← Κύπρος

ΑΝΝΙΤΑ ΣΑΝΤΟΡΙΝΑΙΟΥ ν. ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 465/2016, 5/4/2022

ΑΝΝΙΤΑ ΣΑΝΤΟΡΙΝΑΙΟΥ ν. ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 465/2016, 5/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:31 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Β. Μιχαηλίδου και Μ. Ρώσση, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 465/2016 Μεταξύ: ΑΝΝΙΤΑ ΣΑΝΤΟΡΙΝΑΙΟΥ Αιτήτρια -και- ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΥΠΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 5η Απριλίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Α. Παναγιώτου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η αίτηση: Ρ. Πεκρή για Νικολέττα Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση η Αιτήτρια εξαιτείται από τους Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «ο ΘΟΚ») τις πιο κάτω θεραπείες: (α) Αυξημένες αποζημιώσεις για τερματισμό σύμβασης ηθοποιού δυνάμει συλλογικής σύμβασης ημερ. 18.6.2008 (β) Περαιτέρω και ή διαζευκτικά, σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε απορρίψει την ανωτέρω αξίωση της, δήλωση και ή διάταγμα και ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αποφασίζεται και να αναγνωρίζεται ότι η εργοδότηση της στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση κατέστη αορίστου χρόνου από τη ημερομηνία που συμπλήρωσε περίοδο απασχόλησης τριάντα

(30)μηνών με βάση τον περί εργοδοτουμένων με εργασία ορισμένου χρόνου Νόμο του 2003 και αποζημιώσεις για παράνομο ή και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης της από τους Καθ' ων η αίτηση. (γ) Οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο ως συσσωρευμένη ετήσια άδεια της οποίας δεν έκανε χρήση. (δ) Οποιαδήποτε άλλη ή και περαιτέρω θεραπεία την ποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη ή και εύλογη υπό τις περιστάσεις. (ε) Νόμιμο τόκο. (στ) Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Ο ΘΟΚ, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνείται και απορρίπτει τη θέση της Αιτήτριας ότι η σύμβαση εργασίας της ημερομηνίας 14.8.1982 τερματίστηκε περί τις 30.9.2015 παράνομα και ή αδικαιολόγητα και ή έκδηλα παράνομα και ή κακόπιστα, ισχυριζόμενοι ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της έγινε λόγω συμπλήρωσης της ηλικίας αφυπηρέτησης ηθοποιού που καθορίζεται με βάση τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας το 60ο έτος. Ισχυρίζονται επίσης ότι σύμφωνα με τη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας μεταξύ ΘΟΚ και ένωσης Ηθοποιών Κύπρου και ΣΗΔΗΚΕΚ - ΠΕΟ (στο εξής η «Σ.Σ.Ε.», οι εργοδοτούμενοι ηθοποιοί, μεταξύ των οποίων και η Αιτήτρια, απεμπόλησαν το δικαίωμα να καταστούν εργοδοτούμενοι αορίστου διαρκείας, με αντάλλαγμα την καταβολή αυξημένων αποζημιώσεων. Αναφέρουν περαιτέρω, ότι τίθεται θέμα νομιμότητας και ή ύπαρξης παράνομων όρων στην Σ.Σ.Ε. οι οποίοι την καθιστούν άκυρη. Με πλήρη δε επιφύλαξη των όσων αναφέρουν ανωτέρω αρνούνται ότι η Αιτήτρια καλύπτεται από την Σ.Σ.Ε. και ότι δικαιούται σε αποζημιώσεις. Καθώς σε περίπτωση ανανέωσης σύμβασης ηθοποιού μετά το 60ο έτος της ηλικίας του αυτός δεν δικαιούται σε αποζημίωση προφανώς διότι έφθασε στο όριο αφυπηρέτησης των ηθοποιών. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στον ΘΟΚ απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απέλυσε την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλείται. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε καμία μαρτυρία. Και οι δύο πλευρές αρκέστηκαν στην κατάθεση παραδεκτών γεγονότων και τελικών γραπτών αγορεύσεων. Από τις έγγραφες προτάσεις και τις δηλώσεις των μερών προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: Ο ΘΟΚ είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου, που ιδρύθηκε και λειτουργεί με βάση τους περί Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου Νόμους του 1970 έως 2007, (Αρ. 71/70, 36/72, 68/79, 87
(1)/95, 147
(1)/99, 136
(1)/02 και 67
