SULAEMAN κ.α. ν. ΦΥΤΩΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης: 387/15, 389/15, 10/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:6 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Σ. Δελίτσικου ) Π. Δημοσθένους ) Μελών Αρ. Αίτησης: 387/15 Μεταξύ: XXXXXX XX SULAEMAN Αιτητής και ΦΥΤΩΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΛΤΔ Καθ' ων η Αίτηση Αρ. Αίτησης: 389/15 Μεταξύ: XXXX XX SLIMAN Αιτητής και ΦΥΤΩΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΛΤΔ Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 10 Μαρτίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κα Α. Νεοφύτου Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Η. Ευθυμίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Καθ' ων η Αίτηση («η Εργοδότρια Εταιρεία») είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διατηρούν φυτώρια στην επαρχία Πάφου. Ο Αιτητής στην αίτηση με αρ.387/15 («ο Αιτητής 1») προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας το 2006 ως γεωργικός εργάτης και εργάστηκε συνεχώς στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας μέχρι τις 22/07/2015 μετά από σχετικές άδειες εργασίας της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Η Εργοδότρια Εταιρεία και ο Αιτητής 1 υπέγραψαν έγγραφα με τίτλο «Σύμβαση Απασχόλησης - Τομέας Γεωργίας και Κτηνοτροφίας» σε διάφορες ημερομηνίες (Τεκμήριο 2). Το τελευταίο έγγραφο που υπογράφηκε μεταξύ τους έφερε ημερομηνία 30/04/2015 και προέβλεπε ότι: (α) η εν λόγω συμφωνία θα είχε διάρκεια δώδεκα
(12)μήνες από τις 04/05/2015, (β) ο Αιτητής 1 θα λάμβανε μεικτό μηνιαίο μισθό €455,00 από τον οποίο θα αποκόπτετο ένα ποσό για σκοπούς κάλυψης των πιο κάτω: (
- i)έξοδα στέγασης και διατροφής, (
- ii)συνδρομές στις συνδικαλιστικές οργανώσεις, (iii) εισφορές για ασφάλεια ιατρικής περίθαλψης, (
- iv)εισφορά στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, νοουμένου ότι ο καθαρός μηνιαίος μισθός δεν θα ήταν χαμηλότερος από €374,00, (γ) στην περίπτωση που ο Αιτητής 1 θα συμπλήρωνε ενός
(1)έτους υπηρεσία στους Καθ' ων η Αίτηση, θα δικαιούτο 13ο μισθό ως φιλοδώρημα, πληρωτέο κατά τις εορτές των Χριστουγέννων, (δ) ο Αιτητής 1 θα εργαζόταν ογδόντα
(80)ώρες ανά δεκαπενθήμερο κατανεμημένο σε πλαίσιο έξι
(6)ημερών ανά εβδομάδα, (ε) σε περίπτωση που ο Αιτητής 1 εργαζόταν πέραν του καθορισμένου ορίου των ογδόντα
(80)ωρών εργασίας ανά δεκαπενθήμερο, θα δικαιούτο υπερωριακή αποζημίωση (i) για κάθε μία
(1)ώρα υπερωριακής εργασίας κατά τις καθημερινές «1: 1 1/2» ώρες (ii) για κάθε μία
(1)ώρα υπερωριακής εργασίας κατά τις επίσημες αργίες «1:2» ώρες, (στ) ο Αιτητής 1 θα δικαιούτο 24 ημέρες ετήσια άδεια ανάπαυσης με πλήρεις απολαβές, (ζ) ο Αιτητής 1 θα δικαιούτο τις ακόλουθες επτά
(7)επίσημες αργίες: 1η Ιανουαρίου, 6η Ιανουαρίου, Μεγάλο Σάββατο, 1η Μαΐου, 15η Αυγούστου, 25η Δεκεμβρίου, 26η Δεκεμβρίου και τρεις
(3)επιπλέον ημέρες για θρησκευτική ή άλλη αργία δικής του επιλογής. Στην περίπτωση που θα συμπλήρωνε ένα
(1)έτος υπηρεσίας θα δικαιούτο ως αργίες και την 25η Μαρτίου, την Καθαρά Δευτέρα και την 1η Απριλίου. Ο Αιτητής στην αίτηση με αρ.389/15 («ο Αιτητής 2») προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας το 2011 ως γεωργικός εργάτης και εργάστηκε συνεχώς στην υπηρεσία της Εργοδότριας Εταιρείας μέχρι τις 22/07/2015 μετά από σχετικές άδειες εργασίας της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Η Εργοδότρια Εταιρεία και ο Αιτητής 2 υπέγραψαν έγγραφα με τίτλο «Σύμβαση Απασχόλησης - Τομέας Γεωργίας και Κτηνοτροφίας» σε διάφορες ημερομηνίες (Τεκμήριο 1). Το τελευταίο έγγραφο που υπογράφηκε μεταξύ τους έφερε ημερομηνία 30/04/2015 και περιείχε τους ίδιους όρους με αυτούς που παραθέσαμε πιο πάνω σε σχέση με το τελευταίο έγγραφο που υπογράφηκε μεταξύ της Εργοδότριας Εταιρείας και του Αιτητή 1. Τα εν λόγω έγγραφα ήταν στα ελληνικά και στα αγγλικά. Οι διάδικοι υπέγραψαν στο τέλος του ελληνικού μέρους των εν λόγω εγγράφων. Περαιτέρω, στο τέλος του ελληνικού μέρους υπάρχει ενυπόγραφη δήλωση του διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας ότι θα έδινε αντίγραφα των εγγράφων στους Αιτητές και ότι θα συμμορφωνόταν με τις πρόνοιες του Νόμου Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας του 2000 και θα επέδιδε αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων στους Αιτητές. Περαιτέρω τα εν λόγω έγγραφα έφεραν τις σφραγίδες του Επαρχιακού Γραφείου Εργασίας Πάφου στις οποίες αναφερόταν ότι συστηνόταν η απασχόληση των Αιτητών. Η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλλε στον κάθε Αιτητή το ποσό των €650,00 μηνιαίως με επιταγή. Οι Αιτητές μαζί με άλλους δύο
(2)εργοδοτούμενους της Εργοδότριας Εταιρείας, των οποίων η εργασιακή σχέση τους με την Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε τον Ιούλιο του 2015, κατήγγειλαν την Εργοδότρια Εταιρεία στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων επέβαλε στην Εργοδότρια Εταιρεία επιπλέον πληρωμή στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την απασχόληση των εν λόγω τεσσάρων
(4)εργοδοτουμένων €8.000,00 στη βάση του ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατέβαλλε στους Αιτητές και στους άλλους δύο
(2)εργοδοτούμενους το ποσό των €650,00 μηνιαίως καθαρά αντί το ποσό των €455,00 ακάθαρτο μηνιαίο μισθό ως προέβλεπαν οι μεταξύ τους συμβάσεις απασχόλησης. Οι Αιτητές στις 02/09/2015 καταχώρησαν τις παρούσες αιτήσεις εργατικών διαφορών, στους τροποποιημένους γενικούς λόγους των οποίων αναφέρουν ότι: (α) στις 22/07/2015 οι υπηρεσίες τους τερματίστηκαν μονομερώς από την Εργοδότρια Εταιρεία χωρίς προειδοποίηση και χωρίς λόγο, μετά από καταγγελία του Αιτητή 1 στο Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων για τις συνθήκες εργασίας τους στην Εργοδότρια Εταιρεία και (β) ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε ετήσια άδεια ανάπαυσης και/ή υπερωρία και/ή 13ο μισθό ως έπρεπε βάσει της σύμβασης απασχόλησής τους. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι εξαναγκάστηκαν σε παραίτηση εξαιτίας της συμπεριφοράς του εργοδότη τους[1]. Ως εκ τούτου ζητούν (
- i)πληρωμή αντί προειδοποίησης και αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, (
- ii)€1.300,00 αναλογία 13ου μισθού για την περίοδο Μαΐου 2013 - Ιουλίου του 2015, (iii) €1.300,00 για 26 επίσημες αργίες που εργάστηκαν από τον Μάιο του 2013 μέχρι τον Ιούλιο του 2015, (
- iv)€2.109,12 ως 26 ημέρες ετήσιας άδειας που έπρεπε να λάβουν και δεν έλαβαν για την περίοδο Μαΐου 2013 - Ιουλίου 2015, (
- v)€17.521,92 ως υπερωρίες που εργάστηκαν καθημερινά, Σάββατα και Κυριακές για την περίοδο Μαΐου 2013 - Ιουλίου 2015, (
- vi)νόμιμους τόκους και έξοδα. Η Εργοδότρια Εταιρεία με πανομοιότυπους τροποποιημένους γενικούς λόγους που περιέχονται στα έγγραφα εμφάνισης που καταχώρησε απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις και ισχυρίζεται ότι: (α) στις 22/07/2015 οι Αιτητές τερμάτισαν μονομερώς τις υπηρεσίες τους στην Εργοδότρια Εταιρεία και αρνούντο να επιστρέψουν στην εργασία τους με αφορμή την απόλυση από την Εργοδότρια Εταιρεία ενός άλλου εργοδοτουμένου και αξίωναν την επαναπρόσληψη του άλλου υπαλλήλου ώστε να επιστρέψουν στην εργασία τους, (β) τα ποσά που αξιώνουν οι Αιτητές δεν δικαιολογούνται είτε δυνάμει νομοθεσίας είτε δυνάμει της σύμβασης απασχόλησης των Αιτητών και (γ) πλήρωνε τους Αιτητές επιπλέον του συμβατικού μισθού τους €200,00 μηνιαίως χαριστικώς. Ως εκ τούτου ζητά απόρριψη των αιτήσεων με έξοδα υπέρ της. Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε οι αξιώσεις των Αιτητών υπό τα στοιχεία (
- ii)(iii) (
- iv)και (
- v)αποτελούν αυτοτελείς αξιώσεις που στηρίζονται στους όρους της σύμβασης εργασίας που είχαν με την Εργοδότρια Εταιρεία. Αφορούν δικαιώματα των Αιτητών και υποχρεώσεις της Εργοδότριας Εταιρείας που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της απασχόλησης των Αιτητών στην Εργοδότρια Εταιρεία και είναι άσχετα με τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων και εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») δυνάμει της παραγράφου (ε) του άρθρου 12
(1)του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου 1967, Ν.8/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Σημειώνουμε ότι στο άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, προνοούνται τα ακόλουθα: «12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για το πλεονάζων προσωπικό.» Με τον τροποποιητικό Νόμο 169
(1)/2002 με τον οποίο εισήχθηκε το εδάφιο (10Α) στο άρθρο 12 του Ν.8/67, ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης στο Δ.Ε.Δ.. Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός δώδεκα
(12)μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή εντός εννέα
(9)μηνών από την απάντηση του Ταμείου, όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη όμως το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αναλλοίωτο και ο αιτητής/η αιτήτρια μπορεί να το διεκδικήσει με άλλο τρόπο. Το αγώγιμο δικαίωμα ενός εργοδοτουμένου να αξιώνει οφειλόμενη δεδουλευμένη αμοιβή ανακύπτει την ημερομηνία που αυτή η αμοιβή είναι πληρωτέα και απαιτητή σύμφωνα με τους όρους εργασίας του εργοδοτουμένου. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος πληρώνεται μηνιαίως αν δεν υπάρχει άλλη συγκεκριμένη πρόνοια στη σύμβαση εργασίας για το πότε πληρώνονται οι άλλες αμοιβές, τότε όλες οι δεδουλευμένες αμοιβές είναι πληρωτέες κατά το τέλος του κάθε μήνα που εργάστηκε ο εργοδοτούμενος με εξαίρεση την περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου όπου εκεί θεωρείται ότι η ημερομηνία που είναι πληρωτέα τα δεδουλευμένα του μήνα εντός του οποίου τερματίστηκε η απασχόληση του εργοδοτουμένου είναι η ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου (Βλέπε Π. Γεωργίου v. Ironhold Estates Ltd
(2007)1B A.A.Δ.1051). Δηλαδή το αγώγιμο δικαίωμα για κάθε οφειλόμενο δεδουλευμένο μηναίο μισθό και κάθε οφειλόμενη δεδουλευμένη αμοιβή ανακύπτει το τέλος του μήνα για τον οποίον θα καταβαλλόταν ο μηνιαίος μισθός και για τυχόν 13ο μισθό κατά το τέλος του έτους για το οποίο θα καταβαλλόταν ο εν λόγω 13ος μισθός, με εξαίρεση την περίπτωση που τερματίστηκε η εργοδότηση του εργοδοτουμένου όπου εκεί το αγώγιμο δικαίωμα ανακύπτει την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου. Στην παρούσα υπόθεση, το χρονικό σημείο έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας καταχώρησης αίτησης εργατικής διαφοράς είναι αυτό της ημερομηνίας γένεσης των αγώγιμων δικαιωμάτων των Αιτητών. Το αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητών να αξιώνουν αμοιβή για υπερωρίες και επίσημες αργίες ανέκυψε την ημερομηνία που αυτή ήταν πληρωτέα, δηλαδή κατά το τέλος του μήνα κατά τον οποίο εργάστηκαν υπερωριακά και τις αργίες. Το αγώγιμο δικαίωμα για πληρωμή 13ου μισθού ανέκυψε την ημερομηνία που αυτός ήταν πληρωτέος και απαιτητός δηλαδή τον Δεκέμβριο του έτους για τον οποίο ήταν πληρωτέος και στην περίπτωση του τελευταίου έτους κατά την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης των Αιτητών. Με βάση τα πιο πάνω οι αξιώσεις των Αιτητών που αφορούν οφειλόμενη δεδουλευμένη αμοιβή για αργίες, υπερωρίες και αναλογία 13ου μισθού[2] υπό τα στοιχεία (ii) (iii) και (v) που ήταν πληρωτέα πριν τις 02/09/2014 που καταχώρησαν τις παρούσες αιτήσεις, έχουν καταχωρηθεί εκτός των χρονικών πλαισίων που καθορίζει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67. Ως εκ τούτου τα αγώγιμα δικαιώματα των Αιτητών που στηρίζουν τις εν λόγω αξιώσεις τους είναι παραγραμμένα. Συνακόλουθα το Δ.Ε.Δ. δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση υπέρ των Αιτητών αναφορικά με τις εν λόγω αξιώσεις. Εκδίδεται διάταγμα αναστολής της παρούσας διαδικασίας όσον αφορά τις πιο πάνω αναφερόμενες αξιώσεις των Αιτητών. Επειδή στον Ν.8/67 υπάρχουν ειδικές πρόνοιες σχετικά με τη συσσωρευμένη μη παραχωρηθείσα ετήσια άδεια το ζήτημα της εν λόγω αξίωσης των Αιτητών και τυχόν παραγραφής της θα εξεταστεί πιο κάτω. Βάρος απόδειξης Α. Τερματισμός της Εργασιακής Σχέσης Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6
(1)του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 (ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα) («ο Νόμος») καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτουμένου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου. Όταν ο εργοδοτούμενος αποχωρεί από την εργασία του λόγω διαγωγής του εργοδότη, τότε σύμφωνα με τις παραγράφους
(1)και
(2)του άρθρου 7 του Νόμου[3], ο εργοδοτούμενος είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης ότι τερμάτισε νόμιμα την απασχόλησή του. Στις περιπτώσεις που ο εργοδότης αμφισβητεί τον τερματισμό της απασχόλησης εκ μέρους του, τότε ο εργοδοτούμενος έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε τερματισμός της απασχόλησής του[4]. Στην παρούσα περίπτωση ενόψει των ισχυρισμών της Εργοδότριας Εταιρείας ότι οι Αιτητές παραιτήθηκαν από μόνοι τους από την εργασία τους, οι Αιτητές είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι η Εργοδότρια Εταιρεία τερμάτισε μονομερώς την απασχόλησή τους. Λόγω της προβαλλόμενης από την Εργοδότρια Εταιρεία θέσης, οι Αιτητές κλήθηκαν πρώτοι να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους και να αποδείξουν ότι η διακοπή της εργοδότησής τους ήταν το αποτέλεσμα του μονομερούς τερματισμού της απασχόλησής τους από την Εργοδότρια Εταιρεία. Β. Αυτοτελείς αξιώσεις - Ετήσιες άδειες, 13ος μισθός, υπερωριακή αμοιβή για εργασία πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου εργασίας και κατά τις επίσημες αργίες Οι Αιτητές έχουν το βάρος απόδειξης των αξιώσεών τους για οφειλόμενη αναλογία ετήσιας άδειας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 Ν.35(Ι)/2007, όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, («ο Ν.35(Ι)/2007») το βάρος απόδειξης της καταβολής των μισθών στον εργοδοτούμενο το φέρει ο εργοδότης. Συνακόλουθα η Εργοδότρια Εταιρεία φέρει το βάρος απόδειξης της καταβολής στους Αιτητές της συμφωνηθείσας με βάση τους όρους εργασίας των Αιτητών αμοιβής και/ή του νόμιμου λόγου μη καταβολής της εν λόγω αμοιβής. Σε σχέση με την αξίωση για τον 13ο μισθό η Εργοδότρια Εταιρεία φέρει το βάρος απόδειξης της καταβολής του στους Αιτητές ή του νόμιμου λόγου μη καταβολής του. Αναφορικά με τις αξιώσεις των Αιτητών για υπερωριακή εργασία οι Αιτητές έχουν το βάρος απόδειξης του ύψους της αμοιβής που τους οφείλεται και στην περίπτωση που αποδειχτεί οποιαδήποτε οφειλή σε αυτούς, η Εργοδότρια Εταιρεία είχε το βάρος να αποδείξει την καταβολή του εν λόγω ποσού στους Αιτητές ή του νόμιμου λόγου μη καταβολής του. Μαρτυρία Πρώτος μάρτυρας για τους Αιτητές ήταν ο Αιτητής 2 ο οποίος κατέθεσε ότι το καλοκαίρι του 2015 ο Αιτητής 1 πήγε στο Γραφείο Εργασίας για να μάθει τις ώρες εργασίας που όφειλαν να εργάζονται στην Εργοδότρια Εταιρεία επειδή εργάζονταν πολλές ώρες κάθε μέρα, από η ώρα 07.00π.μ. μέχρι η ώρα 07.00μ.μ. και δεν είχαν αργίες. Ότι στο Γραφείο Εργασίας του είπαν ότι θα έρθουν αυτοί στο φυτώριο και του έδωσαν κάτι έγγραφα για να υπογράψουν αυτοί και ο κ. Χαραλάμπους. Ήταν η θέση του ότι ο κ. Χαραλάμπους αρνήθηκε να τα υπογράψει και είπε στον Αιτητή 1 να του δώσει €300,00 να υπογράψουν αυτοί. Ισχυρίστηκε ότι αυτός συμφώνησε με την Εργοδότρια Εταιρεία ότι θα έπαιρνε €650,00 ως μισθό και ότι θα του έδινε «τον Αύγουστο» και 13ο μισθό. Ότι ποτέ δεν του δόθηκε «ο Αύγουστος» και 13ος μισθός. Ότι τον τελευταίο μήνα ο κ. Χαραλάμπους άρχισε να τους φωνάζει και να τους αναγκάζει να πάνε να εργαστούν εκτός φυτωρίου σε τρίτα πρόσωπα - φίλους του για να φυτέψουν δέντρα και να μαζέψουν φορμόζες ενώ αυτοί δεν ήθελαν. Υποστήριξε ότι στις 22/07/2015 ο κ. Χαραλάμπους άρχισε να τους φωνάζει για ποιο λόγο πήγαν στο Γραφείο Εργασίας και τους είπε να φύγουν όλοι και ότι δεν τους θέλει πλέον. Ότι εκείνη τη μέρα έδιωξε αυτόν, τον Αιτητή 1 και ακόμα δύο άλλους εργοδοτουμένους στο φυτώριο. Ότι την ίδια μέρα ο κ. Χαραλάμπους τον έδιωξε από το σπίτι που διέμενε το οποίο βρισκόταν μέσα στο φυτώριο της Εργοδότριας Εταιρείας. Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι δεν διάβασε τις συμβάσεις απασχόλησης που υπέγραψε με την Εργοδότρια Εταιρεία και επέμενε ότι αυτός συμφώνησε να λαμβάνει €650,00 τον μήνα ως μισθό. Επανέλαβε τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τις ώρες που εργαζόταν και τις εντολές του κ. Χαραλάμπους να εργαστούν για τρίτα πρόσωπα. Απέρριψε τις υποβολές ότι ο κ. Χαραλάμπους ειδοποίησε μόνο ένα άλλο εργοδοτούμενο της Εργοδότριας Εταιρείας ότι θα απολυθεί τέλος Ιουλίου του 2015. Αρνήθηκε ότι αυτός έφυγε από την εργασία του και ότι όταν του ζήτησε ο κ. Χαραλάμπους να επιστρέψει στην εργασία του αρνήθηκε λέγοντας του ότι θα επιστρέψει μόνο αν επιστρέψει και ο εργοδοτούμενος που απέλυσε ο κ. Χαραλάμπους. Είπε ότι η συμπεριφορά του κ. Χαραλάμπους άλλαξε όταν αυτοί έμαθαν τα δικαιώματά τους από το Γραφείο Εργασίας. Αρνήθηκε ότι αυτός προσέφυγε στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης για τη διαφορά που προέκυψε με την Εργοδότρια Εταιρεία και ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε ποτέ την επιστολή του εν λόγω Τμήματος προς την Εργοδότρια Εταιρεία ημερομηνίας 07/06/2016 (Τεκμήριο 7) στην οποία αναφερόταν ότι η Επιτροπή Εξέτασης Διαφορών σε συνεδρίαση της ημερομηνίας 15/12/2015 αποφάσισε όπως (α) η Εργοδότρια Εταιρεία καταβάλει σε αυτόν το ποσό των €56,77 που αφορά διαφορά μισθού και αναλογία ετήσιας άδειας και (β) επιτραπεί σε αυτόν να εξεύρει άλλο εργοδότη. Ο Αιτητής 1 καταθέτοντας ανέφερε ότι κατά την περίοδο που απασχολείτο στην Εργοδότρια Εταιρεία εργαζόταν κάθε μέρα όλη την εβδομάδα από τις 07.00π.μ. μέχρι τις 07.00μ.μ.. Ότι ένα
(1)μήνα πριν την απόλυσή του πήγε στο Γραφείο Εργασίας και τους ρώτησε ποιες ώρες πρέπει να εργάζεται, ποιες μέρες μπορεί να κάθεται και πόσες μέρες δικαιούται ετήσια άδεια. Ότι εκεί του είπαν ότι δεν έχουν κάτι εκεί κοντά τους και ότι θα πάνε να επισκεφτούν τον χώρο εργασίας του. Είπε ότι μετά από τρεις
(3)μέρες τρία
(3)άτομα από το Γραφείο Εργασίας πήγαν στο φυτώριο όπου εργαζόταν και του έδωσαν μια φόρμα - κλήση για παρουσίαση εγγράφων με επισυναπτόμενο άδειο έγγραφο με όρους απασχόλησης (Τεκμήριο 3), λέγοντας του να μην υπογράψει αυτός αν δεν υπογράψει πρώτος ο εργοδότης του. Ισχυρίστηκε ότι αυτός παρέδωσε την εν λόγω φόρμα στον κ. Χαραλάμπους ο οποίος μετά από τρεις
(3)μέρες του πρότεινε να υπογράψει αυτός τη φόρμα και να του δώσει €300,
- Ότι τον ρώτησε γιατί δεν υπογράφει πρώτος αυτός και του είπε ότι θα υπογράψει μετά που θα υπογράψουν οι εργοδοτούμενοι. Ότι όταν είπε στον κ. Χαραλάμπους ότι δεν υπογράφει, ο κ. Χαραλάμπους πήρε τα χαρτιά και έφυγε. Ήταν η θέση του ότι μετά από αυτό ο κ. Χαραλάμπους τους έβαζε συνεχώς τις φωνές. Ισχυρίστηκε ότι στις 22/07/2015 πήγαν κανονικά στην εργασία τους και ο κ. Χαραλάμπους άρχισε να τους φωνάζει και τους είπε ότι θα φύγουν όλοι. Υποστήριξε ότι δεν έλειψε ούτε μια μέρα από την εργασία του και ότι δεν του δόθηκε ποτέ άδεια ή 13ος μισθός από την Εργοδότρια Εταιρεία. Ότι ο κ. Χαραλάμπους τους ανάγκαζε να πηγαίνουν να εργάζονται σε περβόλια και κήπους τρίτων προσώπων. Ήταν η θέση του ότι ο κ. Χαραλάμπους δεν τους ζήτησε μετά τις 22/07/2015 να πάνε πίσω στην εργασία τους. Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι υπέγραψε τις συμβάσεις απασχόλησης με την Εργοδότρια Εταιρεία αλλά δεν τις είχε διαβάσει γιατί δεν ξέρει ούτε ελληνικά ούτε αγγλικά. Αρνήθηκε ότι η συμφωνία του με την Εργοδότρια Εταιρεία ήταν ότι θα λάμβανε €450,00 μισθό τον μήνα λέγοντας ότι ποτέ δεν του ειπώθηκε κάτι τέτοιο. Είπε ότι δεν είχε προβλήματα με τον κ. Χαραλάμπους και γι' αυτό έφερε και συγγενείς του να εργαστούν στην Εργοδότρια Εταιρεία. Ισχυρίστηκε ότι τα προβλήματα με τον κ. Χαραλάμπους άρχισαν όταν αυτός πήγε στο Γραφείο Εργασίας. Επέμενε ότι εργαζόταν όλες τις μέρες της εβδομάδας χωρίς να κάθεται τις αργίες. Απέρριψε υποβολή ότι, όταν τον ενημέρωσε ο κ. Χαραλάμπους ότι θα σταματούσε τον αδελφό του από την εργασία του, αυτός και άλλοι εργοδοτούμενοι της Εργοδότριας Εταιρείας εγκατέλειψαν την εργασία τους και έθεσαν ως όρο για να επιστρέψουν την επαναπρόσληψη του αδελφού του. Είπε ότι αυτός προσέφυγε στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων για τη διαφορά που προέκυψε με την Εργοδότρια Εταιρεία και ισχυρίστηκε ότι αυτός δεν έλαβε ποτέ την επιστολή του Τμήματος Αλλοδαπών και Μετανάστευσης προς την Εργοδότρια Εταιρεία ημερομηνίας 12/05/2016 (Τεκμήριο 6), στην οποία αναφερόταν ότι η Επιτροπή Εξέτασης Διαφορών σε συνεδρίαση της ημερομηνίας 15/12/2015 αποφάσισε όπως (α) η Εργοδότρια Εταιρεία καταβάλει σε αυτόν το ποσό των €56,77 που αφορά διαφορά μισθού και αναλογία ετήσιας άδειας και (β) επιτραπεί σε αυτόν να εξεύρει άλλο εργοδότη. Τρίτος μάρτυρας για τους Αιτητές ήταν η κα Xxxxxx Παναγιώτου, Λειτουργός στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων Πάφου. Η κα Παναγιώτου κατέθεσε ότι στις 09/06/2015 ομάδα Σύριων εργοδοτούμενων της Εργοδότριας Εταιρείας επισκέφθηκαν το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και ζήτησαν να ενημερωθούν για τα εργασιακά δικαιώματά τους. Ότι αυτή τους εξήγησε τη διαδικασία υποβολής παραπόνου εναντίον εργοδότη τόσο της επώνυμης όσο και της ανώνυμης. Ότι αυτοί επέλεξαν να υποβάλουν ανώνυμη καταγγελία εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για εργασία πέραν των 70 ωρών την εβδομάδα χωρίς να τους παραχωρείται ετήσια άδεια και επίσημες αργίες και χωρίς να τους δοθεί συμβόλαιο εργασίας. Ότι ζήτησαν να καθοριστούν μέσω σύμβασης οι ώρες εργασίας, οι αργίες και ο μισθός τους. Είπε ότι στις 18/06/2015 πραγματοποιήθηκε επί τόπου επιθεώρηση από το μεικτό κλιμάκιο του Υπουργείου Εργασίας σε υποστατικό της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι εκεί εντοπίστηκε ο Αιτητής 1 και η κόρη του διευθυντή της Εργοδότριας Εταιρείας. Ότι το Τμήμα Εργασίας έδωσε στην Εργοδότρια Εταιρεία κλήση για παρουσίαση εγγράφων (Τεκμήριο 3) που αφορούν τους όρους απασχόλησης των υπαλλήλων της και τα αρχεία μισθοδοσίας τους. Ότι την εν λόγω κλήση την παρέλαβε ο Αιτητής
- Ανέφερε ότι στις 27/07/2015 ο κ. Χαραλάμπους υπέβαλε παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων, μέσω της Υπηρεσίας Αλλοδαπών Πάφου, εναντίον των Αιτητών ότι αυτοί εγκατέλειψαν την εργασία τους και τον χώρο διαμονής τους στις 23/07/
- Ότι στις 05/08/2015 οι Αιτητές πήγαν στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων συνοδευόμενοι από τη δικηγόρο τους και υπέβαλαν παράπονα εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας για παράνομη απόλυση, παραβίαση ωραρίου εργασίας και μη καταβολή 13ου μισθού. Ότι στις 27/08/2015 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών για επίλυση της εργατικής διαφοράς. Ότι επειδή δεν έγινε κατορθωτό να επιλυθεί η εργατική διαφορά ετοιμάστηκε έκθεση γεγονότων και αποστάλθηκε στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης για περαιτέρω χειρισμό. Ότι στην εν λόγω έκθεση αναφέρεται ότι (α) οι Αιτητές είπαν ότι απολύθηκαν παράνομα και ο κ. Χαραλάμπους απέρριψε την εν λόγω θέση υποστηρίζοντας ότι εγκατέλειψαν την εργασία τους χωρίς να τον ενημερώσουν προηγουμένως και ότι στην παρουσία αστυνομίας άνοιξε τα δωμάτιά τους για να πάρουν τα υπάρχοντά τους, (β) ο κ. Χαραλάμπους ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε για την ανώνυμη καταγγελία από τους εργοδοτούμενους στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων μετά από επιστολή που έστειλε η δικηγόρος των Αιτητών στον ίδιο στις 28/07/2015 και (γ) ο κ. Χαραλάμπους δεν αποδέχτηκε τη θέση των Αιτητών ότι δεν τους δόθηκαν γραπτώς οι όροι εργοδότησής τους και είπε ότι κάθε φορά που ανανεώνονταν οι συμβάσεις απασχόλησής τους υπέγραφαν οι ίδιοι στην Υπηρεσία Αλλοδαπών. Σημείωσε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων αντίγραφα των συμβάσεων απασχόλησης των Αιτητών. Ότι το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων προέβηκε σε υπολογισμό της οικονομικής διαφοράς που προέκυπτε από την τελευταία σε ισχύ σύμβαση απασχόλησης μεταξύ των μερών, από την ημέρα έναρξης της εν λόγω σύμβασης μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της εργασιακής σχέσης μεταξύ των μερών. Πιο συγκεκριμένα έγινε υπολογισμός για τις ετήσιες άδειες και αναλογία 13ου μισθού από τις 04/05/2015 μέχρι 22/07/
- Ότι για τους εν λόγω δυόμιση (2½) μήνες οι Αιτητές δικαιούνταν πέντε
(5)ημέρες ετήσια άδεια και ότι πολλαπλασιάζοντας τις εν λόγω μέρες επί το ποσό των €14,38 που είναι σύμφωνα με τις συμβάσεις απασχόλησής τους το ημερομίσθιο των Αιτητών, βγαίνει το ποσό των €71,
- Ότι η αναλογία 13ου μισθού για τους εν λόγω δυόμιση (2½) μήνες ήταν €87,97 λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ακάθαρτος μηνιαίος μισθός ανερχόταν σε €455,00 και ότι από αυτό το ποσό αφαιρείτο 7,8% ως εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με αποτέλεσμα ο καθαρός μισθός να ανερχόταν σε €409,
- Ότι επειδή η Εργοδότρια Εταιρεία με βάση τις συμβάσεις απασχόλησης όφειλε να καταβάλει μόνο το ½ του ποσού για την ασφάλεια ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για τον κάθε Αιτητή και το άλλο ½ ο κάθε Αιτητής, αφαιρέθηκε το ποσό των €102,50 από το ποσό που υπολογίστηκε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία όφειλε στον κάθε Αιτητή. Στη βάση των πιο πάνω, το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων κατέληξε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία οφείλει στον κάθε Αιτητή το ποσό των €56,
- Είπε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία προέβαλε τη θέση ότι ο 13ος μισθός συμπεριλαμβανόταν στο ποσό των €650,00 που καταβαλλόταν μηνιαίως στους Αιτητές. Ανέφερε ότι το Τμήμα Εργασιακών απέστειλε την εν λόγω έκθεση στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης για περαιτέρω χειρισμό. Σημείωσε ότι το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων δεν προέβηκε σε υπολογισμό τυχόν οφειλόμενων ποσών για αργίες και υπερωρίες στους Αιτητές επειδή δεν υπήρχε παραδοχή από την Εργοδότρια Εταιρεία για εργασία των Αιτητών υπερωριακά και η Εργοδότρια Εταιρεία δεν είχε υποχρέωση ως επιχείρηση φυτωρίων να βγάζει και να αναρτά πρόγραμμα σχετικά με το ωράριο εργασίας των εργοδοτουμένων της. Ότι τα αποτελέσματα της διερεύνησης των καταγγελιών τόσο της Εργοδότριας Εταιρείας όσο και των Αιτητών και της εισήγησης της Υπηρεσίας Αλλοδαπών για το καθεστώς των Αιτητών (αν δικαιούνται να συνεχίσουν να εργάζονται στην Κύπρο) κοινοποιήθηκαν στις δύο πλευρές από την Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης. Αντεξεταζόμενη είπε ότι αυτή δεν γνωρίζει τις επιστολές που στάλθηκαν από την Υπηρεσία Αλλοδαπών στους Αιτητές, αλλά σημείωσε ότι σύμφωνα με τη διαδικασία η Υπηρεσία Αλλοδαπών πάντα ενημερώνει τους εμπλεκόμενους μετά από καταγγελίες και οι τελικές αποφάσεις στέλνονται στα κεντρικά γραφεία του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων στη Λευκωσία. Εκ μέρους της Εργοδότριας Εταιρείας κατέθεσε ο διευθυντής της κ. Xxxxxxxx Χαραλάμπους. Ο κ. Χαραλάμπους υποστήριξε ότι δεν απέλυσε τους Αιτητές καθότι η Εργοδότρια Εταιρεία είχε μόνο έξι
(6)εργοδοτούμενους και δεν θα μπορούσε να μείνει με μόνο δύο
(2)εργοδοτούμενους. Ισχυρίστηκε ότι για οκτώ
(8)χρόνια είχε πολύ καλή συνεργασία με τον Αιτητή 1 και γι' αυτό τον λόγο αποδέχτηκε το αίτημά του να εργοδοτήσει (
- i)τον αδελφό του Axxx Axxxx Alsiman, ο οποίος λόγω του πολέμου στη Συρία απέκτησε καθεστώς αιτητή πολιτικού ασύλου και (
- ii)ένα αδελφότεκνό του. Ότι μετά από έξι
(6)μήνες που εργάστηκε κοντά του ο αδελφός του Αιτητή 1 άρχισε να επιδεικνύει ανυπακοή και να λέει στους άλλους υπαλλήλους να μην εργάζονται γρήγορα γιατί είναι πολύ χαμηλή η αμοιβή τους. Ότι στη συνέχεια ο Αιτητής 1 και ο αδελφός του έκαναν ότι ήθελαν. Ισχυρίστηκε ότι όταν παρατήρησε τον Αιτητή 1 για τη συμπεριφορά που επιδείκνυε, αυτός του είπε γιατί δεν τον διώχνει αφού δεν είναι σωστός. Ήταν η θέση του ότι τόσο ο Αιτητής 1 όσο και ο αδελφός του απουσίασαν σε διάφορες χρονικές περιόδους από την εργασία τους για κάποιες εβδομάδες ο καθένας για να φέρουν τις γυναίκες τους στην Κύπρο χωρίς να τους γίνει αποκοπή μισθού. Ότι ο αδελφός του Αιτητή 1 απουσίασε και άλλες φορές από την εργασία του για να φέρει τη μητέρα του στην Κύπρο και να γράψει τα διάφορα μέλη της οικογένειάς του στις αρμόδιες υπηρεσίες ώστε να λαμβάνουν τα σχετικά επιδόματα. Προέβαλε τον ισχυρισμό ότι στις 18 ή 19/07/2015, όταν ο Αιτητής 1 και ο αδελφός του ήταν στο αυτοκίνητο για να πάνε στο σπίτι τους για το μεσημεριανό τους διάλειμμα είπε στον Αιτητή 1 να πληροφορήσει τον αδελφό του ότι τέλος του μηνός απολύεται. Ότι όταν το άκουσε ο αδελφός του Αιτητή 1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και τον χτύπησε στον ώμο. Ότι ο Αιτητής 1, o αδελφός του και ο αδελφότεκνός τους, του είπαν ότι θα φύγουν και ο αδελφός του Αιτητή 1 τον έβρισε και του είπε «εσύ θα πεθάνεις». Είπε ότι ο Αιτητής 2 δεν έφυγε τότε. Ότι όταν έγιναν αυτά ήταν μέρα Πέμπτη και ότι Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή τους τηλεφωνούσε και δεν απαντούσαν. Ότι αργά το βράδυ της Κυριακής ζήτησε από ένα γνωστό του Σύριο να τηλεφωνήσει στους Αιτητές και να τους ρωτήσει αν θα επιστρέψουν στην εργασία τους. Ότι απάντησε ο Αιτητής 2, ο οποίος τους είπε ότι θα τους πάρει πίσω να τους ενημερώσει αν θα πάνε πίσω στην εργασία τους. Ότι όταν τους πήρε τηλέφωνο τους είπε ότι για να έρθουν πίσω στην εργασία τους πρέπει να επιστρέψουν όλοι. Ότι αυτός του είπε ότι ο αδελφός του Αιτητή 1 δεν μπορεί να επιστρέψει. Ότι τότε ο Αιτητής 2 του είπε ότι δεν θα επιστρέψουν στην εργασία τους. Ότι γι' αυτό τον λόγο τη Δευτέρα πήγε στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και κατάγγειλε τους Αιτητές. Σημείωσε ότι πριν από το εν λόγω επεισόδιο ο Αιτητής 1, o αδελφός του, ο αδελφότεκνός τους και ο Αιτητής 2 έφυγαν ξανά από την εργασία άλλες δύο
(2)φορές λόγω του ότι αρνήθηκε (α) να δώσει χρήματα στον Αιτητή 1 και (β) να τον εγγυηθεί προσωπικά να αγοράσει αυτοκίνητο. Υποστήριξε ότι ήταν αδύνατον οι Αιτητές να εργάζονται επτά
(7)μέρες την εβδομάδα χωρίς άδειες και αργίες και ότι οι Αιτητές είχαν χειμερινό και καλοκαιρινό ωράριο εργασίας, με διαλείμματα ώστε να εργάζονται σύμφωνα με τη σύμβαση απασχόλησής τους. Αρνήθηκε ότι έστειλε τους Αιτητές να εργαστούν σε τρίτα πρόσωπα και είπε ότι αυτός είχε ένα περιβόλι όπου δύο-τρεις φορές τον χρόνο, σε ώρες εργάσιμες, τους έπαιρνε μαζί του για να μαζέψουν τα φρούτα από τα δέντρα. Είπε ότι τα Τεκμήρια 6 και 7 του στάλθηκαν ταχυδρομικώς και ότι μετά από αυτό μπόρεσε η Εργοδότρια Εταιρεία να πάρει άλλες θεωρήσεις εισόδου για να προσλάβει άλλους εργοδοτούμενους στα φυτώριά της. Παραδέχτηκε ότι δεν πλήρωσε τα ποσά που αναφέρονται στα εν λόγω Τεκμήρια στους Αιτητές. Είπε ότι δεν απέλυσε τους Αιτητές γιατί προέβηκαν σε καταγγελία εναντίον της Εργοδότριας Εταιρείας στο Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων. Αντεξεταζόμενος είπε ότι ο Αιτητής 1 τόσα χρόνια ήταν ευχαριστημένος μαζί του και είχαν καλές σχέσεις αλλά τον τελευταίο καιρό, όταν αρνήθηκε να του δώσει λεφτά και να τον εγγυηθεί να αγοράσει αυτοκίνητο, άλλαξε στάση. Ότι του πρότεινε να του δώσει €300,00 και να του υπογράψει ένα έγγραφο στο οποίο να φαίνεται ότι του έδωσε αυτά τα λεφτά, αλλά ο Αιτητής 1 του είπε ότι αυτός δεν υπογράφει τέτοιο έγγραφο. Ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε λόγος να δώσει στον Αιτητή 1 €300,00 για να υπογράψει τους όρους απασχόλησης των Αιτητών, αφού οι όροι εργασίας του υπήρχαν στις υπογραμμένες συμβάσεις απασχόλησης. Ήταν η θέση του ότι έδινε στους Αιτητές 13ο μισθό και ότι θεωρούσε ότι τα €200,00 που τους έδινε κάθε μήνα παραπάνω από τον συμφωνημένο μισθό κάλυπταν τον 13ο μισθό. Ισχυρίστηκε ότι οι Αιτητές δεν εργάζονταν υπερωρίες. Ούτε εργάζονταν κατά τις ημέρες που σύμφωνα με τη σύμβαση απασχόλησής τους ήταν αργίες. Ερωτώμενος για ποιο λόγο έφερε την αστυνομία για να διώξει τον Αιτητή 2 από το σπίτι που διέμενε, είπε ότι ο Αιτητής 2 ενώ έφυγε από την απασχόληση της Εργοδότριας Εταιρείας, κρατούσε το σπίτι και ζήτησε από την αστυνομία να έρθει να επιβλέπει όταν θα πάρει ο Αιτητής 2 τα πράγματά του από το σπίτι. Νομική Πτυχή Α. Τερματισμός της Εργασιακής Σχέσης Μια εργασιακή σχέση μπορεί να τερματιστεί από τα μέρη της (α) με την απόλυση του εργοδοτουμένου από τον εργοδότη, (β) με την παραίτηση του εργοδοτουμένου από την εργασία του και (γ) μετά από συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου. Ο μονομερής τερματισμός της εργασιακής σχέσης, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο, ασκείται με μονομερή δήλωση βούλησης η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με οποιοδήποτε τρόπο γραπτά, προφορικά ή σιωπηρά αρκεί να προκύπτει από αυτή σαφώς και χωρίς αμφιβολία η βούληση του εργοδότη ή του εργοδοτουμένου να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Στις περιπτώσεις που ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης δεν οφείλεται σε μονομερή καταγγελία της σχέσης από τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο αλλά είναι το αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτουμένου τότε δεν υπάρχει απόλυση/τερματισμός της εργασιακής σχέσης που να καλύπτεται από τις πρόνοιες του Νόμου. Ούτε μπορεί ο τερματισμός να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε υποβολή οικειοθελούς παραίτησης από τον εργοδοτούμενο[5]. Θεωρείται ότι υπήρξε συναινετική λύση της εργασιακής σχέσης. Σύμφωνα με τις αρχές του εργατικού δικαίου και της νομολογίας, η υποβολή παραίτησης από τον εργοδοτούμενο συνιστά οικειοθελή αποχώρηση στις περιπτώσεις που υποβάλλεται με την ελεύθερη βούληση του εργοδοτουμένου χωρίς την εξάσκηση οποιασδήποτε πίεσης ή απειλής από την εργοδοτική πλευρά[6]. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος παραιτείται οικειοθελώς από την εργασία του ο εργοδοτούμενος δεν καλύπτεται από τις προστατευτικές διατάξεις του Νόμου και δεν δικαιούται αποζημιώσεις. Όταν αμφισβητείται από τους διαδίκους ο τρόπος τερματισμού της εργασιακής σχέσης το ζήτημα κατά πόσον ένας εργοδοτούμενος έχει παραιτηθεί οικειοθελώς από την εργασία του ή έχει απολυθεί από τον εργοδότη του, είναι θέμα γεγονότων πάνω στα οποία το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για να αποφασίσει αφού σταθμίσει όλες τις περιβάλλουσες περιστάσεις. Όπως τέθηκε από τον Sir John Donaldson στην υπόθεση Martin v. Glynwed Distribution Ltd [1983] ICR 511: "Whatever the respective actions of the employer and the employee at the time when the contract of employment is terminated, at the end of the day the questions always remains the same, 'Who really ended the contract of employment?" Στις περιπτώσεις όπου αμφισβητείται ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση και οι διάδικοι αποδίδουν στην αντίδικη πλευρά την ευθύνη για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, οι φράσεις που λέχθηκαν και/ή η συμπεριφορά που εκδηλώθηκε τη δεδομένη στιγμή επιδέχονται ερμηνείας τέτοιας που να καταδεικνύεται πώς έγινε ο τερματισμός της εργασιακής σχέσης και ποιο από τα μέρη ευθύνεται για τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης[7]. Δηλαδή κατά πόσον, τα γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος αποχώρησε οικειοθελώς και/ή εγκατέλειψε την εργασία του από μόνος του (είτε ξεκάθαρα είτε εξυπακουόμενα[8]) ή ότι ο εργοδότης ήταν αυτός που απέλυσε τον εργοδοτούμενο. Σημειώνουμε ότι έχει σημασία πάντα κάτω από ποιες περιστάσεις λέχθηκαν κάποιες λέξεις ή φράσεις από τα εμπλεκόμενα μέρη και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις περιβάλλουσες περιστάσεις τόσο πριν όσο και μετά την κατ' ισχυρισμό δήλωση παραίτησης ή απόλυσης κατά την απόφανσή του κατά πόσον η επίδικη δήλωση συνιστά απόλυση ή παραίτηση[9]. Όταν δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια τα οποία να δηλώνουν ρητά, αδιαμφισβήτητα και με σαφή τρόπο τον μονομερή τερματισμό της εργασιακής σχέσης από τη μια πλευρά ή την άλλη κατά τον ουσιώδη χρόνο και/ή η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ήταν ασαφής και διφορούμενη[10]
(1)η πρόθεση του προσώπου που χρησιμοποίησε αυτή τη γλώσσα και το πώς εξέλαβε κάποιος εργοδότης ή κάποιος εργοδοτούμενος τις διφορούμενες εκφράσεις υπό τις περιστάσεις είναι θέματα υποκειμενικά και δεν θεωρούνται ως σχετικοί παράγοντες και
(2)το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό και το ερώτημα είναι πώς ένας μέσος λογικός εργοδότης ή ένας λογικός εργοδοτούμενος υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να αντιληφθεί τί σημαίνουν οι λέξεις και οι εκφράσεις αυτές. Στις περιπτώσεις που η γλώσσα και οι φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν είναι σαφείς και ξεκάθαρες ως προς το τι σημαίνουν τότε το Δικαστήριο δέχεται ότι οι εν λόγω φράσεις είχαν τη συνήθη γραμματική έννοια τους και καταλήγει στο ανάλογο εύρημα. Όμως σε κάποιες περιπτώσεις όταν υπάρχει κάτι στις περιβάλλουσες συνθήκες που δεικνύει ότι ήταν παράλογο για τον εργοδότη ή τον εργοδοτούμενο να αποδεχτεί τις φράσεις ως ειπώθηκαν τότε ο εργοδότης ή ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι όντως ο εργοδότης ή ο εργοδοτούμενος εννοούσε αυτά που έχει πει[11]. Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018, στην παράγραφο [248] συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα: "To sum up, the preponderance of authority in relation to ambiguous statements is in favour of the objective view, ie that the issue is how a reasonable listener would have construed the words used in all the circumstances of the case. In relation, however, to unambiguous statements, we seem to have a combined test - one starts from the subjective position that the speaker has to take the consequences of clear words being taken at face value, even if a reasonable listener might not have done so, but this is subject to an exception (or 'cautious reminder') if there are 'special circumstances' in which the words were uttered, in which case a more objective approach may be taken to see what was reasonably meant."[12] Στο σημείο αυτό σημειώνουμε ότι μια παραίτηση ή μια απόλυση από τη στιγμή που γίνουν δεν μπορούν μονομερώς να ανακληθούν καθότι μετά τον τερματισμό της απασχόλησης τερματίζεται και η σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου η οποία δεν μπορεί να αναβιώσει εκτός με τη συγκατάθεση και τη συμφωνία και των δύο μερών (Α. Ιάσωνος Λτδ ν. Χρίστου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 703, Tanner v. Kean Ltd [1978] IRLR 110). Γι' αυτό τον λόγο τα γεγονότα που συνέβησαν μετά τις αμφισβητούμενες πράξεις θα πρέπει να εξεταστούν από το Δικαστήριο για να αποφανθεί κατά πόσον αποτελούν γεγονότα που επεξηγούν τις αμφισβητούμενες πράξεις ή κατά πόσον αντικατοπτρίζουν διαφοροποίηση και αλλαγή των προηγούμενων ενεργειών των εμπλεκομένων μερών. Β. Αυτοτελείς αξιώσεις - Ετήσιες άδειες, 13ος μισθός, υπερωριακή αμοιβή για εργασία πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου εργασίας και κατά τις επίσημες αργίες Σημειώνουμε ότι η ετήσια άδεια αναπαύσεως αποτελεί δικαίωμα του εργοδοτουμένου το οποίο απορρέει από τον Περί Ετησίων Αδειών Μετ΄ Απολαβών Νόμο του 1967, Ν.8/67 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να του στερηθεί. Σε περίπτωση που ο εργοδότης αρνηθεί να παραχωρήσει στον εργοδοτούμενο την άδεια που δικαιούται με βάση τον νόμο και τη σύμβαση εργασίας του, τότε ο εργοδοτούμενος μπορεί να την διεκδικήσει δικαστικώς. Ακόμη σημειώνουμε ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να πληρώσει τον εργοδοτούμενο αντί της παραχώρησης άδειας και ότι η άδεια δεν μπορεί να συσσωρεύεται εκτός ως προβλέπεται από τον Ν.8/67[13] αλλά πρέπει να λαμβάνεται εντός του έτους άδειας για το οποίο οφείλεται. Η μόνη περίπτωση που ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε πληρωμή για μη ληφθείσα ετήσια άδεια είναι όταν λήξει η εργασιακή σχέση του με τον εργοδότη του. Σ' αυτήν την περίπτωση δικαιούται σε αποζημίωση που αντιστοιχεί στις μέρες ετήσιας άδειας που δικαιούτο και δεν έλαβε μέχρι τη μέρα που τερματίστηκε η εργασιακή σχέση του με τον εργοδότη του υπό την επιφύλαξη της πρόνοιας του άρθρου 7
(2)του Ν.8/67. Δηλαδή δεν δικαιούται να πληρωθεί τις ετήσιες άδειες που δεν έλαβε όλα τα έτη πριν την απόλυσή του εκτός αν αποδείξει ότι συμφώνησε με τον εργοδότη του ότι οι ετήσιες άδειες που δεν πήρε θα μεταφερθούν στα επόμενα έτη και θα συσσωρευτούν με ανώτατο όριο πάντα το σύνολο της ετήσιας άδειας που δικαιούται για δύο
(2)έτη . Μια από τις βασικές και ουσιαστικές υποχρεώσεις του εργοδότη σε μία σύμβαση εργασίας είναι η καταβολή του συμφωνηθέντος ή συμβατικού μισθού και των συμφωνηθέντων ή συμβατικών απολαβών στον εργοδοτούμενο. Παράλειψη καταβολής του μισθού ή των απολαβών κατά τον χρόνο που αυτά είναι πληρωτέα με βάση τη συμφωνία εργασίας δίνει στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να αξιώσει την καταβολή του οφειλόμενου δεδουλευμένου μισθού ή των οφειλόμενων απολαβών. Ο τρόπος και η περιοδικότητα της καταβολής του μισθού έχει ρυθμιστεί νομοθετικά με τη θέσπιση του Ν.35(Ι)/2007. Ο Ν.35(Ι)/2007 ορίζει ότι «μισθός» σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από την απασχόληση εργοδοτουμένου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση, που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας και την εισφορά στο κεντρικό ταμείο αδειών που ιδρύθηκε δυνάμει Νόμου αλλά δεν περιλαμβάνει «έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές». Στο άρθρο 10 του Ν.35(Ι)/2007, ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα αναφέρονται τα πιο κάτω: «-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, δεν επιτρέπονται αποκοπές ποσών από το μισθό, παρά μόνο: (α) αποκοπές που προνοεί νόμος ή κανονισμός· (β) αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης· (γ) αποκοπές δυνάμει δικαστικής απόφασης˙ (δ) αποκοπές για αποζημίωση λόγω ζημιάς που υπέστη η επιχείρηση και που προκλήθηκε σκόπιμα ή ένεκα βαριάς αμέλειας του εργοδοτούμενου· και (ε) άλλες αποκοπές, μετά από συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
(2)...........................
(3)............................
(4)Οι αποκοπές από το μισθό δυνάμει του παρόντος άρθρου περιορίζονται στο βαθμό που ο εργοδοτούμενος θα μπορεί να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του.» Σημειώνουμε ότι η υπερωριακή εργασία δεν πληρώνεται εκτός αν υπάρχει σχετική συμφωνία για πληρωμή της υπερωριακής εργασίας. Στην υπόθεση Ι. Κοφτερίδης ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 443 ο εφεσείων, ο οποίος ήταν πρώην εργοδοτούμενος των εφεσιβλήτων, μετά την υποβολή της παραίτησής του καταχώρησε αίτηση στο Δ.Ε.Δ. και αξίωνε αποζημιώσεις για υπερωριακή εργασία που είχε προσφέρει κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στους εφεσίβλητους. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκαν οι εν λόγω αξιώσεις του εφεσείοντα και ανέφερε τα πιο κάτω: «Δεν υπάρχει, από ό,τι γνωρίζουμε, οιοσδήποτε γενικός κανόνας δικαίου ότι η επιπλέον εργασία πληρώνεται οπωσδήποτε. Η υπόθεση Παπαγιώργης ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1996)3 Α.Α.Δ.563, στην οποία έγινε αναφορά, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, αφού, όπως αναφέρεται και στην απόφαση Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν. Φιλιαστίδη
(2003)3 Α.Α.Δ. 342, το απορρέον εκ του νόμου δικαίωμα καταβολής απολαβών και επιδομάτων, είναι αναφαίρετο δημόσιο δικαίωμα του οποίου η αναγνώριση και ο προσδιορισμός ανάγονται αποκλειστικά στο δημόσιο δίκαιο, είναι δε δικαίωμα άρρηκτα συνδεδεμένο με την υπηρεσιακή κατάσταση του υπαλλήλου. Η Παπαγιώργης αναφέρεται σε δικαίωμα υπαλλήλου του δημόσιου τομέα, το οποίο πηγάζει από το νόμο και είναι ήδη αναγνωρισμένο. Στην παρούσα περίπτωση έχουμε εργοδότηση ιδιωτικού δικαίου, ενώ το κατ' ισχυρισμόν δικαίωμα κάθε άλλο παρά αναγνωρισμένο είναι. Χωρίς αμφιβολία η πιο πάνω αρχή δεν μπορεί να ισχύσει. Το θέμα διέπει η μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου υφιστάμενη σύμβαση εργοδότησης, στην οποία και θα πρέπει να ανατρέξουμε για να δούμε κατά πόσο ο υπάλληλος, στη δεδομένη περίπτωση ο εφεσείων, έχει ένα τέτοιο δικαίωμα. Έτσι, το επιχείρημα ότι δεν υπήρχε συμβατική πρόνοια ή νόμος ή εθιμικό δίκαιο ότι οι διευθυντές δεν εδικαιούντο σε υπερωρίες, θα πρέπει ουσιαστικά να αντιστραφεί και να ρωτήσει κάποιος αν υπάρχει πρόνοια στη συμφωνία εργοδότησης του εφεσείοντα που δικαιολογεί την καταβολή υπερωριών. ........................... Επαναλαμβάνουμε ότι η ουσία της διαφοράς βρίσκεται στο περιεχόμενο της σύμβασης εργοδότησης του εφεσειόντα. Και δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία ότι αυτή προνοούσε την καταβολή υπερωριών.» Ανάλυση μαρτυρίας Α.
(1)Κατ' αρχάς παρατηρούμε ότι η μαρτυρία των Αιτητών αναφορικά με τις αυτοτελείς αξιώσεις τους ήταν αόριστη και γενική. Κατά τη μαρτυρία τους δεν μας ανέφεραν με σαφήνεια και λεπτομέρεια πώς υπολόγισαν το ύψος των αυτοτελών αξιώσεών τους. Δεν μας ανέφεραν ποια ήταν η βάση υπολογισμού των αξιώσεών τους με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να εξετάσουμε και να αποφανθούμε κατά πόσον τα ποσά που αξιώνουν δικαιολογούνται. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι ο υπολογισμός των ποσών που αξιώνονται ως αυτοτελείς αξιώσεις θα πρέπει να δικογραφείται με λεπτομέρεια ώστε η αντίδικη πλευρά να γνωρίζει τι αξιώνεται από αυτήν και πάνω σε ποια βάση στηρίζεται η εν λόγω αξίωση. Οι Αιτητές περιορίστηκαν στο να αναφέρουν μόνο ότι εργάζονταν επτά
(7)μέρες την εβδομάδα 12 ώρες κάθε μέρα χωρίς να δώσουν οποιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες και ότι δεν τους καταβλήθηκε 13ος μισθός και πληρωμή για οποιαδήποτε ετήσια άδεια αναπαύσεως χωρίς να συνδέσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς με τα ποσά των αξιώσεών τους. Ο Αιτητής 2 ισχυρίστηκε ότι ενώ συμφώνησαν με την Εργοδότρια Εταιρεία να τους δώσει «τον Αύγουστο» και τον 13ο μισθό δεν τους δόθηκε ποτέ «ο Αύγουστος» και ο 13ος μισθός. Δεν μας εξήγησε τι εννοούσε αναφερόμενος στον «Αύγουστο» (δηλαδή αν εννοούσε ο Αύγουστος να του δίνεται ως μήνας άδειας ή να του πληρώνεται διπλά ως μη χορήγηση ετήσιας άδειας). Μας ξενίζει το γεγονός ότι δεν μας ανέφερε ότι στα τέσσερα
(4)χρόνια που εργάστηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία δεν διαμαρτυρήθηκε με κάποιο τρόπο για τη μη τήρηση από την Εργοδότρια Εταιρεία των πιο πάνω, σύμφωνα με αυτόν, συμφωνηθέντων όρων της απασχόλησής του και ότι μας ανέφερε ότι ο λόγος που πήγαν στο Γραφείο Εργασίας ήταν ότι εργάζονταν συνεχώς χωρίς να ξέρουν ποιες ώρες έπρεπε να εργάζονται και ποιες μέρες ήταν αργίες. Σε διάσταση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Αιτητή 2, ο Αιτητής 1 (ο οποίος ήταν το πρόσωπο που σύστησε τον Αιτητή 2 στην Εργοδότρια Εταιρεία καθότι είναι εξάδελφός του) είπε ότι ένα από το θέματα που ζήτησε να ενημερωθεί από το Γραφείο Εργασίας ήταν ποιες μέρες δικαιούταν ως ετήσια άδεια και ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν του έδινε ετήσια άδεια ανάπαυσης και 13ο μισθό. Ο Αιτητής 1 δεν ανέφερε ότι συμφώνησαν με την Εργοδότρια Εταιρεία οτιδήποτε για τον Αύγουστο ή τις ετήσιες άδειες. Σε σχέση με τον 13ο μισθό, ο Αιτητής 1 όταν ρωτήθηκε κατά πόσον συμφώνησε με την Εργοδότρια Εταιρεία να του δίνεται 13ος μισθός απάντησε «είπε να δώσει αλλά δεν έδινε». Δεν μας ανέφερε πότε έγινε αυτό και ούτε μας είπε κατά πόσον διαμαρτυρήθηκε στον κ. Χαραλάμπους για την παράλειψη καταβολής 13ου μισθού. Παρατηρούμε ότι η κα Παναγιώτου δεν ανέφερε ότι ο Αιτητής 1 όταν υπέβαλε το παράπονο τον Ιούνιο του 2015 στο Γραφείο Εργασίας ανέφερε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία παραλείπει να του καταβάλει 13ο μισθό. Θεωρούμε υπερβολική την αναφορά των Αιτητών ότι ο κ. Χαραλάμπους όταν τους έπαιρνε να εργαστούν για τρίτα πρόσωπα τους ζητούσε να ανεβούν σε δέντρα που είχαν 10 μέτρα ύψος για να κόψουν φορμόζες. Περαιτέρω ενώ ισχυρίστηκαν ότι συμφώνησαν με την Εργοδότρια Εταιρεία ότι ο μηνιαίος μισθός τους θα ήταν €650,00 δεν μας ανέφεραν οτιδήποτε σχετικό με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συμφώνησαν τον εν λόγω όρο, ούτε αν συζήτησαν με την Εργοδότρια Εταιρεία τους λοιπούς όρους της απασχόλησής τους. Δεν μας ανέφεραν για πόσες ώρες εργασίας ήταν ο εν λόγω μισθός. Ενώ ο Αιτητής 1 ο οποίος εργάστηκε για εννιά
(9)χρόνια στην Εργοδότρια Εταιρεία είπε ότι δεν είχε προβλήματα με τον κ. Χαραλάμπους πριν να πάει στο Γραφείο Εργασίας και ότι προηγουμένως δεν τους φώναζε, ο Αιτητής 2 αρχικά είπε ότι πριν να πάει το Γραφείο Εργασίας στο φυτώριο δεν είχαν πρόβλημα με τον κ. Χαραλάμπους και ακολούθως ανασκεύασε λέγοντας ότι πάντα τους φώναζε ο κ. Χαραλάμπους και τους ζητούσε να εργάζονται περισσότερο. Ενώ οι Αιτητές ισχυρίστηκαν ότι δεν πήραν ούτε μια μέρα ετήσια άδεια και ότι εργάζονταν τις αργίες, η δικηγόρος τους κατά την αντεξέταση του κ. Χαραλάμπους του υπέβαλε ότι οι Αιτητές δεν εργάζονταν μόνο κάποιες μέρες μετά από δική του άδεια πέντε ή έξι φορές τον χρόνο. Ενώ ο Αιτητής 2 ανέφερε μόνο ότι ο κ. Χαραλάμπους στις 22/07/2015 τους είπε να φύγουν όλοι, ο Αιτητής 1 ερωτώμενος τι συνέβηκε στις 22/07/2015 είπε ότι τους έβαλε τις φωνές ο κ. Χαραλάμπους, ότι όταν αυτός τον ρώτησε γιατί φωνάζει ο κ. Χαραλάμπους του είπε θα φύγετε όλοι, ότι αυτός είπε στους υπόλοιπους να πάνε σπίτι και αυτός πήγε στο Γραφείο Εργασίας και ανέφερε τι έγινε με τον κ. Χαραλάμπους, ότι στο Γραφείο Εργασίας του είπαν να πάνε στην εργασία τους και ότι θα μιλήσουν αυτοί μαζί του, ότι αυτοί επέστρεψαν στην εργασία τους και ότι ο κ. Χαραλάμπους όλη μέρα τους φώναζε και όταν του είπε ότι δεν θα υπογράψουν τη φόρμα τους είπε να φύγουν. Σημειώνουμε ότι η κα Παναγιώτου δεν αναφέρθηκε σε επίσκεψη του Αιτητή 1 στο Γραφείο Εργασίας στις 22/07/2015. Δεν μας φαίνεται φυσικό το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν μας ανέφεραν πώς αντέδρασαν όταν ο κ. Χαραλάμπους τους είπε, στις 22/07/2015, να φύγουν όλοι και δεν μας περιέγραψαν με σαφήνεια, καθαρότητα και λεπτομέρεια τα γεγονότα που σύμφωνα με αυτούς έλαβαν χώρα στις 22/07/2015. Λόγω των πιο πάνω αδυναμιών στη μαρτυρία των Αιτητών κρίνουμε ότι δεν είναι ασφαλές να στηριχτούμε στη μαρτυρία τους για εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Συνακόλουθα η μαρτυρία των Αιτητών δεν γίνεται αποδεκτή.
(2)Η κα Παναγιώτου απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και έδωσε όλες τις επεξηγήσεις που της ζητήθηκαν. Κάποιες από τις θέσεις της υποστηρίζονται από τα γραπτά τεκμήρια που κατέθεσε (Τεκμήρια 6 και 7). Κατά την αντεξέτασή της, της έγιναν διευκρινιστικές ερωτήσεις μόνο. Κρίνεται πως πρόκειται για μάρτυρα η οποία δεν είχε προσωπικό συμφέρον από την υπόθεση και ότι μοναδικό σκοπό είχε να δώσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που βρίσκονταν σε γνώση της τόσο άμεσα και προσωπικά όσο και εξ' αιτίας της θέσης και των καθηκόντων της. Συνακόλουθα η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της και βρίσκουμε ότι οι αναφορές της για τα γεγονότα που κατέθεσε σε σχέση με τα εκατέρωθεν παράπονα των διαδίκων και τον χειρισμό των εν παραπόνων από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης αποτελούν πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σημειώνουμε όμως ότι ο τρόπος επίλυσης της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και το Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης και η κατάληξη της εν λόγω έρευνας δεν δεσμεύουν με οποιοδήποτε τρόπο το Δικαστήριο και ούτε γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο ως ορθά καθότι τα εν λόγω τμήματα βασίστηκαν
(1)μόνο στο τελευταίο συμβόλαιο απασχόλησης και όχι σε ολόκληρη την περίοδο απασχόλησης των Αιτητών στην Εργοδότρια Εταιρεία και
(2)σε κάποιους από τους ισχυρισμούς των Αιτητών τους οποίους όμως ο κ. Χαραλάμπους δεν είχε αποδεχτεί ότι ευσταθούσαν. Β. Οι θέσεις που προέβαλε ο κ. Χαραλάμπους κατά τη μαρτυρία του ότι (α) ο Αιτητής 1 και ο αδελφός του επιδείκνυαν ανυπακοή στις οδηγίες του και η εργασιακή τους απόδοση και συμπεριφορά δεν ήταν η πρέπουσα, (β) ο Αιτητής 1 έφυγε από την εργασία του δύο
(2)εβδομάδες για οικογενειακούς σκοπούς και δεν του αφαιρέθηκε οποιοδήποτε ποσό από την πληρωμή του, (γ) οι Αιτητές έφυγαν άλλες δύο
(2)φορές από την εργασία τους όταν δεν ικανοποιήθηκαν τα αιτήματα του Αιτητή 1 να του δώσει χρήματα ή να τον εγγυηθεί να αγοράσει αυτοκίνητο και επέστρεψαν μετά που τους τηλεφώνησε, (δ) έδωσε στον Αιτητή 1, 10 - 15 μέρες πριν φύγουν για τελευταία φορά από την εργασία τους οι Αιτητές, €300,00 για να αγοράσει αυτοκίνητο υπό τον όρο ότι θα του υπέγραφε χαρτί ότι πήρε τα εν λόγω χρήματα αλλά ο Αιτητής αρνήθηκε να του υπογράψει, (ε) όταν πήρε για πρώτη φορά επιστολή από το Γραφείο Εργασίας, ρώτησε τον Αιτητή 1 και τον αδελφό του αν πήγαν στο Γραφείο Εργασίας να τον καταγγείλουν και ενώ ο Αιτητής 1 του απάντησε αρνητικά, ο αδελφός του είπε «εντάξει μάστρε, κάναμε λάθος» και αν έχει οποιαδήποτε έξοδα θα τα πληρώσουν αυτοί, (στ) όταν έκανε παρατηρήσεις στον Αιτητή 1 για τη συμπεριφορά του αυτός του έλεγε γιατί δεν με διώχνεις, (ζ) ο Αιτητής 2 δεν έφυγε με τους άλλους στις 22/07/2015 αλλά πιο μετά αφού δέχτηκε απειλές από τον Αιτητή 1 και τον αδελφό του και (η) ο Αιτητής 2 έμεινε στο σπίτι στο φυτώριο για τρεις
(3)εβδομάδες μετά που εγκατέλειψε την εργασία του (σημειώνουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν αμφισβήτησε τη θέση της κας Παναγιώτου ότι η Εργοδότρια Εταιρεία υπέβαλε καταγγελία στο Γραφείο Εργασίας στις 27/07/2015 ότι οι Αιτητές στις 23/07/2015 εγκατέλειψαν την εργασία τους και τον χώρο διαμονής τους), δεν τέθηκαν στους Αιτητές κατά την αντεξέτασή τους με αποτέλεσμα να μην δοθεί ευκαιρία στους Αιτητές να προβάλουν τη δική της εκδοχή. Καμία εξήγηση ή δικαιολογία δεν δόθηκε για την παράλειψη της υποβολής των εν λόγω ισχυρισμών στους Αιτητές. Καθοδηγούμενοι από τις αποφάσεις στις υποθέσεις Fredericou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 1527, Adidas v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, βρίσκουμε ότι το εν λόγω γεγονός εξασθενεί ουσιαστικά τη βαρύτητα των εν λόγω ισχυρισμών του κ. Χαραλάμπους. Περαιτέρω είμαστε της γνώμης ότι το εν λόγω γεγονός τείνει να καταδείξει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του κ. Χαραλάμπους αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του. Οι θέσεις του σε σχέση με τις αξιώσεις των Αιτητών για ετήσια άδεια, εργασία κατά τις αργίες και εργασία πέραν του ωραρίου εργασίας που προέβλεπαν οι συμβάσεις απασχόλησης ήταν πολύ γενικόλογη. Δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα πότε και πώς οι Αιτητές έπαιρναν ετήσια άδεια και περιορίστηκε στο να αναφέρει μόνο ότι οι Αιτητές δεν εργάζονταν τις μέρες που προέβλεπαν οι συμβάσεις απασχόλησής τους να μην εργάζονται και ότι είχαν συγκεκριμένο ωράριο εργασίας. Ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν είδε τα έγγραφα που έδωσε το Γραφείο Εργασίας στον Αιτητή 1 στις 18/06/2015 (Τεκμήριο 3), σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του είπε ότι όταν για πρώτη φορά πήρε επιστολή από το Γραφείο Εργασίας ρώτησε τον Αιτητή 1 και τον αδελφό του αν πήγαν στο Γραφείο Εργασίας να τον καταγγείλουν και ενώ ο Αιτητής 1 του απάντησε αρνητικά ο αδελφός του είπε «εντάξει μάστρε, κάναμε λάθος» και αν έχει οποιαδήποτε έξοδα θα τα πληρώσουν αυτοί, χωρίς να μας αναφέρει ποια είναι αυτή η επιστολή. Παραδέχτηκε ότι έδινε στους Αιτητές 13ο μισθό σημειώνοντας ότι αυτός καλυπτόταν από το ποσό των €200,00 που τους έδινε παραπάνω κάθε μήνα. Δεν έδωσε στοιχεία κάτω από ποιες περιστάσεις συμφωνήθηκε με τους Αιτητές ή αποφάσισε να δίνεται στους Αιτητές το εν λόγω επιπλέον ποσό. Περαιτέρω στους τροποποιημένους γενικούς λόγους των εγγράφων εμφανίσεων της Εργοδότριας Εταιρείας αναφέρεται ότι το εν λόγω ποσό δινόταν χαριστικά στους Αιτητές. Ενώ στα δικόγραφά της η Εργοδότρια Εταιρεία αναφέρει ότι οι Αιτητές εγκατέλειψαν την εργασία τους στις 22/07/2015, ο κ. Χαραλάμπους κατά την κυρίως εξέτασή του είπε ότι οι Αιτητές έφυγαν ή στις 18/07/2015 ή στις 19/07/2015 ημέρα Πέμπτη και ότι τους τηλεφωνούσε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή να επιστρέψουν στην εργασία τους και την Κυριακή του απάντησαν αρνητικά και έτσι τη Δευτέρα έκανε τη σχετική καταγγελία. Κατά την αντεξέτασή του είπε ότι οι Αιτητές μπορεί να έφυγαν είτε στις 17/07/2015, είτε στις 18/07/2015, είτε στις 19/07/2015, δεν θυμάται την ημερομηνία αλλά σίγουρα ήταν μέρα Πέμπτη. Σε υποβολή ότι έδιωξε τους Αιτητές στις 22/07/2015 είπε ότι αυτή μπορεί να ήταν η ημερομηνία που υπέβαλε την καταγγελία στο Τμήμα Αλλοδαπών και Μετανάστευσης αφού βεβαιώθηκε ότι δεν θα επέστρεφαν και ότι ήταν μέρα Δευτέρα. Σημειώνουμε ότι το 2015 ημέρα Πέμπτη ήταν η 16/07/2015 και ημέρα Δευτέρα ήταν η 20/07/2015. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτουμε τη μαρτυρία του κ. Χαραλάμπους ως αναξιόπιστη. Γ.
(1)Ενόψει (α) της απόρριψης τόσο της μαρτυρίας του κ. Χαραλάμπους όσο και των Αιτητών και (β) της υπογραφής των συμβάσεων απασχόλησης και από τα δύο μέρη κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να προβούμε σε οποιοδήποτε άλλο εύρημα σχετικά με τους όρους απασχόλησης των Αιτητών στην Εργοδότρια Εταιρεία εκτός από το ότι η απασχόληση των Αιτητών διέπετο από τους όρους που περιείχαν οι συμβάσεις απασχόλησης που υπέγραψαν τα διάδικα μέρη. Λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας των Αιτητών οι αξιώσεις των Αιτητών για μη παραχωρηθείσα ετήσια άδεια και για υπερωριακή εργασία απορρίπτονται καθότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι δεν τους είχε παραχωρηθεί η ετήσια άδεια που δικαιούνταν και ότι εργάστηκαν υπερωριακά. Επειδή οι Αιτητές εργάστηκαν πέραν του ενός
(1)έτους στην Εργοδότρια Εταιρεία σύμφωνα με τις συμβάσεις απασχόλησης είχαν δικαίωμα σε 13ο μισθό. Με βάση το εν λόγω γεγονός και την παραδοχή του κ. Χαραλάμπους ότι έδινε 13ο μισθό στους Αιτητές, βρίσκουμε ότι οι Αιτητές τον Δεκέμβριο του 2014 και τον Ιούλιο του 2015 είχαν δικαίωμα σε 13ο μισθό. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του κ. Χαραλάμπους η Εργοδότρια Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει ότι κατέβαλε στους Αιτητές τους εν λόγω μισθούς. Ως εκ τούτου βρίσκουμε ότι η Εργοδότρια Εταιρεία οφείλει στους Αιτητές (α) το ποσό των €455,00 ακάθαρτα ως 13ο μισθό για το 2014 και (β) το ποσό των €265,42 [(7Χ€455)÷12] ακάθαρτα ως αναλογία 13ου μισθού για το 2015.
(2)Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι η κατάληξή μας ότι οι Αιτητές, οι οποίοι είχαν το βάρος απόδειξης της θέσης τους ότι απολύθηκαν από την Εργοδότρια Εταιρεία, απέτυχαν να αποδείξουν, λόγω μη προσκόμισης αξιόπιστης και αποτελεσματικής μαρτυρίας, ότι η απασχόλησή τους στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε μονομερώς από την Εργοδότρια Εταιρεία. Το γεγονός ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία από την Εργοδότρια Εταιρεία δεν έγινε αποδεχτή δεν προσθέτει στην αδυναμία της μαρτυρίας που προσκομίστηκε προς υποστήριξη της υπόθεσης των Αιτητών (Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας ν. Νέστωρα Χ'' Νέστωρος
(1990)1 C.L.R. 41, Paphos Stone C. Estates Ltd v. Μάκη Νεοπτολέμου, Πολ. Έφεση Αρ.361/2009 ημερ.03/07/2014, ECLI:CY:AD:2014:A457). Καταλήγουμε ομόφωνα ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι στις 22/07/2015 η απασχόλησή τους τερματίστηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία. Συνακόλουθα οι απαιτήσεις των Αιτητών για αποζημιώσεις λόγω παράνομης απόλυσής τους και πληρωμής αντί προειδοποίησης απορρίπτονται. Κατάληξη
- Για σκοπούς απόφασης οι Αιτήσεις αποσυνδέονται.
- Εκδίδονται αποφάσεις ως ακολούθως: (Α) Απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση με αρ.387/15 και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση στην εν λόγω Αίτηση για το ποσό των €720,42 με νόμιμο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα των €500,00 - €2.000,
- (Β) Απόφαση υπέρ του Αιτητή στην Αίτηση με αρ.389/15 και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση στην εν λόγω Αίτηση για το ποσό των €720,42 με νόμιμο τόκο πλέον δικηγορικά έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα των €500,00 - €2.000,
- (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Σ. Δελίτσικου, Μέλος Π. Δημοσθένους, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνουμε ότι οι Αιτητές με τη μαρτυρία τους δεν προώθησαν τον ισχυρισμό για εξαναγκασμό τους σε παραίτηση. [2] Σε σχέση με την αξίωση για 13ο μισθό σημειώνουμε ότι η αξίωση που αφορά τον 13ο μισθό που ήταν πληρωτέος τον Δεκέμβριο του 2013 είναι καταχωρημένη εκπρόθεσμα. [3] «7.
(1)Όταν ο εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ΄ εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός ούτως θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοια του άρθρου 3.
(2)Καθ΄ οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν δυνάμει του παρόντος άρθρου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως.» [4] Γιώργος Αριστείδου ν. R. K. Super Beton Ltd [1999] 1 Α.Α.Δ. 114, Επί τοις αφορώσι την αίτηση των Λούης Τούριστ Έϊτσενσυ Λτδ για έκδοση διατάγματος Certiorari [1990] 1 A.A.Δ. 315. [5] Στο σύγγραμμα D. Lockton, "Employment Law," 5th Edition, Palgrave Machillan Law Master στην σελ.242, αναφέρονται τ΄ ακόλουθα: "If the parties mutually agree that the contract should come to an end, then neither party has ended the agreement and as such there will be no dismissal (employer termination) or resignation (employee termination)" Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ.400, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Α consensual termination arises where the employment is terminated by mutual agreement and the reason for that agreement is generally irrelevant. Since there is no dismissal, no statutory rights ensue..The distinction between resignation and a termination by mutual agreement is that the former is a unilateral act by the employee, whereas the latter requires the consent of both parties, because otherwise there may be a breach of contract of one party». [6] Στις περιπτώσεις όπου η παραίτηση του εργοδοτούμενου είναι συνέπεια της επίδειξης συμπεριφοράς από τον εργοδότη που κλονίζει το απαραίτητο για τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης κλίμα αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ή της ουσιώδους παράβασης των όρων εργασίας του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, τότε δεν θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση αλλά ως εξαναγκασμός σε παραίτηση και συνιστά παράνομο τερματισμό της απασχόλησης από την πλευρά του εργοδότη. Βλέπε Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1 CLR 448, Louis Tourist Agency v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 98, Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)2 ALL E.R. 713. [7] Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018, paragraph [225] αναφέρονται τα πιο κάτω: ".. the situation not infrequently arises where the employer uses language which he did not intend to constitute a dismissal but which the employee interpreted as a dismissal. Similarly, the reverse can occur, i.e the employee being treated by the employer as having resigned even though he had not meant to do so. Sometimes the employer merely intends to rebuke the employee, or he may use words of abuse in a moment of irritation, and yet the employee might construe them as words of dismissal. If the employee acts on the words used and leaves, this will be a dismissal if the words did indeed constitute a termination by the employer, but a resignation by the employee if they did not.." [8] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ.405, αναφέρονται τ' ακόλουθα: ".there may be circumstances of implied resignation or resignation by conduct. Thus, if an employee disappears, and does not respond to the employer's communications, or if it is discovered that is working for another employer, it may not be difficult to infer that he has resigned his employment. The point was made by Sir John Donaldson in Harrison v George Wimpey & Co Ltd 'Where an employee so conducts himself as to lead a reasonable employer to believe that the employee has terminated the contract, the contract is then terminated.' [9] Στο σύγγραμμα St. D. Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths στις σελίδες 58-61 σημειώνονται τα πιο κάτω: "..there are cases in which the employer's actions in terminating the contract have been completely unambiguous...Similarly there are many cases where the employee has quite unambiguously resigned. Yet the circumstances of some cases raise a basic question as to who really terminated the contract.. in looking at the language used by an employee or an employer, employment tribunals have a wide discretion on the issue of what weight to give the circumstances in which the words are uttered.. Where however a statement is ambiguous, because it has been made in the heat of the moment or where the statement is clear but the context makes it ambiguous, the effect of the statement is a question of fact and the tribunal will be entitled to conclude that there is no real resignation. The test of how the other party understood the language must be objective, i.e. what the 'reasonable' employer or employee might have understood the words to mean." [10] Στο σύγγραμμα Harvey on Industrial Relations and Employment Law, Lexis Nexis, December 2018 paragraphs [229-230] αναφέρονται τα πιο κάτω: " Where the language used is ambiguous, what are the principles to apply in determining how the words should be interpreted?................ It is submitted that the following propositions can be drawn from these cases:
(1)The intention of the speaker is not the relevant test. ..As Arnold J commented in the case BG Gale Ltd v Gilbert [1978] ICR 1149: "It is of course well - known that the undisclosed intention of a person using language whether orally or in writing as to its intended meaning is not properly to be taken into account in concluding what tis true meaning is. That has to be decided from the language used and from the circumstances in which it was used." .... If the words used by the speaker are on their face ambiguous, then the test is how the words would have been understood by a reasonable listener. Provided the listener honestly and reasonably construed them as a dismissal or resignation, he or she should be permitted to rely upon that construction even if that was the intention of the speaker...it is submitted that the genuine understanding of the listener is not the test here, for why should his possibly unreasonable construction of the words bind the speaker? In other words, the test is objective rather than subjective and the question of whether or not there has been a dismissal or resignation must be considered in the light of all the surrounding circumstances....In [ J & J Stern v Simpson [1983] IRLR 52] the EAT preferred to state the test as being 'to construe the words in all the circumstances of the case in order to decide whether or not there has been a dismissal' rather than as being to apply an objective test to ambiguous words. But with respect, there would appear to be no distinction between these formulations: by focusing on the surrounding circumstances rather than seeking to discover the actual intention of the speaker or the honest understanding of the listener, an objective test is inevitably involved. This can be seen as confirmed in the East Kent Hospitals University NHS Foundation Trust v Levy, Appeal No. UKEAT/0232/17/LA where the EAT held that, although the claimant had given 'notice' to the employer had actually understood this to refer (as she had intended) to ending her work at department A before a mooted transfer to department B; In these rather unusual circumstances her wording was ambiguous and the tribunal had properly applied the objective test and held that this was what the employer has honestly and reasonably understood. Its belief was relevant evidence. But ultimately the test was objective." [11] Barclay v. City of Glasgow District Council [1983] IRLR 313, Sovereign House Security Services Ltd v. Savage [1989] IRLR 115, Kwit- Fit (GB) Ltd v. Lineham [1992] IRLR 156. Στην υπόθεση Willoughby v. CF Capital [2012] ICR 1038 λέχθηκαν τα εξής:"The "rule" is that a notice of resignation or dismissal (whether oral or in writing) has effect according to the ordinary interpretation of its terms. Moreover, once such a notice is given it cannot be withdrawn except by consent. The "special circumstances" exception as explained and illustrated in the authorities is I consider, not strictly a true exception to the rule. It is rather in the nature of a cautionary reminder to the recipient of the notice that before accepting or otherwise acting upon it, the circumstances in which it is given may require him first to satisfy himself that the giver of the notice did in fact really intend what he had apparently said by it." [12] Στο σύγγραμμα Ν. Μ. Selwyn, Selwyn's Laws of Employment, 14th edition, Oxford University Press, στην σελ.405, αναφέρονται τ' ακόλουθα: "If an employee resigns, then (unless it is a constructive dismissal) he has not been dismissed. If the words used by the employee are clear and unambiguous (e.g. 'I am leaving, I want my cards') then there are no grounds for the employment tribunal to find that the words have a significance other than their plain meaning (BG Gale Ltd v Gilbert [1978] ICR1149). If the words are ambiguous, then the test is, what would a reasonable employer have understood by those words in that context (Tanner v Kean Ltd [1978] IRLR 110)." [13] Σε σχέση με τη μη ληφθείσα ετήσια άδεια το άρθρο 7
(2)του Ν.8/67 προνοεί τ΄ ακόλουθα:«Δια συμφωνίας μεταξύ του εργοδότου και του εργοδοτουμένου, αι άδειαι δυνατόν να συσσωρεύωνται μέχρις ανωτάτου ορίου ισουμένου προς την άδειαν εις την οποίαν ο εργοδοτούμενος δικαιούται ως προς δύο έτη». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο