← Κύπρος

ΛΟΪΖΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ ΛΟΪΖΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ κ.α., Συνενωμένες Υποθέσεις: 490/2016, 798/2016, 20/9/2022

ΛΟΪΖΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ ΛΟΪΖΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ κ.α., Συνενωμένες Υποθέσεις: 490/2016, 798/2016, 20/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:43 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ν. Σιακαλλή και Α. Παναγή, Μελών. Συνενωμένες Υποθέσεις: 490/2016, 798/2016 Μεταξύ: ΛΟΪΖΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ ΛΟΪΖΟΥ ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Αιτητών -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

  1. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
  2. ΤΜΗΜΑ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 20η Σεπτεμβρίου, 2022 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: Λ. Χριστοδούλου μαζί με Μ. Γιαννοπούλου Για Καθ' ων η αίτηση: Θ. Κουμή ΑΠΟΦΑΣΗ Οι υπό κρίση συνενωμένες Αιτήσεις αφορούν πανομοιότυπα επίδικα θέματα. Με αυτές, Αιτητής και Αιτήτρια (στο εξής «οι Αιτητές») εξαιτούνται, μεταξύ άλλων: (α) την αναγνώριση της σχέσης τους με τους Καθ' ων η αίτηση ως σύμβαση εργασίας και όχι ως σύμβαση παροχής υπηρεσιών, (β) ότι η εργοδότηση τους κατέστη αυτοδικαίως αορίστου διαρκείας από την ημέρα συμπλήρωσης 30 μηνών συνεχούς απασχόλησης και εν πάση περιπτώσει 12 μήνες πριν την καταχώρηση των υπό κρίση Αιτήσεων. Οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης εγείρουν αρχικά τις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες κατά τον ισχυρισμό τους θα πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη των υπό κρίση Αιτήσεων καθότι: α) Έχουν εγερθεί εναντίον λανθασμένων προσώπων και ή ο τίτλος που φέρουν είναι λανθασμένος επειδή δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). β) Τα ζητήματα και/ή οι διαφορές και/ή οι ισχυρισμοί που εγείρονται από τους Αιτητές δεν εμπίπτουν στις διαφορές η διάγνωση και/ ή απόφαση των οποίων εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Δια-φορών. γ) Οι Αιτητές με τη συμπεριφορά και/ή τις πράξεις τους και/ή τη δήλωση αποδοχής και/ή την υπογραφή της επιστολής προσφοράς θέσης, χωρίς καμία επιφύλαξη, απεμπόλησαν το δικαίωμα τους για οποιεσδήποτε θεραπείες ή αποζημιώσεις και συνεπώς εμποδίζονται και ή κωλύονται και ή δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση και/ή προώθηση των υπό κρίση Αιτήσεων. (δ) Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί των εγειρόμενων στις υπό κρίση Αιτήσεις ζητημάτων, επειδή οι Αιτητές υπέγραψαν σύμβαση μίσθωσης υπηρεσιών και κατά συνέπεια δεν είναι μισθωτά πρόσωπα. Πέραν των προδικαστικών ενστάσεων, η ουσιαστική υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση, όπως προβάλλει από τους γενικούς λόγους εμφάνισης, περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι η μεταξύ τους σχέση αφορούσε συμφωνία παροχής υπηρεσιών η οποία δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του Ν.98(Ι)/2003, γεγονός το οποίο γνώριζαν οι Αιτητές όταν υπέγραφαν τις σχετικές συμβάσεις. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν οι Αιτητές και από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση ο κ. Χρύσανθος Χαραλάμπους. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την ενώπιον μας τεθείσα μαρτυρία, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μέρων και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Ο Αιτητής είναι απόφοιτος Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος της Ουγγαρίας και πτυχιούχος εκπαιδευτικός μουσικής. Η Αιτήτρια είναι απόφοιτος του Πανεπιστημίου της Βιέννης, κάτοχος Διδακτορικού Μεταπτυχιακού Τίτλου του ιδίου Πανεπιστημίου και πτυχιούχος εκπαιδευτικός μουσικής. Και οι δύο μετά την αποφοίτηση και επιστροφή τους στην Κύπρο ενεγράφησαν στον Κατάλογο Εκπαιδευτικών που διατηρεί το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού («ΥΠΠ»). Από το 2013 οι Καθ' ων η αίτηση προκηρύσσουν διαγωνισμούς με αντικείμενο την αγορά υπηρεσιών από εκπαιδευτές για διδασκαλία στο πρόγραμμα «Μουσικό Σχολείο». Οι διαγωνισμοί (ΜΕ 15/13, ΜΕ 11/16 και ΜΕ 15/19) δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και στις ιστοσελίδες του ΥΠΠ. Σύμφωνα με τους εν λόγω διαγωνισμούς, Αναθέτουσα Αρχή της Σύμβασης είναι το ΥΠΠ και αρμόδιο πρόσωπο η Επιθεωρήτρια Μέσης Εκπαίδευσης Μουσικής. Το ΥΠΠ, ως Αναθέτουσα Αρχή, καθορίζει τη διαδικασία που θα ακολουθήσει για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων, βάσει των αρχών της χρηστής διοίκησης και της καλύτερης διαχείρισης των πόρων. Επισημαίνεται ότι το ΥΠΠ, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ούτως ώστε η ακολουθητέα διαδικασία, σε όλα τα στάδια της να συνάδει με τις πρόνοιες του «περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο του 1999» Ν.158(Ι)/1999). Στην περιγραφή του αντικειμένου επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι το Μουσικό Σχολείο έχει σχεδιαστεί μέσα στα πλαίσια του υφιστάμενου εκπαιδευτικού συστήματος με τη μορφή του Ολοήμερου Σχολείου. Οι μαθητές έχουν μαθήματα για τρία απογεύματα τα οποία καθορίζονται σε συνεννόηση με τον Επόπτη. Το απόγευμα της Τέταρτης είναι υποχρεωτικό για όλους αφού αυτή τη μέρα γίνονται τα ομαδικά μαθήματα. Για τη λειτουργία των Μουσικών Σχολείων το ΥΠΠ έχει φροντίσει ώστε να δημιουργηθεί εργαστηριακή δομή μουσικής τεχνολογίας και να αγοραστούν μουσικά όργανα, βιβλία και κατάλληλο οπτικοακουστικό υλικό. Στα πλαίσια δε του προγράμματος προφέρονται μαθήματα στις εγκαταστάσεις των Μουσικών Λυκείων Παγκυπρίως. Τα μαθήματα που προσφέρονται μεταξύ άλλων, είναι η ατομική διδασκαλία οργάνων, χορωδία, ορχήστρα, βυζαντινή και παραδοσιακή μουσική, μαθήματα μουσικής δωματίου και θεωρητικά μαθήματα. Τα τελευταία διδάσκονται από τον Επόπτη ή το μόνιμο προσωπικό που διορίζει το ΥΠΠ για τις ανάγκες του υποχρεωτικού μαθήματος «Θέματα Μουσικής» Τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του εκπαιδευτή όπως περιγράφονται στην ΜΕ 15/13 είναι τα ακόλουθα: - φροντίζει τόσο για τα επίπεδα επίδοσης των μαθητών στα μαθήματα που διδάσκει, όσο και για τη συμπεριφορά τους μέσα στην τάξη - διδάσκει συνειδητά και χρησιμοποιεί σύγχρονες και ποικίλες μεθόδους διδασκαλίας, έτσι ώστε όλοι οι μαθητές να αναπτύσσουν υψηλού επιπέδου γνώσεις και δεξιότητες - παρακολουθεί τις απουσίες των μαθητών - συμπληρώνει την διδακτέα ύλη στο ημερήσιο φύλλο παρουσιών - αξιολογεί την επίδοση των μαθητών του, σε κάθε μάθημα, αλλά και για την τελική τους βαθμολογία, δύο φορές το χρόνο και συμπληρώνει τις εκθέσεις για την πρόοδο τους - συμμετέχει στην επιτροπή αξιολόγησης που εξετάζει τους μαθητές του στο ατομικό όργανο και σε Μουσικά Σύνολα, δύο φορές το χρόνο - προετοιμάζει τους μαθητές του, στα πλαίσια του μαθήματος του, έτσι ώστε να συμμετέχουν σε δύο συναυλίες μουσικών συνόλων, καθώς και σε δύο ατομικές συναυλίες κάθε τετράμηνο - συνεργάζεται με τον ειδικό καθηγητή οργάνου ή φωνής, για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα των συναυλιών - συνοδεία οργάνου στους μαθητές του εάν χρειάζονται - καταγγέλλει γραπτώς τους μαθητές που έχουν προβληματική συμπεριφορά, αλλά και βοηθά στη συμμόρφωση των μαθητών, καθώς και στη διατήρηση του επιθυμητού κλίματος μέσα στο οποίο να λειτουργεί το Μουσικό Σχολείο - αναπληρώνει τα ατομικά μαθήματα που χάνει όταν απουσιάζει δικαιολογημένα - συνεργάζεται με τους άλλους καθηγητές της ειδικότητας του και το Υπουργείο για τον καταρτισμό και την αναθεώρηση των αναλυτικών προγραμμάτων - συμμετέχει στις συνεδριάσεις του καθηγητικού συλλόγου του Μουσικών Σχολείου. Οι συνεδριάσεις αυτές γίνονται τρεις φορές το χρόνο, διαρκούν δύο 45λεπτες περιόδους και θεωρούνται διδακτικός χρόνος - παρακολουθεί τα επιμορφωτικά προγράμματα που του προτείνει το Υπουργείο Παιδείας σε διδακτικό χρόνο - έχει καλές σχέσεις με τους μαθητές, τους συναδέλφους, τη διεύθυνση και τους γονείς - έχει καλή συμπεριφορά και λαμβάνει μέρος σε δραστηριότητες του σχολείου - δίδει την καλύτερη δυνατή εικόνα του σχολείου προς τα έξω - εφαρμόζει τα αναλυτικά προγράμματα και τις αποφάσεις του καθηγητικού συλλόγου - συμμετέχει ενεργά σε όλες τις εργασίες, εκδηλώσεις και δραστηριότητες του Μουσικού Σχολείου - αναπληρώνει τα απολεσθέντα ατομικά και ομαδικά μαθήματα σε μέρα και ώρα που θα ορίσει ο διευθύνων σύμβουλος του Μουσικού Σχολείου, όταν απουσιάζει για σοβαρό ιατρικό λόγο και προσκομίζει ιατρικό πιστοποιητικό. Τα μαθήματα αναπληρώνονται πριν τις εξετάσεις του τετραμήνου. Τα ομαδικά μαθήματα αναπληρώνονται, νοουμένου ότι η διεύθυνση του σχολείου έχει εξασφαλίσει τη συμμετοχή τουλάχιστον των ¾ του αριθμού των μαθητών. Για αναπληρώσεις απολεσθέντων μαθημάτων για άλλο σοβαρό λόγο, απαιτείται γραπτή ενημέρωση του Γραφείου Επιθεώρησης Μουσικής για έγκριση επαναπρογραμματισμού τους - υπογράφει κατά την προσέλευση και την αποχώρηση του από το σχολείο - υπόκειται στον έλεγχο όσον αφορά τα καθήκοντα τους σχετικά με το διδακτικό τους έργο, από τον επόπτη/τρια του Μουσικού Λυκείου στο οποίο εργάζεται, ο οποίος θα διενεργεί έλεγχο στην τάξη, μέχρι δύο φορές το τετράμηνο. Νοείται ότι οι ανάδοχοι θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις υποδείξεις του/της Επόπτη/τριας ο/η οποίος/α δεν ασκεί συμβουλευτικό ρόλο, αλλά είναι εντεταλμένος από το ΥΠΠ να διασφαλίσει αφενός την κάλυψη της καθορισθείσας ύλης και αφετέρου την εφαρμογή των όποιων οδηγιών του ΥΠΠ ή/και οδηγιών που κρίνει ο/η ίδιος/α ότι πρέπει να εφαρμοστούν για την ομαλή λειτουργία του Μουσικού Σχολείου και συνακόλουθα των μαθητών. Η προσφερόμενη αντιμισθία για την αγορά υπηρεσιών ανά ώρα διδασκαλίας για περίοδο 45 λεπτών, προσδιορίζεται για ατομικά μαθήματα και ομαδικά μαθήματα μέχρι 20 μαθητές στα €30 πλέον ΦΠΑ και για ομαδικά μαθήματα πέραν των 20 μαθητών στα €40 πλέον ΦΠΑ. Ανάλογα δε, με τον αριθμό των μαθητών και τις εκπαιδευτικές ανάγκες, ενδέχεται να ζητηθεί από τους ενδιαφερόμενους ή το μόνιμο προσωπικό του σχολείου να διδάξουν σε περισσότερες από μια ομάδες ή/και σε περισσότερες από μια περίοδο ανά εβδομάδα. Στους ενδιαφερόμενους που θα καλούνται να υπογράψουν σύμβαση θα ανατίθεται η διδασκαλία μαθημάτων στα αντίστοιχα Μουσικά Λύκεια, αναλόγως με το μητρώο στο οποίο θα είναι εγγεγραμμένοι. Ο μέγιστος αριθμός περιόδων διδασκαλίας που θα προσφέρεται ανά δικαιούχο θα είναι 15 περίοδοι ανά εβδομάδα. Άτομα που εργοδοτούνται στο δημόσιο θα πρέπει να εξασφαλίσουν άδεια για ιδιωτική απασχόληση σύμφωνα με τους περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμους ή τους περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμους. Τέτοια άδεια μπορεί να δοθεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον δεν έχει εκδηλωθεί ενδιαφέρον από άτομα του ιδιωτικού τομέα με τα απαιτούμενα προσόντα και εφόσον αυτό δεν θα επηρεάζει την εκτέλεση των καθηκόντων του δημόσιου υπαλλήλου /εκπαιδευτικού. Με βάση τους όρους του διαγωνισμού, οι Αιτητές προχώρησαν στην υπογραφή της προβλεπομένης στο Μέρος Β «συμφωνίας αγοράς υπηρεσιών από εκπαιδευτές για τη διδασκαλία στο Μουσικό Σχολείο», ως παραπέμπουν και οι συμβάσεις τους, για τα σχολικά έτη από 2013 έως 2016 ως ακολούθως: Αιτητής: - 2013-2014 (14.10.2013/30.06.2014) - 2014-2015 (15.09.2014/30.06.2015) - 2015-2016 (11.09.2015/30.06 2016) Αιτήτρια: - 2013-2014 (14.09.2013/30.06.2014) - 2014-2015 (15.09.2014/30.06.2015) - 2015-2016 (11.09.2015/30.06 2016) Με την εν λόγω συμφωνία, παρέχεται μεταξύ άλλων στο ΥΠΠ το δικαίωμα να διαφοροποιήσει τη διάρκεια της σύμβασης. Για σκοπούς δε, λήψεως αποφάσεων και έκδοση οδηγιών προς τον ανάδοχο - εκπαιδευτή και γενικά για τη διαχείριση της Σύμβασης, το ΥΠΠ ορίζει ως Υπεύθυνη Συντονίστρια την Επιθεωρήτρια Μέσης Εκπαίδευσης Μουσικής. Ο ανάδοχος δεν μπορεί να εκχωρήσει ή μεταβιβάσει την παρούσα σύμβαση ή μέρος της ή οποιονδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση ή συμφέρον του που απορρέει από αυτήν. Ο ανάδοχος για την υλοποίηση του αντικειμένου της Σύμβασης, δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει υπεργολάβους για οποιονδήποτε τμήμα του Αντικειμένου της Σύμβασης. Ο ανάδοχος θα χειρίζεται τις πληροφορίες και τα έγγραφα που λαμβάνει σε σχέση με τη Σύμβαση ως προσωπικά και απόρρητα και υποχρεούται να παρακολουθεί σεμινάρια, συνέδρια και ημερίδες που διοργανώνονται στο πλαίσιο του προ-γράμματος από το ΥΠΠ. Όλα δε τα παραδοτέα, που συντάσσονται και ετοιμάζονται από τον ανάδοχο κατά την εκτέλεση της Σύμβασης, θα περιέλθουν στην αποκλειστική κυριότητα της Αναθέτουσας Αρχής. Για την καταβολή του ποσού της πληρωμής, ο ανάδοχος καθημερινά θα υποβάλλει ειδικό έντυπο κατά-γραφής χρόνου στον Επόπτη του Λυκείου στο οποίο έχει αναλάβει διδασκαλία τμημάτων. Για τον τερματισμό της Σύμβασης, παρέχεται στην Αναθέτουσα Αρχή το δικαίωμα να αναστείλει όλες ή μέρος των πληρωμών και αν το επιθυμεί να τερματίσει τη σύμβαση, σε περίπτωση που ο Ανάδοχος αθετήσει τους όρους της σύμβασης ή δεν ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Προς ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης να σημειωθεί ότι ο Αιτητής άρχισε να διδάσκει στα Μουσικά Σχολεία από το 2009 και η Αιτήτρια από το
  3. Μαρτυρία Ο Αιτητής με τη γραπτή κατάθεση του (Τεκ.1), επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα παραθέτει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Αναφερόμενος στα ακαδημαϊκά του προσόντα σημείωσε ότι η εργοδότηση του ως εκπαιδευτικός στα Μουσικά Σχολεία, άρχισε από τον Σεπτέμβριο
  4. Για την περίοδο Σεπτεμβρίου 2012 - Ιουνίου 2013 συνέχισε να εργοδοτείται με τους ιδίους όρους και τα ίδια διδακτικά καθήκοντα μέσω του Ιδρύματος Διαχείρισης Απογευματινών και Βραδινών Επιμορφωτικών Προγραμμάτων («ΙΔΑΒΕΠ»), επωφελούμενος όλων των νομίμων δικαιωμάτων, όπως εισφορές εργοδότη στο Ταμείο Αδειών, Ανεργίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Από τον Ιούνιο 2013 οι Καθ' ων η αίτηση υιοθέτησαν την πρακτική αγοράς υπηρεσιών με την υπογραφή σχετικής συμφωνίας μεταξύ ΥΠΠ και εκάστοτε εκπαιδευτικού, κάτι που έπραξε και ο ίδιος επανειλημμένα κατά τις επόμενες σχολικές περιόδους. Σημείωσε ότι με την υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών, από τον Σεπτέμβριο 2013 και μετά, το ΥΠΠ τον αντιμετώπιζε ως αυτοεργοδοτούμενο, με αποτέλεσμα να στερείται των εισφορών του εργοδότη στα διάφορα Ταμεία. Είναι η θέση του ότι η συμφωνία αγοράς υπηρεσιών που υπέγραψε με το ΥΠΠ, αποτελεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου καθώς και μετά το 2013 συνέχισε να ασκεί τα ίδια εργασιακά καθήκοντα διδασκαλίας που εκτελούσε από τον Σεπτέμβριο
  5. Επίσης ότι η αντιμετώπιση του ως αυτοτελώς εργοδοτούμενου προσώπου, αποτελεί παράνομη ενέργεια εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι αρνούνται να αναγνωρίσουν το συνεχές της απασχόλησης του και να τον καταστήσουν εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου, από τη στιγμή που καλύπτει πάγιες ανάγκες και εκτελεί τα ίδια καθήκοντα από το
  6. Αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι για την περίοδο 2009-2012 δεν υπήρξε γραπτή συμφωνία για την παροχή των υπηρεσιών του και ότι η σχέση του με το ΥΠΠ προκύπτει από τα κατατεθέντα έγγραφα και τη δήλωση ενδιαφέροντος. Συμφώνησε ότι όλα αυτά τα χρόνια του ανατίθεντο συγκεκριμένες περίοδοι διδασκαλίας και ότι με την περάτωση του μαθήματος μπορούσε να αποχωρήσει από τον χώρο εργασίας χωρίς να υποχρεούται να αναλάβει άλλη εργασία, για την οποία σε κάθε περίπτωση λάμβανε πρόσθετη πληρωμή. Επίσης, του παρέχονταν όλοι οι εξοπλισμοί και τα μέσα διδασκαλίας όπως μουσικά όργανα, φωτοτύπηση, βάθρα, φωτισμοί, βιβλία κ.α. Ενώ παραδέχθηκε ότι δεν υπήρχε έλεγχος στο τρόπο διδασκαλίας του μαθήματος, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι στην αρχή κάθε σχολικής χρονιάς προηγείται συνάντηση με την επιθεωρήτρια μουσικής και τον διευθύνοντα το Μουσικό Σχολείο όπου γίνεται ο προγραμματισμός βάσει του οποίου θα πρέπει να ικανοποιήσει τους στόχους του καλλιτεχνικού προγράμματος που έχουν τεθεί εκ των προτέρων και όσον αφορά τα άλλα ομαδικά μαθήματα τα οποία διδάσκει, να καλύψει τη συγκεκριμένη ύλη που έχει καθορίσει το ΥΠΠ. Επίσης από το 2009 υπήρχε εξέταση από κριτική επιτροπή, η οποία αποφάσιζε αν θα συνέχιζε τις υπηρεσίες του. Πρόσθετα σε περίπτωση απουσίας για να επιτραπεί η αναπλήρωση μαθήματος, απαιτείται η προσκόμιση των απαιτούμενων δικαιολογητικών. Συμφώνησε ότι διατηρεί το δικαίωμα για δεύτερη εργασία και ότι από το 2013 υπογράφει κάθε μήνα σχετικό τιμολόγιο για να του καταβληθεί πληρωμή. Τέλος δεν αρνήθηκε ότι οι όροι της σύμβασης παροχής υπηρεσιών ήταν καθαροί και ότι ο ίδιος την υπέγραφε χωρίς την επιφύλαξη οποιουδήποτε δικαιώματος. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και η μαρτυρία της Αιτήτριας, η οποία με τη σειρά της υποστήριξε ουσιαστικά, τα όσα παραθέτει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Αναφερόμενη στα ακαδημαϊκά της προσόντα και στο ενδιαφέρον που έδειξε για να εργαστεί ως εκπαιδευτικός στα Μουσικά Σχολεία, σημείωσε ότι η εργοδότηση της από το ΥΠΠ άρχισε με τη σχολική χρονιά Σεπτέμβριος 2012 - Ιούνιο 2013, μέσω του ΙΔΑΒΕΠ, με την υπογραφή σχετικής συμφωνίας η οποία της εξασφάλιζε όλα τα ωφελήματα, όπως εισφορές του εργοδότη στο Ταμείο Αδειών, Ανεργίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με τη υιοθέτηση της πρακτικής για αγορά υπηρεσιών, επανειλημμένως υπέγραψε σχετικές συμφωνίες, με σκοπό την εργοδότηση της για τις επόμενες σχολικές περιόδους. Ενώ για τη σχολική χρονιά 2012 - 2013 το ΥΠΠ την αντιμετώπιζε ως μισθωτό πρόσωπο, από το 2014 και μετά την αντιμετώπιζε ως αυτοεργοδοτούμενη, με αποτέλεσμα να στερείται των διαφόρων ωφελημάτων και δη των εισφορών του εργοδότη στα διάφορα Ταμεία. Προβάλλοντας την ίδια θέση με τον Αιτητή, ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία αγοράς υπηρεσιών που υπέγραψε με το ΥΠΠ, είναι καθαρά σύμβαση αορίστου χρόνου καθώς και μετά το 2013 συνέχισε να ασκεί τα ίδια εργασιακά καθήκοντα διδασκαλίας που ανέλαβε από τον Οκτώβριο
  7. Η αντιμετώπιση της δε, ως αυτοτελώς εργοδοτούμενου προσώπου, αποτελεί παράνομη ενέργεια εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι αρνούνται να αναγνωρίσουν το συνεχές της απασχόλησης της και να την καταστήσουν εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου, από τη στιγμή που καλύπτει πάγιες ανάγκες και εκτελεί τα ίδια καθήκοντα από το
  8. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι στην προσφορά που είχε αποδεχθεί κατά τη σχολική χρονιά 2012 - 2013, αναγραφόταν η περίοδος απασχόλησης και η αμοιβή της ανά 45λεπτο, δεν συμπεριλαμβανόταν ωστόσο το ωρολόγιο πρόγραμμα διδασκαλίας, το οποίο καθοριζόταν σε κατοπινό στάδιο από τον επόπτη του Μουσικού Σχολείου. Ενώ συμφώνησε ότι με βάση τη σύμβαση υποχρεούτο να πηγαίνει στο σχολείο κατά τις ώρες διδασκαλίες και ότι με την ολοκλήρωση του προγράμματος μπορούσε να αποχωρήσει, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι πέραν της συμφωνίας προέκυπταν και αρκετές άλλες ανάγκες τις οποίες καλείτο να υλοποιήσει, όπως η παροχή συνοδείας οργάνου σε μαθητή και η παρουσία της σε εξετάσεις τετραμήνου, για τις οποίες δεν παρέχεται πληρωμή. Γνωρίζοντας μάλιστα ότι την επόμενη χρονιά θα είχε ξανά ανανέωση συμβολαίου θα έπρεπε οπωσδήποτε να εκτελεί σωστά και ολοκληρωμένα τα καθήκοντα της. Ισχυρίστηκε ότι το Μουσικό Σχολείο λειτουργεί όπως τα άλλα σχολεία με ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα και ότι αλλαγή στις ώρες διδασκαλίας προκύπτει μόνο σε περίπτωση αναπλήρωσης μαθήματος. Το αν υπάρχει έλεγχος για τη διεξαγωγή του μαθήματος, ισχυρίστηκε ότι γίνεται από επιτροπή που αποστέλλει το ΥΠΠ για την αξιολόγηση των μαθητών με βάση το αναλυτικό πρόγραμμα που καθορίζει την ύλη που η ίδια θα πρέπει να ολοκληρώσει, αξιολογώντας με αυτό τον τρόπο και το δικό της έργο. Δεν διαφώνησε ότι εκτός από το Μουσικό Σχολείο εκτελεί και άλλη εργασία και ότι κάθε μήνα υπογράφει τιμολόγιο για την καταβολή πληρωμής. Ο κ. Χρύσανθος Χαραλάμπους, από το 2013 κατέχει τη θέση Συντονιστή Μουσικών Σχολείων στο ΥΠΠ. Στα καθήκοντα του συμπεριλαμβάνεται η διαχείριση θεμάτων που αφορούν την αγορά υπηρεσιών στα Μουσικά Σχολεία. Σύμφωνα με τον μάρτυρα ο θεσμός του Μουσικού Σχολείου ξεκίνησε από τη Λευκωσία και Λεμεσό σε πιλοτική βάση το 2006 και το 2012-2013 επεκτάθηκε και στις άλλες επαρχίες, οπόταν την επιλογή εκπαιδευτικών ανέλαβε το ΙΔΑΒΕΠ. Από το 2013 το ΥΠΠ προκηρύσσει διεθνή διαγωνισμό αγοράς υπηρεσιών για διδασκαλία στα Μουσικά Σχολεία. Επίσης προσφέρονται συμβόλαια στους εκπαιδευτές οι οποίοι με τη σειρά κατάταξης στο μητρώο της κάθε ειδικότητας αναλαμβάνουν περιόδους διδασκαλίας εάν και εφόσον παρίστανται τέτοιες ανάγκες. Από το 2006 μέχρι και σήμερα οι εκπαιδευτές παρέχουν υπηρεσίες χωρίς να εκτελούν οποιανδήποτε άλλα καθήκοντα από τα προβλεπόμενα στους όρους του διαγωνισμού. Οι εν λόγω διαγωνισμοί απαιτούν τη δήλωση ενδιαφέροντος και την κατάθεση όλων των δικαιολογητικών στοιχείων στο κουτί πρόσφορων του Υπουργείου. Όλες οι προσφορές τυγχάνουν μοριοδότησης και οι υποψήφιοι που εξασφαλίζουν βαθμολογία μεγαλύτερη της βάσης καταγράφονται σε σειρά στο μητρώο της ειδικότητας τους. Με βάση το μητρώο και τις ανάγκες κάθε σχολικής χρονιάς που προκύπτουν από τις επιλογές των μαθητών, το ΥΠΠ προχωρεί στην ανάθεση 1-15 διδακτικών περιόδων σε κάθε ανάδοχο. Όλοι οι ανάδοχοι υπογράφουν τα συμβόλαια αδιαμαρτύρητα γνωρίζοντας ότι πρόκειται για αγορά υπηρεσιών. Επίσης υπογράφουν και αποστέλλουν κάθε μήνα τιμολόγιο πληρωμής που συνάδει με τις περιόδους διδασκαλίας ενός εκάστου. Όλοι οι ανάδοχοι έχουν δικαίωμα να αρνηθούν την προσφορά ή να θέσουν κάποιες προϋποθέσεις για την κάλυψη και των άλλων επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους, καθώς πρόκειται για ελεύθερους επαγγελματίες που δεν προσφέρουν αποκλειστικά υπηρεσίες στο ΥΠΠ. Με αναφορά στις εβδομαδιαίες περιόδους διδασκαλίες των Αιτητών για τα έτη 2009 μέχρι 2021, την αμοιβή τους για κάθε 45λεπτη περίοδο διδασκαλίας, τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα τους όπως περιγράφονται στους όρους του διαγωνισμού και τις υπογραφείσες συμβάσεις μεταξύ Αιτητών και ΥΠΠ, τους χώρους διδασκαλίας και τους παρεχόμενους εξοπλισμούς, ισχυρίστηκε ότι οι υποψήφιοι που εντάσσονται στο μητρώο ειδικοτήτων και διδάσκουν στα Μουσικά Σχολεία δεν τυγχάνουν επιθεώρησης και αξιολόγησης από Επιθεωρήτρια Μέσης Εκπαίδευσης και ούτε τους ανατίθενται οποιαδήποτε πρόσθετα καθήκοντα ή υποχρεώσεις πέραν των όρων του διαγωνισμού και της σύμβασης. Υπογράφουν κατά την είσοδο και έξοδο τους από το Σχολείο έτσι ώστε να επιβεβαιωθεί η πραγματοποίηση του μαθήματος για σκοπούς πληρωμής. Παρουσίασε δε, δύο από τα τιμολόγια πληρωμής που οι Αιτητές συμπλήρωσαν και απέστειλαν στο λογιστήριο ΥΠΠ για σκοπούς πληρωμής με βάση τη σύμβαση. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι στην προσφορά καταγράφονται τα αναγκαία για την περίπτωση καθήκοντα ενός εκπαιδευτικού. Δεν διαφώνησε ότι στα εν λόγω καθήκοντα περιλαμβάνεται και η εμπλοκή του εκπαιδευτικού σε άλλες δραστηριότητες που αφορούν τη λειτουργία του σχολείου. Οφείλουν επίσης να παρακολουθούν επιμορφωτικά προγράμματα και να συμμετέχουν σε σεμινάρια, συνεδρίες και ημερίδες της ειδικότητας τους εάν απαιτείται. Πρόσθετα οφείλουν να εξασφαλίζουν άδεια από την Επιθεωρήτρια Μέση Εκπαίδευσης για απουσία στο εξωτερικό σε χρόνο υπηρεσίας, κάτι που γίνεται για σκοπούς προ-γραμματισμού των μαθημάτων για να μην στερηθούν της αμοιβής. Περαιτέρω ενώ αναφέρθηκε σε ευελιξία στην αλλαγή του προγράμματος στα ατομικά μαθήματα συμφώνησε ότι δεν συμβαίνει το ίδιο και για τα ομαδικά μαθήματα και ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το πρόγραμμα, η αναθέτουσα αρχή δικαιούται να ανατρέξει στον επόμενο δικαιούχο. Με αναφορά σε συγκεκριμένα έντυπα που απαιτούνται να υπογράφει ο εκπαιδευτικός σημείωσε ότι το παρουσιολόγιο το ζητούσαν οι ίδιοι από τους διευθυντές ως μέτρο ελέγχου κατά πόσο οι εκπαιδευτικοί έκαναν σωστά τη δουλειά τους και το τιμολόγιο για σκοπούς πληρωμής. Επίσης για σκοπούς ενημέρωσης και ως παιδαγωγικό καθήκον ο εκπαιδευτικός αναγράφει τη διδαχθείσα ύλη στο ημερήσιο φύλλο παρουσιών. Αγορεύσεις Μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας που προσέφεραν και οι δύο πλευρές, Αιτητές και Καθ' ων η αίτηση, κινήθηκε και η γραμμή των αγορεύσεων που έθεσαν γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι. Με ουσιαστικό υπόβαθρο τους όρους του διαγωνισμού, το Νόμο και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το όλο θέμα, η ευπαίδευτος συνήγορος για τους Καθ' ων η αίτηση εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι η πραγματική διευθέτηση μεταξύ των μερών δεν ήταν η ύπαρξη σχέσης εξηρτημένης εργασίας, με τους Αιτητές να είναι εργοδοτούμενοι εν τη έννοια του Νόμου, αλλά σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Επικαλούμενη περαιτέρω τις πρόνοιες του άρθρου 7

(1)του περί Εργοδοτούμενου με Εργασία Ορισμένου χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου (Ν.98(Ι)/ 2003) εισηγήθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται ο αντικειμενικός λόγος της ιδιαιτερότητας της υπό εκτέλεση εργασίας και των αναγκών της κάθε ειδικότητας σε κάθε επαρχία όπου λειτουργούν τα Μουσικά Σχολεία, με επακόλουθο ο αριθμός των εκπαιδευτών που καλούνται να καλύψουν τις ανάγκες να μην είναι σταθερός. Στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Αιτητές, αναφερόμενος επίσης στους όρους του διαγωνισμού, στο ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό και σε νομολογία που διέπει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου, εισηγήθηκε ότι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες οι Αιτητές προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, σε συνάρτηση με τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα τους, εύκολα μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου και όχι σύμβαση παροχής υπηρεσιών ως η θέση των Καθ' ων η αίτηση, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που τα μέρη προσέδωσαν στην μεταξύ τους σχέση με την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας. Περαιτέρω ότι με βάση το μαρτυρικό υλικό, προδήλως, Αιτητής και Αιτήτρια, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους για περίοδο πέραν των 30 μηνών δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, με επακόλουθο η σύμβαση εργασίας τους να θεωρείται ότι κατέστη σύμβαση αορίστου διαρκείας (άρθρου 7
(1)του Ν.98(Ι)/ 2003), καθώς η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν κατάφερε να καταδείξει τη συνδρομή οποιουδήποτε αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ανάλυση Η όλη υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί με την εξέταση των πιο κάτω βασικών ζητημάτων: (
  1. i)Ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης μεταξύ των μερών: σύμβαση εργασίας εντός των πλαισίων του Νόμου ή συμφωνία παροχής υπηρεσιών, (
  2. ii)Αν η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι η ύπαρξη σύμβασης εργασίας, κατά πόσο αυτή έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου διαρκείας σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Ν.98(Ι)/ 2003. (i) Ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης μεταξύ των μερών Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου: «Εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου εργοδοτούμενου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Νοείται ότι ο όρος «εργοδοτούμενος» περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι όμως με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου». Δικαστικό προηγούμενο για τον προσδιορισμό της επίδικης σχέσης, είναι η υπόθεση Christofides v. Redundant Employees Fund
(1978)1C.L.R. 208. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να διακριθεί μια σύμβαση εργασίας (contract of service) από μια σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών (contract for services), υιοθέτησε τη θέση των αγγλικών δικαστηρίων παραθέτοντας σχετικά αποσπάσματα από αγγλικές αποφάσεις, για να επισημάνει ότι πέραν του βαθμού έλεγχου που ασκείται από τον υποτιθέμενο εργοδότη, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες για τη διάκριση μιας εργασιακής σχέσης από μια σχέση παροχής υπηρεσιών (Global Plant Ltd., v. Secretary of State for Healthy and Social Security [1971] 3 All E.R. p.385, 389). Για το πρωταρχικό test που εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις αναφέρθηκε στην υπόθεση Market Investigation Ltd v. Minister of Social Security [1968] 3 All E.R. σ. 732, 737, επισημαίνοντας τα ακόλουθα: Ελεύθερη απόδοση «Οι παρατηρήσεις των Λόρδων Wright και Denning, L.J., και των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. υποδηλώνουν ότι το βασικό test που θα πρέπει να εφαρμοστεί είναι το εξής: το πρόσωπο που έχει δεσμευτεί να εκτελέσει αυτές τις υπηρεσίες τις εκτελεί ως πρόσωπο εργαζόμενο για δικό του λογαριασμό; Αν η απάντηση είναι καταφατική τότε πρόκειται για σύμβαση υπηρεσιών. Αν είναι αρνητική τότε είναι σύμβαση εργασίας. Εξαντλητικός κατάλογος στοιχείων που είναι σχετικά με τον καθορισμό της ερώτησης αυτής δεν έχει συνταχθεί και ίσως ούτε να μπορεί να συνταχθεί ούτε και μπορούν να τεθούν αυστηροί κανόνες ως προς το σχετικό βάρος το οποίο έχουν τα διάφορα στοιχεία σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Το περισσότερο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι το στοιχείο άσκησης ελέγχου χωρίς αμφιβολία θα πρέπει πάντα να εξετάζεται αλλά δεν μπορεί πια να εκλαμβάνεται ως ο μόνος καθοριστικός παράγοντας. Τέτοιοι άλλοι παράγοντες που μπορεί να έχουν σημασία είναι θέματα όπως κατά πόσο το πρόσωπο που εκτελεί τις υπηρεσίες προμηθεύει τα δικά του μηχανήματα/εξοπλισμό, κατά πόσο προσλαμβάνει τους δικούς του βοηθούς, τι βαθμό οικονομικού κινδύνου αναλαμβάνει, τι βαθμό ευθύνης για επένδυση και διεύθυνση/διοίκηση έχει και κατά πόσο, όπως και σε ποια έκταση, έχει την ευκαιρία να ωφεληθεί από την ορθή διεύθυνση της επιτέλεσης του καθήκοντος του». Αναφερόμενο επίσης στην υπόθεση Ferguson v. John Dawson & Partners (Contractors) Ltd., [1976] 3 All E.R. 817, 824 αποφάνθηκε τα ακόλουθα: «Αν και η εκφρασθείσα πρόθεση των μερών θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για να αποφασισθεί η πραγματική φύση της σύμβασης, ωστόσο, δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας. Θα πρέπει να εξετάζεται η συμφωνία στο σύνολο της και ειδικότερα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών ........... Μια δήλωση των μερών, ακόμη κι αν έχει ενσωματωθεί στη μεταξύ τους σύμβαση, ότι ο εργάτης θα είναι ή θα θεωρείται αυτοεργοδοτούμενος ή ανεξάρτητος εργολάβος, θα πρέπει αν αγνοηθεί πλήρως κα όχι απλώς να μη ληφθεί υπόψη ως καθοριστικός παράγοντας, εάν οι υπόλοιποι συμβατικοί όροι υποδηλώνουν στην πραγματικότητα σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου» «Η σχέση των μερών καθορίζεται από τον Νόμο και όχι από την ετικέτα που επιλέγουν να τοποθετήσουν σ' αυτή.» Παρεμφερή θέση έχουν υιοθετήσει και νεότερες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων, οι οποίες, αν και επισημαίνουν ότι το κριτήριο του ελέγχου παραμένει κυρίαρχο, θεωρούν ότι πρέπει να αξιολογηθούν και άλλοι παράγοντες για τη διαπίστωση της σχέσης που υφίσταται μεταξύ των μερών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 796, 800-801: «Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότη-σης και την καταβολή απολαβών (Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition p.698). Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο, (α) από την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτούμενου». Στην υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund
(1988)1 C.L.R. 363 το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου αποτελεί πραγματικό ζήτημα που εξετάζεται υπό το πρίσμα του συνόλου των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Η πληρωμή μισθού από τον εργοδότη για την παροχή υπηρεσιών δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο. Πρέπει, επίσης, να μπορεί να θεμελιωθεί ότι ο εργοδότης ασκεί έλεγχο στην εργασία του εργοδοτούμενου. Καθοδηγούμενο απ' αυτή τη νομολογία στην υπόθεση Προική ν. Φιλική Ασφαλιστική
(2002)1 Α.Α.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία βασίστηκε στο γεγονός ότι οι ίδιοι οι Αιτητές, σε γραπτή συμφωνία με τους εργοδότη, χαρακτήριζαν τους εαυτούς τους ανεξάρτητους συνεργάτες - αντιπροσώπους ασφαλειών. Επισήμανε δε ότι με βάση τους όρους της συμφωνίας, (α) οι Αιτητές υποχρεούντο να διαθέτουν όλο το χρόνο τους για την προώθηση των εργασιών του εργοδότη, ο οποίος τους παρείχε τα γραφεία και τα μέσα προς τούτο, (β) οι Αιτητές είχαν υποχρέωση συμμόρφωσης προς τους όρους του εργοδότη και δεν συμμετείχαν στους κινδύνους της επιχείρησης, (γ) ο εργοδότης είχε το δικαίωμα τερματισμού της απασχόλησης, εάν οι Αιτητές δεν προσκόμιζαν νέες εργασίες για περίοδο 60 ημερών και (δ) ο εργοδότης κατέβαλλε στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στο Ταμείο Προνοίας το εκάστοτε καθοριζόμενο από τη νομοθεσία ποσοστό επί των απολαβών των Αιτητών. Ομοίως στην υπόθεση Lounic Confectionery Ltd v. Θ. Θεοδώρου
(2015)1 Α.Α.Δ. 2247, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε το κριτήριο του ελέγχου αναλύοντας μια σειρά από στοιχεία που συνθέτουν το περιεχόμενο του όπως, μεταξύ άλλων: (α) η εταιρεία παρείχε τον εξοπλισμό (αυτοκίνητο, γραφική ύλη, φαξ) που ήταν απαραίτητος για την εκτέλεση της εργασίας του Αιτητή, και ήταν υπεύθυνη για τα έξοδα συντήρησης του και την φθορά του, (β) υπήρχε αυτοπρόσωπη παροχή υπηρεσιών από τον Αιτητή, (γ) για να απουσιάζει από την εργασία ο Αιτητής έπρεπε να εξασφαλίσει άδεια, (δ) η εταιρεία καθόριζε τον τρόπο και είδος παροχής της εργασίας του Αιτητή (ε) το γεγονός ότι η εταιρεία δεν κατέβαλλε στον Αιτητή κοινωνικές ασφαλίσεις και οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα, που συνήθως καταβάλλονται στους εργοδοτούμενους, δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό του ως εργοδοτούμενου Παρόμοιες είναι επίσης οι αντιλήψεις που επικρατούν στην Ελλάδα. Το Ανώτατο Δικαστήριο στις παραπάνω αποφάσεις, Prousi, Tsapaco και Lounic, υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από το Ελληνικό σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου, «Εργατικό Δίκαιο»
(1967)σελ. 35, όπου καθορίζει το στοιχείο του ελέγχου ως κυρίαρχο κριτήριο της προσωπικής εξάρτησης του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη: «Κριτήριον της διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας, αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούει εις τας οδηγίας του εργοδότου.» Σύμφωνα με τον Δ. Ζερδελής, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας»,
(2002), σελ.247, «σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και στον μισθό που συμφωνήθηκε, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, και ακόμη ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες δεσμευτικές για τον εργαζόμενο αναφορικά με τον χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο κατά την εκτέλεση της προς διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς τις οδηγίες του. Αντίθετα δεν έχουμε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, όταν ο εργαζόμενος αναλαμβάνει μεν να παράσχει την εργασία του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, άσχετα από το έργο που θα εκτελέσει, χωρίς όμως το στοιχείο της εξάρτησης, όταν δηλαδή διατηρεί την ελευθερία του να προσδιορίζει τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και δεν υπόκειται σε εποπτεία και έλεγχο από τον εργοδότη.» Όπως εντοπίζεται στο εν λόγω σύγγραμμα, κριτήριο για τη διάκριση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών και, επομένως τον χαρακτηρισμό του παρέχοντος τις υπηρεσίες του ως μισθωτού, είναι η προσωπική εξάρτηση του από τον αντισυμβαλλόμενο του. Σύμφωνα με τη θεωρία της προσωπικής εξάρτησης, η εξαρτημένη εργασία εκδηλώνεται με τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Τη δέσμευση του παρέχοντος τις υπηρεσίες του ως προς τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας, στοιχείο κατ' εξοχήν δηλωτικό της προσωπικής εξάρτησης, (β) την υποχρέωση του να ακολουθεί τις οδηγίες του άλλου μέρους, όσον αφορά τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας και να δέχεται τον έλεγχο του προς διαπίστωση της συμμόρφωσης προς αυτές, (γ) την παροχή της εργασίας στο πλαίσιο μιας οργάνωσης εργασίας, την οποία καθορίζει και διευθύνει ένας τρίτος και στην οποία εντάσσεται ο εργαζόμενος, (δ) την υποχρέωση του εργαζόμενου να εκτελέσει αυτοπροσώπως την οφειλόμενη εργασία. Στο σύγγραμμα της Στ. Γιαννακούρου, «Κυπριακό Εργατικό Δίκαιο» σελ. 36, με αναφορά σε ελληνικά συγγράμματα, επισημαίνονται τα ακόλουθα για το κριτήριο του εργοδοτικού ελέγχου: «Το κριτήριο αυτό πρέπει να ερμηνεύεται με ευρύτητα ώστε να καταλαμβάνει και άλλα στοιχεία που συγκροτούν την οικονομική πραγματικότητα της κάθε εργασιακής σχέσης. Όταν η εργασία είναι αμιγώς σωματική, είναι εύκολο να διαπιστωθεί εάν ο εργοδότης έχει τον έλεγχο του εργοδοτούμενου, μέσω της εξουσίας να δίνει οδηγίες και εντολές για την εκτέλεση της εργασίας. Όταν όμως πρόκειται για πνευματική ή επιστημονική εργασία ή δεξιότητα, ο εργοδοτούμενος αναπτύσσει εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη αυτονομία και πρωτοβουλία στην εργασία του. Στις περιπτώσεις αυτές ο εργοδοτικός έλεγχος είναι πολύ περιορισμένος και επομένως δεν μπορεί από μόνος του να αποτελεί ασφαλές κριτήριο χαρακτηρισμού της σχέσης. Όπως δε αναφέρεται στη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων, εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει, για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο, συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξηρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη». Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους Αιτητές όσο και τον μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων. Είναι πρόδηλο ότι τα ουσιώδη γεγονότα όπως εξελίχθηκαν και αποτελούν τη βάση για την εξαγωγή των ευρημάτων του Δικαστηρίου δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση. Ειδικότερα τα κατατεθέντα τεκμήρια δεν έχουν αμφισβητηθεί ως προς την ύπαρξη και το περιεχόμενο τους και από αυτά συνάγονται και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η διαφωνία των διαδίκων εστιάζεται στην ερμηνεία εγγράφων, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Από τα όσα λοιπόν παραθέτουμε ανωτέρω, αποτελεί αναμφισβήτητο και ή παραδεκτό γεγονός ότι ο Αιτητής άρχισε να διδάσκει στο Μουσικό Σχολείο από το 2009 και η Αιτήτρια από το
  1. Το 2013 με την προκήρυξη του Διαγωνισμού ΜΕ 15/13, που αφορούσε την αγορά υπηρεσιών από εκπαιδευτές για διδασκαλία στο Μουσικό Σχολείο, υπέγραψαν και οι δύο σχετικές συμφωνίες για τρεις συνεχείς σχολικές περιόδους από το 2013-
  2. Μετά την καταχώρηση των υπό κρίση Αιτήσεων ακολούθησε η προκήρυξη του διαγωνισμού ΜΕ 11/16 και τρία χρόνια αργότερα του διαγωνισμού ΜΕ 15/19, δυνάμει των οποίων οι Αιτητές συνέχισαν τη διδασκαλία στο πρόγραμμα «Μουσικό Σχολείο» υπογράφοντας επίσης σχετικές συμφωνίες. Οι διαφωνίες που εξέφρασαν οι Αιτητές προς το ΥΠΠ αναφορικά με τους όρους του διαγωνισμού ΜΕ 11/16, οι οποίες επιβεβαιώνονται από τη σχετική μεταξύ τους αλληλογραφία, προέκυψαν μετά την καταχώρηση των υπό κρίση Αιτήσεων και συνεπώς δεν αφορούν την επίδικη περίοδο. Πρόσθετα δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση των Αιτητών ότι μέχρι το 2013 το ΥΠΠ τους εξασφάλιζε όλα τα ωφελήματα, όπως εισφορές του εργοδότη στο Ταμείο Αδειών, Ανεργίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ότι μετά την προκήρυξη του διαγωνισμού και την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας, ενώ συνέχισαν με τους ίδιους ουσιαστικά όρους και τα ίδια διδακτικά καθήκοντα, εντούτοις τους αντιμετώπιζε ως αυτοεργοδοτούμενους και δεν τους εξασφάλιζε τα πιο πάνω ωφελήματα τα οποία κατέβαλλαν πλέον από μόνοι τους. Η θέση του κ. Χαραλάμπους περί ασάφειας στο καθεστώς απασχόλησης των Αιτητών μέχρι και την περίοδο 2012 - 2013, δεν συνάδει με την ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματική μαρτυρία και δη τις καταστάσεις Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίες ξεκάθαρα δηλώνουν το καθεστώς εργοδότησης τους υπό την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και του μισθωτού. Συγκεκριμένα ο Αιτητής μέχρι και το 2012 αντιμετωπιζόταν ως δημόσιος υπάλληλος και με τη σύσταση του ΙΔΑΒΕΠ κατά το έτος 2012 - 2013 ως μισθωτό πρόσωπο (Τεκ.10). Αντίστοιχα η Αιτήτρια εργοδοτούμενη κατά το έτος 2012-2013 μέσω του ΙΔΑΒΕΠ, αντιμετωπιζόταν ως μισθωτό πρόσωπο. Κατά κοινή παραδοχή το εν λόγω Ίδρυμα δημιουργήθηκε από το ΥΠΠ με σκοπό τη διαχείριση των απογευματινών και βραδινών επιμορφωτικών προγραμμάτων. Σε κάθε περίπτωση όμως, Αναθέτουσα Αρχή της Σύμβασης παραμένει το ΥΠΠ και αρμόδιο πρόσωπο η Επιθεωρήτρια Μέσης Εκπαίδευσης Μουσικής. Στο στάδιο της αντεξέτασης τέθηκαν οι αντίστοιχες θέσεις εκάστης πλευράς που αφορούν ουσιαστικά την ερμηνεία που αποδίδεται στο περιεχόμενο των προαναφερθέντων εγγράφων. Η ερμηνεία ωστόσο των εν λόγω εγγράφων από-τελεί υπό τις περιστάσεις έργο του Δικαστηρίου και οι διατυπωθείσες υπό των μαρτύρων απόψεις δεν αποτελούν μαρτυρία προς αξιολόγηση. Γι' αυτό το λόγο το τι τα μέρη (Αιτητές και ΥΠΠ) πιστεύουν ή επιθυμούν ή δηλώνουν δεν έχει οποιαδήποτε νομική σημασία. Το ερώτημα τι είδους σύμβαση εργασίας έχουν συνομολογήσει τα μέρη αποτελεί νομικό θέμα, που το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλύσει χωρίς αναφορά στις δηλώσεις των μερών [Ferguson v. John Dawson & Partners (Contractors) Ltd (ανωτέρω)] και με αναζήτηση της πραγματικής μεταξύ τους διευθέτησης (Protectacoat Firthglow Td v. Miklos Szilagyi [2009] EWCA Civ. 98). Περαιτέρω τα όσα οι Αιτητές επικαλέστηκαν κατά την αντεξέταση τους, αναφορικά με τον έλεγχο, τον προγραμματισμό και τις επιπλέον ανάγκες που καλούνταν να υλοποιήσουν πέραν των ωρών διδασκαλίας, με σκοπό τη σωστή και ολοκληρωμένη εκτέλεση των καθηκόντων τους, δεν έχουν τεθεί υπό δοκιμασία και ως εκ τούτου τα αποδεχόμαστε ως ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα. Εξετάζοντας συνεπώς τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομολογιακών αρχών θεωρούμε ότι η πραγματική σχέση των Αιτητών με τους Καθ' ων η αίτηση είναι σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου εν τη εννοία του Νόμου, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο και τον νομικό χαρακτηρισμό που τα μέρη έδωσαν στο Συμφωνητικό Έγγραφο που είχαν υπογράψει. Ειδικότερα: (α) Οι Αιτητές ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν αυτοπροσώπως την εργασία τους χωρίς δικαίωμα ή δυνατότητα ανάθεσης, εκχώρησης ή εκπλήρωσης της από τρίτα πρόσωπα, γεγονός συμβατό με την έννοια της σύμβασης εργασίας και όχι της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών. Ενώ στις συμφωνίες που ακολούθησαν με τις προσφορές ΜΕ 11/16 και ΜΕ 15/19, παρείχετο στους Αιτητές η δυνατότητα εκχώρησης ή μεταβίβασης της σύμβασης ή μέρους αυτής μετά από γραπτή συγκατάθεση της Αναθέτουσας Αρχής, ωστόσο είναι σαφές ότι η πρόνοια αυτή είναι αντίθετη με τους υπόλοιπους όρους του διαγωνισμού και της σύμβασης, όπου για την τοποθέτηση των εκπαιδευτών στα Μουσικά Σχολεία ακολουθείτο συγκεκριμένη διαδικασία αξιολόγησης με βάση τα προσόντα και τα κριτήρια επιλογής τους. Συνεπώς η ερμηνεία που προβάλλει από το περιεχόμενο των εν λόγω συμβάσεων αποκλείει μια τέτοια δυνατότητα της οποίας στην πράξη δεν γίνεται καθόλου χρήση. (β) Οι Αιτητές, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της σύμβασης και τον τρόπο που αυτή λειτουργεί στην πράξη, ήταν επίσης υποχρεωμένοι να ακολουθούν τις οδηγίες και υποδείξεις του ΥΠΠ. Επίσης παρείχετο η δυνατότητα στο ΥΠΠ να εκτελεί έλεγχο στην εργασία τους. Από τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που προνοούνται στο διαγωνισμό και που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης, οι Αιτητές ήταν υποχρεωμένοι να συνεργάζονται με τους άλλους καθηγητές της ειδικότητας τους και το ΥΠΠ για τον καταρτισμό και την αναθεώρηση των αναλυτικών προγραμμάτων, να συμμετέχουν στις συνεδρίες του καθηγητικού συλλόγου του Μουσικού Σχολείου, να παρακολουθούν επιμορφωτικά προγράμματα που τους πρότεινε το ΥΠΠ σε διδακτικό χρόνο, να εφαρμόζουν τα αναλυτικά προγράμματα και τις αποφάσεις του καθηγητικού συλλόγου, να συμμετέχουν ενεργά σε όλες τις εργασίες, εκδηλώσεις και δραστηριότητες του Μουσικού Σχολείου. Περαιτέρω οι Αιτητές υπόκειντο σε έλεγχο όσον αφορά τα καθήκοντα τους επί του διδακτικού έργου, από τον επόπτη του Μουσικού Σχολείου, μέχρι και δύο φορές το τετράμηνο και όφειλαν να συμμορφώνονται με τις υποδείξεις του επόπτη ο οποίος ήταν εντεταλμένος από το ΥΠΠ να διασφαλίζει αφενός την κάλυψη της καθορισθείσας ύλης και αφετέρου την εφαρμογή των όποιων οδηγιών του ΥΠΠ ή οδηγιών που ο ίδιος έκρινε ότι έπρεπε να εφαρμοστούν για την ομαλή λειτουργία του Μουσικού Σχολείου και συνακόλουθα των μαθητών. Ενώ στην πράξη και οι δύο Αιτητές παραδέχθηκαν ότι δεν υπήρχε έλεγχος ως προς τον τρόπο διδασκαλίας του μαθήματος, ωστόσο το γεγονός ότι υπόκειντο σε έλεγχο ως προς την ικανοποίηση του διδακτικού τους έργου και δη την πραγμάτωση των στόχων του καλλιτεχνικού προγράμματος και την κάλυψη της ύλης που είχε θέσει το ΥΠΠ, δεν έχει αμφισβητηθεί. Όπως επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί το γεγονός ότι ασκείτο έλεγχος και μέσω της αξιολόγησης των μαθητών με βάση το αναλυτικό πρόγραμμα που καθόριζε την ύλη που έπρεπε να ολοκληρώσουν. Εν ολίγοις οι Αιτητές, παρέχοντας την εργασία τους στα πλαίσια μιας οργάνωσης εργασίας την οποία καθόριζε και διεύθυνε το ΥΠΠ, δεν είχαν την ευχέρεια να καθορίζουν ελεύθερα τις υπηρεσίες τους οι οποίες προγραμματίζονταν και ελέγχονταν από το ΥΠΠ. Να σημειώσουμε ότι λόγω της φύσεως της εργασίας τους και της επιστημονικής τους κατάρτισης, οι Αιτητές είχαν τη δυνατότητα να αναπτύσσουν εκ των πραγμάτων μεγαλύτερη αυτονομία και σημαντική πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας τους, με επακόλουθο ο εργοδοτικός έλεγχος να είναι πολύ περιορισμένος και να μη μπορεί από μόνος του να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο χαρακτηρισμού της σχέσης. (γ) Περαιτέρω, οι Αιτητές δεν μπορούσαν να προσδιορίζουν οι ίδιοι ελεύθερα τον χρόνο εργασίας τους, αλλά ακολουθούσαν ως προς αυτόν το ωρολογιακό πρόγραμμα που καθόριζε ο διευθύνων σύμβουλος του Μουσικού Σχολείου. Ο κ. Χαραλάμπους, ενώ αναφέρθηκε κατά την αντεξέταση του σε ευελιξία αλλαγής του προγράμματος στα ατομικά μαθήματα, ωστόσο δεν διαφώνησε ότι αυτό μπορούσε να γίνει μόνο σε συνεργασία με τον διευθύνοντα σύμβουλο του Σχολείου και ότι σε περίπτωση που οι Αιτητές δεν τηρούσαν το ωρολογιακό πρόγραμμα, παρείχετο στην Αναθέτουσα Αρχή το δικαίωμα να τερματίσει τις υπηρεσίες τους και να ανατρέξει στον επόμενο δικαιούχο. Επίσης, σε περίπτωση δικαιολογημένης απουσίας για ιατρικούς λόγους, οι Αιτητές θα μπορούσαν μετά από έγκριση του Γραφείου Επιθεώρησης Μουσικής, να αναπληρώσουν τα απολεσθέντα ατομικά και ομαδικά μαθήματα σε μέρα και ώρα που θα όριζε ο διευθύνων σύμβουλος του Σχολείου. Εν ολίγοις οι Αιτητές όφειλαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους για συγκεκριμένες ώρες και σε συγκεκριμένο τόπο που όριζε το ΥΠΠ, χωρίς να παρέχεται σ' αυτούς η ευχέρεια να προσδιορίσουν από μόνοι τους τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους. (δ) Ως επακόλουθο, οι Αιτητές δεν μπορούσαν να απουσιάζουν από την εργασία τους χωρίς την προηγούμενη άδεια του ΥΠΠ. (ε) Πρόσθετα το ΥΠΠ παρείχε στους Αιτητές όλον τον αναγκαίο εξοπλισμό και τα απαραίτητα μέσα διδασκαλίας που απαιτούντο για την εκτέλεση της εργασίας τους, όπως μουσικά όργανα, φωτοτύπηση, βάθρα, φωτισμοί, βιβλία. (στ) Στους Αιτητές παρείχετο επίσης η δυνατότητα για δεύτερη εργασία. Ωστόσο βάσει των συμβατικών δεσμεύσεων που είχαν αναλάβει έναντι των Καθ' ων η αίτηση το δικαίωμα της παράλληλης απασχόλησης εν ώρα εργασίας στο Μουσικό Σχολείο δεν ήταν εφικτό, αφού οι Αιτητές από μόνοι τους δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν τον χρόνο ή να διαμορφώσουν το πρόγραμμα παροχής των υπηρεσιών τους. Νομολογικά, κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, ο εργοδοτούμενος δεν υποχρεούται να παραλείψει, εκτός του χρόνου εργασίας, την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, εννοείται που δεν θίγει τα συμφέροντα του εργοδότη, εκτός αν η άσκηση της δραστηριότητας αυτής εμποδίζει την προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων ή ανέλαβε σχετική συμβατική δέσμευση. Συνεπώς το δικαίωμα για άσκηση παράλληλης απασχόλησης παρέχεται σε κάθε υπάλληλο απασχολούμενο στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα με σχέση ιδιωτικού δικαίου και από μόνο του δεν αναιρεί την εργασιακή σχέση. (ζ) Πέραν των πιο πάνω, από το περιεχόμενο της συμφωνίας και την εκτέλεση της στην πράξη, δεν φαίνεται να προκύπτουν οποιαδήποτε δηλωτικά στοιχεία ή πρόνοιες που να αναιρούν ή να εξουδετερώνουν την ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. Το γεγονός ότι οι Αιτητές υπέγραφαν κατά την είσοδο και έξοδο τους από το σχολείο ή ήταν υποχρεωμένοι να συμπληρώνουν και να αποστέλλουν κάθε μήνα στο λογιστήριο του ΥΠΠ τιμολόγιο πληρωμής των απολαβών τους ή ότι οι Καθ' ων η αίτηση τους αντιμετώπιζαν ως αυτοεργοδοτούμενους και δεν κατέβαλλαν για αυτούς εισφορές του εργοδότη στο Ταμείο Αδειών, Ανεργίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αλλά οι ίδιοι από μόνοι τους, δεν θεωρούνται κρίσιμα στοιχεία για τον χαρακτηρισμό της σχέσης, εν όψει των προαναφερθέντων στοιχείων που δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης. Εν πάση περιπτώσει ο τρόπος πληρωμής των Αιτητών δεν διαφοροποιείτο καθόλου από τον αντίστοιχο τρόπο αμοιβής του ωρομίσθιου υπαλλήλου με πλήρη ή μερική απασχόληση καθώς αμείβονταν σε μηνιαία βάση με ένα σταθερό ποσό που συναρτάτο με τον χρόνο εργασίας τους. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα πιο πάνω στοιχεία είναι η κατάληξη μας ότι οι Αιτητές προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στους Καθ' ων η αίτηση υπό συνθήκες και περιστάσεις που εύκολα μπορεί αν συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. (ii) Κατά πόσο η σύμβαση έχει καταστεί αορίστου διαρκείας σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Ν.98(Ι)/2003. Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Όπως προκύπτει από το άρθρο 3 του Νόμου (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισί-ου), σκοπός του παρόντος Νόμου είναι όχι μόνον η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά και η διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων όσον αφορά τη σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου. Για την αποτελεσματική πρόληψη καταχρηστικής χρησιμοποίησης των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συμφωνία - πλαίσιο επιβάλλει στα κράτη - μέλη, εφόσον η εσωτερική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα, να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: (α) να θεσπίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, (β) να ορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (γ) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Με το άρθρο 7 του Νόμου (ρήτρα 5 της Οδηγίας), ο κύπριος νομοθέτης θεσπίζει μέτρα αποτροπής της καταχρηστικής προσφυγής στις συμβάσεις εργασίας ορισμέ-νου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο απασχόλησης τριάντα μηνών ή περισσότερο για να θεωρείται η σύμβαση ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από υφιστάμενους αντικειμενικούς λόγους για τους οποίους γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο Νόμο. Εν ολίγοις με το πέρας της 30μηνης περιόδου απασχόλησης τίθεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου διαρκείας, εκτός εάν ο εργοδότης απόδείξει την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν τη μη μετατροπής της. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμέ-νου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Δεδομένου ότι η έννοια του αντικειμενικού λόγου δεν ορίζεται στη συμφωνία - πλαίσιο, το νόημα και το περιεχόμενο του πρέπει να καθοριστεί σε συνάρτηση με τον σκοπό που επιδιώκει η συμφωνία αυτή, καθώς και με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α΄. Επομένως, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 του Νόμου και τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου, 23.4.09, το ΔΕΚ/ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι: «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Σύμφωνα επομένως με το Δικαστήριο, οι σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών, ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους - μέλους (ΔΕΕ 25.10.2018 C-331/17, Sciotto). Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προ-τάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 ημερ. 26.11.2014, αναφερόμενο το ΔΕΕ σε προηγούμενες αποφάσεις του, επισήμανε τα ακόλουθα:
  1. Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό.
  2. Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι οι Αιτητές εργάστηκαν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, από την ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που διαρκούσαν από την αρχή μέχρι και το τέλος κάθε σχολικής χρονιάς, ο μεν Αιτητής για τα έτη από τον Σεπτέμβριο 2009 μέχρι τον Ιούνιο 2016, η δε Αιτήτρια από Σεπτέμβριο 2012 μέχρι Ιούνιο
  3. Με τον ίδιο τρόπο η απασχόληση των Αιτητών συνεχίστηκε και μετά την καταχώρηση των υπό κρίση Αιτήσεων, μέχρι τον Ιούνιο
  4. Και οι δύο Αιτητές είχαν ήδη συμπληρώσει την απαιτούμενη υπό του Νόμου 30μηνη περίοδο απασχόλησης για να θεωρηθεί η σύμβαση εργασίας τους ως σύμβασης αορίστου χρόνου, ο Αιτητής από τον Ιούνιο 2012 και η Αιτήτρια από τον Ιούνιο
  5. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν οι Καθ' ων η αίτηση φέροντες το βάρος απόδειξης, κατάφεραν να αποδείξουν την τυχόν κατ' εξαίρε-ση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την απασχόληση των Αιτητών με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένης διάρκειας και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Η θέση των Καθ' ων η αίτηση, όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις και την προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ότι οι ανάγκες σε διδακτικές περιόδους υπολογίζονται από το ΥΠΠ, με βάση τις επιλογές των μαθημάτων και τον αριθμό των μαθητών εκάστου σχολικού έτους. Τόσο ο αριθμός των μαθητών σε μαθήματα όσο και ο αριθμός των τμημάτων είναι στοιχεία τα οποία διαφοροποιούνται. Έτσι, για κάποια σχολικά έτη, προκύπτουν προσωρινές ανάγκες σε διδακτικές περιόδους, με αποτέλεσμα ο αριθμός των εκπαιδευτικών που προσλαμβάνονται για να καλύψουν τις έκτακτες αυτές ανάγκες να μην είναι σταθερός για όλα τα έτη. Εξετάζοντας τη θέση των Καθ' ων η αίτηση, σημειώσουμε κατ' αρχάς ότι η κάλυψη προσωρινών αναγκών της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους και στην πράξη συνηθέστερους λόγους που δικαιολογούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογητικοί της σύναψης συμβάσεων ορισμένου χρόνου, υφίστανται όταν κατά τη σύναψη της σύμβασης με επαρκή ασφάλεια αναμένεται ότι με τη λήξη της θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Μια τέτοια πρόγνωση θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και να είναι αρκούντως θεμελιωμένη. Θα πρέπει δηλαδή ο εργοδότης να είναι σε θέση να δικαιολογήσει, με συγκεκριμένα στοιχεία γιατί με την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Η εγκυρότητα επίσης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου της ορισμένης διάρκειας προϋποθέτει ότι ο εργοδοτούμενος προσελήφθη για να καλύψει ακριβώς τις συγκεκριμένες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. Όπως αναφέρθηκε από το ΔΕΕ στις υποθέσεις C-677/2016, Montero Mateos ημερ. 5.6.2018, C-619/2017, De Diego Parras ημερ. 21.11.2018, Grupo Notre Facility ημερ. 5.6.2018, στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η λύση της σχέσης εργασίας επέρχεται λόγω γεγονότος προβλέψιμου ήδη κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ενώ στη σύμβαση αορίστου διαρκείας η λύση δεν επέρχεται μόνον αιφνιδίως αλλά και για λόγο μη προβλέψιμο εκ των προτέρων. Σύμφωνα με τον Δ. Ζερδελή, «Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις»: «Το γενικότερο ζήτημα που τίθεται είναι κάτω από ποιες προϋποθέσεις η αβεβαιότητα για το μέλλον της επιχείρησης δικαιολογεί την απασχόληση του εργαζόμενου με σύμβαση (μία ή περισσότερες) ορισμένου χρόνου. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού πρέπει κανείς να έχει ως αφετηρία τη βασική αρχή ότι τον κίνδυνο της επιχειρηματικής δραστηριότητας τον φέρει ο εργοδότης και όχι ο εργαζόμενος και ότι στον κίνδυνο αυτό ανήκει και η αβεβαιότητα ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό. Η σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως μέσο για τη μετακύλιση του επιχειρηματικού κινδύνου από τον εργοδότη στον εργαζόμενο. Ο εργοδότης δεν μπορεί να επικαλεστεί ως δικαιολογητικό λόγο της ορισμένης διάρκειας π.χ. ότι, λόγω της διακύμανσης στις πωλήσεις των προϊόντων του ή μιας ενδεχόμενης μείωσης των εργασιών της επιχείρησης, δεν είναι βέβαιος εάν θα χρειάζεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου και μετά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η αβεβαιότητα για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση και εξέλιξη της επιχείρησης δεν δικαιολογεί τη σύναψη μιας ή περισσοτέρων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το συμφέρον του εργοδότη να προσαρμόζει, χωρίς ζημιά (μη καταβολή αποζημίωσης), τον αριθμό του προσωπικού στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της επιχείρησης υποχωρεί απέναντι στα αντίθετα συμφέροντα των εργαζομένων. .... Και, πάντως, δεν αρκεί το γεγονός ότι η αβεβαιότητα αυτή (για τις μελλοντικές ανάγκες της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό) οφείλεται σε συνθήκες τις οποίες δεν μπορεί να επηρεάσει ο εργοδότης. Πρέπει, κατά την κατάρτιση της σύμβασης, να συντρέχουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, τα οποία να στηρίζουν την ασφαλή πρόγνωση ότι μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου θα εκλείψουν οι λόγοι που επιβάλλουν την απασχόληση του εργαζομένου. Απλά και μόνο το γεγονός ότι ο εργοδότης δεν είναι απόλυτα βέβαιος για το αν θα χρειασθεί τον εργαζόμενο μετά την πάροδο της ορισμένης διάρκειας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον χρονικό περιορισμό» Εν προκειμένω, αυτό που προκύπτει, με όσα έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Καθ' ων η αίτηση, είναι η αβεβαιότητα τους ως προς τις μελλοντικές ανάγκες της υπηρεσίας σε διδακτικό προσωπικό στην ειδικότητα των Αιτητών. Εν ολίγοις συνάπτοντας οι Καθ' ων η αίτηση με τους Αιτητές, διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που διαρκούσαν από Σεπτέμβριο μέχρι Ιούνιο του επόμενου έτους, για δώδεκα και εννέα αντίστοιχα συνεχή σχολικά έτη, επιδίωκαν ουσιαστικά να μετακυλήσουν τον «επιχειρηματικό» κίνδυνο στους ώμους των Αιτητών και τούτο γιατί δεν ήταν βέβαιοι εάν θα χρειάζονταν τις υπηρεσίες τους και μετά τη λήξη εκάστης διαδοχικής συμβάσεως ορισμένου χρόνου. Κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει ότι με τη λήξη των διαφόρων διαδοχικών συμβάσεων που σύναψαν οι Καθ' ων η αίτηση με τους Αιτητές, αναμενόταν με επαρκή ασφάλεια ότι θα εξέλειπε και η ανάγκη για απασχόληση τους. Είναι λοιπόν φανερό ότι οι Αιτητές δεν προσλήφθηκαν για την εκτέλεση εργασιών που ήταν εκ των προτέρων γνωστό ότι έχουν μια περιορισμένη, κατά κανόνα σύντομη διάρκεια, αλλά για την εκτέλεση πάγιων εργασιών με διαρκή χαρακτήρα. Άλλωστε, πως είναι δυνατό να γίνεται λόγος για εργασίες μη σταθερές, όταν επί δώδεκα και εννέα συνεχή έτη αντίστοιχα δεν παρουσιάστηκε ποτέ η ανάγκη κατάργησης της θέσης για την οποία προσλήφθηκαν οι Αιτητές. Η αβεβαιότητα την οποία επικαλέστηκαν οι Καθ' ων η αίτηση, όσον αφορά τη διακύμανση του αριθμού των μαθητών σε συνάρτηση με τις επιλογές των μαθημάτων, αποτελεί τη συνήθη αβεβαιότητα, με την οποία συνδέεται, από τη φύση της, οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα. Η αποδοχή μιας τέτοιας τοποθέτησης θα κατέληγε στο άτοπο, να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη δικαιολόγηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η συνηθισμένη αυξομείωση της πελατείας των επιχειρήσεων. Κρίνουμε επομένως, ότι οι ανάγκες των Καθ' ων η αίτηση ως προς την εκτέλεση της εργασίας για την οποία προσελήφθηκαν οι Αιτητές δεν ήταν προσωρινές αλλά πάγιες και διαρκείς, τις οποίες οι Καθ' ων η αίτηση επέλεξαν να καλύψουν με τη μέθοδο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, στερώντας έτσι από τους Αιτητές, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προοπτική σταθερής απασχόλησης. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των Καθ' ων η αίτηση ότι ο έκτακτος ή μόνιμος διορισμός καθηγητή στην Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία γίνεται με βάση τη σειρά κατάταξης στον πίνακα διοριστέων που προβλέπεται στους σχετικούς νόμους. Επί τούτου, όπως έχει τονιστεί και σε παλαιότερες αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν σε κάθε περίπτωση να αποδείξουν τη συνδρομή ενός από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 7
(2)του Νόμου, οι οποίο αν και δεν παραμένουν εξαντλητικοί ωστόσο ερμηνεύονται σε συνάρτηση με την Οδηγία και τις αποφάσεις του ΔΕΕ. Στην προκείμενη περίπτωση οι μόνοι λόγοι που επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση είναι οι προσωρινές ανάγκες της υπό εκτέλεση εργασίας, οι οποίες με βάση τα ενώπιον μας στοιχεία δεν έχουν καταδειχθεί. Να τονίσουμε επίσης ότι η Οδηγία δεν επιβάλλει συγκεκριμένες κυρώσεις για την καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και δεν επιβάλλει κατ' ανάγκη ως κύρωση τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Η μετατροπή αυτή προβλέπεται από την Οδηγία ως μια δυνατότητα, χωρίς φυσικά να αποκλείεται η πρόβλεψη άλλων, πρόσφορων κατά την κρίση του εθνικού νομοθέτη, κυρώσεων κατά του εργοδότη, όπως π.χ. η καταβολή αποζημίωσης στους εργαζόμενους, με τον περιορισμό ότι θα πρόκειται για κυρώσεις που θα εξασφαλίζουν την πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας, λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού (ΔΕΚ 23.4.2009, Συνεκδικασθείσες Υποθέσεις C-378/07 και C-380/07, ΔΕΚ 4.7.2006 (Αδενελέρ κλπ), Συλλογή Νομολογίας 2006 Ι 6057). Μάλιστα ο εθνικός νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβεί σε μια διαφοροποίηση ως προς τις κυρώσεις, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες που εμφανίζει ο κάθε τομέας. Χρήση δε της δυνατότητας αυτής έκανε ο Έλληνας νομοθέτης ο οποίος με τη θέσπιση δύο ξεχωριστών εναρμονιστικών Π.Δ.[1] για τον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, προβλέπει διαφορετικές αστικού δικαίου συνέπειες για τους δύο τομείς. Η διαφοροποίηση αυτή ως προς τις κυρώσεις, ανάλογα με το αν πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου του ιδιωτικού ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δικαιολογείται από το γεγονός ότι στον δημόσιο τομέα αφενός προβλέπονται συγκεκριμένες δεσμευτικές διαδικασίες πρόσληψης με βασικό σκοπό την κατοχύρωση των αρχών της διαφάνειας και της αξιοκρατίας (άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος) και αφετέρου απαγορεύεται, από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 103 παρ.8), ακριβώς προς αποτροπή καταστρατήγησης των διαδικασιών αυτών, η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Για το λόγο αυτό το Π.Δ. 164/2004 ως συνέπεια της σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, κατά παράβαση των προβλεπόμενων από το ίδιο περιορισμών, προβλέπει την αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και όχι την μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου χρόνου, αφού η μετατροπή αυτή, ως κύρωση, θα προσέκρουε, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην απαγόρευση του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος[2]. Το ζήτημα της συμβατότητας των πάγιων διατάξεων του Π.Δ. 164/2004 με την Οδηγία για τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου απασχόλησαν το ΔΕΕ στις πιο πάνω συνεκδικασθείσες υποθέσεις. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, μια εθνική ρύθμιση, όπως αυτή του Π.Δ.164/2004, η οποία απαγορεύει απόλυτα στο δημόσιο τομέα να μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου μια σειρά διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που στην πράξη είχαν ως αντικείμενο την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη, για να θεωρηθεί ότι συνάδει με το κοινοτικό δίκαιο, θα πρέπει η εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους να προβλέπει, στον εν λόγω τομέα, ένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο ώστε να αποτρέπεται και εν ανάγκη να τιμωρείται η κατά-χρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Η ρύθμιση του Π.Δ. με τις πάγιες διατάξεις του, πληροί, κατά το ΔΕΕ, τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, ωστόσο εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια να εκτιμήσουν κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής και η εφαρμογή στην πράξη των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού δικαίου καθιστούν τις διατάξεις αυτές κατάλληλο μέτρο για να αποτρέπεται η καταχρηστική χρησιμοποίηση από τις διοικητικές αρχές των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ώστε να εξασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα των προληπτικών μέτρων που έχουν θεσπιστεί κατ' εφαρμογή της Οδηγίας[3]. Σε αντίθεση με το ελληνικό δίκαιο αντίστοιχες ρυθμίσεις που προκύπτουν από την εναρμονιστική νομοθεσία και το Σύνταγμα δεν υπάρχουν στο δικό μας δίκαιο. Με δεδομένη την πρόβλεψη συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών που αφορούν την πρόσληψη μόνιμου προσωπικού στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσίας, ο Νόμος 98(Ι)/2003, που ισχύει τόσο για τον ιδιωτικό όσο και το δημόσιο τομέα, δεν προβλέπει οποιεσδήποτε διαφοροποιήσεις, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες που εμφανίζει ο κάθε τομέας. Οι αντικειμενικοί λόγοι που μπορεί να επικαλεστεί ο εργοδότης σε κάθε περίπτωση είναι οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 7
(2)και για σκοπούς πρόληψης της κατάχρησης σε περίπτωση μη συνδρομής οποιουδήποτε αντικειμενικού λόγου η μετατροπή της σύμβασης ορισμένου χρόνου σε αορίστου. Στα ίδια πλαίσια κινείται και η εκτίμηση από το ίδιο το Δικαστήριο. Εν ολίγοις δεν μπορεί να καταλήξει στην ύπαρξη άλλων λόγων πλην των προβλεπομένων στο Νόμο ή στην επιβολή άλλου μέτρου ή κύρωσης προς ανατροπή της κατάχρησης από τη χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Οι λόγοι που επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση, ότι δηλαδή τηρείται κάποια διαδικασία για τον διορισμό με βάση τη σειρά προτεραιότητας που καθορίζεται στους πίνακες διοριστέων και ότι η απαίτηση αυτή καθίστα άνευ ετέρου ληξιπρόθεσμες τις συμβάσεις, δεν βρίσκουν έρεισμα στο άρθρο 7 του Νόμου, καθώς αυτό που επιτάσσει ο Νόμος είναι η προσωρινότητα των αναγκών του εργοδότη και όχι η διαδικασία διορισμού των εκπαιδευτών. Καταλήγουμε λοιπόν, ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατάφεραν να αποδείξουν τη συνδρομή αντικειμενικών λόγων που θα δικαιολογούσαν τη μη μετατροπή της σύμβασης εργοδότησης του Αιτητή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Να σημειώσουμε επίσης ότι, για την εφαρμογή της συμφωνίας - πλαισίου δεν ενδιαφέρει ο χαρακτηρισμός της σχέσης αλλά τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά. Επίσης όπως ήδη ρητά έχει διευκρινίσει το ΔΕΕ (παλαιότερα ΔΕΚ) στην έννοια του εργοδοτούμενου ορισμένου χρόνου εμπίπτουν και οι εργοδοτούμενοι με συμβάσεις ή σχέσεις πολύ μικρής διάρκειας, που εργάζονται περιστασιακά, ακόμη και με συμβάσεις ή σχέσεις μίας ημέρας. (βλ. απόφαση ΔΕΕ στην υπόθεση C- 486/08 ημερ. 22.4.2010). Όπως η συμφωνία - πλαίσιο έτσι και ο Νόμος επιβάλλει η έννοια του «εργοδοτούμενου με εργασία ορισμένου χρόνου» να αντιμετωπίζεται με ευρύτητα και με βάση το ουσιαστικό / λειτουργικό κριτήριο. Δεν ενδιαφέρει ο χαρακτηρισμός αλλά τα χαρακτηριστικά της εργασιακής σχέσης. Τούτο, προκειμένου να μην μπορεί να θιγεί - μέσω του οποιουδήποτε τυπικού χαρακτηρισμού της σχέσης - η πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας πλαισίου και η ομοιόμορφη εφαρμογή της στα κράτη μέλη. (βλ. και Φ.Δ. Δερμιτζάκη, Η απαγόρευση των διακρίσεων σε βάρος των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σ.87 επ.) Ως επακόλουθο όλων των πιο πάνω: (α) εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι οι Αιτητές προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στους Καθ' ων η αίτηση υπό συνθήκες και περιστάσεις που μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου. (β) εκδίδεται περαιτέρω απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι οι Αιτητές κατέστησαν εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου. Η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού ισχύει για τον Αιτητή από τις 4.6.2015 και για την Αιτήτρια από 8.8.2015 και δη ένα χρόνο πριν την καταχώρηση των υπό κρίση Αιτήσεων. Υπέρ του Αιτητών επιδικάζονται €1000 έξοδα στην κάθε υπόθεση πλέον ΦΠΑ. Οι υπόλοιπες αξιώσεις των Αιτητών δεν έχουν προωθηθεί και συνεπώς απορρίπτονται. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ν. Σιακαλλής, Μέλος Α. Παναγής, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ.81/2003 υπάγονται οι εξαρτημένες συμβάσεις εργασίας του ιδιωτικού τομέα. Για τον δημόσιο τομέα εκδόθηκε το Π.Δ.164/2004, το οποίο, όπως και η Οδηγία, έχει ως αντικείμενο ρύθμισης τις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και όχι γενικά τις προϋποθέσεις σύναψης σύμβασης εργασίας στο δημόσιο. [2] Βλ. Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο [3] Παρόλα αυτά, αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων θεωρούν ότι τα προβλεπόμενα από το Π.Δ.164/2004 μέτρα δεν είναι αποτελεσματικά και ότι οι διατάξεις του συντάγματος δεν μπορούν να ερμηνευτούν ότι απαγορεύουν απολύτως τη θεώρηση των συμβάσεων ως αορίστου χρόνου, μέχρι τη λήψη άλλων πράγματι αποτελεσματικών μέτρων (πλην της θεώρησης των συμβάσεων ως αορίστου χρόνου) για την πρόληψη της κατάχρησης που προκύπτει από τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και την εξάλειψη των συνεπειών από την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου σε περίπτωση που αυτή λάβει χώρα. Βλ. Δ. Ζερδελής επ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.