Α. Κ. ν. GIOVANNI DEVELOPERS LTD, Αρ. Αίτησης: 353/19, 28/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή Γ. Μιχαηλίδη ) Γ. Ιουλιανού ) Μελών Αρ. Αίτησης: 353/19 Μεταξύ: Α. Κ. Αιτητής και GIOVANNI DEVELOPERS LTD Καθ΄ ων η αίτηση Ημερομηνία: 28 Σεπτεμβρίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Χατζηκωστής Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κα. Παρασκευά Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής καταχώρησε την 21/10/19 αίτηση εργατικής διαφοράς αξιώνοντας €60.169 για οφειλόμενες προμήθειες και ως μισθούς, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κριθεί ορθή και δίκαιη, νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο Αιτητής ανέφερε στο δικόγραφό του ότι αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση την 31/3/18 και ότι κατά τον εν λόγω χρόνο είχε να λαμβάνει από τους Καθ' ων η αίτηση σημαντικές προμήθειες σύμφωνα με τις πωλήσεις ακινήτων που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του Ιανουαρίου του 2017 και του Μαρτίου του
- Όπως είναι η δικογραφημένη θέση του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση του ανέφεραν ότι ήταν πρόωρο να ζητά τις εν λόγω προμήθειες καθότι οι εισπράξεις και οι μεταβιβάσεις των αντίστοιχων ακινήτων θα γίνοντο περί το τέλος του 2018 και υποσχέθηκαν να τον εφοδιάσουν μέχρι τότε με στοιχεία για τον ακριβή υπολογισμό του ποσού που δικαιούτο. Διαφωνώντας με τα πιο πάνω, οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισής τους ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι πλήρωσαν στον Αιτητή όλα τα δικαιώματά του, ότι επειδή ο Αιτητής δεν ικανοποιήθηκε από τον τρόπο που υπολόγισαν τα δικαιώματά του καταχώρησε την ιδιωτική ποινική υπόθεση με αρ. 12420/18 η οποία διακόπη μετά από αναστολή ποινικής δίωξης, ότι στην εν λόγω ποινική υπόθεση ο Αιτητής έκανε λόγο για απαίτηση €53,678 και ότι ο Αιτητής την 16/3/18 με e-mail του προς αυτούς αξίωνε €37,
- Αγορεύοντας για το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και του εγερθέντος από το Δικαστήριο θέματος της τυχόν παραγραφής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι οι αιτούμενες από τον Αιτητή προμήθειες εμπίπτουν στην έννοια του μισθού, ότι αυτές είναι αυτοτελείς αξιώσεις για τις οποίες αποκλειστική δικαιοδοσία έχει τι Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ότι δεν είναι αυτονόητο ότι η ημερομηνία που ανακύπτει το δικαίωμα για αυτοτελείς αξιώσεις συμπίπτει με την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης και ότι από το δικόγραφό του είναι ξεκάθαρο ότι οι αξιώσεις για προμήθεια θα ήταν πρόωρες πριν την 31/12/18 εφόσον δεν είχαν αποκρυσταλλωθεί ως τότε και επειδή σύμφωνα με το συμβόλαιο εργασίας του η μεταβίβαση των ακινήτων στους αγοραστές ήταν προϋπόθεση για καταβολή προμήθειας. Όπως αναφέρεται στην αγόρευση του Αιτητή οι εν λόγω μεταβιβάσεις έγιναν κατά το τέλος του 2019 και το κατά πόσο οι σχετικοί ισχυρισμοί του Αιτητή ευσταθούν είναι ζήτημα που πρέπει να κριθεί μετά την ακρόαση της υπόθεσης και όχι στο παρόν στάδιο. Από την άλλη, οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ο χρόνος που ανέκυψε το δικαίωμα είναι η ημερομηνία τερματισμού των υπηρεσιών του Αιτητή η οποία είναι παραδεκτή και ότι από εκείνη την ημερομηνία πέρασαν περί τους 19 μήνες για να καταχωρηθεί η αίτηση εργατικής διαφοράς και συνεπώς ότι η αξίωση του Αιτητή έχει παραγραφεί. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου, Ν.8/67, (στο εξής ο «Νόμος»): «Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(11)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Με τον τροποποιητικό Νόμο 169(Ι)/2002, ο νομοθέτης έθεσε ρητή προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Από την 9/8/2002 που δημοσιεύθηκε ο Νόμος, οποιαδήποτε αίτηση στο εν λόγω Δικαστήριο υποβάλλεται μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Η πάροδος της προθεσμίας των 12 και 9 μηνών αντίστοιχα επιφέρει παραγραφή του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Επομένως το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών συμπίπτει με τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος. Οι διατάξεις του Νόμου δεν παρέχουν καμία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να παρατείνει το χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Το ζήτημα της παραγραφής, όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Χατζηστυλλής v. Papadema κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560 άπτεται της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης και εφόσον τίθεται στο δικόγραφο είναι το πρώτο που θα πρέπει να εξεταστεί. Για να δανειστούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική Δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v. Republic 1 R.S.C.C. 10, 13). Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1051 όπου ο εφεσείοντας αξίωνε αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, διάφορα ποσά για ελεύθερες ημέρες που εργάστηκε (off), δημόσιες αργίες, αργίες Κυριακών, αναλογία 13ου και 14ου μισθού και για ετήσιες άδειες για περίοδο που εργάστηκε στους εφεσίβλητους. Ισχυριζόταν ότι η εργοδότησή του την περίοδο 26/3/01 με 15/9/03 έγινε στη βάση Συλλογικής Σύμβασης που ίσχυε κατά τον χρόνο εργοδότησής του και ότι δικαιούτο να λάβει τα αξιούμενα ποσά. Ήταν η θέση του εφεσείοντα ότι ο χρόνος παραγραφής των επίδικων ωφελημάτων άρχισε την 15/9/03, δηλαδή την ημέρα τερματισμού των υπηρεσιών του και υπέβαλε ότι εκείνη την ημέρα, με την παράλειψη των εφεσιβλήτων να καταβάλουν τα διάφορα ωφελήματα, άρχισε και ο χρόνος παραγραφής τους. Διαφωνώντας, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε στη σελ. 1055 τα ακόλουθα σε σχέση με τις διάφορες αυτοτελείς αξιώσεις του Εφεσείοντος: «Έχουμε εξετάσει τη εισήγηση του Εφεσείοντα. Δεν συμφωνούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος για διεκδίκηση των ωφελημάτων του αρχίζει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα των όρων της Συλλογικής Σύμβασης που τα προβλέπουν επιτρέπουν τη συσσώρευση και μεταφορά τους από έτος σε έτος μέχρι τη λύση της υπαλληλικής σχέσης. Οι προθεσμίες που τάσσονται στη Συλλογική σύμβαση δεν είναι χωρίς σημασία. Σκοπό έχουν να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος μέχρι πότε τα διάφορα ωφελήματα καταβάλλονται - και, εάν δεν καταβληθούν, να τα διεκδικήσει - και ο εργοδότης μέχρι πότε πρέπει να τα καταβάλει. Τα περί πρακτικής που ακολουθείται δεν έχουν νόημα, ενόψει της ρητής νομοθετικής διάταξης του Άρθρου 12
(10)(Α) του Νόμου.» Στην πρόσφατη υπόθεση Ανδρέου ν. Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Πολ. Εφ. 191/13, ημερ. 29/3/21 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Δεν χρειάζεται να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο σε όσα εύστοχα παρέθεσε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, παρά μόνον, ότι η αποσβεστική προθεσμία που τίθεται στο άρθρο 12(10Α) του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου 8/67 αποσκοπεί όχι μόνον στο να επιβάλει στον επηρεαζόμενο και προτιθέμενο αιτητή όπως ενεργήσει εντός του χρόνου που καθορίζεται εκεί (έτσι ώστε να εξακριβωθεί αν ευσταθεί το αίτημα του), αλλά και να διασφαλίσει συν τω χρόνω το δημόσιο συμφέρον για τήρηση των νομοθετικώς τιθέμενων προθεσμιών (βλ. γενικώς και κατ' αναλογίαν, Σταματίου ν Κυπριακή Δημοκρατία, ΠΕ 467/12, ημ. 26.6.19), ECLI:CY:AD:2019:A242.» Στο σύγγραμμα HALSBURY'S Laws of England, 4th edition, 2000 Reissue, Volume 16, σελ. 629 κάτω από τον τίτλο
(2)PROCEEDINGS BEFORE EMPLOYMENT TRIBUNALS (i) Time Limits, αναφέρονται τα ακόλουθα: «685. Time limits for presenting complaints. ...............................................
(1)................................
(2)................................
(3)................................
