← Κύπρος

ΤΣΟΛΑΚΗΣ ν. EFSTATHIOS CH CONSTANTINIDES LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 62/14, 12/5/2022

ΤΣΟΛΑΚΗΣ ν. EFSTATHIOS CH CONSTANTINIDES LTD κ.α., Αρ. Αίτησης: 62/14, 12/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:8 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Σ. Κωνσταντίνου ) Ι. Τσουρής ) Μελών Αρ. Αίτησης: 62/14 Χχχχχχχ ΤΣΟΛΑΚΗΣ Αιτητής και

  1. EFSTATHIOS CH CONSTANTINIDES LTD
  2. ΧΧΧΧΧΧΧ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 12.05.2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κα Ρ. Χατζηαράπη για Κώστα Μελά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η Αίτηση: κα Χρ. Χατζηκωστή Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης («η Εργοδότρια Εταιρεία») και ασχολείται με την κατασκευή κολυμβητηρίων, την εμπορία σχετικών αγαθών και προϊόντων καθώς και την παροχή σχετικών εργασιών. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εργοδότριας Εταιρείας ανέρχεται σε 1.000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1,71 η κάθε μία. Πριν τις 30/12/2012, 280 μετοχές είχε ο Χχχχχχχχχ Κωνσταντινίδης, 240 μετοχές η Χχχχχχχχχ Κωνσταντινίδου (η οποία είναι σύζυγος του Χχχχχχχχχ Κωνσταντινίδη) και από 240 μετοχές οι κόρες τους, Χχχχχχ Κωνσταντινίδου και Καθ' ης η Αίτηση
  3. Τα πιο πάνω πρόσωπα ήταν και διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας. Στις 31/12/2012

(1)ο Χχχχχχχχχ Κωνσταντινίδης μεταβίβασε 261 μετοχές στην Καθ' ης η Αίτηση 2, 9 μετοχές στον Χχχχχχχχ Τσολάκη (αδελφό του Αιτητή και γιο της Χχχχχχχ Κωνσταντινίδου) και 10 μετοχές στον Αιτητή (γιο της Χχχχχχ Κωνσταντινίδου),
(2)η Χχχχχχχχχ Κωνσταντινίδου 120 μετοχές στον Χχχχχχχχ Τσολάκη και 120 μετοχές στον Αιτητή. Από τις 31/12/2012 η Καθ' ης η Αίτηση 2 είχε 501 μετοχές στην Εργοδότρια Εταιρεία. Οι υπόλοιπες μετοχές της Εργοδότριας Εταιρείας ανήκαν στην Χχχχχχ Κωνσταντινίδου (240 μετοχές) και στα παιδιά της, Χχχχχχχχ Τσολάκη (129 μετοχές) και Αιτητή (130 μετοχές). Η Χχχχχχ Κωνσταντινίδου και η Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι οι διευθυντές της Εργοδότριας Εταιρείας. Ο σύζυγος της Καθ' ης η Αίτηση 2, κ. Χχχχχχχχχχ Τζιακούρης, επαναπροσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας, τον Μάιο του 2011, στη θέση του Γενικού Διευθυντή. Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας στις 12/06/2011 σε ηλικία 23 ετών ως Υπεύθυνος Αγορών. Στις 02/01/2012 επαναπροσλήφθηκε η Καθ' ης η Αίτηση 2 στην Εργοδότρια Εταιρεία ως Οικονομικός Διευθυντής. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 ήταν προϊστάμενη του Αιτητή. Τον Οκτώβριο του 2012 ο Χχχχχχχχχ Κωνσταντινίδης αποχώρησε από την υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας. Η Χχχχχχ Κωνσταντινίδου δεν εργαζόταν στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας. Οι σχέσεις της Καθ' ης η Αίτηση 2 και της Χχχχχχχ Κωνσταντινίδου δεν ήταν αρμονικές. Ο Αιτητής τον Αύγουστο του 2013, ενόσω η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο σύζυγός της απουσίαζαν σε διακοπές, παράγγειλε από άλλη εταιρεία μια ποσότητα χημικών καθαρισμού κολυμβητικών δεξαμενών (640 ταμπλέτες χλωρίνης Τriple Action) αξίας €1.280,
  1. Στις 22/08/2013 η Καθ' ης η Αίτηση 2 ανέγραψε στο σχετικό τιμολόγιο, ημερ.22/08/2013, ότι δεν το δέχεται επειδή δεν ρωτήθηκε (Τεκμήριο 3). Μετά από αυτό, η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο σύζυγός της, ζήτησαν από τον Αιτητή να τους ενημερώσει γραπτώς για τυχόν ελλείψεις προϊόντων και για άλλα θέματα που αφορούσαν τα αποθέματα της Εργοδότριας Εταιρείας. Ο Αιτητής απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμά του ημερ.26/08/2013 (Τεκμήριο 4). Στις 27/08/2013 η Καθ' ης η Αίτηση 2 κάλεσε στο γραφείο της τον Αιτητή και τον κ. Χχχχχχχ Ονησιφόρου. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνάντησης υπήρξε ένταση και δημιουργήθηκε επεισόδιο μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση 2 και του συζύγου της από την μια και του Αιτητή από την άλλη. Στις 28/08/2013 η Καθ' ης η Αίτηση 2 απέστειλε το πιο κάτω ηλεκτρονικό μήνυμα προς όλους τους υπαλλήλους του γραφειακού τμήματος της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 5): «Έχουν γίνει σίκλες Tripple γι αυτό θα στέλλετε κανονικά σε όλους τους πελάτες που θα ζητούν, και ειδικά στον Αιμίλιο και στον Τόνυ. Αν είναι δυνατό να μην εξυπηρετούμε τους καλύτερους μας πελάτες επειδή κάποιοι έτσι αποφάσισαν. Τονίζω ότι δεν θα δέχεστε οδηγίες από ΚΑΝΕΝΑ εκτός από εμένα και το Γιώτη για το τι θα πουλάτε και τι δεν θα πουλάτε και σε ποιον. Επίσης θα μας ενημερώνετε εάν ενημερωθείτε για ελλείψεις. Ήδη με τις αποφάσεις που πάρθηκαν στην απουσία μας έχει δημιουργηθεί πρόβλημα με τον Τόνυ που όπως γνωρίζετε είναι ένας από τους καλύτερους μας πελάτες και για κανένα λόγο δεν θέλουμε να διασαλεύσουμε τις σχέσεις μας. Ευχαριστώ για την κατανόηση. Χχχχχχχ Constantinidou Financial Controller» Ο Αιτητής απάντησε με το ακόλουθο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.28/08/2013 (Τεκμήριο 6): «Αναφορικά με το πιο κάτω μήνυμα δεν δημιουργήθηκε πρόβλημα με τον Τόνυ, αντιθέτως έγινε ό,τι ήτανε δυνατόν σε περιορισμένο χρονικό διάστημα για να εξυπηρετηθεί ο πελάτης το συντομότερο για αποφυγή έλλειψη προϊόντων σε πελάτες που τροφοδοτούμε μέσο τον συγκεκριμένο πελάτη. Όσο για τον κ. Αιμίλιο η οδηγία ήταν να ρωτηθώ προτού πωληθεί και όχι απαγόρευση πώλησης της συγκεκριμένης παρτίδας λόγο το υψηλού κόστος αγοράς για αποφυγή ζημιογόνας πώλησης. Ευχαριστώ Χχχχχχχ Tsolakis Purchasing Manager» H Καθ' ης η Αίτηση 2 σε απάντηση του πιο πάνω ηλεκτρονικού μηνύματος του Αιτητή, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στις 28/08/2013 (Τεκμήριο 6Α), το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται πιο κάτω αυτούσιο: «
  2. Δημιουργήθηκε πρόβλημα με τον Τόνυ και το λύσαμε σε συνεννόηση με τον Γιώτη και Ηρακλή, και με αποτέλεσμα να δώσουμε 5 σίκλες δωρεάν και να επωμιστούμε αυτό το κόστος, για να διορθώσουμε το λάθος που έγινε και να μη χάσουμε τον πελάτη. Πέραν τούτου ο Φίλιππος που αγοράζει τα προϊόντα μας από τον Τόνυ έχει αγοράσει από τον ΑΣΤΡΑΛ εξαιτίας του ότι δεν ακολουθήθηκε η οδηγία που δόθηκε από τα τέλη Ιουλίου για να γίνουν σίκλες, αφού ήταν φανερό ότι θα είχαμε έλλειψη.
  3. Όσον αφορά τον Αιμίλιο είπα εγώ της Δήμητρας σήμερα να τηλεφωνήσει και να τον ρωτήσει εάν είχε ζητήσει σίκλες και του αρνηθήκαμε, και της είπε ότι ζήτησε 10 την περασμένη εβδομάδα και του είπαμε ότι δεν είχαμε (και είναι πολύ ξεκάθαρο στο e-mail ότι δεν μας συμφέρει να του πουλούμε). Αν δεν του τηλεφωνούσε σήμερα η Δήμητρα θα έπαιρνε και αυτός από αλλού (εάν δεν πήρε ήδη κάποιες).
  4. Στο superhome υπήρξαν αρκετές παραγγελίες με σίκλες οι οποίες δεν στάληκαν με αποτέλεσμα και πάλι να πουλά ο ASTRAL.
  5. Και όσον αφορά την υψηλού κόστους αγορά, οι οδηγίες δεν ήταν να αγοράσουμε από αλλού σε υψηλό κόστος αλλά να κατασκευάσουμε δικές μας για αυτό ακριβώς το λόγο. Οι οδηγίες αυτές δόθηκαν πριν ένα μήνα, γι' αυτό να μην μιλούμε για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Επίσης δεν αποδέχουμε την υψηλού κόστους αγορά για την οποία δεν είχα ενημερωθεί, και ούτε υπόγραψα οποιαδήποτε παραγγελία όπως πρέπει να γίνεται. ΑΣ ΑΝΑΛΑΒΟΥΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΤΙΣ ΕΥΘΥΝΕΣ τους ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΝΟΥΝ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΑΣΠΡΑ Χχχχχχχ Constantinidou Financial Controller» Στις 06/09/2013 ο Αιτητής απέστειλε στην Καθ' ης η Αίτηση 2 ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο επισυναπτόταν επιστολή του ημερομηνίας 05/09/2013 (Τεκμήριο 7). Στην εν λόγω επιστολή, ο Αιτητής ανέγραφε ότι τις τελευταίες μέρες δημιουργήθηκαν δυσάρεστα θέματα και επεισόδια συνεπεία της ασάφειας των αρμοδιοτήτων του και ότι στη συνέχεια αυτών των γεγονότων αντιλήφθηκε ότι υπάρχουν ορισμένες αλλαγές στις αρμοδιότητές του ως Υπεύθυνος Αγορών και ζητούσε σχετικές διευκρινήσεις, αφού σημείωνε και οκτώ εισηγήσεις του σχετικά με αρμοδιότητες τις οποίες θεωρούσε αναγκαίες για μεγιστοποίηση της απόδοσής του. Περαιτέρω, ενημέρωνε την Καθ' ης η Αίτηση 2 ότι από τις 09/09/2013 μέχρι και 13/09/2013 θα βρισκόταν σε προγραμματισμένη άδεια απουσίας από την εργασία του. Στις 06/09/2013 η Καθ' ης η Αίτηση 2 απάντησε στην πιο πάνω επιστολή του Αιτητή με το ακόλουθο ηλεκτρονικό μήνυμα (Τεκμήριο 8): «Κανένας δεν ήταν ενημερωμένος για την "προγραμματισμένη" σου άδεια. Οποιοσδήποτε παίρνει άδεια οφείλει:
  6. Να με ενημερώνει και να παίρνει έγκριση από εμένα, και
  7. Να παραδίδει τις εκκρεμότητες του σε κάποιο άλλο υπάλληλο τον οποίο θα καθορίζω εγώ ή ο Γιώτης. Αυτό για την καλύτερη και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της εταιρείας, αφού όπως ισχυρίζεσαι είναι και το μέλημα σου. Είναι η 2η φορά μέσα σε 2 εβδομάδες που απουσιάζεις για μέρες από το γραφείο χωρίς να έχεις ενημερώσει κανένα. Κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορείς να θεωρείς τον εαυτό σου και σαν υπεύθυνο οποιουδήποτε πόστου. Όπως και να έχει η άδεια σου όπως ισχυρίζεσαι ξεκινά από τις 9/
  8. Σήμερα έχουμε 6/9 και δεν βρίσκεσαι στο γραφείο και ούτε μας έχεις ενημερώσει. Παρακαλώ όπως εντός της ημέρας να έρθεις στο γραφείο για να:
  9. Να παραδόσεις τις εκκρεμότητες σου στην Ελένη, και
  10. Να βάλεις στο email σου της δουλειάς out of office message με το οποίο να ενημερώνεις ότι θα είσαι με άδεια και τα emails να στέλλονται σε εμένα και στην Ελένη. Όσον αφορά την επιστολή που σου έχουν ετοιμάσει οι σύμβουλοι σου, θα πάρεις απάντηση εντός των ημερών. Χχχχχχχ Constantinidou Financial Controller» Στις 25/09/2013 η Εργοδότρια Εταιρεία απέστειλε επιστολή πέντε πυκνογραμμένων σελίδων στον Αιτητή (Τεκμήριο 9). Την εν λόγω επιστολή υπογράφει η Καθ' ης η Αίτηση
  11. Στην εν λόγω επιστολή (α) σημειώνεται ότι ο Αιτητής δεν ακολούθησε τις οδηγίες που του δόθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση 2, υπό την ιδιότητά της ως οικονομικός διευθυντής της Εργοδότριας Εταιρείας, «για να γίνουν σίκλες 10 κιλών χλωρίνης κινέζικης Triple και Sodium» ώστε να εξυπηρετούν τους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας, παρά το ότι τον Ιούλιο 2013 ο Αιτητής είχε συμφωνήσει σε μια τέτοια ενέργεια και παράγγειλε 400 ετικέτες αξίας €295,00 αφού τον Αύγουστο του 2013 ο Αιτητής αντί να δώσει οδηγίες για κατασκευή σίκλων, προχώρησε σε παραγγελία ποσότητας χλωρίνης Triple συσκευασίας 10 κιλών από τρίτη εταιρεία στην τιμή των €2,00/κιλό (ενώ τα αποθέματα στην αποθήκη της Εργοδότριας Εταιρείας στοίχιζαν €1,57/κιλό) και παρέλειψε να δώσει οδηγίες για κατασκευή σίκλων 10 κιλών χλωρίνης Sodium, με αποτέλεσμα να μην εξυπηρετηθούν τρεις από τους καλύτερους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας, να δημιουργηθούν προβλήματα και να ζημιωθεί η Εργοδότρια Εταιρεία με το κόστος των αυτοκόλλητων ετικετών, (β) αναγράφεται ότι όταν του έγινε παρατήρηση για τα πιο πάνω αντί να αναλάβει τις ευθύνες του, έδειξε απρεπή συμπεριφορά και εγκατέλειψε την εργασία του για αρκετές μέρες, (γ) σημειώνεται ότι δεν υπήρξε αλλαγή στις αρμοδιότητές του ως Υπεύθυνος Αγορών και καταγράφονται συγκεκριμένες αρμοδιότητές του, οι οποίες τονίζεται ότι ήταν από την αρχή οι αρμοδιότητές του, (δ) του γίνονται 14 παρατηρήσεις σε σχέση με την απόδοσή του στα καθήκοντά του με αναφορά σε γεγονότα και σημειώνεται ότι μπορεί να συνεχίζει να έχει τα ίδια καθήκοντα τα οποία του ανατέθηκαν ως Υπεύθυνος Αγορών, ότι καλείται να επιστρέψει αμέσως στην εργασία του από την οποία απουσιάζει εδώ και αρκετές μέρες χωρίς να έχει εξασφαλίσει «εγκριμένη άδεια», ότι θα είναι υπό επιτήρηση μέχρι να συμμορφωθεί και ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του θα εξεταστεί το ενδεχόμενο απομάκρυνσής του, (ε) δίνονται συγκεκριμένες απαντήσεις σχετικά με τις εισηγήσεις του Αιτητή και τους λόγους που αυτές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές ή δεν ευσταθούν και (στ) αναγράφεται ότι απουσιάζει από το γραφείο για πολλές και συνεχόμενες μέρες χωρίς να ενημερωθεί κάποιος για την απουσία και τις εκκρεμότητές του, ότι δεν ενημέρωσε αρμόδιο υπάλληλο της Εργοδότριας Εταιρείας, όπως του ζητήθηκε, σχετικά με τις εκκρεμότητες κατά την απουσία του από 09/09/2013 - 13/09/2013 και ότι ακόμα δεν επέστρεψε στην εργασία του. Στις 04/10/2013 ο Αιτητής με ηλεκτρονικό μήνυμά του απέστειλε στην Καθ' ης η Αίτηση 2 επιστολή (Τεκμήριο 11), με την οποία δήλωνε στην Καθ' ης η Αίτηση 2 ότι απέρριπτε τους ισχυρισμούς/θέσεις και τα επιχειρήματα που προβάλει στην επιστολή της ημερ.25/09/2013, ότι διαμαρτυρόταν έντονα για τη συμπεριφορά και αντιμετώπιση προς το πρόσωπό του και ότι τα όσα συνέβησαν τον εξανάγκασαν σε παραίτηση, πράγμα για το οποίο επιφυλάσσει τα δικαιώματά του. Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη απόλυσή του, δίκαιη και εύλογη αποζημίωση στην οποία να περιλαμβάνεται χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, τιμωρητικές και/ή αυξημένες αποζημιώσεις, οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα δικαιούται, δυνάμει Συμφωνίας και/ή Σύμβασης και/ή Πρακτικής και/ή των Νόμων, νόμιμους τόκους και έξοδα πλέον ΦΠΑ. Στους γενικούς λόγους της αίτησης, ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω της συμπεριφοράς που επέδειξαν οι Καθ' ων η Αίτηση, η οποία κλόνισε το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου. Πιο συγκεκριμένα ο Αιτητής προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: «
  12. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην παρούσα Αίτηση, η συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς τον Αιτητή, στον χώρο εργασίας της Καθ' ης η Αίτηση 1 και του Αιτητή, και/ή την ώρα της εργασίας του Αιτητή και/ή στα πλαίσια της εργοδότησης της Καθ' ης η Αίτηση 2, ήταν προσβλητική και/ή επιθετική και/ή άσχημη και/ή παράκαμπτε και/ή μείωνε και/ή έθιγε και/ή δυσφημούσε και/ή συκοφαντούσε συνεχώς το άτομο και/ή το πρόσωπο του Αιτητή και/ή υποβάθμιζε συστηματικά μπροστά στους υπόλοιπους υπαλλήλους της εταιρείας την προσφορά του Αιτητή προς αυτή, με σκοπό την προσβολή και γελιοποίηση του Αιτητή.
