← Κύπρος

ΘΗΣΕΑΣ ΒΑΡΝΑΒΙΔΗΣ κ.α. ν. ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ, Συνενωμένες Υποθέσεις: 489/2017 και 490/2017, 30/9/2022

ΘΗΣΕΑΣ ΒΑΡΝΑΒΙΔΗΣ κ.α. ν. ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ, Συνενωμένες Υποθέσεις: 489/2017 και 490/2017, 30/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:44 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Πρόεδρος Κ. Κωστή και Χ. Αυγουστή, Μελών Συνενωμένες Υποθέσεις: 489/2017 και 490/2017 Μεταξύ: ΘΗΣΕΑΣ ΒΑΡΝΑΒΙΔΗΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ ΒΑΡΝΑΒΙΔΗΣ Αιτητές -και- ΤΑΜΕΙΟ ΔΙΑ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 30η Σεπτεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: Α. Μαστίχη Για Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: Χρ. Λεωνίδου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές αξιώνουν από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο»), (α) πλήρη αποζημίωση ή και πληρωμή λόγω πλεονασμού (β) οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική ή επιπρόσθετη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο (γ) νόμιμο τόκο (δ) έξοδα, τέλη πλέον ΦΠΑ. Από τις έγγραφες προτάσεις και τις δηλώσεις των μερών προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά και / ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Οι Αιτητές απασχολούνταν στο ξενοδοχείο "Nicosia City Centre", το οποίο ανήκει στην εταιρεία Kennedy Hotels Ltd (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία»). Ο πρώτος ως γενικός διευθυντής για την περίοδο από 1.09.1991 μέχρι 27.07.2016 και ο δεύτερος ως διαχειριστής του ξενοδοχείου για την περίοδο από 01.01.2002 μέχρι 26.07.2016. Η απασχόληση τους τερματίστηκε με πανομοιότυπες επιστολές ημερ. 1.06.2016, το περιεχόμενο των οποίων παραθέτουμε: «Μετά λύπης σας πληροφορούμε ότι η εταιρεία μας τερματίζει την απασχόληση σας λόγω πλεονασμού. Η απόφαση μας για παύση λειτουργίας του ξενοδοχείου Nicosia City Centre εις το οποίο απασχολείστε ως Γενικός Διευθυντής - Administrator καθιστά την εργοδότηση σας πλέον ως μη αναγκαία. Με την παρούσα σας δίνετε η νόμιμη προειδοποίηση 8 βδομάδων. Η προειδοποίηση αρχίζει από σήμερα 1.6.2016 Με εκτίμηση Ανδρέας Βαρναβίδης Για Kennedy Hotels Ltd Κατόπιν αιτήματος των Αιτητών για πληρωμή λόγω πλεονασμού, το ομότιμο Ταμείο ενέκρινε στον πρώτο το ποσό των €9.074,00 και στον δεύτερο το ποσό των €5.444,40 κρίνοντας ότι ως μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας δεν απασχολούνταν με σύμβαση εργασίας και ότι η πληρωμή που δικαιούνταν να λάβουν είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου τους, πολλαπλασιαζόμενου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας τους. Η θέση του Ταμείου, όπως προβάλλει μέσα από τους γενικούς λόγους εμφάνισης, περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι έκαστος των Αιτητών κατείχε, από της προσλήψεως του και μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του, το 33,3% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας A. Varnavides (Holdings) Ltd, η οποία με τη σειρά της κατείχε το 99,999% του μετοχικού κεφαλαίου της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι υπό αυτή την ιδιότητα και οι δύο Αιτητές δεν απασχολούνταν με σύμβαση εργασίας ή υπό συνθήκες που δύναται να συναχθεί η σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, με επακόλουθο να μην δικαιούνται σε άλλη ή επιπρόσθετη πληρωμή λόγω πλεονασμού. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: «Εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου εργοδοτούμενου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Νοείται ότι ο όρος «εργοδοτούμενος» περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι όμως με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου. Η παράγραφος 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα: «προκειμένου περί εργοδοτούμενου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου "εργοδοτούμενος", η πληρωμή την οποία δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζόμενου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας». Με την πιο πάνω επιφύλαξη που έθεσε ο νομοθέτης