(4)awaiting the outcome of other proceedings, including criminal proceedings, is not normally a good ground nor is delaying a claim because of utilising an internal right to appeal under the employer's disciplinary procedure; ............................................... n.11.......................................... In such cases, the employee is, therefore, advised to present an originating application but ask for the matter to be adjourned pending completion of the internal proceedings.» Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην αγγλική υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd
(1974)1CR 53: «If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it». Περαιτέρω, στην Αγγλία, όπως αναφέρει ο Selwyn[1] στο σύγγραμμά του: «The statutory time limits go to the employment tribunal´s jurisdiction, and if a claim is presented out of time, the tribunal will be unable to hear the claim even though the employer fails to take the point (Rogers v Βodfari (Τransport) Ltd).» Oι Goodier & Parkin[2] στο δικό τους σύγγραμμα αναφέρουν τα ακόλουθα: «Where the statute which creates a right makes the enforcement of it in the tribunal subject to a time limit, that limit is fundamental to the tribunal's jurisdiction. If the claim form is presented after the limit has expired, the tribunal, unless it extends the limit, cannot consider the complainant.[3]» Η πάροδος της προθεσμίας των 9 και 12 μηνών αντίστοιχα επιφέρει παραγραφή του δικαιώματος προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, αλλά δεν εξαλείφει το ίδιο το δικαίωμα.[4] Επομένως, το ζητούμενο με βάση το γράμμα του Νόμου είναι «η ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα». Από τα δικόγραφα είναι παραδεκτό ότι η εργοδότηση του Αιτητή τερματίστηκε την 31/3/18, ότε ο Αιτητής παραιτήθηκε. Η αίτηση εργατικής διαφοράς καταχωρήθηκε την 21/10/19, ήτοι περί τους 19 σχεδόν μήνες μετά. Από τη στιγμή που, όπως αναφέρουμε ανωτέρω, το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας για καταχώρηση αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι η γένεση του αγώγιμου δικαιώματος, εν προκειμένω, θεωρούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος του Αιτητή να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ήταν 12 μήνες μετά την παραίτησή του από την υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση και δεν μπορεί να παραταθεί και να επεκταθεί το δικαίωμά του να προσφύγει στο Δικαστήριο για σχεδόν 19 μήνες μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του και περί τους 7 μήνες μετά τη λήξη της περιόδου παραγραφής. Το γεγονός ότι δεν είχαν γίνει οι μεταβιβάσεις των πωληθέντων ακινήτων μέχρι το τέλος του 2018 δεν μπορεί να παρατείνει το χρόνο. Τούτο συνάδει και με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι τα αξιούμενα από αυτόν ποσά αντιστοιχούν σε μισθούς και αυτοτελείς αξιώσεις αλλά και με την πρακτική που φαίνεται να ακολουθείτο στους Καθ' ων η αίτηση. Όπως προκύπτει από τα όσα η πλευρά του Αιτητή αποκάλυψε την 30/6/20 ο Αιτητής ανέφερε σε σχετική αλληλογραφία του ότι «η πολιτική της εταιρείας . για τις πληρωμές των προμηθειών προς τους υπαλλήλους ήταν να τους πληρώνει την αναλογούσα προμήθεια με την εξόφληση από τον πελάτη του ποσού αγοράς της οικείας ή όταν κάποιος αποχωρούσε από την εταιρεία, αμέσως με την αποχώρηση». Επίσης από την αλληλογραφία του Αιτητή με τους Καθ' ων η αίτηση η οποία επίσης αποκαλύφθηκε από τον Αιτητή την 30/6/20, προκύπτει ότι ο Αιτητής ζήτησε πληρωμή προμηθειών από την 2/4/18, λίγες ημέρες δηλαδή μετά που παραιτήθηκε από την εργασία του. Εν όψει των πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι η αξίωση του Αιτητή έχει παραγραφεί. Εκδίδεται διάταγμα αναστολής της παραπέρα διαδικασίας της αίτησης εργατικής διαφοράς. Επιδικάζονται €1.460 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής. (Υπ.) ............................................ (Υπ.) ................................................ Γ. Μιχαηλίδης, Μέλος. Γ. Ιουλιανός, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] N. M. Selwyn, Selwyn´s Law of Employment, 14th edition 2006, σελ. 493. [2] Employment Tribunals, The Complete Guide to Procedure, 6th edition, 2011, σελ. 87-88. [3] Westwood Circuits v Read [1973] ICR 301; Dedman v British Building and Engineering Appliances [1973] IRLR 379. [4] Στο Chitty on Contracts, General Principle, 26η έκδοση, παρ. 199 κάτω από τον τίτλο «The Statute bars the remedy not the right» εξηγείται ότι συνεπεία της παραγραφής είναι η παρεμπόδιση έγερσης αγωγής και όχι η εξάλειψη του δικαιώματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο