Ένωση Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αίτησης: 249/2020, 30/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή. Ι. Νεοφύτου ) Α. Ψηλογένη ) Μελών Αρ. Αίτησης: 249/2020 Μεταξύ: Ένωση Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου Αιτήτρια και Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Νικολετόπουλος Για την Καθ' ης η αίτηση: κα. Τριανταφυλλίδη Α Π Ο Φ Α Σ Η H παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς καταχωρήθηκε την 24/7/
- Η Αιτήτρια αποτελεί συντεχνία η οποία εκπροσωπεί 21 τραπεζικούς υπαλλήλους που κατονομάζονται στους Γενικούς Λόγους της Αίτησης και οι οποίοι είναι μέλη της. Η Αιτήτρια, με την αίτηση εργατικής διαφοράς, αιτείται την έκδοση διαταγής του Δικαστηρίου «διαγιγνώσκουσα και/ή αναγνωρίζουσα ότι η καθ' ης η αίτηση . παρανόμως αρνείται την εργοδότηση των αιτητών παρ' αυτής ως αποτέλεσμα εφαρμογής του Νόμου και/ή κατά συνέπεια της Συμφωνίας Μεταφοράς Εργασιών», «αποζημιώσεις δια ζημιές προκληθείσες συνεπεία παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων της καθ' ης η αίτηση έναντι των Υπαλλήλων και/ή ζημιές διά παράβαση της Συμφωνίας Μεταφοράς Εργασιών και/ή του Νόμου και/ή της «Συμφωνίας για Ανανέωση της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Μεταξύ της Ένωσης Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου (ΕΤΥΚ) αφενός και της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ αφετέρου»», διαταγή του Δικαστηρίου διατάσσουσα την Καθ' ης η αίτηση όπως προσλάβει και επαναπροσλάβει τους Υπαλλήλους αναδρομικώς από 3/9/18 και όπως αποζημιώσει αυτούς κτλ, καταβολή προς τους υπαλλήλους οι οποίοι είναι μέλη της ΕΤΥΚ κάθε ωφελήματος το οποίο προκύπτει από τη συμφωνία ημερ. 31/7/17 και τις συλλογικές συμβάσεις κτλ, την καταβολή προς τους υπαλλήλους οποιουδήποτε άλλου οφειλομένου μισθού με βάση τον περί Προστασίας του Μισθού Νόμου, Ν.35(I)/07, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει πρόσφορη, τόκο 6% από 1/1/19 κτλ, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Η Αιτήτρια στο δικόγραφό της ισχυρίζεται ότι τα 21 άτομα που κατονομάζει ήταν υπαλλήλοι της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας τα οποία επηρεάζονταν από τη «Συμφωνία Μεταφοράς Εργασιών», ότι η εν λόγω Συμφωνία υπογράφτηκε από την Καθ' ης η αίτηση και την Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα την 25/6/18, ότι με βάση αυτή η Καθ' ης η αίτηση απέκτησε το «τμήμα της επιχείρησης» της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας με τρόπο που η Καθ' ης η αίτηση δεσμεύεται στις υποχρεώσεις της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας, ότι την 31/7/17 υπεγράφη «Συμφωνία για Ανανέωση της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Μεταξύ της Ένωσης Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου (ΕΤΥΚ) αφενός και της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ αφετέρου» με βάση την οποία συμφωνήθηκε η παγοποίηση της ΑΤΑ για τα μέλη της Καθ' ης η αίτηση για τη διετία 2017-2018, ότι είχε συμφωνηθεί ότι την 31/12/18 θα τερματίζετο η παγοποίηση της ετήσιας προσαύξησης και της ΑΤΑ και ότι από 1/1/19 οι υπάλληλοι της Καθ' ης η αίτηση θα δικαιούνταν ετήσια προσαύξηση στην οποία θα προστίθετο η παγοποιημένη ΑΤΑ. Περαιτέρω, η Αιτήτρια στο δικόγραφό της ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης τα 21 μέλη της εργοδοτούνταν στην ΚΕΔΙΠΕΣ, ότι η Καθ' ης η αίτηση κατέστη νομίμως υπόχρεα προς εργοδότηση των δυνάμει των πιο πάνω αναφερομένων συμφωνιών, ότι δεν εργοδότησε τα εν λόγω άτομα, ότι οι εν λόγω υπαλλήλοι δεν αποδέχθηκαν την μη εργοδότησή τους, ότι απαίτησαν με αλληλογραφία την πρόσληψή τους και ότι η Καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί να αρνείται την τήρηση των νόμιμων υποχρεώσεων της έναντί τους. Η Καθ' ης η αίτηση στο δικόγραφό της εγείρει 3 προδικαστικές ενστάσεις. Συγκεκριμένα η πρώτη προδικαστική ένσταση αφορά σε ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται και δεν έχει έννομο συμφέρον να εγείρει την αίτηση. Η δεύτερη προδικαστική ένσταση αφορά σε ισχυρισμό ότι η απαίτηση έχει παραγραφεί εφόσον η αίτηση έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και όχι εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Η τρίτη προδικαστική ένσταση της Καθ' ης η αίτηση αναφέρει ότι η αίτηση δεν εγείρεται εναντίον των αναγκαίων και απαραίτητων διαδίκων και ότι δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας εναντίον της. Επίσης, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι όλοι οι υπάλληλοι που έπρεπε να μεταφερθούν σε αυτή μεταφέρθηκαν και ότι η ίδια δεν είχε εμπλοκή ως προς το ποια άτομα θα μεταφέρονταν εφόσον αυτό επαφίετο στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας. Τα ακόλουθα αποτελούν παραδεκτά γεγονότα:
- Η Αιτήτρια είναι συντεχνία και τα 21 άτομα που κατονομάζονται στην αίτηση εργατικής διαφοράς είναι μέλη της.