(1)/07). Η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία του ΘΟΚ ως ηθοποιός. Προσλήφθηκε το 1982 και εργάστηκε μέχρι την ημέρα τερματισμού της απασχόλησης της, τον Σεπτέμβριο 2015, δηλαδή για συνολική περίοδο 33 ετών. Ο ετήσιος μισθός της Αιτήτριας αντιστοιχούσε στην κλίμακα Α11+2 και σ' αυτόν προστίθεντο οι εγκεκριμένες γενικές αυξήσεις που ίσχυαν από καιρό σε καιρό σύμφωνα με τη Σ.Σ.Ε., καθώς και τιμαριθμικό επίδομα σύμφωνα με το ποσοστό που εγκρίνεται από την Κυβέρνηση από καιρό σε καιρό πλέον 13ο μισθό. Οι ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές της ανέρχονταν στο ποσό των €4.742,70 πλέον 13ο μισθό που υπολογίζονται για σκοπούς του Νόμου στο ποσό των €1.185,68 εβδομαδιαίως. Ο ΘΟΚ στις 30.6.2015 παράνομα τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας από 30.9.2015. Με βάση τις έγγραφες προτάσεις ως λόγος τερματισμού αναφέρεται η απόφαση του ΘΟΚ να προχωρήσει σε εργοδότηση ηθοποιών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είτε ανά παραγωγή. Η Αιτήτρια κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της ήταν 62 ετών. Αγορεύσεις Με αναφορά στην επιστολή απόλυσης, με την οποία ο ΘΟΚ ενημέρωνε την Αιτήτρια ότι σύμφωνα με την προσφορά διορισμού ηθοποιού τακτής προθεσμίας ημερομηνίας 10.7.2014, ο τερματισμός του διορισμού της θα λάμβανε χώρα στις 30.9.2015 για τον λόγο ότι αποφασίστηκε από το Δ.Σ. η εργοδότηση ηθοποιών είτε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είτε ανά παραγωγή, η συνήγορος για την Αιτήτρια εισηγήθηκε ότι εν προκειμένω δεν συνέτρεχαν τέτοιοι λόγοι που θα δικαιολογούσαν την ορισμένη διάρκεια της σύμβασης απασχόλησης της και ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5(δ) του Νόμου η σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων που υπέγραψε η Αιτήτρια με τον ΘΟΚ, από την πρόσληψη και μέχρι την απόλυση της, θα πρέπει να θεωρηθούν ως σύμβαση ακαθόριστης διάρκειας. Επικαλούμενη δε τον παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας εισηγήθηκε εισέτι ότι με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει ως έκδηλα παράνομο τον τερματισμό της και να της επιδίκαση τη μέγιστη αποζημίωση αφού λάβει υπόψη μεταξύ άλλων και την επί 33 συνεχή έτη περίοδο απασχόλησης της. Από την άλλη η συνήγορος του ΘΟΚ εισηγήθηκε ότι η περίοδος απασχόλησης της Αιτήτριας θα πρέπει να υπολογιστεί από την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.98(Ι)/2003 ήτοι την 25.7.2003 και όχι από την ημερομηνία πρόσληψης της. Προς υποστήριξη της θέσης της παρέπεμψε στο άρθρο 7
(3)σημειώνοντας ότι τα οποιαδήποτε δικαιώματα απέκτησε η Αιτήτρια ως αποτέλεσμα του τερματισμού της απασχόλησης της είναι δυνάμει του εναρμονιστικού αυτού Νόμου και της σχετικής Οδηγίας. Επίσης ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση αυξημένων αποζημιώσεων καθώς, πέραν του ότι η Αιτήτρια δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τη θέση της, η εμπειρία και αναγνώριση της μετά από μακρόχρονη υπη-ρεσία στον ΘΟΚ σε υψηλόμισθη θέση καριέρας δεν είναι δυνατό να την καταστήσουν άνεργη ή με μειωμένες δυνατότης εργοδότησης. Ανάλυση και Συμπεράσματα Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) ως έχει τροποποιηθεί, ψηφίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 25.7.2003, με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνάφθηκε στις 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του εναρμονιστικού Νόμου (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρη-σης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Για την αποτελεσματική πρόληψη καταχρηστικής χρησιμοποίησης των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συμφωνία - πλαίσιο επιβάλλει στα κράτη - μέλη, εφόσον η εσωτερική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: (α) να θεσπίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, (β) να ορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (γ) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του νόμου: «7.
(1)Όπου: (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως· (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διάρκειας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δεν θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν: (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενος αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ΄ εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των Εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και Εθελοντών Υπαξιωματικών.
(3)Κατά την εφαρμογή του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, αναφορικά με εργοδοτούμενους με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σειρά συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο Νόμος αυτός τίθεται σε ισχύ, οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης που έλαβε χώρα πριν από την ημερομηνία αυτή δεν θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου.» Η ψήφιση της εναρμονιστικής αυτής νομοθεσίας οδήγησε στην τροποποίηση του άρθρου 5(δ) του Νόμου που διαβάζεται ως ακολούθως: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: ............. (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Διαιτητικόν Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· .................» Στην απόφαση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας
(2008)3 ΑΑΔ 49, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου είχε να αποφασίσει το καθεστώς εργοδότησης των εκτάκτων/ συμβασιούχων υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα σε συνάρτηση με τον Ν.98(Ι)/2003. Μεταφέρουμε σχετικό απόσπασμα από το σκεπτικό της απόφασης: «Ως πρόλογο, και για το ιστορικό της υπόθεσης, να αναφέρουμε πως η μόνιμη θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με την πρόσληψη ατόμων στη Δημόσια Υπηρεσία με διαδικασίες έξω από την προβλεπόμενη στο Σύνταγμα και τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο 1/90, στον οποίο υιοθετούνται οι συνταγματικές αρχές για ίση μεταχείριση των πολιτών και διαφάνεια στις διαδικασίες, εκφράστηκε ρητά και καθαρά στις υποθέσεις Κυπριακή Δημοκρατία και Άλλοι v. Γιάλλουρου και Άλλης
(1995)3 Α.Α.Δ. 363, Μενελάου και Άλλοι v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 370 και Ηλία και Άλλοι v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 884. Στην υπόθεση μάλιστα Μενελάου, το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ορθό να συνοψίσει τις βασικές αρχές που διέπουν διορισμούς στο δημόσιο, όπως αυτές προκύπτουν από το Σύνταγμα και τους συνάδοντας προς αυτό Νόμους, ως εξής: «α. Μόνο αρμόδιο σώμα για τη διενέργεια προσλήψεων στη Δημόσια Υπηρεσία, σε μόνιμη ή προσωρινή θέση, είναι η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας. β. Καμιά θέση στη Δημόσια Υπηρεσία δεν πληρούται χωρίς να προηγηθεί η δημόσια προκήρυξη της. γ. Η κατοχή των προβλεπόμενων από το σχέδιο υπηρεσίας προσόντων θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για διορισμό σε δημόσια θέση.» Να προσθέσουμε μόνο πως η κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως εκφράστηκε στις πιο πάνω αποφάσεις, συνάδει απόλυτα με τις γενικές αρχές δικαίου για ισοτιμία, ισονομία και την επιτακτική ανάγκη ύπαρξης διαφανών διαδικασιών, όπου λειτουργεί το δημόσιο απευθυνόμενο προς τους πολίτες, όπως έχουν υιοθετηθεί από το ΕΔΑΔ και ΔΕΚ. Να παραπέμψουμε ενδεικτικά στην πρόσφατη απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση C-260/04, 13 Σεπτεμβρίου, 2007, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας και υποστηριζόμενης από το Βασίλειο της Δανίας, όπου ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η παντελής έλλειψη διαγωνισμού προς σύναψη συμβάσεων παραχωρήσεως για τη διαχείριση στοιχημάτων ιπποδρομιών δεν συνάδει προς τα Άρθρα 43 ΕΔ και 49 ΕΔ και, ειδικότερα, παραβιάζει τη γενική αρχή διαφάνειας και την υποχρέωση εξασφαλίσεως προσήκοντος βαθμού δημοσιότητας. Πράγματι, η ανανέωση των 329 παλαιών συμβάσεων παραχωρήσεως χωρίς διαγωνισμό εμποδίζει το άνοιγμα των εν λόγω συμβάσεων παραχωρήσεως στον ανταγωνισμό και τον έλεγχο της διαφάνειας των διαδικασιών αναθέσεως του αντικειμένου των συμβάσεων.» Ο Ν. 98(I)/2003, που όπως είπαμε πιο πάνω είναι εναρμονιστικός της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, ορίζει στο Άρθρο 10 ως αρμόδιο δικαστήριο «προς επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς αστικής φύσεως, η οποία ήθελε προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου», το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Και βεβαίως ο τερματισμός των υπηρεσιών συμβασιούχου εμπίπτει στην έννοια «διαφοράς αστικής φύσεως». Ο καθορισμός του αρμόδιου δικαστηρίου στο Νόμο έγινε σύμφωνα με το Άρθρο 5 στη Ρήτρα 8 της Οδηγίας, όπου αναφέρεται: «Η πρόληψη και η αντιμετώπιση των διαφορών και καταγγελιών που προκύπτουν από την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας γίνονται σύμφωνα με τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις και πρακτικές σε εθνικό επίπεδο.» Ο Νόμος και η οδηγία εφαρμόζονται σε όλους τους συμβασιούχους αορίστου διαρκείας που υπηρετούν στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Η θεραπεία που δίδεται από το δικαστήριο, σε περίπτωση παρανομίας εκ μέρους του εργοδότη, πρέπει να είναι πλήρης και ταυτόχρονα ισότιμη και ισόνομη. Τέτοια θεραπεία δεν μπορεί να δώσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ακυρωτική και ασκείται μόνο στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Επομένως, οι συμβασιούχοι αορίστου διαρκείας στον ιδιωτικό τομέα δεν μπορούν να την επικαλεστούν. Με το Νόμο και τη σχετική Οδηγία όλοι οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου, που μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, αποκτούν δικαιώματα που διασφαλίζονται ισότιμα και ισόνομα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως καθορίζεται στο Νόμο. Έχουμε τη γνώμη πως οι όροι υπηρεσίας των εκτάκτων - συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα καθορίζονται από τη σύμβαση τους και τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες και ως εκ τούτου ο τερματισμός των υπηρεσιών τους ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και τη σχετική Οδηγία, η οποία, σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση του Συντάγματός μας, ο περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος, Ν. 127(I)/06, έχει αυξημένη ισχύ και έναντι των προνοιών του Συντάγματος. Επομένως, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία στο θέμα. Η προσφυγή απορρίπτεται» Στην απόφαση Θ.Ο.Κ. ν. Σοφοκλέους Πολιτική Έφεση αρ.512/12 ημερ. 18.1.2016, το Ανώτατο Δικαστήριο επισημαίνει τα ακόλουθα: Κατ' εφαρμογή της Αβραάμ ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 49 έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός της ύπαρξης σύμβασης. Ανεξάρτητα αν για σκοπούς εφαρμογής της προστασίας που παρέχει ο Ν.198/03 χαρακτηρίζεται αορίστου ή καθορισμένου χρόνου. Και βεβαίως ανεξάρτητα από τη δυνατότητα που δίνει ο σχετικός Κανονισμός για διορισμούς σε θέσεις καλλιτεχνικού προσωπικού τους οποίους χαρακτηρίζει ως προσωρινές θέσεις. Είναι ακριβώς η σύμβαση που τελικά δίδει στην επίδικη σχέση τον προσωρινό της χαρακτήρα, τουλάχιστον στην αφετηρία της αλλά και την απομακρύνει από το χώρο του δημοσίου δικαίου. Άλλωστε η λέξη «οργανική» δεν σημαίνει κάτι άλλο από τη θέση που προβλέπεται από ένα καταστατικό ή εν προκειμένω από το ΘΟΚ. (βλ. Λεξικό Μπαμπινιώτης σελ.1268). Η δε λέξη «προσωρινή» παραπέμπει σ' αυτό που διαρκεί ή ισχύει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (βλ. στο ίδιο Λεξικό σελ.1501). Επίσης, μια σχέση δεν αποσπάται από το χώρο του ιδιωτικού Δικαίου απλώς επειδή ο ένας εκ των δύο συμβαλλομένων (ο ΘΟΚ εν προκειμένω) τυγχάνει να είναι Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου. Η φιλοσοφία της προσέγγισης στην Αβραάμ αφορά ακριβώς στο γιατί επιβάλλεται αυτή η διαφοροποίηση. Θεωρούμε δε ότι ο λόγος της ισχύει πλήρως και εν προκειμένω. ................ Θα προσθέταμε ότι το σκεπτικό αυτό εναρμονίζεται εν πολλοίς με την ελληνική νομολογία και Διοικητικό Δίκαιο αφού ακριβώς παρατηρείται διαχωρισμός μεταξύ της έννομης σχέσης σύμβασης δημοσίου δικαίου και αυτής του ιδιωτικού δικαίου εφόσον η δημόσια διοίκηση δεν μετέχει σ' αυτή με υπερέχουσα θέση απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο αλλά έχει τα χαρακτηριστικά αστικής φύσεως σύμβασης. (βλ. Τάχου Διοικητικό Δίκαιο, 9η έκδοση, σελ.756 κ.επ.). Στην Αβραάμ ν. Δημοκρατίας ως άνω, κατά πρώτον αποφασίστηκε ότι ο τερματισμός υπηρεσίας εκτάκτων συμβασιούχων στο δημόσιο τομέα ανάγεται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου ώστε να εκφεύγει της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η έμφαση δέον να δοθεί στη λέξη «συμβασιούχους» μάλλον παρά στο «έκτακτους» διότι είναι η σύμβαση και ο τρόπος που συντελείται, που τους διαφοροποιεί από τους δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι διορίζονται μέσω άλλου αυστηρού θεσμικού πλαισίου και φυσικά δια του διορισμού τους ασκείται διοικητική λειτουργία. Στη Βενιζέλος ν. Δημοκρατίας ΑΕ67/10, ημερ. 21.5.2015 ως άνω, περαιτέρω εκρίθη ότι ο τερματισμός εργοδότησης εκτάκτου υπαλλήλου εντάσσεται στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου με την επισήμανση ότι δεν μπορεί να διαχωρίζεται μια ενιαία εργασιακή σχέση ανάλογα με το θέμα και να χαρακτηρίζεται ως δημοσίου δικαίου επειδή αφορά τον τερματισμό αυτής με πειθαρχική διαδικασία. Ομοίως και εν προκειμένω, είτε ονομάσουμε την επίδικη σχέση εργοδότησης οργανική προσωρινή ή άλλως πως, σημασία έχει ότι η σχέση καθοριζόταν ως συμβατική και με κανένα τρόπο αυτό δεν αλλοιώνεται και δεν αποσπάται από το χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπου ανήκει. Οι αναφορές που έγιναν σε αποφάσεις μονομέλειας από την ευπαίδευτη συνήγορο των εφεσειόντων αφορούσαν κυρίως χρονική περίοδο πριν την έκδοση των Αβραάμ και Βενιζέλου και στις οποίες εν πάση περιπτώσει το θέμα δεν ετέθη προς δικαστική απόφανση. Εξάλλου από τα ίδια τα κατατεθέντα πρωτοδίκως τεκμήρια (τα οποία αφορούν τις εκάστοτε προσφορές εργοδότησης του Οργανισμού προς τον εφεσίβλητο όπως τα τεκμ.3 ή τις ανανεώσεις διορισμού με σύμβαση ως τα τεκμ. 4, 5 και 6, ή και επιβεβαίωση προφορικής συμφωνίας υπηρεσιών ως τα τεκμ.7(α) και (β) ή ακόμη και «προειδοποίηση τερματισμού διορισμού ηθοποιού με σύμβαση ως το τεκμ.7(δ)) κραυγαλέα συνηγορούν στην ιδιωτικής φύσεως επίδικη σχέση όπου απουσιάζουν τα θεσμικά κριτήρια διορισμού και εργοδότησης στο χώρο του δημοσίου δικαίου όπως επισημαίνεται στην Αβραάμ και Βενιζέλος. Προφανώς η εργοδότηση της Αιτήτριας προ της εισαγωγής του Ν.98(Ι)/2003 διέπετο από τους κανόνες του δημοσίου και όχι του ιδιωτικού δικαίου. Τόσο στην Αβραάμ όσο και στην Σοφοκλέους, η εξέταση του καθεστώτος εργοδότησης των επί συμβάσει υπαλλήλων στον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένων και των οργανσμών δημοσίου δικαίου, εγένετο σε συνάρτηση με τον Ν.98(Ι)/2003 και την Οδηγία, η οποία υπερισχύει και των προνοιών του Συντάγματος. Ο Ν.98(Ι)/2003 και η Οδηγία, ως έχει αποφασισθεί, εφαρμόζονται σε όλους τους συμβασιούχους αόριστου διαρκείας που υπηρετούν στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Με τον Νόμο αυτό και τη σχετική Οδηγία όλοι οι συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου, που μετατρέπονται σε αορίστου χρόνου, αποκτούν δικαιώματα που διασφαλίζονται ισότιμα και ισόνομα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, όπως καθορίζεται στον Νόμο. Και στην προκείμενη περίπτωση, τα οποιαδήποτε δικαιώματα έχει αποκτήσει η Αιτήτρια ως αποτέλεσμα του τερματισμού της απασχόλησης της, είναι δυνάμει των προνοιών του Ν.98(Ι)/2003 και της σχετικής Οδηγία με τη μετατροπή και θεώρηση της σύμβασης εργασίας της για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας. Όπως έχουμε αναφέρει ο Ν.98(Ι)/2003 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 25.7.2003. Ο εναρμονιστικός αυτός Νόμος όντως δεν εμπεριέχει οποιαδήποτε ρητή αναφορά περί αναδρομικής ισχύος του, σε υφισταμένες προ της εφαρμογής του συμβάσεις. Αντιθέτως (όπως εισηγήθηκε και η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση), στο εδάφιο
(3)του άρθρου 7 του εν λόγω Νόμου αναφέρεται ρητά, ότι κατά την εφαρμογή του εδαφίου
(1), αναφορικά με εργοδοτούμενους με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σειρά συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο Νόμος αυτός τίθεται σε ισχύ, οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης που έλαβε χώρα πριν από την ημερομηνία αυτή δεν θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, δηλαδή για κάλυψη της 30μηνης περιόδου απασχόλησης που απαιτεί ο νόμος, ώστε η σύμβαση να θεωρηθεί αόριστου διαρκείας. Συνεπώς και στην περίπτωση της Αιτήτριας, η οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης που έλαβε χώρα πριν την ημερομηνία που ο νόμος αυτός τέθηκε σε ισχύ δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη για σκοπούς κάλυψης της 30μηνης περιόδου απασχόλησης που απαιτείται ώστε η σύμβαση εργασίας της να θεωρηθεί ως σύμβαση αορίστου διάρκειας. Το ερώτημα ωστόσο που τίθεται με βάση και την εισήγηση της συνηγόρου του ΘΟΚ, είναι κατά ποσό στη βάση το εδάφιο 3 του άρθρου 7, η περίοδος απασχόλησης της Αιτήτριας που έλαβε χώρα πριν την ψήφιση του Ν.98(Ι)/2003 θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για σκοπούς υπολογισμού της αποζημίωσης που θα της επιδικάσει το Δικαστήριο. Έχουμε τη γνώμη ότι η επίμαχη αυτή διάταξη θα πρέπει να ερμηνευτεί σε συνάρτηση με τις υπόλοιπες διατάξεις και ιδιαίτερα τον σκοπό που επιδιώκει η Οδηγίας και ο εναρμονιστικός Νόμος. Η συμφωνία - πλαίσιο, όπως προκύπτει από τη ρήτρα 1 (άρθρο 3 του εναρμονιστικού Νόμου) επιδιώκει ένα διπλό στόχο: αφενός τη βελτίωση της ποιότητας εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης και αφετέρου την καθιέρωση ενός πλαισίου για να αποτραπεί η κατάχρηση που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Όπως προκύπτει από την ρήτρα 4 της συμφωνίας - πλαισίου, η απαγόρευση δια-κρίσεων αναφέρεται στις «συνθήκες απασχόλησης». Την έννοια αυτή, έννοια του ενωσιακού δικαίου, το ΔΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό της συμφωνίας - πλαισίου, τη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου, την ερμηνεύει με ιδιαίτερη ευρύτητα (βλ. Ζερδελής, Εργατικό δίκαιο). Αποφασιστικό κριτήριο για να καθοριστεί αν ένα μέτρο εμπίπτει στις «συνθήκες απασχόλησης» είναι το κριτήριο της απασχόλησης, δηλαδή της σχέσης εργασίας μεταξύ του εργαζόμενου και του εργοδότη (ΔΕΕ 12.1.2013, C-361/12, ΔΕΕ 14.9.2016 C-594/14). Έτσι σύμφωνα με το ΔΕΕ, οι «συνθήκες απασχόλησης» περιλαμβάνουν και τους όρους καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, όπως είναι οι προθεσμίες της τακτικής καταγγελίας (ΔΕΕ 13.3.2014 C-38/13), αλλά και την αποζημίωση απόλυσης, γιατί και αυτή παρέχεται στον εργαζόμενο λόγω της σχέσης εργασίας που τον συνδέει με τον εργοδότη (ΔΕΕ 5.6.2018 C-574/16). Όπως επισημαίνει το ΔΕΕ, τυχόν ερμηνεία της ρήτρας 4 σημείο 1 που θα απέκλειε από το πεδίο εφαρμογής της τις προϋποθέσεις καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, θα περιόριζε, κατά παράβαση του σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε η εν λόγω ρήτρα, την έκταση της προστασίας κατά των διακρίσεων που παρέχεται στους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου (ΔΕΕ 13.3.2014 C38/13, ΔΕΕ 5.6.2018 C-574/16). Στην έννοια των όρων απασχόλησης εμπίπτουν και όροι σχετικά με τον χρόνο προϋπηρεσίας που πρέπει να έχει συμπληρώσει ο υπάλληλος προκειμένου να καταταγεί σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο ή σχετικά με τον χρόνο προϋπηρεσίας που απαιτείται για τη σύνταξη έκθεσης αξιολόγησης και, ως εκ του-του, για την έκδοση πράξης για την εξέλιξη της σταδιοδρομίας του υπαλλήλου (ΔΕΕ 8.9.2011 C-177/10). Στην τελευταία πιο πάνω απόφαση του ΔΕΕ ειπώθηκαν τα πιο κάτω: «Η ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι ο χρόνος προϋπηρεσίας τον οποίο συμπλήρωσε εντός ορισμένης δημόσιας υπηρεσίας έκτακτος δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος εν τω μεταξύ διορίστηκε τακτικός δημόσιος υπάλληλος, δεν επιτρέπεται να μη λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο διαδικασίας ενδοϋπηρεσιακής εξελίξεως στην οποία μπορούν να μετέχουν αποκλειστικώς τακτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, εκτός εάν ο αποκλεισμός αυτός δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους υπό την έννοια του σημείου 1 της εν λόγω ρήτρας. Δεν συνιστά αντικειμενικό λόγο το γεγονός και μόνο ότι ο χρόνος προϋπηρεσίας του εκτάκτου υπαλλήλου διανύθηκε βάσει συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας ορισμένου χρόνου.» ...... «Η επίκληση απλώς και μόνο του προσωρινού χαρακτήρα της απασχολήσεως του αντίστοιχου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης δεν ανταποκρίνεται σε αυτές τις απαιτήσεις και, επομένως, δεν δύναται να αποτελέσει αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια της ρήτρας 4, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου. Πράγματι, εάν γινόταν δεκτό ότι απλώς και μόνο ο προσωρινός χαρακτήρας της σχέσεως εργασίας αρκεί για τη δικαιολόγηση της διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ εργαζομένων με σχέση ορισμένου χρόνου και εργαζομένων με σχέση αορίστου χρόνου, οι σκοποί της οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου θα καθίσταντο κενοί περιεχομένου και θα διαιωνιζόταν μια κατάσταση δυσμενής για τους εργαζομένους με σχέση ορισμένου χρόνου (προπαρατεθείσα απόφαση Gavieiro Gavieiro και Iglesias Torres, σκέψεις 56 και 57, καθώς και προπαρατεθείσα διάταξη Montoya Medina, σκέψεις 42 και 43).» Υπό το φως λοιπόν των πιο πάνω νομολογιακών αρχών κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση η προϋπηρεσία της Αιτήτριας περιλαμβάνεται στην έννοια των συνθηκών απασχόλησης και ως τέτοια δεν μπορεί να μην ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων που το Δικαστήριο θα της επιδικάσει για τον παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της. Η οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία θα αντίκειται στο σκοπό και το πνεύμα της Οδηγίας και του εναρμονιστικού Νόμου που είναι η προστασία και όχι η στέρηση δικαιωμάτων των εργαζομένων ορισμένου χρόνου. Πρόσθετα, ούτε και από το λεκτικό του εδαφίου 3 του άρθρου 7 φαίνεται να προκύπτει οποιασδήποτε άλλη ερμηνεία πέραν της φυσικής και συνηθισμένης έννοιας που με σαφήνεια αποδίδουν οι λέξεις που χρησιμοποιούνται. Ορθά λοιπόν ερμηνευμένη η επίμαχη αυτή διάταξη ρητά αναφέρεται στην περίοδο που λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη της 30μηνης περιόδου που απαιτείται για να θεωρηθεί μια σύμβαση εργασίας ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, χωρίς ωστόσο να τίθενται οποιοιδήποτε άλλοι περιορισμοί. Επίσης ούτε και από το λεκτικό του άρθρο 5(δ) του Νόμου προκύπτει οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση. Συνεπώς, από τη στιγμή που η σύμβαση εργασίας της Αιτήτριας έχει καταστεί σύμβαση αορίστου διάρκειας, η προϋπηρεσία που συμπλήρωσε ως εργοδοτούμενη ορισμένου χρόνου πριν την ψήφιση και εφαρμογή του Ν.98(Ι)/2003, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημίωσης που το δικαστήριο θα της επιδικάσει για τον παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της, καθώς δεν παύει να αποτελεί την πραγματική περίοδο απασχόλησης που διάνυσε, προσφέροντας αδιάλειπτα τις υπηρεσίες της στον ΘΟΚ, από τη θέση της ηθοποιού. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία του ΘΟΚ για 33 συναπτά έτη και λάμβανε για σκοπούς αποζημίωσης €1.185,68 εβδομαδιαίως. Επίσης κατά τον ουσιώδη χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της ήταν 62 ετών. Από την επιστολή απόλυσης για την οποία γίνεται αναφορά στις παραγράφους 12 και 13 των γενικών λόγων της Αίτησης και των οποίων το ΘΟΚ παραδέχεται το περιεχόμενο, είναι φανερό ότι οι λόγοι που επικαλείται ο ΘΟΚ δεν περιλαμβάνονται στο άρθρο 5 του Νόμου, γεγονός που καθίστα τον τερματισμό της απασχόλησης της όχι απλώς παράνομο αλλά έκδηλα παράνομο, καθώς πρόθεση του ΘΟΚ ήταν η αντικατάσταση της με άλλους ηθοποιούς που θα εργοδοτούσε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή για κάθε παραγωγή και όχι για λόγους που αφορούσαν την ίδια την Αιτήτρια. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, τη διάρκεια της απασχόλησης της, τις απολαβές της, την ηλικία της ως και την προοπτική σταδιοδρομίας της, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να της επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €123.310,72 που αντιστοιχεί με απολαβές 104 βδομάδων. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του ΘΟΚ για το ποσό των €123.310,72 με νόμιμο τόκο από 24.5.2016 μέχρι τελικής εξόφλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου ποσό €61.655,36 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια ενός έτους πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί στην Αιτήτρια από τον ΘΟΚ το δε υπόλοιπο ποσό των €61.655,36 που επίσης αντιστοιχεί με ημερομίσθια ενός έτους πλέον νόμιμο τόκο από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού. Τέλος, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του ΘΟΚ το ποσό των €3000 ως δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο από 24.5.2016 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. (υπ).................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Β. Μιχαηλίδου, Μέλος Μ. Ρώσσης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.