  13. Περαιτέρω, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην παρούσα Αίτηση, η Καθ' ης η Αίτηση 2 στον χώρος εργασίας της Καθ' ης η Αίτηση 1 και του Αιτητή, και/ή κατά την ώρα της εργασίας του Αιτητή, και/ή στα πλαίσια της εργοδότησης της Καθ' ης η Αίτηση 2, διέκοψε κάθε επικοινωνία με τον Αιτητή, απομονώνοντας τον και/ή τον παράκαμπτε και/ή αμφισβητούσε και/ή αναιρούσε την κάθε απόφαση που έπαιρνε ο Αιτητής στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων του στην Καθ' ης η Αίτηση 1, δυσχεραίνοντας την δυνατότητα εκτέλεσης των καθηκόντων του και/ή στερώντας του την δυνατότητα να εκτελεί τα καθήκοντα του.
  14. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ασκείτο συστηματική διάκριση προς το πρόσωπό του και/ή ότι κανένας άλλος συνάδελφος στην Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν τύχανε της ίδιας συμπεριφοράς και/ή ότι οι Καθ' ων η Αίτηση τον στοχοποιούσαν και τον απομόνωναν.
  15. Ο Αιτητής λέγει ότι υπήρχε υπόσκαψη του ως ανώτερου υπαλλήλου στην εταιρεία και/ή κατάφορη παράκαμψη και/ή αγνόηση του και/ή υποβάθμιση της θέσης και/ή των καθηκόντων του στην εταιρεία και/ή αυθαίρετα αφαιρέθηκε από τον Αιτητή μέρος των καθηκόντων του και/ή οι Καθ' ων η Αίτηση απαιτούσαν από αυτόν να εκτελεί καθήκοντα που δεν ήταν μέσα στις αρμοδιότητες τους και/ή δεν του είχαν αναθέσει και/ή απαιτούσαν την εκτέλεση καθηκόντων υπεύθυνου αποθήκης γεγονός που μείωνε τον Αιτητή και/ή τον υπόσκαπτε ως ανώτερο υπάλληλο και/ή οι απαιτήσεις των Καθ' ων η Αίτηση ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων του Αιτητή ήταν εξωπραγματικές και/ή πιεστικές με αποτέλεσμα ο ίδιος να βρίσκεται κάτω από συνεχή πίεση και άγχος με σοβαρές επιπτώσεις στην προσωπική του ζωή. Περισσότερες λεπτομέρειες θα δοθούν κατά την δικάσιμο.
  16. Κατά και/ή περί τις 15-18 Οκτωβρίου, ενώ ήταν προγραμματισμένο ταξίδι του Αιτητή στην Βαρκελώνη με σκοπό την συμμετοχή σε έκθεση πισίνας (Piscina Barcelona) και ενώ η συμμετοχή αυτή ήταν μέρος των καθηκόντων του Αιτητή, οι Καθ' ων η Αίτηση αυθαίρετα ακύρωσαν το ταξίδι αυτό και/ή διαβεβαίωσαν τους συνεργάτες των Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν θα ήταν ο Αιτητής που θα αντιπροσώπευε τους Καθ' ων η Αίτηση 1 στην έκθεση και/ή έστειλαν κάποιον άλλο στη θέση του, χωρίς να ενημερώσουν έγκαιρα τον Αιτητή με σκοπό την υπόσκαψη αυτού.
  17. Κατά και/ή περί τις 27/08/2013 ο Αιτητής χωρίς λόγο και/ή για ασήμαντο λόγο έγινε θύμα επίθεσης και/ή χειροδικίας και/ή βιαιοπραγίας από στελέχη της Καθ' ης η Αίτηση 1 και/ή από άτομα που σχετίζονταν με τους Καθ' ων η Αίτηση και/ή εν γνώσει και/ή στην παρουσία της Καθ' ης η Αίτηση 2 και/ή στον χώρο εργασίας των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή η Καθ' ων η Αίτηση ενθάρρυνε με την συμπεριφορά της και/ή επικρότησε την πράξη αυτή.
  18. Περαιτέρω ο Αιτητής λέγει ότι έγινε στόχος ανυπόστατων και/ή ατεκμηρίωτων κατηγοριών και/ή παρατηρήσεων σε σχέση με την παραγωγικότητα και/ή αποδοτικότητα του με ανάλογες συνέπειες. Περισσότερες λεπτομέρειες θα δοθούν κατά την δικάσιμο.
  19. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 τον απειλούσε και/ή τον εκβίαζε πως θα χάσει την δουλειά του και/ή θα έκλεινε την επιχείρηση αν δεν πείσει την μητέρα του η οποία ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου να υπογράψει και/ή συμφωνήσει σε αποφάσεις και/ή ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση 2, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στο οικογενειακό του περιβάλλον.
  20. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι έγινετο αδικαιολόγητη και/ή απαράδεκτη επέμβαση στην προσωπική του ζωή και/ή στην προσωπική του σχέση με συγκεκριμένο άτομο από την Καθ' ης η Αίτηση 2 με την δικαιολογία ότι η σχέση του Αιτητή επηρέαζε την εταιρεία. Περισσότερες λεπτομέρειες θα δοθούν κατά την δικάσιμο.
  21. Ο Αιτητής λέγει πως η Καθ' ης η Αίτηση 2 σε διάφορες περιστάσεις, ακόμα και μετά τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση, χειρονόμησε και/ή ενήργησε με τέτοιο προσβλητικό τρόπο προς τον Αιτητή.
  22. Βάση των ανωτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση υποβάθμισαν τη θέση του Αιτητή και έπληξαν και παραβίασαν ανεπανόρθωτα τους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους της σύμβασης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, συμπεριλαμβανόμενου του όρου εμπιστοσύνης και σεβασμού. Ο όρος αυτός έχει πληγεί από την όλη συμπεριφορά των Καθ' ων η Αίτηση ως εξετέθη ανωτέρω και η οποία δεν ήταν υποφερτή από τον Αιτητή.
  23. Εξαιτίας της πιο πάνω συμπεριφοράς των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2, δημιουργήθηκε στην εργασία του Αιτητή ένα εχθρικό και/ή εξευτελιστικό και/ή εκφοβιστικό και/ή ταπεινωτικό και/ή επιθετικό εργασιακό περιβάλλον.
  24. Εξαιτίας της πιο πάνω συμπεριφοράς των Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2, ο Αιτητής έχει υποστεί αγωνία, άγχος, αμηχανία, ταπείνωση, ντροπή, πληγώθηκαν τα συναισθήματα του και προσβλήθηκε η αξιοπρέπεια του.» Οι Καθ' ων η Αίτηση με τους γενικούς λόγους της έγγραφης εμφάνισής τους απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις, ισχυριζόμενοι ότι ο Αιτητής οικειοθελώς παραιτήθηκε από την εργασία του λόγω αδυναμίας του να συμμορφώνεται και να εκτελεί τις οδηγίες που του έδιναν οι Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή που περιέχονται στις παραγράφους 7-19 των γενικών λόγων της αίτησης. Ισχυρίζονται ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε υπόσκαψη του Αιτητή, ότι δεν υποβάθμισαν με οποιονδήποτε τρόπο τον Αιτητή και ουδέποτε ενήργησαν κατά τρόπο υποτιμητικό ή προσβλητικό προς το πρόσωπο του Αιτητή. Ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 λόγω των συγγενικών δεσμών που είχε με τον Αιτητή, πάντοτε συμβούλευε τον Αιτητή πώς να εκτελεί σωστά τα καθήκοντα της εργασίας του και η συμπεριφορά της ήταν η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις. Ότι ο Αιτητής ήταν αυτός μετά που η Καθ' ης η Αίτηση 2 υπέδειξε προς αυτόν πώς έπρεπε να εκτελέσει σωστά τις οδηγίες που του έδωσε, φωνασκώντας με τρόπο ανάρμοστο και χειρονομώντας κινήθηκε απειλητικά εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 2 στην παρουσία άλλων υπαλλήλων της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι οι όποιες αποφάσεις λάμβαναν οι Καθ' ων η Αίτηση ήταν για την καλύτερη εξυπηρέτηση των σκοπών τους. Ως εκ τούτου, αιτούνται απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Στις 17/06/2014 η δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε άδεια όπως αποσύρει την αίτηση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση
  25. Η δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση δεν έφερε ένσταση και δήλωσε ότι δεν ζητά έξοδα. Το Δικαστήριο παρείχε τη σχετική άδεια και η αίτηση εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 2 απορρίφθηκε χωρίς έξοδα. Βάρος Απόδειξης Το άρθρο 7 του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967 , Ν.24/67 («ο Νόμος») προβλέπει ότι: «
(1)Όταν εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότου, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄ οιονδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως». Στην παρούσα περίπτωση, ο Αιτητής έχει το βάρος να αντικρούσει το νόμιμο μαχητό τεκμήριο που προβλέπει το άρθρο 7
(2)του Νόμου και να αποδείξει ότι νόμιμα τερμάτισε την απασχόλησή του λόγω της διαγωγής της Εργοδότριας Εταιρείας. Για να αποσείσει το βάρος αυτό ο Αιτητής προσκόμισε τη δική του μαρτυρία. Για την Εργοδότρια Εταιρεία κατέθεσαν η Καθ' ης η Αίτηση 2, ο κ. Τζιακούρης, ο κ. Χχχχχχχχ Ονησιφόρου, υπεύθυνος αποθήκης της Εργοδότριας Εταιρείας το 2013 και η κα Χχχχχ Βασιλείου, υπεύθυνη λογιστηρίου της Εργοδότριας Εταιρείας. Μαρτυρία Ο Αιτητής κατέθεσε ότι για ένα χρονικό διάστημα 18 μηνών αυτός, η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο κ. Τζιακούρης εργάζονταν αρμονικά στην Εργοδότρια Εταιρεία παρά το ότι
(1)η συνύπαρξη του παππού του και της Καθ' ης η Αίτηση 2 ήταν δύσκολη μεταξύ τους με έντονες διαφωνίες μεταξύ τους σε επαγγελματικά, οικογενειακά και περιουσιακά ζητήματα και
(2)η Καθ' ης η Αίτηση 2 μετέφερε στον χώρο εργασίας όλα τα οικογενειακά και περιουσιακά ζητήματα για τα οποία υπήρχαν προστριβές. Ισχυρίστηκε ότι
(1)τον Αύγουστο του 2012 η Καθ' ης η Αίτηση 2 με άσχημο τρόπο προκαλώντας τον του ανακοίνωσε επιδεικτικά ότι ο παππούς του συμφώνησε γραπτώς να της μεταβιβάσει την πλειοψηφία των μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας και
(2)η Καθ' ης η Αίτηση 2 γενικά τον προκαλούσε λέγοντας του «δουλεύουμε εγώ και ο άντρας μου για να τρώτε εσείς» αναφερόμενη σε αυτόν και την οικογένειά του. Υποστήριξε ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 αφού εξασφάλισε την πλειοψηφία των μετοχών τον Οκτώβριο του 2012 ανάγκασε, μαζί με τον σύζυγό της, τον παππού του να παραιτηθεί από την εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία φωνάζοντας του και φοβερίζοντας τον ενώπιον όλου του προσωπικού της Εργοδότριας Εταιρείας. Ήταν η θέση του ότι μετά τη μεταβίβαση μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας στο όνομά του η στάση της Καθ' ης η Αίτηση 2 και του συζύγου της προς αυτόν άρχισε «να μεταβάλλεται δυσάρεστα». Ότι τον Μάιο του 2013 η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο κ. Τζιακούρης τον πίεζαν να πείσει τη μητέρα του να υπογράψει τις οικονομικές καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας τις οποίες η μητέρα του αρνείτο να υπογράψει επειδή η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν την εφοδίαζε με στοιχεία σχετικά με τους λογαριασμούς, ισολογισμούς και έξοδα της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι επειδή αυτός δεν ήθελε να λάβει μέρος στη διαμάχη μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση 2 και της μητέρας του και δεν ήθελε να εμπλακεί στο θέμα αυτό, η συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση 2 και του κ. Τζιακούρη προς αυτόν χειροτέρευσε. Ανέφερε ότι μετά την παραλαβή από την Εργοδότρια Εταιρεία μιας επιστολής των δικηγόρων της μητέρας του ημερομ. 09/08/2013 (Τεκμήριο 1) με την οποία ζητούσαν όπως τους δοθούν διάφορα έγγραφα της Εργοδότριας Εταιρείας για σκοπούς διεξαγωγής νομικού και λογιστικού ελέγχου της Εργοδότριας Εταιρείας, ξεκίνησε στην ουσία ένας πόλεμος εναντίον του. Ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 μόλις παρέλαβε την εν λόγω επιστολή του τηλεφώνησε στις 13/08/2013 και φωνάζοντας και βρίζοντας απειλούσε και κακολογούσε τους γονείς της και τη μητέρα του. Ότι στις 14/08/2013 του απέστειλε το ακόλουθο γραπτό τηλεφωνικό μήνυμα (sms) (Τεκμήριο 2): «Και το άλλο που πρέπει να έχετε υπόψη σας είναι ότι αφού τραβήσατε άκρα θα ζητήσω κι εγώ αποζημιώσεις για τα χρήματα που φάγατε τόσα χρόνια από την εταιρεία ενώ εγώ όχι μόνο δεν έπερνα τίποτε, αλλά δούλευα και εγώ και ο άντρας μου για να τρώτε εσείς. Να πεις της μάμας σου ότι πάει για μαλλί αλλά θα βγει κουρεμένη στο τέλος. Αν θέλει. Εγώ μόνο να κερδίσω έχω!!!!» Υποστήριξε ότι πάρα το ότι αυτός προσπάθησε να μείνει έξω από αυτή τη διαμάχη η Καθ' ης η Αίτηση 2 από τότε άρχισε να μην του μιλά κανονικά αφού του μιλούσε «τσαντισμένα και εκνευρισμένα» μέχρι που σταμάτησε να του μιλά εντελώς. Ότι τον Αύγουστο του 2013 η Καθ' ης η Αίτηση 2 χρησιμοποίησε ως πρόσχημα κάποια ασήμαντα γεγονότα συνηθισμένα στην εργασία για τον εκθέσει και να τον διώξει από την Εργοδότρια Εταιρεία. Είπε ότι ενόσω η Καθ' ης η Αίτηση 2 απουσίαζε σε καλοκαιρινές διακοπές αυτός προμηθεύτηκε από μια άλλη εταιρεία πώλησης χημικών δεκάκιλες σίκλες χλωρίνης triple action στην τιμή των €2,00 το κιλό για να εξυπηρετήσει ένα πολύ καλό πελάτη της Εργοδότριας Εταιρείας, τον κ. Tony Pool People, ο οποίος χρειαζόταν επείγον δεκάκιλες σίκλες χλωρίνης triple action. Ότι στο παρελθόν σε αυτή την τιμή είχε πωλήσει η Καθ' ης η Αίτηση 2 στην άλλη εταιρεία το συγκεκριμένο χημικό. Ότι όταν επέστρεψε η Καθ' ης η Αίτηση 2 από τις διακοπές της δεν αποδέχτηκε το σχετικό τιμολόγιο της Εργοδότριας Εταιρείας που τους προμήθευσε με το εν λόγω χημικό επειδή «δεν ρωτήθηκε». Ότι στη συνέχεια η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο σύζυγός της του ζήτησαν με αλαζονικό τρόπο να τους στείλει γραπτώς τις ελλείψεις στα αποθέματα της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι στις 27/08/2013 η Καθ' ης η Αίτηση 2 τον κάλεσε μαζί με τον υπεύθυνο αποθήκης στο γραφείο της για να συζητήσουν για τις ελλείψεις του στοκ. Ισχυρίστηκε ότι όταν μπήκε στο γραφείο της η Καθ' ης η Αίτηση 2 άρχισε να του φωνάζει για την τιμή που αγόρασε τις δεκάκιλες σίκλες και για τη μη δημιουργία δεκάκιλων σίκλων. Ότι ενώ αυτός προσπάθησε να της εξηγήσει για ποιο λόγο αγόρασε στη συγκεκριμένη τιμή και την εξυπηρέτηση που όφειλε να κάνει στον καλό πελάτη της Εργοδότριας Εταιρείας, η Καθ' ης η Αίτηση 2 συνέχισε να του φωνάζει με έντονο ύφος αναγκάζοντας τον να της ζητήσει να μην του φωνάζει και να της πει ότι δεν της επιτρέπει να του μιλά έτσι. Ότι τότε επενέβηκε ο κ. Τζιακούρης ο οποίος θυμωμένος φωνάζοντας του «κωλόπαιδο πώς μιλάς έτσι» πέταξε προς το μέρος του ένα σταθερό τηλέφωνο και όρμησε κατά πάνω του προσπαθώντας να τον χτυπήσει με τις γροθιές του. Ότι τότε ο κ. Ονησιφόρου μπήκε στη μέση και παρεμπόδισε τον κ. Τζιακούρη από το να τον χτυπήσει και στη συνέχεια ο υπεύθυνος πωλήσεων της Εργοδότριας Εταιρείας, κ. Χχχχχχχ Αγαθοκλέους, μπήκε στο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση 2 και τον έβγαλε έξω. Ότι βγαίνοντας από το γραφείο η Καθ' ης η Αίτηση 2 τον κοιτούσε ειρωνικά και εξαγριωμένη φώναζε δυνατά «να ξέρετε ότι αυτός μου κάνει μήνυση». Ότι επειδή αυτό δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα αυτός της είπε θυμωμένος «άντε γα..» και έφυγε. Τόνισε ότι δεν ολοκλήρωσε την εν λόγω φράση. Ότι όταν κατέβηκε στο ισόγειο ήταν τόσο θυμωμένος που ξέσπασε χτυπώντας το χέρι του στη γυάλινη πόρτα της εξόδου και την έσπασε. Είπε ότι την επόμενη μέρα δεν πήγε στην εργασία του καθότι ήταν ακόμη σοκαρισμένος από την ψυχολογική και σωματική επίθεση που δέχτηκε από την Καθ' ης η Αίτηση 2 και τον σύζυγό της και ένιωθε ότι κλονίστηκε το κλίμα εμπιστοσύνης στην εργασιακή σχέση του με την Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι στις 28/08/2013 η Καθ' ης η Αίτηση 2 αντί να επικοινωνήσει μαζί του και να αναφερθεί στο περιστατικό στις 27/08/2013, ξεκίνησε τον ψυχολογικό πόλεμο εναντίον του αποστέλλοντας ηλεκτρονικά μηνύματα σε όλους τους υπαλλήλους της Εργοδότριας Εταιρείας που ασχολούνταν με τα γραφειακά της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήρια 5 και 6Α) με τα οποία τον κατηγορούσε ότι δημιούργησε πρόβλημα με ένα από τους καλύτερους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας και του επέρριπτε ευθύνες γιατί δεν κατασκευάστηκαν δεκάκιλες σίκλες με χημικά καθαρισμού πισίνας τη στιγμή που δεν ήταν δική του ευθύνη να κατασκευάσει τις εν λόγω σίκλες, αφού αυτό ήταν μέσα στις πάγιες αρμοδιότητες του υπεύθυνου αποθήκης. Περαιτέρω η Καθ' ης η Αίτηση 2 τον παρέκαμψε αφού έδωσε οδηγίες στο προσωπικό της Εργοδότριας Εταιρείας να μην δέχονται οδηγίες από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός από αυτήν και τον κ. Τζιακούρη. Ήταν η θέση του ότι επέστρεψε στην εργασία του στις 30/08/2013 μετά που του το ζήτησε ο παππούς του και ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο σύζυγός της αντί να του ζητήσουν συγνώμη δεν του μιλούσαν και του έδειχναν ξεκάθαρα ότι ήταν ανεπιθύμητος στην Εργοδότρια Εταιρεία. Περαιτέρω η Καθ' ης η Αίτηση 2 απαιτούσε να ζητά την έγκρισή της για οτιδήποτε έκανε όπως π.χ.
(1)η Καθ' ης η Αίτηση 2 ήθελε να υπογράφει αυτή όλες τις παραγγελίες που έκανε αυτός και
(2)ενώ υπήρχαν προκαθορισμένα περιθώρια κέρδους για κάθε πώληση που έκανε, έπρεπε να εξασφαλίζει την έγκρισή της όπως έκανε όταν πρωτοπήγε στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι επειδή η Καθ' ης η Αίτηση 2
(1)δεν του μιλούσε και
(2)απουσίαζε πολλές ώρες από την εργασία της, ήταν αδύνατο γι' αυτόν να εκτελεί τα εργασιακά του καθήκοντα. Ότι επειδή δεν ήξερε πώς να χειριστεί την κατάσταση που δημιουργήθηκε στον χώρο εργασίας του στις 06/09/2013 με το Τεκμήριο 7 ζήτησε
(1)λίγες μέρες άδεια και
(2)να καθοριστούν τα καθήκοντά του ως Υπευθύνου Αγορών ώστε να αποφεύγονται οι συγκρούσεις με την Καθ' ης η Αίτηση 2 και τον κ. Τζιακούρη. Ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 του απάντησε με το Τεκμήριο 8 απαξιώνοντας τον. Υποστήριξε ότι επέστρεψε στην Εργοδότρια Εταιρεία στις 17/09/
  1. Ότι όταν απευθύνθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση 2 με σκοπό να την ρωτήσει για ένα πελάτη που ήθελε τιμή η Καθ' ης η Αίτηση 2 του είπε ότι αυτός δεν θα μιλά με κανένα πελάτη και ότι αν οι πελάτες θέλουν τιμή να τους δίνει σε αυτήν. Ήταν η θέση του ότι αποκλείοντας τον από το να μιλά με τους πελάτες τον παραγκώνιζε και δεν μπορούσε να εκτελέσει τα εργασιακά καθήκοντά του καθότι δεν θα ήταν σε θέση να δίνει τιμή πώλησης εξαρτημάτων σε πελάτες που επικοινωνούσαν μαζί του. Ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 του απαγόρευσε να μιλά και να στέλνει μηνύματα ηλεκτρονικού περιεχομένου σε πελάτες και προμηθευτές με τους οποίους επικοινωνούσε τα δύο χρόνια που εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι όταν υπέβαλε την ακόλουθη ερώτηση στην Καθ' ης η Αίτηση 2 «αφού email και τηλέφωνα δεν μπορώ να πάρω, τι θα κάνω όλη μέρα; θα κάθομαι σαν διακοσμητική γλάστρα;» η Καθ' ης η Αίτηση 2 του απάντησε «ναι». Ότι με αυτές τις πράξεις της η Καθ' ης η Αίτηση 2 του έδειξε ότι δεν επιθυμούσε να έχει οποιοδήποτε ουσιαστικό ρόλο στην Εργοδότρια Εταιρεία. Στη συνέχεια με το Τεκμήριο 9 η Καθ' ης η Αίτηση 2 τον κατηγόρησε για ότι μεμπτό υπήρχε στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι η πρώτη του αντίδραση ήταν να απαντήσει γραπτώς στις άδικες κατηγορίες της Καθ' ης η Αίτηση
  2. Ήταν η θέση του ότι ετοίμασε ένα προσχέδιο απάντησης αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο
  3. Ότι λόγω της αναφοράς της Καθ' ης η Αίτηση 2 στο Τεκμήριο 9 ότι θα ήταν υπό επιτήρηση μέχρι να συμμορφωθεί ένιωσε ότι δεν μπορούσε να ανεχτεί άλλο την εξευτελιστική προς το πρόσωπό του συμπεριφορά και το γεγονός ότι από παραπονούμενος βρέθηκε κατηγορούμενος. Ότι αντί της απάντησης που ετοίμασε απέστειλε στην Καθ' ης η Αίτηση 2 το Τεκμήριο 11 καθότι δεν άντεχε άλλο την υποτίμηση και τον εξευτελισμό από την Καθ' ης η Αίτηση 2 και τον κ. Τζιακούρη και επειδή ήταν πρακτικά αδύνατο να εκτελεί τα καθήκοντά του χωρίς να μπορεί να επικοινωνεί με την Καθ' ης η Αίτηση
  4. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι έμεινε χωρίς δουλειά για 12 μήνες και τον Σεπτέμβριο του 2014 βρήκε εργασία με μηναίο μισθό €1.300,00 ο οποίος ήταν πολύ χαμηλότερος από αυτόν που λάμβανε από την Εργοδότρια Εταιρεία ο οποίος ανερχόταν σε €2.400,00 τον μήνα. Αντεξεταζόμενος είπε ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 ως Οικονομική Διευθύντρια ήταν προϊστάμενή του. Ανέφερε ότι η κυρίως αρμοδιότητά του ήταν οι παραγγελίες των προϊόντων που εμπορευόταν η Εργοδότρια Εταιρεία και ότι όλες οι παραγγελίες υποβάλλονταν με την έγκριση της Καθ' ης η Αίτηση
  5. Διευκρίνισε ότι από τις αρχές του 2012 μέχρι και τον Ιούλιο του 2013 εργαζόταν αρμονικά με την Καθ' ης η Αίτηση 2 και τον σύζυγό της. Ισχυρίστηκε ότι ο παππούς του αποχώρησε από την εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία λόγω του ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο σύζυγός της τον αποκαλούσαν κλέφτη. Ήταν η θέση του ότι η μητέρα του είχε πρόσβαση μόνο στους ελεγμένους λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι δεν είχε πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας ούτε στις αναλυτικές καταστάσεις εξόδων και εσόδων της Εργοδότριας Εταιρείας. Υποστήριξε ότι με το γραπτό τηλεφωνικό μήνυμα (sms) που του απέστειλε η Καθ' ης η Αίτηση 2 (Τεκμήριο 2) στις 14/08/2013 η Καθ' ης η Αίτηση 2 του επιτέθηκε προσωπικά λόγω της σχέσης του με τη μητέρα του η οποία σχέση στη συνέχεια επηρέασε και την εργασιακή σχέση του με την Εργοδότρια Εταιρεία. Ερωτώμενος αν για την αγορά στην οποία προέβηκε τον Αύγουστο του 2013 ζήτησε την έγκριση της Καθ' ης η Αίτηση 2 απάντησε ότι επειδή (α) η Καθ' ης η Αίτηση 2 βρισκόταν σε διακοπές και ήδη δεν του μιλούσε, (β) η αγορά στην οποία προέβηκε ήταν κάτι συνηθισμένο που έχει κάνει ξανά για 2-3 καλούς μεταπωλητές και (γ) η τιμή στην οποία αγόρασε ήταν η ίδια με αυτήν που αγόρασε τα ίδια προϊόντα στον παρελθόν η Καθ' ης η Αίτηση 2, θεώρησε ότι ήταν εντάξει να προβεί στην εν λόγω αγορά ώστε να εξυπηρετήσει ένα από τους καλύτερους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι ο τρόπος που αντέδρασε η Καθ' ης η Αίτηση 2 δείχνει ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν είχε σκοπό απλώς να τον παρατηρήσει αλλά να δημιουργήσει ένταση. Σε υποβολή ότι το προϊόν που αγόρασε τον Αύγουστο του 2013 ήταν προϊόν που είχε μεγάλη ζήτηση και έπρεπε ως Υπεύθυνος Αγορών να μεριμνήσει να υπάρχει διαθέσιμο στην αποθήκη της Εργοδότριας Εταιρείας, απάντησε καταφατικά σημειώνοντας όμως ότι εκείνο το καλοκαίρι είχαν απότομη και μεγάλη αύξηση στις πωλήσεις και δεν μπορούσε να προβλέψει την έλλειψη του. Ότι θα μπορούσε να δημιουργηθούν δεκάκιλες σίκλες του εν λόγω προϊόντος σπάζοντας ταμπλέτες μεγαλύτερου βάρους που υπήρχαν στο απόθεμα της Εργοδότριας Εταιρείας όμως ο κ. Ονησιφόρου προέβαινε σε αυτή την ενέργεια για μικρές ποσότητες και όχι για τόσο μεγάλες που είχαν εκείνη τη χρονιά, καθότι λόγω των αναθυμιάσεων είναι ανθυγιεινό για τα πρόσωπα που προβαίνουν σε αυτή την ενέργεια. Είπε ότι ζήτησε από τον κ. Ονησιφόρου να το πράξει αλλά δεν μπορούσε να βρει κάποιο πρόσωπο να το κάνει. Σε σχέση με τον επεισόδιο που έλαβε χώρα στο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση 2 στις 27/08/2013 είπε ότι με το που μπήκε στο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση 2, η Καθ' ης η Αίτηση 2 του επιτέθηκε και άρχισε να του φωνάζει. Αρνήθηκε ότι αυτός κινήθηκε απειλητικά εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση
  6. Ισχυρίστηκε ότι από τις 30/08/2013 που επέστρεψε στην εργασία του και μετά η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο κ. Τζιακουρής τον αγνοούσαν. Είπε ότι έστειλε το Τεκμήριο 7 ώστε να καθοριστούν τα καθήκοντά του και να γίνουν «κάποια πράγματα» ώστε να διευκολυνθεί η καθημερινή του εργασία λόγω της έλλειψης επικοινωνίας του με την Καθ' ης η Αίτηση 2 και τον σύζυγό της. Υποστήριξε ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 με τα ηλεκτρονικά μηνύματα που απέστειλε του περιόρισε τις αρμοδιότητές του και ότι όταν του απαγόρευσε να μιλά με πελάτες και άλλους εργοδοτούμενους, του άλλαξε τα καθήκοντα που εκτελούσε δύο χρόνια. Είπε ότι ο κύριος λόγος που παραιτήθηκε ήταν ο ψυχολογικός πόλεμος και η όξινη ατμόσφαιρα που δημιούργησαν η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο σύζυγός της οι οποίοι τον αγνοούσαν και του έδειχναν ότι δεν ήταν επιθυμητός στον χώρο εργασίας του. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 καταθέτοντας ανέφερε ότι στις 03/06/2011 υπογράφτηκε μεταξύ αυτής και του πατέρα της συμφωνία πώλησης και μεταβίβασης από τον πατέρα της σε αυτήν στις 31/12/2012 261 μετοχών της Εργοδότριας Εταιρείας (Τεκμήριο 12Α). Ισχυρίστηκε ότι οι μεταβιβάσεις των μετοχών που είχαν στην Εργοδότρια Εταιρεία η μητέρα και ο πατέρας της στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας είχαν αποφασιστεί από τον Ιούνιο του 2011 και ήταν γνωστά σε όλους τους ενδιαφερόμενους. Ότι με βάση τις συμφωνίες πώλησης και μεταβίβασης μετοχών ο πατέρας της θα αποχωρούσε από την Εργοδότρια Εταιρεία τον Δεκέμβριο του 2012 αλλά για καθαρά δικούς του λόγους αποχώρησε οικειοθελώς τον Οκτώβριο του
  7. Ότι επειδή όταν προσλήφθηκε ο Αιτητής στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν πολύ νέος και άπειρος τον εκπαίδευσαν στην αρχή ο κ. Τζιακούρης και η κα Χχχχχ Ιωάννου η οποία ήταν η υπεύθυνη αγορών. Ότι στη συνέχεια ανέλαβε αυτή την εκπαίδευση του Αιτητή. Ότι τόσο αυτή όσο και ο σύζυγός της τον καθοδηγούσαν βήμα βήμα και του έδιναν ιδιαίτερη σημασία γιατί ήταν αδελφότεκνός της και μέτοχος της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι όταν απέκτησε κάποια εμπειρία ο Αιτητής τον αντιμετώπιζε όπως οποιοδήποτε άλλο υπάλληλο. Ότι αν εντόπιζε λάθη, αδυναμίες και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του, του έκανε παρατηρήσεις με φιλικό, ήρεμο και συμβουλευτικό τρόπο χωρίς να τον προσβάλει, να τον θίξει και να τον υποτιμήσει. Υποστήριξε ότι οι κακές σχέσεις που έχει με την αδελφή της - μητέρα του Αιτητή δεν επηρέασαν τις σχέσεις της με τον Αιτητή. Ότι αυτή είχε πολύ καλές σχέσεις με τον Αιτητή. Ότι όταν ο Αιτητής σε κάποια περίοδο είχε προβλήματα με την μητέρα του και η μητέρα του τον έδιωξε από το διαμέρισμά της, αυτή του πρότεινε να μείνει σε δικό της διαμέρισμα ή σε διαμέρισμα αδελφικής εταιρείας της Εργοδότριας Εταιρείας και ο Αιτητής επέλεξε το δεύτερο στο οποίο διαμέρισμα διαμένει μέχρι σήμερα δωρεάν. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι όποιες συζητήσεις γίνονταν με τον Αιτητή είχαν σχέση με την εμμονή της μητέρας του να ζητά από αυτήν προσωπικά διάφορα στοιχεία για την Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι οι εν λόγω συζητήσεις γίνονταν εκτός εργασίας σε φιλικό και συγγενικό επίπεδο και ουδέποτε μεταφέρθηκαν τα εν λόγω προβλήματα στη δουλειά. Ότι πολλές φορές είπε στον Αιτητή ότι η μητέρα του δεν χρειαζόταν να της αποστέλλει επιστολές με δικηγόρους επειδή
(1)ως διευθύντρια και μέτοχος στην Εργοδότρια Εταιρεία μπορεί να αποταθεί στους ελεγκτές της Εργοδότριας Εταιρείας για να εξασφαλίσει τα στοιχεία που ζητά και
(2)αυτός ως μέτοχος που εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία μπορεί να ζητήσει από την υπεύθυνη λογιστηρίου της Εργοδότριας Εταιρείας να τον ενημερώνει για τους τραπεζικούς λογαριασμούς και τις οικονομικές καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι παρόλα αυτά τον Αύγουστο του 2013 και ενόσω απουσίαζε σε διακοπές, η αδελφή της της έστειλε επιστολή με δικηγόρο με την οποία ζητούσε από αυτήν διάφορα έγγραφα στοιχεία και την απειλούσε ότι θα την έπαιρνε δικαστήριο και θα ζητούσε αποζημιώσεις. Ότι αυτή θύμωσε και είπε στον Αιτητή, μιλώντας για τα χρόνια πριν προσληφθεί ο Αιτητής στην Εργοδότρια Εταιρεία, ότι θα μπορούσε και αυτή να διεκδικήσει χρήματα για τα χρόνια που μόνο αυτή και ο σύζυγός της δούλευαν στην Εργοδότρια Εταιρεία και η οικογένεια του Αιτητή και της αδελφής της απολάμβαναν τα κέρδη της Εργοδότριας Εταιρείας χωρίς να συνεισφέρουν στην απόκτησή τους. Ότι όταν επέστρεψε στην εργασία της μετά τις διακοπές η στάση της απέναντι στον Αιτητή δεν είχε αλλάξει. Σημείωσε ότι ποτέ δεν πίεσε είτε αυτή είτε ο σύζυγός της τον Αιτητή να πείσει τη μητέρα του να υπογράψει τις οικονομικές καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας. Υποστήριξε, παραπέμποντας στις σχετικές αναφορές της στο Τεκμήριο 9, ότι κατά την απουσία της από την εργασία της τον Αύγουστο του 2013 ο Αιτητής πήρε κάποιες λανθασμένες αποφάσεις οι οποίες κόστισαν στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι όταν επέστρεψε από τις διακοπές πληροφορήθηκε για το λάθος του Αιτητή όταν ήρθε στην αντίληψή της το τιμολόγιο Τεκμήριο
  1. Τόνισε ότι ενώ ο Αιτητής ήξερε ότι η οποιαδήποτε παραγγελία και/ή αγορά προϊόντος από αυτόν έπρεπε να εγκριθεί προηγουμένως από αυτήν, είτε προφορικά είτε γραπτά, δεν ζήτησε από αυτήν έγκριση για την αγορά των εν λόγω προϊόντων ενεργώντας αυθαίρετα. Αρνήθηκε ότι ζήτησε από τον Αιτητή με αλαζονικό τρόπο να της δώσει γραπτώς κατάσταση με τις ελλείψεις στα αποθέματα των προϊόντων της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι στις 27/08/2013 κάλεσε τον Αιτητή στο γραφείο της με σκοπό να τον παρατηρήσει (α) για το γεγονός ότι το συγκεκριμένο προϊόν θα έπρεπε να βρίσκεται σε στοκ και αυτό ήταν δική του ευθύνη, (β) για το ότι χωρίς την έγκρισή της προέβη σε αγορά του συγκεκριμένου προϊόντος και (γ) για το ότι δεν έδωσε οδηγίες στον κ. Ονησιφόρου για τη δημιουργία του εν λόγω προϊόντος από τα αποθέματα της αποθήκης διαδικασία την οποία είχαν συμφωνήσει από τον Ιούλιο του 2013 όταν είχαν προβλέψει την έλλειψη του συγκεκριμένου προϊόντος. Ισχυρίστηκε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση ο Αιτητής αντί να αναλάβει την ευθύνη του και να απολογηθεί, θύμωσε επειδή τον παρατήρησε και άρχισε να φωνάζει και να είναι επιθετικός. Ότι όταν κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος της ο σύζυγός της θυμωμένος σηκώθηκε πάνω και κινήθηκε προς το μέρος της για να την υπερασπίσει λέγοντας στον Αιτητή ότι έπρεπε να ντρέπεται να μιλά έτσι της θείας του. Ότι όταν ο κ. Ονησιφόρου άκουσε τις φωνές εισήλθε στο γραφείο της και απομάκρυνε τον Αιτητή ο οποίος αποχωρώντας την έβρισε και έσπασε με το χέρι του την γυάλινη πόρτα της εξόδου. Ότι την επόμενη μέρα έστειλε τα Τεκμήρια 5 και 6Α με τα οποία έδινε οδηγίες στο προσωπικό για το τι θα έπρεπε στο εξής να πράττουν ώστε να μην επαναληφθούν παρόμοια λάθη. Ανέφερε ότι ο Αιτήτης μετά τη συνάντηση στις 27/08/2013 επανήλθε στην εργασία του 1-2 μέρες μετά μόνο για κάποιες ώρες και στη συνέχεια εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς να ενημερώσει κάποιον και χωρίς να παραδώσει τις εκκρεμότητές του σε άλλο υπάλληλο και να βάλει στο email του την ένδειξη "out of office" ώστε τα emails του να αποστέλλονται σε άλλο υπάλληλο της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι στις 05/09/2013 ο Αιτητής ενώ ήταν «εξαφανισμένος» από την Εργοδότρια Εταιρεία και δεν απαντούσε το τηλέφωνό του, απέστειλε το Τεκμήριο
  2. Ότι αυτή απάντησε στον Αιτητή με τα Τεκμήρια 8 και
  3. Απέρριψε τους ισχυρισμούς του Αιτητή σχετικά με τη στιχομυθία που είχε μαζί του στις 17/09/2013 και ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν απαγόρευσε στον Αιτητή να επικοινωνεί απευθείας με πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής αποχώρησε οικειοθελώς από την Εργοδότρια Εταιρεία επειδή θεωρούσε ότι δεν μπορούσε να παρατηρηθεί από τους εργοδότες του. Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής είχε πρόσβαση στο λογιστικό λογισμικό πρόγραμμα της Εργοδότριας Εταιρείας και μπορούσε να ενημερωθεί για τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι περαιτέρω ο Αιτητής ενημερωνόταν από την υπεύθυνη του λογιστηρίου της Εργοδότριας Εταιρείας, κα Χχχχχ Βασιλείου. Ερωτώμενη κατά πόσον στο Τεκμήριο 1 υπάρχει οποιαδήποτε απειλή, απάντησε ότι δεν είναι αυτή η επιστολή που πήρε από την αδελφή της. Ισχυρίστηκε ότι παρατήρησε μια και μοναδική φορά τον Αιτητή σχετικά με την εκτέλεση της εργασίας του και αυτό ήταν όταν προέβηκε στην αγορά δεκάκιλων σίκλων χλωρίνης Triple. Ότι όταν παρατήρησε τον Αιτητή αυτός με ύφος κινήθηκε προς αυτήν κουνώντας της το δάκτυλό του. Ανέφερε ότι ο Αιτητής τον Αύγουστο του 2013 όφειλε να ακολουθήσει τις οδηγίες της ως προϊστάμενής του σχετικά με την κατασκευή δεκάκιλων σίκλων χλωρίνης Triple και ότι στον υπολογισμό της ζημιάς λαμβάνονται και άλλοι παράγοντες υπόψη όχι μόνο η διαφορά κόστους της κάθε ενέργειας όπως π.χ. το ότι υπήρχε απόθεμα σίκλων χλωρίνης Triple (μεγαλύτερου βάρος από 10 κιλά) στις αποθήκες της Εργοδότριας Εταιρείας το οποίο έχει προπληρωθεί. Απέρριψε υποβολές ότι είναι επικίνδυνο και ανθυγιεινό για τους εργοδοτούμενους της Εργοδότριας Εταιρείας να σπάζουν τις μεγάλες ταμπλέτες χλωρίνης σε μικρότερες. Σε υποβολή ότι τον Αύγουστο του 2013 εκδήλωσε αδικαιολόγητο θυμό προς το πρόσωπο του Αιτητή όταν αυτός προέβηκε στην αγορά δεκάκιλων σίκλων χλωρίνης Triple, απάντησε ότι αυτή προέβηκε σε μια παρατήρηση την οποία είχε δικαίωμα να κάνει στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της και αυτός την έβρισε. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής ήταν το πρόσωπο που όφειλε να ζητήσει από τον κ. Ονησιφόρου να δημιουργήσει σίκλες χλωρίνης 10 κιλών αναλόγως της ζήτησης. Επέμενε ότι ο Αιτητής από το επεισόδιο στις 27/08/2013 μέχρι και την ημερομηνία που υπέβαλε παραίτηση, εκτός από μια φορά, δεν προσήλθε ξανά στην εργασία του. Υποστήριξε ότι με την αναφορά της στο Τεκμήριο 9 ότι ο Αιτητής θα βρίσκεται υπό επιτήρηση μέχρι να συμμορφωθεί δεν απειλούσε τον Αιτητή αλλά ως προϊστάμενη του Αιτητή θα συνέχιζε τον έλεγχο που πάντα εξασκούσε σε αυτόν χωρίς να του αλλάξει κανένα από τα εργασιακά καθήκοντά του. Επανέλαβε ότι με τα ηλεκτρονικά μηνύματά της προς το προσωπικό της Εργοδότριας Εταιρείας τόνισε προς το προσωπικό ότι δεν θα δέχονται οδηγίες από κανένα εκτός από αυτήν και τον σύζυγό της και ότι δεν είπε ότι δεν θα μιλούν με κανένα. Σημείωσε ότι αν ο Αιτητής κατά τη συνάντηση στις 27/08/2013 δεν συμπεριφερόταν προκλητικά και επιθετικά προς αυτήν, ο σύζυγός της δεν θα είχε λόγο να θυμώσει μαζί του. Αρνήθηκε ότι συμπεριφέρθηκε με εξευτελιστικό τρόπο στον Αιτητή. Ο κ. Τζιακούρης καταθέτοντας επανέλαβε τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση 2 σχετικά με
(1)την εκπαίδευση του Αιτητή και τις σχέσεις που είχε αυτός και η Καθ' ης η Αίτηση 2 με τον Αιτητή μετά την πρόσληψη του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία,
(2)την ενέργεια του Αιτητή να αγοράσει συγκεκριμένα προϊόντα τον Αύγουστο 2013 χωρίς να ζητήσει προηγουμένως την έγκριση της Καθ' ης η Αίτηση 2 και
(3)το αίτημα της Καθ' ης η Αίτηση 2 προς τον Αιτητή να της στείλει γραπτώς τυχόν ελλείψεις προϊόντων και την κατάσταση των αποθεμάτων και την απάντηση του Αιτητή (Τεκμήριο 4). Απέρριψε τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι τον πίεσε να πείσει τη μητέρα του να υπογράψει τις οικονομικές καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι συμπεριφέρθηκε με απειλητικό και προσβλητικό τρόπο προς τον πεθερό του με σκοπό να τον αναγκάσει να αποχωρήσει από την εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία. Υποστήριξε ότι στις 27/08/2013 η Καθ' ης η Αίτηση 2 κάλεσε τον Αιτητή και τον κ. Ονησιφόρου στο γραφείο της. Ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 κατά την εν λόγω συνάντηση (στην οποία ήταν και αυτός παρών αφού το γραφείο του βρίσκεται στον ίδιο χώρο με το γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση 2) με ήρεμο και καθαρά συμβουλευτικό ύφος υπέδειξε στον Αιτητή το λάθος του και προσπαθούσε να του εξηγήσει την ορθή διαδικασία την οποία έπρεπε να ακολουθήσει. Ότι ο Αιτητής αντί να παραδεχτεί το λάθος του και να απολογηθεί, θύμωσε και άρχισε να φωνάζει και να συμπεριφέρεται επιθετικά. Ισχυρίστηκε ότι όταν ο Αιτητής κινήθηκε προς την Καθ' ης η Αίτηση 2 κουνώντας το χέρι του μπροστά από το πρόσωπό της αυτός θύμωσε πολύ, σηκώθηκε πάνω, πέταξε στο έδαφος τη συσκευή του τηλεφώνου που ήταν πάνω στο γραφείο του και κινήθηκε προς τον Αιτητή λέγοντας του με έντονο ύφος ότι έπρεπε να ντρέπεται να μιλά έτσι στη θεία του. Ήταν η θέση του ότι δεν χτύπησε τον Αιτητή. Ότι δεν είχε πρόθεση να χτυπήσει τον Αιτητή αλλά σκοπός του ήταν να προστατεύσει τη σύζυγό του τη στιγμή που ο Αιτητής κινείτο προς αυτήν με άγριες διαθέσεις. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι τις φωνές τους τις άκουσε ο κ. Ονησιφόρου ο οποίος είχε αποχωρήσει από το γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση 2 για να απαντήσει ένα τηλεφώνημα και εισήλθε στο γραφείο και απομάκρυνε τον Αιτητή ο οποίος κατά την αποχώρησή του έβρισε την Καθ' ης η Αίτηση 2 και χτύπησε το χέρι του στην γυάλινη πόρτα της εξόδου στο ισόγειο και την έσπασε. Κατά την αντεξέτασή του απέρριψε τις υποβολές που του έγιναν (α) ότι λόγω της στάσης που τηρούσε η μητέρα του Αιτητή και τα αιτήματα που προέβαλλε σε σχέση με την Εργοδότρια Εταιρεία η Καθ' ης η Αίτηση 2 άλλαξε συμπεριφορά προς το πρόσωπο του Αιτητή και βρήκε αφορμή να ξεσπάσει σε αυτόν τον Αύγουστο του 2013 και (β) σχετικά με συμπεριφορά που επέδειξαν αυτός, ο Αιτητής και η Καθ' ης η Αίτηση 2 κατά τη συνάντηση στο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση 2 στις 27/08/2013. Ο κ. Ονησιφόρου κατέθεσε ότι κατά το 2013 προϊστάμενος του ήταν ο Αιτητής από τον οποίο έπαιρνε οδηγίες για διάφορα θέματα που σχετίζονταν με τα καθήκοντά του. Ότι στις 27/08/2013 κλήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση 2 σε συνάντηση στο γραφείο της μαζί με τον Αιτητή για να συζητήσουν κάποια θέματα που αφορούσαν ελλείψεις στο απόθεμα της αποθήκης της Εργοδότριας Εταιρείας. Κατά την εν λόγω συνάντηση η Καθ' ης η Αίτηση 2 παρατήρησε τον Αιτητή για κάποιες αγορές προϊόντων που είχε κάνει χωρίς να ζητήσει προηγουμένως την έγκρισή της και για το ότι δεν του έδωσε οδηγίες να κατασκευάσει μικρές σίκλες με χλωρίνη. Ότι αποχώρησε για λίγο από τη συνάντηση για να απαντήσει ένα τηλεφώνημα. Ότι κατά τη διάρκεια του τηλεφωνήματος άκουσε φωνές από το γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση 2 και έτρεξε να δει τι γινόταν. Ότι εισερχόμενος στο γραφείο είδε τον Αιτητή και τον κ. Τζιακούρη να είναι πολύ κοντά ο ένας στον άλλο και να φωνάζουν. Ότι αυτός μπήκε στη μέση τους, άρπαξε τον Αιτητή και τον έβγαλε έξω από το γραφείο. Ισχυρίστηκε ότι από εκείνη τη μέρα δεν ξαναείδε τον Αιτητή. Υποστήριξε ότι σε ότι αφορά την κατασκευή σίκλων με χλωρίνη ήταν μια πρακτική που ακολουθούσε ανέκαθεν το τμήμα της αποθήκης της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι η εν λόγω πρακτική συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ότι όταν δεν υπάρχουν σε στοκ μικρές συσκευασίες χλωρίνης τις δημιουργούν μεταφέροντας ταμπλέτες από μεγάλες συσκευασίες που υπάρχουν σε στοκ σε πιο μικρές ώστε να εξυπηρετηθούν οι πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας. Ήταν η θέση του ότι η διαδικασία αυτή δεν είναι καθόλου επικίνδυνη ή βλαβερή αφού δεν γίνεται κάποια χημική ανάμειξη αλλά μεταφορά ταμπλέτων χλωρίνης από μια συσκευασία σε άλλη. Ότι για την εν λόγω εργασία χρησιμοποιούν γάντια και προστατευτική μάσκα. Σημείωσε ότι για να προβούν σε μια τέτοια διαδικασία θα πρέπει να τους δοθούν συγκεκριμένες οδηγίες από τους προϊστάμενούς τους. Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι κατά τη συνάντηση στις 27/08/2013 δεν είδε τον κ. Τζιακούρη να ρίχνει ένα τηλέφωνο προς τον Αιτητή. Ότι αυτός όταν ήταν έξω από το γραφείο άκουσε φωνές αλλά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιος φώναζε περισσότερο. Ότι αυτός όταν μπήκε στο γραφείο μπήκε αυθόρμητα ανάμεσα στον Αιτητή και τον κ. Τζιακούρη για να «μην μαλλώσουν». Είπε ότι δεν θυμόταν αν έξω από το γραφείο ήταν ο κ. Χχχχχχχ Αγαθοκλέους. Ισχυρίστηκε ότι αυτός έβγαλε έξω τον Αιτητή από το γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση 2 και στη συνέχεια κατέβηκε μαζί του στο ισόγειο και βγήκαν μαζί εκτός του κτηρίου της Εργοδότριας Εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο προϊστάμενος του ήταν ο Αιτητής και ότι οι οδηγίες σε αυτόν για κατασκευή σίκλων χλωρίνης έπρεπε να του δοθούν από τον Αιτητή. Η κα Βασιλείου κατέθεσε ότι όταν εργαζόταν ο Αιτητής στην Εργοδότρια Εταιρεία καθημερινώς της ζητούσε να του παραδώσει στοιχεία για τους λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας και αυτή του τα παρέδιδε έχοντας την έγκριση των εργοδοτών της. Υποστήριξε ότι ο Αιτητής είχε πρόσβαση στους λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας αφού τότε το λογισμικό πρόγραμμα της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν προσβάσιμο σε όλους τους χειριστές των ηλεκτρονικών υπολογιστών της Εργοδότριας Εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι τέλη Αυγούστου του 2013 - αρχές Σεπτεμβρίου του 2013 η Καθ' ης η Αίτηση 2 την ενημέρωσε ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς να ενημερώσει κάποιον και της ζήτησε να επικοινωνήσει με αυτόν τηλεφωνικώς για να της παραδώσει τις εκκρεμότητές του και τον κωδικό πρόσβασής του στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο ώστε να μπορέσουν να εξυπηρετήσουν τους πελάτες στην απουσία του. Ότι τηλεφώνησε στον Αιτητή πέραν της μια φοράς αλλά δεν της απάντησε ούτε της επέστρεψε τις κλήσεις της. Σημείωσε ότι είναι πρακτική της Εργοδότριας Εταιρείας όταν απουσιάζει ένας υπάλληλος της Εργοδότριας Εταιρείας να ενημερώνει τους αρμοδίους, να παραδίνει τις εκκρεμότητές του για να τύχουν χειρισμού από άλλους υπαλλήλους και να δώσει τους κωδικούς πρόσβασης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του. Αντεξεταζόμενη απέρριψε υποβολές ότι ο Αιτητής της προώθησε όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματά του και ότι ο Αιτητής μίλησε μαζί της τόσο τηλεφωνικώς όσο και κατ' ιδίαν όταν αυτή επικοινώνησε μαζί του. Νομική Πτυχή Στην απόφαση Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1 CLR 448 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε τις καθοδηγητικές νομικές αρχές που καθιέρωσε το Court of Appeal για τις υποθέσεις εξαναγκασμού σε παραίτηση στην υπόθεση Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1 ALL E.R. 713. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρονται τα εξής: ".. if the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer's conduct. He is constructively dismissed. The employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or alternatively, he may give notice and say he is leaving at the end of the notice. But the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains: for, if he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarded as having elected to affirm the contract." Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 98, 103 αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1 CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτουμένου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου ..». Όπως λέχθηκε και από τον Lord Denning στην υπόθεση Woods v. W.M. Car Services (Petersborough) Ltd [1981] ICR 666: "The circumstances (of constructive dismissal) are so infinitely various that there can be and is no rule of law saying what circumstances justify and what do not. It is a question of fact for the tribunal of fact- in this case the Industrial Tribunal." Παραβίαση από την πλευρά του εργοδότη ενός ρητού ή ενός εξυπακουόμενου όρου της σύμβασης εργασίας θεωρείται, στην περίπτωση που είναι αρκετά σοβαρή[1], ως διαγωγή που δικαιολογεί παραίτηση του εργοδοτουμένου. Σημειώνουμε ότι κατά ποσόν η εν λόγω παράβαση είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογεί συμπέρασμα εξαναγκασμού σε παραίτηση αποτελεί ζήτημα γεγονότων και βαθμού[2]. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 5th Edition, Vol.40 para.770 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: "Among the types of breach of contract by the employer that may support a finding of constructive dismissal are:
(1).
(2)demotion or other change in status,
(3)a change of job content not permitted or envisaged by the contract,
(4)undermining a senior employee's position,
(5).,
(6)..
(7).....
(8)breach of the term of trust and respect;
(9)..,
(10)imposition of a disciplinary measure in a disproportionate manner,.." Ένας από τους εξυπακουόμενους όρους της σύμβασης εργασίας είναι ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργήσει με τρόπο που θα βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence) το οποίο είναι απαραίτητο να υπάρχει μεταξύ των δύο πλευρών για να λειτουργήσει η εργασιακή σχέση[3]. Στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων Malik v. BCCI
(1997)4 ALL E.R. 1 o Lord Steyn ανέφερε ότι ο εργοδότης δεν πρέπει παράλογα και χωρίς νόμιμη αιτία να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστρέψει ή να βλάψει τη σχέση πίστης και εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου τονίζοντας ότι ο εν λόγω εξυπακουόμενος όρος έχει διατυπωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να καλύπτει τη μεγάλη ποικιλία των περιπτώσεων στις οποίες πρέπει να τηρηθεί μια ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων του εργοδότη στο να διευθύνει, να οργανώνει και να λειτουργεί την επιχείρησή του όπως αυτός κρίνει ορθό και των συμφερόντων του εργοδοτουμένου να μην τον εκμεταλλεύονται άδικα και αντικανονικά. Ως εκ τούτου όταν ένας εργοδότης έχει ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει καταστρέψει την αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης και πίστης με αποτέλεσμα να καθίσταται η συνέχιση της εργασιακής σχέσης αδύνατη, ένας εργοδοτούμενος μπορεί να παραιτηθεί και να ισχυριστεί ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω επίδειξης από τον εργοδότη συμπεριφοράς ασυμβίβαστης με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη εργοδοτουμένου[4]. Στην υπόθεση Morrow v. Safeway Stores plc [2002] IRLR 9 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: "In general terms, a finding that there has been conduct which amounts to a breach of the implied term of trust and confidence will mean, inevitably, that there has been a fundamental or repudiatory breach going necessarily to the root of the contract." Σημειώνουμε ότι το Employment Appeal Tribunal στην απόφασή του στην υπόθεση United Bank v. Akhtar [1989] IRLR 507 τόνισε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου η συμπεριφορά του εργοδότη μπορεί να θεωρηθεί ως συμπεριφορά που έχει υπολογιστεί ή είναι πιθανόν να καταστρέψει ή να βλάψει σοβαρά τη σχέση πίστης και εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου παρά το ότι οι όροι που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας παρέχουν στον εργοδότη την εξουσία και τη δυνατότητα να συμπεριφερθεί με αυτόν τον τρόπο καθότι ο εξυπακουόμενος όρος ότι ο εργοδότης δεν πρέπει παράλογα και χωρίς νόμιμη αιτία να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο ώστε να καταστρέψει ή να βλάψει τη σχέση πίστης και εμπιστοσύνης που υπάρχει μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου είναι ανεξάρτητος από τους υπόλοιπους όρους που περιέχονται στη σύμβαση εργασίας και επιπρόσθετος όρος που εξυπακούεται σε όλες τις συμβάσεις εργασίας[5]. Συνακόλουθα ο τρόπος με τον οποίο εξασκούνται οι εξουσίες του εργοδότη που προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας πρέπει να είναι σε συμφωνία με τον εν λόγω εξυπακουόμενο όρο[6]. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th Edition, Vol.39 para.48 αναφέρονται τα πιο κάτω: "The implied term of trust and respect in the contract of employment has been held to have overriding effect, that is to say that, even where the employer has express power to act in a particular way under the terms of the contract, he must exercise that power in the light of his overall duty of trust and respect, with the result that, if he does not do to so, the employee may be contractually entitled to leave his employment and claim constructive dismissal, in spite of the employer's claim that he was merely exercising his rights". Στην υπόθεση L' Union National (Tourist and Sea Resorts) Ltd v. Γιώργος Χουλιώτης, Πολ. Έφεση Αρ.176/2010 ημερομηνίας 10/9/2015 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η εξουσία, οι δυνατότητες και τα δικαιώματα που έχει ένας εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται από τη σύμβαση εργοδότησης πρέπει να εξασκούνται όχι μόνο εντός των συμβατικών παραμέτρων αλλά και σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τις συμβάσεις εργασίας. Περιπτώσεις όπου ο εργοδότης στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματός του εξασκεί, χωρίς εύλογη και δικαιολογημένη αιτία, δικαιώματά του τα οποία προβλέπονται από τη σύμβαση εργασίας και η εν λόγω πράξη του επηρεάζει τα συμφέροντα του εργοδοτουμένου μπορεί να θεωρηθούν ως συμπεριφορές που παραβιάζουν τον πιο πάνω εξυπακουόμενο όρο. Το Employment Appeal Tribunal στην απόφασή του στην υπόθεση Hilton v. Shiner Ltd [2001] IRLR 727 σημείωσε τ΄ ακόλουθα αναφορικά με τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του ζητήματος κατά πόσον ο εργοδότης ενέργησε κατά παράβαση του εξυπακουομένου όρου πίστης και εμπιστοσύνης: "Thus, in order to determine whether there has been a breach of the implied term two matters have to be determined. The first is whether, ignoring their cause, there have been acts which are likely on the face of them seriously to damage or destroy the relationship of trust and confidence between employer and employee. The second is whether that act has no reasonable and proper cause. To take an example, any employer who proposes to suspend or discipline an employee for lack of capability or misconduct is doing an act which is capable of seriously damaging or destroying the relationship of trust and confidence between employer and employee, whatever the result of the disciplinary process. Yet it could never be argued that an employer was in breach of the term of trust and confidence if he had reasonable and proper cause for the suspension, or for taking the disciplinary action. The distinction is clear from a case such as Gogay v Hertfordshire County Council [2000] IRLR 703.There an employee was suspended. Suspension was permissible under the contract. However, the right to suspend that individual in the circumstances of the case was the result of a capricious decision. There was no reasonable nor proper cause for it on the facts. The Court of Appeal upheld a finding that there had thereby been a breach of the implied term of trust and confidence." Στην υπόθεση Bournemouth University Higher Education Corpn v. Buckland [2011] QB 323 το Court of Appeal αποφάσισε ότι το τεστ για να αποδειχθεί κατά πόσον η συμπεριφορά του εργοδότη ήταν τέτοια που δικαιολογούσε εξαναγκασμό του εργοδοτουμένου στη βάση της παράβασης του εξυπακουομένου όρου πίστης και εμπιστοσύνης είναι το συμβατικό και όχι αυτό της λογικότητας του εργοδότη[7] και απέρριψε το επιχείρημα των εργοδοτών ότι ένας εργοδοτούμενος μπορεί να αποδείξει μια ουσιαστική παράβαση του εξυπακουομένου όρου πίστης και εμπιστοσύνης μόνο όπου η συμπεριφορά του εργοδότη ήταν εκτός των πλαισίων των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις («outside the range of reasonable responses»). Διευκρίνισε ότι το κριτήριο της λογικότητας είναι σχετικό μόνο κατά την εξέταση του ερωτήματος κατά πόσον ο εργοδότης είχε λογική και ορθή αιτία («reasonable and proper cause») για τη συμπεριφορά που παραπονείται ο εργοδοτούμενος[8]. Η παραβίαση του πιο πάνω εξυπακουόμενου όρου μπορεί να συνιστάται από σειρά πράξεων από την πλευρά του εργοδότη οι οποίες πράξεις σωρευτικά αποτελούν την παράβαση του εν λόγω όρου, παρά το ότι κάθε μια πράξη ξεχωριστά μπορεί να μην αποτελεί παραβίαση του όρου[9]. Στην Lewis v. Motorwolrd Garages Ltd [1986] ICR 666 λέχθηκε ότι: ".the repudiatory conduct may consist of a series of acts or incidents, some of them perhaps quite trivial, which cumulative amount to a repudiatory breach of the implied term of the contract of employment that the employer will not, without reasonable and proper cause, conduct himself in a manner calculated or likely to destroy or seriously damage the relationship of confidence between employer and employee". Να σημειώσουμε ότι σε αυτές τις περιπτώσεις το τελευταίο γεγονός που οδήγησε τον εργοδοτούμενο να παραιτηθεί[10] παρά το ότι δεν χρειάζεται από μόνο του να είναι τόσο σοβαρό που να δικαιολογεί τερματισμό της σύμβασης από τον εργοδοτούμενο πρέπει να μην είναι τόσο ασήμαντο ώστε να μην συνεισφέρει κάτι στην παράβαση του εξυπακουόμενου όρου της πίστης και εμπιστοσύνης[11]. Το κατά πόσον η συμπεριφορά του εργοδότη συνιστά συμπεριφορά που δικαιολογεί την υποβολή παραίτησης από την πλευρά του εργοδοτουμένου κρίνεται εκτιμώντας αντικειμενικά τα δεδομένα και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης[12]. Οι υποκειμενικές ευαισθησίες του εργοδοτουμένου δεν λαμβάνονται υπόψη. Δεν αποτελεί προϋπόθεση για να κριθεί ότι η συμπεριφορά του εργοδότη συνιστά παραβίαση του όρου για αμοιβαία εμπιστοσύνη και πίστη να διαφανεί ότι η συμπεριφορά του εργοδότη ήταν σκόπιμη και κακόπιστη[13]. Στην υπόθεση Leeds Dental Team Ltd v. Rose [2014] IRLR 8 λέχθηκαν τα εξής: " The test does not require a Tribunal to make a factual finding as to what the actual intention of the employer was; the employer's subjective intention is irrelevant. If the employer acts in such a way, considered objectively, that his conduct is likely to destroy or seriously damage the relationship of trust and confidence, then he is taken to have the objective intention spoken of.." Το Employment Appeal Tribunal στην απόφαση του Croft v. Consignia plc [2002] IRLR 851 διευκρίνισε ότι ο όρος αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης παραβιάζεται μόνο από πράξεις και/ή παραλείψεις που βλάπτουν σοβαρά ή καταστρέφουν την αναγκαία πίστη και εμπιστοσύνη και ότι και οι δύο πλευρές αναμένονται να απορροφούν και να αντέχουν μικρότερα χτυπήματα[14]. Το πεδίο που καλύπτει ο όρος της μη παραβίασης της αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης είναι ευρύ. Καλύπτει εξαιρετικά απερίσκεπτη, αδιάφορη ή επιπόλαια συμπεριφορά του εργοδότη όπως π.χ. άρνηση να διερευνήσει έγκαιρα και εύλογα τα παράπονα του εργοδοτουμένου, απαράδεκτα προσβλητική και μειωτική συμπεριφορά[15], μη επίδειξη αναγκαίου σεβασμού σε ανώτερο προσωπικό υποβαθμίζοντας έτσι τις εξουσίες του στους υφιστάμενους του[16], αποτυχία να συμπεριφερθεί σε ένα εργοδοτουμένο με πολύχρονη υπηρεσία με σεβασμό και κατανόηση[17], επιβολή ποινής δυσανάλογης με το παράπτωμα[18], αποτυχία να συμμορφωθεί με μια ειδική υποχρέωση[19]. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th Edition, Vol.39 para.48 αναφέρονται τα πιο κάτω: "The kinds of behavior which may breach the term of trust and respect are in each case a question of fact for the tribunal, and entirely variable, but may include:
(1)undermining the self-esteem and dignity of the employee [footnote 6. Hilton International Hotels (UK) v Protopapa [1990] IRLR EAT (unmerited reprimanding in humiliating circumstances); Horkulak v. Cantor Fitzgerald International [2004] ICR 697..(legitimate demands for high standards of performance must be balanced by a fair system of enforcement with criticisms properly raised and handled; the level of any rebuke must be proportionate to the alleged failing on the part of the employee).];
(2)abusive and false accusations [footnote 7. Robinson v. Crompton Parkinson Ltd [1978] ICR 401... ; Courtaulds Northern Textiles Ltd v. Andrew [1979] IRLR 84.];
(3)..;
(4)intolerable behavior and bad language [footnote 9. Palmanor Ltd v. Cedron [1978] ICR 1008 .....; Cantor Fitzgerald International v Bird [2002] IRLR 867...];
(5).............;
(6)....;
(7)......;
(8)........:
(10)failure to give the employee necessary support;
(11)failure to follow established procedures [footnote 16. Post Office v Roberts [1980] IRLR 3;]
(12).;
(13)....;
(14).......;
(15)..........." Ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να υποβάλει λογικές παρατηρήσεις στον εργοδοτούμενό του αναφορικά με την ομαλή λειτουργία της επιχείρησής του όπως και να απαιτεί αυστηρή προσήλωση στην εκτέλεση οδηγιών ή όρων από τον εργοδοτούμενο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Επίσης έχει το δικαίωμα να προβαίνει σε καλόπιστες παρατηρήσεις και παραστάσεις με σκοπό τη βελτίωση της συμπεριφοράς και της απόδοσης του εργοδοτουμένου. Περαιτέρω μέχρι ενός σημείου έντονη κριτική από τον εργοδότη μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της καθημερινής συναλλαγής μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου. Στην περίπτωση όμως που οι παρατηρήσεις και οι παραστάσεις του εργοδότη γίνονται χωρίς βάσιμο λόγο, είτε με σκοπό να απαλλαγεί ο εργοδότης από τον εργοδοτούμενο είτε όχι, καθιστώντας τη συνέχιση της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ανυπόφορη για τον εργοδοτούμενο τότε η συμπεριφορά του εργοδότη είναι τέτοια που παραβιάζει τον όρο για αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη και δείχνει την πρόθεσή του να μην δεσμεύεται πλέον από τη σύμβαση εργασίας και παραίτηση του εργοδοτουμένου λόγω αυτής της συμπεριφοράς μπορεί θεωρηθεί εξυπακουόμενη απόλυση (constructive dismissal)[20]. Στην υπόθεση Courtaulds Northern Textiles Ltd v. Andrew [1979] IRLR 84 κρίθηκε ότι η αναφορά του προϊσταμένου σε ένα εργοδοτούμενο με 18 χρόνια υπηρεσία χωρίς προβλήματα μετά από μια έντονη συζήτηση ότι δεν μπορεί να κάνει την δουλειά έτσι αλλιώς τη στιγμή που δεν πίστευε ότι ο εργοδοτούμενος δεν μπορούσε να εκτελέσει την εργασία συνιστούσε παραβίαση του όρου για αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη καθότι η εν λόγω αναφορά δεν συνιστά συνηθισμένη κριτική ενός προϊσταμένου σε ένα υφιστάμενό του για την απόδοση και την ικανότητά του εντός του παραδεκτού πλαισίου των εργασιακών σχέσεων (η οποία παρά το ότι ο εργοδοτούμενος παραπονείται ότι δεν δικαιολογείται ο προϊστάμενος πιστεύει ότι η κριτική του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα). Το Employment Appeal Tribunal στο τέλος της απόφασής του σημείωσε τα πιο κάτω: "We should be sorry if it were thought that anything that we have said suggests that criticism, even as trenchantly expressed as was this criticism, of a workman's performance would necessarily, and in every case, lead to the conclusion that the voicing of that criticism constituted conduct of a repudiatory nature so as to lead to constructive dismissal. We have no such intention. Where criticism is made, however trenchantly, because criticism is thought to be appropriate, then the circumstances of each case would plainly have to be considered with a view to a decision on the merits of the particular matter whether or not the repudiatory conduct is made out. That, for the reasons which we have indicated, is not in our judgment this case." Στην υπόθεση Stanley Cole (Wainfleet) Ltd v. Sheridan
(2003)4 All E.R. 1181 λέχθηκε ότι μια αδικαιολόγητη και αβάσιμη τελευταία γραπτή προειδοποίηση από τον εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης να θεωρηθεί ως συμπεριφορά που εξαναγκάζει τον εργοδοτούμενο και να δικαιολογήσει την απόδοση αποζημιώσεων για εξυπακουόμενη απόλυση. Στην εν λόγω υπόθεση δεν είχε δοθεί στην εργοδοτούμενη οποιαδήποτε παρατήρηση για 5 χρόνια και όταν μια μέρα έφυγε από την εργασία της για 90 λεπτά μετά από μια έντονη συζήτηση που είχε με ένα συνάδελφό της της δόθηκε μια αυστηρή τελευταία προειδοποίηση για αδικαιολόγητη και χωρίς έγκριση απουσία από την εργασία της. Όταν έλαβε την εν λόγω προειδοποίηση παραιτήθηκε από την εργασία της. Αποφασίστηκε ότι η εν λόγω εργοδοτούμενη εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στη βάση του υπήρξε παραβίαση του όρου αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης καθότι η πειθαρχική διαδικασία του εργοδότη δεν χρησιμοποιήθηκε δίκαια. Σημειώθηκε ότι μια τελευταία παρατήρηση δίνεται μόνο σε σχέση με την επίδειξη διαγωγής η οποία οριακά δεν δικαιολογεί απόλυση ή που δικαιολογεί απόλυση αλλά για λόγους που αφορούν τον εργοδοτούμενο η ποινή της απόλυσης δεν αποφασίζεται και ότι η προειδοποίηση που δόθηκε στην εργοδοτουμένη δεν ήταν ανάλογη του παραπτώματος στο οποίο υπέπεσε η εργοδοτούμενη. Στην υπόθεση Walker v. Josiah Wedgwood
(1978)IRLR 175 παρατηρήθηκε ότι η παροχή μίας αδικαιολόγητης γραπτής προειδοποιητικής επιστολής (warning) ή σειράς αδικαιολόγητων προειδοποιήσεων μπορεί να είναι ένας λόγος πάνω στον οποίο μπορεί να βασιστεί ένας εργοδοτούμενος ο οποίος ισχυρίζεται ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ειδικά αν προσπαθεί να αποδείξει ότι οι προειδοποιήσεις δεν δόθηκαν με σκοπό να καλυτερεύσει την απόδοση και τη συμπεριφορά του αλλά με σκοπό να τον ωθήσουν να παραιτηθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει πλήρως την ουσία των γραπτών προειδοποιήσεων που δόθηκαν. Στην υπόθεση Horkulak v. Cantor Fitzgerald International [2003] IRLR 756 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: "The law has developed so as to recognize an employment contract as engaging obligations in connection with the self esteem and dignity of the employee. Whilst high standards of performance are legitimate requirements in an employment contract, these legitimate demands must be balanced by a fair system of enforcement which reflects the particular conditions affecting employment. The level of rebuke must be proportionate to the alleged failing on the part of the employee." Στην περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δ.Ε.Δ. ότι η συμπεριφορά του εργοδότη παρείχε στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να παραιτηθεί λόγω παράβασης από την πλευρά του εργοδότη των όρων της σύμβασης εργασίας του και να αξιώσει αποζημιώσεις από τον εργοδότη, το Δ.Ε.Δ. θα πρέπει στη συνέχεια να εξετάσει τον λόγο, τον τρόπο και τον χρόνο αποχώρησης του εργοδοτουμένου από την εργασία του. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5th edition, Vol. 40 p.170 para.720, σημειώνονται τ' ακόλουθα: "The employee must leave in response to the breach of contract. While, as matter of fact, the employee may usually expected to indicate that he is treating the contract as repudiated, there is no rule of law that the employee must always inform the employer of the true reason for leaving. Delay in so doing may amount to waiver of the breach and affirmation of the contract, though this will depend on the facts of the case, and a realistic approach must be taken, so that it may be reasonable for the employee to work on for a period under protest, especially if trying to resolve matters without leaving or seeking other work before leaving." Σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας όταν υπάρχει παράβαση της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, ο εργοδοτούμενος πρέπει να αποδείξει ότι παραιτήθηκε από την εργασία του εξαιτίας αυτής της παράβασης για να έχει το δικαίωμα να επικαλεστεί ότι εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση[21]. Το Δ.Ε.Δ. βασιζόμενο στα περιστατικά της κάθε υπόθεσης θα κρίνει κατά πόσον ο εργοδοτούμενος παραιτήθηκε εξαιτίας της καταγγελίας (repudiation) της σύμβασης από τον εργοδότη και όχι για κάποιον άλλο λόγο. Δεν αποτελεί προϋπόθεση η παράβαση των όρων εργοδότησης από τον εργοδότη να είναι ο μοναδικός λόγος της παραίτησης. Είναι αρκετό να είναι ο ουσιαστικός λόγος[22]. Από την στιγμή που εκδηλώθηκε η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη (η παράβαση όρου της σύμβασης εργασίας ή εξάσκηση ενός συμβατικού δικαιώματος με τέτοιο τρόπο που κλονίζει το κλίμα αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης) που θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του εργοδοτουμένου από την εργασία του ('repudiatory breach'), ο εργοδοτούμενος έχει το δικαίωμα να θεωρήσει την εν λόγω συμπεριφορά ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, να παραιτηθεί από την εργασία του τερματίζοντας τη σύμβαση εργασίας του με τον εργοδότη και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση. Αυτό το δικαίωμά του δεν παραμένει ανοιχτό στον εργοδοτούμενο επ' αόριστον. Αν ο εργοδοτούμενος καθυστερήσει να εγκαταλείψει την εργασία του τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι επιβεβαίωσε (affirm) τη σύμβαση εργασίας του και ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να τερματίσει τη σύμβαση εργασίας του και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση από τον εργοδότη του[23]. (Βλ. Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp (πιο πάνω), W.E. Cox Toner (International) Ltd v. Crook [1981] 1 I.C.R. 823). Το ζήτημα κατά ποσόν ο εργοδοτούμενος έχει επιβεβαιώσει ή όχι τη σύμβαση εργασίας ώστε να εμποδίζεται από το εξασκήσει το δικαίωμά του να τερματίσει τη σύμβαση εργασίας είναι ζήτημα γεγονότων[24]. Στην Πολ. Έφεση 101/2013 Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. ΧΧΧ Αντωνίου, ημερ. 16/07/2019 σημειώθηκαν τα πιο κάτω: «Σύμφωνα με καλά θεμελιωμένες αρχές αφ΄ ης στιγμής εκδηλωθεί επιλήψιμη συμπεριφορά του εργοδότη, τέτοιας μορφής και έκτασης που θα δικαιολογούσε την αποχώρηση του εργοδοτούμενου, ο τελευταίος θα πρέπει να εγκαταλείψει την εργοδότησή του χωρίς καθυστέρηση ή τουλάχιστον εντός ευλόγου χρόνου. Το δικαίωμα του εργοδοτούμενου δεν παραμένει ανοικτό επ΄ αόριστο και τυχόν υπέρμετρη, υπό τις συνθήκες, καθυστέρηση εγκατάλειψης της εργασίας του μπορεί να θεωρηθεί και να εκληφθεί ως επιβεβαίωση της σύμβασης εργασίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του εργοδότη και ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του προς τερματισμό και αξίωση αποζημιώσεων. Η συνεχιζόμενη προσφορά εργασίας από εργοδοτούμενο είναι δυνατόν, συνυπολογιζομένων όλων των σχετικών παραγόντων - μεταξύ των οποίων το διάστημα εργοδότησης και την απουσία οποιασδήποτε αμφισβήτησης - να κριθεί ως εγκατάλειψη της δυνατότητας επίκλησης των δικαιωμάτων του, μεταξύ των οποίων της καταγγελίας της σύμβασης. ............. .......................................... Εντέλει, κρίσιμος παράγοντας ως προς το τι συνιστά σημαντικό χρονικό διάστημα είναι τα ίδια τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση. Ως εκ τούτου, η περίοδος που μεσολαβεί μεταξύ της εκδήλωσης της συμπεριφοράς από τον εργοδότη που δίδει το δικαίωμα παραίτησης στον εργοδοτούμενο και της χρονικής στιγμής της παραίτησης από αυτόν, δεν θα πρέπει να αντικρίζεται αποσπασματικά και από την άποψη της χρονικής και μόνο διάρκειας, αλλά υπό το φως των όλων περιστάσεων της υπόθεσης.» Το Δ.Ε.Δ. κατά την απόφανσή του επί του εν λόγω ζητήματος οφείλει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης[25] (όπως π.χ. τον χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ της εκδήλωσης της συμπεριφοράς από τον εργοδότη που έδινε το δικαίωμα στον εργοδοτούμενο να παραιτηθεί και της παραίτησης του εργοδοτουμένου, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εργαζόταν ο εργοδοτούμενος και το τί διαδραματίστηκε κατά την πιο πάνω περίοδο, την περίοδο απασχόλησης του εργοδοτουμένου, τη φύση της παράβασης του εργοδότη). Στην απόφαση του Employment Appeal Tribunal Ms RV Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd [2005] ΑLL ER (D) 144 παραπέμποντας στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση W.E. Cox Toner λέχθηκε ότι από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με ό,τι γίνεται (δηλαδή την παράβαση όρων της σύμβασης εργασίας) δεν θα θεωρηθεί ότι έχει επιβεβαιώσει τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται και να πληρώνεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Στην περίπτωση που ένας εργοδοτούμενος χωρίς να επιφυλάξει τη θέση του, συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο διάστημα μετά που ο εργοδότης ξεκαθαρίζει τη θέση του πάνω σε ένα θέμα όπου υπάρχει μεταξύ τους διαφωνία, τότε ο εργοδοτούμενος θεωρείται ότι επιβεβαίωσε τη σύμβαση και δεν μπορεί να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση αργότερα. Το Employment Appeal Tribunal στην απόφασή του στην υπόθεση The Governing Body of St Edmund Canterbury Catholic High School v. Ann Hines, Appeal No.EAT 1138/02 ημερομ. 26.6.03[26] σημείωσε ότι κατά την εξέταση του κατά πόσον ο εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε ή όχι την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας του προτού παραιτηθεί, η περίοδος απασχόλησης του εργοδοτουμένου είναι πάντα σχετική για το ζήτημα καθορισμού της χρονικής περιόδου που θεωρείται ως εύλογη για τον εργοδοτούμενο για να εξετάσει το θέμα προτού αποφασίσει να παραιτηθεί και να ισχυριστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση. Στην Southern v Wadacre Ltd Appeal No. UKEAT/ 0380/09 ημερομ. 24.3.10 σημειώθηκε ότι το ερώτημα προς απόφανση είναι κατά πόσον ο εργοδοτούμενος, ρητά ή εξυπακουόμενα, επιβεβαίωσε τη σύμβαση και ότι η θέση ότι με το απλώς να παραμείνει ο εργοδοτούμενος στην εργασία του (χωρίς να ληφθούν υπόψη οι υπόλοιπες παράμετροι της υπόθεσης) σημαίνει απαραίτητα και επιβεβαίωση της σύμβασης είναι εσφαλμένη[27]. Στην απόφαση Lewis v. Motorworld Garages Ltd (πιο πάνω) τονίστηκε ότι στις περιπτώσεις όπου ένας εργοδότης παραβίασε ένα ρητό όρο της σύμβασης εργασίας και ο εργοδοτούμενος συνέχισε να εργάζεται επιβεβαιώνοντας τη σύμβαση εργασίας, η εν λόγω παραβίαση μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως μέρος σειράς περιστατικών που μπορούν στο σύνολο τους να καταδείξουν ότι ο εργοδότης παραβίασε τον εξυπακουόμενο όρο για πίστη και εμπιστοσύνη[28]. Στην Kaur v. Leeds Teaching Hospitals NHS Trust [2018] IRLR 833 λέχθηκε ότι στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παραιτείται εξ αιτίας ενός γεγονότος που αποτελεί την τελευταία πράξη του εργοδότη σε μια σειρά από πράξεις του εργοδότη οι οποίες στο σύνολό τους συνιστούν παράβαση του εξυπακουόμενου όρου πίστης και εμπιστοσύνης το τελευταίο γεγονός μπορεί να θεωρηθεί ότι στην ουσία «αναβιώνει» τις προηγούμενες επιβεβαιωμένες παραβάσεις του εργοδότη και δόθηκε η πιο κάτω καθοδήγηση: "In the normal case where an employee claims to have been constructively dismissed it is sufficient for a tribunal to ask itself the following questions:
(1)What was the most recent act (or omission) on the part of the employer which the employee says caused, or triggered, his resignation?
(2)Has he or she affirmed the contract since that act?
(3)If not, what was the act (or omission) by itself a repudiatory breach of contract?
(4)If not, was it nevertheless a part (..) of a course of conduct comprising several acts and omissions which, viewed cumulatively, amounted to a (repudiatory) breach of the Malik term? (If it was, there was no need for any separate consideration of a possible previous affirmation.)
(5)Did the employee resign in response (or partly in response) to that breach?" Ανάλυση Μαρτυρίας - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής Α. Κατ' αρχάς παρατηρούμε ότι παρά το ότι ο Αιτητής ήταν μέτοχος στην Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε αρκετό αριθμό μετοχών που θα του επέτρεπε είτε να ασκεί από μόνος του τη διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας είτε να εμποδίζει την άσκηση από άλλο μέτοχο εξουσιών σχετικά με τη διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας. Συνακόλουθα δεν είχε τη δυνατότητα να εμποδίσει τον τερματισμό της σχέσης εργασίας του με την Εργοδότρια Εταιρεία αν τα πρόσωπα που ασκούσαν τις διευθυντικές εξουσίες της Εργοδότριας Εταιρείας αποφάσιζαν την απόλυσή του. Βάσει των πιο πάνω βρίσκουμε ότι ο Αιτητής ήταν εργοδοτούμενος της Εργοδότριας Εταιρείας με σύμβαση εργασίας και πρόσφερε τις υπηρεσίες του κάτω από περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να συναχθεί ύπαρξη σχέσης εργασίας (εργοδότη και εργοδοτουμένου) και ως εκ τούτου καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου και μπορεί να επικαλείται ότι η συμπεριφορά που επέδειξαν πρόσωπα που ασκούσαν τη διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας και της επιχείρησής της τον εξανάγκασαν σε παραίτηση από την εργασία του (Βλ. Πολιτική Έφεση Αρ.289/2011 Ελπίδα Ερωτοκρίτου ν.
  1. Elva Medical Imports Ltd κ.α ημερ. 04/04/2018). Σημειώνουμε ότι η εξέταση του εν λόγω επίδικου θέματος από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν αφορά διαφορές μεταξύ μετόχων της Εργοδότριας Εταιρείας ή συμπεριφορά οποιουδήποτε προσώπου σχετικού με την Εργοδότρια Εταιρεία αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς και τη διεύθυνση/διοίκηση της Εργοδότριας Εταιρείας και την επιχείρησή της. Η εν λόγω εξέταση αφορά μόνο τη συμπεριφορά της Εργοδότριας Εταιρείας που μπορεί να αποδοθεί σε αυτήν υπό την ιδιότητά της ως εργοδότης του Αιτητή προς τον Αιτητή υπό την ιδιότητά του ως εργοδοτούμενος. Β. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Αιτητή εν πρώτοις παρατηρούμε ότι ο Αιτητής δεν πρόσφερε μαρτυρία για να αποδείξει όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στους γενικούς λόγους της αίτησης εργατικής διαφοράς σε σχέση με τη συμπεριφορά της Εργοδότριας Εταιρείας προς το πρόσωπό του. Περαιτέρω παρατηρούμε ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί του για τη συμπεριφορά της Εργοδότριας Εταιρείας που τον εξανάγκασε να παραιτηθεί αφορούν περίοδο δύο μηνών και πιο συγκεκριμένη την περίοδο, από τις αρχές Αυγούστου του 2013 μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου του
  2. Οι θέσεις του Αιτητή ότι (α) η Καθ' ης η Αίτηση 2 τον Αύγουστο του 2012 του ανακοινώσε επιδεικτικά ότι ο παππούς του θα της μεταβίβαζε την πλειοψηφία των μετοχών, (β) η Καθ' ης η Αίτηση 2 συνήθιζε να τον προκαλεί λέγοντας του ότι δουλεύει αυτή και ο σύζυγός της για να τρώει αυτός και η οικογένειά του, (γ) η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο σύζυγός της μετά τις μεταβιβάσεις των μετοχών τον Δεκέμβριο του 2012 «μετέβαλαν δυσάρεστα» τη στάση τους προς αυτόν και (δ) από τον Μάιο του 2013 η συμπεριφορά της Καθ' ης η Αίτηση 2 και του συζύγου της απέναντι του χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο, εκτός του ότι τέθηκαν ενώπιόν μας πολύ γενικά και αόριστα χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες που περιβάλλουν τη συμπεριφορά που αποδίδεται στην Καθ' ης η Αίτηση 2 και στον σύζυγό της, έρχονται σε αντίθεση με τις αναφορές του Αιτητή ότι για 18 μήνες από τον Δεκέμβριο του 2012 μέχρι το καλοκαίρι του 2013 και πιο συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 2013 εργαζόταν αρμονικά με την Καθ' ης η Αίτηση 2 και τον σύζυγό της. Ο Αιτητής στην κυρίως εξέτασή του είπε ότι στο τηλεφώνημα που του έκανε η Καθ' ης η Αίτηση 2 στις 13/08/2013 η Καθ' ης η Αίτηση 2 φώναζε, έβριζε, απειλούσε και κακολογούσε την μητέρα του, τον παππού του και την γιαγιά του, ενώ κατά την αντεξέτασή του είπε ότι η Αιτήτρια τον έβρισε και τον απείλησε στο εν λόγω τηλεφώνημα (χωρίς όμως να μας αναφέρει ποιες ήταν οι απειλές και οι βρισιές της Καθ' ης η Αίτηση 2). Σημειώνουμε ότι ενώ στους γενικούς λόγους της αίτησής του ο Αιτητής αναφέρει ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 τον απειλούσε και τον εκβίαζε ότι θα χάσει τη δουλειά του και θα έκλεινε την επιχείρηση αν δεν πείσει τη μητέρα του να υπογράψει και να συμφωνήσει σε αποφάσεις και ενέργειες της Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν ανέφερε κάτι τέτοιο κατά την ένορκη κατάθεσή του ενώπιόν μας. Ενώ ο Αιτητής ενώπιόν μας υποστήριξε ότι επέστρεψε στην εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία στις 17/09/2013 και εργάστηκε μέχρι τις 04/10/2013, στις παραγράφους 22 και 23 των γενικών λόγων της αίτησής του σε διάσταση με τον πιο πάνω ισχυρισμό του αναφέρει ότι ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της Καθ' ης η Αίτηση 2 και του συζύγου της δεν μπορούσε πλέον να εργάζεται στην Εργοδότρια Εταιρεία και με το τέλος της προγραμματισμένης άδειας που έλαβε στις 09/09/2013 «θεωρεί ότι ήταν αδύνατο για τον ίδιο να επιστρέψει στην εργασία του» στην Εργοδότρια Εταιρεία «στην οποία υποβαλλόταν στην ως άνω συμπεριφορά επί καθημερινής βάσης και η οποία τον εξανάγκασε να παραιτηθεί» από την Εργοδότρια Εταιρεία και έτσι με επιστολή του ημερ.04/10/2013 γνωστοποίησε στην Καθ' ης η Αίτηση 2 το γεγονός του εξαναγκασμού του σε παραίτηση. Ενώ στο Τεκμήριο 9 η Καθ' ης η Αίτηση 2 παρατηρεί τον Αιτητή ότι κατά την ημερομηνία που γράφτηκε το εν λόγω Τεκμήριο είναι 25/09/2013 και ακόμα δεν επέστρεψε από την άδεια που πήρε στις 09/09/2013 χωρίς να ενημερώσει, ο Αιτητής στο Τεκμήριο 10 (το οποίο σύμφωνα με αυτόν ήταν το προσχέδιο της απάντησης που έγραψε σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η Αίτηση 2 που περιέχονται στο Τεκμήριο 9) δεν αντικρούει τον εν λόγω ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση
  3. Πέραν τούτου ενώ στο Τεκμήριο 10 ο Αιτητής αναφέρει το περιστατικό που σύμφωνα με αυτόν η Καθ' ης η Αίτηση 2 του είπε ότι δεν θα της μιλά και αυτός δεν θα μιλά με κανένα πελάτη, δεν αναφέρει το περιστατικό που ανέφερε ο Αιτητής στην κυρίως εξέτασή του ότι αυτός ρώτησε την Καθ' ης η Αίτηση 2 «αφού email και τηλέφωνα δεν μπορώ να πάρω τι θα κάνω όλη μέρα; θα κάθομαι σαν διακοσμητική γλάστρα;» και η Καθ' ης η Αίτηση 2 του απάντησε «ναι», γεγονός που μας ξενίζει. Παρατηρούμε ότι η εκδοχή που μας παρουσίασε ο Αιτητής με τη μαρτυρία του δεν αντικατοπτρίζεται στο περιεχόμενο των εγγράφων που αντηλλάγησαν μεταξύ του Αιτητή και των Καθ' ων η Αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 10 και το περιεχόμενό του παρατηρούμε κατ' αρχάς ότι αυτό δεν αποστάληκε στους Καθ' ων η Αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο. Περαιτέρω η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας σε σχέση με τον χρόνο που γράφτηκε δεν είναι, κατά τη γνώμη μας, αρκετή και ικανοποιητική ώστε να θεωρήσουμε ότι η εν λόγω επιστολή γράφτηκε στις 26/09/2013 ως ισχυρίστηκε ο Αιτητής. Δεν τέθηκε ενώπιόν μας μαρτυρία πραγματογνώμονα ή ειδικού στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που να δεικνύει ότι η εν λόγω επιστολή του Αιτητή είναι όντως το έγγραφο που αναφέρεται στην πρώτη σελίδα του εν λόγω Τεκμηρίου ότι γράφτηκε στις 26/09/2013 η ώρα 23.
  4. Η συνήγορος του Αιτητή επικαλέστηκε την απόφαση Ross v. Misra [2019] WL00164952 και μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 και να εξάγουμε συμπεράσματα που υποστηρίζουν την εκδοχή του Αιτητή. Τα περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης διαφέρουν από τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Στην εν λόγω υπόθεση (α) το προσχέδιο της επιστολής που κατατέθηκε στο Δικαστήριο δεν γράφτηκε από το πρόσωπο που την κατέθεσε προς υποστήριξη της εκδοχής του αλλά από τον αντίδικό του και (β) υπήρχε μαρτυρία σχετικά με το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε να γραφτεί το εν λόγω προσχέδιο, με το ότι τυπώθηκε και υπογράφηκε από το πρόσωπο που το έγραψε κατά τον ουσιώδη χρόνο και με το ότι το πρόσωπο που το έγραψε κατά τον ουσιώδη χρόνο είπε σε άλλο πρόσωπο ότι έγραφε μια σημαντική επιστολή[29]. Λόγω των πιο πάνω κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου 10 και να στηριχτούμε σε αυτό για εξαγωγή συμπερασμάτων που να στηρίζουν την εκδοχή του Αιτητή. Ενώ ο Αιτητής κατέθεσε ότι απουσίαζε με άδεια από την εργασία του από τις 09/09/2013 μέχρι τις 13/09/2013, δεν μας ανέφερε τι έπραξε στις 06/09/
  5. Παρατηρούμε ότι (α) το ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε στην Καθ' ης η Αίτηση 2 στις 06/09/2013 (Τεκμήριο 7) με το οποίο ενημερώνει για την προγραμματισμένη, σύμφωνα με αυτόν, απουσία του στάληκε η ώρα 8.38 π.μ. όχι από την ηλεκτρονική διεύθυνση που είχε ο Αιτητής στην Εργοδότρια Εταιρεία αλλά από μια άλλη ηλεκτρονική διεύθυνση του Αιτητή και (β) ο Αιτητής δεν απάντησε στο ηλεκτρονικό μήνυμα της Καθ' ης η Αίτηση 2 στο οποίο η Καθ' ης η Αίτηση 2 του αναφέρει ότι σήμερα είναι 06/09/2013 και αυτός δεν βρίσκεται στο γραφείο. Ενώ ο Αιτητής υποστήριξε ότι στις 28/08/2013 δεν πήγε στην εργασία του, παρατηρούμε ότι από τα Τεκμήρια που κατέθεσε ενώπιόν μας φαίνεται ότι στις 28/08/2013 απάντησε με ηλεκτρονικό μήνυμα η ώρα 12.35 μ.μ. (Τεκμήριο 6) από την ηλεκτρονική διεύθυνση της Εργοδότριας Εταιρείας στο ηλεκτρονικό μήνυμα της Καθ' ης η Αίτηση 2 το οποίο αποστάληκε η ώρα 11.22 π.μ. στις 28/08/2013 (Τεκμήριο 5). Ο Αιτητής κατά την αντεξέτασή του παραδέχτηκε ότι χρειαζόταν την έγκριση της Καθ' ης η Αίτηση 2 για να προβεί σε οποιεσδήποτε παραγγελίες προϊόντων και είπε ότι δεν ζήτησε την έγκριση της Καθ' ης η Αίτηση 2 σχετικά με την παραγγελία στην οποία προέβηκε τον Αύγουστο του 2013 (της οποίας δεν αποδέχτηκε το τιμολόγιο η Καθ' ης η Αίτηση 2) επειδή η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν του μιλούσε, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 σταμάτησε να του μιλά μετά το επεισόδιο στις 27/08/
  6. Δεν μας εξήγησε όμως γιατί δεν έστειλε γραπτό τηλεφωνικό μήνυμα (sms) στην Καθ' ης η Αίτηση 2 για την εν λόγω παραγγελία. Ενώ ο Αιτητής στην γραπτή δήλωσή του αναφέρει (γενικά και αόριστα) ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 αγόρασε δεκάκιλες σίκλες χλωρίνης triple action από την ίδια εταιρεία που αγόρασε αυτός στην ίδια συμφωνηθείσα τιμή, στα ηλεκτρονικά μηνύματα που απέστειλε κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω ο Αιτητής δεν αντέκρουσε κατά τον ουσιώδη χρόνο γραπτώς τις θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση 2 σχετικά με τη δημιουργία δεκάκιλων σίκλων χλωρίνης triple action ούτε ανέφερε ότι είχε ζητήσει να γίνουν δεκάκιλες σίκλων χλωρίνης triple action. Ακόμη ο Αιτητής δεν απάντησε στις κατηγορίες που του απέδιδε η Καθ' ης η Αίτηση 2 στις παραγράφους 2, 3 και 4 του Τεκμηρίου 6Α. Στην κυρίως εξέτασή του ο Αιτητής περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι δεν ήταν δική του αρμοδιότητα να κατασκευάσει τις δεκάκιλες σίκλες καθότι αυτό ήταν στις αρμοδιότητες του κ. Ονησιφόρου και ουδέποτε το είχε πράξει στο παρελθόν όταν παρουσιαζόταν τέτοια ανάγκη. Δεν μας ανέφερε όμως ποιος ήταν αρμόδιος και υπεύθυνος να δώσει οδηγίες στον κ. Ονησιφόρου να κατασκευάσει τις δεκάκιλες σίκλες όταν παρουσιαζόταν τέτοια ανάγκη. Κατά την αντεξέτασή του ερωτώμενος σχετικά, απάντησε ότι ο κ. Ονησιφόρου το έκανε αυτό για χρόνια για μικρές ποσότητες αλλά εκείνη τη χρονιά λόγω της μεγάλης ζήτησης δεν μπορούσε να το κάνει καθότι ήταν ανθυγιεινό και δεν δεχόταν κανένας υπάλληλος και κανένας εξωτερικός συνεργάτης να το πράξει. Στη συνέχεια όταν του υποβλήθηκε ότι αυτός έπρεπε κατά τον ουσιώδη χρόνο να δώσει στον κ. Ονησιφόρου τις σχετικές οδηγίες, αρχικά υπεκφεύγοντας απάντησε ότι είναι αντιφατικό να του υποβάλλεται από την μια ότι χρειάζεται την έγκριση της Καθ' ης η Αίτηση 2 για να «πειράξει» το απόθεμα και από την άλλη ότι μπορεί από μόνος του να προβεί σε ενέργειες όπως αυτή που επηρεάζει το απόθεμα των άλλων συσκευασιών και ακολούθως είπε ότι ζήτησε από τον κ. Ονησιφόρου να γίνουν δεκάκιλες σίκλες χλωρίνης αλλά λόγω δυσκολίας (των αναθυμιάσεων που προκαλούσε αυτή η διαδικασία) ο κ. Ονησιφόρου δεν μπορούσε να βρει άνθρωπο να το κάνει. Σημειώνουμε ότι κατά την αντεξέταση του κ. Ονησιφόρου η δικηγόρος του Αιτητή δεν υπέβαλε στον κ. Ονησιφόρου ότι τον Αύγουστο του 2013 ο Αιτητής του ζήτησε να κατασκευάσει δεκάκιλες σίκλες χλωρίνης triple action και αυτός είπε στον Αιτητή ότι αυτό δεν ήταν εφικτό. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι με το Τεκμήριο 5 η Καθ' ης η Αίτηση 2 τον παρέκαμψε εντελώς, ενώ στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα αναγράφεται ότι το προσωπικό δεν θα παίρνει οδηγίες από κανένα για το τι θα πωλούν και τι δεν θα πωλούν και σε ποιόν, εκτός από αυτήν και τον σύζυγό της. Δεν αντιληφθήκαμε πώς ο Αιτητής ως Υπεύθυνος Αγορών μπορούσε να εμπλέκεται στις αποφάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας για τις πωλήσεις. Ο Αιτητής στο Τεκμήριο 7 δεν αναφέρεται ρητά και ξεκάθαρα στο επεισόδιο που έλαβε χώρα στις 27/08/2013 ούτε παραπονείται για τη συμπεριφορά που, σύμφωνα με αυτόν, επέδειξαν προς το πρόσωπό του η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο σύζυγός της. Όταν του υποδείχτηκε το εν λόγω γεγονός από τη δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας, απάντησε με υπεκφυγή λέγοντας ότι αυτό ήταν το πρόβλημα ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο σύζυγός της έκαναν ότι δεν έγινε κάτι. Ο Αιτητής στο Τεκμήριο 7 περιορίζεται στο να αναφέρει μόνο ότι γράφει την εν λόγω επιστολή αναφορικά με τα δυσάρεστα θέματα και επεισόδια που δημιουργήθηκαν τις τελευταίες μέρες συνεπεία «της ασάφειας των αρμοδιοτήτων του» και ότι επειδή αντιλήφθηκε ότι μετά τα εν λόγω γεγονότα πως υπάρχουν ορισμένες αλλαγές στις αρμοδιότητες, υποχρεώσεις και καθήκοντά του ως Υπευθύνου Αγορών ζητά όπως διευκρινιστούν τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του και εισηγείται κάποιες αρμοδιότητες ώστε να απαντά αμέσως στους πελάτες και να μεγιστοποιήσει την απόδοσή του. Δεν διευκρινίζει ποιες ήταν οι αλλαγές στις αρμοδιότητές του. Κατά την αντεξέτασή του δεν έδωσε σαφείς απαντήσεις στις σχετικές ερωτήσεις που του έγιναν σε σχέση με την αλλαγή των καθηκόντων του αφού αρχικά είπε ότι προέβηκε σε αυτήν την ενέργεια καθότι λόγω έλλειψης επικοινωνίας με την Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν μπορούσε να εκτελέσει τα καθήκοντά του, στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι στο Τεκμήριο 7 ανέγραψε τις εισηγήσεις του για το ποια θεωρούσε αυτός ως καθήκοντά του λέγοντας ότι περίμενε αναγνώριση για την επίθεση που δέχτηκε ώστε να μπορεί να έχει φυσική επικοινωνία με όλους τους παράγοντες στον χώρο εργασίας του, ακολούθως είπε ότι στα ηλεκτρονικά μηνύματα που έστειλε η Καθ' ης η Αίτηση 2 του περιόρισε τις αρμοδιότητές του και την επικοινωνία του με τους πελάτες και τους εργοδοτουμένους της Εργοδότριας Εταιρείας (όπως σημειώσαμε και πιο πάνω από τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιόν μας δεν προκύπτει κάτι τέτοιο) και στο τέλος είπε ότι παραιτήθηκε από την εργασία του κυρίως λόγω του ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο σύζυγός της τον αγνοούσαν και δημιούργησαν μια όξινη ατμόσφαιρα στην οποία δεν ήταν εφικτή μια φυσιολογική επικοινωνία και στην οποία κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να εργάζεται ασχέτως αν υπήρχε συμφωνία στα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές του. Ενώ ο Αιτητής στη γραπτή δήλωσή του αναφέρει ότι με το Τεκμήριο 7 ζήτησε λίγες μέρες άδεια, από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 (στο οποίο δεν απάντησε ο Αιτητής) φαίνεται ότι ο Αιτητής με το Τεκμήριο 7 απλώς ανακοίνωσε στην Εργοδότρια Εταιρεία ότι θα απουσιάζει με προγραμματισμένη άδεια. Περαιτέρω ο Αιτητής κατά την κατάθεσή του παραπέμποντας στη φράση που χρησιμοποίησε η Καθ' ης η Αίτηση 2 στο Τεκμήριο 8 «.δεν μπορείς να θεωρείς τον εαυτό σου και σαν υπεύθυνο οποιουδήποτε πόστο» ισχυρίστηκε ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν επιθυμούσε την ειρηνική και λειτουργική συνύπαρξή τους και ότι τον απαξίωσε ολοκληρωτικά. Ο Αιτητής χρησιμοποιεί την εν λόγω φράση εντελώς αποσπασματικά ώστε να υποστηρίξει την εκδοχή του και αγνοεί το υπόλοιπο περιεχόμενο του μηνύματος της Καθ' ης η Αίτηση
  7. Η εν λόγω φράση χρησιμοποιήθηκε από την Καθ' ης η Αίτηση 2 αφού προηγουμένως η Καθ' ης η Αίτηση 2 παρατηρεί τον Αιτητή για τη μη τήρηση των διαδικασιών από αυτόν για λήψη άδειας απουσίας από την εργασία του και παράδοση των εκκρεμοτήτων του και συνδέεται με τις εν λόγω πράξεις του Αιτητή. Ενώ ο Αιτητής υποστήριξε ότι κατά την απουσία από την εργασία του τον Σεπτέμβριο του 2013 παρέδωσε τις εκκρεμότητες του στην κα Βασιλείου, δεν μας ανέφερε πότε και πώς έκανε αυτήν την παράδοση και περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι απάντησε στον ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση 2 ότι δεν παρέδωσε τις εκκρεμότητες του σε ένα έγγραφο που κατέθεσε ως Τεκμήριο. Ο Αιτητής κατά την προφορική μαρτυρία του δεν μας εξήγησε για ποιο λόγο οι παρατηρήσεις που του έγιναν με το Τεκμήριο 9 δεν ευσταθούν ή είναι υπερβολικές και περιορίστηκε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10, το οποίο για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω δεν μπορούμε να το λάβουμε υπόψη. Ερωτώμενος για ποιο λόγο τον ενόχλησε η φράση της Καθ' ης η Αίτηση 2 στο Τεκμήριο 9 ότι θα είναι σε επιτήρηση μέχρι να συμμορφωθεί αφού ένας εργοδότης έχει το δικαίωμα να επιβλέπει την εργασία των εργοδοτουμένων του, απάντησε ότι είναι μέρος της εργασιακής σχέσης η επιτήρηση του εργοδοτουμένου και αυτόν ανέκαθεν τον επιτηρούσε η Καθ' ης η Αίτηση 2 αλλά επειδή ήταν μέτοχος και συγγενής είχε διαφορετική αντιμετώπιση από τους άλλους εργοδοτουμένους της Εργοδότριας Εταιρείας ενώ ήταν τυπικός στην εργασία του και στο ωράριό του. Σημειώνουμε ότι δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε στοιχείο που να δεικνύει τη διαφορετική μεταχείριση που είχε αυτός ως εργοδοτούμενος της Εργοδότριας Εταιρείας. Θεωρούμε ότι οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία του Αιτητή πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του Αιτητή και ως εκ τούτου η μαρτυρία του Αιτητή δεν γίνεται αποδεχτή. Οι ισχυρισμοί των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας ότι (α) όταν η μητέρα του Αιτητή τον έδιωξε από το διαμέρισμά της η Καθ' ης η Αίτηση 2 του πρότεινε να μείνει σε δικό της διαμέρισμα ή σε διαμέρισμα αδελφικής εταιρείας της Εργοδότριας Εταιρείας δωρεάν, (β) ο Αιτητής ως μέτοχος είχε πρόσβαση σε όλους τους λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας, επί καθημερινής βάσης ζητούσε πλήρη ενημέρωση για τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας και έπαιρνε από την υπεύθυνη λογιστηρίου της Εργοδότριας Εταιρείας ότι στοιχεία ήθελε και μπορούσε να τα στείλει στη μητέρα του, (γ) ο Αιτητής είχε πρόσβαση στους λογαριασμούς της Εργοδότριας Εταιρείας αφού το λογισμικό πρόγραμμα που ήταν εγκατεστημένο στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Εργοδότριας Εταιρείας ήταν ανοικτό σε όλους τους χειριστές του, (δ) τον Αύγουστο του 2013 η μητέρα του Αιτητή απέστειλε στην Καθ' ης η Αίτηση 2 επιστολή με δικηγόρο, άλλη από το Τεκμήριο 2, με την οποία απειλούσε την Καθ' ης η Αίτηση 2 ότι θα την έπαιρνε δικαστήριο και θα ζητούσε αποζημιώσεις από αυτήν, (ε) όταν η Καθ' ης η Αίτηση 2 είπε στον Αιτητή ότι θα μπορούσε και αυτή να ζητήσει χρήματα για τα χρόνια που δούλευε στην Εργοδότρια Εταιρεία μόνο αυτή και η οικογένεια του Αιτητή απολάμβανε τα κέρδη χωρίς να προσφέρει κάτι, μιλούσε για τα προηγούμενα χρόνια που δεν εργαζόταν ο Αιτητής στην Εργοδότρια Εταιρεία, (στ) ο κ. Ονησιφόρου δεν ήταν παρών καθόλη τη διάρκεια της συνάντησης στις 27/08/2013 στο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση 2 αφού είχε αποχωρήσει για να απαντήσει σε ένα τηλεφώνημα και εισήλθε ξανά στο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση 2 όταν άκουσε τις φωνές του Αιτητή και του κ. Τζιακούρη και (ζ) ο κ. Ονησιφόρου ήταν αυτός που έβγαλε τον Αιτητή έξω από το γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση 2, δεν τέθηκαν στον Αιτητή κατά την αντεξέτασή του και προβλήθηκαν πρώτη φορά με τη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας στερώντας την ευκαιρία στον Αιτητή να απαντήσει στους εν λόγω ισχυρισμούς και να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη δική του εκδοχή σχετικά με τις εν λόγω θέσεις της Εργοδότριας Εταιρείας. Το εν λόγω γεγονός εκτός του ότι εξασθενεί τη βαρύτητα των εν λόγω θέσεων (Fredericou Schools Co ltd v. Acuac Inc [2002]1 (Γ) Α.Α.Δ.1527, Adidas v. The Jonitexo Ltd [1987] 1 CLR 383) μας δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με το αξιόπιστο των εν λόγω θέσεων. Παρατηρούμε ότι τόσο η μαρτυρία της Καθ' ης η Αίτηση 2 όσο και η μαρτυρία του κ. Τζιακούρη σχετικά με το επεισόδιο που έλαβε χώρα στις 27/08/2013 στο γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση 2 ήταν γενικόλογη αφού οι εν λόγω μάρτυρες δεν μας περιέγραψαν με λεπτομέρεια το πώς εκτυλίχθηκε το εν λόγω επεισόδιο αλλά περιορίστηκαν σε γενικές περιγραφικές αναφορές. Δεν μας ανέφεραν τι είπε ο Αιτητής στην Καθ' ης η Αίτηση 2 γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσιολογικό. Ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο κ. Τζιακούρης στην κυρίως εξέτασή τους ανέφεραν ότι ο κ. Τζιακούρης είπε στον Αιτητή ότι θα έπρεπε να ντρέπεται να μιλά έτσι στη θεία του, ο κ. Τζιακούρης κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι είπε στον Αιτητή «σεβασμός στη θεία σου». Η δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας σε διάσταση με τις θέσεις της Καθ' ης η Αίτηση 2 και του κ. Τζιακούρη υπέβαλε στον Αιτητή, κατά την αντεξέτασή του, ότι η αντίδραση του κ. Τζιακούρη προς αυτόν προκλήθηκε επειδή, πέραν του ότι κινήθηκε απειλητικά προς την Καθ' ης η Αίτηση 2, την είχε εξυβρίζει. Οι ισχυρισμοί της Καθ' ης η Αίτηση 2 και του κ. Τζιακούρη δεν επιβεβαιώθηκαν από την μαρτυρία του κ. Ονησιφόρου αφού ο κ. Ονησιφόρου είπε ότι δεν ήταν παρών όταν άρχισε το εν λόγω επεισόδιο, ότι μπήκε στο γραφείο όταν άκουσε φωνές και από τις δύο πλευρές (δεν μας είπε συγκεκριμένα τι άκουσε) και ότι μπήκε «στη μέση» του Αιτητή και του κ. Τζιακούρη και έβγαλε τον Αιτητή έξω. Δεν μας ανέφερε κατά πόσον ο Αιτητής εξύβριζε την Καθ' ης η Αίτηση 2 όταν αυτός τον έβγαλε από το γραφείο της Καθ' ης η Αίτηση
  8. Η Καθ' ης Αίτηση 2 στην κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι αν εντόπιζε λάθη, αδυναμίες, παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του από τον Αιτητή του έκανε παρατηρήσεις με φιλικό, ήρεμο και συμβουλευτικό τρόπο πράγμα που γινόταν σπάνια, ενώ κατά την αντεξέτασή της είπε ότι η πρώτη και μοναδική φορά που παρατήρησε τον Αιτητή ήταν στις 27/08/
  9. Περαιτέρω η Καθ' ης η Αίτηση 2 ισχυρίστηκε ότι στις 28/08/2013 απέστειλε τα Τεκμήρια 5 και 6Α με τα οποία έδινε οδηγίες στο προσωπικό για το τι θα έπρεπε στο εξής να πράττουν ώστε να μην επαναληφθούν παρόμοια λάθη και δεν γινόταν αναφορά στο όνομα του Αιτητή. Όμως στο Τεκμήριο 5 δεν περιέχονται μόνο οδηγίες αλλά γίνεται και νύξη για μη εξυπηρέτηση των πελατών «επειδή κάποιοι έτσι αποφάσισαν» και αναφορά στο ότι «με τις αποφάσεις που λήφθηκαν στην απουσία» της Καθ' ης η Αίτηση 2 και του συζύγου της έχει δημιουργηθεί πρόβλημα με ένα από τους καλύτερους πελάτες της Εργοδότριας Εταιρείας και στο Τεκμήριο 6Α η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν δίνει οδηγίες στο προσωπικό αλλά απαντά στο ηλεκτρονικό μήνυμα του Αιτητή Τεκμήριο 6 με το οποίο της απάντησε στο Τεκμήριο 5 και έμμεσα αποδίδει ευθύνες στον Αιτητή για τις ενέργειές του. Ερωτώμενη σχετικά κατά την αντεξέτασή της απάντησε με υπεκφυγές λέγοντας ότι δεν μπορεί να ξέρει τι κατάλαβαν οι υπαλλήλοι της Εργοδότριας Εταιρείας όταν έλαβαν το Τεκμήριο 6Α. Ο κ. Τζιακουρής ερωτώμενος για το Τεκμήριο 2 δεν απάντησε με ευθύτητα λέγοντας ότι δεν ξέρει αν η σύζυγός του έστειλε αυτό το μήνυμα γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσικό ενόψει του ότι για όλα τα άλλα ζητήματα που αφορούσαν τις σχέσεις της Καθ' ης η Αίτηση 2 με τον Αιτητή ισχυρίστηκε ότι είχε γνώση. Αρνητική εντύπωση για την αξιοπιστία του κ. Ονησιφόρου μας άφησε το γεγονός ότι ενώ ο κ. Ονησιφόρου ισχυρίστηκε ότι από ανέκαθεν κατασκεύαζαν σίκλες με χλωρίνη όταν ρωτήθηκε ποιοι υπαλλήλοι έκαναν μεταφορά της χλωρίνης από τη μια συσκευασία στην άλλη απάντησε ότι δεν θυμάται συγκεκριμένους υπαλλήλους. Βρίσκουμε ότι τα πιο πάνω συνιστούν ουσιαστικές αδυναμίες στη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας οι οποίες κλονίζουν την αξιοπιστία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας και ως εκ τούτου κρίνουμε ότι η προφορική μαρτυρία τους δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ευρημάτων γεγονότων. Συνακόλουθα η μαρτυρία όλων των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας δεν γίνεται αποδεκτή. Γ. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης είναι η κατάληξή μας ότι οι δύο πλευρές δεν έθεσαν ενώπιόν μας σαφή, ικανοποιητική και χωρίς ουσιαστικές αδυναμίες μαρτυρία στην οποία θα μπορούσαμε να στηριχτούμε με ασφάλεια για την εξαγωγή ευρημάτων σχετικά με τις συνθήκες που περιβάλλουν τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Λόγω της απόρριψης της προφορικής μαρτυρίας του Αιτητή και των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα γεγονότων στη βάση της εν λόγω μαρτυρίας και πιο συγκεκριμένα δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με το σύνολο των περιστάσεων της παρούσας εργατικής διαφοράς. Το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης θα αποτελούσαν τη βάση της κρίσης του Δικαστηρίου κατά πόσον η απόφαση του Αιτητή να υποβάλει παραίτηση τον Οκτώβριο του 2013 δικαιολογείτο εντός του πλαισίου του Νόμου και της Νομολογίας ως εξαναγκασμός σε παραίτηση του λόγω του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προέβηκε σε ενέργειες, είτε σκόπιμα και κακόπιστα είτε όχι, που έπλητταν το κλίμα πίστης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτής ως εργοδότη και του Αιτητή ως εργοδοτουμένου στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών του Αιτητή. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που τον βάρυνε να αποδείξει ότι υπό τις περιστάσεις και εντός του πραγματικού πλαισίου της υπόθεσης δικαιολογείτο να θεωρήσει ότι εξαναγκάζετο σε παραίτηση λόγω (α) αδικαιολόγητων και αβάσιμων παρατηρήσεων που του έγιναν στις 27/08/2013 και στις 28/08/2013 και/ή (β) του επεισοδίου που έλαβε χώρα στις 27/08/2013 και δη λόγω του ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 και ο σύζυγός της του συμπεριφέρθηκαν με τρόπο ασυμβίβαστο με το παραδεχτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη εργοδοτουμένου (με εξευτελιστικό και επιθετικό τρόπο) και/ή (γ) περιορισμού των εργασιακών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του και υποβάθμισης του εργασιακού του ρόλου και/ή (δ) του ότι οι προϊστάμενοί του τον αγνοούσαν και δεν του μιλούσαν και του συμπεριφέρονταν υποτιμητικά και αλαζονικά και/ή (ε) αδικαιολόγητων και αβάσιμων παρατηρήσεων που του έγιναν στις 06/09/2013 και στις 25/09/
  10. Τονίζουμε ότι σε σχέση με τις παρατηρήσεις που έγιναν τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 2013 ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι αυτές ήταν παράλογες, αβάσιμες, λανθασμένες και χωρίς ορθή αιτία. Το επόμενο ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι κατά πόσον στη βάση μόνο του περιεχομένου των Τεκμηρίων όπως αυτό προκύπτει από την όψη των εν λόγω Τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιόν μας (εκτός του Τεκμηρίου 10 στο περιεχόμενο του οποίου δεν προσδώσαμε οποιαδήποτε βαρύτητα) αποδεικνύεται ότι η συμπεριφορά της Εργοδότριας Εταιρείας ως εργοδότη προς τον Αιτητή ως εργοδοτούμενου ήταν απαράδεκτα προσβλητική και μειωτική και οι παρατηρήσεις στον Αιτητή, είτε από μόνες τους είτε σωρευτικά, ήταν δυσανάλογες των παραπτωμάτων που του αποδίδονταν και έγιναν με τρόπο με τον οποίο δεν επιδεικνυόταν ο αναγκαίος σεβασμός προς τον Αιτητή. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 5 παρατηρούμε ότι ενώ με αυτό δίνονται οδηγίες στο προσωπικό της Εργοδότριας Εταιρείας παράλληλα με τις οδηγίες σχολιάζονται αρνητικά κάποιες ενέργειες του Αιτητή με έμμεσο τρόπο. Σχετικά με το Τεκμήριο 6Α παρατηρούμε ότι με αυτό δίνονται απαντήσεις στις θέσεις του Αιτητή και δεν υπήρχε λόγος να σταλεί στο υπόλοιπο προσωπικό της Εργοδότριας Εταιρείας. Δεν προκύπτει όμως ότι το περιεχόμενο των δύο πιο πάνω Τεκμηρίων ήταν από μόνο του τόσο προσβλητικό και τόσο μειωτικό για τον Αιτητή που να βλάπτει την αναγκαία για την εργασιακή σχέση πίστη και εμπιστοσύνη. Κατά τη γνώμη μας το Τεκμήριο 8 παρά το έντονο ύφος που χρησιμοποιήθηκε σε αυτό δεν ξεφεύγει των πλαισίων του παραδεκτού ύφους και τρόπου παρατήρησης ενός εργοδοτουμένου. Τα ίδια ισχύουν και για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  11. Η γλώσσα και το ύφος του Τεκμηρίου 9 δεν μπορούν να θεωρηθούν ως υβριστικά ή υποτιμητικά για το πρόσωπο του Αιτητή. Ούτε η αναφορά ότι ο Αιτητής θα είναι υπό επιτήρηση μέχρι να συμμορφωθεί και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του θα εξεταστεί το ενδεχόμενο απομάκρυνσής του είναι υπό το φως του υπόλοιπου περιεχομένου του Τεκμηρίου 9 απαράδεκτα προσβλητική και μειωτική για τον Αιτητή. Δεν βρίσκουμε ότι οι παρατηρήσεις που περιέχονται στα εν λόγω Τεκμήρια ήταν δυσανάλογες των παραπτωμάτων που αποδίδονται με τα εν λόγω Τεκμήρια στον Αιτητή. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 δεν αποδείχτηκε από τον Αιτητή ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 δεν είχε δικαίωμα να μην το δεχτεί επειδή δεν ρωτήθηκε ούτε ότι το απέρριψε αδικαιολόγητα και αβάσιμα. Είμαστε της γνώμης ότι ούτε σωρευτικά οι πάνω πράξεις της Εργοδότριας Εταιρείας (η απόρριψη του Τεκμηρίου 3 και η αποστολή των Τεκμηρίων 5, 6Α, 8 και 9) μπορούν να θεωρηθούν υπό τις περιστάσεις ότι παραβίασαν τον εξυπακουόμενο όρο πίστης και εμπιστοσύνης. Είναι κατάληξή μας ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι τερμάτισε την εργοδότησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία εντός των πλαισίων του άρθρου 7 του Νόμου. Το γεγονός της αναξιοπιστίας των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την πιο πάνω κατάληξή μας αφού ενόψει του συμπεράσματος του Δικαστηρίου για την απόρριψη της μαρτυρίας του Αιτητή δεν υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω εξέταση ως προς το αξιόπιστο ή μη της εκδοχής της Εργοδότριας Εταιρείας. Σχετική αναφορά για το θέμα αυτό γίνεται στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 CLR 21[30] και Paphos Stone C.Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, Πολ. Έφεση Αρ. 361/2009 ημερ.3/7/2014, ECLI:CY:AD:2014:A457[31]. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνουμε ότι στην περίπτωση που κρινόταν ότι η συμπεριφορά της Εργοδότριας Εταιρείας προς τον Αιτητή κατά την περίοδο Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του 2013 συνιστούσε παράβαση του εξυπακουομένου όρου πίστης και εμπιστοσύνης, αυτή η παράβαση θα θεωρείτο τέτοιας μορφής και φύσης που δικαιολογεί συμπέρασμα ότι ήταν επαρκώς ουσιώδης ('of sufficient materiality') ώστε να δικαιολογεί την υποβολή από τον Αιτητή παραίτησης λόγω εξαναγκασμού. Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία του Αιτητή ότι ο λόγος παραίτησής του ήταν η εν λόγω συμπεριφορά της Εργοδότριας Εταιρείας και δεν τέθηκε ενώπιόν μας άλλη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι η παραίτηση του Αιτητή οφειλόταν σε κάποιο άλλο λόγο. Ως εκ τούτου θα καταλήγαμε ότι ο Αιτητής παραιτήθηκε από την εργασία του λόγω της κατ' ισχυρισμό συμπεριφοράς της Εργοδότριας Εταιρείας. Σημειώνουμε ότι η τελευταία ενέργεια της Εργοδότριας Εταιρείας η οποία σύμφωνα με τον Αιτητή προκάλεσε την παραίτησή του στις 04/10/2013 ήταν η αποστολή του Τεκμηρίου 9 στις 25/09/
  1. Υπό το φως των αρχών της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα της επιβεβαίωσης τις οποίες παραθέσαμε πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της τελευταίας πράξης της Εργοδότριας Εταιρείας, την περίοδο απασχόλησης του Αιτητή και την χρονική περίοδο που μεσολάβησε μεταξύ της αποστολής του Τεκμηρίου 9 και της παραίτησης του Αιτητή η άποψή μας θα ήταν ότι δεν μπορεί να συναχθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι ο Αιτητής με τη συμπεριφορά του εξυπακουόμενα επιβεβαίωσε τη σύμβαση εργασίας του και ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να παραιτηθεί επικαλούμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω οι αξιώσεις του Αιτητή για αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση και πληρωμή αντί προειδοποίησης απορρίπτονται. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Δεν θα επιδικάσουμε έξοδα καθότι η εκδοχή της Εργοδότριας Εταιρείας δεν έγινε αποδεκτή λόγω μη προσκόμισης αξιόπιστης μαρτυρίας από αυτήν. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Σ. Κωνσταντίνου, Μέλος Ι. Τσουρής, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στο σύγγραμμα St.D. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal", 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα 81 σημειώνεται ότι σε όλες τις περιπτώσεις η παράβαση όρου της σύμβασης εργοδότησης πρέπει να είναι αρκούντως σοβαρή για να θεωρείται ως συμπεριφορά που αποκηρύσσει τη σύμβαση εργοδότησης. ("The breach must be sufficiently serious to amount to a repudiation"). [2] St.D. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα
  2. [3] Courtaulds Northern Textiles Ltd v. Andrew [1979] IRLR
  3. [4] Καθότι παραβίαση του εξυπακουόμενου όρου για αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη θεωρείται ως θεμελιώδης παράβαση των όρων εργασίας που κλονίζει τα θεμέλια της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. Βλέπε Post Office v. Roberts [1980] IRLR 347, Woods v. W.M. Car Services (Petersborough ) Ltd [1981] ICR
  4. [5] Βλέπε επίσης Stevens v. University of Birmingham [2015] EWHC
  5. [6] Gogay v. Hertfordshire County Council [2000] IRLR
  6. [7]Στην υπόθεση BG plc v O' Brien [2001]IRLR 496 λέχθηκε ότι η απλώς παράλογη συμπεριφορά του εργοδότη δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει παράβαση του όρου της πίστης και εμπιστοσύνης. [8] Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση στην υπόθεση Bradbury v. BBC [2015] EWHC 1368 στην οποία αφού γίνεται μια σύνοψη των νομολογιακών αρχών σε σχέση με την παράβαση του πιο πάνω εξυπακουομένου όρου αναφέρθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με το κριτήριο της διαπίστωσης της παράβασης του εξυπακουόμενου όρου πίστης και εμπιστοσύνης: "The question is therefore whether, objectively, there has been a breach of the implied term. In my view, that objective assessment must be carried out in relation to the implied term read as a whole thus encompassing both elements of that term. Accordingly, the conduct must be such as, objectively, is calculated or likely to undermine the duty of trust and confidence and must be conduct for which there is, objectively, no reasonable and proper cause. Reasonableness, objectively judged, necessarily comes into establishing whether or not there has been a breach of the implied term. But this is not to apply, by the back door as it were, the "range of reasonable responses" test. It is not a question of establishing whether a particular cause of action is within the range of reasonable responses to the particular state of affairs and the situation the employer finds itself; rather, the question is whether the particular course of action is a reasonable and proper response to that state of affairs and situation in the context of the implied term so as to prevent what would otherwise be a breach of duty from being one......................reasonableness is one of tools in the employment tribunal's factual analysis kit for deciding whether there has been a fundamental breach......................the question whether the conduct of the employer which might otherwise give rise to a breach of the implied term is without reasonable and proper cause must take account of the particular state of affairs and the situation in which the employer finds itself; the conduct must be a response to that state of affairs and situation. It must be a response which resolves the tension, so far as is possible, between, on the one hand, the courses of conduct open to the employer to meet the situation which it faces and, on the other hand, acting in a way which does not cause undue detriment to the employee." [9] Garner v. Grange Furnishing Ltd [1977] IRLR 206 "Conduct amounting to a repudiation can be a series of small incidents over a period of time. If the conduct of the employer is making it impossible for the employee to go on working that is plainly a repudiation of the contract". Βλέπε επίσης την υπόθεση Woods v. W.M. Car Services ( Petersborough) Ltd [1981] ICR
  7. [10] Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018, Issue 270 edition, paragraph [480]: "The 'last straw' doctrine. Many of the constructive dismissal cases which arise from the undermining of trust and confidence will involve the employee leaving in response to a course of conduct carried on over a period of time. The particular incident which causes the employee to leave may in itself be insufficient to justify his taking that action, but when viewed against a background of such incidents it may be considered sufficient by the courts to warrant their treating the resignation as constructive dismissal. It may be the 'last straw' which causes the employee to terminate a deteriorating relationship." [11] Omilaju v. Waltham Forest London B.C [2005] ICR 481, Kaur v. Leeds Teaching Hospitals NHS Trust [2018] IRLR
  8. [12] Ο Lord Steyn στην υπόθεση Malikv. BCCI (πιο πάνω) σημείωσε ότι: "The conduct must , of course, impinge on the relationship in the sense that, looked at objectively , it is likely to destroy or seriously damage the degree of trust and confidence the employee is reasonably entitled to have in his employer. That requires one to look at all the circumstances.". Το Court of Appeal στην υπόθεση Tullett Prebon PLC v. BGC Brokers LP [2011] IRLR 420 τόνισε ότι το ζήτημα του κατά πόσο υπήρξε παράβαση του εξυπακουομένου όρου της πίστης και εμπιστοσύνης που δικαιολογεί εξαναγκασμό σε παραίτηση αποφασίζεται εξετάζοντας αντικειμενικά όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης από την πλευρά του λογικού προσώπου που βρίσκεται στη θέση του αθώου μέρους («.the legal test is whether, looking at all the circumstances objectively, that is from the perspective of a reasonable person in the position of the innocent party.»). [13] Στην απόφαση Post Office v. Roberts [1980] IRLR 347 το επιχείρημα των εργοδοτών ότι η παραβίαση πρέπει να είναι σκόπιμη και κακόπιστη για να συνιστά συμπεριφορά που δικαιολογεί εξαναγκασμό σε παραίτηση απορρίφθηκε και λέχθηκε ότι η συμπεριφορά πρέπει να είναι: ". such that its effect judged reasonably and sensibly is to disable the other party from properly carrying out its obligations. ". Στην απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Lewis v. Motorwolrd Garages Ltd [1986] ICR 157 αναφέρθηκαν τ' ακόλουθα: ".whether an employee had been entitled to terminate his contract of employment without notice by reason of the employer's conduct depended not upon whether the employer had intended the conduct to be repudiatory or could reasonably have believed that it would be accepted as such, but upon whether the employer's conduct, viewed objectively, evinced an intention no longer to be bound by the contract.". Στην Woods v. W.M. Car Services ( Petersborough ) Ltd [1981] ICR 666 λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα : "To constitute a breach of this implied term , it is not necessary to show that the employer intended the repudiation of the contract. The employment tribunal's function is to look at the employer' s conduct as a whole and to determine whether it is such that it is cumulative effect judged reasonably and sensibly is such that the employee cannot be expected to put up with." [14] "..it is only breached by acts or omissions which seriously damage or destroy the necessary trust and confidence. Both sides are expected to absorb lesser blows". [15] Palmanor Ltd v. Cedron [1978] ICR
  9. [16] Associated Tyre Specialists (Eastern ) Ltd v Warehouse [1976] IRLR
  10. [17] Στο σύγγραμμα St.D. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal", 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα 103 σημειώνονται τα εξής: " A further category of abusive conduct consists of cases an employee has been subjected to a sustained pattern of harassment by his or her employer. For example in Garner v. Grange Furnishing Ltd [1977] IRLR 206 an employee resigned after being treated badly for a sustained period by the employer in circumstances of some mutual friction. The EAT upheld the employment tribunal's finding of constructive dismissal commenting that a series of small incidents over a period of time can eventually amount to a repudiation. In such circumstances 'the employer is making it impossible for the employee to go on working for him.'" [18] BBC v Beckett [1983] IRLR 43, Cawley v. South Wales Electricity Board [1985] IRLR
  11. [19] Στο σύγγραμμα St.D. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal", 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα 100 αναφέρονται τα ακόλουθα: "In certain cases the employer's repudiatory conduct has involved a failure to perform specific positive obligations. Thus in Post Office v. Strange [1981] IRLR 515 a failure by the employer to provide the employee with the right of an appeal to an appropriate level with the disciplinary procedure was viewed as a clear failure to perform the contract and hence a repudiation entitling the employee to resign." [20] Στο σύγγραμμα St.D. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal", 3rd Edition, Butterworths Lexis Nexis, στη σελίδα 102 σημειώνονται τα εξής: "In some other cases certain critical remarks by the employer to the employee have been held to be sufficiently abusive in the circumstances to amount to a repudiation. As Lord Denning remarked in Wood's case a certain amount of trenchant criticism can reasonably be regarded as part of the day to day exchange between the employee and the employer. Yet there can come a point when the remarks in context can reach the point where they make continued employment intolerable for the employee and entitle him or her t

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.