- Η «Συμφωνία Μεταφοράς Εργασιών» μεταξύ της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας (στο εξής «η ΣΚΤ») και της Καθ' ης η αίτηση είναι ημερομηνίας την 25/6/
- Τα 21 μέλη της Αιτήτριας ήταν υπάλληλοι της ΣΚΤ ή ήταν υπάλληλοι σε Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα ή Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες, κατά το χρόνο έγερσης της αίτησης εργατικής διαφοράς εργάζονταν στην ΚΕΔΙΠΕΣ και δεν μεταφέρθηκαν στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση. Με την αγόρευσή του ο δικηγόρος της Αιτήτριας ισχυρίστηκε ότι η αξίωση της βασίζεται στον περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμο του 2000, Ν.104(I)/2000, ότι το άρθρο 7
(1)(α) του εν λόγω Νόμου αναφέρεται σε εκπροσώπους των εργοδοτουμένων, ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι η Αιτήτρια και ότι στο άρθρο 4 του καταστατικού της Αιτήτριας αναφέρεται ότι ένας από τους σκοπούς της είναι να λαμβάνει δικαστικά μέτρα. Σε σχέση με το θέμα της παραγραφής η Αιτήτρια αναφέρει ότι, με βάση τον Ν.104(I)/2000, εργοδότης των 21 μελών της κατέστη η Καθ' ης η αίτηση η οποία αρνείται τη συνέχιση της εργοδότησης, ότι η αξίωση της είναι συνεχής και ισχύει για όσο χρόνο διαρκεί η παράβαση της Καθ' ης η αίτηση η οποία αφορά στην μη εργοδότηση των 21 μελών της, ότι η συνεχής παράβαση της Καθ' ης η αίτηση δημιουργεί συνεχή αξίωση και ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επειδή η Καθ' ης η αίτηση παρανομεί επί σειρά ετών απαλλάσσεται της οποιασδήποτε ευθύνης. Επίσης, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τα μέλη της είναι εργαζόμενοι δυνάμει της Συμφωνίας Μεταβίβασης, ότι συνεπεία αυτού εφαρμόζεται η συλλογική σύμβαση μεταξύ της Αιτήτριας και του Συνδέσμου Τραπεζών, ότι συνεπώς η απασχόληση είναι διαρκής όπως διαρκής είναι και η υποχρέωση τήρησης των συμφωνηθέντων και ιδίως της συνέχισης της εργοδότησης των μελών της Αιτήτριας τους οποίους εκπροσωπεί. Η Καθ' ης η αίτηση με την αγόρευσή της αναφέρει ότι σύμφωνα με την παράγραφο 1 της αίτησης η Αιτήτρια λέει ότι είναι νόμιμα εγγεγραμμένη συντεχνία, ότι από την αίτηση προκύπτει ότι το παράπονο των μελών της Αιτήτριας αφορά στη μη μεταφορά τους στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση με βάση τον Ν.104(I)/2000 και ότι μεταξύ άλλων αξιώνονται διάταγμα μεταφοράς από την ΣΚΤ στην Καθ' ης η αίτηση καθώς και προσαυξήσεις και ΑΤΑ σε περίπτωση μεταφοράς τους στη βάση συμφωνίας ημερ. 31/7/
- Είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η Αιτήτρια δεν έχει έννομο συμφέρον για να νομιμοποιείται η έγερση της αίτησης από την ίδια, ότι οποιαδήποτε αγωγή από την Αιτήτρια για λογαριασμό των Μελών της θα αποτελούσε αντιπροσωπευτική αγωγή η οποία δεν προβλέπεται και δεν αναγνωρίζεται κάτω από το κυπριακό δίκαιο και την κυπριακή δικονομία και ότι κάθε αξίωση εξαρτάται από τις προσωπικές συνθήκες του κάθε μέλους και θα πρέπει να αποδειχθεί ατομικά και όχι συλλογικά. Σε σχέση με το θέμα της παραγραφής, η Καθ' ης η αίτηση θεωρεί ότι η δωδεκάμηνη προθεσμία είναι αυστηρή, αποσβεστική και δεν μπορεί να παραταθεί. Επίσης θεωρεί ότι η ημερομηνία που ανέκυψε το δικαίωμα για υποβολή αίτησης είναι η 30/9/18 εφόσον η Αιτήτρια αξιώνει εργοδότηση, πρόσληψη και μεταφορά των μελών της από την 30/9/
