← Κύπρος

ΝΤΙΑΝΑ ΚΝΕΚΝΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΜΠΑΤΜΙΝΤΟΝ, Αρ. Υπόθεσης: 558/2015, 30/11/2022

ΝΤΙΑΝΑ ΚΝΕΚΝΑ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΜΠΑΤΜΙΝΤΟΝ, Αρ. Υπόθεσης: 558/2015, 30/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:47 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Λάμπρου και Ν. Ανδρέου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 558/2015 Μεταξύ: ΝΤΙΑΝΑ ΚΝΕΚΝΑ Αιτήτρια -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΜΠΑΤΜΙΝΤΟΝ Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 30η Νοεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Ζ. Νικολάου Για Καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Παπαλοΐζου με κα Μ. Φωτιάδου ΑΠΟΦΑΣΗ Η απασχόληση της Αιτήτριας στην Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Ομοσπονδία») τερματίστηκε στις 2.11.2015 με το αιτιολογικό ότι προέβηκε σε πολύ σοβαρά παραπτώματα. Είναι η θέση της Αιτήτριας, όπως προβάλλει μέσα από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της είναι έκδηλα παράνομος και αδικαιολόγητος καθώς δεν διέπραξε κανένα παράπτωμα και ούτε επέδειξε οποιαδήποτε διαγωγή και/ή συμπεριφορά που να δικαιολογεί μια τέτοια απόφαση. Στη βάση αυτή αξιώνει: (α) αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της (β) πληρωμή αντί προειδοποίησης (γ) αυξημένες αποζημιώσεις (δ) ημερομίσθια από 16.9.2015 μέχρι 2.11.2015 (ε) αναλογία 13ου μισθού (στ) οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο (ζ) νόμιμο τόκο (η) έξοδα και ΦΠΑ. Η Ομοσπονδία, με τους γενικούς λόγους Εμφάνισης, αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις, ισχυριζόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτή-τριας ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος για τους λόγους που περιέχονται στην επιστολή ημερ. 2.11.2015 (Τεκ.24) και δη λόγω των σοβαρών παραπτωμάτων και ή λαθών και ή παραλείψεων της Αιτήτριας κατά την ενάσκηση των καθηκόντων της τα οποία επέφεραν σοβαρά προβλήματα και/ή επιπτώσεις και/ή ζημιές στην Ομοσπονδία. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Ομοσπονδία απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα απέλυσε την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ο Πρόεδρος και η Γενική Γραμματέας της Ομοσπονδίας κ. Ευθύμιος Πολυδώρου και κα Νέφη Οικονομίδου αντίστοιχα. Η Αιτήτρια υποστηριξε την υπόθεση της με την προσωπική της και μόνο μαρτυρία. Παράλληλα, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Η Ομοσπονδία αποτελεί Αθλητική Ομοσπονδία η οποία ασχολείται με την καλλιέργεια και ανάπτυξη του Μπάτμιντον στην Κύπρο. Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην Ομοσπονδία την 1.1.1995, αρχικά ως προπονήτρια Μπάτμιντον και ακολούθως ως Τεχνικός Σύμβουλος. Οι όροι εργοδότησης της εμπεριέχονται σε σχετική συμφωνία ημερ. 1.1.2009 (Τεκ.2). Στις 24.8.2015, το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού («ΥΠΠ») με επιστολή προς τον Πρόεδρο της Ομοσπονδίας («ο Πρόεδρος»), ζήτησε όπως μέσα στα πλαίσια της αγαστής συνεργασίας τους, εισηγηθούν όνομα πτυχιούχου Φυσικής Αγωγής με προπονητική εμπειρία υψηλού επιπέδου στην Αντιπτέριση, για πρόσληψη του στο Αθλητικό Γυμνάσιο Λευκωσίας, με βάση τις ανάγκες και τις διαδικασίες εργοδότησης που διέπουν τη λειτουργία Αθλητικών Σχολείων (Τεκ.28). Δυο μέρες μετά, ο Πρόεδρος ενημέρωσε όλα τα σωματεία μέλη της Ομοσπονδίας για τη συγκεκριμένη θέση και ζήτησε όπως οι ενδιαφερόμενοι υποβάλουν βιογραφικό το αργότερο μέχρι το μεσημέρι της 28.8.2015 (Τεκ.29). Η Αιτήτρια επιδεικνύοντας ενδιαφέρον πρόσληψης, ενημέρωσε τον Πρόεδρο και υπέβαλε σχετική αίτηση. Εν όψει τούτου στις 7.9.2015, το Δ.Σ. της Ομοσπονδίας κοινοποίησε στην Αιτήτρια την πιο κάτω επιστολή (Τεκ.3): «ΘΕΜΑ: Προσωπικό ΚΟΜ - Αναπροσαρμογή Οικονομικών Απολαβών - Συμβολαίου Με την παρούσα το Δ.Σ. της ΚΟΜ θα ήθελε να σας ενημερώσει ότι στη συνεδρία του Δ.Σ. της ΚΟΜ ημερομηνίας 2 Σεπτεμβρίου 2015 αποφάσισε ότι σε περίπτωση πρόσληψης σας στη θέση της προπονήτριας στο Αθλητικό Γυμνάσιο θα προβεί σε αναπροσαρμογή των όρων συνεργασίας μας.» Με τη λήψη της εν λόγω επιστολής, η Αιτήτρια κοινοποίησε προς την κα Κάλλη Χατζηιωσήφ ΕΜΕ Φυσικής Αγωγής ΥΠΠ και δύο προσωπικές επιστολές 9.9.2015 [Τεκ.7(α)] και 10.9.2015 [Τεκ.7(β)]. Παραθέτουμε αυτούσιο το περιεχόμενο της επιστολής Τεκ.7(β): «ΘΕΜΑ: Πρόσληψη προπονητή Αντιπτέρισης με βάση τις ανάγκες του Αθλητικού Γυμνασίου Λευκωσίας Αξιότιμη Κυρία, Αναφέρομαι στο πιο πάνω θέμα και σας πληροφορώ ότι σε περίπτωση που θα επιλεγώ για την πιο πάνω θέση έχω τη συγκατάθεση της Κ.Ο.Μπάτμιντον να εργαστώ στο Αθλητικό Γυμνάσιο και θα γίνει αναπροσαρμογή στο ωράριο μου με αποκοπή στο μισθολόγιο μου ούτως ώστε να μπορώ να ανταποκριθώ και στα καθήκοντα μου ως Τεχνική Σύμβουλος. Σε περίπτωση που το Υπ. Παιδείας χρειάζεται γραπτώς τη συγκατάθεση της ΚΟΜ για το πιο πάνω μπορείτε να το ζητήσετε γραπτώς από την ΚΟΜ και θα σας σταλεί άμεσα. Θα είμαι στη διάθεση σας για οτιδήποτε άλλες πληροφορίες χρειάζεστε για το πιο πάνω θέμα.» [Η επιστολή Τεκ.7(α) με το ίδιο περιεχόμενο δεν περιλαμβάνει τη δεύτερη παράγραφο] Στις 11.9.2015, το ΥΠΠ ενημέρωσε την Αιτήτρια για την πρόσληψη της στη συγκεκριμένη θέση. Με ηλεκτρονική επιστολή που κοινοποίησε ο Πρόεδρος στην Αιτήτρια στις 16.9.2015, αφού επανέλαβε το περιεχόμενο της επιστολής του Δ.Σ. 7.9.2015 (Τεκ.3) και με αφορμή ότι η Αιτήτρια δεν είχε αποστείλει το συμβόλαιο εργοδότησης στο Αθλητικό Σχολείο, την έθεσε σε άδεια άνευ απολαβών μέχρι την προσκόμιση του εν λόγω συμβολαίου, «για να αποφασιστεί ο τρόπος συνεργασίας τους, αν θα υπήρχε και για να μπορέσουν να πάρουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή για το τι δέον γενέσθαι με την περίπτωση της» (Τεκ.4). Με απαντητική ηλεκτρονική επιστολή 17.9.2015, προς τον Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας (Τεκ.13), η Αιτήτρια διαφώνησε με την πιο πάνω απόφαση ισχυριζόμενη ότι μέχρι τότε δεν είχε υπογράψει συμβόλαιο με το ΥΠΠ για την απασχόληση της στο Αθλητικό Σχολείο. Επισυνάπτοντας σχετικό δείγμα συμβολαίου, ζήτησε άμεση ενημέρωση για την αναπροσαρμογή των όρων εργοδότησης της. Ακολούθως, με επιστολή 24.9.2015 (Τεκ.5) η Ομοσπονδία ζήτησε τη θέση και συμβουλή του ΚΟΑ, κατά πόσο μπορούσε να συνεχίσει να απασχολεί την Αιτήτρια με το υφιστάμενο καθεστώς και το συμβόλαιο της, από τη θέση της Τεχνικού Συμβούλου. Ο ΚΟΑ απάντησε με επιστολή του 9.10.2015 (Τεκ.6), ενημερώνοντας την Ομοσπονδία ότι η παραχώρηση αδείας στην Τεχνική Σύμβουλο/Γραφέα για εργοδότηση από το Δημόσιο Αθλητικό Σχολείο, ήταν καθαρά απόφαση του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας, το οποίο θα έπρεπε να λάβει υπόψη τους όρους εργοδότησης της και κατά πόσο επηρέαζε την εργασία της στην Ομοσπονδία. Σε συνεδρία του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας που έλαβε χώρα στις 28.9.2015 (Τεκ.10), ο Πρόεδρος ενημέρωσε τα μέλη για διάφορες κατ' ισχυρισμό πράξεις και παραλείψεις στις οποίες περιέπεσε η Αιτήτρια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Στις 7.10.2015, ενώ η Αιτήτρια συνέχισε να βρίσκεται σε αναγκαστική άδεια άνευ απολαβών, της κοινοποιήθηκε η πιο κάτω επιστολή (Τεκ.22): «Σε συνέχεια της προφορικής μας επικοινωνίας σας ενημερώνουμε και γραπτώς ότι το Συμβούλιο της Ομοσπονδίας έχει λάβει γνώση, μέχρι σήμερα, των πιο κάτω ενεργειών και/ή παραλείψεων σας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων σας ως υπάλληλος της Ομοσπονδίας και συγκεκριμένα: α. Αποστολή τριών
(3)ηλεκτρονικών μηνυμάτων E-MAILS σε τρίτα πρόσωπα με το βιογραφικό της συνυποψήφιας σας για την θέση του καθηγητή φυσικής αγωγής του αθλητικού σχολείου Έλενας Ιακώβου. β. Αποστολή προσωπικής δικής σας επιστολής στο ΥΠ.Π&Π για το θέμα του αθλητικού σχολείου με μη ακριβή στοιχεία για τις αποφάσεις του Δ.Σ. καθώς και προσπάθεια εμπλοκής του προέδρου της ΚΟΜ χωρίς την άδεια του. γ. Απόκρυψη από το Δ.Σ. ηλεκτρονικού μηνύματος ενδιαφερόμενου προσώπου για την θέση του καθηγητή φυσικής αγωγής του αθλητικού σχολείου ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία εκδήλωσης ενδιαφέροντος από την ΚΟΜ, καθώς και αλληλογραφία με προ-σωπική πρωτοβουλία. δ. Ηλεκτρονικό μήνυμα προς σωματείο μέλος της ΚΟΜ στο οποίο υπήρχαν στοιχεία για προώθηση / πώληση αθλητικού υλικού από εσάς. ε. Διαγραφή της σελίδας FACEBOOK της ΚΟΜ με δική σας πρωτοβουλία και χωρίς την έγκριση της ΚΟΜ. στ. Αδιεκπεραίωτη συσσωρεμένη γραφειακή εργασία η οποία χρονολογείτο από τις αρχές Αυγούστου
  1. Όθεν καλείστε σε συνάντηση ενώπιον του Συμβουλίου της Ομοσπονδίας την Τετάρτη 14 Οκτωβρίου και ώρα 19:00 για να δώσετε τις δικές σας εξηγήσεις και/ή απαντήσεις και/ή θέσεις στα ερωτήματα του Συμβουλίου.» Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε τελικά στις 19.10.
  2. Από το πρακτικό της συ-νεδρίας (Τεκ.23) φαίνεται να ζητήθηκε από την Αιτήτρια να τοποθετηθεί επί των διαφόρων ερωτημάτων που της είχαν τεθεί με την πιο πάνω επιστολή (Τεκ. 22). Οι λόγοι απόλυσης κοινοποιήθηκαν στην Αιτήτρια με επιστολή 2.11.2015 (Τεκ.24), το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσια: Με το χέρι 2.11.2015 ΘΕΜΑ: Τερματισμός της εργοδότησης σας. Αγαπητή Κύρια, Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις που σας έγιναν στο παρελθόν δυστυχώς εξακολουθήσατε να διαπράττετε όχι μονό σοβαρά παραπτώματα, αλλά πιθανόν και ποινικά αδικήματα, όπως επίσης προβήκατε σε παραβίαση των κανόνων εργοδότησης και εκτέλεση της εργασίας σας κατά μη ικανοποιητικό τρόπο, με αποτέλεσμα η Ομοσπονδία να έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και/ή ζημία. Ειδικότερα όπως σας είχε αναφερθεί και στην πρόσφατη συνάντηση ημερομηνίας 19 Οκτωβρίου 2015 είχατε προβεί στα πιο κάτω τα οποία διαπιστώθηκαν μέχρι την ημέρα εκείνη: α. Αποστολή τριών
(3)ηλεκτρονικών μηνυμάτων (E-MAILS) σε τρίτα πρόσωπα με το βιογραφικό της ανθυποψήφιας σας Έλενας Ιακώβου για την θέση του καθηγητή φυσικής αγωγής του αθλητικού σχολείου το οποίο παράνομα πήρατε από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ομοσπονδίας. β. Αποστολή προσωπικής δικής σας επιστολής στο ΥΠ.Π&Π για το θέμα του αθλητικού σχολείου με μη ακριβή στοιχεία για τις αποφάσεις του Δ.Σ. καθώς και προσπάθεια εμπλοκής του προέδρου της ΚΟΜ και/η άλλα μέλη του Δ.Σ. χωρίς την άδεια του/τους. γ. Απόκρυψη από το Δ.Σ. ηλεκτρονικού μηνύματος ενδιαφερόμενου προσώπου για την θέση του καθηγητή φυσικής αγωγής του αθλητικού σχολείου ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία εκδήλωσης ενδιαφέροντος από την ΚΟΜ, καθώς και αλληλογραφία με προ-σωπική πρωτοβουλία. δ. Άρνηση σας να παραδώσετε στην Ομοσπονδία αποδείξεις συνολικού ύψους 1379,78 ευρώ οι οποίες αφορούσαν τα έξοδα της αποστολής της εθνικής ομάδας Κ19 (U19) στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα 2015 (EJC2015) το οποίο διεξήχθη στο LUBIN της Πολωνίας από 23/03/2015 μέχρι 02/04/
  1. ε. Ηλεκτρονικό μήνυμα προς σωματείο μέλος της ΚΟΜ στο οποίο υπήρχαν στοιχεία για προώθηση / πώληση αθλητικού υλικού από εσάς. στ. Διαγραφή της σελίδας FACEBOOK της ΚΟΜ με δική σας πρωτοβουλία και χωρίς την έγκριση της ΚΟΜ. ζ. Αδιεκπεραίωτη συσσωρεμένη γραφειακή εργασία η οποία χρονολογείτο από τις αρχές Αυγούστου
  2. ......... Περαιτέρω παρά το γεγονός ότι κληθήκατε σε συνάντηση για συζήτηση των πιο πάνω παραπτωμάτων και/ή ενεργειών σας ώστε να προβάλετε τις δικές σας θέσεις και/ή δώσετε συγκεκριμένες απαντήσεις και/ή επεξηγήσεις εντούτοις αρκεστήκατε σε μια γενική και ατεκμηρίωτη άρνηση των όσων σας καταλογίζονται. Τα πιο πάνω αποτελούν σοβαρότατα λάθη και θεμελιώδεις παραβάσεις των όρων εργοδότησης σας οι οποίες επαναλαμβάνω έχουν προκαλέσει σοβαρή ζημία και βλάβη στην Ομοσπονδία. Εν όψει των ανωτέρω το Δ.Σ. της Ομοσπονδίας αποφάσισε όπως προχωρήσει άμεσα στον τερματισμό των υπηρεσιών και της εργοδότησης σας και δια της παρούσης τερματίζεται άμεσα η εργοδότηση σας. Δια Κ.Ο.Μ. κατ' εντολή του Δ.Σ., Ευθύμιος Πολυδώρου Νέφη Οικονομίδου Πρόεδρος, ΚΟΜ Γεν. Γραμματέας, ΚΟΜ Για ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης να σημειώσουμε ότι πλην των αξιώσεων που αφορούν τον τερματισμό της απασχόλησης, η Αιτήτρια δεν έχει υποστηρίξει με οποιαδήποτε μαρτυρία τις υπόλοιπες αξιώσεις, τις οποίες εν τέλει εγκαταλείπει. Μαρτυρία Καταθέτοντος ο κ. Πολυδώρου ισχυρίστηκε ότι με βάση τον οδηγό αποδέσμευσης (Τεκ.1), η Αιτήτρια ως Τεχνικός Σύμβουλος δεν μπορούσε να κατέχει οποιανδήποτε άλλη θέση που πιθανόν να επέφερε σύγκρουση συμφερόντων. Γι' αυτό το λόγο η Ομοσπονδία αποφάσισε όπως αναπροσαρμόσει τους όρους απασχόλησης της Αιτήτριας και να τη θέσει εκτός υπηρεσίας με άδεια άνευ απολαβών, μέχρι να διαπιστωθεί εάν υπήρχε νομικό κώλυμα. Ισχυρίστηκε ότι στο διάστημα που η Αιτήτρια βρισκόταν με άδεια άνευ απολαβών, διαπίστωσαν μέσα από τον ΗΥ της, ότι περιέπεσε σε πολύ σοβαρά παραπτώματα, που αποτέλεσαν και τους λόγους απόλυσης, ως και η σχετική επιστολή 2.11.2015 (Τεκ.24). Συγκεκριμένα με τις επιστολές που κοινοποίησε στο ΥΠΠ (Τεκ.7) έδωσε ανακριβή στοιχεία σε σχέση με τις αποφάσεις του Δ.