← Κύπρος

Μ. Α. κ.α. ν. FORUMFRONT LTD, Αρ. Αίτησης: 780/2014, 781/2014, 27/10/2022

Μ. Α. κ.α. ν. FORUMFRONT LTD, Αρ. Αίτησης: 780/2014, 781/2014, 27/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:18 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Μ. Πότσου ) Ν. Καλαθάς ) Μελών Συνενωμένες αιτήσεις με αρ. 780/14 και 781/14 Αρ. Αίτησης: 780/2014 Μ. Α. Αιτητής και FORUMFRONT LTD Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------------- Αρ. Αίτησης: 781/2014 Θ. Π. Αιτητής και FORUMFRONT LTD Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή στην Αίτηση Αρ.780/2014: κα Φ. Νικολάου Για Αιτητή στην Αίτηση Αρ.781/2014: κ. Χρ. Θεοδότου Για Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Σιαμούτη Για Ταμείο Πλεονασμού, ως αναγκαίος διάδικος: κ. Γ. Αθανασιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και λειτουργούν και διαχειρίζονται το νυχτερινό κέντρο διασκέδασης «Monte Caputo» στη Λεμεσό. Οι Αιτητές εργάζονταν στο Monte Caputo ως μουσικοί και ήταν μέλη της ορχήστρας του εν λόγω κέντρου. Στις 14/10/2013 η απασχόληση των Αιτητών στο Monte Caputo τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία αμέσως χωρίς προειδοποίηση. Η Εργοδότρια Εταιρεία την εν λόγω ημερομηνία παρέδωσε στους Αιτητές επιστολές απόλυσης οι οποίες είχαν πανομοιότυπο περιεχόμενο (Τεκμήρια 1Α και 1Β), το οποίο παραθέτουμε πιο κάτω: «Σας ενημερώνω γραπτώς ότι λόγω κρίσης η διεύθυνση του Μόντε Καπούτο δίνει την δυνατότητα στους πελάτες της για επιλογή ορχήστρας ή DJ ούτως ώστε να έχουν κάποια μείωση στο συνολικό κόστος του γάμου. Ως εκ τούτου οι περισσότεροι πελάτες επιλέγουν να φέρουν την δική τους ορχήστρα ή DJ για να επωφεληθούν αυτήν την έκπτωση. Η εταιρεία δυστυχώς δεν έχει άλλη επιλογή από το να τερματίσει την απασχόλησή σας με ισχύ 14 Οκτωβρίου

  1. Η Forumfront Ltd σας έχει ήδη καταβάλει τις άδειες για το έτος 2012 και 2013 που δικαιούστε. Σας ευχαριστούμε για τις υπηρεσίες που προσφέρατε στην εταιρεία μέχρι σήμερα και σας ευχόμαστε κάθε επιτυχία στο μέλλον.» Τον Σεπτέμβριο του 2014 οι Αιτητές παρέλαβαν από μια επιταγή από την Εργοδότρια Εταιρεία και υπέγραψαν ένα έντυπο της Εργοδότριας Εταιρείας το οποίο έφερε τίτλο «Υπεύθυνη δήλωση» (Τεκμήρια 2Α και 2Β) και σε αυτό αναγραφόταν ότι παρέλαβαν τις εν λόγω επιταγές «που αφορούσαν διευθέτηση ετήσιας άδειας για τα έτη 2012 και 2013». Οι Αιτητές καταχώρησαν τις υπό κρίση αιτήσεις στις 26/09/
  2. Ο Αιτητής στην αίτηση αρ.780/14 (ο Αιτητής 1) στους γενικούς λόγους της αίτησής του ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας την 01/03/2002 και ότι στις 14/10/2013 η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόλησή του μονομερώς, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς νόμιμο λόγο. Ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσής του λάμβανε μισθό €976,00 μηνιαίως, πλέον έξτρα επιδόματα, πλέον 13ο και 14ο μισθό. Ότι το 2012 και το 2013 η Εργοδότρια Εταιρεία δεν του κατέβαλε τον 13ο μισθό του. Ως εκ τούτου αξιώνει πληρωμή αντί προειδοποίησης, αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, 13ο μισθό για τα έτη 2012 και 2013, νόμιμους τόκους, έξοδα και ΦΠΑ. Ο Αιτητής στην αίτηση αρ.781/14 (ο Αιτητής 2) στους γενικούς λόγους της αίτησής του ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας την 01/02/2009 και ότι στις 14/10/2013 η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόλησή του μονομερώς, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς νόμιμο λόγο. Ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσής του λάμβανε μισθό €976,00 μηνιαίως, πλέον έξτρα επιδόματα, πλέον 13ο και 14ο μισθό. Ότι το 2012 και το 2013 η Εργοδότρια Εταιρεία δεν του κατέβαλε τον 13ο μισθό του και ότι από το 2009 μέχρι το 2014 η Εργοδότρια Εταιρεία δεν του πλήρωσε τις οφειλόμενες σε αυτόν ετήσιες άδειες. Ως εκ τούτου αξιώνει πληρωμή αντί προειδοποίησης, αποζημίωση για παράνομη απόλυση, 13ο μισθό για το 2012 και 2013, αποζημίωση «έναντι αδειών για τα έτη» 2009-
  3. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τα έγγραφα εμφάνισής της απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις. Στους γενικούς λόγους των εγγράφων εμφάνισής της (α) παραδέχεται τις ημερομηνίες πρόσληψης των Αιτητών και (β) ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε διάφορες εκδηλώσεις που διεξάγονταν στον χώρο του κέντρου της Εργοδότριας Εταιρείας επί τη βάση μερικής απασχόλησης, «ήτοι, κατόπιν ειδοποιήσεως» εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας «οι Αιτητές καλούντο να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε συγκεκριμένες εκδηλώσεις». Αρνείται ότι οι Αιτητές λάμβαναν σταθερό μηνιαίο μισθό και είναι η θέση της ότι ο μισθός των Αιτητών καθοριζόταν αποκλειστικά κατ' αναλογία και σε συνάρτηση με τις διάφορες εκδηλώσεις στις οποίες καλούνταν από αυτήν να συμμετάσχουν. Ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης των Αιτητών υπήρχαν περίοδοι που δεν διεξάγονταν εκδηλώσεις και γι' αυτό τον λόγο εκείνες τις περιόδους οι Αιτητές δεν εργάζονταν και δεν λάμβαναν αντιμισθία. Είναι η θέση της ότι οποιαδήποτε έξτρα επιδόματα και/ή ο 13ος μισθός και/ή όλα τα οφειλόμενα ποσά για ετήσιες άδειες έχουν καταβληθεί στους Αιτητές. Ότι οι Αιτητές δεν λάμβαναν 14ο μισθό. Ισχυρίζεται ότι η απόλυση των Αιτητών ήταν νόμιμη και δικαιολογημένη καθότι ήταν οικονομικής φύσεως. Πιο συγκεκριμένα, επειδή η επιχείρησή της είχε οικονομικές δυσκολίες, αποφάσισε να προσαρμόσει την πολιτική της ανάλογα με τις ανάγκες των πελατών της, δίνοντας το δικαίωμα στους πελάτες της να επιλέγουν για τις εκδηλώσεις τους τη δική τους ορχήστρα και/ή DJ, μειώνοντας έτσι το κόστος της εκδήλωσης τόσο για τους πελάτες όσο και γι' αυτήν. Είναι η θέση της ότι επειδή η εργασία των Αιτητών σε αυτή δεν ήταν συνεχής δεν είχε υποχρέωση να δώσει σε αυτούς προειδοποίηση τερματισμού της υπηρεσίας τους. Ως εκ τούτου, αιτείται απόρριψη των αιτήσεων με έξοδα υπέρ της. Ενόψει των προβληθέντων ισχυρισμών από την Εργοδότρια Εταιρεία, το Ταμείο Πλεονασμού («το Ταμείο») κλήθηκε από το Δικαστήριο ως αναγκαίος διάδικος στη διαδικασία. Το Ταμείο καταχώρησε έγγραφα εμφάνισης, στους γενικούς λόγους των οποίων αναφέρει ότι (α) οι Αιτητές δεν υπέβαλαν αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού και (β) οι Αιτητές δεν είχαν απασχόληση 104 εβδομάδων στην Εργοδότρια Εταιρεία καθ' ότι για όλες τις εβδομάδες απασχόλησής τους στην Εργοδότρια Εταιρεία απασχολούνταν κάτω από 18 ώρες εβδομαδιαίως. Ισχυρίζεται ότι η τελευταία συνεχής περίοδος απασχόλησης στην Εργοδότρια Εταιρεία για τον Αιτητή 1 ήταν από 07/05/2005 μέχρι 31/12/2013 ενώ για τον Αιτητή 2 ήταν από 01/09/2009 μέχρι 30/11/
  4. Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε οι αξιώσεις των Αιτητών για 13ο μισθό αποτελούν αυτοτελείς αξιώσεις που στηρίζονται στους κατ' ισχυρισμό όρους της σύμβασης εργασίας που είχαν με την Εργοδότρια Εταιρεία. Αφορούν δικαιώματα των Αιτητών και υποχρεώσεις της Εργοδότριας Εταιρείας που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της απασχόλησης των Αιτητών στην Εργοδότρια Εταιρεία και είναι άσχετα με τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») δυνάμει της παραγράφου (ε) του άρθρου 12

(1)του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου 1967, Ν.8/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Σημειώνουμε ότι στο άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα[1], προνοούνται τα ακόλουθα: «12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για το πλεονάζων προσωπικό.» Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη όμως το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αναλλοίωτο και ο αιτητής/η αιτήτρια μπορεί να το διεκδικήσει με άλλο τρόπο. Το αγώγιμο δικαίωμα ενός εργοδοτουμένου να αξιώνει οφειλόμενη δεδουλευμένη αμοιβή ανακύπτει την ημερομηνία που αυτή η αμοιβή είναι πληρωτέα και απαιτητή σύμφωνα με τους όρους εργασίας του εργοδοτουμένου. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος πληρώνεται μηνιαίως, αν δεν υπάρχει άλλη συγκεκριμένη πρόνοια στη σύμβαση εργασίας για το πότε πληρώνονται οι άλλες αμοιβές, τότε όλες οι δεδουλευμένες αμοιβές είναι πληρωτέες κατά το τέλος του κάθε μήνα που εργάστηκε ο εργοδοτούμενος με εξαίρεση την περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου όπου εκεί θεωρείται ότι η ημερομηνία που είναι πληρωτέα τα δεδουλευμένα του μήνα εντός του οποίου τερματίστηκε η απασχόληση του εργοδοτουμένου είναι η ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου (βλ. Π. Γεωργίου v. Ironhold Estates Ltd
(2007)1B A.A.Δ. 1051). Δηλαδή το αγώγιμο δικαίωμα για κάθε οφειλόμενο δεδουλευμένο μηναίο μισθό και κάθε οφειλόμενη δεδουλευμένη αμοιβή ανακύπτει το τέλος του μήνα για τον οποίον θα καταβαλλόταν ο μηνιαίος μισθός και για τυχόν 13ο μισθό κατά το τέλος του έτους για το οποίο θα καταβαλλόταν ο εν λόγω 13ος μισθός με εξαίρεση την περίπτωση που τερματίστηκε η εργοδότηση του εργοδοτουμένου, όπου εκεί το αγώγιμο δικαίωμα για αναλογία 13ου μισθού ανακύπτει την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου Στην παρούσα υπόθεση, το χρονικό σημείο έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας καταχώρησης αίτησης εργατικής διαφοράς είναι αυτό της ημερομηνίας γένεσης των αγώγιμων δικαιωμάτων των Αιτητών. Το αγώγιμο δικαίωμα για πληρωμή 13ου μισθού ανέκυψε την ημερομηνία που αυτός ήταν πληρωτέος και απαιτητός, δηλαδή τον Δεκέμβριο του έτους για τον οποίο ήταν πληρωτέος και στην περίπτωση του τελευταίου έτους κατά την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών. Με βάση τα πιο πάνω οι αξιώσεις των Αιτητών που αφορούν τον 13ο μισθό για το 2012 έχουν καταχωρηθεί εκτός των χρονικών πλαισίων που καθορίζει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/
  1. Ως εκ τούτου τα αγώγιμα δικαιώματα των Αιτητών που στηρίζουν τις εν λόγω αξιώσεις τους είναι παραγραμμένα. Συνακόλουθα το Δ.Ε.Δ. δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση υπέρ των Αιτητών αναφορικά με τις αξιώσεις που αφορούν τον 13ο μισθό για το
  2. Εκδίδεται διάταγμα αναστολής της παρούσας διαδικασίας όσον αφορά τις πιο πάνω αναφερόμενες αξιώσεις των Αιτητών. Βάρος Απόδειξης Α. Αξιώσεις για 13ο μισθό για τα έτη 2012 και 2013 Σε ότι αφορά τις πιο πάνω αξιώσεις των Αιτητών με βάση τις πρόνοιες του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007, Ν.35(Ι)/2007 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα που προβλέπουν ότι το βάρος απόδειξης της καταβολής των μισθών το φέρουν οι εργοδότες, η Εργοδότρια Εταιρεία φέρει το βάρος απόδειξης της καταβολής των 13ων μισθών στους Αιτητές ή του νόμιμου λόγου μη καταβολής τους. Β . Αξίωση του Αιτητή 2 για οφειλόμενη ετήσια άδεια Ο Αιτητής 2 έχει το βάρος απόδειξης της εν λόγω αξίωσής του. Γ. Τερματισμός της εργασιακής σχέσης Το άρθρο 3
(1)του περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») προβλέπει ότι: «3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:» Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη τεκμαίρεται ότι έγινε αδικαιολόγητα και παράνομα (″..... ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρο 5 εκτιθεμένων λόγων″) εκτός αν ο εργοδότης αποδείξει ότι αυτός έγινε για ένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου (οι οποίοι λόγοι καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου). Σημειώνουμε ότι με το εδάφιο (β) του άρθρου 5 του Νόμου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης λόγω πλεονασμού σύμφωνα με το άρθρο 18 του Νόμου. Στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών έγινε νόμιμα για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στις παραγράφους του άρθρου 5 του Νόμου. Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία θα πρέπει να αποδείξει ότι ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών με βάση τους λόγους που προβάλλει στα έγγραφα εμφάνισής της, ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος με συνέπεια να μην παρέχεται στους Αιτητές το δικαίωμα αποζημίωσης και/ή το δικαίωμα πληρωμής αντί προειδοποίησης. Μαρτυρία Πρώτος μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ο διευθυντής της, ο κ. Κώστας Κύρκος, ο οποίος κατέθεσε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία συνεργαζόταν με τους Αιτητές στο πλαίσιο προφορικής συμφωνίας εργοδότησης και ότι οι Αιτητές εργάζονταν ως μέλη της ορχήστρας σε εκδηλώσεις οι οποίες διοργανώνονταν στο Monte Caputo. Υποστήριξε ότι οι Αιτητές προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως μουσικοί - μέλη της ορχήστρας του Monte Caputo σε εκδηλώσεις που διεξάγονταν στο Monte Caputo «επί τη βάση μερικής απασχόλησης, ήτοι κατόπιν ειδοποίησης από την Εργοδότρια Εταιρεία». Ότι οι Αιτητές δεν είχαν αποκλειστική εργασία στην Εργοδότρια Εταιρεία, αλλά εργάζονταν όποτε υπήρχε ανάγκη και ενημερώνονταν έγκαιρα για να διευθετήσουν τις άλλες τους εργασίες. Ότι κατά το 2012 οι Αιτητές προσέφεραν τις υπηρεσίες τους σε 27 εκδηλώσεις, ενώ κατά το 2013 σε 32 εκδηλώσεις. Ισχυρίστηκε ότι ο μισθός των Αιτητών δεν ήταν σταθερός καθότι κυμαινόταν ανάλογα με τις εκδηλώσεις στις οποίες παρουσιαζόταν η ορχήστρα στο Monte Caputo, αφού ο μισθός τους καθοριζόταν κατ' αναλογία και σε συνάρτηση με τις διάφορες εκδηλώσεις στις οποίες καλούνταν από την Εργοδότρια Εταιρεία ως μουσικοί να λάβουν μέρος. Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης του κατέθεσε ως Τεκμήρια 3Α και 3Β αντίγραφα των καταστάσεων πληρωμών των μηνιαίων απολαβών των Αιτητών για το έτος 2013, ως Τεκμήρια 4 και 5 καταστάσεις που ετοίμασε το λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας βάσει των οποίων υπολογίστηκαν οι οφειλόμενες στους Αιτητές ετήσιες άδειες για τα έτη 2012 και 2013 και ως Τεκμήριο 6 αντίγραφα των δηλώσεων της Εργοδότριας Εταιρείας στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων σε σχέση με τους μισθούς των εργοδοτούμενών της για τα έτη 2010-
  1. Ήταν η θέση του ότι τα μέλη της ορχήστρας του Monte Caputo δεν λάμβαναν 13ο μισθό και ότι οι Αιτητές ουδέποτε έλαβαν από την Εργοδότρια Εταιρεία 13ο μισθό. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι αρχικά η Εργοδότρια Εταιρεία προσέφερε στους πελάτες που ήθελαν να διοργανώσουν εκδήλωση στο Monte Caputo πακέτο στην τιμή του οποίου συμπεριλαμβανόταν και η ορχήστρα του Monte Caputo. Ότι με την πάροδο του χρόνου αρκετοί πελάτες προτιμούσαν άλλη ορχήστρα ή DJ. Ότι το κόστος για τον DJ ή την άλλη ορχήστρα το επωμίζονταν οι πελάτες, οι οποίοι από το 2013 απαιτούσαν να τους γίνει έκπτωση στην τιμή στην περίπτωση που δεν χρησιμοποιούσαν την ορχήστρα του Monte Caputo. Ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Εργοδότρια Εταιρεία να αλλάξει την πολιτική της και να προσφέρει στους πελάτες της την επιλογή να φέρουν αυτοί ορχήστρα ή DJ. Ισχυρίστηκε ότι το 2013 η Εργοδότρια Εταιρεία άλλαξε τα πρότυπα των συμβολαίων που υπέγραφε με τους πελάτες της σχετικά με τη διοργάνωση εκδηλώσεων στο Monte Caputo και κατέθεσε ως Τεκμήριο 5Α ένα μη συμπληρωμένο έντυπο με τον τίτλο «Συμφωνητικό Έγγραφο Τελικού Αριθμού Ατόμων», στο οποίο δεν γινόταν αναφορά για ορχήστρα και ως Τεκμήριο 5Β ένα μη συμπληρωμένο έντυπο με τον ίδιο τίτλο, στο οποίο γινόταν αναφορά στην ορχήστρα και αναγράφονταν τρεις επιλογές («Υπό Ευθύνη Monte Caputo», «Υπό Ευθύνη Πελάτη» και «DJ Monte Caputo»). Ήταν η θέση του ότι το 2013 σχεδόν όλα τα συμβόλαια τα οποία κλείνονταν για το 2014 ζητούσαν την αφαίρεση του κόστους της ορχήστρας. Ότι γι' αυτόν τον λόγο η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε την απασχόληση των Αιτητών. Υποστήριξε ότι από τον Σεπτέμβριο του 2013 οι Αιτητές έλαβαν τις άδειες που δικαιούνταν με βάση τις ώρες που εργάστηκαν στο Monte Caputo. Ήταν ισχυρισμός του ότι οι Αιτητές εργάζονταν στο Monte Caputo λιγότερο από 20 ώρες την εβδομάδα και δεν είχαν ποτέ συνεχόμενη εργοδότηση αφού για κάποιους μήνες του χρόνου, για αρκετές εβδομάδες, δεν γίνονταν εκδηλώσεις. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο του Ταμείου, ο κ. Κ. είπε ότι στην πλειοψηφία τους οι εκδηλώσεις που γίνονταν στο Monte Caputo ήταν γάμοι, οι οποίοι γίνονταν Σαββατοκύριακα και διαρκούσαν από τις 9:00μ.μ. μέχρι τις 2:00π.μ.. Ότι οι Αιτητές πληρώνονταν ένα συγκεκριμένο ημερομίσθιο για κάθε εκδήλωση που συμμετείχαν. Ότι η εργασία τους σε κάθε εκδήλωση διαρκούσε πέντε με έξι (5-6) ώρες. Ότι το Monte Caputo συνήθως την εβδομάδα είχε μία ή δύο (1-2) εκδηλώσεις και κάποιες περιόδους δεν είχε ούτε μια εκδήλωση την εβδομάδα. Αντεξεταζόμενος από τη δικηγόρο των Αιτητών (τότε η δικηγόρος του Αιτητή 1 εκπροσωπούσε και τον Αιτητή 2), είπε ότι οι Αιτητές πληρώνονταν μηνιαίως με επιταγή, ανάλογα με τις εκδηλώσεις που εργάστηκαν. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 13, το οποίο είναι μια βεβαίωση η οποία υπογράφεται από τον τότε διευθυντή του Monte Caputo και φέρει ημερομηνία 24/01/2011 και στην οποία αναγράφεται ότι ο Αιτητής εργάζεται στο Monte Caputo ως μουσικός με μηναίο μισθό €976,00, είπε ότι δεν έχει υπόψη του το εν λόγω έγγραφο, ότι δεν γνωρίζει υπό ποιες συνθήκες υπογράφτηκε και δόθηκε στον Αιτητή 1, ότι υπολογίζει ότι μπορεί να δόθηκε για σκοπούς δανειοδότησης του Αιτητή 1 και ότι υποθέτει ότι το ποσό των €976,00 υπολογίστηκε αφού «διαίρεσαν» τις συνολικές ετήσιες απολαβές που έλαβε ο Αιτητής 1 τον προηγούμενο χρόνο δια
  2. Απέρριψε υποβολές ότι οι Αιτητές λάμβαναν περισσότερα ποσά ως απολαβές από αυτά που δήλωνε η Εργοδότρια Εταιρεία στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και στον Φόρο Εισοδήματος. Είπε ότι το 2013 μειώθηκαν πολύ οι ανάγκες του Monte Caputo για χρήση της δικής του ορχήστρας σε εκδηλώσεις που διοργανώνονταν στον χώρο του καθότι οι περισσότεροι γάμοι γίνονταν με DJ. Είπε ότι το Monte Caputo είχε συνήθως 90-100 εκδηλώσεις τον χρόνο και ότι από αυτές οι 70-75 εκδηλώσεις ήταν γάμοι. Απέρριψε υποβολές ότι οι μουσικοί έκαναν πολύωρες πρόβες ώστε να βγαίνει το μουσικό πρόγραμμα. Δεύτερη μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν η κα Ν. Κ., η οποία εργάζεται από το 2001 στο Monte Caputo ως γραμματέας. Καταθέτοντας ανέφερε ότι κάθε εβδομάδα ερχόταν μια επιταγή από το λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας η οποία αφορούσε τα μέλη της ορχήστρας και η οποία αφού εξαργυρωνόταν, τα μετρητά χωρίζονταν σε φακέλους ανάλογα με πόσα ημερομίσθια είχε ο κάθε μουσικός την προηγούμενη εβδομάδα και κάθε Κυριακή ο φάκελος δινόταν στους μουσικούς. Σημείωσε ότι οι μουσικοί πληρώνονταν ανάλογα με τις εκδηλώσεις που εργάζονταν και ότι ο καθένας είχε συμφωνήσει το ύψος του ημερομισθίου του με την Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι το λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας ενημερωνόταν σε πόσες εκδηλώσεις συμμετείχαν οι μουσικοί την εβδομάδα και ανάλογα απέστελλε στο Monte Caputo επιταγή με το συνολικό ποσό των ημερομισθίων που οφείλονταν στα μέλη της ορχήστρας. Είπε ότι η ορχήστρα δεν έκανε πρόβα για κάθε εκδήλωση. Αντεξεταζόμενη από τον δικηγόρο του Ταμείου είπε ότι οι εκδηλώσεις στο Monte Caputo γίνονταν συνήθως Σάββατο και Κυριακή και διαρκούσαν τέσσερις με πέντε (4-5) ώρες. Ισχυρίστηκε ότι οι Αιτητές εργάζονταν περίπου δύο
(2)φορές την εβδομάδα συνολικά για δέκα
(10)ώρες. Επανέλαβε τη θέση της ότι οι μουσικοί πληρώνονταν ανά εκδήλωση. Ήταν η θέση της ότι οι μουσικοί δεν έκαναν πρόβες συχνά και ότι πρόβες γίνονταν όταν άλλαζε το μουσικό πρόγραμμα περίπου κάθε εννέα
(9)μήνες. Κατά την αντεξέτασή της από τη δικηγόρο των Αιτητών, είπε ότι οι Αιτητές δεν εργάζονταν Δευτέρα μέχρι Παρασκευή με σταθερό ωράριο, αλλά εργάζονταν όποτε υπήρχε εκδήλωση στο Monte Caputo και έρχονταν δύο
(2)ώρες πριν αρχίσει η εκδήλωση και έφευγαν όταν τελείωνε η εκδήλωση. Υποστήριξε ότι γνώριζε πότε έκαναν πρόβες οι μουσικοί γιατί αν αυτές γίνονταν βράδυ, αυτή έπρεπε να πάει να ανοίξει το Monte Caputo για να μπουν μέσα και ότι αυτή ενημερωνόταν κάθε εννέα
(9)μήνες ότι έπρεπε να πάει να ανοίξει το κέντρο. Η κα Γ. Χ. ήταν η τρίτη μάρτυρας για την Εργοδότρια Εταιρεία. Η κα Χ. εργάζεται για 21 χρόνια ως βοηθός λογιστηρίου στον όμιλο εταιρειών στον οποίο ανήκει η Εργοδότρια Εταιρεία. Ανέφερε ότι αυτή περνά τα λογιστικά στοιχεία που αφορούν την Εργοδότρια Εταιρεία στο λογιστικά βιβλία της Εργοδότριας Εταιρείας. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 τις μηνιαίες καταστάσεις αποδοχών των υπαλλήλων της ορχήστρας του Monte Caputo για το
  1. Υποστήριξε ότι οι Αιτητές έπαιρναν ένα σταθερό ποσό ημερομίσθιου ανά εκδήλωση και ότι για κάθε εβδομάδα που είχαν εκδηλώσεις στο Monte Caputo έβγαινε μια επιταγή με τα συνολικά ημερομίσθια όλων των μελών της ορχήστρας. Ότι οι μουσικοί δεν έπαιρναν 13ο μισθό. Όταν της υποδείχτηκαν τα Τεκμήρια 7 και 8, τα οποία είναι οι καταστάσεις των αποδοχών των Αιτητών που εκδόθηκαν από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τα έτη που αυτοί ήταν δηλωμένοι ότι εργάζονταν στην Εργοδότρια Εταιρεία, είπε ότι οι Αιτητές δεν έπαιρναν ένα σταθερό μηνιαίο μισθό αφού πληρώνονταν βάσει των εκδηλώσεων που γίνονταν στο Monte Caputo και ότι γι' αυτό δεν φαίνεται στις εν λόγω καταστάσεις οι Αιτητές να έχουν σταθερό μηνιαίο μισθό. Είπε ότι την περίοδο των νηστειών και τον Αύγουστο δεν γίνονταν γάμοι στο Monte Caputo και ότι γι' αυτό τον λόγο για κάποιους μήνες φαίνεται στις εν λόγω καταστάσεις ότι οι Αιτητές είτε δεν είχαν απολαβές είτε είχαν μειωμένες απολαβές. Κατά την αντεξέτασή της από το Ταμείο είπε ότι οι Αιτητές λάμβαναν ως ημερομίσθιο ένα ποσό πάνω από €100,00 και ότι το 2015 όταν επικοινώνησε μαζί της ο εξεταστής από το Ταμείο του ανέφερε ότι ο Αιτητής 1 λάμβανε €114,58 ανά εκδήλωση και ο Αιτητής 2 €120,20 ανά εκδήλωση. Είπε ότι οι Αιτητές δούλευαν πέντε με έξι (5-6) ώρες σε κάθε εκδήλωση και συνήθως δούλευαν Σάββατο και Κυριακή. Αντεξεταζόμενη από την κα Ν. είπε ότι αφού ενημερωνόταν από τον διευθυντή του Monte Caputo πόσες εκδηλώσεις γίνονταν κάθε μήνα, υπολόγιζε τις μηνιαίες απολαβές των Αιτητών, τις κατέγραφε στις καταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας και στη συνέχεια τις δήλωνε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Αρνήθηκε ότι οι Αιτητές ήταν μόνιμοι υπάλληλοι με σταθερό μηνιαίο μισθό και ότι οι Αιτητές λάμβαναν 13ο μισθό. Εκ μέρους του Ταμείου κατέθεσε η κα Δ. Π., Επιθεωρήτρια Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ανέφερε ότι σύμφωνα με στοιχεία (Τεκμήρια 10, 11 και 12) που υπάρχουν στο μηχανογραφημένο σύστημα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι Αιτητές εργάζονταν στην Εργοδότρια Εταιρεία ως μισθωτοί μέχρι τις 31/11/
  2. Ότι ο Αιτητής 1 προσλήφθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία την 01/01/2002 και ότι στις 30/11/2003 η απασχόλησή του διακόπηκε. Ότι ο Αιτητής 1 στις 26/08/2003 γράφτηκε άνεργος και αιτήθηκε επίδομα ανεργίας και στις 26/09/2003 αιτήθηκε αποζημίωση λόγω πλεονασμού. Ότι ο Αιτητής 1 έλαβε επίδομα ανεργίας από τις 29/08/2003 μέχρι τις 23/02/
  3. Ότι στις 07/05/2005 ο Αιτητής 1 επαναπροσλήφθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία. Σημείωσε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που υπάρχουν στο σύστημα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι Αιτητές δεν λάμβαναν 13ο μισθό. Η δικηγόρος της Εργοδότριας Εταιρείας δεν αντεξέτασε την κα Π. Κατά την αντεξέτασή της από την κα Ν., είπε ότι όλα αυτά που ανέφερε στην κυρίως εξέτασή της τα πληροφορήθηκε από το αρχείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ότι είναι αυτά που έχουν δηλωθεί είτε από την Εργοδότρια Εταιρεία είτε από τον Αιτητή 1 στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αντεξεταζόμενη από τον δικηγόρο του Αιτητή 2 είπε ότι σύμφωνα με το αρχείο του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων ο Αιτητής 2 φαίνεται να προσλήφθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία την 01/09/
  4. Ο Αιτητής 1 κατέθεσε ότι τον Μάρτιο 2002 προσλήφθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία με σύμβαση αορίστου χρόνου για πλήρη απασχόληση ως μουσικός. Απέρριψε τις θέσεις της Εργοδότριας Εταιρείας ότι εργαζόταν υπό το καθεστώς της μερικής απασχόλησης και ότι παρείχε τις υπηρεσίες του περιστασιακά, κατόπιν ειδοποίησης σε συγκεκριμένες εκδηλώσεις. Υποστήριξε ότι η απασχόλησή του στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν συνεχής από το 2002 μέχρι τις 14/10/
  5. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του τέλους του 2003 μέχρι και τα μέσα του 2005 για δικούς της σκοπούς και χωρίς αυτός να το γνωρίζει δεν κατέβαλλε για το πρόσωπό του εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και δήλωσε αυτόν και τα άλλα μέλη της ορχήστρας ως πλεονάζοντες. Ότι όταν αυτό υπέπεσε στην αντίληψή του υποβλήθηκε τόσο από αυτόν όσο και από την Παγκύπρια Συντεχνία Επαγγελματιών Καλλιτεχνών καταγγελίες στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στη συνέχεια η κατάσταση αυτή ανατράπηκε. Ήταν η θέση του ότι ο μηνιαίος μισθός του κατά τον χρόνο απόλυσής του ανερχόταν στο ποσό των €976,00 και ότι του καταβάλλετο μέρος αυτού εβδομαδιαία κατ' αναλογία σε μετρητά από τον κ. Π. Χ., καλλιτεχνικό διευθυντή του Monte Caputo. Απέρριψε τους ισχυρισμούς των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο μισθός του καθοριζόταν αποκλειστικά κατ' αναλογία και σε συνάρτηση με τις διάφορες εκδηλώσεις στις οποίες τον καλούσε η Εργοδότρια Εταιρεία να συμμετάσχει και ότι υπήρχαν χρονικές περιόδοι κατά τις οποίες δεν υπήρχαν εκδηλώσεις και αυτός δεν λάμβανε μισθό. Ισχυρίστηκε ότι τα ποσά που αναγράφονται στις καταστάσεις αποδοχών του που εκτυπώθηκαν από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 7) ήταν λιγότερα από αυτά που πραγματικά λάμβανε από την Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν δήλωνε το σταθερό μηνιαίο εισόδημά του που αποτελείτο από μηνιαίο βασικό μισθό, πλέον 13ο μισθό, πλέον έξτρα ωφελήματα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 13 βεβαίωση ημερομηνίας 24/01/2011 την οποία υπογράφει ο κ. Κ. Χ. ο οποίος τότε ήταν ο διευθυντής του Monte Caputo και στο οποίο αναγράφεται ότι εργαζόταν ως μουσικός στο Monte Caputo με μηνιαίο μισθό €976,
  6. Ήταν η θέση του ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 2Α μετά από μεγάλη πίεση να το υπογράψει χωρίς να θέσει γραπτή ρητή επιφύλαξη ότι διατηρεί περαιτέρω αξιώσεις εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι στις 23/12/2013 και 07/01/2014 απέστειλε μέσω των δικηγόρων του στην Εργοδότρια Εταιρεία επιστολές «επιφυλάσσοντας τα δικαιώματά του να αξιώσει τα ποσά που του οφείλουν ως αποζημιώσεις μέσω της δέουσας διαδικασίας» (Τεκμήρια 14 και 15). Ανέφερε ότι εβδομαδιαία γίνονταν πολύωρες πρόβες από τα μέλη της ορχήστρας για να υπάρξει το επιθυμητό αποτέλεσμα στην κάθε εκδήλωση. Ότι το πρόγραμμα διέφερε κάθε φόρα και υπήρξαν πολλές φορές που οι πρόβες άρχιζαν αργά το απόγευμα και τελείωναν κατά τις 2:00π.μ.. Ότι στο Monte Caputo διοργανώνονταν διάφορες εκδηλώσεις μεγάλων εταιρειών και κομματικών παρατάξεων στις οποίες έπαιζε η ορχήστρα. Ότι πολλές φορές έρχονταν γνωστοί καλλιτέχνες από την Ελλάδα και οι οποίοι δεν έφερναν την ορχήστρα τους και η ορχήστρα έπρεπε να τους συνοδέψει. Ότι οι εν λόγω εκδηλώσεις πραγματοποιούνταν κατά τις περιόδους των νηστειών που δεν γίνονταν γάμοι. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 17Α και 17Β δύο συμπληρωμένα έντυπα του Monte Caputo με τον τίτλο «Συμφωνητικό Έγγραφο Τελικού Αριθμού Ατόμων» και ισχυρίστηκε ότι σε αυτά φαίνεται ότι τον Μάιο του 2015 το Monte Caputo διοργάνωνε γάμους με ζωντανή μουσική δηλαδή με ορχήστρα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 18 μια δέσμη εγγράφων ισχυριζόμενος ότι είναι οι λίστες που υπέγραφαν τα μέλη της ορχήστρας όταν λάμβαναν εβδομαδιαίως τον φάκελο με τον μισθό τους από τον κ. Χ. την περίοδο του 2004 και 2005 και υποστήριξε ότι τα εν λόγω έγγραφα δεικνύουν ότι κατά την εν λόγω περίοδο εργαζόταν στο Monte Caputo. Προέβαλε τη θέση ότι κάθε χρόνο τις μέρες των γιορτών των Χριστουγέννων στον φάκελο με τον μισθό τους έμπαινε ένα επιπλέον ποσό που θεωρείτο ως 13ος μισθός. Ότι όταν έρχονταν άλλοι καλλιτέχνες στο Monte Caputo τους οποίους συνόδευε η ορχήστρα του Monte Caputo η Εργοδότρια Εταιρείας τους έδινε επιπλέον απολαβές πάντα με μετρητά στον φάκελο μισθοδοσίας τους τόσο για την εκδήλωση όσο και τις σχετικές πρόβες. Σε ερώτηση πόσο συχνά γίνονταν πρόβες της ορχήστρας απάντησε ότι όποτε γινόταν αλλαγή του μουσικού προγράμματος γίνονταν πρόβες για 15 μέρες από τις 7:00μ.μ. μέχρι τις 2:00π.μ.. Κατά την αντεξέτασή του από τη δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας είπε ότι την ετήσια άδειά του την πληρωνόταν κάθε χρόνο από την Εργοδότρια Εταιρεία. Ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχαν περιόδοι που δεν εργάζονταν ως μουσικοί στο Monte Caputo και ότι κάθε Σαββατοκυρίακο υπήρχαν εκδηλώσεις στο Monte Caputo. Ανέφερε ότι το μουσικό πρόγραμμα άλλαζε πέντε
(5)φορές τον χρόνο. Αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο του Ταμείου είπε ότι κατά την περίοδο που εργαζόταν στο Monte Caputo είχε υποχρέωση να παρουσιάζεται όποτε τον καλούσαν στο Monte Caputo. Επέμενε ότι πολλές φορές τον χρόνο πήγαινε στο Monte Caputo τις καθημερινές για πρόβες. Ο κ. Κ. Χα., ο οποίος κλήθηκε από τον Αιτητή 1 ως μάρτυρας, κατέθεσε ότι από το 2010 μέχρι το 2017 ήταν ο διευθυντής του Monte Caputo. Αναγνωρίζοντας την υπογραφή του στο Τεκμήριο 13, είπε ότι συνήθως τέτοια έγγραφα τα έδινε ως διευθυντής του Monte Caputo όταν ένας από τους υπαλλήλους ζητούσε να του δοθεί βεβαίωση για τις αποδοχές του είτε για να αιτηθεί έκδοση κάρτας νοσηλείας είτε για άλλους σκοπούς και ότι τα στοιχεία σχετικά με τις αποδοχές των υπαλλήλων αυτός τα έπαιρνε από το λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας. Υποστήριξε ότι πριν συμπληρώσει τα στοιχεία που αναγράφονται στο Τεκμήριο 13, είχε λάβει τις σχετικές πληροφορίες από το λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λευκωσία. Ισχυρίστηκε ότι οι συνολικοί μισθοί των μουσικών της ορχήστρας στο Monte Caputo έρχονταν σε μια επιταγή η οποία εξαργυρωνόταν και τα μετρητά διαμοιράζονταν στους μουσικούς από τον καλλιτεχνικό διευθυντή της ορχήστρας, κ. Π. Χ., και ότι όταν έφυγε ο κ. Χ. τα μετρητά δίνονταν στους μουσικούς είτε από τον τεχνικό / ηχολήπτη του Monte Caputo, είτε από άλλο πρόσωπο. Αναγνώρισε την υπογραφή του στα Τεκμήρια 17Α και 17Β και ανέφερε ότι τα συμβόλαια για τους γάμους υπογράφονταν περίπου δύο
(2)χρόνια πριν και ότι περίπου ενάμιση (1½) εβδομάδα πριν τον γάμο υπογραφόταν το τελικό έγγραφο στο οποίο αναγραφόταν ο αριθμός των καλεσμένων και αν το ζευγάρι επιθυμεί να χρησιμοποιήσει την ορχήστρα του Monte Caputo. Ήταν η θέση του ότι από την ημέρα που έφυγε ο κ. Χ. η ορχήστρα δεν έκανε πρόβες. Κατά την αντεξέτασή του από τη δικηγόρο της Εργοδότριας Εταιρείας, είπε ότι το 2013 αυτός ως διευθυντής του Monte Caputo αποφάσισε να αλλάξει την πολιτική σε σχέση με την παροχή μουσικής στις εκδηλώσεις των πελατών, δίνοντας στους πελάτες τρεις επιλογές: (α) να φέρουν οι πελάτες DJ, (β) να φέρουν οι πελάτες δική τους ορχήστρα και (γ) να χρησιμοποιήσουν οι πελάτες την ορχήστρα του Monte Caputo και ότι το 2015 το Monte Caputo δεν είχε δική του ορχήστρα και ότι αν χρειαζόταν ορχήστρα έφερνε εξωτερικούς συνεργάτες. Είπε ότι οι Αιτητές εργάζονταν στις εκδηλώσεις που είχε μουσική από τις 9:00μ.μ. - 10:00μ.μ. μέχρι τις 2:00π.μ.. Ότι οι μουσικοί πληρώνονταν με συγκεκριμένο ημερομίσθιο για κάθε εκδήλωση και ότι πληρώνονταν για όσες νύχτες εργάζονταν. Ότι η διεύθυνση του Monte Caputo πληροφορούσε το λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας πόσες νύχτες εργάστηκε η ορχήστρα ώστε να υπολογίσει τις απολαβές των Αιτητών. Ο δικηγόρος του Ταμείου δεν αντεξέτασε τον κ. Χ. Ο κ. Π. Χ. ήταν ο επόμενος μάρτυρας για τον Αιτητή 1. Κατέθεσε ότι πέραν των γάμων γίνονταν και διάφορες άλλες εκδηλώσεις στο Monte Caputo, όπως εκδηλώσεις συντεχνιών, πολιτικών κομμάτων, συνδέσμων και επιχειρήσεων για τις οποίες έπρεπε να γίνει ένα ειδικό μουσικό πρόγραμμα. Ότι για να ετοιμαστεί και να παρουσιαστεί το εν λόγω ειδικό πρόγραμμα χρειαζόταν να γίνουν πολύωρες πρόβες. Περαιτέρω, είπε ότι το Monte Caputo έφερνε διάφορους τραγουδιστές από την Ελλάδα για παραστάσεις και ότι κάποιοι από αυτούς δεν έφερναν τη δική τους ορχήστρα και τα μέλη της ορχήστρας για να μπορούν να βγάλουν το πρόγραμμα των εν λόγω τραγουδιστών έπρεπε να κάνουν πολύωρες και πολυήμερες πρόβες. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι το Monte Caputo αν δεν είχε γάμους τα Σαββατοκυρίακα, δούλευε ως νυχτερινό κέντρο διασκέδασης. Υποστήριξε ότι υπήρχε ένα σταθερό μουσικό πρόγραμμα στο Monte Caputo το οποίο άλλαζε κάθε τέσσερις
(4)μήνες και ότι για την εν λόγω αλλαγή απαιτούντο πολύωρες πρόβες. Είπε ότι αυτός ήταν ο υπεύθυνος για τις πρόβες της ορχήστρας και ότι αυτός κανόνιζε το ωράριο για τις πρόβες με τον ηχολήπτη του Monte Caputo ώστε να ανοίγει ο ηχολήπτης το κέντρο για να μπουν μέσα τα μέλη της ορχήστρας για τις πρόβες. Ήταν η θέση του ότι στο τέλος κάθε εβδομάδας ο διευθυντής του Monte Caputo του έδινε τους φακέλους με τους μισθούς των μουσικών και αυτός με τη σειρά του τους έδινε στους μουσικούς, οι οποίοι υπέγραφαν σε μια λίστα ότι παρέλαβαν τον φάκελο. Ότι οι εν λόγω φάκελοι περιείχαν τις απολαβές των Αιτητών σε μετρητά. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 18 και είπε ότι αυτές ήταν οι λίστες που υπέγραφαν τα μέλη της ορχήστρας για να πάρουν τον φάκελο με τον μισθό τους. Είπε ότι οι ημερομηνίες που αναγράφονται στα έγγραφα του εν λόγω τεκμηρίου είναι οι μέρες που δούλεψαν τα μέλη της ορχήστρας. Ανέφερε ότι για τις πρόβες που έκαναν οι μουσικοί δεν τους καταβαλλόταν οποιαδήποτε πληρωμή από το Monte Caputo. Αντεξεταζόμενος από την κα Σ. είπε ότι, μέχρι το 2011 που ήταν αυτός στο Monte Caputo, τα μέλη της ορχήστρας πληρώνονταν εβδομαδιαίως για το τριήμερο που εργάζονταν. Κατά την αντεξέτασή του από τον κ. Α., σημείωσε ότι τα μέλη της ορχήστρας πληρώνονταν για τριήμερη εργασία είτε δούλευαν είτε όχι τρεις
(3)μέρες την εβδομάδα. Και ότι αν δούλευαν περισσότερο από τρεις
(3)μέρες πληρώνονταν για τις μέρες που εργάζονταν. Σημείωσε ότι ο Αιτητής 1 το 2003, το 2004 και το 2005 εργαζόταν στο Monte Caputo. Τελευταίος μάρτυρας για τον Αιτητή 1 ήταν ο Σ. Κ., ο οποίος ήταν ο γενικός τεχνικός / ηχολήπτης / φωτιστής / ηλεκτρολόγος του Monte Caputo από το 1991 μέχρι το 2020. Κατέθεσε ότι οι εκδηλώσεις στις οποίες εργαζόταν η ορχήστρα τελείωναν γύρω στις 2:00π.μ. - 3:00π.μ.. Ήταν η θέση του ότι η ορχήστρα έκανε πολύωρες και πολυήμερες πρόβες (α) όταν άλλαζε το μουσικό πρόγραμμά της, (β) όταν το Monte Caputo είχε μια εκδήλωση που οι πελάτες ήθελαν ειδικό πρόγραμμα και (γ) όταν έρχονταν τραγουδιστές από την Ελλάδα οι οποίοι δεν έφερναν την ορχήστρα τους. Ότι αυτός ήταν πάντα παρών στις πρόβες, αφού αυτός ήταν που άνοιγε το κέντρο και τα μηχανήματα ώστε να μπορούν οι μουσικοί να κάνουν την πρόβα. Σημείωσε ότι αυτός ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε τα κλειδιά του Monte Caputo. Ότι μετά που έφυγαν οι Αιτητές, ήρθε άλλη ορχήστρα και DJ και στη συνέχεια έφυγε και η άλλη ορχήστρα αφού αποφασίστηκε «ο κάθε γάμος» και «το κάθε event να φέρνει τη δική του ορχήστρα». Ισχυρίστηκε ότι αυτός έτυχε μερικές φορές να παραδώσει στους μουσικούς φακέλους με τον μισθό τους. Ότι οι εν λόγω φάκελοι δίνονταν εβδομαδιαίως στους μουσικούς. Είπε ότι η κα Ν. Κ. εργαζόταν στο γραφείο του Monte Caputo και ότι αυτή δεν ήταν το πρόσωπο το οποίο άνοιγε το κέντρο για να κάνει πρόβες η ορχήστρα. Κατά την αντεξέτασή του από τον κ. Α. είπε ότι δεν ήταν σταθερό το χρονικό σημείο αλλαγής του μουσικού προγράμματος της ορχήστρας κάθε χρόνο και ότι οι πρόβες γίνονταν περιστασιακά ανάλογα με τις ανάγκες που προέκυπταν. Ο Αιτητής 2 κατέθεσε ότι το 2009 εργοδοτήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία με σύμβαση αορίστου χρόνου ως μουσικός. Ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του από την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν μόνιμο μέλος της ορχήστρας που συνόδευε τις εκδηλώσεις που διοργανώνονταν στο Monte Caputo. Ισχυρίστηκε ως μέλος της ορχήστρας του Monte Caputo είχε σταθερό πρόγραμμα εκδηλώσεων στο οποίο συμμετείχε και ότι όλοι οι μουσικοί της ορχήστρας έκαναν μαζί πρόβες κάθε εβδομάδα για να βγαίνει το μουσικό πρόγραμμα. Απέρριψε τις θέσεις της Εργοδότριας Εταιρείας ότι εργαζόταν υπό το καθεστώς της μερικής απασχόλησης και ότι παρείχε τις υπηρεσίες του περιστασιακά, κατόπιν ειδοποίησης σε συγκεκριμένες εκδηλώσεις. Ισχυρίστηκε ότι πολύ σπάνια τους καλούσαν να συμμετέχουν σε έκτακτες εκδηλώσεις. Διευκρίνισε ότι απασχολείτο στην Εργοδότρια Εταιρεία σύμφωνα με το πρόγραμμα του Monte Caputo και αναλόγως των εκδηλώσεων που είχε και ότι ήταν δεσμευμένος να εξυπηρετεί τις ανάγκες της ορχήστρας του Monte Caputo όποτε αυτές υπήρχαν. Είπε ότι πληρωνόταν €120,00 για κάθε εκδήλωση του Monte Caputo στην οποία συμμετείχε ως μέλος της ορχήστρας και αυτό το ημερομίσθιο αφορούσε τόσο την εκδήλωση όσο και την προετοιμασία και τις πρόβες για την εκδήλωση. Υποστήριξε ότι ο μηνιαίος μισθός του κατά την περίοδο της απόλυσής του ήταν κάπου στα €1.000,00 και του καταβαλλόταν μέρος αυτού εβδομαδιαίως κατ' αναλογία σε μετρητά συνήθως από τον κ. Χ. Απέρριψε τους ισχυρισμούς των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας ότι ο μισθός του καθοριζόταν αποκλειστικά κατ' αναλογία και σε συνάρτηση με τις διάφορες εκδηλώσεις στις οποίες τον καλούσε η Εργοδότρια Εταιρεία να συμμετάσχει και ότι υπήρχαν χρονικές περιόδοι κατά τις οποίες δεν υπήρχαν εκδηλώσεις και αυτός δεν λάμβανε μισθό. Ότι στην Εργοδότρια Εταιρεία εργαζόταν με ωράριο 10:00μ.μ. με 2:00π.μ. - 3:00π.μ.. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι οι πρόβες της ορχήστρας οργανώνονταν από τον κ. Χ., ότι διαρκούσαν έξι-επτά (6-7) ώρες και ότι γίνονταν δύο με τρεις (2-3) φορές την εβδομάδα. Ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δήλωνε ότι ήθελε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις σε σχέση με τις απολαβές του και ότι από τα Τεκμήρια 8 φαίνεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν δήλωνε το σταθερό μηνιαίο εισόδημά του που αποτελείτο από μηνιαίο βασικό μισθό, πλέον 13ο μισθό, πλέον έξτρα ωφελήματα. Ήταν η θέση του ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 2Β μετά από μεγάλη πίεση να το υπογράψει χωρίς να θέσει γραπτή ρητή επιφύλαξη ότι διατηρεί περαιτέρω αξιώσεις εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι στο Monte Caputo διοργανώνονταν διάφορες εκδηλώσεις μεγάλων εταιρειών και κομματικών παρατάξεων στις οποίες έπαιζε η ορχήστρα. Ότι πολλές φορές έρχονταν γνωστοί καλλιτέχνες από την Ελλάδα και οι οποίοι δεν έφερναν την ορχήστρα τους και η ορχήστρα έπρεπε να τους συνοδέψει. Ότι οι εν λόγω εκδηλώσεις πραγματοποιούνταν κατά τις περιόδους των νηστειών που δεν γίνονταν γάμοι. Είπε ότι το μουσικό πρόγραμμα άλλαζε τέσσερις-πέντε (4-5) φορές τον χρόνο. Κατά την αντεξέτασή του από την κα Σιαμούτη, είπε ότι κάθε Χριστούγεννα λάμβαναν ένα ποσό παραπάνω στον φάκελο που περιείχε τον εβδομαδιαίο μισθό τους και το «έλεγαν 13ο μισθό». Ερωτώμενος για ποιο λόγο τα ποσά που φαίνονται στο Τεκμήριο 8, σε σχέση με τις απολαβές του δεν είναι κάθε μήνα τα ίδια, απάντησε «γιατί ήταν κάποιες εβδομάδες σταθερά, ας πούμε μπορεί να ήταν τρεις γάμοι, άλλες εβδομάδες ήταν δύο και άλλες εβδομάδες ήταν τέσσερις και γιατί όχι καμιά φορά και ένας γάμος κάθε εβδομάδα και γι' αυτό διαφοροποιούνται τα ποσά». Ανέφερε ότι όταν τους απέλυσαν, τους ειπώθηκε ότι έπρεπε να μειωθούν τα συνολικά κόστα του κέντρου και ότι τα έξοδα της ορχήστρας ήταν πολλά σε ότι αφορά μεροκάματα και Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Αθανασιάδη, είπε ότι τα Σαββατοκύριακα εργάζονταν περίπου πέντε
(5)ώρες σε κάθε εκδήλωση και ότι μετά που έφυγε ο κ. Χ., τα μέλη της ορχήστρας έκαναν πρόβες αλλά όχι τόσο συχνά όπως προηγουμένως. Είπε ότι πληρωνόταν κάθε εβδομάδα για τις εκδηλώσεις για τις οποίες εργάστηκε. Ότι ο μέσος όρος των μηνιαίων απολαβών του κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν περίπου €1.000,00. Επίδικα θέματα Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, αφού αξιολογήσει το ενώπιόν του μαρτυρικό υλικό και εφαρμόσει τις σχετικές νομικές αρχές, για τα πιο κάτω ζητήματα:
(1)(α) ποιες ήταν οι απολαβές των Αιτητών κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους στην Εργοδότρια Εταιρεία, (β) κατά πόσον οι Αιτητές δικαιούνται στην καταβολή 13ων μισθών για τα έτη 2012 και 2013 και (γ) κατά ποσόν ο Αιτητής 2 δικαιούται στην καταβολή πληρωμής για μη παραχωρηθείσα ετήσια άδεια για τα έτη 2009-2013,
(2)ποια ήταν η περίοδος απασχόλησης των Αιτητών στην Εργοδότρια Εταιρεία για σκοπούς του Νόμου και κατά ποσόν αυτή η περίοδος μπορεί να θεωρηθεί ως συνεχής στα πλαίσια του Νόμου ώστε οι Αιτητές να έχουν δικαίωμα εφαρμογής των διατάξεων του Νόμου στην περίπτωσή τους, και
(3)κατά πόσον ο τερματισμός της απασχόλησης των Αιτητών ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος ή όχι. Νομική Πτυχή Α. Η διάρκεια και το συνεχές της απασχόλησης ενός εργοδοτουμένου ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του Νόμου σε συνδυασμό με τον Δεύτερο Πίνακα του Νόμου[2].
(1)Στο Μέρος Ι του Δευτέρου Πίνακα του Νόμου καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της περιόδου απασχόλησης ενός εργοδοτουμένου. Παραθέτουμε πιο κάτω τις σχετικές για τις παρούσες υποθέσεις διατάξεις: «1.-
(1)Η περίοδος απασχολήσεως υπολογίζεται εις εβδομάδας. ................................
(2)Κατά τον υπολογισμόν της περιόδου απασχολήσεως λογίζονται αι ακόλουθοι εβδομάδες: (α)εβδομάς κατά την οποίαν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 ή πλείονας ώρας' (β)εβδομάς κατά την οποίαν ο εργοδοτούμενος ήτο- (
  1. i)ανίκανος προς εργασίαν λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (
  2. ii)απών εκ της εργασίας του λόγω προσωρινής διακοπής εργασιών· (iii)απών εκ της εργασίας του υπό τοιαύτας συνθήκας ώστε δυνάμει διευθετήσεως ή εθίμου ή νόμου η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου θεωρείται υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ως συνεχιζομένη· (
  3. iv)απών εκ της εργασίας του προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου λόγω εργατικής διαφοράς· (ν) απών από την εργασία του με γονική άδεια. 2. Όταν κατά ή μετά την ορισθείσαν ημέραν ο εργοδοτούμενος απουσιάζη εκ της εργασίας του καθ' οιανδήποτε εβδομάδα λόγω εργατικής διαφοράς, τότε η εβδομάς αύτη δεν λογίζεται κατά τον υπολογισμόν της περιόδου απασχολήσεως. 3. Αι προηγούμενοι διατάξεις του παρόντος Πίνακος εφαρμόζονται μόνον εις απασχόλησιν παρά τω αυτώ εργοδότη: ................................... 4. ....................... ..............» Το εδάφιο (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του Μέρους Ι του Δευτέρου Πίνακα του Νόμου προβλέπει ότι μια εβδομάδα εργασίας για να συνυπολογιστεί στη διάρκεια της απασχόλησης ενός εργοδοτουμένου για σκοπούς του Νόμου πρέπει να αφορά εργασία του εργοδοτούμενου για 18 ή και περισσότερες ώρες.
(2)Το Μέρος ΙΙ του Δευτέρου Πίνακα του Νόμου προβλέπει σε ποιες περιπτώσεις δεν διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησης ενός εργοδοτουμένου: «7. Το συνεχές απασχολήσεως δεν διακόπτεται λόγω οιουδήποτε των ακολούθων: (α) απουσίας εκ της εργασίας οφειλομένης εις υπηρεσίαν εις τας ενόπλους δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας· (β) απουσίας εκ της εργασίας οφειλομένης εις εργατικήν διαφοράν· (γ) αλλαγής εργοδότου ως εκτίθεται εν τη επιφυλάξει της παραγράφου 3 του παρόντος Πίνακος· (δ) απουσίας εκ της εργασίας λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (ε) απουσίας εκ της εργασίας λόγω προσωρινής διακοπής εργασιών· (στ) απουσίας εκ της εργασίας υπό τοιαύτας συνθήκας ώστε δυνάμει διευθετήσεως ή εθίμου ή νόμου η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου θεωρείται υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ως συνεχιζομένη· (ζ) απουσίας από την εργασία λόγω απασχόλησης στο εξωτερικό σε επιχείρηση η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου ή κατά κύριο λόγο στον εργοδότη· (η) απουσίας εκ της εργασίας επ' αδεία μετά ή άνευ απολαβών· (θ) απουσίας εκ της εργασίας οφειλομένης εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν ή θεομηνίαν· (ι) απουσίας από την εργασία με γονική άδεια ή με άδεια για λόγους ανωτέρας βίας.» Σε σχέση με την απουσία λόγω προσωρινής διακοπής εργασιών παρατηρούμε ότι το ζήτημα της προσωρινότητας εξαρτάται από τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης. Κυρίαρχο στοιχείο είναι η πρόθεση των μερών της οποίας η κρίση πρέπει να είναι αντικειμενική μη εξαρτώμενη από τον χαρακτηρισμό που θα δώσει ο εργοδότης ή ο εργοδοτούμενος[3]. Στην υπόθεση Τασούλλα Κ. Εγγλέζου κ.α. v. Ταμείου για Πλεονάζον Προσωπικό
(1991)1 Α.Α.Δ. 1118, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε με την πρόνοια που αφορά την απουσία του εργοδοτουμένου από την εργασία του λόγω προσωρινής διακοπής των εργασιών του εργοδότη. Στη σελίδα 1122 της εν λόγω απόφασης αναφέρονται σχετικά τ' ακόλουθα: «Όπως η Κυπριακή νομοθεσία (Δεύτερος Πίνακας του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου 1967, Ν.24/67) έτσι και η αντίστοιχη Αγγλική (Contracts of employment Act 1963, para.5
(1)(b) of Sch. 1) προβλέπει ότι δε διακόπτεται η απασχόληση εργοδοτούμενου για τους σκοπούς του προσδιορισμού των δικαιωμάτων του για αποζημίωση λόγω πλεονασμού όταν η εργασία του διακόπτεται λόγω προσωρινής διακοπής του κύκλου εργασιών του εργοδότη. Ο παραλληλισμός των δύο νομοθεσιών καθιστά σχετική την ερμηνεία που δόθηκε σε αντίστοιχες Αγγλικές διατάξεις και τη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων, πηγή καθοδήγησης για το πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου. Οι αρχές που προκύπτουν από τις Αγγλικές αποφάσεις που επικαλέστηκε η κα Γεωργιάδου είναι συνοπτικά οι εξής: (α) Ο χαρακτήρας του τερματισμού της απασχόλησης εξαρτάται από τις προθέσεις των συμβαλλομένων, του εργοδότη και του εργοδοτούμενου. (β) Στην απουσία ευθείας μαρτυρίας ως προς τις προθέσεις των μερών κατά τη διακοπή εργασίας, ο προσδιορισμός των προθέσεων τους συναρτάται με το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την εργοδότηση. (γ) Στα σχετικά γεγονότα, εκείνα που περιβάλλουν την εργοδότηση, περιλαμβάνονται και τα γεγονότα μετά τη διακοπή της απασχόλησης, ιδιαίτερα η επαναπασχόληση και η επαναληπτικότητα της″. Στην αγγλική υπόθεση Curr v. Marks & Spencer plc [2002] EWCA Civ 1852 το Court of Appeal εξετάζοντας την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 212
(1)και
(3)(c) του Employment Rights Act 1996 οι οποίες προβλέπουν τα πιο κάτω: "
(1)Any week during the whole or part of which an employee's relations with his employer are governed by a contract of employment counts in computing the employee's period of employment.
(3)..any week (not within subsection
(1)) during the whole or part of which the employee is - ... (c) absent from work in circumstances such that, by arrangement or custom, he is regarded as continuing in the employment of his employer for any purpose . counts in computing the employee's period of employment." σημείωσε ότι για να θεωρηθεί ότι με βάση συμφωνία / διευθέτηση των μερών ο εργοδοτούμενος, παρόλο που δεν προσφέρει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη, συνεχίζει να εργοδοτείται από τον εργοδότη πρέπει να υπάρχει αμοιβαία αναγνώριση με βάση τη συμφωνία / διευθέτηση ότι ο εργοδοτούμενος παρά το ότι απουσιάζει από την εργασία του συνεχίζει στην εργοδότηση του εργοδότη[4].
(3)Σημειώνουμε ότι το θέμα του υπολογισμού της διάρκειας της απασχόλησης που ρυθμίζεται από το Μέρος Ι του Δευτέρου Πίνακα του Νόμου (όταν κάποιες εβδομάδες για τους λόγους που καθορίζει ο Νόμος δεν συνυπολογίζονται) είναι διαφορετικό από το θέμα του συνεχούς της απασχόλησης όπως προβλέπεται στο Μέρος ΙΙ του Δευτέρου Πίνακα του Νόμου. Το γεγονός ότι κάποιες εβδομάδες δεν υπολογίζονται ως εβδομάδες απασχόλησης για τους λόγους που αναφέρονται στο Μέρος Ι του Δευτέρου Πίνακα του Νόμου δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι αυτοί οι λόγοι διακόπτουν και το συνεχές της απασχόλησης. Β. Στην περίπτωση που κριθεί ότι η απασχόληση των Αιτητών εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου, η Εργοδότρια Εταιρεία υποστηρίζει ότι η απόλυση των Αιτητών ήταν νόμιμη και δικαιολογημένη καθότι ήταν οικονομικής φύσεως και επειδή άλλαξε την πολιτική της όσον αφορά την παροχή μουσικής στις εκδηλώσεις που οργανώνονταν στο Monte Caputo. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Το εν λόγω άρθρο προνοεί τα πιο κάτω: «5.Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) όταν ο εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασίαν του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλομένη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης. (β) όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV. (γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου· (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Διαιτητικών Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον· (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
  1. i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή· (
  2. ii)διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του· (iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του· (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του· (
  3. v)σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο λόγος που προβάλλει η Εργοδότρια Εταιρεία μπορεί να δικαιολογήσει την απόλυση των Αιτητών μόνο αν εμπίπτει στις πρόνοιες της παραγράφου (β) του άρθρου 5 του Νόμου δηλαδή αν η απόλυση των Αιτητών οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζον και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το ομώνυμο Ταμείο όταν η απασχόλησή του τερματίστηκε: «(α) Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β) διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: ............. (γ) Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίας της επιχειρήσεως: i.Εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιαδήποτε άλλης αλλαγής εις τα μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. ii.Αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τα μεθόδους παραγωγής ή εις τα αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. iii.Καταργήσεις τμημάτων. iv. Δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών. v. Ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών vi. Σπάνεως μέσων παραγωγής, και vii. Περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως» Από το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό διαφαίνεται ότι η Εργοδότρια Εταιρεία επικαλείται ως λόγο απόλυσης των Αιτητών την αναδιοργάνωση και την αλλαγή στις μεθόδους οργάνωσης των μουσικών εκδηλώσεών τους, δηλαδή επικαλείται τις πρόνοιες των εδαφίων (
  4. i)και (
  5. ii)της παραγράφου (γ) του άρθρου 18 του Νόμου. Mε βάση τη νομολογία το κατά πόσον υπάρχουν πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτουμένου. Σημειώνουμε ότι οι λόγοι πλεονασμού όπως αυτοί αναφέρονται στις υποπαραγράφους της παραγράφου (γ) του άρθρου 18 του Νόμου αποτελούν αυτόνομους και όχι αλληλοεξαρτώμενους λόγους πλεονασμού. Επομένως εάν οποιοσδήποτε από τους λόγους αποδειχτεί, η απόφαση του εργοδότη να απολύσει τον εργοδοτούμενο για λόγους πλεονασμού θα κριθεί δικαιολογημένη. Ο κάθε εργοδότης έχει το δικαίωμα, μέσα στα πλαίσια της επιχειρηματικής του δράσης, να διενεργεί οποιαδήποτε αλλαγή ή αναδιοργάνωση σχετιζόμενη με τη λειτουργία της επιχείρησής του. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οποιαδήποτε αλλαγή ή μορφή αναδιοργάνωσης που γίνεται από τον εργοδότη συνιστά ταυτόχρονα και λόγο πλεονασμού σύμφωνα με τις προλεγόμενες πρόνοιες του Νόμου. Καθώς έχει αναφερθεί στην απόφαση Α/φοι Γαλαταριώτη Λτδ ν. Παρασκευής Γρηγορά κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1985 «Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ο εκσυγχρονισμός ή αναδιοργάνωση ή οποιαδήποτε αλλαγή της επιχείρησης για να συνιστά βάσιμο λόγο πλεονασμού πρέπει να είναι τέτοιου βαθμού, σε έκταση και σοβαρότητα, ώστε να επιφέρει μεταβολή στη φύση των καθηκόντων του εργοδοτουμένου ή την κατάργηση τους ώστε το αποτέλεσμα να συνεπάγεται "ελάττωση του αριθμού των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων" κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18(γ)(i) του Νόμου». Απαραίτητη προϋπόθεση για απόδειξη ύπαρξης πλεονασμού λόγω αναδιοργάνωσης και αλλαγών στις μεθόδους οργάνωσης είναι η μεταβολή ή κατάργηση/μείωση των καθηκόντων εργασίας του απολυόμενου εργοδοτουμένου. Σημειώνουμε ότι ένας εργοδότης δεν μπορεί να επικαλείται κατάργηση συγκεκριμένης θέσης και να απολύει χάριν οικονομίας όταν τα καθήκοντα του εργοδοτούμενου δεν εξέλειπαν. Στην υπόθεση S & G Colocassides Ltd v. Πολύβιος Λαζαρίδης κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 2181 σημειώθηκε ότι εφόσον τα καθήκοντα της θέσης που καταργήθηκε ή του εργοδοτουμένου που απολύθηκε για λόγους αναδιοργάνωσης παραμένουν και εκτελούνται από άλλον εργοδοτούμενο η απόλυση του εργοδοτουμένου δεν μπορεί να συνιστά απόλυση για λόγους πλεονασμού σύμφωνα με τον Νόμο. Μια μέθοδος εξακρίβωσης του αν υπάρχει ή όχι πλεονασμός καθορίστηκε στην υπόθεση Hindle v. Percival Boats Ltd
(1969)1 ALL E.R. 836. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης αυτής, σε κάθε περίπτωση για να δικαιολογηθεί πλεονασμός πρέπει να διακριβωθούν οι πραγματικές απαιτήσεις της επιχείρησης και κατά πόσο αυτές μειώθηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στη συνέχεια πρέπει να διακριβωθεί κατά πόσο οι συγκεκριμένες μειωμένες απαιτήσεις συνδέονται με τα καθήκοντα του εργοδοτουμένου που θα απολυθεί ως πλεονάζον. Αν στη διαδικασία αυτή, με αντικειμενικά κριτήρια επιβεβαιωθεί ο επηρεασμός της εργασίας του εργοδοτουμένου, αυτός θεωρείται πλεονάζον προσωπικό. Τονίζουμε ότι με βάση τη νομολογία το κατά πόσον υπάρχουν πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια αφού αναφέρεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτουμένου (βλ. United Hotels (Lordos) Ltd ν. Ανδρούλας Σταύρου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 515). Στην υπόθεση Murray and Another v. Foyle Meats Ltd [1999] ICR 827 η Βουλή των Λόρδων στην απόφασή τους σημείωσαν ότι στις περιπτώσεις που το επίδικο ζήτημα αφορά απολύσεις λόγω κατ' ισχυρισμό πλεονασμού το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει σε δύο ερωτήματα γεγονότων: "The first is whether one or other of various states of economic affairs exists. In this case, the relevant one is whether the requirements of the business for employees to carry out work of a particular kind have diminished. The second question is whether the dismissal is attributable, wholly or mainly, to that state of affairs. This is a question of causation." Στο σύγγραμμα C. Grunfeld "The Law of Redundancy", 3rd Edition, Sweet & Maxwell στη σελίδα 124 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Dismissals for redundancy will result in law only if the new system or technology caused the requirements of the business for employees to do work of a particular kind to cease or diminish." Το Δικαστήριο καλείται αφού αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του να αποφασίσει κατά πόσον η Εργοδότρια Εταιρεία κατάφερε να αποδείξει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο συνέτρεχαν λόγοι πλεονασμού που δικαιολογούσαν την απόλυση των Αιτητών. Ανάλυση μαρτυρίας Προτού προχωρήσουμε με την αξιολόγηση της μαρτυρίας οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία ισχυρίστηκε ότι οι Αιτητές απασχολούνταν σε αυτή με προφορική σύμβαση εργασίας και δεν τέθηκε ενώπιόν μας οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που να περιέχει τους όρους εργοδότησης των Αιτητών στην Εργοδότρια Εταιρεία. Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με τον Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που Διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμο του 2000 (Ν.100(Ι)/2000)[5] ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, ο εργοδότης υποχρεώνεται να γνωστοποιεί γραπτώς στον εργοδοτούμενο τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εντός ενός μηνός από την έναρξη της εργασίας. Η πληροφόρηση σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα: ″(α) Τα στοιχεία ταυτότητας των μερών∙ (β) τον τόπο παροχής της εργασίας και την εγγεγραμμένη έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη∙ (γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργοδοτουμένου, το βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησης του, καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του∙ (δ) την ημερομηνία έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και την προβλεπόμενη διάρκεια αυτής αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο∙ (ε) τη διάρκεια της άδειας μετ΄ απολαβών που δικαιούται ο εργοδοτούμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο της χορήγησης της∙ (στ) τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν ο εργοδότης και ο εργοδοτούμενος σε περίπτωση λύσης της σύμβασης ή σχέσης εργασίας με καταγγελία∙ (ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργοδοτούμενος και την περιοδικότητα καταβολής της αμοιβής του∙ (η) η διάρκεια της κανονικής ημερησίας ή εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργοδοτουμένου, και (θ) την αναφορά τυχόν συλλογικών συμβάσεων που διέπουν τους όρους ή και τις συνθήκες εργασίας του εργοδοτουμένου.″ (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Το άρθρο 5 του Ν.100(Ι)/2000 προβλέπει ότι: ″H ενημέρωση για τους όρους που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 γίνεται με - (α) Γραπτή σύμβαση εργασίας∙ (β) επιστολή πρόσληψης∙ ή (γ) άλλο έγγραφο, υπογραμμένο από τον εργοδότη, εφόσον τούτο περιλαμβάνει τουλάχιστον όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4: Νοείται ότι η ενημέρωση για τα στοιχεία που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (ε), (στ), (ζ) και (η) του εδαφίου
(2)του άρθρου 4, μπορεί να γίνεται με γραπτή παραπομπή σε Νόμους, Κανονισμού, Διατάγματα ή συλλογικές συμβάσεις που ρυθμίζουν τα θέματα αυτά.″ Η παράλειψη του εργοδότη να δώσει γραπτή σύμβαση ή γραπτούς όρους εργοδότησης δεν συνεπάγεται σε ακυρότητα της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας (βλέπε άρθρο 6
(4)του Ν.100(Ι)/2000). Είναι όμως σημαντικό να εφαρμόζεται ο πιο πάνω νόμος για να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος από την αρχή τους όρους εργασίας του ώστε να μην παρουσιάζεται οποιονδήποτε πρόβλημα στη σχέση εργοδότη- εργοδοτουμένου ως προς τους όρους αυτούς και σε περίπτωση που οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ εργοδότη-εργοδοτούμενου αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, να μπορεί το Δικαστήριο να αποφασίζει σχετικά με τους όρους εργασίας έχοντας ενώπιόν του γραπτά στοιχεία. Στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο για να απαντήσει και να αποφασίσει στα ερωτήματα που αφορούν τις ώρες εργασίας, τις περιόδους απασχόλησης, τις απολαβές και το δικαίωμα σε 13ο μισθό των Αιτητών θα πρέπει να αξιολογήσει την προφορική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του σε συνάρτηση με την αξιοπιστία των μαρτύρων και τα κατατεθέντα τεκμήρια για να καταλήξει σε συμπεράσματα σχετικά με τους όρους εργασίας των Αιτητών. Περαιτέρω σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο της δίκης και το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Ο Κ.3
(1)του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (στο εξής «ο Κανονισμός»), επιβάλλει στον αιτητή να καθορίζει στην αίτηση, τους λόγους στους οποίους θεμελιώνεται το αίτημά του και να προσδιορίζει την αιτούμενη θεραπεία ή θεραπείες. Σύμφωνα με τον Κ.5
(1)του Κανονισμού ο Καθ' ου η αίτηση στην έγγραφη εμφάνισή του θα πρέπει να προσδιορίσει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους αμφισβητεί το αίτημα και την παροχή της θεραπείας ή των θεραπειών που εξαιτείται ο αιτητής. Οι πρόνοιες αυτές επιβάλλουν τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων στα δικόγραφα και ο σκοπός του είναι ο αποκλεισμός πιθανότητας αιφνιδιασμού των διαδίκων. Στην Αθανασίου v. Reana Manufacturing & Trading Co. Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 1635[6], το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι ο εξεταστικός χαρακτήρας που διέπει τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και παρέχει ευρύτερη ευχέρεια στο Δικαστήριο για διερεύνηση των γεγονότων που άπτονται της διαφοράς δεν μεταβάλλει τον δικονομικό κανόνα ως προς τα επίδικα θέματα και τις παραμέτρους της δίκης. Στις υποθέσεις Φιλελεύθερος Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. Χρίστου, Πολιτική Έφεση 148/12 ημερ.07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A250 και Boygues Batiment International v. Ν. Σταυρινίδη, Πολιτική Έφεση 98/2011 ημερ.07/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:A253 το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε τις πιο πάνω αρχές και σημείωσε ότι δεν μπορεί η διερεύνηση των γεγονότων από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να γίνεται χωρίς καθόλου προδιαγεγραμμένα πλαίσια. Ενόψει του περιεχομένου των γενικών λόγων των έγγραφων εμφανίσεων της Εργοδότριας Εταιρείας στην περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η απόλυση των Αιτητών ήταν παράνομη και η Εργοδότρια Εταιρεία τυχόν οφείλει να καταβάλει στους Αιτητές πληρωμή αντί προειδοποίησης ή αποζημιώσεις (σημειώνουμε ότι το Ταμείο στην παρούσα υπόθεση κλήθηκε ως αναγκαίος διάδικος για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του στην περίπτωση που κριθεί ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών των Αιτητών οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού και ως εκ τούτου οποιαδήποτε θέματα έθεσε το Ταμείο μέσω του δικογράφου του δεν αφορούν την Εργοδότρια Εταιρεία) τότε το Δικαστήριο οφείλει να θεωρήσει (α) ότι η περίοδος απασχόλησης των Αιτητών στην Εργοδότρια Εταιρεία ήταν αυτή που αναφέρεται στους γενικούς λόγους των αιτήσεων (αφού η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αμφισβήτησε με το δικόγραφό της τις ημερομηνίες πρόσληψης των Αιτητών και δεν ανέφερε ρητά ότι η απασχόληση του Αιτητή 1 διακόπηκε περί τα τέλη του 2003 και ότι στη συνέχεια ο Αιτητής 1 προσλήφθηκε ξανά στις 07/05/2005) και (β) ότι οι εβδομαδιαίες ώρες απασχόλησης των Αιτητών ήταν 18 ώρες και περισσότερες καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν εγείρει στα δικόγραφα το εν λόγω ζήτημα και περιορίζεται στο να αναφέρει ότι
(1)οι Αιτητές απασχολούνταν επί τη βάση μερικής απασχόλησης κατόπιν ειδοποιήσεως σε εκδηλώσεις στο Monte Caputo,
(2)κατά τις χρονικές περιόδους που δεν υπήρχαν εκδηλώσεις στο Monte Caputo οι Αιτητές δεν εργάζονταν και δεν λάμβαναν αντιμισθία και
(3)η απασχόληση των Αιτητών δεν ήταν συνεχής (όπως αναφέραμε πιο πάνω το ζήτημα του συνεχούς της απασχόλησης είναι διαφορετικό από το ζήτημα του υπολογισμού της διάρκειας της απασχόλησης). Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Εργοδότριας Εταιρείας παρατηρούμε τα πιο κάτω: (α) Ενώ στους γενικούς λόγους των έγγραφων εμφανίσεών της η Εργοδότρια Εταιρεία προβάλλει τον ισχυρισμό ότι «οποιαδήποτε έξτρα επιδόματα και/ή ο 13ος μισθός και/ή όλα τα οφειλόμενα ποσά για ετήσιες άδειες έχουν καταβληθεί στους Αιτητές», οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατέθεσαν ότι οι Αιτητές δεν λάμβαναν 13ο μισθό. (β) Ο κ. Κύρκος κατέθεσε ότι οι Αιτητές από τον Σεπτέμβριο του 2013 έλαβαν «τις άδειες» που δικαιούνταν με βάση τις ώρες που εργάστηκαν στην Εργοδότρια Εταιρεία χωρίς να δώσει οποιαδήποτε σχετική διευκρίνιση (δεν μας διευκρίνισε σε ποιας χρονιάς την ετήσια άδεια αναφέρεται). Κατέθεσε τα Τεκμήρια 4 και 5 σε σχέση με τον υπολογισμό της ετήσιας άδειας των Αιτητών για τα έτη 2012 και 2013 αλλά δεν μπορούσε να μας εξηγήσει πώς και με ποιο τρόπο υπολογίστηκαν οι οφειλόμενες άδειες στους Αιτητές. Περαιτέρω οι επιταγές και έγγραφα που αφορούσαν την πληρωμή των Αιτητών για τις ετήσιες άδειές τους για τα έτη 2012 και 2013 (Τεκμήριο 2Α και 2Β) δεν φέρουν ημερομηνία Σεπτεμβρίου 2013 και δεικνύουν ότι οι Αιτητές έλαβαν πληρωμή για ετήσιες άδειες για τα έτη 2012 και 2013 τον Σεπτέμβριο του
  1. (γ) Ενώ η κα Κ. και η κα Χ. ανέφεραν ότι κάθε εβδομάδα η Εργοδότρια Εταιρεία απέστελλε μια επιταγή στο Monte Caputo με τα ημερομίσθια της εβδομάδας για τα μέλη της ορχήστρας η οποία επιταγή εξαργυρωνόταν από τον διευθυντή του κέντρου και δίνονταν σε μετρητά στο κάθε μέλος της ορχήστρας τα εβδομαδιαία ημερομίσθιά του, ο κ. Κ. κατέθεσε ότι κάθε μήνα εκδίδονταν επιταγές με τους μηνιαίους μισθούς των μελών της ορχήστρας αφού γινόταν πρόσθεση των ημερομισθίων τους στη βάση των εκδηλώσεων στις οποίες εργάστηκαν οι μουσικοί τον εν λόγω μήνα και οι εν λόγω επιταγές δίνονταν στα μέλη της ορχήστρας. (δ) Η θέση του κ. Κύρκου ότι οι Αιτητές το 2012 προσφέραν τις υπηρεσίες τους σε 27 εκδηλώσεις και το 2013 σε 32 εκδηλώσεις δεν μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το φως των εγγράφων που κατατέθηκαν ενώπιόν μας σε σχέση με τις απολαβές των Αιτητών (Τεκμήρια 3Α, 3Β, 6, 7 και 8) και του ισχυρισμού της Εργοδότριας Εταιρείας ότι οι Αιτητές πληρώνονταν με ένα σταθερό ημερομίσθιο για κάθε εκδήλωση που εργάζονταν, αφού οι απολαβές των Αιτητών για το 2012 φαίνεται να είναι υπερδιπλάσιες των απολαβών που έλαβαν το
  2. (ε) Οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας δεν έθεσαν ενώπιόν μας συγκεκριμένα και σαφή στοιχεία σχετικά με τον λόγο του τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών. Περιορίστηκαν μόνο σε γενικές αναφορές για αλλαγή της πολιτικής σε σχέση με την παροχή ορχήστρας στις εκδηλώσεις που διοργανώνονταν στο Monte Caputo. Προς υποστήριξη της εν λόγω αναφοράς ο κ. Κ. κατέθεσε απλώς ότι το 2013 αρκετά ζευγάρια απαιτούσαν μείωση της τιμής της προσφοράς για την εκδήλωση και να φέρουν τη δική τους ορχήστρα, ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Εργοδότρια Εταιρεία να αλλάξει την πολιτική της και τα σχετικά συμβόλαιά της δίνοντας στους πελάτες της την επιλογή για DJ ή δική τους ορχήστρα και ότι για το 2013 σχεδόν όλα τα συμβόλαια για τα οποία κλείνονταν για το 2014 ζητούσαν την αφαίρεση του κόστους της ορχήστρας. Σε σχέση με την τελευταία θέση του κ. Κ. παρατηρούμε ότι αυτή τέθηκε ενώπιόν μας χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμένα και απτά στοιχεία που να την επιβεβαιώνουν (γεγονός που μας προβληματίζει). Σημειώνουμε ότι ο κ. Χ., ο οποίος κλήθηκε από την πλευρά του Αιτητή 1, δεν επιβεβαίωσε τις θέσεις του κ. Κ. αφού
(1)παρά το ότι κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι το 2013 έγινε αλλαγή στην πολιτική που είχε το Monte Caputo σε σχέση με την παροχή μουσικής στις εκδηλώσεις που διοργανώνονταν στο Monte Caputo, δεν μας έδωσε οποιαδήποτε άλλα στοιχεία και
(2)σε αντίθεση με τον κ. Κ. είπε ότι οι πελάτες ενημέρωναν το Monte Caputo αν ήθελαν την ορχήστρα του Monte Caputo μία με ενάμιση (1 με 1 ½) εβδομάδα πριν την εκδήλωση και δεν αναφέρθηκε σε συμβόλαια του 2013 για εκδηλώσεις το
  1. Σε ότι αφορά την αλλαγή των συμβολαίων παρατηρούμε ότι ενώπιόν μας κατατέθηκαν μόνο δύο κενά έντυπα που φέρουν τον τίτλο «Συμφωνητικό Έγγραφο Τελικού Αριθμού Ατόμων» (Τεκμήρια 5Α και 5Β). Τα εν λόγω έντυπα, κατά τη γνώμη μας, από μόνα τους δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν τις θέσεις του κ. Κύρκου για το έτος 2013 αφού και στο Τεκμήριο 5Β πάλι αναγράφεται η επιλογή της ορχήστρας του Monte Caputo. Επίσης τα εν λόγω έγγραφα μιλούν για τελικό αριθμό ατόμων και λογικά θα αφορούσαν την τελική επιβεβαίωση για τον αριθμό ατόμων για τη δεξίωση γάμου λίγες μέρες πριν τη δεξίωση γάμου και όχι τους γάμους που κλείστηκαν το 2013 για το
  2. Σημειώνουμε ότι κατά το στάδιο των ένορκων αποκαλύψεων η Εργοδότρια Εταιρεία αποκάλυψε ένα έγγραφο με τίτλο Συμφωνητικό Έγγραφο το οποίο φαίνεται ότι αποτελούσε τη συμφωνία της Εργοδότριας Εταιρείας με τους πελάτες της για τη διοργάνωση εκδήλωσης στο Monte Caputo ένα χρόνο πριν την ημερομηνία της εκδήλωσης και το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου είναι διαφορετικό από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 5Α και 5Β. Περαιτέρω ο κ. Κ. δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε στοιχεία σχετικά με τις εκδηλώσεις που διοργάνωσε το Monte Caputo το 2013 αφού δεν μας ανέφερε πόσες δεξιώσεις γάμων διοργάνωσε το Monte Caputo το 2013 και πόσες από αυτές ήταν με την ορχήστρα του Monte Caputo και πόσες με DJ ή με άλλη ορχήστρα. Ούτε μας έδωσε στοιχεία σχετικά με πρόσληψη DJ στην Εργοδότρια Εταιρεία ή συνεργασία της Εργοδότριας Εταιρείας με DJ παρά το ότι σε δύο σημεία της μαρτυρίας του ανέφερε ότι το 2013 η ορχήστρα καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με DJ. Ο κ. Χ. είπε ότι το 2015 το Monte Caputo δεν είχε ορχήστρα και δεν μας ανέφερε τι γινόταν το 2013 και το
  3. Συνακόλουθα, η μαρτυρία του κ. Χ. δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υποστηρίζει τη μαρτυρία του κ. Κ. Πέραν τούτου, ο κ. Κ. δεν μας ανέφερε τι γινόταν όταν οι πελάτες ζητούσαν την ορχήστρα του Monte Caputo. Δεν θεωρούμε ότι τα έγγραφα με τις απολαβές των Αιτητών για το έτος 2013 είναι αρκετά για να αποδείξουν από μόνα τους τον ισχυρισμό της κατάργησης της ορχήστρας του Monte Caputo στις εκδηλώσεις που διοργανώνονταν στο εν λόγω κέντρο λόγω του ότι αυτά δεν τέθηκαν ενώπιόν μας σε συνάρτηση με τις εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν στο Monte Caputo το 2013 και στις εκδηλώσεις που συμμετείχε η ορχήστρα του Monte Caputo το
  4. Σημειώνουμε ότι σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας ο κ. Κ. προέβαλε μια διαφορετική εκδοχή αφού υποστήριξε ότι οι πελάτες του Monte Caputo πάντοτε είχαν την επιλογή να φέρουν τη δική τους ορχήστρα ή DJ και ότι μέχρι το 2013 η Εργοδότρια Εταιρεία σύστηνε στους πελάτες το σχήμα του Monte Caputo και ότι τα μέλη της ορχήστρας ειδοποιούνταν λίγες μέρες πριν την εκδήλωση αν τους χρειαζόταν και/ ή τους ζητούσε ο πελάτης. (στ) Ενώ ο κ. Κ. ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν στο λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας λίστες με τις εκδηλώσεις στις οποίες συμμετείχαν οι Αιτητές, τέτοιες λίστες δεν τέθηκαν ενώπιόν μας. Το μόνο που κατατέθηκε ενώπιόν μας ήταν τα Τεκμήρια 4 και 5 τα οποία σύμφωνα με τον κ. Κ. ήταν η βάση για τον υπολογισμό της οφειλόμενης στους Αιτητές ετήσιας άδειας για τα έτη 2012 και
  5. Για τους λόγους τους οποίους αναφέραμε πιο πάνω, κρίνουμε ότι το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. (ζ) Ούτε ο κ. Κ. ούτε η κα Χ. μας εξήγησαν τις αναφορές "basic salary", "hourly rate" και "working hours:173,33" στις καταστάσεις αποδοχών των Αιτητών (Τεκμήρια 3Α και 3Β). (η) Ενώ από τα στοιχεία που κατέθεσε η Εργοδότρια Εταιρεία φαίνεται ότι η απασχόληση του κ. Χ. από την Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε τον Φεβρουάριο του 2011, η κα Κ. κατά τη μαρτυρία της είπε ότι ο κ. Χ. έφυγε μαζί με την υπόλοιπη ορχήστρα. (θ) Ο κ. Κ. στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε γενικά και αόριστα ότι οι Αιτητές εργάζονταν κάτω από 20 ώρες εβδομαδιαίως χωρίς να συνδέσει τους εν λόγω ισχυρισμούς του με πραγματικά στοιχεία. Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι οι Αιτητές εργάζονταν Σάββατο και Κυριακή πέντε με έξι (5-6) ώρες και ότι κάποιες εβδομάδες μπορεί να εργάζονταν τρεις
(3)φορές. Η κα Κ. αντεξεταζόμενη είπε ότι η ορχήστρα συνήθως έπαιζε τέσσερις με πέντε ώρες (4-5) ώρες σε κάθε εκδήλωση, ότι τα μέλη της ορχήστρας έρχονταν δύο
(2)ώρες πριν την έναρξη της κάθε εκδήλωσης και ότι οι εκδηλώσεις γίνονταν συνήθως Σαββατοκυριάκα. Η κα Χ. παραδέχτηκε ότι δεν γνώριζε προσωπικά τους όρους εργασίας των Αιτητών σχετικά με τις ώρες εργασίας τους (είπε ότι τους πληροφορήθηκε από τον κ. Κ. Χ.). (ι) Ενώ όλοι οι μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας ανέφεραν ότι υπήρχαν περίοδοι που οι Αιτητές δεν εργάζονταν λόγω του ότι δεν γίνονταν γάμοι, παρατηρούμε ότι στα Τεκμήρια 7 και 8 για την περίοδο 01/01/2009 μέχρι 12/12/2012 (4 χρόνια) φαίνεται ότι μόνο τον Μάρτιο του 2012 οι Αιτητές δεν είχαν απολαβές. (κ) Ο κ. Κ. και η κα Χ. αντεξεταζόμενοι σχετικά με τις ημερομηνίες πρόσληψης των Αιτητών είπαν ότι δεν γνωρίζουν και δεν είναι σίγουροι για τις εν λόγω ημερομηνίες. Θεωρούμε ότι οι πάνω αδυναμίες και τα πιο πάνω κενά στη μαρτυρία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας πλήττουν ουσιαστικά την αξιοπιστία των μαρτύρων της Εργοδότριας Εταιρείας και ως εκ τούτου κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων. Συνακόλουθα η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων απορρίπτεται. Δεχόμαστε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της κας Π. Η μάρτυρας απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και έδωσε όλες τις επεξηγήσεις που της ζητήθηκαν. Διευκρίνισε ποια είναι η δική της εμπλοκή σε σχέση με τα έγγραφα που κατέθεσε και τις αναφορές που περιέχονται στα εν λόγω έγγραφα. Συνακόλουθα η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της και βρίσκουμε ως πραγματικό γεγονός ότι στο σύστημα του Τμήματος των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από σχετικές δηλώσεις είτε του Αιτητή 1 είτε της Εργοδότριας Εταιρείας, καταχωρήθηκαν τα στοιχεία στα οποία αναφέρθηκε η μάρτυρας. Σε σχέση με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του Αιτητή 1 παρατηρούμε τα εξής: (α) Ενώ η δικηγόρος του Αιτητή 1 υπέβαλε στον κ. Κ. κατά την αντεξέτασή του ότι
(1)οι Αιτητές λάμβαναν τον μισθό τους είτε με επιταγές είτε σε μετρητά ανάλογα με το τι βόλευε την Εργοδότρια Εταιρεία,
(2)η Εργοδότρια Εταιρεία πλήρωνε τους Αιτητές μηνιαίως και εβδομαδιαίως ανάλογα με τις επιπλέον απολαβές που τους έδινε,
(3)η Εργοδότρια Εταιρεία μόνο τα τελευταία χρόνια πλήρωνε τους Αιτητές με μετρητά και όχι με επιταγές, ο Αιτητής 1 σε διάσταση με τα πιο πάνω πρόβαλε τη θέση ότι καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής του στην Εργοδότρια Εταιρεία πληρωνόταν με μετρητά εβδομαδιαίως. Ενώ η δικηγόρος του υπέβαλε στον κ. Κύρκο ότι
(1)οι Αιτητές έπαιρναν επιπλέον €70,00 ως επίδομα για κάθε εκδήλωση (κατά την κυρίως εξέτασή του ο Αιτητής 1 είπε ότι τα έξτρα ωφελήματα που λάμβανε από την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν χρήματα που του δίνονταν από την Εργοδότρια Εταιρεία μέσω του κ. Χ. ή του διευθυντή του κέντρου όταν έρχονταν καλλιτέχνες από Ελλάδα και η ορχήστρα έπρεπε να τους συνοδεύσει) και
(2)το 2013 η Εργοδότρια Εταιρεία μετέβαλε μονομερώς τον μισθό των Αιτητών χωρίς να τους ενημερώσει, ο Αιτητής 1 δεν υποστήριξε κάτι τέτοιο κατά τη μαρτυρία του. Να σημειώσουμε ότι ο κ. Χ. (ο οποίος αναφέρθηκε σε διάφορες συμφωνίες πληρωμής που είχαν οι μουσικοί της ορχήστρας με τον εκάστοτε διευθυντή του Monte Caputo χωρίς όμως να μας δώσει περισσότερες λεπτομέρειες και διευκρινίσεις) δεν επιβεβαίωσε τη θέση του Αιτητή 1 για επιπλέον απολαβές αφού είπε ότι αυτός δεν γνώριζε οι μουσικοί να είχαν επιπλέον απολαβές πέραν του μισθού τους που έμπαινε στον φάκελο εβδομαδιαίως, γεγονός που μας προβληματίζει. (β) Η αξιοπιστία της θέσης που προέβαλε ο Αιτητής 1 ότι τέλος του 2003 η Εργοδότρια Εταιρεία δεν κατέβαλλε για τα μέλη της ορχήστρας εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων και δήλωσε τα μέλη της ορχήστρας ως πλεονάζοντες χωρίς αυτός να το γνωρίζει, τίθεται σε αμφιβολία υπό το φως των γεγονότων ότι τότε (κατά το 2003) ο Αιτητής 1 υπέβαλε αιτήσεις στα αρμόδια Τμήματα για πλεονασμό και για επίδομα ανεργίας και λάμβανε επίδομα ανεργίας. (γ) Οι ισχυρισμοί του Αιτητή 1 ότι ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν στο ποσό των €976,00, ότι η αντιμισθία του δεν εξαρτάτο από τις εκδηλώσεις στις οποίες συμμετείχε και ότι δεν υπήρχαν κάποιες χρονικές περίοδοι που το Monte Caputo δεν είχε εκδηλώσεις, δεν υποστηρίχτηκαν από τον κ. Χ. Ο κ. Χ. σε διάσταση με τον Αιτητή 1 είπε ότι οι μουσικοί της ορχήστρας λάμβαναν ένα σταθερό ημερομίσθιο για κάθε εκδήλωση στην οποία συμμετείχαν και πληρώνονταν για όσες εκδηλώσεις συμμετείχαν, ότι υπήρχαν χρονικές περίοδοι που οι Αιτητές δεν εργάζονταν επειδή δεν γίνονταν γάμοι και ότι πολύ αραιά υπήρχαν στο Monte Caputo άλλες εκδηλώσεις. Σε αντίθεση με την τελευταία θέση του κ. Χ., ο κ. Χ. υποστήριξε ότι το Monte Caputo μέχρι το 2011 δούλευε συνέχεια αφού είχε μόνιμο πρόγραμμα καθότι είχε γάμους και άλλες εκδηλώσεις και όταν δεν είχε οτιδήποτε άλλο τα Σαββατοκυρίακα δούλευε «σαν μπουζούκια». Παρατηρούμε ότι η εν λόγω θέση του κ. Χ. δεν υποβλήθηκε στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας. Η μόνη υποβολή που έγινε στον κ. Κύρκο ότι το πρόγραμμα των εκδηλώσεων του Monte Caputo για να μπορέσει να τηρηθεί επέβαλλε συνεχείς πρόβες επί καθημερινής βάσης και ότι υπήρχαν εκδηλώσεις στο Monte Caputo τις καθημερινές και ότι οι Αιτητές εργάζονταν πέραν των 40 ωρών κάθε εβδομάδα η οποία κρίνουμε ότι δεν καλύπτει την πιο πάνω θέση του κ. Χ. Ο κ. Χ. δεν μας ανέφερε πόσο συχνά είχαν άλλες εκδηλώσεις. Ούτε επιβεβαίωσε τη θέση του Αιτητή 1 για σταθερό μηνιαίο μισθό. Περαιτέρω ο κ. Χ. είπε ότι με τον κ. Α. (ο οποίος ήταν ο διευθυντής του Monte Caputo πριν τον κ. Χ.) υπήρχε συμφωνία τότε οι μουσικοί να πληρώνονται για τριήμερο εβδομαδιαίως είτε εργάζονται είτε όχι τρεις
(3)μέρες την εβδομάδα, αναφορά η οποία κατά τη γνώμη μας δεικνύει ότι οι μουσικοί δεν είχαν σταθερό μηνιαίο μισθό. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή 1, του κ. Χ. και του κ. Κ. σχετικά με τις εκδηλώσεις πέραν των γάμων που λάμβαναν χώρα στο Monte Caputo τέθηκαν ενώπιόν μας γενικά και αόριστα αφού δεν μας είπαν με σαφήνεια πόσο συχνά διοργανώνονταν αυτές οι εκδηλώσεις. (δ) Ο Αιτητής 1 με την κατάθεσή του δεν προώθησε τις αξιώσεις του για οφειλόμενο 13ο μισθό αφού περιορίστηκε μόνο στην αναφορά ότι λάμβανε και 13ο μισθό η οποία έγινε για σκοπούς απόδειξης του ύψους των απολαβών του. Ερωτώμενος κατά την αντεξέτασή του πότε ήταν η τελευταία φορά που έλαβε 13ο μισθό δεν μπορούσε να θυμηθεί ποια χρονιά ήταν η τελευταία χρονιά (το 2010, το 2011 ή το 2012) που βρήκε επιπλέον χρήματα στον φάκελο με την αντιμισθία του την εποχή των εορτών των Χριστουγέννων, γεγονός που δεν μας φαίνεται φυσικό. Περαιτέρω μας παραξενεύει το γεγονός ότι ο Αιτητής 1 δεν ανέφερε ότι όταν διαπίστωσε ότι δεν έλαβε τον 13ο μισθό του διαμαρτυρήθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία για την εν λόγω παράλειψή της. Πέραν τούτου ο Αιτητής 1 δεν ήταν σίγουρος αν αυτό που λάμβανε κάθε Χριστούγεννα ήταν 13ος μισθός, δώρο ή bonus. Ο κ. Χ. είπε ότι αν δεν κάνει λάθος για κάποια περίοδο οι μουσικοί έπαιρναν 13ο μισθό χωρίς να διευκρινίσει σε ποια περίοδο αναφερόταν και στη συνέχεια όταν του ζητήθηκε σχετική διευκρίνιση είπε ότι νομίζει ότι κάποιες εποχές η Εργοδότρια Εταιρεία έδινε στους μουσικούς και δώρο. (ε) Ο Αιτητής 1 κατέθεσε τα Τεκμήρια 17 Α και 17 Β λέγοντας ότι τα εν λόγω έγγραφα δεικνύουν ότι το 2015 σε δεξιώσεις γάμου στο Monte Caputo υπήρχε ορχήστρα του κέντρου. Αρχικά είπε ότι τα εν λόγω Τεκμήρια αφορούν γάμους ατόμων του οικείου περιβάλλοντός του και στη συνέχεια ανασκεύασε λέγοντας ότι το πρόσωπο που αναφέρεται στα εν λόγω έγγραφα δεν είναι φίλος του και ότι τα εν λόγω έγγραφα τα παρέλαβε από κάποια συγκεκριμένη πηγή την οποία δεν χρειάζεται να αναφέρει στο Δικαστήριο. Ο κ. Χ. σε αντίθεση με τον Αιτητή 1 είπε ότι μόνο η εκδήλωση του Τεκμηρίου 17Β είχε ορχήστρα. (στ) Ο Αιτητής 1 ενώ υποστήριξε ότι δεν γνώριζε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δήλωνε στο Τμήμα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων τα ποσά που φαίνονται στο Τεκμήριο 7 ως τις απολαβές του και ότι τα προηγούμενα χρόνια πριν την απόλυσή του δεν έλαβε επιστολές από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων στις οποίες αναγράφονταν οι εισφορές του στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις,
(1)αντεξεταζόμενος είπε ότι όταν έλαβε το Τεκμήριο 13 (το οποίο σημειώνουμε έλαβε αρχές του 2011) στο οποίο δεν αναφερόταν ο 13ος μισθός και οι επιπλέον απολαβές υποψιάστηκε ότι «θα υπάρχουν διαφορές» στις απολαβές που δηλώνει η Εργοδότρια Εταιρεία για το πρόσωπό του στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και
(2)στην ένορκη δήλωσή του αποκάλυψης εγγράφων αποκάλυψε (
  1. i)επιστολές του Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων προς αυτόν που του στάληκαν το 2009, το 2010 και το 2011 στις οποίες περιέχονταν οι ασφαλιστέες αποδοχές του για τα έτη 2008, 2009 και 2010 και (
  2. ii)πιστοποιητικά αποδοχών για τα έτη 2010, 2011 και 2012 τα οποία εκδόθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία και τα οποία φέρουν ημερομηνίες του 2011, του 2012 και του 2013 (πολύ πριν την απόλυσή του), στα οποία έγγραφα φαίνεται ότι οι αποδοχές του κατά τα εν λόγω έτη είναι οι ίδιες με αυτές που αναφέρονται στο Τεκμήριο 7. Θεωρούμε ότι το πιο πάνω γεγονός πλήττει καίρια την αξιοπιστία του Αιτητή 1. (ζ) Ο Αιτητής 1 δεν μας ανέφερε ποια ήταν η μεγάλη πίεση που δέχτηκε τον Σεπτέμβριο του 2014 για να υπογράψει το Τεκμήριο 2Α και δεν μας ανέφερε συγκεκριμένα κάτω από ποιες συνθήκες υπέγραψε το εν λόγω Τεκμήριο γεγονός που μας ξενίζει. Περαιτέρω δεν μπορούμε να αντιληφθούμε ποια πίεση μπορούσε να εξασκήσει η Εργοδότρια Εταιρεία σε αυτόν 10 μήνες μετά την απόλυσή του και αφού ήδη είχε επισκεφθεί δικηγόρο και η οποία απέστειλε εκ μέρους του δύο επιστολές στην Εργοδότρια Εταιρεία. (η) Οι θέσεις του Αιτητή 1 σχετικά με τις συνέπειες που υπέστηκε συνεπεία της απόλυσής του από την Εργοδότρια Εταιρεία τέθηκαν ενώπιόν μας πολύ γενικά και αόριστα. (θ) Ο κ. Χ. ενώ παραδέχτηκε ότι παρέδωσε στον Αιτητή 1 το Τεκμήριο 13 είπε ότι δεν γνωρίζει πώς υπολογίστηκε το ποσό των €976,00 που αναγράφεται στο εν λόγω Τεκμήριο ότι λάμβανε ο Αιτητής 1 μηνιαίως και ότι τα εν λόγω στοιχεία του τα έδωσαν από το λογιστήριο της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λευκωσία. (ι) Δεν τέθηκε ενώπιόν μας με σαφήνεια και συνέπεια η συχνότητα των προβών που έκαναν οι μουσικοί της ορχήστρας. Ο κ. Χ., ο κ. Κ. και ο Αιτητής 1 (ο Αιτητής 1 αρχικά είπε ότι εβδομαδιαία γίνονταν πολύωρες πρόβες και στη συνέχεια διευκρίνισε ότι ανάλογα με τις απαιτήσεις των εκδηλώσεων γίνονταν και οι πρόβες) υποστήριξαν ότι πρόβες γίνονταν όταν άλλαζε το μόνιμο μουσικό πρόγραμμα και όταν είχαν εκδηλώσεις στις οποίες απαιτείτο ειδικό μουσικό πρόγραμμα από τον πελάτη ή όταν έρχονταν καλλιτέχνες από την Ελλάδα. Ο κ. Χ. ισχυρίστηκε ότι η ορχήστρα ιδιαίτερα μετά που έφυγε ο κ. Χ. δεν έκανε πρόβες ούτε άλλαζε το πρόγραμμα. Ο Αιτητής 1 υποστήριξε ότι άλλαζαν πέντε
(5)προγράμματα τον χρόνο. Ο κ. Χ. είπε ότι «οι μόνιμες πρόβες για να αλλάξει το πρόγραμμα γίνονταν κάθε τέσσερις
(4)μήνες», δηλαδή τρεις
(3)αλλαγές κάθε χρόνο και ενδιάμεσα έκαναν πρόβες αν είχαν κάποιες εκδηλώσεις με ειδικές απαιτήσεις. Ο κ. Κ. ανέφερε ότι το πρόγραμμα μπορεί να άλλαζε κάθε τρεις
(3)ή έξι
(6)μήνες ή όταν έβγαιναν νέα τραγούδια από τους τραγουδιστές. Ο κ. Χ. είπε ότι οι πρόβες δεν ήταν καθορισμένες και ότι μια εβδομάδα μπορούσε να μην κάνουν πρόβες και την επόμενη εβδομάδα να κάνουν τέσσερις πρόβες. Ο κ. Κ. είπε ότι δεν γίνονταν κάθε εβδομάδα πρόβες. Κρίνουμε ότι λόγω των πιο πάνω κενών και αδυναμιών στη μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του Αιτητή 1 δεν είναι ασφαλές να στηριχτούμε στην εν λόγω μαρτυρία για εξαγωγή ευρημάτων που αφορούν την αίτηση του Αιτητή 1. Συνακόλουθα δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του Αιτητή 1 και των μαρτύρων του. Σε ότι αφορά τη μαρτυρία του Αιτητή 2 σημειώνουμε ότι ο Αιτητής 2 παραδέχτηκε ότι
(1)πληρωνόταν ένα συγκεκριμένο ημερομίσθιο για κάθε εκδήλωση που συμμετείχε (και είπε ότι ο μέσος όρος των μηνιαίων απολαβών του ανερχόταν περίπου στα €1.000,00),
(2)οι απολαβές του καταβάλλονταν από την Εργοδότρια Εταιρεία εβδομαδιαία,
(3)ο λόγος που στο Τεκμήριο 8 δεν φαίνονται να είναι σταθερές οι απολαβές του είναι επειδή πληρωνόταν ανάλογα με τις εκδηλώσεις στις οποίες εργαζόταν κάθε εβδομάδα οι οποίες δεν ήταν κάθε εβδομάδα οι ίδιες και
(4)κάθε χρόνο η Εργοδότρια Εταιρεία τον Αύγουστο του κατέβαλλε πληρωμή για τις ετήσιες άδειές του. Παρατηρούμε ότι ο Αιτητής 2 στην κυρίως εξέτασή του δεν αναφέρθηκε σε 13ο μισθό (ούτε επιβεβαίωσε τις αξιώσεις του για 13ο μισθό) και αντεξεταζόμενος είπε ότι κάθε Χριστούγεννα λάμβανε ένα επιπλέον πόσο «κάτι σαν» 13ο μισθό ή ως φιλοδώρημα. Ερωτώμενος σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι του εξασκήθηκε πίεση να υπογράψει το Τεκμήριο 2Β απάντησε ότι του είπαν από την Εργοδότρια Εταιρεία ότι «αφού εργάζεσαι εδώ πρέπει να υπογράψεις» κάτι που δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον τον Σεπτέμβριο του 2014 δεν εργαζόταν στην Εργοδότρια Εταιρεία. Η μαρτυρία του σε σχέση με τις πρόβες και τη συχνότητα που αυτές γινόταν και τις άλλες εκδηλώσεις πέραν των γάμων τέθηκε ενώπιόν μας με τέτοια γενικότητα και αοριστία η οποία, κατά την κρίση μας, μας εμποδίζει από το να θεωρήσουμε τη μαρτυρία του Αιτητή 2 ως ασφαλή βάση για εξαγωγή ευρημάτων γεγονότων. Ο Αιτητής 2 για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του προέβαλε τη θέση ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τους απέλυσε λέγοντάς τους ότι το κόστος της ορχήστρας στην οποία ήταν μέλη ήταν πολύ ψηλό χωρίς προηγουμένως να τεθεί η εν λόγω θέση στους μάρτυρες της Εργοδότριας Εταιρείας κατά την αντεξέτασή τους για να απαντήσουν. Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι πέραν των παραδοχών του Αιτητή 2 η υπόλοιπη μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Εφαρμογή νομικής πτυχής Α. Η αξίωση του Αιτητή 2 για οφειλόμενες ετήσιες άδειες για τα έτη 2009 - 2013 απορρίπτεται ενόψει της παραδοχής του ότι κάθε χρόνο η Εργοδότρια Εταιρεία τον Αύγουστο του κατέβαλλε πληρωμή για τις ετήσιες άδειές του και της μη προώθησης της εν λόγω αξίωσής του με τη μαρτυρία του. Β. Οι Αιτητές με τη μαρτυρία τους δεν προώθησαν ρητά και ξεκάθαρα τις αξιώσεις τους για οφειλόμενο 13ο μισθό αφού στην κυρίως εξέτασή τους δεν αναφέρθηκαν στη μη καταβολή του 13ου μισθού για τα έτη 2012 και 2013 και περιορίστηκαν σε γενική αναφορά (για σκοπούς καθορισμού των απολαβών τους) ότι λάμβαναν 13ο μισθό. Μόνο κατά την αντεξέτασή τους αναφέρθηκαν σε ζητήματα που αφορούσαν τον 13ο μισθό χωρίς όμως να δώσουν σαφή και αξιόπιστη μαρτυρία σχετικά με τις αξιώσεις τους για πληρωμή 13ων μισθών. Ενόψει της απόρριψης τόσο της μαρτυρίας της πλευράς της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και της μαρτυρίας των Αιτητών δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε οποιοδήποτε εύρημα πραγματικού γεγονότος που να αφορά την ύπαρξη δικαιώματος των Αιτητών για καταβολή 13ου μισθού το 2012 και 2013, το ύψος του 13ου μισθού και τον λόγο της μη καταβολής του στην περίπτωση που οι Αιτητές είχαν σύμφωνα με την σύμβαση εργασίας τους δικαίωμα 13ου μισθού. Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να αποφανθούμε επί των γεγονότων που στηρίζουν τη βάση των εν λόγω αυτοτελών αξιώσεων των Αιτητών ούτε και να θεωρήσουμε ότι για σκοπούς του Νόμου ότι οι Αιτητές λάμβαναν 13ο μισθό. Ακόμα και αν ενόψει της δικογραφημένης αναφοράς της Εργοδότριας Εταιρείας ότι οποιοιδήποτε οφειλόμενοι 13οι μισθοί έχουν καταβληθεί στους Αιτητές, θεωρηθεί ότι οι Αιτητές είχαν δικαίωμα σε 13ο μισθό και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία όφειλε με βάση τον Ν.35(Ι)/2007 να αποδείξει την καταβολή του στους Αιτητές ή νόμιμο λόγο μη καταβολής του, κρίνουμε ότι λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας των Αιτητών, οι Αιτητές δεν απέδειξαν το ύψος του οφειλόμενου 13ου μισθού και ως τούτου δεν μπορεί να τους επιδικαστεί οποιοδήποτε ποσό ως οφειλόμενη αναλογία 13ου μισθού για το 2013. Συνακόλουθα οι αξιώσεις των Αιτητών για οφειλόμενη αναλογία 13ου μισθού για το 2013 απορρίπτονται. Γ. Η απόρριψη της μαρτυρίας τόσο της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και των Αιτητών μας εμποδίζει από το να καταλήξουμε σε εύρημα σχετικά με τις απολαβές των Αιτητών. Δ. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας των Αιτητών, οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν
(1)ότι εργάζονταν είτε για όλη την περίοδο που απασχολήθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία είτε για κάποιες περιόδους κατά την απασχόλησή τους από την Εργοδότρια Εταιρεία περισσότερο από 18 ώρες την εβδομάδα και
(2)τις ημερομηνίες πρόσληψής τους που αναγράφουν στα δικόγραφά τους. Όμως όπως σημειώσαμε πιο πάνω τα εν λόγω ζητήματα αφορούν μόνο το Ταμείο και όχι την Εργοδότρια Εταιρεία η οποία δεν έθεσε τα εν λόγω ζητήματα ως επίδικα στα δικόγραφά της. Η Εργοδότρια Εταιρεία στα δικόγραφά της ήγειρε μόνο το ζήτημα ότι επειδή οι Αιτητές, σύμφωνα με αυτήν, εργάζονταν με μερική απασχόληση μετά από ειδοποίηση και κλήση από αυτήν, η απασχόλησή τους δεν ήταν συνεχής λόγω του ότι υπήρχαν χρονικοί περίοδοι που δεν εργάζονταν. Η εν λόγω θέση της Εργοδότριας Εταιρείας δεν γίνεται δεχτή για τους πιο κάτω λόγους: (α) βάσει της αξιολόγησης της μαρτυρίας, η μαρτυρία της Εργοδότριας Εταιρείας που στήριζε και θα αποδείκνυε την εν λόγω θέση έχει απορριφθεί και κατά συνέπεια η Εργοδότρια Εταιρεία δεν απέδειξε τις εν λόγω θέσεις της και, (β) η Εργοδότρια Εταιρεία δεν φαίνεται, με βάση τα στοιχεία που είναι κατατεθειμένα στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τους μήνες που φαίνεται ότι οι Αιτητές δεν λάμβαναν αντιμισθία, ότι δήλωνε διακοπή της απασχόλησης των Αιτητών. Περαιτέρω η δικαιολογία που προβλήθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ότι οι Αιτητές τις εν λόγω περιόδους δεν εργάζονταν επειδή δεν γίνονταν γάμοι λόγω νηστειών. Θεωρούμε ότι η εν λόγω δικαιολογία λαμβάνοντας υπόψη την επαναπασχόληση των Αιτητών στην Εργοδότρια Εταιρεία χωρίς νέα πρόσληψη και την επαναληπτικότητα της διαδικασίας της μη λήψης αντιμισθίας χωρίς επίσημο τερματισμό της απασχόλησης των Αιτητών, όπως αυτά φαίνονται στα Τεκμήρια 7 και 8, δεικνύει ότι η οποιαδήποτε μη απασχόληση και/ή απουσία των Αιτητών από την εργασία τους ήταν προσωρινή λόγω μη ύπαρξης εργασιών του εργοδότη τους χωρίς διακοπή της απασχόλησης και/ή στη βάση αμοιβαίας συμφωνίας ότι η εν λόγω απουσία των Αιτητών από την εργασία τους δεν διέκοπτε το συνεχές της απασχόλησης των Αιτητών στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ε. Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας της Εργοδότριας Εταιρείας δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε συμπέρασμα ότι η αλλαγή της πολιτικής της Εργοδότριας Εταιρείας σε σχέση με τη μουσική στις εκδηλώσεις που γίνονταν στο Monte Caputo με τον τρόπο που επικαλέστηκε η Εργοδότρια Εταιρεία επέφερε κατά την απόλυση των Αιτητών τον Οκτώβριο του 2013 τη μείωση των καθηκόντων των Αιτητών στον βαθμό που δικαιολογούσε τη μη συνέχιση της απασχόλησής τους. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει ότι προέβηκε σε οποιαδήποτε αναδιοργάνωση ή εκσυγχρονισμό ή μηχανοποίηση ή αλλαγή στις μεθόδους παραγωγής ή οργάνωσης εντός των πλαισίων του Νόμου και της Νομολογίας η οποία δικαιολογούσε την απόλυση των Αιτητών καθότι δεν αποδείχτηκε ότι τα καθήκοντα που εκτελούσαν οι Αιτητές εξέλιπαν ή καταργήθηκαν ή μειώθηκαν ουσιωδώς (σε σημείο που να καθίσταται η εργοδότησή τους μη αναγκαία). Κατά συνέπεια βρίσκουμε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης των Αιτητών δεν αποδείχτηκε ότι υφίσταντο οι λόγοι πλεονασμού σύμφωνα με το άρθρο 18(γ)(
  1. i)και (
  2. ii)του Νόμου. Καταλήγουμε λοιπόν ότι η απόλυση των Αιτητών είναι παράνομη και συνεπώς οι Αιτητές δικαιούνται σε σχετική αποζημίωση και πληρωμή αντί προειδοποίησης από την Εργοδότρια Εταιρεία. Στ. Με βάση το άρθρο 3 του Νόμου όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτουμένου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί[7] λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Όπως αναφέραμε πιο πάνω για σκοπούς του Νόμου σε ότι αφορά την Εργοδότρια Εταιρεία η περίοδος απασχόλησης (α) του Αιτητή 1 ήταν από την 01/03/2002 μέχρι τις 14/10/2013 (δηλαδή 11 χρόνια) και (β) του Αιτητή 2 ήταν από την 01/02/2009 μέχρι τις 14/10/2013 (δηλαδή 4 χρόνια). Για σκοπούς αποζημιώσεων θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα εβδομαδιαία ημερομίσθια που λάμβαναν οι Αιτητές πριν την απόλυσή τους. Εφόσον τόσο η μαρτυρία των Αιτητών όσο και η μαρτυρία της Εργοδότριας Εταιρείας έχουν απορριφθεί, τα μόνα στοιχεία που έχουμε ενώπιόν μας είναι οι καταστάσεις αποδοχών των Αιτητών που εκδόθηκαν από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Θα βασιστούμε σε αυτές για σκοπούς καθορισμού των αποζημιώσεων που θα επιδικαστούν υπέρ των Αιτητών ως δηλώσεις (παραδοχές) που έκανε η Εργοδότρια Εταιρεία σε μια αρμόδια κρατική αρχή ως ήταν υποχρεωμένη με βάση νομοθεσία να πράξει ως εργοδότης. Ενόψει του ότι στις εν λόγω δηλώσεις οι απολαβές των Αιτητών δεν ήταν σταθερές κάθε μήνα οι τελευταίες απολαβές των Αιτητών για σκοπούς του Νόμου, θα πρέπει να υπολογιστούν με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3 της παραγράφου 4 του Τετάρτου Πίνακα και του άρθρου 5(α) του Τρίτου Πίνακα του Νόμου, δηλαδή θα πρέπει να υπολογιστεί ο μέσος όρος των τελευταίων δώδεκα
(12)εβδομάδων εργασίας πριν την απόλυσή τους. Με βάση τις καταστάσεις αποδοχών του Αιτητή 1 για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2013 ο εν λόγω μέσος όρος αντιστοιχεί σε €76,42 [(€687,00 + €115,00 + €115,00) ÷ 12]. Με βάση τις καταστάσεις αποδοχών του Αιτητή 2 για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2013 ο εν λόγω μέσος όρος αντιστοιχεί σε €80,17 [(€722,00 + €120,00 + €120,00) ÷ 12]. Έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία των Αιτητών ως αναξιόπιστη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς τους σχετικά με τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών τους, τη σταδιοδρομία και την υλική ζημιά που υπέστηκαν. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή 1 (€76,42) και τη διάρκεια της υπηρεσίας του Αιτητή 1 στην Εργοδότρια Εταιρεία (11 έτη) κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 26 εβδομάδων (οι οποίες είναι οι ελάχιστες που μπορούν να επιδικαστούν) ήτοι €1.986,92 (26 Χ €76,42). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(ζ) του Νόμου ο Αιτητής 1 δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με απολαβές 8 εβδομάδων, ήτοι ποσό €611,
  1. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη το ύψος των εβδομαδιαίων απολαβών του Αιτητή 2 (€80,17) και τη διάρκεια της υπηρεσίας του Αιτητή 2 στην Εργοδότρια Εταιρεία (4 έτη) κρίνουμε ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως του επιδικάσουμε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν σε απολαβές 8 εβδομάδων (οι οποίες είναι οι ελάχιστες που μπορούν να επιδικαστούν) ήτοι €641,36 (8 Χ €80,17). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 9(ε) του Νόμου ο Αιτητής 2 δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί με απολαβές 6 εβδομάδων, ήτοι ποσό €481,
  2. Κατάληξη
  3. Για σκοπούς απόφασης οι Αιτήσεις αποσυνδέονται.
  4. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση με αριθμό 780/14 (του Αιτητή 1) και εις βάρος της Εργοδότριας Εταιρείας για το συνολικό ποσό των €2.598,28 με νόμιμο τόκο. Λόγω του ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο Αιτητής 1 κρίθηκε αναξιόπιστη επιδικάζουμε υπέρ του και εις βάρος της Εργοδότριας Εταιρείας μόνο €1.100,00 ως δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α..
  5. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση με αριθμό 781/14 (του Αιτητή 2) για το ποσό των €1.122,38 με νόμιμο τόκο. Λόγω του ότι ο Αιτητής 2 κρίθηκε αναξιόπιστος επιδικάζουμε υπέρ του και εις βάρος της Εργοδότριας Εταιρείας μόνο €1.100,00 ως δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α.. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Μ. Πότσου, Μέλος Ν. Καλαθάς, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Με τον τροποποιητικό Νόμο 169
(1)/2002 με τον οποίο εισήχθηκε το εδάφιο (10Α) στο άρθρο 12 του Ν.8/67, ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης στο Δ.Ε.Δ.. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου, όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό (βλ. Ανδρέου ν. Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Πολ. Έφεση 191/13, ημερ.29/03/2021, ECLI:CY:AD:2021:A105 στην οποία λέχθηκε ότι η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία «αποσκοπεί όχι μόνον στο να επιβάλει στον επηρεαζόμενο και προτιθέμενο αιτητή όπως ενεργήσει εντός του χρόνου που καθορίζεται εκεί (έτσι ώστε να εξακριβωθεί αν ευσταθεί το αίτημά του) αλλά και να διασφαλίσει συν τω χρόνω το δημόσιο συμφέρον για τήρηση των νομοθετικώς τιθέμενων προθεσμιών).» [2] Το άρθρο 13 του Νόμου προβλέπει τα εξής: «Η διάρκεια της περιόδου απασχολήσεως και το εάν η απασχόλησις υπήρξε συνεχής ή μη, αποφασίζονται ως εκτίθεται εν τω Δευτέρω Πίνακι.» [3] Κώστας Λουκά v. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. [4] "
  2. ...... The clear purpose of section 212
(3)was to extend what was meant by continuous employment under a contract of employment to include certain periods where there was no employment if the specified conditions were satisfied. Thus if an employee during a week not within section 212
(1)is incapable of work in consequence of sickness or injury or is absent from work on account of a temporary cessation of work, that week is nevertheless to count in computing the employee's period of employment (section 212
(3)(
  1. a)and (b)). Similarly a week in which the conditions of paragraph (
  2. c)are satisfied will so count. But the ex - employee (who is included in the definition of "the employee") must by arrangement (which can, but need not, be a contract) or custom, be regarded by both the employer and the ex- employee as continuing in the employment of the employer for any purpose in that week. The parties might, for example, agree that for pension purposes the ex -employee is to be treated during the child break as continuing in the employment of the employer. But there must be a mutual recognition by the arrangement that the ex- employee, though absent from work, nevertheless continues in the employment of the employer. Without there being a meeting of minds by the arrangement that both parties regard the ex- employee as continuing in that employment for some purpose, section 212
(3)(c) will not be satisfied. Further, unless in every week of the child break the ex- employee is so regarded there will be a break in the continuity of employment." [5] Ο Ν.100(Ι)/2000 εκδόθηκε για σκοπούς εναρμόνισης της ημεδαπής νομοθεσίας με την Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αριθμό 91/553 και επιβάλλει σε κάθε εργοδότη την υποχρέωση να γνωστοποιήσει στον εργοδοτούμενο εγγράφως τους ουσιώδεις όρους εργασίας. [6] Στην εν λόγω υπόθεση ενώ οι Καθ' ων η αίτηση (εργοδότες) με το δικόγραφό τους παραδέχτηκαν την περίοδο απασχόλησης που ανέφερε η αιτήτρια (εργοδοτούμενη) στο δικόγραφο της το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε από μόνο του κατά πόσον η απασχόληση της αιτήτριας διακόπηκε σε κάποιο στάδιο λόγω εργασίας της στο εξωτερικό. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ενόψει της παραδοχής των Καθ' ων η αίτηση το ζήτημα της περιόδου της απασχόλησης της αιτήτριας δεν ήταν επίδικο αφού δεν εγέρθηκε ως επίδικο μέσω της δικογραφίας των διαδίκων και ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το εν λόγω ζήτημα και ανέτρεψε την απόφασή του επί του εν λόγω ζητήματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να περιοριστεί στα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία και να μην επεκταθεί σε άλλα μη προκύπτοντα από τη δικογραφία θέματα. [7] Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 98 σελ. 104-105 σημειώνονται τ΄ ακόλουθα: «Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη.Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» (Βλέπε επίσης Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 625, Touchstone Technologies Ltd v. Μαυρομμάτη
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1829). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.