ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΗΛΙΑΣ Μ. ΗΛΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Αίτησης: 523/16, 13/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:7 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Γ. Παπαμιχαήλ ) Π. Δημοσθένους ) Μελών Αρ. Αίτησης: 523/16 Μεταξύ: XXXXXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Αιτήτρια και 1. ΗΛΙΑΣ Μ. ΗΛΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ 2. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ Καθ' ων η Αίτηση Τροποποίηση δυνάμει της διαταγής 25 παράγραφος 1
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Μεταξύ: XXXXXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Αιτήτρια και
- ΗΛΙΑΣ Μ. ΗΛΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΥ
- MARI - KALI LIMITED Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 13 Απριλίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: κ. Ζ. Νικολάου Για Καθ' ων η Αίτηση 1 & 3: καμία εμφάνιση Για Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Γ. Αθανασιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς αξιώνει από τους Καθ' ων η Αίτηση: «1.Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης ή διαζευκτικά πληρωμή λόγω πλεονασμού.
- Αυξημένες αποζημιώσεις.
- Πληρωμή αντί προειδοποιήσεως.
- Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο.
- Νόμιμο τόκο.
- Έξοδα + Φ.Π.Α.» Στους γενικούς λόγους της αίτησης η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι εργαζόταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 από τις 02/07/
- Ότι κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2014 οι Καθ' ων η Αίτηση 3 «δυνάμει πωλητηρίου και/ή ενοικιαστηρίου εγγράφου» ανέλαβαν την επιχείρηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 χωρίς να προσφέρουν στην Αιτήτρια απασχόληση στην υπηρεσία τους. Ότι κατά ή περί την 01/12/2014 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 τερμάτισαν την απασχόλησή της χωρίς προειδοποίηση με τον ισχυρισμό ότι περιορίστηκε ο όγκος εργασίας της επιχείρησης. Ότι η αίτηση που υπέβαλε στο Ταμείο Πλεονασμού («το Ταμείο») για πληρωμή λόγω απόλυσης που οφείλεται σε λόγους πλεονασμού απορρίφθηκε από το Ταμείο με τον ισχυρισμό ότι η απόλυσή της δεν οφείλεται σε πλεονασμό. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι αντίγραφο της τροποποιημένης αίτησης επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 στις 12/09/2016, ECLI:CY:AD:2016:D147 και στο Ταμείο στις 08/09/
- Σχετικές ένορκες δηλώσεις των ιδιωτών επιδοτών ημερομηνίας 13/09/2016, 09/09/2016 και 08/06/2017[1] είναι καταχωρημένες στον φάκελο της υπόθεσης. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3, κατά παράβαση των Κανονισμών 5
(1)και 5
(4)του Περί Δικαστηρίων Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Κανονισμός»), παρέλειψαν να καταχωρήσουν έγγραφο εμφάνισης. Το Ταμείο καταχώρησε έγγραφο εμφάνισης στις 30/05/2017 με το οποίο απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις με τον ισχυρισμό ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας δεν οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού καθότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2014 με έγγραφη συμφωνία πώλησαν και/ή μεταβίβασαν στους Καθ' ων η Αίτηση 3 την επιχείρηση πώλησης βρεφικών ειδών που λειτουργούσαν και οι Καθ' ων η Αίτηση 3 συνέχισαν να διεξάγουν την επιχείρηση όπως λειτουργούσε και προηγουμένως. Το Δικαστήριο ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχει ο Κανονισμός 9
(4)του Κανονισμού προχώρησε στην ακρόαση της υπόθεσης στην απουσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τα πιο κάτω γεγονότα δηλώθηκαν ως παραδεκτά από την Αιτήτρια και το Ταμείο: Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 λειτουργούσε και διαχειριζόταν επιχείρηση πώλησης βρεφικών ειδών. Η Αιτήτρια απασχολείτο ως πωλήτρια στους Καθ' ων η Αίτηση 1 για την τελευταία περίοδο συνεχούς απασχόλησης από 18/08/2008 μέχρι 30/11/
- Στην Αιτήτρια δόθηκε επιστολή απόλυσης από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 την 01/12/2014 (Τεκμήριο 3) στην οποία αναγραφόταν ότι, όπως της είχε ήδη ανακοινωθεί πριν από ένα μήνα, λόγω των δύσκολων συνθηκών που βιώνουν το τελευταίο διάστημα αναγκάζονται να προβούν στην απόλυσή της. Ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της Αιτήτριας για σκοπούς του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα («ο Νόμος») ανερχόταν στο ποσό των €80,
- Η Αιτήτρια στις 16/01/2015 υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού (Τεκμήριο 1) στην οποία ανέγραψε ότι της δόθηκε προειδοποίηση τερματισμού της απασχόλησής της από 01/11/2014 μέχρι 30/11/2014 και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 της έδωσαν ως λόγο απόλυσής της τη μείωση της εργασίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 υπέβαλαν στο Ταμείο στις 15/01/2016, ECLI:CY:AD:2016:D147 συμπληρωμένο ερωτηματολόγιο σχετικά με την απόλυση της Αιτήτριας (Τεκμήριο 2) στο οποίο ανέγραψαν ότι έδωσαν στην Αιτήτρια τέσσερις εβδομάδες προειδοποίηση κατά τη διάρκεια των οποίων απασχόλησαν την Αιτήτρια και ότι τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας καθότι έχουν μεταβιβάσει τις εργασίες τους σε άλλη εταιρεία. Στις 28/03/2016 το Ταμείο απέστειλε επιστολή στους Καθ' ων η Αίτηση 1 (Τεκμήριο 4) με την οποία τους ζητούσε όπως (α) του αποστείλουν τη σχετική συμφωνία που έγινε για μεταβίβαση των εργασιών τους σε άλλη εταιρεία και τους εξελεγμένους λογαριασμούς τους για τα έτη 2011, 2012, 2013 και 2014 και (β) το πληροφορήσουν για ποιο λόγο μεταβίβασαν τις εργασίες των Καθ' ων η Αίτηση 1 και αν έγινε πρόταση στην Αιτήτρια να συνεχίσει να εργάζεται στην νέα εταιρεία. Στις 16/05/2016 το Ταμείο απέστειλε στην Αιτήτρια επιστολή (Τεκμήριο 6) με την οποία την πληροφορούσε ότι ο τερματισμός της απασχόλησής της δεν οφείλεται σε πλεονασμό καθότι πώληση/μεταβίβαση επιχείρησης δεν συνιστά λόγο πλεονασμού. Νομική Πτυχή Το άρθρο 3
(1)του Νόμου προβλέπει ότι: «3.