Σ. και προέβη σε προσπάθεια εμπλοκής του ιδίου και άλλων μελών του Δ.Σ. χωρίς την άδεια και γνώση τους. Στις 8.9.2015, παράνομα και χωρίς την άδεια τους, απέσπασε από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ομοσπονδίας και προώθησε σε τρίτα πρόσωπα, μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Ομοσπονδίας, το βιογραφικό της Ε. Ιακώβου που ήταν η δεύτερη υποψήφια για τη θέση του καθηγητή φυσικής αγωγής στο Αθλητικό Σχολείο [Τεκ.8(α)(β)]. Όταν ο ίδιος αντιλήφθηκε το παράπτωμα, επικοινωνώντας με την Επίτροπο Προσωπικών Δεδομένων, του αναφέρθηκε ότι ως Ομοσπονδία παραβίασαν τα προσωπικά δεδομένα υποψηφίου με ενδεχόμενο την ποινική ευθύνη (Τεκ.10). Περαιτέρω, η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δ.Σ. ηλεκτρονικό μήνυμα ενδιαφερόμενου προσώπου για την εν λόγω θέση καθηγητή, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία εκδήλωσης ενδιαφέροντος (Τεκ.12). Προχώρησε σε διαγραφή της ιστοσελίδας και του λογαριασμού της Ομοσπονδίας στην ιστοσελίδα - μέσο κοινωνικής δικτύωσης "Facebook", θέμα που συζητήθηκε εκτενώς στη συνεδρία 19.10.2015, παρουσία της Αιτήτριας. Απέ-στειλε ηλεκτρονικό μήνυμα μέσω της ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Ομοσπονδίας στο οποίο υπήρχαν στοιχεία για προώθηση - πώληση αθλητικών ειδών από την ίδια (Τεκ.15). Ισχυρίστηκε δε, ότι ο σύζυγος της ήταν αντιπρόσωπος αθλητικών ειδών και ότι σε διαφημιστικό υλικό που εντόπισαν στη συνέχεια αναγραφόταν και το κινητό της Αιτήτριας (Τεκ.16). Πρόσθετα, η Αιτήτρια αρνήθηκε να παραδώσει στην Ομοσπονδία αποδείξεις που αφορούσαν την αποστολή της Εθνικής Ομάδας Κ19 στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα 2015 στην Πολωνία (Τεκ.17), γεγονός που οδήγησε στην αποστολή απολογητικής επιστολές στον ΚΟΑ, η οποία έγινε αποδεκτή. Επίσης, ότι υπήρχαν συνεχείς διαπληκτισμοί της Αιτήτριας με τη Ομοσπονδιακή Προπονήτρια (Τεκ.19), προέβη σε παραποίηση των όρων του συμβολαίου εργοδότησης της με αλλαγή της αναγραφόμενης ετήσιας άδειας από 20 σε 29 ημέρες (Τεκ.20) και υπήρχε αδιεκπεραίωτη συσσωρευμένη γραφειακή εργασία από τις αρχές Αυγούστου 2015, ως αναφέρθηκαν αναλυτικά στη συνεδρία του Δ.Σ. 28.9.
  3. Γενικά, ισχυρίστηκε, ότι η Αιτήτρια εκτελούσε πλημμελώς και μη επαρκώς τα καθήκοντα της. Αντεξεταζόμενος και επιμένοντας στις βασικές του θέσεις, ισχυρίστηκε ότι με την επιστολή 7.9.2015 (Τεκ.3) ήταν απόλυτα ξεκάθαρο ότι η αναπροσαρμογή των όρων εργοδότησης απαντούσε στη σύγκρουση συμφερόντων που δημιουργήθηκε με τη διπλή ιδιότητα της Αιτήτριας και ότι χωρίς αναπροσαρμογή ήταν αδύνατη η ανάληψη άλλης εργασίας. Δεν αμφισβήτησε ότι η Αιτήτρια κατά καιρούς προσέφερε υπηρεσίες και εκτός Ομοσπονδίας, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι δεν γνωρίζει υπό ποιους όρους εργάστηκε για να μπορεί να τοποθετηθεί. Για τις δύο επιστολές 9.9.2015 και 10.9.2015 [Τεκ.7(α)(β)] που συνέταξε η Αιτήτριας προς το ΥΠΠ, ισχυρίστηκε ότι δεν ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο του Τεκ.3 καθώς αναφέρονται σε αναπροσαρμογή ωραρίου και μισθού ενώ η Ομοσπονδία αναφέρθηκε σε αναπροσαρμογή όρων συμβολαίου. Και ενώ του υπεβλήθη ότι η αποστολή του βιογραφικού της υποψήφιας Ε. Ιακώβου έγινε με την έγκριση της, ο μάρτυρας διαφώνησε παρουσιάζοντας σχετική ηλεκτρονική επιστολή της ιδίας προς την Ομοσπονδία ημερ. 14.12.2015 (Τεκ.26), με την οποία ζητούσε απάντηση για τα αποτελέσματα της εσωτερικής έρευνας. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι το περιεχόμενο των επιστολών (Τεκ.7) ήταν σημαντικό για το Υπουργείο να απολύσει την Ε. Ιακώβου και να προσλάβει εν τέλει την Αιτήτρια, ενώ η συγκατάθεση που είχε δοθεί με το Τεκ.3 ήταν υπό προϋποθέσεις. Για τον λογαριασμό της Ομοσπονδίας στο "Facebook" ισχυρίστηκε ότι τον χειριζόταν η Αιτήτρια μέσα από προσωπικό της λογαριασμό (Τεκ.27). Αφού αναγνώρισε τις επιστολές (Τεκ.28 και 29) δεν αρνήθηκε ότι η Ομοσπονδία πρότεινε την Αιτήτρια και την Ε. Ιακώβου για διορισμό στο Αθλητικό Σχολείο, με το σκεπτικό ότι ο κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να διεκδικεί καλύτερες εργοδοτικές συνθήκες. Η κα Οικονομίδου, Γενική Γραμματέας της Ομοσπονδίας από το 2015, ισχυριζόμενη ότι εντός των καθηκόντων της είναι και η τήρηση πρακτικών των συνεδριάσεων του Δ.Σ., κατάθεσε στο Δικαστήριο πρακτικά ημερ. 23.10.2015 όπου γίνεται αναφορά στην ομόφωνη απόφαση τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας (Τεκ.30). Ερωτηθείσα κατά την αντεξέταση της, επί των πρακτικών του Δ.Σ. 28.9.2015 (Τεκ.10), ισχυρίστηκε ότι ήταν από τα άτομα που ανακάλυψαν μέσα από τον ΗΥ το τι η Αιτήτρια δεν έκανε σωστά, όπως το βιογραφικό της άλλης υποψήφιας που είχε προβληθεί σε τρίτα πρόσωπα. Αναφερόμενη η Αιτήτρια στις συνθήκες κάτω από τις οποίες προσελήφθη στην υπηρεσία της Ομοσπονδίας, την προσφορά και τις προσπάθειες που κατέβαλε για την ανάπτυξη του αθλήματος κατά την πολυετή παρουσία της τόσο ως αθλήτρια όσο και ως απασχολούμενη από τη θέση της τεχνικού συμβούλου, τις καλές σχέσεις που διατηρούσε με όλα τα Δ.Σ., τις επιτροπές και τους προηγούμενους προέδρους της Ομοσπονδίας, ισχυρίστηκε ότι κατέστησε εξ αρχής φανερό στον κ. Πολυδώρου το ενδιαφέρον της για διεκδίκηση της συγκεκριμένης θέσης, με τη διαβεβαίωση ότι δεν θα επηρεαζόταν η εργασία της στην Ομοσπονδία. Και ενώ μέχρι τα τέλη Αυγούστου διατηρούσε μαζί του μια άψογη σχέση και ο ίδιος την επαινούσε για τη δουλειά της, ωστόσο από τις αρχές Σεπτεμβρίου δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα της εν ώρα εργασίας. Ακολούθως ενημερώθηκε από την Κ. Χατζηιωσήφ ότι δεχόταν πιέσεις από τον κ. Πολυδώρου για πρόσληψη της Ε. Ιακώβου. Αποβλέποντας μάλιστα προς αυτό το σκοπό, εσκεμμένα καθυστερούσε να της κοινοποιήσει τη συγκατάθεση της Ομοσπονδίας που είχε ήδη δοθεί από το Δ.Σ. στις 2.9.
  4. Τελικά όταν η Ε. Ιακώβου είχε ήδη υπογράψει συμβόλαιο, επικοινωνώντας με το ΥΠΠ και αποστέλλοντας αμέσως τη γραπτή συγκατάθεση που της είχε δοθεί στις 7.9.2015 (Τεκ.3), την επομένη μέρα ενημερώθηκε για τον διορισμό της στη συγκεκριμένη θέση. Θεωρεί απαράδεκτη την απόφαση να τεθεί σε άδεια άνευ απολαβών ισχυριζόμενη ότι ποτέ δεν τέθηκε θέμα συνέχισης των υπηρεσιών της στην Ομοσπονδία όταν θα διοριζόταν στο Αθλητικό Σχολείο και ότι αυτό που εκκρεμούσε ήταν η συζήτηση για αναπροσαρμογή των όρων απασχόληση της. Επιπλέον, ενώ κοινοποίησε στην Ομοσπονδία, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (Τεκ.33), το συμβόλαιο που υπέγραψε με το ΥΠΠ και δεν υπήρχε λόγος να ευρίσκεται με άδεια άνευ απολαβών, ωστόσο στις 19.10.2015 κλήθηκε ενώπιον του Δ.Σ. να απαντήσει σε διάφορα ερωτήματα, τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με την αρχική τους απόφαση. Αρνείται ως αβάσιμους τους λόγους που της καταλόγισε η Ομοσπονδία στο Τεκ.24 για τον τερματισμό της απασχόλησης της. Ισχυρίζεται ότι ο οδηγός αποδέσμευσης επιχορηγήσεων (Τεκ.1) δεν απαγόρευε να κατέχει και δεύτερη θέση από τη στιγμή που υπήρχε η συγκατάθεση της Ομοσπονδίας, κάτι που συνέβη και με τα προηγούμενα Δ.Σ. όταν της δόθηκε άδεια να εργαστεί στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Αρνείται ότι απέστειλε στο ΥΠΠ οποιαδήποτε από τις επιστολές που παρουσίασε ο κ. Πολυδώρου (Τεκ.7) και ισχυρίζεται ότι η μόνη επιστολή που απεστάλη ήταν η γραπτή συγκατάθεση 7.9.2015 (Τεκ.3). Αρνείται ότι απέσπασε με δόλο οποιοδήποτε ηλεκτρονικό αρχείο της Ομοσπονδίας και ότι απέκρυψε ηλεκτρονικό μήνυμα προσώπου που επέδειξε ενδιαφέρον για τη θέση. Ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν χειρίστηκε ιστοσελίδα της Ομοσπονδίας και ότι διατηρούσε προσωπικό λογαριασμό τον οποίο έκλεισε με την απόλυση της. Περαιτέρω αρνείται ότι προώθησε ή πώλησε προϊόντα μέσω της Ομοσπονδίας, ισχυρισμένη ότι ποτέ δεν ενεπλάκη σε τέτοια διαδικασία. Αναφορικά με τις αποδείξεις ισχυρίζεται ότι το άτομο που ταξίδεψε στους αγώνες και όφειλε να παρουσιάσει τις αποδείξεις ήταν η Ομοσπονδιακή Προπονήτρια και όχι η ίδια. Επίσης ποτέ δεν είχε διαπληκτισμούς με την Προπονήτρια, ποτέ δεν παραποίησε το συμβόλαιο της και ούτε είχε συσσωρευμένη γραφειακή εργασία αφού τον Αύγουστο 2015 όλοι ήταν με άδεια. Αντεξεταζόμενη επέμενε ότι η συγκατάθεση της Ομοσπονδίας της δόθηκε με την επιστολή 7.9.2015 (Τεκ.3), ενώ η άλλη υποψήφια είχε υπογράψει συμβόλαιο με το ΥΠΠ στις 3.9.
  5. Διαφοροποιώντας την αρχική της θέση, συμφώνησε ότι στο ΥΠΠ απέστειλε την επιστολή 9.9.2015 [Τεκ.7(α)] και αμέσως μετά ευρισκόμενη σε επικοινωνία με το ΥΠΠ απέστειλε την επιστολή 10.9.2015 [Τεκ.7(β)] με προσθήκη νέας παραγράφου που έλεγε ότι «σε περίπτωση που το Υπουργείο χρειάζεται γραπτώς τη συγκατάθεση της Ομοσπονδίας . μπορείτε να τη ζητήσετε γραπτώς και θα σας σταλεί αμέσως». Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι η πρόσληψη της έγινε αμέσως μετά που απέστειλε στο ΥΠΠ την επιστολή 7.9.2015 (Τεκ.3) και όχι με βάση τις δικές της επιστολές. Ενώ της υποδείχθηκε η ηλεκτρονική επιστολή 17.9.2015 ώρα 16:27 (Τεκ.13) που κατέθεσε ο κ. Πολυδώρου και οι αντίστοιχες ηλεκτρονικές επιστολές 17.9.2015 ώρα 1:27pm (Τεκ.33 και 34) που κατέθεσε η ίδια και της υποβλήθηκε ότι αυτό που έστειλε ήταν το προσχέδιο και όχι το συμβόλαιο που υπέγραψε με το ΥΠΠ στις 18.9.2015, η Αιτήτρια επέμενε ότι μόλις υπέγραψε το συμβόλαιο το έδωσε στην Ομοσπονδία καθώς δεν είχε λόγο να το κρατήσει και να χάσει την δουλειά της. Σε υποβολή ότι προώθησε το βιογραφικό της άλλης υποψήφιας Ε. Ιακώβου στο σύζυγο της και σ' ένα ακόμη άτομο τον κ. Αναστασιάδη, απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν το έστειλε, αν το έστειλε δεν ήταν εσκεμμένα, ήθελε να προωθήσει το δικό της και αν το έκανε το έστειλε κατά λάθος. Αυτό που ήθελε να κάνει ήταν να προωθήσει το δικό της που αφορούσε τα προσόντα της για τη συγκεκριμένη θέση. Σε νέα υποβολή ότι δεν ήταν κατά λάθος επειδή το είχε προωθήσει δύο φορές στο ταχυδρομείο του συζύγου της και μια με ξεχωριστό μήνυμα στον Θ. Αναστασιάδη, η Αιτήτρια επέμενε στη θέση της ισχυριζόμενη ότι λόγω της κατάστασης ήταν πολύ ταραγμένη. Περαιτέρω δεν αρνήθηκε ότι η Forza ανήκει στο σύζυγο της και ότι ήταν επίσημος σπόνσορας της Ομοσπονδίας. Ενώ της υποδείχθηκε ότι στο σχετικό έντυπο αναγραφόταν και το δικό της τηλέφωνο, ισχυρίστηκε ότι σκοπός ήταν να παραπέμπει όποιους ήθελαν να αγοράσουν αθλητικό υλικό, ότι ήταν από τη Ομοσπονδία και δεν ήταν κάτι που αποφάσιζε η ίδια. Επίσης μπορούσε να απαντήσει στα τηλεφωνήματα κατά τις απογευματινές, ώρες, χωρίς να εμπλακεί ποτέ σε πωλήσεις αθλητικών ειδών. Αγορεύσεις Με αναφορά σε αποφάσεις καθοριστικές επί του θέματος της απόδειξης, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια, εισηγήθηκε ότι με την προσαχθείσα μαρτυρία, η Ομοσπονδία απέτυχε να ανατρέψει το καθιερωμένο από Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει, στη βάση των προταθέντων λόγων, το νόμιμο και δικαιολογημένο της απόφασης να τερματίσει την απασχόληση της Αιτήτριας. Θέτοντας επίσης ως καθρέπτη των λόγων απόλυσης, τα όσα η Ομοσπονδία επικαλείται με την σχετική επιστολή (Τεκ.24), κάλεσε το Δικαστήριο να αγνοήσει οτιδήποτε άλλο αναφέρθηκε και δεν αποτέλεσε μέρος της επίδικης απόφασης. Σε αντιδιαστολή με τα πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Ομοσπονδία, αναλύοντας τη σχετική μαρτυρία και θέτοντας ως υπόβαθρο την εισήγηση ότι η Αιτήτρια έχει υποπέσει σε σωρεία αντιφάσεων, η δε μαρτυρία της βρίθει από ανακολουθίες και ψέματα, εισηγήθηκε ότι αυτή είναι αναξιόπιστη και κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί στο σύνολο της τη μαρτυρία που προσέφερε η πλευρά τους. Επικαλούμενος δε σχετική επί του θέματος νομολογία, εισηγήθηκε ότι η Αιτήτρια με την εν γένει συμπεριφορά της περιέπεσε σε σοβαρά παραπτώματα που δικαιολογούσαν υπό τις περιστάσεις το εύλογο του τερματισμού της απασχόλησης της. Νομική πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του άρθρου: «
  6. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) ........................................ (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Σύμφωνα με τη νομολογία, οι εργασιακές σχέσεις βασίζονται στην ύπαρξη ενός κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο αυτό, δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. (Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά,
(2014)1 Α.Α.Δ. 1193). Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μόνο υπό ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του (βλ. Κασάπη ν. Techno-plastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, η οποία αποτέλεσε καθοδήγηση στην έκδοση των πιο πάνω αποφάσεων, μια ανάρμοστη συμπεριφορά για να δικαιολογεί άμεση απόλυση θα πρέπει να είναι σοβαρή και εσκεμμένη (gross misconduct). Επίσης ορισμένες κατηγορίες, όπως, η διάπραξη ποινικού αδικήματος (κλοπή, απάτη, βία, σοβαρή αμέλεια), η ηθελημένη ανυπακοή σε νόμιμη και λογική εντολή του εργοδότη, η υποχρέωση εχεμύθειας, η παράλειψη εκτέλεσης πράξεων ανταγωνισμού σε βάρος του εργοδότη, συνιστούν αναγνωρισμένη μορφή ασύγγνωστης συμπεριφοράς καθώς συνδέονται άμεσα με το καθήκον πίστης, τιμιότητας και επιμέλειας του εργοδοτούμενου να ενεργεί κατά τρόπο που να εξυπηρετεί και να μην βλάπτει τα συμφέροντα του εργοδότη του. Με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ο εργοδότης θα πρέπει να ασκεί το δικαίωμα για απόλυση του εργοδοτούμενου εντός λογικού χρονικό διαστήματος από του γεγονότος που του παρείχε αυτό το δικαίωμα ή διαφορετικά από την ημέρα που αυτό περιήλθε εις γνώσιν του. Εάν ο εργοδότης δεν ενεργήσει εντός των λογικών χρονικών πλαισίων που θέτει ο Νόμος και η νομολογία, τότε θα θεωρείται ότι εγκατέλειψε το δικαίωμα του να απολύσει τον εργοδοτούμενο χωρίς προειδοποίηση και αποζημίωση. Τι αποτελεί «λογικό χρονικό διάστημα» εν τη εννοία του Νόμου, εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τον χρόνο που εύλογα απαιτείται για τα λογική διερεύνηση των συμβάντων προτού ο εργοδότης καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα. (Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 194, L' Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117, Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000, Κυπριανού & Σια ν. Πετρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 607). Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1Α..Α.Δ. (Β) 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swing
(1981)1 R.L.R. 91 (σ. 93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning M.R.: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quire reasonably take a different view". (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Επομένως, για κάθε λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 5 του Νόμου, η νομιμότητα της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου, εξαρτάται από τη σωστή εφαρμογή της αρχής της λογικότητας ("reasonableness"). Το σωστό κριτήριο, που θα οδηγήσει στην τελική κρίση του Δικαστηρίου, «είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. (Βλ. Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου
(2004)1Α Α.Α.Δ. 665, L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, (ανωτέρω), Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφεση 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Όπως, δε, κατ' επανάληψη έχει νομολογηθεί, η λογικότητα η μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθηση του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη [Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden
(2001)1 All E.R. 550, Galatariotis Telecommu-nications Ltd v. Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, L. Papaphilippou (ανωτέρω)]. Η νομολογία, επομένως, δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που είναι από μόνος του ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") που θέτει στο εργοδότη την υποχρέωση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόλυση του εργοδοτούμενου (Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23). Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να συζητήσει με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd
(1976)EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγ-γίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: «Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσής του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)]. Όπως εντοπίζεται στην Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολιτική Έφεση 188/2012 ημερ. 20.11.2018, το εύλογο ή μη της κατάληξης του εργοδότη συναρτάται από τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης. Στοιχεία που έρχονται στο φως μετά την απόλυση δεν μπορούν να επηρεάσουν τη νομιμότητα ή μη της απόφασης (Βλ. Devis & Sons Ltd v Atkins [1977] AC 931 και Polkey v AE Dayton Services Ltd [1988] AC 344). Το Δικαστήριο δε, επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτούμενου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά τον χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή. Ανάλυση - Συμπεράσματα Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η Ομοσπονδία τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας αποτελούν το ακρογωνιαίο λίθο της όλης υπόθεσης. Η αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας με σκοπό την απόληξη σε ευρήματα σε σχέση με τις συνθήκες αυτές, θα οδηγήσει και στη λύση της μεταξύ των μερών εργασιακής διαφοράς. Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες της Ομοσπονδίας όσο και την Αιτήτρια να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Οι λόγοι που οδήγησαν την Ομοσπονδία στην απόφαση τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας εμπεριέχονται στην επιστολή απόλυσης (Τεκ.24). Αρχίζοντας με τον πρώτο λόγο απόλυση που επικαλείται η Ομοσπονδία με την ομώνυμη επιστολή και που αφορά την κατ' ισχυρισμό αποστολή σε τρίτα πρόσωπα του βιογραφικού σημειώματος της Ε. Ιακώβου, ανθυποψήφιας της Αιτήτριας για τη θέση στο Αθλητικό Σχολείο, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες για την Ομοσπονδία, ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια. Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου είναι αρκετό να καταγραφεί ότι οι ισχυρισμοί και των δύο μαρτύρων ευρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση μεταξύ τους και δεν έχουν αμφισβητηθεί. Επιπλέον υποστηρίζονται από το περιεχόμενο των δύο ηλεκτρονικών μηνυμάτων [Τεκ.8(α)(β)], από το οποίο προκύπτει ότι στις 8.9.2015, η Αιτήτρια κοινοποίησε τρεις φορές το βιογραφικό σημείωμα της ανθυποψήφιας της, δύο φορές στο σύζυγο της Ι. Κνέκνα και μια στον Θ. Αναστασιάδη στις 9:08πμ και 9:12πμ αντίστοιχα. Η ανάλογη μαρτυρία της Αιτήτριας δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ενώ με τη γραπτή δήλωση της, απέφυγε να τοποθετηθεί ευθέως επί του θέματος και αρκέστηκε να αναφέρει σε γενικές και αόριστες γραμμές, ότι «δεν απέσπασε με δόλο κανένα ηλεκτρονικό αρχείο από την Ομοσπονδία και δεν χρειαζόταν κανενός την άδεια για να έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε αρχείο», κάτω από το βάρος της αντεξέτασης πρόβαλε ότι «δεν ξέρω αν το έστειλα εσκεμμένα. Ήθελα να στείλω το δικό μου. Αν το έκανα σίγουρα ήταν κατά λάθος. Ήθελα να προωθήσω το δικό μου. Δεν γνωρίζω αν έστειλα το δικό της κατά λάθος, δεν ήταν κάτι εσκεμμένο. Αυτό που ήθελα να κάνω ήταν να στείλω το δικό μου που αφορούσε τα προσόντα μου για τη συγκεκριμένη θέση». Οι απαντήσεις που έδωσε η Αιτήτρια στις σχετικές ερωτήσεις ή υποβολές δεν ήταν φυσιολογικές. Η αποφυγή στο να δώσει μια σαφή απάντηση και η πρόθεση της να εκμηδενίσει τη σοβαρότητα των πράξεων της ήταν εμφανής. Και ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν ενήργησε εσκεμμένα και ότι η προσπάθεια της ήταν να αποστείλει το δικό της βιογραφικό σημείωμα που αφορούσε τα προσόντα της για τη συγκεκριμένη θέση, εντούτοις κανένα στοιχείο δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που να θεμελιώνει τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς της και να θέτει υπό αμφισβήτηση - έστω αμυδρά - τη θέση της Ομοσπονδίας. Διότι, αν όντως, όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια, αυτή ήταν η πρόθεση της, τότε γιατί δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε άλλο ηλεκτρονικό μήνυμα με την προώθηση του δικού της βιογραφικού; Και γιατί δεν επιβεβαίωσε με νέο μήνυμα ότι εκ παραδρομής απέστειλε το βιογραφικό της Ε. Ιακώβου; Περαιτέρω, πως δικαιολογείται η αποστολή τριών διαφορετικών μηνυμάτων με το βιογραφικό της Ε. Ιακώβου σε δυο διαφορετικά πρόσωπα και σε διαφορετική ώρα; Το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει συνάδει με τις ανάλογες θέσεις της Ομοσπονδίας. Ότι δηλαδή πρόθεση της Αιτήτριας ήταν η αποστολή του βιογραφικού της Ε. Ιακώβου και όχι του δικού της. Και τούτο, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της, επί σκοπώ και για δικό της όφελος. Επιπρόσθετα, δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι κατά την αντεξέταση του κ. Πολυδώρου, αυτό που του υπεβλήθη είναι ότι το βιογραφικό απεστάλη με την έγκριση της Ε. Ιακώβου, θέση που δεν συνάδει με τα όσα η ίδια προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά ούτε και με όσα παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση της, ότι δηλαδή, κατά τη συνάντηση με το Δ.Σ. στις 19.10.2015, της έγινε γνωστό ότι η Ε. Ιακώβου υπέβαλε παράπονο και ζητούσε εξηγήσεις από την Ομοσπονδία γι' αυτή της την πράξη. Αποδεχόμενοι λοιπόν τη μαρτυρία των μαρτύρων της Ομοσπονδία ως αποδίδουσα πλήρως την αλήθεια, ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ως προς τον δεύτερο λόγο απόλυσης, η Ομοσπονδία ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια απέστειλε στο ΥΠΠ προσωπικές επιστολές για το θέμα του Αθλητικού Σχολείου με μη ακριβή στοιχεία για τις αποφάσεις του Δ.Σ. και ότι προσπάθησε να εμπλέξει τον Πρόεδρο και άλλα μέλη του Δ.Σ. χωρίς την άδεια τους. Ο κ. Πολυδώρου, με τη γραπτή δήλωση του, ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων, ότι η Αιτήτρια ενεργούσε κατά το δοκούν, για προώθηση των δικών της συμφερόντων χωρίς ενημέρωση και χωρίς να λάβει εξουσιοδότηση ή συγκατάθεση. Στην πορεία μάλιστα ενημερώθηκε πως στη βάση των προσωπικών επιστολών της Αιτήτριας προς το ΥΠΠ [Τεκ.7(α)(β)], απολύθηκε η ανθυποψήφια της, η οποία μόλις είχε προσληφθεί, ούτως ώστε να προσληφθεί η ίδια. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω επιστολές δεν ανταποκρίνονται στο περιεχόμενο της επιστολής 7.9.2015 (Τεκ.3) καθώς αναφέρονται σε αναπροσαρμογή ωραρίου και μισθού ενώ η Ομοσπονδία αναφέρθηκε σε αναπροσαρμογή όρων συμβολαίου. Η Αιτήτρια με την αντιφατική μαρτυρίας της, ισχυρίστηκε ότι οι πιο πάνω προσωπικές επιστολές της δεν είχαν αποσταλεί ποτέ στο ΥΠΠ και ότι η μόνη επιστολή που στάλθηκε από την ίδια ήταν η επιστολή που της δόθηκε από την Ομοσπονδία (Τεκ.3). Υπό το βάρος ωστόσο της αντεξέτασης συμφώνησε ότι στο ΥΠΠ απέστειλε την επιστολή 9.9.2015 [Τεκ.7(α)] και αμέσως μετά ευρισκόμενη σε επικοινωνία με το ΥΠΠ απέστειλε την επιστολή 10.9.2015 [Τεκ.7(β)] με προσθήκη νέας παραγράφου. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι η πρόσληψη της έγινε αμέσως μετά που απέστειλε στο ΥΠΠ την επιστολή της Ομοσπονδίας 7.9.2015 (Τεκ.3) και όχι με βάση τις δικές της επιστολές. Πέραν των πιο πάνω, η Ομοσπονδία δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ή οποιαδήποτε επιπλέον στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το ΥΠΠ αποφάσισε να προσλάβει εν τέλει την Αιτή-τρια αντί της ανθυποψήφιας της Ε. Ιακώβου. Προφανώς, με όσα τέθηκαν ενώπιον μας, το ΥΠΠ κατά τη λήψη της απόφασης είχε ενώπιον του τόσο τις προσωπικές επιστολές της Αιτήτριας [Τεκ.7(α)(β)] όσο και την επιστολή της Ομοσπονδίας (Τεκ.3). Από το περιεχόμενο της τελευταίας επιστολής διαπιστώνουμε ότι η Ομοσπονδία παρείχε τη συγκατάθεση της προς την Αιτήτρια για διορισμό της στη θέση καθηγητή στο Αθλητικό Σχολείο, με την επιφύλαξη ότι σε περίπτωση πρόσληψης θα υπήρχε και ανάλογη προσαρμογή των όρων συνεργασίας. Από την ίδια την επιστολή φαίνεται επίσης ότι η αναπροσαρμογή αφορούσε κατά ένα λόγο τις οικονομικές απολαβές της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια με τις δύο επιστολές που απέστειλε στο ΥΠΠ αναφέρθηκε και σε αναπροσαρμογή του ωραρίου της, θέση η οποία κατά την αντίληψη μας, δεν φαίνεται να αντίκειται στο περιεχόμενο της επιστολής (Τεκ.3), όπου στο κύριο μέρος του περιεχομένου της γίνεται γενική αναφορά σε αναπροσαρμογή των όρων συνεργασίας, χωρίς να αποκλείει και ανά-λογη αναπροσαρμογή του ωραρίου. Συνεπώς, στις δυο επιστολές που η Αιτήτρια προώθησε στο ΥΠΠ δεν βρίσκουμε να προκύπτουν οποιαδήποτε ανακριβή στοιχεία στις αποφάσεις του Δ.Σ. Επίσης ούτε και ο λόγος για εμπλοκή του Προέδρου και άλλων μελών του Δ.Σ. χωρίς την άδεια τους, έχει επιβεβαιωθεί. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και που εμπλέκει τον κ. Πολυδώρου υπό την ιδιότητα του Προέδρου, είναι μια επιστολή [Τεκ.7(γ)] που ανευρέθηκε, σύμφωνα με τον ίδιο, στον ΗΥ της Αιτήτριας, η οποία ωστόσο είναι ανυπόγραφη και δεν φαίνεται να κοινοποιήθηκε στο ΥΠΠ ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Επακόλουθο του διορισμού της Αιτήτριας στη θέση καθηγητή του Αθλητικού Σχολείου ήταν η κοινοποίηση της ηλεκτρονικής επιστολής του Προέδρου 16.9.2015 (Τεκ.4) με την οποία τίθετο η Αιτήτρια σε άδεια άνευ απολαβών μέχρι την από-στολή του συμβολαίου εργοδότησης της στο Αθλητικό Σχολείο, «για να αποφασιστεί ο τρόπος συνεργασίας τους, αν θα υπήρχε». Ο κ. Πολυδώρου, για να υποστηρίξει τη θέση του, ότι η Αιτήτρια ουδέποτε κοινοποίησε στην Ομοσπονδία το συμβόλαιο που είχε υπογράψει με το ΥΠΠ, κατέθεσε στο Δικαστήριο το ηλεκτρονικό μήνυμα που η Αιτήτρια κοινοποίησε στα μέλη του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας στις 17.9.2015 και ώρα 16:27 (Τεκ.13), με το οποίο τους ενημέρωνε ότι μέχρι τότε δεν είχε υπογράψει συμβόλαιο με το ΥΠΠ και τους επισύναπτε «σχετικό δείγμα συμβολαίου». Από την άλλη η Αιτήτρια, για να υποστηρίξει τη θέση της περί του αντίθετου, κατέθεσε στο Δικαστηρίου ηλεκτρονικό μήνυμα με ημερ. 17.9.2015 και ώρα 1:27pm (Τεκ.33) με επισυνημμένο αντίγραφο συμβολαίου που φαίνεται να υπεγράφη στις 18.9.
  1. Ακολούθως, υπό το βάρος της αντεξέτασης, τελώντας προφανώς η Αιτήτρια υπό σύγχυση, παρουσίασε το ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκ.34), που φέρει τα ίδια ακριβώς στοιχεία αποστολής με το Τεκ.33 και την ηλεκτρονική επιστολή που φέρεται να κοινοποίησε η Αιτήτρια στα μέλη του Δ.Σ. με το Τεκ.
  2. Διαπιστώνουμε ότι η εν λόγω ηλεκτρονική επιστολή έχει απαλειφθεί και δεν περιλαμβάνεται στο Τεκ.
  3. Διαπιστώνουμε επίσης ότι το Τεκ.13 φέρει ώρα αποστολής μεταγενέστερη από την αντίστοιχη ώρα που φέρουν τα Τεκ.33 και
  4. Ενώ με το μεταγενέστερο μήνυμα (Τεκ.13) η Αιτήτρια ενημέρωσε τα μέλη του Δ.Σ της Ομοσπονδίας ότι μέχρι τότε δεν είχε υπογράψει συμβόλαιο με το ΥΠΠ και ότι τους επισύναπτε σχετικό δείγμα συμβολαίου, ωστόσο στην προσπάθεια της να δώσει μια διαφορετική εικόνα στο Δικαστήριο, παραποίησε το περιεχόμενο του προγενέστερου μηνύματος (Τεκ.33) απαλείφοντας την πανομοιότυπη και επί του Τεκ.13 ηλεκτρονική επιστολή και επισυνάπτοντας επί τούτου συμβόλαιο που προφανώς υπέγραψε με το ΥΠΠ την επόμενη ημέρα της αποστολής και δη στις 18.9.
  5. Εν ολίγοις, ενώ με την πα-ρουσίαση του παραποιημένου εγγράφου (Τεκ.33) ισχυρίστηκε ότι στις 17.9.2015 ώρα 1:27pm απέστειλε στα μέλη του Δ.Σ. της Ομοσπονδία το συμβόλαιο που υπέγραψε με το ΥΠΠ στις 18.9.2015, ωστόσο στο ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκ.13) που απέστειλε τρεις ώρες αργότερα, ανέφερε ότι δεν είχε ακόμη υπογράψει συμβόλαιο και επισύναπτε σχετικό δείγμα συμβολαίου. Και όλα αυτά σε αντίθεση με την γραπτή της κατάθεση, όπου ισχυρίζεται, ότι απέστειλε το συμβόλαιο στις 16.9.
  6. Με δεδομένα τα πιο πάνω, ως απόρροια της ενώπιον μας πραγματικής μαρτυρίας, δεν υπάρχουν περιθώρια αμφιβολίας για το επιλήψιμο της συμπεριφοράς της Αιτήτριας να παραπλανήσει το Δικαστήριο, με ψευδή παραποιημένα στοιχεία και αφύσικες τοποθετήσεις που την καθιστούν αναξιόπιστη. Εν τέλει όμως, τα στοιχεία αυτά της μαρτυρίας, αντικριζόμενα υπό το πρίσμα των επιδίκων θεμάτων, είναι χωρίς ουσιαστική σημασία. Υπενθυμίζουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν εξετάζουμε το νόμιμο ή μη της απόφασης της Ομοσπονδίας να θέσει την Αιτήτρια σε άδεια άνευ απολαβών, αλλά τους λόγους που η τελευταία επικαλείται για την απόλυση της. Διότι, αν εν τέλει η Ομοσπονδία προ-χώρησε στην επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου χωρίς συμβατική εξουσιοδότηση και κατά παράβαση της σύμβασης, παρέχοντας έτσι στην Αιτήτρια το δικαίωμα να θεωρήσει κατά τον ουσιώδη χρόνο τον εαυτό της απολυθέντα, σαν αποτέλεσμα αποκήρυξης της σύμβαση από την Ομοσπονδία, το γεγονός αυτό θα μπορούσε, ίσως, να δικαιολογήσει αναζήτηση άλλων θεραπειών από την Αιτήτρια προς διασφάλιση των δικαιωμάτων της, όπως για παράδειγμα, προβολή θέσης για εξαναγκασμό προς παραίτηση. Δεν βρίσκουμε όμως, να συνδέεται με την κατ' ισχυρισμό συμπεριφορά που επικαλείται η Ομοσπονδία για την απόλυση της. Ως προς τον τρίτο λόγο απόλυση που επικαλείται η Ομοσπονδία και που αφορά την κατ' ισχυρισμό απόκρυψη από το Δ.Σ. ηλεκτρονικού μηνύματος ενδιαφερομένου προσώπου για τη θέση καθηγητή στο Αθλητικό Σχολείο, ο κ. Πολυδώρου έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Ομοσπονδία ημερ. 26.8.2015 (Τεκ.12) με το οποίο ο ενδιαφερόμενος ζητούσε λεπτομέρειες ως προς το ωράριο, τον μισθό και το δικαίωμα ως δημόσιος υπάλληλος για παράλληλη εργασία. Του δόθηκε απάντηση ότι δεν είχαν καμία άλλη πληροφορία και ότι το ωράριο ήταν 3 φορές τη βδομάδα 7:30-9:
  7. Η Αιτήτρια δεν αρνήθηκε ότι ήταν αυτή που απάντησε στο μήνυμα. Ισχυρίστηκε όμως, ότι πρόσβαση στα ηλεκτρονικά μηνύματα είχε και ο Πρόεδρος και όλο το Δ.Σ. και ότι η ίδια δεν ήταν γραμματέας για να προωθεί ότι ερχόταν στην Ομοσπονδία μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Σε υποβολή που δέχθηκε ο κ. Πολυδώρου, κατά την αντεξέταση του, ότι τίποτε δεν απέκρυψε η Αιτήτρια γιατί δεν υπήρχε κάτι να τους αποκρύψει, ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια ήταν υπόχρεη να φέρει εις γνώση του την οποιαδήποτε αλληλογραφία. Στον κ. Πολυδώρου δεν υπεβλήθη η θέση της Αιτήτριας ότι ο Πρόεδρος και τα μέλη του Δ.Σ. είχαν πρόσβαση σε όλα τα μηνύματα. Αυτό επίσης δεν προκύπτει ούτε και από τα μηνύματα που η ίδια απέστειλε εκ των υστέρων (Τεκ.13), όπου η αποστολή φαίνεται να έγινε ονομαστικά στο κάθε μέλος και όχι στην Ομοσπονδία. Παρόλα αυτά όμως, κανένα συγκεκριμένο στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, που έτεινε να καταδείξει κατά πρώτο λόγο, ότι η Αιτήτρια παρέλειψε να δώσει τις σωστές ή αληθείς πληροφορίες ή ενήργησε αντίθετα με τον τρόπο που ενεργούσε συνήθως υπό τις οδηγίες των Εργοδοτών της, και κατά δεύτερο λόγο ότι το κατ' ισχυρισμό γεγονός επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου προσώπου ή της Ομοσπονδίας. Άλλωστε, στο ερώτημα αν ο ενδιαφερόμενος είχε το δικαίωμα ως δημόσιος υπάλληλος να διεκδικήσει τη θέση, διάφανη πως ούτε και η Ομοσπονδία ήταν σε θέση να δώσει απάντηση, αφού για την περίπτωση της Αιτήτριας είχε ζητηθεί η άποψη του ΚΟΑ. Περαιτέρω, από τα πρακτικά της συνάντησης 19.10.2015 (Τεκ.23), φαίνεται να μην απασχόλησε το Δ.Σ. ο συγκεκριμένος λόγος και να μην δόθηκε στην Αιτήτρια το δικαίωμα να δώσει τις δικές της εξηγήσεις. Συνεπώς, τα όσα επικαλείται η Ομοσπονδία αποτελούν ισχυρισμούς που δεν έχουν απαντηθεί από την Αιτήτρια με την προβολή της δικής της θέσης, με αποτέλεσμα να υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία και να μην μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τον τέταρτο λόγο απόλυσης που αφορά τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια παρέλειψε να παραδώσει στην Ομοσπονδία αποδείξεις που αφορούσαν έξοδα αποστολής της Εθνικής Ομάδας Κ19 στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα 2015 στην Πολωνία, επισημαίνουμε ξανά ότι η Ομοσπονδία δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τη θέση της και να καταρρίπτουν τα όσα η Αιτήτρια ισχυρίστηκε, ότι το θέμα αφορούσε την Ομοσπονδιακή Προπονήτρια και την Ταμία της Ομοσπονδίας και όχι την ίδια από τη θέση που κατείχε. Περαιτέρω ενώ το εν λόγω γεγονός έλαβε χώρα τον Μάρτιο 2015 και η Ομοσπονδία ζήτησε από την Αιτήτρια εξηγήσεις τον Οκτώβριο 2015, ωστόσο δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να επιβεβαιώνει ότι το δικαίωμα για απόλυση της Αιτήτριας, σε σχέση με τον συγκεκριμένο γεγονός, ασκήθηκε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από την ημέρα που περιήλθε σε γνώση της Ομοσπονδίας. Καθότι η μεσολάβηση επτά και πλέον μηνών από την ήμερα που ανέκυψε το γεγονός δεν μπορεί να δικαιολογήσει απόλυση. Ο ισχυρισμός τον οποίο προέβαλε ο κ. Πολυδώρου υπό το βάρος της αντεξέτασης, ότι η επιστολή 7.9.2015 (Τεκ.19) συνδεόταν με το συγκεκριμένο γεγονός, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της, όπου γίνεται γενική και αόριστη αναφορά σε έντονα προβλήματα στις σχέσεις Αιτήτριας και Προπονήτρια που έπρεπε να επιλυθούν. Ως προς τον πέμπτο λόγο απόλυσης που αφορά την αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 7.9.2015 (Τεκ.15), στο οποίο κατ' ισχυρισμό υπήρχαν στοιχεία για προώθηση - πώληση αθλητικών ειδών από την ίδια την Αιτήτρια, η τελευταία δεν αρνήθηκε ότι ο σύζυγος της ήταν αντιπρόσωπος των αθλητικών ειδών Forza και επίσημος σπόνσορας της Ομοσπονδίας. Επίσης, ενώ παραδέχθηκε ότι το προσωπικό της τηλέφωνο αναγραφόταν σε διαφημιστικό υλικό της Forza (Τεκ.16), ισχυρίστηκε ωστόσο ότι σκοπός ήταν να παραπέμπει, εν ώρα μη εργασίας, όσους ήθελαν να αγοράσουν αθλητικό υλικό και ότι η ίδια ποτέ δεν προέβη σε πώληση ή προώθηση μέσω της Ομοσπονδίας και ούτε ενεπλάκη ποτέ σε τέτοια διαδικασία. Εξετάζοντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας παρατηρούμε ότι τα όσα η Ομοσπονδία έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι αρκετά να καταδείξουν αυτά που κατά-λόγισαν στην Αιτήτρια. Το ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκ.15) δεν μπορεί από μόνο να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια προωθούσε ή πωλούσε αθλητικά είδη της Forza, τη στιγμή μάλιστα που δεν αμφισβητήθηκε ότι η Forza ήταν ένας από τους επίσημους σπόνσορες της Ομοσπονδίας. Αναφορικά με τον έκτο λόγο απόλυσης ο κ. Πολυδώρου ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια από μόνη της και χωρίς έγκριση προέβη σε διαγραφή της ιστοσελίδας και του λογαριασμού της Ομοσπονδίας στο "Facebook". Κατά την αντεξέταση του, παρουσιάζοντας ηλεκτρονική αλληλογραφία που αντάλλαξε η Αιτήτρια με την κα Οικονομίδου στις 9, 21 και 22 Σεπτεμβρίου 2015 (Τεκ.27), ισχυρίστηκε ότι δυνατό-τητα λειτουργίας λογαριασμού από νομικό πρόσωπο μπορούσε να γίνει μόνο μέσω λογαριασμού φυσικού προσώπου και ότι η Αιτήτρια από τη θέση που κατείχε χειριζόταν τον λογαριασμό της Ομοσπονδίας στο "Facebook", μέσα από τον προ-σωπικό της λογαριασμό. Η Αιτήτρια, από την άλλη, ισχυρίστηκε ότι δεν χειριζόταν ποτέ ιστοσελίδα της Ομοσπονδίας στο "Facebook", ότι είχε δική της προσωπική σελίδα στην οποία έγγραφε αποτελέσματα από αγώνες με δική της πρωτοβουλία, λόγω αγάπης στο άθλημα, την οποία έκλεισε αφού είχε απολυθεί. Επί του συγκεκριμένου σημείου δεν υπήρξε αντεξέταση της Αιτήτριας. Της υποβλήθηκε ωστόσο ότι της ζητήθηκαν τόσο οι κωδικοί του email όσο και του "Facebook" τους οποίους απέστειλε. Από το Τεκ.27 φαίνεται ότι στις 9.9.2015 η Αιτήτρια ζήτησε από την κα Οικονομίδου να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό λογαριασμό για την Ομοσπονδία στο "Facebook" ή να τον μεταφέρει στον προσωπικό της λογαριασμό, επειδή τον υφιστάμενο τον χειριζόταν η ίδια μέσω του δικού της προσωπικού λογαριασμού. Ενώ υπήρξαν εισηγήσεις από την κα Οικονομίδου για διατήρηση της σελίδας μέσω δικού της λογαριασμού, στις 22.9.2015 με μήνυμα της προς τον κ. Πολυδώρου τον ενημέρωσε ότι η Αιτήτρια προχώρησε σε διαγραφή της σελίδας, την οποία η ίδια κατάφερε να επαναφέρει. Εξετάζοντας τη μαρτυρία που άφορα το συγκεκριμένο σημείο παρατηρούμε ότι η Ομοσπονδία δεν διατηρούσε ξεχωριστό λογαριασμό στο "Facebook", τον οποίο η Αιτήτρια αναγνώρισε ότι χειριζόταν μέσω δικού της προσωπικού λογαριασμού, εξ ου και προέβη σε εισηγήσεις για δημιουργία ξεχωριστού λογαριασμού ή ανάληψη χειρισμού του μέσω του λογαριασμού της κας Οικονομίδου. Από την πραγματική μαρτυρία και τις υποβολές που δέχθηκε η Αιτήτρια κατά την αντεξέταση της, διαπιστώνουμε ότι στις 17.9.2015 της ζητήθηκαν οι κωδικοί πρόσβασης στην ιστοσελίδα της Ομοσπονδίας τους οποίους κοινοποίησε. Διαπιστώνουμε επίσης ότι στο αμέσως επόμενο διάστημα αφού έδωσε πρόσβαση στα μέλη του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας, διέγραψε τον δικό της προσωπικό λογαριασμό μέσω του οποίου χειριζόταν την σελίδα της Ομοσπονδίας. Υπό αυτά τα δεδομένα δεν βρίσκουμε η Αιτήτρια να παρέβη οποιαδήποτε εντολή από μέρους των Εργοδοτών της. Το τι έπραξε ήταν να διαγράψει δικό της λογαριασμό, μετά που έδωσε στα μέλη του Δ.Σ. πρόσβαση στην Ιστοσελίδα της Ομοσπονδίας για να ενεργήσουν ανάλογα, με βάση και τις εισηγήσεις της κας Οικονομίδου. Πέραν τούτου, η εν λόγω ενέργεια της Αιτήτριας δεν φαίνεται να επέφερε οποιεσδήποτε επιπτώσεις στην Ομοσπονδία και συνεπώς η θέση της δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο. Ως προς τον έβδομο λόγο απόλυσης που αναφέρεται σε αδιεκπεραίωτη συσσωρευμένη γραφειακή εργασία που χρονολογείτο από τις αρχές Αυγούστου, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε απτά στοιχεία. Καμιά μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει τον όγκο και τη σοβαρότητα της εν λόγω κατ' ισχυρισμό συσσωρευμένης εργασίας ή τι ακριβώς ανέμενε η Ομοσπονδία από την Αιτήτρια κι αυτή παρέλειψε να διεκπεραιώσει. Για όλα τα πιο πάνω η μαρτυρία του κ. Πολυδώρου επί του συγκεκριμένου σημείου επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Πέραν των πιο πάνω επισημαίνουμε πως ο ισχυρισμός του κ. Πολυδώρου ότι η Αιτήτρια προέβη σε παραποίηση των όρων του συμβολαίου εργοδότησης της, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης και ούτε έχει απασχολήσει το Δ.Σ. κατά τη συνάντηση που είχε με την Αιτήτρια στις 19.10.
  8. Τέτοια στοιχεία όμως, που δεν ήταν ενώπιον του Δ.Σ. της Ομοσπονδία κατά τον επίδικο χρόνο δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως μαρτυρία είτε προς υποστήριξη είτε προς αμφισβήτηση του ευλόγου της απόφασης της να απολύσει την Αιτήτρια, καθώς το Δικαστήριο θα πρέπει να επικεντρωθεί στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε η Ομοσπονδία και στο εύλογο των πεποιθήσεων της κατά τον χρόνο της απόλυσης και όχι το τι θα προέκυπτε εκ των υστέρων στη βάση νέων στοιχείων. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω προχωρούμε στην εξέταση του κρίσιμου ερωτήματος που έχει ήδη τεθεί. Αν δηλαδή, στα πλαίσια του Νόμου και της νομολογίας, η Ομοσπονδία κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων που επικαλείται και έχει στοιχειοθετήσει, στο μέτρο του λογικού εργοδότη, λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι η Αιτήτρια υπήρξε ένοχη ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος και/ή αδικήματος, ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας της και/ή του καθήκοντος της σε σχέση με την απασχόληση της και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επίσης κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την Ομοσπονδία, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Προφανώς, από τα γεγονότα της υπόθεσης, στα οποία έχουμε καταλήξει, η Αιτήτρια εκμεταλλευόμενη την προσβασιμότητα της στα αρχεία της Ομοσπονδίας λόγω της θέσης και των καθηκόντων της, κοινοποίησε σε τρίτα πρόσωπα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το βιογραφικό σημείωμα που υπέβαλε η Ε. Ιακώβου για πρόσληψη της στη θέση καθηγητή στο Αθλητικό Σχολείο. Πρόκειται για στοιχεία με καθαρά προσωπικό χαρακτήρα που βρίσκονταν στην κατοχή και φύλαξη της Ομοσπονδίας και τα οποία η Αιτήτρια εν αγνοία των Εργοδοτών της και χωρίς την συγκατάθεση της Ε. Ιακώβου, η οποία είχε κάθε δικαίωμα να από-φασίζει η ίδια για την αποκάλυψη, διάθεση και χρησιμοποίηση τους, απέσπασε από τα αρχεία της Ομοσπονδίας και κοινοποίησε σε τρίτα πρόσωπα, αποβλέποντας στην εξυπηρέτηση δικών της προσωπικών συμφέροντος ως υποψήφια μαζί με την Ε. Ιακώβου για τη θέση καθηγητή στο Αθλητικό Σχολείο. Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση η εργασιακή σχέση μεταξύ των μερών έχει πληγεί ανεπανόρθωτα εξαιτίας της υπό αναφορά συμπεριφοράς της Αιτήτριας. Η βάση της εργασιακής σχέσης, η πίστη και εμπιστοσύνη, δηλαδή, που την περιβάλλει, έχει συθέμελα κλονιστεί. Η προσβολή της σχέση εμπιστοσύνης δεν επηρέασε μόνο τα συμφέροντα της Ομοσπονδίας αλλά και τα αντίστοιχα συμφέροντα του υποκείμενου των εν λόγω στοιχείων προσώπου, τα οποία έχουν εν τέλει προσβληθεί και επηρεαστεί μέσα από τις πράξεις και ενέργειες της Αιτήτριας. Ταυτόχρονα έχει τεθεί υπό δοκιμασία και η εμπιστοσύνη της Ομοσπονδίας έναντι τρίτων προσώπων, τα οποία της εμπιστεύτηκαν προσωπικά τους στοιχεία και δεδομένα. Η ανάθεση καθηκόντων, η παροχή προσβασιμότητας σε δεδομένα τρίτων προσώπων, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απαιτεί αυξημένη πίστη και εμπιστοσύνη, εχεμύθεια και εμπιστευτικότητα σε υπέρτατο βαθμό, τα οποία η Αιτήτρια από τη θέση που κατείχε όφειλε να σέβεται και να τηρεί. Αντί αυτού όμως, επωφελούμενη τη θέση εργασίας που της εμπιστεύτηκε η Ομοσπονδία, έθεσε τα προσωπικά συμφέροντα υπεράνω των καθηκόντων της, με επακόλουθο να εκθεμελιώσει κάθε πυλώνα εμπιστοσύνης έναντι των Εργοδοτών της. Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Ομοσπονδία, με βάση τα ενώπιον της στοιχεία, ενέργησε υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης και ότι νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας, ικανοποιώντας έτσι τους όρους του άρθρου 5 (ε) και (στ) του Νόμου. Η Αίτηση απορρίπτεται με €2000 έξοδα προς όφελος της Ομοσπονδίας και εις βάρος της Αιτήτριας. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Λάμπρου, Μέλος Ν. Ανδρέου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.