- Τέλος, η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι για να είναι συνεχιζόμενη και επαναλαμβανόμενη η καταβολή μισθών και ωφελημάτων, θα πρέπει πρώτα να επιτύχει η αξίωσή της για μεταφορά και εργοδότηση των μελών της στην Καθ' ης η αίτηση η οποία έχει εμφανέστατα παραγραφεί. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου, Ν.8/67, (στο εξής ο «Νόμος»): «Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(11)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Με τον τροποποιητικό Νόμο 169(Ι)/2002, ο νομοθέτης έθεσε ρητή προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Από την ημέρα που δημοσιεύθηκε ο Νόμος, οποιαδήποτε αίτηση στο εν λόγω Δικαστήριο υποβάλλεται μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Η πάροδος της προθεσμίας των 12 και 9 μηνών αντίστοιχα επιφέρει παραγραφή του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Επομένως το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών συμπίπτει με τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος. Οι διατάξεις του Νόμου δεν παρέχουν καμία απολύτως διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να παρατείνει το χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Το ζήτημα της παραγραφής, όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Χατζηστυλλής v. Papadema κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560 άπτεται της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης και εφόσον τίθεται στο δικόγραφο είναι το πρώτο που θα πρέπει να εξεταστεί. Για να δανειστούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v. Republic 1 R.S.C.C. 10, 13). Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1051 όπου ο εφεσείοντας αξίωνε αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, διάφορα ποσά για ελεύθερες ημέρες που εργάστηκε (off), δημόσιες αργίες, αργίες Κυριακών, αναλογία 13ου και 14ου μισθού και για ετήσιες άδειες για περίοδο που εργάστηκε στους εφεσίβλητους. Ισχυριζόταν ότι η εργοδότησή του την περίοδο 26/3/01 με 15/9/03 έγινε στη βάση Συλλογικής Σύμβασης που ίσχυε κατά τον χρόνο εργοδότησής του και ότι δικαιούτο να λάβει τα αξιούμενα ποσά. Ήταν η θέση του εφεσείοντα ότι ο χρόνος παραγραφής των επίδικων ωφελημάτων άρχισε την 15/9/03, δηλαδή την ημέρα τερματισμού των υπηρεσιών του και υπέβαλε ότι εκείνη την ημέρα, με την παράλειψη των εφεσιβλήτων να καταβάλουν τα διάφορα ωφελήματα, άρχισε να μετρά ο χρόνος για παραγραφή. Διαφωνώντας, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε στη σελ. 1055 τα ακόλουθα σε σχέση με τις διάφορες αυτοτελείς αξιώσεις του Εφεσείοντος: «Έχουμε εξετάσει τη εισήγηση του Εφεσείοντα. Δεν συμφωνούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος για διεκδίκηση των ωφελημάτων του αρχίζει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα των όρων της Συλλογικής Σύμβασης που τα προβλέπουν επιτρέπουν τη συσσώρευση και μεταφορά τους από έτος σε έτος μέχρι τη λύση της υπαλληλικής σχέσης. Οι προθεσμίες που τάσσονται στη Συλλογική σύμβαση δεν είναι χωρίς σημασία. Σκοπό έχουν να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος μέχρι πότε τα διάφορα ωφελήματα καταβάλλονται - και, εάν δεν καταβληθούν, να τα διεκδικήσει - και ο εργοδότης μέχρι πότε πρέπει να τα καταβάλει. Τα περί πρακτικής που ακολουθείται δεν έχουν νόημα, ενόψει της ρητής νομοθετικής διάταξης του Άρθρου 12
(10)(Α) του Νόμου.» Στην πρόσφατη υπόθεση Ανδρέου ν. Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πολ. Εφ. 191/13, ημερ. 29/3/21 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο σε όσα εύστοχα παρέθεσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά μόνον, ότι η αποσβεστική προθεσμία που τίθεται στο άρθρο 12(10Α) του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου 8/67 αποσκοπεί όχι μόνον στο να επιβάλει στον επηρεαζόμενο και προτιθέμενο αιτητή όπως ενεργήσει εντός του χρόνου που καθορίζεται εκεί (έτσι ώστε να εξακριβωθεί αν ευσταθεί το αίτημα του), αλλά και να διασφαλίσει συν τω χρόνω το δημόσιο συμφέρον για τήρηση των νομοθετικώς τιθέμενων προθεσμιών (βλ. γενικώς και κατ' αναλογίαν, Σταματίου ν Κυπριακή Δημοκρατία, ΠΕ 467/12, ημ. 26.6.19), ECLI:CY:AD:2019:A242.» Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην αγγλική υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd
(1974)1CR 53: «If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it». Περαιτέρω, στην Αγγλία, όπως αναφέρει ο Selwyn[1] στο σύγγραμμά του: «The statutory time limits go to the employment tribunal´s jurisdiction, and if a claim is presented out of time, the tribunal will be unable to hear the claim even though the employer fails to take the point (Rogers v Βodfari (Τransport) Ltd)». Η πάροδος της προθεσμίας των 9 και 12 μηνών αντίστοιχα επιφέρει παραγραφή του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, αλλά δεν εξαλείφει το ίδιο το δικαίωμα.[2] Επομένως, το ζητούμενο με βάση το γράμμα του Νόμου είναι «η ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα». Είναι παραδεκτό από τα δικόγραφα ότι την 25/6/18 υπεγράφη μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και της ΣΚΤ «Συμφωνία Μεταφοράς Εργασιών» και ότι μία από τις αξιώσεις της Αιτήτριας είναι η διαταγή για πρόσληψη των εν λόγω ατόμων στην Καθ' ης η αίτηση από την 3/9/
- Η αίτηση εργατικής διαφοράς καταχωρήθηκε την 24/7/20, ήτοι περί τους 25 μήνες μετά την υπογραφή της «Συμφωνίας Μεταφοράς Εργασιών» και περί τους 22 μήνες μετά που η Αιτήτρια αξιώνει στο αιτητικό της «Διαταγή του Δικαστηρίου Διατάσσουσα της καθ' ης η αίτηση όπως προσλάβει και/ή επαναπροσλάβει τους Υπαλλήλους αναδρομικώς από 3.9.18». Από τη στιγμή που, όπως αναφέρουμε ανωτέρω, το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας για καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι η γένεση του αγώγιμου δικαιώματος, εν προκειμένω, θεωρούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος των 21 μελών της Αιτήτριας να προσφύγουν ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ήταν 12 μήνες μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας για τυχόν δικαιώματα που προκύπτουν από αυτή και δεν μπορεί να παραταθεί και να επεκταθεί το δικαίωμά τους να προσφύγουν στο Δικαστήριο για περίπου 2 χρόνια μετά. Επίσης, όπως αναφέρουμε ανωτέρω, η Αιτήτρια αξιώνει πρόσληψη των 21 μελών της στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση από την 3/9/18 και συνεπώς η δωδεκάμηνη προθεσμία από την εν λόγω ημερομηνία έχει παρέλθει προ πολλού. Οι υπόλοιπες αξιώσεις προϋποθέτουν την προηγούμενη μεταφορά της υπηρεσίας των 21 μελών της Αιτήτριας στην Καθ' ης η αίτηση, αξίωση η οποία, όπως αναφέρουμε, παραγράφηκε. Συνεπώς, ούτε οι άλλες σχετικές αξιώσεις μπορούν να παραμείνουν. Με βάση τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η αξίωση της Αιτήτριας έχει παραγραφεί. Εν όψει της κατάληξής μας αυτής δεν θα εξετάσουμε τις υπόλοιπες προδικαστικές ενστάσεις. Εκδίδεται συνεπώς διάταγμα αναστολής της παραπέρα διαδικασίας της αίτησης εργατικής διαφοράς. Επιδικάζονται €1.000 έξοδα πλέον Φ.Π.Α. υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής. (Υπ.) ............................................ (Υπ.) ................................................ Ι. Νεοφύτου, Μέλος. Α. Ψηλογένης, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] N. M. Selwyn, Selwyn´s Law of Employment, 14th edition 2006, σελ.
- Βλ. επίσης το σύγγραμμα των Goodier & Parkin, Employment Tribunals, The Complete Guide to Procedure, 6th edition, 2011, σελ. 87-88 όπου αναφέρονται τα εξής: «Where the statute which creates a right makes the enforcement of it in the tribunal subject to a time limit, that limit is fundamental to the tribunal's jurisdiction». Βλ. επίσης τις αγγλικές υποθέσεις Westwood Circuits v Read [1973] ICR 301; Dedman v British Building and Engineering Appliances [1973] IRLR
- [2] Στο Chitty on Contracts, General Principle, 26η έκδοση, παρ. 199 κάτω από τον τίτλο «The Statute bars the remedy not the right» εξηγείται ότι συνεπεία της παραγραφής είναι η παρεμπόδιση έγερσης αγωγής και όχι η εξάλειψη του δικαιώματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο