← Κύπρος

Τ. Κ. ν. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αίτησης: 305/2015, 31/8/2022

Τ. Κ. ν. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Αίτησης: 305/2015, 31/8/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:15 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Χ. Ιωάννου ) Χ. Σόλου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 305/2015 Μεταξύ: Τ. Κ. Aιτητή και ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 31 Αυγούστου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κ. Κ. Αριστείδου Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Κωνσταντίνου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση («το ΤΕ.ΠΑ.Κ.») είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο ιδρύθηκε και λειτουργεί με βάση τις πρόνοιες του Περί Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου του 2003, Ν.198(Ι)/

  1. Ο ετήσιος προϋπολογισμός του ΤΕ.ΠΑ.Κ. ψηφίζεται και εγκρίνεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Το ΤΕ.ΠΑ.Κ. μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, με βάση τη νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία του, προκηρύσσει θέσεις για διορισμό σε αυτό, μεταξύ άλλων, ακαδημαϊκού προσωπικού και πιο συγκεκριμένα Διδακτικού Εκπαιδευτικού / Ερευνητικού Προσωπικού («ΔΕΠ»). Για πλήρωση θέσης ΔΕΠ ακολουθείται συγκεκριμένη διαδικασία που προβλέπεται στη νομοθεσία, πρωτογενή και δευτερογενή, που εφαρμόζεται στο ΤΕ.ΠΑ.Κ.. Πιο συγκεκριμένα, δημοσιεύεται σχετική προκήρυξη της θέσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αφού προηγουμένως για τη θέση δοθεί έγκριση από τα αρμόδια όργανα του κράτους και συμπεριληφθεί στον ετήσιο προϋπολογισμό του ΤΕ.ΠΑ.Κ.. Στις 24/10/2008 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δημοσιεύτηκε προκήρυξη κενής θέσης Ακαδημαϊκού Προσωπικού (Τεκμήριο 7) και πιο συγκεκριμένα θέση Καθηγητή ή Αναπληρωτή Καθηγητή ή Επίκουρου Καθηγητή ή Λέκτορα στην Ειδικότητα «Ψηφιακή Επεξεργασία Σήματος» στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογιών Πληροφορικής στη Σχολή Μηχανικής και Τεχνολογίας. Στην εν λόγω προκήρυξη αναγραφόταν ότι η Διοικούσα Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει την καταβολή ειδικού επιδόματος μέχρι του ποσού των €11.960,00 τον χρόνο σε όσους εκλέγονται στη θέση του Καθηγητή. Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για πλήρωση της εν λόγω θέσης. Για την πλήρωση της εν λόγω θέσης, συστάθηκε σύμφωνα με τον Ν.198(Ι)/2003, Εκλεκτορικό Σώμα το οποίο εξέτασε την αίτηση του Αιτητή. Το εν λόγω Εκλεκτορικό Σώμα εισηγήθηκε στη Διοικούσα Επιτροπή του ΤΕ.ΠΑ.Κ. όπως ο Αιτητής εκλεγεί για τη θέση του Καθηγητή στην ειδικότητα «Ψηφιακή Επεξεργασία Σήματος» στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Τεχνολογιών Πληροφορικής (βλ. Τεκμήριο 4 - Πρακτικά της συνεδρίας του Εκλεκτορικού Σώματος ημερ.30/11/2009). Στη 47η συνεδρία της η Διοικούσα Επιτροπή του ΤΕ.ΠΑ.Κ. στις 04/12/2009 επικύρωσε την εκλογή του Αιτητή και αποφάσισε να του προσφέρει διορισμό στη βαθμίδα του Καθηγητή. Στις 03/02/2010 αποστάλθηκε από το ΤΕ.ΠΑ.Κ. στον Αιτητή επιστολή (Τεκμήριο 1), με την οποία το ΤΕ.ΠΑ.Κ. του πρόσφερε διορισμό στη θέση του Καθηγητή με μηνιαίες ακαθάριστες απολαβές €6.258,84 και ετήσιο ειδικό επίδομα ύψους €11.960,
  2. Ο Αιτητής με επιστολή του ημερομηνίας 26/04/2010 αποδέχτηκε τον διορισμό στη θέση του Καθηγητή στην ειδικότητα «Ψηφιακή Επεξεργασία Σήματος» και από τον Ιούλιο του 2010 εργάζεται στο ΤΕ.ΠΑ.Κ. στην εν λόγω θέση. Το ετήσιο ειδικό επίδομα καταβαλλόταν στην Αιτητή από το ΤΕ.ΠΑ.Κ. σε δύο ισόποσες δόσεις ύψους €5.980,00 κατά τα τέλη των μηνών Ιουλίου και Δεκεμβρίου κάθε χρόνο από το 2010 και ως το 2012, με εξαίρεση το έτος 2012 όπου η πρώτη δόση του εν λόγω έτους του καταβλήθηκε τον μήνα Αύγουστο αντί τον Ιούλιο. Το εν λόγω ετήσιο ειδικό επίδομα προβλέφθηκε με σκοπό να συνιστά κίνητρο έλξης από το ΤΕ.ΠΑ.Κ. διακεκριμένων ακαδημαϊκών και προνοείτο κάθε χρόνο στους Περί Προϋπολογισμού του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμους μέχρι και το
  3. Στον Περί Προϋπολογισμού του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο του 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων διέγραψε τη σχετική πρόνοια που αφορούσε την καταβολή επιδόματος στο ακαδημαϊκό προσωπικό όπως επίσης έπραξε και με τον ανάλογο νόμο που αφορούσε το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Περαιτέρω οι μεταγενέστεροι νόμοι που ψηφίστηκαν από τη Βουλή σε σχέση με τους ετήσιους προϋπολογισμούς του ΤΕ.ΠΑ.Κ. δεν προέβλεπαν το εν λόγω επίδομα. Το ΤΕ.ΠΑ.Κ. από το 2013 και μετά δεν κατέβαλλε στον Αιτητή το ετήσιο επίδομα με δικαιολογία ότι επειδή δεν υπάρχει σχετική πρόνοια στους προϋπολογισμούς του που έχουν ψηφιστεί από τη Βουλή, έχει δέσμια υποχρέωση να εφαρμόσει τη νομοθεσία. Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση αξιώνει από το ΤΕ.ΠΑ.Κ. τα πιο κάτω: «(α)€11.960:-συμφωνηθέν ετήσιο ειδικό επίδομα για το έτος
  4. (β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο περί Προϋπολογισμού του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου του 2014 Νόμος του 2014 είναι αντισυνταγματικός ως παραβιάζων τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. (γ) Αποζημιώσεις για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. (δ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (ε) Οποιοδήποτε άλλο ωφέλημα δικαιούται ο Αιτητής βάσει νόμου, σύμβασης, πρακτικής, εθίμου ή άλλως πως. (ζ) Νόμιμο Τόκο. (η) Έξοδα της παρούσας Αίτησης, πλέον Φ.Π.Α., πλέον έξοδα επίδοσης». Ισχυρίζεται ότι επανειλημμένα ζήτησε από το ΤΕ.ΠΑ.Κ. να του καταβάλει το επίδομα για το 2013 και το 2014 αλλά το ΤΕ.ΠΑ.Κ. αρνήθηκε να το πράξει επικαλούμενο ότι το εν λόγω επίδομα δεν προβλέπεται πλέον στους σχετικούς νόμους που αφορούν τον προϋπολογισμό του. Λέγει ότι η αποκοπή του επιδόματος από τις ετήσιες απολαβές του κατά το έτος 2014 αποτελεί παράβαση της σύμβασης εργασίας του και/ή είναι παράνομη και/ή αντισυνταγματική «ως προερχόμενη από Νόμο και/ή Νόμους που προσκρούουν στα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος». Πιο συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι: «(α) Ο Νόμος του 2014 παραλείπει να περιλάβει πρόνοια για καταβολή Επιδόματος καθηγητή η οποία πρόνοια υπήρχε στον περί Προϋπολογισμού του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου του 2012 Νόμο του 2012 και/ή ο Νόμος του 2014 δεν καταργεί ρητώς, μολονότι αυθαίρετα εκ του αποτελέσματος, δια της μη συμπερίληψης πρόνοιας καταβολής επιδόματος καθηγητή, το Επίδομα το οποίο λάμβανε ο Αιτητής και το οποίο δικαιούται να λάβει βάσει της Σύμβασης Εργοδότησης του με τους Καθ' ων η Αίτηση. (β) Ο Νόμος του 2014, εκ του αποτελέσματος, επιβάλλει στέρηση του Επιδόματος του Αιτητή που είναι περιουσιακό στοιχείο και δικαίωμα και περαιτέρω παραβιάζει τη συμβατική σχέση και τους όρους εργοδότησης του Αιτητή στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση. Αντίκειται δε στα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος αντίστοιχα». Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Νόμος του 2014 δεν καταργεί το επίδομα ρητώς, αλλά παραλείπει να περιλάβει πρόνοια για την καταβολή του για το έτος 2014 και το ΤΕ.ΠΑ.Κ. οφείλει να εξεύρει πόρους για να καταβάλει το επίδομα στον Αιτητή. Το ΤΕ.ΠΑ.Κ. με το έγγραφο εμφάνισής του απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις. Κατ' αρχάς εγείρει προδικαστική ένσταση ότι ο Αιτητής εμποδίζεται να προωθήσει την παρούσα αίτηση καθ' ότι η αίτηση «προσκρούει» στις πρόνοιες του Άρθρου 146 του Συντάγματος και ότι ο Αιτητής δεν έχει απευθυνθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο για αναζήτηση οποιασδήποτε θεραπείας τυχόν επιθυμούσε σε σχέση με τους υπό αναφορά ισχυρισμούς στην αίτηση. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ») είναι αναρμόδιο να εκδικάσει τη συνταγματικότητα του Περί Προϋπολογισμών του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου του
  5. Επί της ουσίας ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής με τη συμπεριφορά του αποδέχτηκε τη μη καταβολή του ετήσιου επιδόματος και ότι ουδέποτε ο Αιτητής ζήτησε την καταβολή του εν λόγω επιδόματος. Ως εκ τούτου αιτείται απόρριψη της αίτησης με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Ο Αιτητής κατέθεσε ότι δεν υπογράφηκε άλλο έγγραφο ως συμφωνία εργοδότησης μεταξύ αυτού και του ΤΕ.ΠΑ.Κ. που να διέπει την απασχόλησή του στο ΤΕ.ΠΑ.Κ. και ότι οι όροι απασχόλησής του περιέχονταν στο Τεκμήριο
  6. Ισχυρίστηκε ότι ζήτησε επανειλημμένα από το ΤΕ.ΠΑ.Κ. να του καταβάλουν τα ποσά που του οφείλοντο ως συμφωνημένο ετήσιο ειδικό επίδομα σύμφωνα με τους όρους απασχόλησής του από το 2013 και μετά, αλλά το ΤΕ.ΠΑ.Κ. αρνήθηκε να το πράξει επικαλούμενο ότι το εν λόγω επίδομα δεν προνοείται στους Περί Προϋπολογισμού του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου που Νόμους από το 2013 και μετά. Είπε ότι η απαίτησή του με την παρούσα αίτηση αφορά συγκεκριμένο ποσό που του υποσχέθηκε το ΤΕ.ΠΑ.Κ. ως μέρος των απολαβών κατά την πρόσληψή του στην υπηρεσία του και που αποτέλεσε το σημαντικότερο στοιχείο για να αποδεχθεί την προσφορά για διορισμό στο ΤΕ.ΠΑ.Κ.. Ότι το εν λόγω ετήσιο ειδικό επίδομα ήταν συμφωνημένο χωρίς να εξαρτάται από οποιεσδήποτε προϋποθέσεις και ήταν ανεξάρτητο από τον μισθό του ο οποίος μισθός του μειώθηκε το 2013 όταν επιβλήθηκε μείωση στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων. Για το ΤΕ.ΠΑ.Κ. κατέθεσε ο κ. Π. Κ., δικηγόρος - Λειτουργός Νομικών Θεμάτων στο ΤΕ.ΠΑ.Κ.. Υποστήριξε ότι η πρόσληψη ακαδημαϊκών στο ΤΕ.ΠΑ.Κ. συνδέεται με το δημόσιο σκοπό του ΤΕ.ΠΑ.Κ. το οποίο στις διαδικασίες εκλογής / πρόσληψης ακαδημαϊκού προσώπου ακολουθεί τη σχετική νομοθεσία και τους σχετικούς κανονισμούς. Ήταν η θέση του ότι «ότι διέπει την έννομη σχέση μεταξύ του ΤΕ.ΠΑ.Κ. και μελών του ακαδημαϊκού προσωπικού του ΤΕ.ΠΑ.Κ. είναι ζήτημα δημοσίου δικαίου». Αν κάποιο μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού διαφωνεί με τις αποφάσεις ή τις ενέργειες του ΤΕ.ΠΑ.Κ. που αφορούν την απασχόλησή του στο ΤΕ.ΠΑ.Κ. μπορεί να προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Σημείωσε ότι κατά την πρόσληψη ακαδημαϊκών δεν γίνονται οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις σε σχέση με τους όρους εργοδότησης καθ' ότι αυτοί προβλέπονται μέσα από τον νόμο, τους κανονισμούς και το σχέδιο υπηρεσία της θέσης - προκήρυξη της θέσης. Είπε ότι από το 2013 το κονδύλι για το ετήσιο επίδομα απαλείφθηκε από τον προϋπολογισμό του ΤΕ.ΠΑ.Κ. μετά τη μη ψήφισή του από τη Βουλή και ότι το ΤΕ.ΠΑ.Κ. είχε δέσμια αρμοδιότητα να εφαρμόσει τις πρόνοιες του προϋπολογισμού δηλαδή το ΤΕ.ΠΑ.Κ. δεν μπορεί να αποδώσει ποσά που δεν προβλέπονται στον προϋπολογισμό του. Αντεξεταζόμενος είπε ότι όλη η σχέση απασχόλησης των μελών του ακαδημαϊκού προσωπικού με το ΤΕ.ΠΑ.Κ. είναι δημοσίου συμφέροντος και ότι στην προκειμένη περίπτωση η καταβολή του επιδόματος στους ακαδημαϊκούς εξυπηρετούσε δημόσιο σκοπό και δεν συνιστούσε πράξη διαχείρισης οικονομικού περιεχομένου του ΤΕ.ΠΑ.Κ.. Είπε ότι οι πρόνοιες των Περί Προϋπολογισμού του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμων από το 2013 δεν κρίθηκαν μέχρι σήμερα από κάποιο Δικαστήριο ως αντισυνταγματικοί. Αξιολογώντας την ενώπιόν μας μαρτυρία παρατηρούμε ότι η μαρτυρία του Αιτητή επί των γεγονότων που αφορούσαν την πρόσληψή του στο ΤΕ.ΠΑ.Κ. και την άρνηση του ΤΕ.ΠΑ.Κ. να του καταβάλει το ετήσιο ειδικό επίδομα δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του ΤΕ.ΠΑ.Κ.. Σημειώνουμε ότι ο Αιτητής δεν αμφισβήτησε ότι οι όροι απασχόλησής του που του προσφέρθηκαν από το ΤΕ.ΠΑ.Κ. βασίζονταν στη νομοθεσία και τους κανονισμούς που διέπουν τη λειτουργία του ΤΕ.ΠΑ.Κ. και το Σχέδιο Υπηρεσίας της θέσης για την οποία υπέβαλε αίτηση για πρόσληψη στο ΤΕ.ΠΑ.Κ.. Η εν λόγω μαρτυρία του Αιτητή γίνεται αποδεκτή ως αξιόπιστη καθότι δεν εντοπίσαμε οποιαδήποτε εγγενή αδυναμία σε αυτή και προβαίνουμε στα ανάλογα ευρήματα. Οι αναφορές του Αιτητή σε νομικά θέματα όπως η φύση της απαίτησής του με την παρούσα αίτηση θα αγνοηθεί από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του κ. Κ. αποτελείτο κυρίως από νομική επιχειρηματολογία σε σχέση με τη φύση της σχέσης του Αιτητή ως Μέλος του προσωπικού ΔΕΠ στο ΤΕ.ΠΑ.Κ. με το ΤΕ.ΠΑ.Κ. και τη φύση και τον σκοπό της καταβολής του ετήσιου ειδικού επιδόματος στους Καθηγητές του ΤΕ.ΠΑ.Κ. και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Το πρώτο ζήτημα που καλούμαστε να αποφασίσουμε είναι κατά πόσον το Δ.Ε.Δ. είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα να εξετάσει την παρούσα διαφορά ή όχι η οποία αφορά την μη καταβολή του ετήσιου ειδικού επιδόματος στον Αιτητή ο οποίος είναι διορισμένος Καθηγητής στο ΤΕ.ΠΑ.Κ. (το οποίο είναι οργανισμός δημοσίου δικαίου) μετά από διαδικασία εκλογής και κατόπιν αποδοχής εκ μέρους του γραπτής προσφοράς του ΤΕ.ΠΑ.Κ. για διορισμό του στην εν λόγω θέση, στην οποία προσφορά περιλαμβανόταν και το ετήσιο ειδικό επίδομα. Ο δικηγόρος του Αιτητή, ο οποίος κατά την ακροαματική διαδικασία δήλωσε ότι η πρόσληψη/διορισμός/εκλογή του Αιτητή στο ΤΕ.ΠΑ.Κ. είναι ζήτημα δημοσίου δικαίου σημειώνοντας όμως ότι η συμφωνία για καταβολή του ειδικού ετήσιου επιδόματος ήταν, κατά την άποψη του, θέμα ιδιωτικού δικαίου, με την αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι η παρούσα διαφορά είναι ιδιωτικής φύσεως επειδή ο Αιτητής δεν προσλήφθηκε στη Δημόσια Υπηρεσία από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας και η παρούσα διαφορά αφορά παράβαση της σύμβασης εργασίας του Αιτητή από το ΤΕ.ΠΑ.Κ. και όχι πράξη διορισμού. Υποστήριξε ότι η κατάργηση της καταβολής του ετήσιου ειδικού επιδόματος αφορούσε ιδιωτικό δικαίωμα του Αιτητή και όχι θέμα δημοσίου συμφέροντος ή σκοπού. Ο δικηγόρος του ΤΕ.ΠΑ.Κ. υποστήριξε ότι η παρούσα διαφορά εμπίπτει στο πεδίο του δημοσίου δικαίου και αρμόδιο για την εκδίκαση της είναι το Διοικητικό Δικαστήριο και όχι το Δ.Ε.Δ. καθότι (α) ο σκοπός του ΤΕ.ΠΑ.Κ. όπως αυτός προκύπτει από τη νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία του είναι δημόσιος και στις περιπτώσεις πρόσληψης ΔΕΠ το ΤΕ.ΠΑ.Κ. ενεργεί εξουσιαστικά ώστε να προάγει τον δημόσιο σκοπό του και (β) έχει νομολογηθεί ότι οι συντάξεις και τα επιδόματα δημοσίων υπαλλήλων εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος το Διοικητικό Δικαστήριο (και προηγουμένως το Ανώτατο Δικαστήριο) έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει για απόφαση, πράξη ή παράλειψη οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία «επί τω λόγω ότι αυτή είναι αντίθετος προς τας διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμον ή εγένετο καθ' υπέρβασιν ή κατάχρησιν της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις το όργανον ή την αρχήν ή το πρόσωπον τούτο». Στην απόφασή του στην υπόθεση ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ & ΑΛΛΟΙ [1991] 1 Α.Α.Δ.225 το Ανώτατο Δικαστήριο αναφερόμενο στη δικαιοδοσία που εμπίπτει εντός του Άρθρου 146 του Συντάγματος σημείωσε τις αρχές σχετικά με την εν λόγω δικαιοδοσία: «Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρ. 146, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Ο μόνος περιορισμός αφορά το πεδίο της λειτουργίας διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο εξυπακούεται από τη φύση της δικαιοδοσίας, κάτω από το άρθρο 146.
  7. Υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου μόνο αποφάσεις ή παραλείψεις της Διοίκησης στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα του δικαίου, εξηγείται στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Antoniou και Machlouzarides (Βλ. Antoniou and others v. Republic

(1984)3 C.L.R. 623. Machlouzarides v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2342).» Η Ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου στην απόφασή της στις συνεκδικασθείσες προσφυγές με αριθμό 5762/2013, 5673/2013, 5713/2013, 5714/2013, 5842/2013, 5862/2013 ΑΥΞΕΝΤΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ κ.α. ν. ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΛΟΓΙΣΤΗΡΙΑΣ ημερομηνίας 15/11/2016 συνόψισε τις νομολογιακές αρχές σχετικά με το πότε μια πράξη εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου ως ακολούθως: «Το κριτήριο αν πράξη εμπίπτει στη σφαίρα του δημόσιου ή του ιδιωτικού δικαίου, είναι ο σκοπός που επιδιώκεται με αυτήν. Αν πρωταρχικά επιδιώκεται η εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, τότε η πράξη είναι πράξη δημοσίου δικαίου. Αντίθετα, πράξεις που ρυθμίζουν ιδιωτικά δικαιώματα των πολιτών ανάγονται γενικά στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου, όπου επίσης κατατάσσονται και οι πράξεις που σχετίζονται με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του κράτους, καθώς και οι διαφορές μεταξύ του κράτους και των πολιτών, όπως οι συμβατικές και χρηματικές όταν το κράτος δεν ενεργεί ως imperium (βλέπε Ροτσίδης ν. Ρ.Ι.Κ.
(1998)4 Α.Α.Δ. 502). Σύμφωνα λοιπόν με την πάγια επί του θέματος νομολογία, το βασικό κριτήριο, προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσον μια πράξη εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου ή του ιδιωτικού δικαίου, είναι ο επιδιωκόμενος με την πράξη σκοπός. Εφόσον με την εκδιδόμενη υπό του διοικητικού οργάνου πράξη επιδιώκεται πρωταρχικά η εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, τότε η πράξη αυτή εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος (βλ. Tamasos Tobaco Supplies v. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 407 και MARIOS MACHLOUZARIDES v. Republic
(1985)3 Α.Α.Δ. 2342). Όπως λέχθηκε, μεταξύ άλλων, συναφώς στην Παντελής Ζέμπασιης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)3 Α.Α.Δ. 442: «Ο αποφασιστικός παράγων στο διαχωρισμό μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου συμφέροντος είναι η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης λειτουργίας, που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής. Όπου η λειτουργία του διοικητικού οργάνου έχει ως πρωταρχικό σκοπό την προαγωγή του δημόσιου σκοπού, ο σκοπός αυτός έχει θεωρηθεί ως χαρακτηριστικό πράξης ή απόφασης εντός της εννοίας του δημόσιου δικαίου (Valana v. Republic 3 R.S.C.C. 91)». Δημόσιος δε σκοπός είναι εκείνος, στην ευόδωση του οποίου, εξ' αντικειμένου, έχει συμφέρον το κοινό ή τμήμα του κοινού και αυτό συμβαίνει κατά κανόνα εφόσον η πράξη ανάγεται ή σχετίζεται με την επίτευξη των σκοπών ενός δημοσίου οργάνου (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882). Αντίθετα, πράξεις διοικητικών οργάνων που ανάγονται στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου είναι ουσιαστικά οι πράξεις με τις οποίες ρυθμίζονται και/ή εξυπηρετούνται ιδιωτικά δικαιώματα των πολιτών (βλ. Hellenic Bank v. Republic
(1994)3 C.L.R. 481).» Περαιτέρω το Διοικητικό Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκε στην κυπριακή νομολογία σχετικά με τις αποφάσεις δημόσιων οργάνων που αφορούν απολαβές, ωφελήματα, συντάξεις, ετήσιες άδειες και επιδόματα υπαλλήλων των οποίων η υπηρεσιακή τους κατάσταση με τον οργανισμό που τους απασχολεί ή απασχολούσε εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και σημείωσε τα πιο κάτω: «Το απορρέον εκ του νόμου δικαίωμα καταβολής απολαβών είναι δικαίωμα άρρηκτα συνδεδεμένο με τη θέση και την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου. Πρόκειται για αναφαίρετο δημόσιο δικαίωμα (βλέπε Παπαγιώργης ν. Α.Η.Κ.
(1996)3 Α.Α.Δ. 560), του οποίου η αναγνώριση και ο προσδιορισμός ανάγονται αποκλειστικά στο δημόσιο δίκαιο (Α.Η.Κ. ν. Φιλιαστίδη
(2003)3 Α.Α.Δ. 342, 346). Στην υπόθεση Α.Η.Κ. ν. Γεωργιάδη
(2004)3 Α.Α.Δ. 600, κρίθηκε, ότι όπου οι αποφάσεις που αφορούν συντάξεις και επιδόματα των δημοσίων υπαλλήλων εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Άρθρου 146 του Συντάγματος, το κατά πόσο ο υπάλληλος όταν προβάλλει την απαίτηση, εξακολουθεί να βρίσκεται εν ενεργεία ή όχι, δεν επηρεάζει τη δικαιοδοσία, αφού η αφυπηρέτηση δεν είναι στοιχείο που αλλοιώνει τη φύση της διαφοράς, που ήδη κρίνεται πως αποτελεί θέμα δημοσίου δικαίου.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι απολαβές, τα ωφελήματα και τα επιδόματα εργοδοτουμένων σε δημόσιους οργανισμούς, τους οποίους εργοδοτουμένους η απασχόλησή τους εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, είναι δημόσια δικαιώματα και ως εκ τούτου οποιαδήποτε σχετική απόφαση, πράξη η παράλειψη σχετικά με τις απολαβές, τα ωφελήματα και τα επιδόματα των εν λόγω εργοδοτουμένων εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Βάσει των πιο πάνω κρίνουμε ότι εφόσον η εργασιακή σχέση του Αιτητή με το ΤΕ.ΠΑ.Κ. εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου, η επίδικη διαφορά εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Άρθρου 146 του Συντάγματος για την οποία αρμοδιότητα έχει το Διοικητικό Δικαστήριο και δεν συνιστά διαφορά που αφορά ιδιωτική σύμβαση απασχόλησης που εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου[1]. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η προδικαστική ένσταση του ΤΕ.ΠΑ.Κ επιτυγχάνει και ότι το Δ.Ε.Δ. στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς. Σημειώνουμε ότι επειδή στις πρόνοιες του άρθρου 64Α του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60 το Διοικητικό Δικαστήριο δεν περιλαμβάνεται στα οριζόμενα ειδικά δικαστήρια στα οποία μπορεί να παραπεμφθεί μια υπόθεση από ένα άλλο Δικαστήριο (ειδικό ή Επαρχιακό) δεν έχουμε οποιαδήποτε εξουσία να παραπέμψουμε την παρούσα υπόθεση στο Διοικητικό Δικαστήριο[2]. Ως εκ τούτου η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Δικαστήριο. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω η αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό απορρίπτεται. Επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εις βάρος του Αιτητή €2.200 πλέον Φ.Π.Α.. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Χ. Ιωάννου, Μέλος Χ. Σόλου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η Ολομέλεια του Διοικητικού Δικαστηρίου στην Υπόθεση με αριθμό 6182/2013 ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΙΩΤΗ κ.α. ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ η οποία αφορούσε προσφυγή διορισμένων μελών του ακαδημαϊκού προσωπικού του καθ' ου η αίτηση το οποίο είναι πρόσωπο δημοσίου δικαίου για αποκοπή του ετήσιου ειδικού επιδόματος τους στις 28/12/2018 αποφάσισε ότι η επίδικη πράξη της εν λόγω αποκοπής εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Άρθρου 146 του Συντάγματος. [2] Βλέπε Πολ. Έφεση 184/2017 Σάββα v. Salamis Tours Ltd, ημερ.05/06/2018. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.