στην ερμηνευτική διάταξη του όρου «εργοδοτούμενος» προσέδωσε την ιδιότητα αυτή και σε μετόχους για τους οποίους η εταιρεία καταβάλλει εισφορές στο Ταμείο και στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Σκοπός του νομοθέτη, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση ψήφισης του Νόμου, ήταν να διαχωρίσει τους μετόχους μια εταιρείας που είναι εγγεγραμμένοι και ως μισθωτοί της, (α) σ' αυτούς που προσφέρουν υπηρεσίες με βάση σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου και, (β) σ' αυτούς που εγγράφηκαν απλώς ως εργοδοτούμενοι για να επωφελούνται των Κοινωνικών Ωφελημάτων από το αρμόδιο τμήμα. Σε μια τέτοια περίπτωση ο νομοθέτης καθιέρωσε δικαίωμα πληρωμής λόγω πλεονασμού και σε μετόχους που προσφέρουν ανεξάρτητες υπηρεσίες στην εταιρεία τους, με την επιστροφή υπό τύπο πληρωμής του ποσού που είχαν συνεισφέρει στο ομώνυμο Ταμείο με βάση την παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Πολύμνιας Θεοδώρου

(2004)1 Α.Α.Δ. 349, η πιο πάνω νομοθετική διάταξη «καθιερώνει διάκριση μεταξύ προσώπων που είναι εργοδοτούμενοι και προσφέρουν εξηρτημένη εργασία και των ίσως κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτουμένων διευθυντών των εταιρειών που δεν προσφέρουν εξηρτημένη εργασία.». Είναι γνωστό από τη θεωρία του δίκαιου, ότι με τα νομικά πλάσματα ο νομοθέτης, για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένο σκοπό, καθιερώνει ορισμένη νομική κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ηθελημένα ο νόμος αλλοιώνει ή παραμορφώνει την πραγματικότητα εις τρόπο ώστε το άλλο αυτό περιστατικό να εκλαμβάνεται ως υφιστάμενο αντί αυτού που πράγματι συντρέχει. Εξ' ου και στις περιπτώσεις αυτές στο νόμο χρησιμοποιούνται συνήθως οι λέξεις «λογίζεται» ή «θεωρείται». Το ζητούμενο στην προκείμενη περίπτωση είναι εάν και κατά πόσο οι Αιτητές κατά-φεραν να αποδείξουν ότι εργάστηκαν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, προϋπόθεση απαραίτητη για να δικαιούνται σε επιπρόσθετη ή πλήρη πληρωμή από το Ταμείο ως και οι αιτούμενες θεραπείες τους [άρθρο 16
(1)του Νόμου]. Επομένως, προτού το Δικαστήριο εξετάσει τη βασιμότητα των επιμέρους αξιώσεων των Αιτητών, θα πρέπει να διακριβώσει τον νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης που τους συνέδεε με την Εργοδότρια Εταιρεία, ενόψει της θέσεως του Ταμείο το οποίο αμφισβητεί την ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου, μεταξύ Αιτητών και Εργοδότριας Εταιρείας. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα θα πρέπει να προσδιορίσουμε την έννοια του εργοδοτούμενου που τελεί υπό εξάρτηση σε συνάρτηση με την αντίστοιχη έννοια του κατά πλάσμα δικαίου εργοδοτούμενου όπως συναντάται στον Νόμο. Στην υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund
(1988)1 C.L.R. 363 το Δικαστήριο επισήμανε ότι, η διαπίστωση της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου (και δη η ύπαρξη εξηρτημένης σχέσης εργασίας) αποτελεί πραγματικό ζήτημα που πρέπει να εξετάζεται επί του συνόλου των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Η καταβολή μισθού δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τον προσδιορισμό της σχέσης αλλά θα πρέπει ακόμα να θεμελιωθεί ότι ο εργοδότης μπορεί να ασκεί έλεγχο πάνω στη δουλειά του άλλου. Το γεγονός ότι ο Αιτητής κατέβαλλε εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδοτούμενος και πληρωνόταν μισθό επί τη βάσει κοινής απόφασης με τον συνδιευθύνοντα του, δεν ήταν αρκετό για τη θεμελίωση σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου, επειδή κανείς δεν μπορούσε να ασκήσει επάνω του έλεγχο, ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του (βλ. και Θεοδούλου v. Ασπίς Πρόνοια Ασφαλ. Ετ. Ζωής
(1997)1 Α.Α.Δ.1551). Σχετική είναι η προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στην υπόθεση Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 796, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών (Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition p.698). Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο, (α) από την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του και (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτούμενου». Στις αποφάσεις, Prousi και Tsapaco (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από το Ελληνικό σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου, «Εργατικό Δίκαιο»
(1967)σελ. 35, όπου και πάλι τίθεται ως κριτήριο ο έλεγχος της εργασίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη. «Κριτήριον της διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας, αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούει εις τας οδηγίας του εργοδότου.» Χρήσιμη είναι και η αναφορά στο σύγγραμμα του Colin Bourn, Redundancy Law and Practice
(1983)p.77, para. 4.9: "The approach which is now adopted by the courts is to question whether the employee is in reality performing his duties as a person in business in his own account (per Cooke LJ in Market Investigations Ltd v Minister of Social Security
(1969)2 QB 173,
(1968)3 All ER 732, HC) rather than working for a superior. A multiplicity of factors could influence that decision, such as the degree to which the person is free from detailed control by another as to his hours or working methods, whether he has invested any capital in the business or whether he bears any of the economic risks of profit and loss." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η προσέγγιση που υιοθετείται πλέον από τα Δικαστήρια, θέτει το ερώτημα εάν ο εργαζόμενος εκτελεί στην πραγματικότητα τα καθήκοντα του σε επιχείρηση για δικό του λογαριασμό (per Cooke LJ in Market Investigations Ltd v Minister of Social Security
(1969)2 QB 173,
(1968)3 All ER 732, HC) αντί να εργάζεται για κάποιο ανώτερο του. Αρκετοί παράγοντες θα μπορούσαν να επηρεάσουν αυτή την απόφαση όπως π.χ. ο βαθμός του λεπτομερούς ελέγχου που ασκείται από άλλον ως προς τις ώρες εργασίας του, ή τις μεθόδους εργασίας του, εάν έχει επενδύσει οποιονδήποτε κεφάλαιο στην επιχείρηση ή φέρει κάποιο από τους οικονομικούς κινδύνους κέρδους και ζημιάς.» Στην Αγγλική υπόθεση Neufeld v. Secretary of State for Business, Enterprise and Regulatory Reform [2009] 2 All ER 790, το Δικαστήριο καλείτο να αποφασίσει εάν και κατά πόσο μεταξύ της εταιρείας και του διευθυντή / μετόχου της, που είχε τον έλεγχο του μετοχικού κεφαλαίου, μπορούσε να συναχθεί σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου. Προβαίνοντας το Δικαστήριο σε εντελεχή αναφορά επί προηγούμενων αποφάσεων, επισήμανε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «[80] Δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο κάποιος που είναι μέτοχος και διευθυντής μιας εταιρείας να μην μπορεί επίσης να είναι και υπάλληλος της εταιρείας βάσει σχετικής σύμβασης εργασίας. Δεν υπάρχει επίσης λόγος για τον οποίο κάποιος, του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο δίνει έλεγχο επί της εταιρείας - ακόμα και απόλυτο έλεγχο -, να μην μπορεί να είναι και υπάλληλος. Εν ολίγοις, ένα πρόσωπο του οποίου το οικονομικό συμφέρον στην εταιρεία και στις επιχειρήσεις που αυτή ασκεί, είναι τέτοιο ώστε πρακτικά να θεωρείται 'ιδιοκτήτης' της εταιρείας, να μπορεί επίσης να είναι και υπάλληλος της εταιρείας. [81] Εάν ένας τέτοιος μέτοχος/διευθυντής είναι ή όχι υπάλληλος της εταιρείας είναι ζήτημα πραγματικό το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ίσως στη θεωρία να προκύπτουν δύο ζητήματα [.] Το πρώτο, το οποίο λογικά μπορεί να θεωρηθεί ως προκαταρκτικό, είναι κατά πόσο η σύμβαση είναι γνήσια ή ψεύτικη. Το δεύτερο είναι κατά πόσο η σύμβαση, υποθέτοντας ότι είναι γνήσια, αποτελεί σύμβαση εργασίας (μπορεί, για παράδειγμα, να συνιστά σύμβαση παροχής υπηρεσιών). [.] [85] Κατά την εξέταση εάν μια έγκυρη σύμβαση εργασίας βρίσκεται σε ισχύ, το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει έμφαση στις απαραίτητες προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας τέτοιας σύμβασης και να διαπιστώσει εάν η εν λόγω σύμβαση πληροί αυτές τις προϋποθέσεις [.] Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει επίσημη συμφωνία παροχής υπηρεσιών. Σε αντίθετη περίπτωση, μπορεί να υπάρχει πρακτικό κάποιας συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου ή κάποιο υπόμνημα το οποίο να αφορά το θέμα. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις που αφορούν μικρές εταιρείες, των οποίων ο έλεγχος βρίσκεται στα χέρια ίσως μόνο ενός ή δύο διευθυντών/μετόχων, τέτοια θέματα μπορεί να έτυχαν ανεπίσημου χειρισμού και ίσως να είναι δύσκολο το ερώτημα εάν το σωστό συμπέρασμα από τα γεγονότα να είναι ότι ο υποτιθέμενος εργοδοτούμενος ήταν, όπως ισχυρίζεται, πραγματικά εργοδοτούμενος. Ειδικότερα, ένας διευθυντής μιας εταιρείας που κατέχει ένα αξίωμα δεν θα θεωρηθεί εργοδοτούμενος απλά και μόνο επειδή κατέχει αυτό το αξίωμα:- ο υποτιθέμενος εργοδοτούμενος θα πρέπει να αποδείξει περισσότερα από τον διορισμό του ως διευθυντή. Θα είναι σημαντικό να εξεταστεί ο τρόπος πληρωμής του. Του έχει καταβληθεί μισθός, γεγονός που δεικνύει ότι ήταν εργοδοτούμενος; Ή απλώς πληρωνόταν υπό μορφή αμοιβής ως διευθυντής (director's fees), γεγονός που δεικνύει το αντίθετο; Κατά την εξέταση του τι έκανε στην πραγματικότητα ο υποτιθέμενος εργοδοτούμενος, θα είναι επίσης σημαντικό να εξεταστεί το κατά πόσο ενεργούσε απλώς υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της εταιρείας ή ως εργοδοτούμενος. [86] Αναφερθήκαμε στην προηγούμενη παράγραφο επί θεμάτων τα οποία τυπικά έχουν άμεση σχέση με το ζήτημα εάν μια σύμβαση αποτελεί σύμβαση εργοδότησης ή όχι. Αυτό που δεν έχουμε μελετήσει για σκοπούς του υπό αναφορά ζητήματος είναι το γεγονός ότι το υποτιθέμενο μετοχικό κεφάλαιο που ο εργοδοτούμενος κατείχε στην εταιρεία του έδιδε επ' αυτής, ακόμη και απόλυτο έλεγχο. Το γεγονός ελέγχου της εταιρείας προφανώς θα αποτελεί μέρος του σκηνικού έναντι του οποίου θα γίνει η εξέταση για το τι έγινε σύμφωνα με την υποτιθέμενη γραπτή ή προφορική σύμβαση εργασίας η οποία διεκδικείται. Ωστόσο, αυτό συνήθως δεν θα έχει οποιαδήποτε σχετικότητα κατά την απόφανση εάν υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργοδότησης. Ούτε και το γεγονός ότι επένδυσε κεφάλαιο στην εταιρεία ή έχει λάβει δάνειο από αυτή ή έχει προσωπικά εγγυηθεί τις υποχρεώσεις της ή η ευημερία της προσωπικής του επένδυσης στην εταιρεία βρίσκεται σε ευθυγράμμιση με την ευημερία της εταιρείας ή έχει προβεί σε οποιαδήποτε πράξη στην οποία λογικά ο 'ιδιοκτήτης' μιας επιχείρησης συνήθως προβαίνει εκ μέρους της. Αυτά συνήθως είναι άσχετα με τη δημιουργία μιας έγκυρης σύμβασης εργοδότησης και, ως εκ τούτου, μπορούν και πρέπει να αγνοούνται. Τα πιο πάνω δεικνύουν ένα 'ιδιοκτήτη' να ενεργεί ως 'ιδιοκτήτης' γεγονός αναπόφευκτο σε μια τέτοια εταιρεία. Εν τούτοις, δεν υποδεικνύουν ότι ένας 'ιδιοκτήτης' μιας εταιρείας δεν μπορεί επίσης να είναι και εργοδοτούμενος της.» Περαιτέρω το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο σύγγραμμα Halsbury's Law of England, 5th Edition, 2014, Vol. 39 p. 36 και υιοθέτησε την καθοδήγηση που δόθηκε από το EAT στην υπόθεση Clark v Clark Construction Initiatives Ltd [2008] IRLR 364, αναφορικά με τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του υπό αναφορά ζητήματος, παρέθεσε τα ακόλουθα: «Η ακόλουθη οδηγία δόθηκε ούτως ώστε να ακολουθείται από τα Δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις:
(1)Το βάρος απόδειξης είναι στο μέρος το οποίο αρνείται την ύπαρξη σύμβασης. Όπου κάποιο άτομο πλήρωσε φόρο εισοδήματος και κοινωνικές ασφαλίσεις, τότε, εκ πρώτης όψεως, έχει τα δικαιώματα που παρέχονται στους εργοδοτούμενους.
(2)Το απλό γεγονός ελέγχου του μετοχικού κεφαλαίου (ή ο εκ των πραγμάτων έλεγχος) από μόνο του, δεν εμποδίζει την ύπαρξη σύμβασης.
(3)Ομοίως, το επιχειρηματικό καθεστώς από μόνο του, δεν εμποδίζει την ύπαρξη σύμβασης.
(4)Εάν η συμπεριφορά των μερών είναι σύμφωνη με τη σύμβαση (π.χ. σε σχέση με το ωράριο και τις άδειες), αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την ύπαρξη εργοδότησης.
(5)Αντιθέτως, εάν η συμπεριφορά των μερών είναι ασυμβίβαστη με (ή δεν διέπεται από) τη σύμβαση, αποτελεί ισχυρή απόδειξη για την μη ύπαρξη εργοδότησης.
(6)Ο ισχυρισμός περί ύπαρξης αυθεντικής σύμβασης υπονομεύεται εάν δεν υπάρχει κάτι το γραπτό.
(7)Η εξασφάλιση δανείων από την εταιρεία (ή, αντίθετα, η προσωπική εγγύηση των χρεών της εταιρείας) δεν είναι εγγενώς ασυμβίβαστη με την εργοδότηση.
(8)Μολονότι ο έλεγχος του μετοχικού κεφαλαίου είναι πάντα σχετικός και ίσως και καθοριστικός, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν δικαιολογεί εύρημα περί μη ύπαρξης εργοδότησης. [.] «η παράγραφο
(6)πιο πάνω ίσως εκφραστικά να είναι πολύ αρνητική. Μπορεί να αποτελεί ένα σημαντικό ζήτημα, εν τούτοις εάν η συμπεριφορά των μερών καταδεικνύει την ύπαρξη αυθεντικής σύμβασης εργοδότησης, 'δεν επιθυμούμε τα Δικαστήρια να εκλαμβάνουν με τόση μεγάλη ευκολία την απουσία γραπτής συμφωνίας ούτως ώστε να δικαιολογούν απόρριψη της αξίωσης του αιτητή'» Στον Palmers Co. Law, 21st Edition, p.522, διαβάζουμε σχετικά τα ακόλουθα: "A Director can, however, hold a salaried employment or an office in addition to that of his directorship which may, for these purposes, make him an employee or servant, and in such a case he would enjoy any rights given to employees as such....... ........................ For the purposes of the National Insurance (Industrial Injuries) Act 1965, a director, even though in salaried employment of the company, is not employed in insurable employment if there is nobody - and that will be the normal case - who exercises control over the manner in which he does his work. This, however, is a question of fact, and the position may be different where one director, e.g., the governing director of a private company exercises control over the other directors with respect to their work; in that case, it is thought, the other directors, if in salaried employment of the company, may well be regarded as 'being in insurable employment within the Act." Μαρτυρία Ο μοναδικός μάρτυρας, που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ο πρώτος Αιτητής. Με αναφορά στην περίοδο απασχόλησης και στη θέση που κατείχε τόσο ο ίδιος όσο και ο δεύτερος Αιτητής, στις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση τους και στην επίδικη απόφαση του Ταμείου, ισχυρίστηκε ότι κανένας από τους Αιτητές δεν ήταν μέτοχος της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι μέτοχοι της ήταν η εταιρείας A. Varnavides (Holdings) Ltd με ποσοστό 99.999% και ο Σάββας Βαρναβίδης με ποσοστό 0.01%. Ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο δεύτερος Αιτητής είναι μέτοχοι της A. Varnavides (Holdings) Ltd η οποία ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο είναι ουσιαστικά o μόνος μέτοχος της Εργοδότρια Εταιρείας. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι με βάση το Ιδρυτικό έγγραφο, η Εργοδότρια Εταιρεία συστάθηκε στις 25.5.1969 με αρχικούς μετόχους τους γονείς του, Ανδρέα Βαρναβίδη και Μάρω Βαρναβίδη, με 62.500 και 7.500 μετοχές αντίστοιχα. Ενώ ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε διετέλεσε μέτοχος της Εργοδότριας Εταιρείας, εν τούτοις όταν του υποδείχθηκε ο Τύπος ΗΕ57 «Κοινοποίηση μεταβίβασης ιδιωτικής Εταιρείας με μετοχικό κεφάλαιο» ημερ. 4.8.1998, αναγνώρισε ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν ο Ανδρέας Βαρναβίδης με 64.500 μετοχές, η Μάρω Βαρναβίδη, ο Σάββας Βαρναβίδης και οι δυο Αιτητές με 8.875 μετοχές έκαστος. Επίσης την ίδια μέρα 8.875 μετοχές που κατείχε η Μάρω Βαρναβίδη μεταβιβάστηκαν στον δεύτερο Αιτητή. Περαιτέρω, αφού υποδείχθηκε στο μάρτυρα η ΗΕ57 ημερ. 5.11.1998 αναγνώρισε ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία, οι 99.999 από τις 100.000 μετοχές της Εργοδότριας Εταιρείας μεταβιβάστηκαν στην A. Varnavides (Holdings) Ltd η οποία συστάθηκε στις 5.11.1998 και μια μετοχή παρέμεινε στον Σάββα Βαρναβίδη. Μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας κατά τον χρόνο σύστασης της ήταν ο Ανδρέας Βαρναβίδης με 460 μετοχές Τάξης Α, η Μάρω Βαρναβίδη με 360 μετοχές Τάξης Α, ο Σάββας Βαρναβίδης και οι Αιτητές με 60 μετοχές Τάξης Α και 3000 μετοχές Τάξης Β έκαστος. Αναγνώρισε επίσης ότι στις 30.4.2015 όλες οι μετοχές που κατείχαν οι Ανδρέας και Μάρω Βαρναβίδη μεταβιβάστηκαν στους Αιτητές και στον Σάββα Βαρναβίδη πλην μιας μετοχής που παρέμεινε στην Μάρω Βαρναβίδη. Επίσης στις 10.10.2015 η μια μετοχή που κατείχε η Μάρω Βαρναβίδη μεταβιβάστηκε στον πρώτο Αιτητή και στις 23.11.2015, 152 μετοχές Τάξης Α που κατείχε ο Σάββας Βαρναβίδης μεταβιβάστηκαν στην Πέτρα Βαρναβίδη. Έτσι από τις 30.4.2015 και μέχρι τον τερματισμό της απασχόλησης τους, έκαστος των Αιτητών κατείχε το 33,3% των μετοχών Τάξης Α και Β της A. Varnavides (Holdings) Ltd. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι με βάση το καταστατικό της εν λόγω εταιρείας, οι μετοχές Τάξης Α παρέχουν δικαίωμα ψήφου στις Γ.Σ. κάτι δεν παρέχουν οι μετοχές Τάξης Β. Παραδέχθηκε επίσης ότι συμμετείχε στις Γ.Σ. και ότι από το 2015 όλες οι αποφάσεις της A. Varnavides (Holdings) Ltd λαμβάνονταν από τον ίδιο και τον δεύτερο Αιτητή που κατείχαν το 66,8% (33,4% έκαστος) του μετοχικού κεφαλαίου και τους Σάββα Βαρναβίδη και Πέτρα Βαρναβίδη που κατείχαν μαζί το 33,2% του μετοχικού κεφαλαίου. Πρόσθετα χειρίζονταν όλα τα κέρδη, μερί-σματα και υποχρεώσεις της εν λόγω εταιρείας. Αναφορικά με τα καθήκοντα του ανέφερε ότι ως γενικός διευθυντής είχε τον πλήρη έλεγχο του ξενοδοχείου και ότι δεχόταν έλεγχο για τη δουλειά του από την ιδιοκτήτρια Εταιρεία. Ότι η πληρωμή του από την Εργοδότρια Εταιρεία γινόταν με επιταγή που υπέγραφε ο ίδιος και ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο δεύτερος Αιτητής από την θέση που κατείχαν, ως γενικός διευθυντής και διαχειριστής του ξενοδοχείου αντίστοιχα, δεν είχαν καθορισμένο ωράριο εργασίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι λάμβαναν ετήσια άδεια με την έγκριση της Εργοδότριας Εταιρείας, την οποία υπέγραφε ο διευθύνων σύμβουλος Ανδρέας Βαρναβίδης. Ανάλυση - Συμπέρασμα Αξιολογώντας την προσαχθείσα εκ μέρους των Αιτητών μαρτυρία και έχοντας κατά νου το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα κατατεθέντα τεκμήρια, είναι πρόδηλο ότι τα ουσιώδη γεγονότα όπως εξελίχθηκαν και αποτελούν τη βάση για την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση. Ειδικό-τερα τα κατατεθέντα Τεκμήρια δεν έχουν αμφισβητηθεί ως προς την ύπαρξη και το περιεχόμενο τους και από αυτά συνάγονται και τα πιο κάτω ευρήματα του Δικαστηρίου: Οι Αιτητές υπήρξαν μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρείας για την περίοδο από 1.9.1991 μέχρι 4.11.1998, κατέχοντας έκαστος το 8.875% του μετοχικού της κεφαλαίου. Το υπόλοιπο μετοχικό κεφάλαιο κατείχε ο πατέρας των Αιτητών Ανδρέας Βαρναβίδης με ποσοστό 64,5% και η μητέρας τους Μάρω Βαρναβίδη μαζί με τον αδελφό τους Σάββα Βαρναβίδη με ποσοστό 8.875% έκαστος. Στις 8.11.1998 οι 99.999 από τις 100.000 μετοχές που κατείχαν οι εν λόγω μέτοχοι στην Εργοδότρια Εταιρεία μεταβιβάστηκαν στη νεοσυσταθείσα τότε εταιρεία A. Varnavides (Holdings) Ltd και μια μετοχή παρέμεινε στον Σάββα Βαρναβίδη. Το μετοχικό κεφάλαιο της A. Varnavides (Holdings) Ltd ήταν διαιρημένο σε 1000 συνήθεις μετοχές τάξης Α και σε 9000 συνήθεις μετοχές Τάξης Β. Μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας κατά τον χρόνο σύστασης της ήταν ο Ανδρέας Βαρναβίδης με 460 μετοχές Τάξης Α, η Μάρω Βαρναβίδη με 360 μετοχές Τάξης Α, ο Σάββας Βαρναβίδης και οι Αιτητές με 60 μετοχές Τάξης Α και 3000 μετοχές Τάξης Β έκαστος. Στις 30.4.2015 όλες οι μετοχές που κατείχαν οι Ανδρέας και Μάρω Βαρναβίδη μεταβιβά-στηκαν στους Αιτητές και στον Σάββα Βαρναβίδη πλην μιας μετοχής που παρέμεινε στην Μάρω Βαρναβίδη. Επίσης στις 10.10.2015 η μια μετοχή που κατείχε η Μάρω Βαρναβίδη μεταβιβάστηκε στον πρώτο Αιτητή και στις 23.11.2015, 152 μετοχές Τάξης Α που κατείχε ο Σάββας Βαρναβίδης μεταβιβάστηκαν στην Πέτρα Βαρναβίδη. Έτσι από τις 30.4.2015 και μέχρι τον τερματισμό της απασχόλησης τους, έκαστος των Αιτητών κατείχε το 33,3% των μετοχών Τάξης Α και Β της A. Varnavides (Holdings) Ltd. Διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας και της A. Varnavides (Holdings) Ltd ήταν οι Ανδρέας και Σάββας Βαρναβίδης. Ο πρώτος Αιτητής, στην κυρίως εξέταση του, ενώ ισχυρίστηκε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο δεύτερος Αιτητής προσέφεραν τις υπηρεσίες τους από συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, ωστόσο δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε γραπτή σύμβαση εργασίας αλλ' ούτε και αναφέρθηκε στους όρους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προσέφεραν τις υπηρεσίες του. Τον μόνο ισχυρισμό που προέβαλε για υποστήριξη της θέσεως του ήταν ότι κανένας από τους δύο δεν ήταν μέτοχος της Εταιρείας στην οποία εργάζονταν. Υπό το βάρος ωστόσο της αντεξέτασης δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι τόσο ο ίδιος όσο και δεύτερος Αιτητής, ως γενικός διευθυντής και διαχειριστής του ξενοδοχείου αντίστοιχα, δεν είχαν καθορισμένο ωράριο εργασία, ότι τελούσαν κάτω από τον έλεγχο της Εργοδότριας Εταιρείας και ειδικότερα του διοικητικού συμβούλου Ανδρέα Βαρναβίδη, ο οποίος ενέκρινε και τις άδειες απουσίας τους. Επίσης ότι πρόσφερε τις υπηρεσίες του με αντάλλαγμα την παροχή μισθού, τον οποίο λάμβανε με επιταγή που υπέγραφε ο ίδιος. Οι εν λόγω αναφορές του μάρτυρα δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση. Οι σχετικές υποβολές που δέχθηκε από την πλευρά του Ταμείου παρέμειναν μετέωρες. Καμιά μαρτυρία προσκομίστηκε από το Ταμείο για θεμελίωση του οποιουδήποτε ισχυρισμού του. Για όλα τα πιο πάνω αποδεχόμαστε ότι η μαρτυρία του πρώτου Αιτητή αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω προχωρούμε στην εξέταση του ερωτήματος που έχει ήδη τεθεί. Aν, δηλαδή, οι Αιτητές προσέφεραν τις υπηρεσίες τους υπό συνθήκες εξηρτημένης εργασίας. Υποστηρίχθηκε από τον εκπρόσωπο του Ταμείου ότι τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι ικανά να καταδείξουν την ύπαρξη εξηρτημένης εργασίας καθώς οι Αιτητές επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τον μανδύα της ξεχωριστής νομικής προσωπικότητας των δύο εταιρειών για να λάβουν ωφελήματα που δεν δικαιούνται, εστιάζοντας τη θέση τους στο γεγονός ότι δεν ήταν μέτοχοι της Εργοδότριας Εταιρεία. Έχουμε την άποψη ότι η εισήγηση αυτή δεν ευσταθεί και δεν συνάδει με τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως αυτά προκύπτουν από τη μαρτυρία του πρώτου Αιτητή και υποστηρίζονται από τα κατατεθέντα τεκμήρια. Οι Αιτητές, αν και μέτοχοι μιας τρίτης εταιρείας η οποία κατείχε την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της Εργοδότριας Εταιρείας, εν τούτοις πέραν του εν λόγω στοιχείου, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας και αποτελούν εύρημα του Δικαστηρίου, επιβεβαιώνεται η ύπαρξη μιας αυθεντικής σχέσης εργασίας η οποία ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί, έστω κι αν δεν υπήρξε γραπτή συμφωνία. Επισημαίνεται, προφανώς, ότι και οι δύο Αιτητές κατείχαν συγκεκριμένες θέσεις εργασίας στην επιχείρηση της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι τελούσαν κάτω από τον έλεγχο του διοικητικού συμβούλου Ανδρέα Βαρναβίδη, ο οποίος υπέγραψε και την επιστολή τερματισμού της απασχόλησης τους. Από τις πρόνοιες του καταστατικού και τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει είναι προφανές ότι οι Αιτητές ως μέτοχοι, κατέχοντες συνήθεις μετοχών Τάξης Α' της εταιρείας A. Varnavides (Holdings) Ltd, είχαν κάθε δικαίωμα να παρευρίσκονται και να ψηφίζουν είτε αυτοπροσώπως είτε δι' αντιπροσώπου σε οποιαδήποτε Γ.Σ. της εταιρείας. Η ψήφος τους ωστόσο δεν ήταν αναγκαία στη λήψη αποφάσεων λόγω του μειοψηφικού αριθμού συνήθων μετοχών Τάξης Α' που κατείχε έκαστος στην εν λόγω εταιρεία. Περαιτέρω οι Αιτητές δεν κατείχαν θέση διευθύνοντα συμβούλου στην εταιρείας A. Varnavides (Holdings) Ltd ή στην Εργοδότρια Εταιρεία. Διευθύνοντες Σύμβουλοι και στις δύο εταιρείες ήταν οι Ανδρέας και Σάββας Βαρναβίδης. Τηρουμένων των προνοιών του καταστατικού της εταιρείας και του Νόμου, η διεύθυνση και διαχείριση της εταιρείας βρίσκεται στα χέρια των συμβούλων, οι οποίοι και έχουν όλες τις εξουσίες που χρειάζονται για να μπορούν να ασκούν τα καθήκοντα τους. Οι εξουσίες τους όμως, μπορούν να περιορίζονται από το καταστατικό. Μπορεί, για παράδειγμα, να προνοείται ότι ορισμένες πράξεις δεν μπορούν να διενεργηθούν εκτός αν προηγηθεί η έγκριση τους από την εταιρεία σε γενική συνέλευση. Αν το καταστατικό δεν περιορίζει μια εξουσία που ασκείται από τους συμβούλους, οι σύμβουλοι δεν έχουν υποχρέωση ν' ακολουθούν οδηγίες που τους δίνονται από την γενική συνέλευση της εταιρείας, δεδομένου ότι έντιμα πιστεύουν ότι η πορεία που οι ίδιοι επιθυμούν ν' ακολουθήσουν είναι η πιο ενδεδειγμένη προς το συμφέρον της εταιρείας, αλλά η εταιρεία μπορεί να επιβάλει τη θέληση της πάνω στους συμβούλους τροποποιώντας το καταστατικό με ειδικό ψήφισμα. (Βλ. Γ. Κακογιάννη, Κυπριακό Εταιρικό Δίκαιο
(2001)σελ. 109-110). Σύμφωνα με το Pennington's Company Law, 4th Edition, p.523-525, το Διοικητικό Συμβούλιο και οι μέτοχοι της εταιρείας δύνανται μεταξύ τους να ασκήσουν και να αναλάβουν την ευθύνη άσκησης όλων των εξουσιών της εταιρείας. Ο Καν. 80, του Πίνακα Α, του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, καθορίζει ρητά ότι οι εργασίες της εταιρείας θα διεξάγονται από τους διοικητικούς συμβούλους, οι οποί-οι δύνανται να ασκούν όλες αυτές τις εξουσίες της εταιρείας που δεν απαιτούνται από τον Νόμο ή τους κανονισμούς του Πίνακα Α, να ασκούνται από την εταιρεία σε γενική συνέλευση. Στην προκείμενη περίπτωση, διαπιστώνουμε ότι ο Καν. 80 εφαρμόζεται πλήρως, αν λάβουμε υπόψη ότι δεν αποκλείεται ή περιορίζεται με οποιοδήποτε τρόπο από το καταστατικό της εταιρείας A. Varnavides (Holdings) Ltd και ούτε αντιβαίνει τους υπόλοιπους κανονισμούς του καταστατικού. Συνεπώς στην προκείμενη περίπτωση το Διοικητικό Συμβούλιο ήταν το όργανο που διηύθυνε και διαχειριζόταν μέσω των διοικητικών συμβούλων την εταιρεία. Ενώ οι εξουσίες του εν λόγω οργάνου θα μπορούσαν να περιοριστούν από το καταστατικό, όπως λ.χ. ότι ορισμένες πράξεις δεν θα μπορούσαν να διενεργηθούν εκτός εάν προηγείτο η έγκριση τους σε Γ.Σ των μετόχων, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν ίσχυε στην προκείμενη περίπτωση. Αλλά και στην περίπτωση ακόμη που υπήρχε τέτοιος περιορισμός και πάλι η ψήφος των Αιτητών δεν θα μπορούσε από μόνη της να επηρεάσει οποιαδήποτε απόφαση. Θέτοντας λοιπόν τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, βρίσκουμε ότι οι Αιτητές από τη θέση του διευθυντή και διαχειριστή του ξενοδοχείου της Εργοδότριας Εταιρείας αντίστοιχα, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους υπό συνθήκες που υποδηλώνουν την ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. Για τους λόγους δε που έχουμε αναπτύξει, τα χαρακτηριστικά της εργασιακής σχέσης που διατηρούσαν οι Αιτητές με την Εργοδότριας Εταιρείας δεν αναιρούνται από το γεγονός και μόνο ότι ήταν μέτοχοι μιας τρίτης εταιρείας που κατείχε την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίο της Εταιρείας που τους απασχολούσε, καθώς οι ίδιοι δεν κατείχαν θέση διοικητικού συμβούλου και ούτε είχαν κανένα καθοριστικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων. Σε τελικό στάδιο δεν διεφάνη έστω και αμυδρά ότι η ιδιότητα μετόχου που κατείχαν οι Αιτητές υποσκέλισαν ή υπερκάλυψαν με οποιοδήποτε τρόπο την εργασιακή σχέση που διατηρούσαν με την Εργοδότρια Εταιρεία. Εν ολίγοις ως μέτοχοι μιας τρίτης εταιρείας δεν ασκούσαν εξουσίες που ταυτίζονταν με αυτές του εργοδότη. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα πιο πάνω στοιχεία καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο αναγκαίος βαθμός προσωπικής εξάρτησης, για να χαρακτηριστούν οι Αιτητές εργοδοτούμενοι, πληρούται στην υπό κρίση περίπτωση, με επακόλουθο να δικαιούνται πληρωμής λόγω πλεονασμού από το ομώνυμο Ταμείο σύμφωνα με την Παράγραφο 1 του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου. Από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης φαίνεται ότι ο πρώτος Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότρια Εταιρείας για 25 συναπτά έτη και ο τελευταίος μισθός που λάμβανε πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του ανερχόταν στα €697,52 εβδομαδιαίως. Η δε πληρωμή που δικαιούται λόγω πλεονασμού αντιστοιχεί με απολαβές 75,5 βδομάδων ήτοι ποσό (75,5,Χ€697,52) €52.662,76. Αφαιρουμένου του ποσού των €9.074,00 που του έχει κατεβλήθη με βάση την Παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου, το επιπλέον ποσό που δικαιούται να λάβει ανέρχεται στα €43.588,76. Ο δεύτερος Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Εργοδότρια Εταιρείας για 15 συ-ναπτά έτη και ο τελευταίος μισθός που λάμβανε πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του ανερχόταν στα €697,52 εβδομαδιαίως. Η δε πληρωμή που δικαιούται λόγω πλεονασμού αντιστοιχεί με απολαβές 38 βδομάδων ήτοι ποσό (38Χ€697,52) €26.505,76. Αφαιρουμένου του ποσού των €5.444,40 που του έχει κατεβλήθη με βάση την Παράγραφο 1Α του Τέταρτου Πίνακα του Νόμου, το επιπλέον ποσό που δικαιούται να λάβει ανέρχεται στα €21.061,36. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση 489/2017 και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού για το ποσό των €43.588,76 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού €1.000 ως έξοδα με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση 490/2017 και εναντίον του Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού για το ποσό των €21.061,36 με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού €1.000 ως έξοδα με νόμιμο τόκο μέχρι τελικής εξόφλησης. (υπ)................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Κ. Κωστής, Μέλος Χ. Αυγουστής, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.