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζόμενης συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:» Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με το εδάφιο (β) του συγκεκριμένου άρθρου ο πλεονασμός όπως αυτός προβλέπεται στο Μέρος IV του Νόμου συνιστά νόμιμο λόγο τερματισμού απασχόλησης χωρίς καταβολή αποζημίωσης από τον εργοδότη. Με βάση το άρθρο 16 του Νόμου ο εργοδοτούμενος που έχει απολυθεί για λόγους πλεονασμού έχει το δικαίωμα να αποζημιωθεί από το Ταμείο. Το ποσό της πληρωμής του καθορίζεται από τα έτη απασχόλησης του εργοδοτουμένου στον εργοδότη που τον απέλυσε και τον τελευταίο μισθό του. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου, εργοδοτούμενος είναι πλεονάζον, και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο όταν η απασχόλησή του τερματίστηκε: «(α)Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούμενος απησχολείτο, ή (β)Διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούμενος απησχολείτο: ................................... (γ)Ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίας της επιχειρήσεως: (i)Εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιαδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμό των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (ii)Αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τας μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. (iii)Καταργήσεις τμημάτων. (iv)Δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών. (v)Ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών (vi)Σπάνεως μέσων παραγωγής, και (vii)Περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως» Το άρθρο 20 του Νόμου προβλέπει τέσσερις περιπτώσεις στις οποίες ο εργοδοτούμενος αν και απολύεται για λόγους πλεονασμού δεν δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο. Πιο συγκεκριμένα το άρθρο 20 προνοεί τα πιο κάτω: «Εργοδοτούμενος δεν δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού- (α)εάν προ του τερματισμού της απασχολήσεως ο εργοδότης προσφέρη άλλην κατάλληλον απασχόλησιν αντ' αυτής ο δε εργοδοτούμενος παραλόγως αρνήται την προσφοράν ταύτην. (β) αποκλειστικώς λόγω τερματισμού της συμβάσεως απασχολήσεως συνεπεία αλλαγής εργοδότου, όταν ο νέος εργοδότης ανανεώνη την υφισταμένην σύμβασιν απασχολήσεως: Νοείται ότι το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δύναται να χορηγήση πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του άρθρου 16 του παρόντος Νόμου, όταν ο εργοδοτούμενος δυνηθή να απόδειξη εύλογον αιτίαν, την οποίαν το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών ήθελε θεωρήσει ικανοποιητικήν, διά την μη αποδοχήν της προσφοράς ανανεώσεως της συμβάσεως απασχολήσεως υπό του νέου εργοδότου. (γ) αν ο εργοδότης του είναι εταιρεία εγγεγραμμένη με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο και τον μεταθέτει σε κατάλληλη απασχόληση σε άλλη εταιρεία η οποία είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία στην οποία απασχολείται: Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δύο εταιρείες θεωρούνται "συνδεδεμένες εταιρείες" αν η μια είναι θυγατρική της άλλης ή αν και οι δύο εταιρείες είναι θυγατρικές τρίτης εταιρείας· ο όρος "θυγατρική εταιρεία" έχει την έννοια που αποδίδεται σ' αυτόν από το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου. (δ) αν πριν από τον τερματισμό της απασχολήσεως άλλος εργοδότης ο οποίος είναι εταιρεία στην οποία ο προηγούμενος εργοδότης είναι κύριος μέτοχος ή ασκεί ουσιαστικό έλεγχο προσφέρει στον εργοδοτούμενο κατάλληλη απασχόληση.» Σημειώνουμε ότι το Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου, καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού της περιόδου της απασχόλησης ενός εργοδοτουμένου και ορίζει ότι οι σχετικές πρόνοιες για τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης εφαρμόζονται μόνο αναφορικά με την εργοδότηση σε ένα εργοδότη με εξαίρεση τις περιπτώσεις που καλύπτονται από την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα, η οποία προβλέπει τ' ακόλουθα: «Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη.» Το Μέρος ΙΙ του ιδίου Πίνακα αναφέρει τους λόγους κάτω από τους οποίους δεν διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησης ενός εργοδοτουμένου. Στο εδάφιο (γ) της παραγράφου 7 του εν λόγω Μέρους προνοείται ότι το συνεχές της απασχόλησης δεν διακόπτεται με την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη ως εκτίθεται στις πρόνοιες της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η έννοια της «αλλαγής εργοδότου» όπως συναντάται στο άρθρο 20(β) του Νόμου, θα πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται εντός των πλαισίων της επιφύλαξης της παραγράφου 3 του Μέρους Ι του Δεύτερου Πίνακα του Νόμου (Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd v. Γεωργίας Ιωαννίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 228). Με άλλα λόγια «αλλαγή εργοδότη» για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του άρθρου 20 του Νόμου λαμβάνει χώρα μόνον όταν η αλλαγή αυτή είναι το αποτέλεσμα της μεταβίβασης επιχείρησης ή τμήματος επιχείρησης από έναν εργοδότη σε άλλο «ως έχει». Στην υπόθεση Λ. Καστράπης v. E. Kallenos
(2003)1 Α.Α.Δ. 509, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τον όρο «ανανέωση» της σύμβασης απασχόλησης που περιέχεται στο άρθρο 20(β) του Νόμου ανέφερε ότι ο εν λόγω όρος: «δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από την ανανέωση της υφιστάμενης σύμβασης απασχόλησης χωρίς οποιαδήποτε διαφοροποίηση των απορρεουσών από τη σύμβαση (υφιστάμενη) δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών με εξαίρεση βέβαια, την αλλαγή του προσώπου του εργοδότη». Παρατηρούμε λοιπόν ότι στις περιπτώσεις που προβλέπει ο Νόμος ότι ο εργοδοτούμενος δεν δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο παρά το ότι η απόλυσή του έγινε κάτω από συνθήκες πλεονασμού το συνεχές της απασχόλησης του εργοδοτουμένου δεν διακόπτεται και ο εργοδοτούμενος έχει την ευκαιρία να συνεχίσει να απασχολείται με τους ίδιους ή παρόμοιους όρους εργοδότησης είτε στον εργοδότη του είτε σε ένα άλλο εργοδότη ανάλογα με την περίπτωση. Σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου, στις περιπτώσεις που τερματίζεται η απασχόληση ενός εργοδοτουμένου για τον λόγο ότι ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρηση στην οποία απασχολείτο ο εργοδοτούμενος τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο λόγω πλεονασμού βάσει του άρθρου 18(α) του Νόμου εκτός αν
(1)η παύση της λειτουργίας της επιχείρησης οφείλεται σε μεταβίβαση της επιχείρησης «ως έχει» σε άλλο επιχειρηματία - εργοδότη και
(2)ο νέος επιχειρηματίας - εργοδότης ανανεώσει την υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του εργοδοτουμένου[2]. Δηλαδή ένας εργοδοτούμενος δεν δικαιούται σε πληρωμή από το Ταμείο αν ο νέος εργοδότης, ο οποίος ανέλαβε την επιχείρηση στην οποία εργοδοτείτο ο εργοδοτούμενος μετά από μεταβίβαση της «ως έχει» σε αυτόν, του προσφέρει εργασία με τους ίδιους όρους της προηγούμενης εργοδότησής του[3]. Για να ακυρωθεί λοιπόν το δικαίωμα ενός εργοδοτουμένου για πληρωμή λόγω πλεονασμού δυνάμει του Νόμου θα πρέπει να κριθεί ότι υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης «ως έχει» από τον ένα εργοδότη στον άλλο και ότι η υφιστάμενη σύμβαση απασχόλησης του εργοδοτούμενου έχει ανανεωθεί. Αν ο εργοδοτούμενος εργοδοτηθεί από τον νέο εργοδότη μετά από σύναψη νέας σύμβασης απασχόλησης με νέους όρους ως αποτέλεσμα ξεχωριστών διαπραγματεύσεων μεταξύ των μερών τότε ο εργοδοτούμενος δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού. Παρενθετικά σημειώνουμε ότι με βάση τις διατάξεις του Νόμου το πρόσωπο που αναλαμβάνει μια επιχείρηση «ως έχει»[4] δεν υποχρεούται να συνεχίσει την εργοδότηση του υπάρχοντος προσωπικού και το προσωπικό που απολύθηκε από τον εργόδοτη που μεταβίβασε την επιχείρησή του δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο λόγω πλεονασμού. Σημειώνουμε ότι το 2000 θεσπίστηκε ο Περί Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Μεταβιβάσεων Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμος (Ν.104(Ι)/2000) για σκοπούς εναρμόνισης της Κυπριακής νομοθεσίας με το Κοινοτικό Δίκαιο και πιο συγκεκριμένα τις Οδηγίες 77/187/ΕΟΚ και 98/50/ΕΚ. Σημειώνουμε ότι ακολούθησε η Οδηγία 2001/23/ΕΚ (″η Οδηγία″) η οποία κωδικοποίησε τις δύο προηγούμενες[5]. Ο σκοπός της Οδηγίας είναι η προστασία των δικαιωμάτων του εργοδοτουμένου σε ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής του προσώπου του εργοδότη[6]. Οι διατάξεις της στοχεύουν στην αυτοδίκαιη μεταβίβαση της εργασιακής σχέσης και στη διατήρηση αμετάβλητων των όρων εργασίας σε περιπτώσεις που αλλάξει το πρόσωπο του εργοδότη λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης ή συγχώνευσης καθώς και στην προστασία των εργοδοτουμένων από απολύσεις που αιτιολογούνται απλώς και μόνο από το γεγονός της μεταβίβασης[7]. Σκοπός της Οδηγίας όπως επισημάνθηκε επανειλημμένως από το Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) (τότε ονομαζόταν Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ)) είναι ″. να διασφαλιστεί ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος προστατεύεται στις σχέσεις του με τον προς ον η μεταβίβαση της επιχείρησης κατά τον ίδιο τρόπο όπως τις σχέσεις του με τον μεταβιβάζοντα″[8], ″. η εξασφάλισης της συνέχειας των υφισταμένων στο πλαίσιο μιας οικονομικής μονάδας εργασιακών σχέσεων, ανεξαρτήτως της αλλαγής του ιδιοκτήτη......″[9] και ″...να εξασφαλίσει κατά το μέτρο του δυνατού τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία παρέχοντας τους τη δυνατότητα να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου επιχειρηματία υπό τους ίδιους όρους με εκείνους που είχαν συνομολογήσει με τον μεταβιβάζοντα″[10]. Το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 οφείλει λοιπόν να λάβει υπόψη του τη διατύπωση και τον επιδιωκόμενο σκοπό της Οδηγίας με στόχο την επίτευξη του αποτελέσματος που η Οδηγία επιδιώκει[11]. Τα άρθρα 3
(1),
(2)και
(3), 4
(1), 5
(1)και 10
(1),
(2)και
(3)του Ν.104(Ι)/2000 (ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα) προνοούν τ΄ ακόλουθα: «3.
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων σε άλλο εργοδότη, που προκύπτουν από νομική μεταβίβαση ή συγχώνευση.
(2)Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου
(1)και των ακόλουθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, ως μεταβίβαση κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αυτή η δραστηριότητα είναι κύρια ή δευτερεύουσα.
(3)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις .......................... 4.
(1)Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης, μεταβιβάζονται, με τη μεταβίβαση αυτή, στον εκδοχέα. ................................ 5
(1)Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, μιας εγκατάστασης ή ενός τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης, δε συνιστά από μόνη της λόγο απόλυσης για τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα : Νοείται ότι η παρούσα διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατό να προκύψουν από λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, οι οποίες συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού. ................................... 10
(1)Σε περίπτωση που τερματίζεται η εργασιακή σχέση λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης είτε από τον εκχωρητή είτε από τον εκδοχέα και αυτό δεν οφείλεται σε λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως που προϋποθέτουν μεταβολή στο επίπεδο της απασχόλησης, η απόλυση είναι παράνομη και ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε αποζημίωση υπολογιζόμενη σύμφωνα με τα έτη υπηρεσίας και τους όρους εργασίας που ίσχυαν στην επιχείρηση του εκχωρητή, εφαρμοζόμενων κατά τα λοιπά, των διατάξεων των Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων του 1967 εώς 1994.
(2)Απόλυση λόγω μεταβίβασης που πραγματοποιείται πριν τη μεταβίβαση θεωρείται ως απόλυση λόγω μεταβίβασης.
(3)Σε περίπτωση που ο εργοδότης τερματίζει την εργασιακή σχέση για οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς λόγους, πριν ή μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης, ο εργοδοτούμενος δικαιούται σε πληρωμή βάσει των διατάξεων του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων του 1967 εώς 1994. Με βάση τις πρόνοιες του Ν.104(Ι)/2000 ο νέος εργοδότης δεν υποχρεούται όπως προσλάβει το προσωπικό της επιχείρησης που ανέλαβε αλλά απαγορεύεται τόσο στον νέο εργοδότη όσο και στον προηγούμενο εργοδότη να προβούν σε πράξεις με τις οποίες ανατρέπονται οι έννομες συνέπειες των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 διασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο τον σκοπό της Οδηγίας που είναι να διατηρηθεί η υπόσταση και το περιεχόμενο των σχέσεων εργασίας των μισθωτών που απασχολούνται στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση. Ως εκ τούτου σε περίπτωση που το προσωπικό της επιχείρησης απολυθεί λόγω της μεταβίβασης είτε πριν τη μεταβίβαση από τον εργοδότη που μεταβίβασε την επιχείρηση είτε μετά τη μεταβίβαση από τον εργοδότη που ανέλαβε την επιχείρηση τότε εκτός αν η απόλυση οφείλεται σε λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως οι οποίοι προϋποθέτουν μεταβολή στο επίπεδο της απασχόλησης, η απόλυση του προσωπικού είναι παράνομη και οι εργοδοτούμενοι δικαιούνται σε αποζημιώσεις[12]. Αν η απόλυση οφείλεται σε λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως οι οποίοι προϋποθέτουν μεταβολή στο επίπεδο της απασχόλησης τότε ο απολυόμενος δικαιούται πληρωμή λόγω πλεονασμού. Με την εισαγωγή του Ν.104(Ι)/2000 στην περίπτωση που ο εργοδότης έπαυσε να διεξάγει την επιχείρησή του λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης σε άλλον εργοδότη ή κατάργησε ένα τμήμα λόγω μεταβίβασης του τμήματος σε άλλο εργοδότη εντός των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000, η παύση διεξαγωγής της επιχείρησης ή η κατάργηση τμήματος δεν αποτελούν πλέον αυτοτελή λόγο νόμιμου τερματισμού της απασχόλησης του προσωπικού που απασχολείτο στην επιχείρηση/ή στο τμήμα και κατά συνέπεια απόλυση εργοδοτουμένου λόγω παύσης διεξαγωγής επιχείρησης/ή κατάργησης τμήματος συνεπεία μεταβίβασης της επιχείρησης σε άλλο επιχειρηματία θεωρείται ως παράνομη απόλυση[13]. Με βάση το άρθρο 4
(1)του Ν.104(Ι)/2000 όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του προηγούμενου εργοδότη που προκύπτουν από τις συμβάσεις εργασίας μεταβιβάζονται στον νέο εργοδότη. Με βάση νομολογία του ΔΕΕ μετά την ημερομηνία μεταβίβασης
(1)ο προηγούμενος εργοδότης απαλλάσσεται των υποχρεώσεών του ως εργοδότης και οι εν λόγω υποχρεώσεις του μεταβιβάζονται στον νέο εργοδότη ανεξάρτητα από τη θέληση του εργοδοτουμένου[14] και
(2)οι εργοδοτούμενοι που απολύθηκαν παράνομα από τον εργοδότη που μεταβίβασε την επιχείρηση λίγο πριν τη μεταβίβαση και δεν αναπροσλήφθηκαν από τον εργοδότη που ανέλαβε την επιχείρηση «μπορούν να προβάλλουν έναντι του τελευταίου το μη νομότυπο της εν λόγω απολύσεως[15].» Σύμφωνα με τα άρθρα 3
(1)και 3
(2)του Ν.104(Ι)/2000 για να εφαρμοστούν οι προστατευτικές για τον εργοδοτούμενο ρυθμίσεις πρέπει να συνυπάρχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) η μεταβίβαση ″επιχείρησης″, ″εγκατάστασης″ ή ″τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης″ να έχει ως αντικείμενο μια οικονομική μονάδα, (β) η ταυτότητα της οικονομικής μονάδας που μεταβιβάστηκε να διατηρείται μετά τη μεταβίβαση, και (γ) να υπάρχει μεταβίβαση ″επιχείρησης″, ″εγκατάστασης″ ή ″τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης″ η οποία είναι το αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης[16]. Σύμφωνα με την Οδηγία (άρθρο 1 (β)) και τον Ν.104(Ι)/2000 (άρθρο 3
(2)) ″επιχείρηση″, ″εγκατάσταση″ ή ″τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης″ θεωρείται η οικονομική οντότητα που συντίθεται από ένα σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κύριας είτε δευτερεύουσας. Με το σύνολο των οργανωμένων πόρων εννοείται η ενότητα υλικών μέσων (κτήρια, μηχανήματα, τεχνικός και τεχνολογικός εξοπλισμός κ.λ.π) και άυλων αγαθών (έννομες σχέσεις, φήμη, πελατεία, εσωτερική οργάνωση, δικαιώματα ευρεσιτεχνίας, διακριτικά γνωρίσματα, κ.λ.π.). Στην απόφαση στην υπόθεση C-13/95 Sűzen το ΔΕE διευκρίνισε ότι η έννοια της οικονομικής μονάδας κατά την Οδηγία αναφέρεται σε ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων που καθιστούν δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας η οποία επιδιώκει τον ίδιο σκοπό[17]. Στην υπόθεση C-48/94 Rygaard το ΔΕΕ τόνισε ότι η οικονομική μονάδα πρέπει να είναι οργανωμένη κατά τρόπο σταθερό και η δραστηριότητά της να μην περιορίζεται στην εκτέλεση συγκεκριμένου έργου. Το ΔΕΕ στις αποφάσεις του τόνισε ότι η επίλυση του ζητήματος αν η Οδηγία εφαρμόζεται εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο και για να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη μεταβιβάσεως εντός του πλαισίου των εννοιών του άρθρου 1(β) της Οδηγίας (βλέπε άρθρο 3
(2)του Ν.104(Ι)/2000) (δηλαδή κατά πόσον (α) η υπό εξέταση περίπτωση αφορά μεταβίβαση μιας οικονομικής μονάδας οργανωμένης κατά σταθερό τρόπο και (β) η εν λόγω οικονομική μονάδα / οντότητα διατηρεί την ταυτότητα της μετά τη μεταβίβαση) το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των πραγματικών περιστάσεων που περιβάλλουν το επίδικο γεγονός / την επίδικη πράξη. Στα πλαίσια της συνολικής εκτίμησης το εθνικό δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω επιμέρους στοιχεία, τα οποία ανάλογα με την περίπτωση (είδος της επιχειρήσεως περί της οποίας πρόκειται[18] στα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα της επιχείρησης περιλαμβάνεται και ο σκοπός της ο οποίος καθορίζει το αντικείμενο της παραγωγής και υπαγορεύει ποια θα είναι τα υπόλοιπα στοιχεία της επιχείρησης και πώς θα συντεθούν για να πάρει το σχήμα της η επιχείρηση) έχουν και την ανάλογη βαρύτητα: (α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα κ.λ.π.), (β) η μεταβίβαση ή μη άϋλων αγαθών καθώς και η αξία τους, (γ) η πρόσληψη ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο εργοδότη, (δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, (ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και (στ) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής/πιθανής αναστολής των δραστηριοτήτων αυτών[19]. Τα πιο πάνω στοιχεία αποτελούν επί μέρους πλευρές της γενικής αξιολογήσεως που επιβάλλεται να γίνει και δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να εκτιμηθούν μεμονωμένα. Ούτε η απουσία κάποιου ή κάποιων από αυτά αποκλείει εκ προοιμίου την ύπαρξη μεταβίβασης. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ το αποφασιστικό κριτήριο για τη διαπίστωση ύπαρξης μεταβίβασης για τους σκοπούς της Oδηγίας είναι η επιχείρηση να διατηρήσει την ταυτότητά της υπό την έννοια ότι μεταβιβάζεται μία οικονομική μονάδα που εξακολουθεί να υφίσταται, πράγμα που προκύπτει μεταξύ άλλων από (α) την πραγματική συνέχιση της εκμετάλλευσης ή την ανάληψη αυτής (με τις ίδιες ή ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες[20]) και (β) τη διατήρηση της οργανωτικής ενότητας της επιχείρησης. Η διατήρηση της ταυτότητας προϋποθέτει ότι ο λειτουργικός δεσμός μεταξύ των μεταβιβασθέντων συντελεστών παραγωγής ο οποίος παρέχει στον νέο επιχειρηματία / εργοδότη τη δυνατότητα να τους αξιοποιήσει και να τους χρησιμοποιήσει για την άσκηση της ίδιας ή όμοιας δραστηριότητας, εξακολουθεί να υφίσταται ασχέτως αν ο νέος φορέας της επιχείρησης δεν διατηρεί την οργάνωση εργασίας του προηγούμενου φορέα αλλά εντάσσει τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία σε μια διαφορετική οργανωτική δομή[21]. Όσον αφορά την προϋπόθεση η μεταβίβαση της επιχείρησης να αποτελεί νομική μεταβίβαση, η νομολογία του ΔΕE[22] υποστηρίζει ότι η Οδηγία έχει εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων του υπεύθυνου για την εκμετάλλευση της επιχείρησης ο οποίος αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων στην επιχείρηση ανεξάρτητα από το αν η ιδιοκτησία (κυριότητα) της επιχείρησης έχει μεταβιβαστεί ή όχι[23]. Στην απόφαση του ΔΕΕ C-234/98 Allen v. Amalgamated Construction Co Ltd [1999] ECR I- 8643 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την Οδηγία : «16. Η οδηγία εφαρμόζεται, επομένως, εφόσον υπάρχει μεταβολή, κατόπιν συμβατικής εκχωρήσεως ή συγχωνεύσεως, του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχειρήσεως και το οποίο, ως εκ τούτου, συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών που εργάζονται στην επιχείρηση, χωρίς να εξετάζεται το αν μεταβιβάζεται η κυριότητα της επιχειρήσεως .................................. 17. Επομένως, σκοπός της οδηγίας είναι να καλύπτει όλες τις νομικές μεταβολές του προσώπου του εργοδότη, εφόσον, εξάλλου, πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις που ορίζει...» Βάρος Απόδειξης Το άρθρο 5 του Νόμου προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης από τον εργοδότη. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης λόγω πλεονασμού. Στις περιπτώσεις που ο εργοδοτούμενος απολύεται από τον εργοδότη, το άρθρο 6
(1)του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτουμένου σύμφωνα με το οποίο ο τερματισμός της απασχόλησης τεκμαίρεται μέχρι αποδείξεως του εναντίου ως μη γενόμενος για τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Δηλαδή, ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης του δικαιολογημένου της απόφασής του για απόλυση εντός των πλαισίων του Νόμου. Σημειώνουμε ότι το άρθρο 6
(1)του Νόμου δημιουργεί τεκμήριο ότι ο τερματισμός της απασχόλησης δεν έγινε λόγω πλεονασμού. Ενόψει της μη εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση 1 κατά την ακρόαση της υπόθεσης και ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας από την πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση 1 για αντίκρουση του νόμιμου μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 6 του Νόμου (με το οποίο ο τερματισμός των υπηρεσιών ενός εργοδοτουμένου τεκμαίρεται ότι δεν έγινε νόμιμα για κάποιο ή κάποιους από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου μέχρι αποδείξεως του εναντίου από την πλευρά του εργοδότη), ο τερματισμός των υπηρεσιών της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 θεωρείται ως αδικαιολόγητος και παράνομος και η Αιτήτρια δικαιούται σε πληρωμή αποζημιώσεων από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 δυνάμει του άρθρου 3
(1)του Νόμου. Η Αιτήτρια κατά την ακρόαση της υπόθεσης δεν περιόρισε την αξίωσή της μόνο εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 αλλά συνέχισε να προωθεί και την αξίωσή της εναντίον τόσο του Ταμείου όσο και των Καθ' ων η Αίτηση
- Ως εκ τούτου το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον η απόλυση της Αιτήτριας οφείλεται σε λόγους πλεονασμού ή σε μεταβίβαση της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 στους Καθ' ων η Αίτηση
- Στην περίπτωση που κριθεί από το Δικαστήριο ότι η απόλυση της Αιτήτριας οφείλεται σε λόγους πλεονασμού, τότε το Ταμείο θα πρέπει να καταβάλει στην Αιτήτρια πληρωμή για απόλυση που οφείλεται σε πλεονασμό και οι Καθ' ων η Αίτηση 1 θα απαλλαχτούν από την υποχρέωση να καταβάλουν στην Αιτήτρια αποζημιώσεις για παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησής της. Στην περίπτωση που κριθεί ότι η απόλυση της Αιτήτριας είναι συνέπεια μεταβίβασης της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 στους Καθ' ων η Αίτηση 3, τότε οι Καθ' ων η Αίτηση 3 θα πρέπει να καταβάλουν στην Αιτήτρια αποζημιώσεις για παράνομη απόλυσή της. Η Αιτήτρια σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6
(1)του Νόμου, έχει το βάρος να αποδείξει ότι η απόλυσή της έγινε λόγω πλεονασμού σύμφωνα με το άρθρο 5(β) του Νόμου σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου στο οποίο προβλέπονται οι λόγοι πλεονασμού (βλ. Σωτήρη Α. Χρυσάνθου κ.α. ν. Petros Pitsillis (Glass Market) Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 384, Ορθοδοξία Ζερταλή ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(2003)1 Α.Α.Δ. 178). Επίσης η Αιτήτρια, ενόψει της μη εμφάνισης των Καθ' ων η Αίτηση 1, έχει το βάρος να αποδείξει ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 στους Καθ' ων η Αίτηση
- Η Αιτήτρια προώθησε την αίτησή της προσκομίζοντας μόνο τη δική της μαρτυρία. Το Ταμείο προσκόμισε τη μαρτυρία του κ. Παντελή Μαυρομμάτη, βοηθού ασφαλιστικού λειτουργού στο Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Μαρτυρία - Ανάλυση Μαρτυρίας - Συμπεράσματα - Εφαρμογή Νομικής Πτυχής - Κατάληξη Η Αιτήτρια κατέθεσε ότι τον Οκτώβριο του 2014 πληροφορήθηκε ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 πώλησαν ολόκληρη την επιχείρησή τους στους Καθ' ων η Αίτηση 3 λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ότι την 01/11/2014 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 της έδωσαν προειδοποίηση τεσσάρων εβδομάδων για τον τερματισμό την απασχόλησής της και την 01/12/2014 της έδωσαν το Τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι ούτε οι Καθ' ων η Αίτηση 1 ούτε οι Καθ' ων η Αίτηση 3 της είχαν προτείνει να εργαστεί στους Καθ' ων η Αίτηση 3 με τους ίδιους όρους ή άλλους όρους απασχόλησης. Ο συνήγορος του Ταμείου δεν αντεξέτασε την Αιτήτρια. Ο κ. Μαυρομμάτης κατέθεσε ότι κατά την εξέταση της αίτησης για πληρωμή λόγω πλεονασμού από το Ταμείο λόγω του ότι στα Τεκμήρια 1, 2 και 3 προβάλλονταν διαφορετικοί ισχυρισμοί σχετικά με τον λόγο απόλυσης της Αιτήτριας, το Ταμείο απέστειλε το Τεκμήριο 4 στους Καθ' ων η Αίτηση 1 ζητώντας περισσότερα στοιχεία. Ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 απέστειλαν στο Ταμείο ένα έγγραφο με τίτλο «ΙΔΙΩΤΙΚΟΝ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟΝ ΕΓΓΡΑΦΟΝ» (Τεκμήριο 5) με βάση το οποίο οι Καθ' ων η Αίτηση 1 πώλησαν στους Καθ' ων η Αίτηση 3 αποθέματα, γραφειακό εξοπλισμό, εξοπλισμό καταστημάτων και αυτοκίνητα «τα οποία αναφέρονται στον επισυνημμένο Πίνακα "Α"». Ότι με βάση το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου το Ταμείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε πώληση / μεταβίβαση επιχείρησης και γι' αυτό τον λόγο απέρριψε την αίτηση της Αιτήτριας. Ο δικηγόρος της Αιτήτριας δεν αντεξέτασε τον κ. Μαυρομμάτη. Κατ' αρχάς σημειώνουμε ότι δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ως παραδεκτό γεγονός την ακόλουθη δήλωση των δικηγόρων που αποτέλεσε μέρος των δηλώσεών τους για τα παραδεκτά γεγονότα: «Κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2014 η επιχείρηση που λειτουργούσε και/ή διαχειριζόταν η ΗΛΙΑΣ Μ ΗΛΙΑ ΛΤΔ, με έγγραφη συμφωνία μεταβιβάστηκε και/ή πωλήθηκε στην εταιρεία MARI KALI LTD, η οποία συνέχισε να διεξάγει την επιχείρηση όπως λειτουργούσε και προηγούμενα» καθότι (α) η έγγραφη συμφωνία μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση 1 και των Καθ' ων η Αίτηση 3 που κατατέθηκε ενώπιόν μας ως παραδεκτό έγγραφο (Τεκμήριο 5) δεν είναι πλήρως συμπληρωμένη αφού από αυτήν απουσιάζουν
(1)οι ημερομηνίες υπογραφής της και
(2)ο αναφερόμενος σε αυτήν ως επισυνημμένος πίνακας «Α» στον οποίο αναφέρονται τα στοιχεία που πωλούν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 στους Καθ' ων η Αίτηση 3 και (β) με την εν λόγω έγγραφη συμφωνία πωλούνται μόνο αποθέματα και εξοπλισμός των Καθ' ων η Αίτηση 1 και όχι οποιαδήποτε άλλα στοιχεία της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση
- Σημειώνουμε ότι στην εν λόγω συμφωνία δεν αναφέρεται ότι πωλούνται στους Καθ' ων η Αίτηση 3 όλος ο εξοπλισμός και όλο το απόθεμα των Καθ' ων η Αίτηση 1, ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην επιχείρηση των Καθ' ων η Αίτηση
- Τα πιο πάνω δεικνύουν ότι η δήλωση των δικηγόρων ότι με έγγραφη συμφωνία η επιχείρηση που λειτουργούσαν και/ή διαχειρίζονταν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 μεταβιβάστηκε και/ή πωλήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 3 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Περαιτέρω δεν μας δόθηκε οποιοδήποτε στοιχείο από τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μας ή από τους δικηγόρους το οποίο να στηρίζει τη θέση ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 3 συνέχισαν να διεξάγουν την επιχείρηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 όπως αυτή λειτουργούσε και προηγουμένως. Επειδή η εν λόγω δήλωση αφορά γεγονός που στην ουσία επηρεάζει τους Καθ' ων η Αίτηση 3 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως έχει από το Δικαστήριο. Σε αυτό το σημείο σημειώνουμε ότι αυτό δεν σημαίνει ότι αυτόματα το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να καταλήξει ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης. Το κατά πόσον υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης σύμφωνα με τις νομοθετικές πρόνοιες είναι συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει το Δικαστήριο αφού εξετάσει όλες τις συνθήκες και τα πραγματικά γεγονότα της κάθε περίπτωσης. Σε σχέση με τη μαρτυρία της Αιτήτριας αναφορικά με το χρονικό διάστημα της προειδοποίησης απόλυσης που της δόθηκε παρατηρούμε ότι αυτή υποστηρίζεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 1 και
- Η εν λόγω μαρτυρία της Αιτήτριας γίνεται αποδεκτή και ως εκ τούτου προβαίνουμε στο ανάλογο εύρημα. Η Αιτήτρια και ο κ. Μαυρομμάτης δεν έθεσαν ενώπιόν μας οποιαδήποτε στοιχεία που να δεικνύουν ότι η απόλυση της Αιτήτριας οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού. Η Αιτήτρια καταθέτοντας περιορίστηκε στο να αναφέρει μόνο ότι από ότι πληροφορήθηκε τον Οκτώβριο του 2014 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 πώλησαν ολόκληρη την επιχείρηση στους Καθ' ων η Αίτηση
- Δεν μας ανέφερε από ποιον πληροφορήθηκε το εν λόγω γεγονός. Πέραν τούτου δεν μας ανέφερε οτιδήποτε περαιτέρω σχετικά με την επιχείρηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 εκτός από τη δραστηριότητα που εξασκούσε η εν λόγω επιχείρηση. Δεν μας έδωσε λεπτομέρειες σχετικά με τον χώρο και τον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 και το υπόλοιπο προσωπικό των Καθ' ων η Αίτηση
- Εκτός από το ότι την 01/11/2014 οι Καθ' ων η Αίτηση 1 της έδωσαν προειδοποίηση απόλυσης δεν μας ανέφερε οτιδήποτε άλλο σχετικό με τους ισχυρισμούς της για την επιχείρηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και την πώλησή της στους Καθ' ων η Αίτηση 3 τον Οκτώβριο του 2014, παρά το ότι εργάστηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 1 μέχρι στις 30/11/2014, γεγονός που μας ξενίζει. Παρατηρούμε ότι στο Τεκμήριο 5 αναγράφεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 3 αναλαμβάνουν κατοχή και εκμετάλλευση των στοιχείων που αγοράζουν από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 στις 02/10/
- Ούτε μας ανέφερε αν γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό με τη λειτουργία της επιχείρησης που την απασχολούσε μετά την απόλυσή της. Ο κ. Μαυρομμάτης δεν έθεσε ενώπιόν μας οποιαδήποτε άλλα στοιχεία πέραν των Τεκμηρίων 2 και 5 σε σχέση με το συμπέρασμα του Ταμείου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης. Κρίνουμε ότι η πιο πάνω μαρτυρία δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για εξαγωγή συμπεράσματος ότι η επιχείρηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 μεταβιβάστηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 3 σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες αφού σε αυτή δεν υπάρχουν αναφορές σχετικά με τους χώρους που διεξήγαγαν τις εργασίες τους οι Καθ' ων η Αίτηση 1, τους υπαλλήλους και την εμπορική εύνοια των Καθ' ων η Αίτηση 1 και τί έγιναν αυτά τα στοιχεία της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 5 και κατά τον ουσιώδη χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας. Τα εν λόγω στοιχεία έπρεπε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφανθεί κατά πόσον με βάση το σύνολο των περιστάσεων της προκείμενης περίπτωσης υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 στους Καθ' ων η Αίτηση
- Συνακόλουθα με τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι η απόλυσή της είτε οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού είτε ήταν συνέπεια μεταβίβασης της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 1 στους Καθ' ων η Αίτηση
- Ως εκ τούτου η Αιτήτρια δικαιούται σε πληρωμή αποζημιώσεων από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 δυνάμει του άρθρου 3
(1)του Νόμου καθώς και πληρωμή αντί προειδοποίησης. Αποζημιώσεις - Πληρωμή αντί προειδοποίησης Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα, το Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική εξουσία ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικαστεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τ΄ ακόλουθα: (α) τα ημερομίσθια και όλες τις άλλες απολαβές του εργοδοτούμενου, (β) τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτούμενου, (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτούμενου, (δ) τις πραγματικές συνθήκες του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτούμενου, (ε) την ηλικίαν του εργοδοτούμενου. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα, όπως τροποποιήθηκε). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό που θα επιδικάσει ως αποζημίωση κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια για σκοπούς του Νόμου ήταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση 1 για έξι
(6)χρόνια και ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της ανερχόταν σε €80,
- Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μας σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της Αιτήτριας (ότι δεν αποδείχτηκαν συνθήκες πλεονασμού) σε συνδυασμό με την απουσία μαρτυρίας σχετικά με την ηλικία της Αιτήτριας, τις προσπάθειες που έκανε για εξεύρεση άλλης εργασίας και την οποιαδήποτε απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας της Αιτήτριας, κρίνουμε ότι η Αιτήτρια σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου, σε συνδυασμό με τον Τέταρτο Πίνακα του Νόμου και σε συνάρτηση με την περίοδο απασχόλησής της δικαιούται σε αποζημιώσεις που αντιστοιχούν με τις απολαβές 13 εβδομάδων που είναι το ποσό που θα ελάμβανε αν η απόλυσή της οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού, ήτοι €1.050,
- Η Αιτήτρια με βάση με τις πρόνοιες του άρθρου 9
(1)του Νόμου και την περίοδο που απασχολήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 1 δικαιούτο σε προειδοποίηση οκτώ
(8)εβδομάδων (βλ. παράγραφο (στ) του εν λόγω άρθρου). Ενόψει του ότι της δόθηκε προειδοποίηση τεσσάρων
(4)εβδομάδων κατά τη διάρκεια των οποίων είχε εργαστεί, δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης τεσσάρων
(4)εβδομάδων, ήτοι €323,08 (4 Χ €80.77). Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση 1 για συνολικό ποσό των €1.373,
- Το πιο πάνω ποσό θα φέρει νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση 1 €800,00 δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επιδόσεων. Η αίτηση εναντίον του Ταμείου και των Καθ' ων η Αίτηση 3 απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Γ. Παπαμιχαήλ, Μέλος Π. Δημοσθένους, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 08/06/2017 αφορά την επίδοση στους Καθ' ων η Αίτηση 3 και αναφέρεται σε αυτήν ότι είναι αντίγραφο ένορκης δήλωσης ημερ.13/09/
- [2] Άρθρο 20(β) του Νόμου. [3] Κ. Κυριακίδης v. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1990)1 Α.Α.Δ. 20. [4] Έχει κάθε δικαίωμα να αρνηθεί να ανανεώσει τη σύμβαση απασχόλησης του προσωπικού που απασχολείτο στον επιχειρηματία που του μεταβίβασε την επιχείρηση. Από τη στιγμή όμως που είτε ρητώς είτε σιωπηρώς του ανανεώνει τη σύμβαση εργασίας τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον αρχικό εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχολήσεως των εργοδοτουμένων ως απασχόληση στον νέον εργοδότη και η απασχόληση του εργοδοτούμενου ως συνεχής με την απασχόληση του στον προηγούμενο εργοδότη. [5] Βλέπε πρώτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ. [6] Η τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ τονίζει ότι: ″Είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους″. [7] Απόφαση ΔΕΚ 19/83 Wendelboe, Απόφαση ΔΕΚ C-362/89 D΄Urso, Απόφαση ΔΕΚ C-132,138 και 139/91 Katsikas. [8] Απόφαση ΔΕΚ 324/1986 Telerrup, Απόφαση ΔΕΚ 135/1983 Abels. [9] Απόφαση ΔΕΚ 173/96 Hidalgo. [10] Απόφαση ΔΕΚ 287/66 Ny Molle Kro. [11] Απόφαση ΔΕΚ 14/83 Von Colson v. Land Nordrheim, Απόφαση ΔΕΚ C-106/89 Marleasing SA. [12] Στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση British Fuels Ltd v. Baxendale and another [1998] 4 All. E.R. 609, στη σελ.628 o Lord Slynn ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «Where the transferee does not take on the employees who are dismissed on transfer, the dismissal is not a nullity though the contractual rights formerly available against the transferor remain intact against the transferee..... If the [the transferee] does take the employee he takes him on the terms of the employment with the transferor i.e. there is a deemed novation by the two willing parties. If the transferee does not take the employee because the latter has already been dismissed by the transferor, or because he himself dismisses the employee on the transfer, then he must meet all of the transferor΄s contractual and statutory obligations unless (a) the employee objects to being employed by the transferee, or (b) he or the principal reason for dismissal is an economic, technical or organizational reason entailing changes in the workforce ..». [13] Άρθρο 10
(1)του Ν.104(Ι)/
- [14] Το ΔΕΚ στην απόφαση του στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 144 και 145/87 H. Berg τόνισε ότι: «το άρθρο 3 παράγραφος 1 της Οδηγίας πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι, μετά την ημερομηνία μεταβιβάσεως, ο εκχωρητής απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας λόγω της μεταβιβάσεως και μόνο, ακόμη και αν οι απασχολούμενοι στην επιχείρηση εργαζόμενοι δεν συναινούν προς τούτο ή αν αντιτίθενται σ΄ αυτό, υπό την επιφύλαξη εν πάση περιπτώσει του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν την αμοιβαία ευθύνη του εκχωρητή και του εκδοχέα μετά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως.».Επίσης το ΔΕΚ στην απόφαση C-305/94 Rotsart de Hertaing ανέφερε ότι ο εκχωρητής απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του ως εργοδότης συνεπεία και μόνον του γεγονότος της μεταβίβασης παρά την αντίθετη βούληση του εργοδοτούμενου. Βλέπε επίσης Πολ. Έφεση Αρ. 359/2009 CTC-ARI AIRPORT LTD V
- Χαράλαμπου Ανδρέου ημερομηνίας 26.11.
- [15] Απόφαση ΔΕΚ C-319/94 Dethier όπου λέχθηκαν τ΄ ακόλουθα: «. η σύμβαση εργασίας του παρανόμως απολυθέντος λίγο προς της μεταβιβάσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι υφίσταται ακόμη έναντι του προς ον η μεταβίβαση, έστω και αν ο απολυθείς εργαζόμενος δεν αναπροσλήφθηκε από αυτόν μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως . οι εργαζόμενοι που απολύθηκαν παρανόμως από τον μεταβιβάζοντα λίγο προς της μεταβιβάσεως και δεν αναπροσλήφθηκαν από τον προς ον η μεταβίβαση μπορούν να προβάλλουν έναντι του τελευταίου το μη νομότυπο της εν λόγω απολύσεως». [16]Απόφαση ΔΕΚ C-51/00 Temco Service Industries SA v. Imzilyen,, Β. Δούκα, ″Μεταβίβαση Επιχείρησης και Ατομικές Σχέσεις Εργασίας″, 1997, σελ.28, 47, 89-90., C. Barnard ″E C Employment Law″, 4rd Edition, Oxford University Press, σελ.581: "There are now three elements that need to be shown :
(1)there is an economic entity,
(2)which has been transferred, and
(3)that entity retains its identity following the transfer." [17] Στην απόφαση Case C-108/10 Scattalon v. Ministero dell' Istruzione το ΔΕΕ διευκρίνισε την έννοια της επιχείρησης και της οικονομικής μονάδας λέγοντας ότι: «
- Επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 77/187 αποτελεί κάθε σταθερά οργανωμένη οικονομική οντότητα, ανεξαρτήτως της νομικής μορφής της και του τρόπου χρηματοδοτήσεώς της. Οικονομική οντότητα αποτελεί, δηλαδή, κάθε οργανωμένο σύνολο προσώπων και στοιχείων, το οποίο καθιστά δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας με την οποία επιδιώκεται ίδιος σκοπός και το οποίο είναι επαρκώς οργανωμένο και αυτοτελές.......
- Η έννοια της «οικονομικής δραστηριότητας» που περιλαμβάνεται στον παρατεθέντα στην προηγούμενη σκέψη ορισμό καλύπτει κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή παροχής υπηρεσιών σε συγκεκριμένη αγορά.» [18] Στην Απόφαση ΔΕΚ C-13/95 Sűzen το ΔΕΕ σημείωσε ότι το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη του το είδος της επιχείρησης και ότι η βαρύτητα που θα δοθεί στα διάφορα κριτήρια κατά την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης ή όχι μεταβίβασης εξαρτάται από τη δραστηριότητα που ασκεί η επιχείρηση. Περαιτέρω διέκρινε τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που βασίζονται σε εργατικό δυναμικό από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που βασίζονται σε ενσώματα κυρίως στοιχεία. Στις περιπτώσεις που οι δραστηριότητες της επιχείρησης βασίζονται σε ενσώματα κυρίως στοιχεία για να υπάρχει μεταβίβαση ο εκδοχέας θα πρέπει να αναλάβει ουσιαστικό αριθμό των σημαντικών ενσώματων ή άυλων περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης ενώ στις περιπτώσεις στους οποίους η επιχειρηματική δραστηριότητα στηρίζεται κυρίως στο εργατικό δυναμικό για να υπάρχει μεταβίβαση ο εκδοχέας πρέπει να αναλάβει ένα σημαντικό τμήμα από άποψη αριθμού και ικανοτήτων του προσωπικού. [19] Βλέπε Απόφαση ΔΕΚ C-24/85 Spijkers, Απόφαση ΔΕΚ C-209/91 Watson Rask, Απόφαση ΔΕΚ C-392/92 Schmidt, Απόφαση ΔΕΚ C-13/95 Sűzen. [20] Απόφαση 287/86 Ny Molle Kro, Απόφαση 173/96 Hidalgo. [21] Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ι. Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές σχέσεις και το Δίκαιο της Ευελιξίας της Εργασίας, Στ΄ Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2012 στη σελίδα 397:«.πρέπει να μεταβιβάζονται στοιχεία που διατηρούν οργανική ενότητα που συνιστούν συνδυασμό υλικών στοιχείων (μηχανήματα, κτίρια) ή άϋλων (πελατεία, φήμη, δραστηριότητα, σήμα, ανάληψη προσωπικού) έτσι ώστε να διαφυλάττεται η επιδίωξη του συνδεόμενου με αυτές σκοπού». Στο σύγγραμμα της Β. Δούκα «Μεταβίβαση Επιχείρησης και Ατομικής Σχέσης Εργασίας» 1997, στη σελίδα 122:″Η δραστηριότητα της επιχείρησης, όπως προσδιορίζεται μέσα από τον σκοπό της, ανάγεται σε ουσιώδους σημασίας παράγοντα, επειδή αποτελεί τη συνισταμένη στην οποία συγκλίνει η αξιολόγηση των μεταβιβαζομένων στοιχείων. Η διατήρηση της ταυτότητας της επιχείρησης δεν εξαρτάται από πόσα στοιχεία μεταβιβάζονται αλλά από το αν τα στοιχεία που μεταβιβάζονται πείθουν ότι στο νέο φορέα τους περιέχεται η ίδια επιχείρηση″. [22] Το ΔΕE ερμήνευσε αρκετά ελαστικά την έννοια της συμβατικής μεταβίβασης ώστε να ανταποκρίνεται προς το σκοπό της Οδηγίας (βλέπε C. Barnard ″E C Employment Law″, 3rd Edition, Oxford University Press, σελ.628-634). [23] Στην υπόθεση 287/66 Ny Molle Kro, το ΔΕΚ ανέφερε ότι : ″σκοπός της Οδηγίας είναι να εξασφαλίσει . τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβολής του επιχειρηματία .. Επομένως έχει εφαρμογή η Οδηγία , εφόσον υπάρχει μεταβολή , προκύπτουσα από συμβατική εκποίηση ή συγχώνευση του -φυσικού ή νομικού - προσώπου που είναι υπεύθυνο για την εκμετάλλευση της επιχείρησης.. και τούτο ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση ή όχι της κυριότητας της επιχείρησης.. Οι εργαζόμενοι μιας επιχείρησης της οποίας αλλάζει ο κάτοχος, χωρίς να υπάρξει μεταβίβαση της κυριότητας, βρίσκονται σε κατάσταση ανάλογη με εκείνη των εργαζομένων εκποιηθείσας επιχείρησης και χρήζουν επομένως της ίδιας προστασίας.″; Στην υπόθεση C- 463/09 Clece Sa, λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η οδηγία 77/187, όπως κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2001/23, έχει εφαρμογή σε όλες τις περιπτώσεις μεταβολής, στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει την ευθύνη της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως και το οποίο συνομολογεί τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των μισθωτών της επιχειρήσεως.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο