολής Επιστημών της Αγωγής και Κοινωνικών Επιστημών. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο. Καθ' ύλην Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ως θέμα λογικής προτεραιότητας προέχει η εξέταση του ζητήματος της Καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου όπως τέθηκε στους γενικούς λόγους εμφάνισης και αναπτύχθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Συνοπτικά, ο κ. Αποστολίδης εισηγήθηκε ότι το ΔΕΔ στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει τέτοιας φύσεως διατάγματα που να διατάσσουν την ανέλιξη/προαγωγή του Αιτητή, τόσο για νομικούς λόγους, μιας και τέτοια εξουσία δεν παρέχεται στο Δικαστήριο κάτω από οποιαδήποτε νομοθεσία, όσο και για λόγους ουσίας, αφού οι υπηρεσίες του Αιτητή στους Καθ' ων η αίτηση έχουν προ πολλού τερματιστεί και δη πριν την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης, με επακόλουθο το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά να παρέχει θεραπεία μάταια και κατά παράβαση της σχετικής νομολογίας που κατ' επανάληψη έχει υποδείξει ότι τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Luchian Marina Tudor
(2011)1 Α.Α.Δ. 1176). Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του κ. Βραχίμη. Εισηγήθηκε ότι η δικαιοδοσία του ΔΕΔ να επιληφθεί της παρούσας διαφοράς εδράζεται στο άρθρο 12
(1)(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67). Σύμφωνα με τη νομολογία, «.θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό (επειδή) είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225). Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι «.τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι αυτά που συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησης τους είναι η έκθεση απαίτησης». (Βλ. Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729 και Interamerican Insurance Co Ltd v. Μακρίδου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1529, 1534). Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και κατ' έφεση (βλ. Παναγιώτου v. Χ" Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362, Γεωργίου ν. Γεωργίου
(2001)1
(1)ΑΑΔ 1592) ). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι εξ υπαρχής άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.ά.
(1988)1 Α.Α.Δ. 88). Στην υπόθεση Ελευθέριος Κούρου ν. Αντωνίας Ξενή Κόνου, Πολιτική Έφεση Αρ. 325/2009, ημερ. 10.10.2014, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «.Όπως αποφασίστηκε στη Thermofast Limited
(2005)1 Α.Α.Δ. 567, το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημόσιας τάξης, εγείρεται και αυτεπαγγέλτως, αποτελεί δε υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακυρώσει διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς δικαιοδοσία. Το ζήτημα δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων, ούτε στη συμπεριφορά ή στην τυχόν καθυστέρηση που επιδεικνύεται. Όπως αποφασίστηκε στη Michaelidou v. Gregoriou
(1968)1 C.L.R. 88, οι διάδικοι δεν μπορούν να συναινέσουν να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει. Μάλιστα ενδείκνυται το ζήτημα της έλλειψης κατά τόπο ή καθ' ύλην δικαιοδοσίας να εγείρεται και να εξετάζεται το συντομότερο δυνατόν ώστε να μην προχωρά η διαδικασία χωρίς αρμοδιότητα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία να εξετάσει τη δικαιοδοσία του, ένας απόλυτα θεμιτός τρόπος ενέργειας. Η εξέταση της δικαιοδοσίας υπό το φως του ευρύτερου πλαισίου της διαφοράς των διαδίκων ιδωμένης ως εμπίπτουσας στο οικογενειακό δίκαιο, πρόβαλλε επιτακτική. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2η Έκδ., Τόμος 3, σελ. 113: "Where a court takes it upon itself to exercise a jurisdiction which it does not possess, its decision amounts to nothing. Jurisdiction must be acquired before judgment is given."». Η έννοια της δικαιοδοσίας και πότε ένα Δικαστήριο ενεργεί εντός της δικαιοδοσίας του, αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτερης νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτική είναι η αναφορά που γίνεται στην υπόθεση R.C.K. Sports Ltd (αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618, την οποία το Δικαστήριο υιοθέτησε και στην υπόθεση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718: «Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης». Το ΔΕΔ καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67 ως έχει τροποποιηθεί). Στο άρθρο 12 του Νόμου (όπως τροποποιήθηκε ειδικά με τον Ν.5/73) προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του. Προβλέπει, μεταξύ άλλων, ως υπαγόμενα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του, τη διάγνωση και απόφαση των ακόλουθων διαφορών στις υποπαραγράφους (α), (β) και (ε): (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος. (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παρεπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων. (γ) ............................................. (δ) ............................................. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση· (στ) ........................................... Η «εργατική διαφορά» καθορίζεται ως εξής στις ερμηνευτικές διατάξεις των Νόμων 8/67 και 24/67: «"Εργατική διαφορά" σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται διαφορά είτε μη». Ο νομικός καθορισμός στο Κυπριακό Δίκαιο του όρου «εργατική διαφορά», αποτελεί κατά λέξη μεταφορά του αντίστοιχου όρου του Αγγλικού Δικαίου, όπως αυτός αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 5
(3)του Trade Disputes Act 1906. Όπως εντοπίσθηκε από τον Lord Diplock στην απόφαση NWL Ltd v. Woods
(1979)3 All E.R. 614, 621, η διαφορά καθορίζεται, πρώτον, με αναφορά στα μέρη που εμπλέκονται και, δεύτερον, στο περιεχόμενο της. Όπως έχει εντοπισθεί στην απόφαση Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλου κ.α. [1993] 1 ΑΑΔ, 951, 999: «Βέβαια με τις ερμηνευτικές του διατάξεις ο Νόμος (Ν.24/67) προσδίδει στην «εργατική διαφορά» ευρεία έννοια, όμοια με την αντίστοιχη του Νόμου 8/67. Αυτό όμως δεν διαφοροποιεί τις ουσιαστικές του πρόνοιες και, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να διαβάζεται μαζί με το άρθρο 30
(1)που εντάσσει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όχι κάθε εργατική διαφορά αλλά μόνο τις εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Νόμου ή οποιωνδήποτε κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του, περιλαμβανομένου, φυσικά, και «παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος». Κατά την εκτίμηση μας το πεδίο έκτασης των εργατικών διαφορών που καλύπτει ο Νόμος 8/67 είναι περιορισμένης εμβέλειας. Εξαντλείται στα πλαίσια του άρθρου 12
(1)του Νόμου. Ως θέμα γραμματικής ερμηνείας προκύπτει ότι οριοθετείται και συσχετίζεται από την ίδια την απασχόληση ή τις συνθήκες ή τους όρους απασχόλησης. Η ανάγκη ακριβώς που προέκυψε για προσθήκη, μέσω της υποπαραγράφου (ε) και δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου 79(Ι)/96, των «αυτοτελών αξιώσεων» στις διαφορές που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του ΔΕΔ, επιμαρτυρεί και το περιορισμένο εύρος του πεδίου που καλύπτει ο όρος «εργατική διαφορά». Η δικαιοδοτική αρμοδιότητα του ΔΕΔ πριν την τροποποίηση του άρθρου 12 του Ν.8/67, περιοριζόταν στις διαφορές που σχετίζονται με τον τερματισμό απασχόλησης. Άλλες διαφορές, αποσυναρτημένες από το συνδετικό αυτό στοιχείο που αφορούσαν ζητήματα σχετιζόμενα με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν διαρκούσης της απασχόλησης, όπως για παράδειγμα οι δεδουλευμένοι μισθοί, ήταν εκτός της καθ' ύλη αρμοδιότητας του. (Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1381, 1387). Ως εκ τούτου ήταν αδύνατη η διεκδίκηση ενώπιον του ΔΕΔ ποσών πληρωτέων ως εκ της απασχολήσεως και όχι ως εκ του τερματισμού της. Τέτοιες αξιώσεις κρίθηκαν ότι δεν ενέπιπταν στα πλαίσια εργατικής διαφοράς που ανεφύη κατά την εφαρμογή του Νόμου. Οι αξιώσεις αυτής της μορφής στην απουσία νομοθετικής πρόνοιας, υπάγονταν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δυνάμει των γενικών διατάξεων του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, Ν.14/60. [Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1ΑΑΔ, 447, Χριστόδουλος Κυριάκου ν. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 ΑΑΔ, 1020 και Ηλίας Ηλία ν. Αλωνεύτη
(1995)1CLR, 938]. Σημειωτέον ότι οι εν λόγω νομολογιακές προσεγγίσεις αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία τροποποίησης του άρθρου 12
(1)με την προσθήκη της υποπαραγράφου (ε).[1] Έτσι, με το άρθρο 2 του Ν.79(Ι)/1996, η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αναφέρονται σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εντάσσονται πλέον στην αποκλειστική αρμοδιότητα του ΔΕΔ (Αναφορικά με την Αίτηση Elbee Ltd
(1999)1(A) ΑΑΔ 149, 154-155). Η έννοια της «αυτοτελούς αξίωσης» και πότε μια τέτοια αξίωση εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστή-ριο στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd
(2008)1ΑΑΔ 496, όπου κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα.» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Στην υπό κρίση περίπτωση οι Αξιώσεις του Αιτητή όπως προκύπτουν από τους γενικούς λόγους της Αίτησης και υποστηρίζονται από την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, αφορούν ουσιαστικά την ανέλιξη του σε ανώτερη βαθμίδα και την παραχώρηση σαββατικής άδειας. Επίσης αξιώνει την επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού δικαιούται ως αποζημιώσεις, γενικές και αυξημένες αποζημιώσεις. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή εισηγήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η βάση της αγωγής είναι αυτή του Loss of Chance, καθώς ο Αιτητής, απώλεσε την ευκαιρία να συμμετάσχει στη διαδικασία ανέλιξης του και ότι εν προκειμένω αυτό το οποίο θα πρέπει να εκτιμήσει το Δικαστήριο είναι η πιθανότητα του να πετύχει στην ανέλιξη με την επιδίκαση αποζημιώσεων ανάλογων με τη ζημιά που έχει υποστεί. Για να υποστηρίξει τη θέση του παράπεμψε στον σύγγραμμα McGregor on Damages, 17η Έκδοση, σελ.311 με αναφορά στην υπόθεση Chaplin v. Hicks [1911] 2 K.B. 786 που αφορούσε παράβαση συμβατικής υποχρέωσης από μέρους των εναγομένων να επιτρέψουν στην ενάγουσα να συμμετάσχει στο τελικό στάδιο ενός διαγωνισμού. Παρέπεμψε επίσης στην υπόθεση Ποντίκη ν. Κωνσταντινίδη
(2004)1ΑΑΔ 875, όπου τονίστηκε πως το γεγονός της απώλειας καριέρας είναι είδος αποζημίωσης που δεν μπορεί να υπολογιστεί με απόλυτη ακρίβεια γιατί ακριβώς υπάρχουν αστάθμιστοι παράγοντες που εμποδίζουν τον ακριβή υπολογισμό της. Από τις έγγραφες προτάσεις και την προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει ο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Αιτητής προσελήφθη στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση την 1.12.2007 και τοποθετήθηκε στη βαθμίδα Λέκτορα στο Πανεπιστήμιο. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 της επιστολής διορισμού του (Τεκ.3), «τα καθήκοντα, οι ευθύνες, οι υποχρεώσεις και τα ωφελήματα των μελών Δ.Ε.Π. του Πανεπιστημίου καθορίζονται αναλυτικά στους περί Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Frederick Εσωτερικούς Κανονισμούς». Η ανέλιξη του διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου προβλέπεται σε σχετικούς Κανονισμούς, μέρος των οποίων αναθεωρήθηκε το 2008 και ακολούθως το 2014. Σύμφωνα με το άρθρο 34
(1)(α) των αναθεωρημένων Κανονισμών του 2008 (Τεκ.5), με τη συμπλήρωση τριών χρόνων υπηρεσίας Λέκτορα στο Πανεπιστήμιο, ενεργοποιείται η διαδικασία αξιολόγησης του, με την οποία αποφασίζεται η συνέχιση ή μη της απασχόλησης του ή η ανέλιξη του στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή. Σύμφωνα με την υποπαράγραφο (β) του ιδίου άρθρου, σε περίπτωση συνέχισης της απασχόλησης του και μη ανέλιξης του, ο Λέκτορας είναι υποχρεωμένος πριν τη συμπλήρωση του έκτου χρόνου υπηρεσίας του να ζητήσει την ανέλιξη του, διαφορετικά η διαδικασία αξιολόγησης ενεργοποιείτε από το Πανεπιστήμιο. Σύμφωνα με την υποπαράγραφο (γ) του ιδίου άρθρου, σε περίπτωση δεύτερης αποτυχίας για ανέλιξη του στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή, η απασχόληση του τερματίζεται. Σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)
(2)
(3)των εν λόγω Κανονισμών, για σκοπούς εκλογής του Επίκουρου Καθηγητή και Λέκτορα, η Σύγκλητος διορίζει Ειδική Επιτροπή από καθηγητές ή Αναπληρωτές Καθηγητές. Η Ειδική Επιτροπή αποτελείται από δύο εξωτερικούς εισηγητές του ιδίου ή συναφούς γνωστικούς αντικειμένου και τρεις εσωτερικούς εισηγητές, ένας από τους οποίους ορίζεται από τη Σύγκλητο Πρόεδρος της Επιτροπής. Η θέση Επίκουρου Καθηγητή πληρούται με προκήρυξη ή ανέλιξη. Σύμφωνα με άρθρο 34
(5)των εν λόγω Κανονισμών, η διαδικασία αξιολόγησης ενεργοποιείται με τον ορισμό της Ειδικής Επιτροπής. Σύμφωνα με την παρ.
(6)του εν λόγω άρθρου, η Ειδική Επιτροπή αφού πάρει τις γραπτές αξιολογήσεις των εξωτερικών εισηγητών, αποφασίζει αν θα καλέσει τον υποψήφιο σε ανοικτή διάλεξη και συνέντευξη, προκειμένου να τον κρίνει για ανέλιξη. Αν πρόκειται για Λέκτορα ή Επίκουρο Καθηγητή, η Ειδική Επιτροπή αποφασίζει για τη συνέχιση ή τον τερματισμό της απασχόλησης του. Σύμφωνα με την παρ.
(7)του εν λόγω άρθρου, ο Πρόεδρος της Ειδικής Επιτροπής καταθέτει στον Κοσμήτορα της οικείας Σχολής την τεκμηριωμένη πρόταση της Επιτροπής, επισυνάπτοντας τις γραπτές αξιολογήσεις των εξωτερικών εισηγητών. Ο Κοσμήτορας αφού κοινοποιήσει την έκθεση της Ειδικής Επιτροπής στον υποψήφιο, ο τελευταίος έχει δικαίωμα να υποβάλει γραπτώς τις παρατηρήσεις του στο Εκλεκτορικό Σώμα. Σύμφωνα με την παρ. 8, το Εκλεκτορικό Σώμα αφού εξετάσει την έκθεση της Ειδικής Επιτροπής και τις τυχόν παρατηρήσεις του υποψηφίου, παίρνει την απόφαση και υποβάλλει τεκμηριωμένη έκθεση στην Σύγκλητο για επικύρωση. Το Εκλεκτορικό Σώμα συνεδριάζει αρχικά και κρίνει τον υποψήφιο για ανέλιξη και σε περίπτωση αρνητικής απόφασης καθορίζει συνεδρία για να αποφασιστεί η συνέχιση ή ο τερματισμός της απασχόλησης του υποψηφίου. Σύμφωνα με την παρ.
(9)η Σύγκλητος εξετάζει την έκθεση του Εκλεκτορικού Σώματος και διαβιβάζει την απόφαση της στο Συμβούλιο για επικύρωση. Σύμφωνα με την παρ.
(10)Η τελική απόφαση κοινοποιείται στον υποψήφιο από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου, μαζί με την έκθεση του Εκλεκτορικού Σώματος. Αναφορικά με την σαββατική άδεια το άρθρο 8 τον Κανονισμών (Τεκ.4) προβλέπει ότι κάθε μέλος του ΔΕΠ μπορεί να πάρει σαββατική άδεια κατόπιν εγκρίσεως του τμήματος του. Η άδεια είναι διαρκείας ενός ακαδημαϊκού εξαμήνου για κάθε τρία χρόνια εργασίας στο Πανεπιστήμιο ή ενός έτους για κάθε έξι χρόνια εργασίας. Στο μέλος καταβάλλεται κανονικά ο μισθός του. Η άδεια χορηγείται από το Συμβούλιο του Τμήματος και υπόκειται στην έγκριση της Συγκλήτου. Ο αδειούχος παραιτείται από οποιοδήποτε αξίωμα κατέχει στο Τμήμα, με μοναδική εξαίρεση την περίπτωση εκείνη στην οποία η παραίτηση του δημιουργεί πρόβλημα λειτουργίας του Τμήματος. Προφανώς, από τους Εσωτερικούς Κανονισμούς του Πανεπιστημίου, που κατά-τέθηκαν ως Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου από τον Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ρητή θεσμοθετημένη διαδικασία για την ανέλιξη του ακαδημαϊκού προσωπικού, που περιλάμβανε διάφορα στάδια και αποφάσεις των συλλογικών οργάνων του Πανεπιστημίου και η οποία τύγχανε εφαρμογής σε κάθε περίπτωση που επρόκειτο μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού των Καθ' ων η αίτηση να τύχει ανέλιξης. Επομένως με την πάροδο του προβλεπόμενου χρόνου, δεν ήταν βέβαιο και ούτε δεδομένο ότι ο Αιτητής θα ανελισσόταν στις επόμενες βαθμίδες του Επίκουρου και Αναπληρωτή Καθηγητή, ειδικά μάλιστα όταν οι πιο πάνω Κανονισμοί που διέπουν τη λειτουργία του Πανεπιστημίου προνοούν ότι δεύτερη αποτυχία ανέλιξης στη θέση επίκουρου καθηγητή επιφέρει τον τερματισμό της απασχόλησης του. Για τη σαββατική άδεια είναι επίσης φανερό ότι παραχωρείται μετά από έγκριση του Τμήματος, ότι χορηγείται από το Συμβούλιο του Τμήματος και υπόκειται την έγκριση της Συγκλήτου. Από το πρακτικό ημερ. 20.5.2014 (Τεκ.47) φαίνεται ότι το Συμβούλιο του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας στο οποίο υπαγόταν ο Αιτητής, ενέκρινε το αίτημα του για χορήγηση σαββατικής άδειας ενός ακαδημαϊκού έτους, από 1.9.2014, δεδομένου ότι διέθετε τις απαιτούμενες τυπικές προϋποθέσεις (χρόνια προϋπηρεσίας, μέλος ΔΕΠ από τον Κανονισμό του Πανεπιστημίου). Από το πρακτικό ημερ. 10.9.2014 (Τεκ.50) φαίνεται ότι ο Κοσμήτορας της Σχολής ενημέρωσε τη Σύγκλητο ότι η Σχολή δεν ενέκρινε το αίτημα του Αιτητή για το λόγο ότι η αίτηση του δεν ήταν πλήρως τεκμηριωμένη και το Τμήμα δεν ήταν σε θέση να καλύψει τις ώρες διδασκαλίας του Αιτητή, όπως προβλέπουν οι Κανονισμοί. Θέτοντας τα πιο πάνω υπό το πρίσμα της ερμηνείας που έχει δοθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στον όρο «αυτοτελής αξίωση» [Tony & Guy (ανωτέρω)] σε συνάρτηση με τις αποφάσεις που αποτελέσαν τη γενεσιουργό αιτία τροποποίησης του Ν.8/67, κρίνουμε ότι οι θεραπείες που ο Αιτητής εξαιτείται με την Αίτηση του δεν αποτελούν αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εν τη έννοια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67, καθώς δεν αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του Αιτητή, αλλά ούτε και ποσά που οφείλονται και είναι πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης του. Τόσο η ανέλιξη του σε ανώτερη βαθμίδα όσα και η χορήγηση σαββατικής άδεια, υπόκειντο στην κρίση των Καθ' ων η αίτηση σύμφωνα με τους Εσωτερικούς Κανονισμούς του Πανεπιστημίου και τις θεσμοθετημένες διαδικασίες που ακολουθούντο. Περαιτέρω, οι αξιώσεις του Αιτητή για αποζημιώσεις λόγω απώλειας ευκαιρίας στηρίζονται στο κοινοδίκαιο και εδράζονται σε αθέτηση σύμβασης με βάση τον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 και τις αρχές της επιείκειας και δεν αφορούν θέματα που ρυθμίζονται από τους Νόμους 8/67 και 24/67. Το γεγονός ότι η σχέση Αιτητή και Καθ' ων η αίτηση ήταν σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου δεν εξυπακούει αυτόματα και αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για οποιαδήποτε μεταξύ τους διαφορά ή αξίωση. Απόλυτα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα του Π. Πολυβίου, Εργατικό Δίκαιο, 2018, σελ.658: «Υπάρχει μια ενδιάμεση κατηγορία υποθέσεων όπου ο ενάγων δεν μπορεί να αποδείξει συγκεκριμένη ζημιά, αλλά όπου ισχυρίζεται ότι είχε απωλέσει «ευκαιρία πραγματοποίησης κέρδους» σαν αποτέλεσμα της παράβασης της σύμβασης από τον εναγόμενο. Ως θέμα αρχής, το κοινοδίκαιο δεν αποκλείει την ανάκτηση αποζημιώσεων για αβέβαιες ζημιές και απώλειες, ούτε και διστάζει να επιδικάσει αποζημιώσεις για την «απώλεια ευκαιριών» και την «απώλεια ευκαιρίας πραγματοποίησης κέρδους» νοουμένου ότι με βάση τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να κρίνει ότι κατά πάσα πιθανότητα ο ενάγων θα πραγματοποιούσε το υπό εξέταση μελλοντικό κέρδος ή θα εκμεταλλευόταν τη συγκεκριμένη ευκαιρία (Ποντίκη ν. Κωνσταντινίδη
(2004)1(Β) ΑΑΔ875)». Να σημειωθεί επίσης ότι εν προκειμένω ο Αιτητή δεν επικαλέστηκε την ειδική νομοθεσία, περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμο του 2004 (Ν.58(Ι)/2004) και ούτε προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία που έτεινε να καταδείξει δυσμενή σε βάρος του διάκριση λόγω μη προαγωγής. Τουναντίον, αυτό που διαφάνηκε και δεν το αρνήθηκε ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του είναι πως κάνεις από τους συναδέλφους του δεν ανελίχθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο και πως τελικά οι διαδικασίες ανέλιξης των μελών του ΔΕΠ ξεκίνησαν για όλους το 2015. Η νομοθεσία αυτή προβλέπει ότι «αρμοδιότητα για την επίλυση κάθε διαφοράς που προκύπτει από τον παρόντα Νόμο σε σχέση με διακριτική μεταχείριση στην απασχόληση έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών». Ευρύτατα προσδιορίζεται και το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής των απαγορεύσεων διακρίσεων και αυτές καταλαμβάνουν μεταξύ άλλων, τις προαγωγές και γενικότερα την επαγγελματική εξέλιξη. Συνεπώς, κατά την κρίση μας, οι αξιώσεις του Αιτητή ξεφεύγουν του πλαισίου των προνοιών του Ν.8/67 και συνεπώς το ΔΕΔ στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση του. Με βάση το άρθρο 64Α παρ. 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 2 του Νόμου 138(I)/09, «
(2)Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιον του, διακόπτει την ενώπιον του διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ' ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.» Στην Kapsou v. Airliban
(1988)1CLR 152 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε κατά πλειοψηφία πως όταν η περίοδος απασχόλησης είναι μικρότερη των 26 βδομάδων και η αξίωση δεν υπερβαίνει τους μισθούς δύο ετών, τότε κανένα Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδίκαση την αξίωση του εργοδοτούμενου. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα της απόφασης: «In our opinion section 3 of Law 24/67 has created a new statutory right regarding compensation for wrongful dismissal in substitution of the common law right and consequently when a claim cannot succeed before the Industrial Disputes Court on the strength of such statutory right, as in this case, the exclusive under section 30 of Law 24/67 jurisdiction of the Industrial Disputes Court cannot be circumvented by an action before a District Court, such as the present one, which was rightly dismissed by the trial judge for lack of jurisdiction». Ο δικαστής Κούρρης διαφωνώντας με την πλειοψηφική απόφαση και δίνοντας τη δική του ετυμηγορία, θεώρησε ως αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης το Επαρχιακό Δικαστήριο, καθώς η πλήρης έλλειψη δικαιοδοσίας θα παραβίαζε το Συνταγματικό Δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του: «I do not agree with the contention that the District Court has jurisdiction only in cases where the employee's claim is for an amount which exceeds the amount of compensation which may be awarded under Law 24/67. In my judgment an employee has no statutory duty right for compensation by virtue of s.3 of Law 24/67 unless he has continually served the same employer for at least 26 weeks; but, if he is wrongfully dismissed before the lapse of 26 weeks he may resort to the District court for his claim. If I were to hold that an employee cannot resort to the District Court for his claim then s.3 of the law would be contrary to Article 30 of the Constitution which provides that no person shall be denied access to the Court assigned to him by or under the Constitution». Στην απόφαση Ηλίας Ηλία
(1995)1 ΑΑΔ 938 το Δικαστήριο απέρριψε τη εισήγηση ότι κανένα Δικαστήριο (Επαρχιακό ή Οικογενειακό) δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί αιτήματος για διατροφή εξώγαμου τέκνου και ότι το κενό μπορούσε να πληρωθεί μόνο με δικαιοδοτικό νόμο που θα παρείχε μια τέτοια αρμοδιότητα. Έκρινε ότι από τη στιγμή που η αστική διαφορά δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία άλλου Δικαστηρίου με βάση ειδική νομοθετική διάταξη τότε υπαγόταν στο Επαρχιακό Δικαστήριο, η καθ' ύλην αρμοδιότητα του οποίου επεκτείνεται σε κάθε διαφορά αστικής φύσης που εμπίπτει στα όρια τοπικής του αρμοδιότητας, κάτι που «. προκύπτει από τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων του Επαρχιακού Δικαστηρίου, που απαντούνται στο Άρθρο 21 του Ν.14/60, σε συνάρτηση με τον ορισμό του όρου «αγωγή» στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου, όπως επισημαίνεται στην απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται». Στην απόφαση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 ΑΑΔ 558 αποφασίστηκε ότι αποτελεί βασική αρχή του δικαίου πως όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία (remedy) και η οποιαδήποτε παρέκκλιση συνιστά ανωμαλία. Βασιζόμενο το Ανώτατο Δικαστήριο στο άρθρο 30 του Συντάγματος, που αναφέρεται στο δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο, σημείωσε τα ακόλουθα: «Έχω την πεποίθηση πως οι λίγες, μα σοφά διαλεγμένες λέξεις του άρθρου, περικλείουν τα δικαιώματα των ατόμων σ' ολόκληρο το φάσμα της απονομής της δικαιοσύνης, με αναφορά στους δύο μεγάλους τομείς της την αστική και ποινική. Μας ενδιαφέρει εδώ η αστική. Τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις καλύπτονται από τον υπόλοιπο χώρο της δικαιοσύνης τον οποίο δεν κρατά η ποινική δικαιοδοσία. Για τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις δε γίνεται στο Σύνταγμα οποιαδήποτε πρόνοια που να αφορά στον προσδιορισμό τους. Σε αντίθεση με την ποινική δικαιοδοσία όπου ρητά προβλέπεται, στο άρθρο 12, πως κανείς δεν κηρύσσεται ένοχος οποιουδήποτε αδικήματος αν τούτο δε συνιστά αδίκημα σύμφωνα με νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τέλεσης της κολασίμου πράξεως ή παραλείψεως. Και μάλιστα η ποινή που επιβάλλεται δεν μπορεί να είναι βαρύτερη απ' αυτή που ρητά προβλέπεται στο νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τέλεσης της κολασίμου πράξεως. Η διαφορά αυτή δεν είναι, νομίζω, τυχαία. Δημιουργείται από την εγγενή φύση των δύο δικαιοδοσιών και τις ανάλογες προστασίες που προβλέπονται κατά τη λειτουργία τους. Τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις είναι αυθύπαρκτα στις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος. Το αστικό δικαίωμα και υποχρέωση δημιουργείται και ενδεχομένως από το αποτέλεσμα μιας πράξης. Όταν γίνεται βλάβη ο παθών δικαιούχος έχει δικαίωμα στην απόδοση θεραπείας. Ειδικά γι' αυτή τη πτυχή εξέφρασα πρόσφατα την άποψη, χωρίς βέβαια πολλή συζήτηση, στην υπόθεση Παπαϊωάννου κ.ά. v. Παπαϊωάννου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Α.656 πως στο άρθρο 30 του Συντάγματος εμπεριέχεται το αξίωμα ubi jus ibi remedium. Πρέπει να αναφέρω πως στο ίδιο νόημα και σκέψη είναι και η απόφαση του δικαστή Κούρρη στην έφεση Elli Constantouri Kapsou ν. Middle East Airlines Airliban
(1998)1 Α.Α.Δ. 152. Τα γεγονότα στην υπόθεση είναι ενδιαφέροντα. Η εφεσείουσα - ενάγουσα κίνησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον των εργοδοτών της αξιώνοντας αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Δεν είχε όμως συμπληρώσει 26 εβδομάδες εργοδοσίας. Το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε πως αποκλειστική δικαιοδοσία στο θέμα είχε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ενόψει των διατάξεων του Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67, και ως εκ τούτου απέρριψε την αγωγή. Ήταν παραδεκτό πως η εφεσείουσα δεν μπορούσε να διεκδικήσει αποζημιώσεις στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών βάσει του πιο πάνω Νόμου, γιατί δεν είχε συμπληρώσει 26 εβδομάδες εργασίας. Στην έφεση ο δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγήθηκε πως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου παραβίαζε το άρθρο 30 του Συντάγματος, γιατί στερούσε από αυτή του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, για να διεκδικήσει δικαίωμα που, κατά την άποψη της, εδικαιούτο. Η πλειοψηφία του εφετείου (Τριανταφυλλίδης, Π., και Λώρης, Δ.) έκρινε πως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήταν ορθή, χωρίς να επιληφθεί της εισήγησης του δικηγόρου αναφορικά με τη λειτουργία του άρθρου 30 του Συντάγματος. Διαφορετική ήταν η άποψη του δικαστή Κούρρη ο οποίος συμφώνησε με την εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας. Δεν συζήτησε σε βάθος το ζήτημα, η σκέψη όμως της απόφασης του ενισχύει και τη δική μου. Η απόφαση του τελειώνει με την εξής φράση, σε μετάφραση: «η εισήγηση πως ένας εργοδοτούμενος δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου είναι αβάσιμη, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ένας πολίτης της Δημοκρατίας θα εμποδιστεί από του να έχει πρόσβαση στα Δικαστήρια, κάτι που είναι αντίθετο με τις ρητές διατάξεις του άρθρου 30 του Συντάγματος.» Στην Interamerican Insurance Co Ltd v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1529, έγινε εισήγηση πως η απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Καψού είναι εσφαλμένη ενώ αυτή του δικαστή Κούρρη η ορθή. Κλήθηκε δε το Δικαστήριο να την υιοθετήσει. Όμως το εφετείο δεν ασχολήθηκε με την πιθανή ανατροπή της υπόθεσης Καψού γιατί έκρινε πως τα γεγονότα της ενώπιον του έφεσης ήσαν διαφορετικά απ' αυτά στην υπόθεση Καψού, και ως εκ τούτου δε συζήτησε την εισήγηση. Επιπλέον, νομίζω, πως το άρθρο 30 του Συντάγματος προεκτείνει το λατινικό αξίωμα επιβάλλοντας στα Δικαστήρια να αναγνωρίζουν και εξασφαλίζουν κατά την άσκηση της αστικής τους δικαιοδοσίας κάθε αστικό δικαίωμα και υποχρέωση...» Στη βάση λοιπόν της πιο πάνω νομολογίας η Καθ' ύλην δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου επεκτείνεται σε κάθε διαφορά αστικής φύσης που εμπίπτει στα όρια της τοπικής αρμοδιότητας του, εκτός εάν η επίλυση της διαφοράς υπάγεται βάσει του δικαιοδοτικού νόμου σε άλλο πολιτικό δικαστήριο. Μη υπαγομένης λοιπόν της διαφοράς που επικαλείται ο Αιτητής στη δικαιοδοσία του ΔΕΔ κρίνουμε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είναι το κατ' εξοχήν αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης. Για όλα τα πιο πάνω η διαδικασία διακόπτεται και η υπόθεση παραπέμπεται για εκδίκαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ως προς τα έξοδα κρίνουμε όπως παραμείνουν έξοδα στην πορεία της υπόθεσης και να αποτελέσουν αντικείμενο επιδίκασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο στο οποίο η υπόθεση παραπέμπεται. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Β. Μιχαηλίδου, Μέλος Γ. Σουρουλάς, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σύμφωνα την αιτιολογική έκθεση τροποποίησης (Τροποποιητικός Νόμος 79(Ι)/1996): «Σκοπός του προτεινόμενοι νόμου είναι η τροποποίηση του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου, ώστε η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εργατικών Διάφορων να διευρυνθεί, για να καλύψει και την εκδίκαση αυτοτελών αξιώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας και αφορούν ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Σύμφωνα με τον εισηγητή, η προτεινόμενη τροποποίηση κρίνεται αναγκαία έπειτα από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με βάση την οποία οι πιο πάνω αναφερόμενες αξιώσεις δεν εμπίπτουν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εργατικών Διαφορών με αποτέλεσμα να ταλαιπωρούνται οι εργαζόμενοι που προσφεύγουν σ' αυτό». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο