← Κύπρος

ΝΙΚΟΣ ΦΑΚΟΝΤΗ ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΧΩΡΩΝ ΔΙΑΘΕΣΗΣ Ή ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης: 352/20, 24/6/2022

ΝΙΚΟΣ ΦΑΚΟΝΤΗ ν. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΧΩΡΩΝ ΔΙΑΘΕΣΗΣ Ή ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΠΑΦΟΥ κ.α., Αρ. Αίτησης: 352/20, 24/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2022:12 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΠΑΦΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Γ. Παπαμιχαήλ ) Π. Δημοσθένους ) Μελών Αρ. Αίτησης: 352/20 Μεταξύ: ΝΙΚΟΣ ΦΑΚΟΝΤΗ Aιτητής και

  1. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΧΩΡΩΝ ΔΙΑΘΕΣΗΣ Ή ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΠΑΦΟΥ
  2. KAFSIS CYPRUS LTD
  3. ΤΑΜΕΙΟ ΠΛΕΟΝΑΖΟΝΤΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Καθ' ων η Αίτηση ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΔΙΚΑΣΗ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ Ημερομηνία: 24 Ιουνίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ Ν. Τσιαπαλής Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1: κ. Α. Παπαχαραλάμπους Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής καταχώρησε στις 16/10/2020 την αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό («η Αίτηση») με την οποία ζητά: «Α. Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εργοδότηση και/ή η απασχόληση του Αιτητή από το Συμβούλιο Εκμετάλλευσης Χώρων Διάθεσης ή Αξιοποίησης Αποβλήτων Πάφου, είναι συνεχής με την εργοδότηση του από την εταιρεία KAFSIS CYPRUS LTD και προηγούμενα από την Εταιρεία HELECTOR CYPRUS LTD. B. Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ανάληψη από το Συμβούλιο Εκμετάλλευσης Χώρων Διάθεσης ή Αξιοποίησης Αποβλήτων Πάφου των εργασιών και/ή της επιχείρησης στην οποία ο Αιτητής εργοδοτείτο και/ή απασχολείτο από την εταιρεία KAFSIS CYPRUS LTD συνιστά μεταβίβαση υπό την έννοια του Περί Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων κατά την Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμου του 2000 Ν.104/(I)/
  4. Γ. Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η άρνηση και/ή παράλειψη των καθ' ων η αίτηση 1 να διατηρήσουν για τον αιτητή τους ίδιους όρους εργασίας και/ή την εργασιακή του σχέση με τους καθ' ων η αίτηση 2 είναι παράνομη. Δ. Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι καθ' ων η αίτηση 1 να αποκαταστήσουν τον αιτητή στη θέση που κατείχε και στους όρους εργοδότησης που ίσχυαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του από τους καθ΄ων η αίτηση 2, αναδρομικά από 01/04/
  5. Ε. Περαιτέρω και/ή διαζευτικά Απόφαση προς όφελος του αιτητή και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 για το ποσό των €1600 μηνιαία από 01/04/2018 και εντεύθεν, μείον το ποσό το οποίο του καταβλήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση 1 κατά τους αντίστοιχους μήνες, ως δεδουλευμένους μισθούς και/ή υπόλοιπο δεδουλευμένων απλήρωτων μισθών και/ή ως ειδικές αποζημιώσεις για αντίστοιχη απώλεια εισοδήματος και/ή άλλως πως και/ή Απόφαση προς όφελος του αιτητή και εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 για το ποσό που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ των μηνιαίων απολαβών του από την καθ' ης η αίτηση 2 και των μηνιαίων απολαβών του από τους καθ' ων η αίτηση 1 από 01/04/2018 μέχρι και την ημερομηνία αποκατάστασης και/ή επαναφοράς των όρων εργοδότησης του. ΣΤ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόλυση του αιτητή από τους καθ' ων η αίτηση 2 είναι παράνομη. Ζ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Η. Πληρωμή αντί προειδοποίησης. Θ. Αναλογία Ετήσιας άδειας. Ι. Αναλογία 13ου μισθού. Κ. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ο τερματισμός των υπηρεσιών του από την καθ' ης η αίτηση 2 είναι νόμιμος, ο αιτητής αξιώνει παν ότι θα ελάμβανε αν απολύετο ως πλεονάζον προσωπικό. Λ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Μ. Τα έξοδα πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης (Αρ. Μητρώου ΦΠΑ 592406Ν)». Στους γενικούς λόγους της Αίτησης ο Αιτητής αναφέρει ότι από τις 23/05/2007 μέχρι τις 31/03/2018 εργαζόταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση
  6. Ότι στις 31/03/2018 οι Καθ' ων η Αίτηση 2 τερμάτισαν την απασχόλησή του λόγω πλεονασμού με τον ισχυρισμό ότι θα έπαυαν να διεξάγουν τις εργασίες για τις οποίες προσλήφθηκε. Ότι από 01/04/2018 η λειτουργία και/ή διαχείριση της επιχείρησης και/ή η διεξαγωγή των εργασιών για τις οποίες εργοδοτείτο μεταβιβάστηκε και/ή αναλήφθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση
  7. Περαιτέρω ότι μετά την ανάληψη των εργασιών από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 αυτός συνέχισε να ασκεί τα καθήκοντά του και να προσφέρει τις υπηρεσίες του αλλά οι Καθ' ων η Αίτηση 1 στις 04/05/2018 με επιστολή τους του πρόσφεραν «νέα εργοδότηση» ως εποχιακός εργάτης με τα ίδια καθήκοντα που ήδη εκτελούσε και τον εκβίασαν ότι αν δεν αποδεχόταν θα έπρεπε να εγκαταλείψει την εργασία του αφού η απασχόλησή του είχε ήδη τερματιστεί από τους Καθ' ων η Αίτηση
  8. Περαιτέρω ότι η αίτηση που υπέβαλε στο Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού για πληρωμή λόγω απόλυσης από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 για λόγους πλεονασμού απορρίφθηκε στις 14/10/2019 με τη δικαιολογία ότι η εργοδότησή του στους Καθ' ων η Αίτηση 1 θεωρείται συνεχής με την εργοδότησή του στους Καθ' ων η Αίτηση
  9. Ότι κατά τον χρόνο που τερματίστηκε η απασχόλησή του από τους Καθ'ων η Αίτηση 2 ελάμβανε μηναίο μισθό €1.600,00 πλέον 13ο μισθό και ετήσια άδεια μετ' απολαβών 20 ημερών. Το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού («το Ταμείο») καταχώρησε στις 15/02/2021 έγγραφο εμφάνισης στους γενικούς λόγους του οποίου εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 καταχώρησαν στις 12/03/2021 έγγραφο εμφάνισης και στους γενικούς λόγους αναφέρουν, μεταξύ άλλων, ότι η Αίτηση είναι εκπρόθεσμη και ότι οποιαδήποτε αξίωση του Αιτητή εναντίον τους έχει παραγραφεί. Στις 02/07/2021 η Αίτηση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 απορρίφθηκε μετά από σχετικό αίτημα των δικηγόρων του Αιτητή. Στις 08/04/2022 εκδόθηκε διάταγμα προδικαστικής εκδίκασης σε σχέση με το ζήτημα της παραγραφής της Αίτησης. Στις 27/05/2002 ο δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε άδεια όπως αποσύρει την Αίτηση εναντίον του Ταμείου. Το Δικαστήριο παρείχε τη σχετική άδεια και η Αίτηση εναντίον του Ταμείου απορρίφθηκε. Η προδικαστική ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 1 εδράζεται στο άρθρο 12(10Α) του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο του 1967, Ν.8/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα το οποίο προνοεί τα πιο κάτω: «12(10Α). Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για το πλεονάζων προσωπικό.» Σημειώνουμε ότι το εδάφιο (10Α) εισήχθηκε στο άρθρο 12 του Ν.8/67 με τον τροποποιητικό Νόμο Ν.169

(1)/
  1. Με το εν λόγω εδάφιο ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ»). Σύμφωνα με το άρθρο 12(10Α), οποιαδήποτε αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. πρέπει να υποβάλλεται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου, όταν η υπόθεση αφορά πλεονασμό. Μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης προθεσμίας η θεραπεία μέσω του Δ.Ε.Δ. για το σχετικό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι διαθέσιμη όμως το ίδιο αγώγιμο δικαίωμα παραμένει αναλλοίωτο και ο αιτητής/η αιτήτρια μπορεί να το διεκδικήσει με άλλο τρόπο. Για να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ζητήματος της παραγραφής και της εμπρόθεσμης ή εκπρόθεσμης καταχώρησης της Αίτησης θα πρέπει να απαντήσει πρώτα το ερώτημα σχετικά με τον χρόνο κατά τον οποίο ανέκυψε το προς υποβολή δικαίωμα του Αιτητή για καταχώρηση αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. αφού το χρονικό σημείο έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 12(10Α) του Ν.8/67 είναι αυτό της ημερομηνίας γένεσης του «προς υποβολή αιτήσεως δικαιώματος» του Αιτητή. Από τους γενικούς λόγους της Αίτησης (μετά την απόσυρση της Αίτησης εναντίον του Ταμείου και των Καθ' ων η Αίτηση 2) προκύπτει ότι οι αξιώσεις του Αιτητή εδράζονται στα γεγονότα της απόλυσής του από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 στις 31/03/2018 και της πρόσληψής του από τους Καθ' ων Αίτηση 1 την 01/04/2018 με διαφορετικούς όρους εργασίας από αυτούς που είχε με τους Καθ' ων η Αίτηση
  2. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι στην παρούσα περίπτωση υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 2, στην οποία αυτός εργαζόταν, στους Καθ' ων η Αίτηση 1 εντός των πλαισίων των προνοιών του Περί Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουμένων σε Περίπτωση Μεταβιβάσεων Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμου του 2000, Ν.104(Ι)/2000 και συνακόλουθα οι Καθ' ων η Αίτηση 1 όφειλαν να τον εργοδοτήσουν με τους ίδιους όρους εργασίας που είχε στους Καθ' ων η Αίτηση
  3. Με βάση το άρθρο 4
(1)του Ν.104(Ι)/2000 στις περιπτώσεις που μια μεταβίβαση επιχείρησης εμπίπτει στις πρόνοιες του Ν.104(Ι)/2000 όλα τα δικαιώματα και όλες οι υποχρεώσεις του προηγούμενου επιχειρηματία που λειτουργούσε την επιχείρηση που μεταβιβάστηκε ως εργοδότης που προκύπτουν από τις συμβάσεις εργασίας που είχε με το προσωπικό της επιχείρησης μεταβιβάζονται στον επιχειρηματία που ανέλαβε την επιχείρηση που μεταβιβάστηκε ο οποίος θεωρείται ως νέος εργοδότης του προσωπικού της επιχείρησης. Περαιτέρω το άρθρο 5 του Ν.104(Ι)/2000 προβλέπει τα πιο κάτω: «5.
(1)Η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, μιας εγκατάστασης ή ενός τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δε συνιστά από μόνη της λόγο απόλυσης για τον εκχωρητή ή τον εκδοχέα: Νοείται ότι η παρούσα διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατό να προκύψουν από λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, οι οποίοι συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού.
(2)Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργοδοτουμένου, υπαίτιος για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ο εργοδότης.» Στη βάση των πιο πάνω προνοιών, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 παράνομα
(1)δεν τον προσέλαβαν με τους ίδιους όρους εργασίας που είχε με τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και δεν αναγνώρισαν ότι η υπηρεσία του σε αυτούς είναι συνεχής με την υπηρεσία του στους Καθ' ων η Αίτηση 2 και
(2)τροποποίησαν τη σύμβαση εργασίας του που είχε με τους Καθ' ων η Αίτηση 2 με το να μην συνεχίσουν να του καταβάλλουν τον μισθό που προέβλεπε η σύμβαση εργασίας του με τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και αξιώνει από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 (α) αποζημιώσεις που αντιστοιχούν στο ποσό που προκύπτει από τη διαφορά των μισθών που του κατέβαλλαν από την 01/04/2018 και μετά, με τους μισθούς που όφειλαν να του καταβάλλουν λόγω της μεταβίβασης της σύμβασης εργασίας του με τους Καθ' ων η Αίτηση 2 σε αυτούς (δηλαδή τους μισθούς που αντιστοιχούσαν στους μισθούς που του κατέβαλλαν οι Καθ' ων η Αίτηση 2 πριν την εν λόγω μεταβίβαση) και (β) διαζευκτικά, αποζημιώσεις για παράνομη απόλυσή του από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 εφόσον δεν συνέχισαν την απασχόλησή του που είχε με τους Καθ' ων η Αίτηση
  1. Σύμφωνα με το δικόγραφο του Αιτητή η απασχόλησή του από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 τερματίστηκε στις 31/03/2018 και η απάντηση του Ταμείου στην αίτηση που υπέβαλε σε αυτό σε σχέση με την απόλυσή του από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 ήταν ημερομηνίας 14/10/
  2. Η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 16/10/2020, (α) 31 μήνες μετά την απόλυσή του από τους Καθ' ων η Αίτηση 2,την κατ' ισχυρισμό μεταβίβαση της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 2 στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και τη μη πρόσληψη του από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 την 01/04/2018 με τους ίδιους όρους εργασίας που είχε με τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και (β) 12 μήνες μετά την απάντηση του Ταμείου. Ο δικηγόρος του Αιτητή στην αγόρευσή του σημείωσε ότι θεραπείες υπό τα στοιχεία «Ζ», «Η», «Θ», «Ι» και «Κ» συνδέονται με τον τερματισμό της απασχόλησής του από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 στις 31/03/2018 και ως εκ τούτου έχουν παραγραφεί και γι' αυτό τον λόγο η Αίτηση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 έχει αποσυρθεί. Εισηγήθηκε ότι λόγω του ότι ο Αιτητής εργάζεται στους Καθ' ων η Αίτηση 1 μέχρι σήμερα και οι Καθ' ων η Αίτηση 1 συνεχίζουν να του καταβάλλουν μειωμένο μισθό σε σχέση με αυτόν που ελάμβανε πριν την κατ' ισχυρισμό μεταβίβαση της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 2 στους Καθ' ων η Αίτηση 1 την 01/04/2018 οι αξιώσεις του Αιτητή υπό τα στοιχεία «Α», «Β», «Γ», «Δ», «Ε», «ΣΤ», «Λ» και «Μ» δεν έχουν παραγραφεί. Υποστηρίζει ότι οι εν λόγω θεραπείες αφορούν αυτοτελή απαίτηση του Αιτητή «η οποία δημιουργείται διατηρούμενης της εργοδότησης» του Αιτητή από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 η οποία απαίτηση σχετίζεται με την κατ' ισχυρισμό μεταβίβαση της επιχείρησης των Καθ' ων η Αίτηση 2 στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και τη συνακόλουθη υποχρέωση των Καθ' ων η Αίτηση 1 να καταβάλλουν στον Αιτητή τις ίδιες απολαβές που είχε πριν την κατ' ισχυρισμό μεταβίβαση. Είναι η θέση του ότι το γεγονός κατά πόσον υπήρξε ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης μπορεί να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ανά πάσα στιγμή χωρίς να τίθεται θέμα παραγραφής ανεξάρτητα από τον χρόνο που παρήλθε από τότε που έλαβε χώρα το γεγονός της κατ' ισχυρισμόν μεταβίβασης εφ' όσον η απασχόληση του εργοδοτουμένου συνεχίζεται και σημειώνει ως σχετικό παράδειγμα ότι αν ο Αιτητής απολυθεί σε μεταγενέστερο χρόνο από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 το Δικαστήριο για σκοπούς καθορισμού του ποσού που θα δικαιούται ο Αιτητής ως αποζημίωση σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 (είτε από το Ταμείο είτε από τους Καθ' ων η Αίτηση 1) βάσει της περιόδου απασχόλησής του στους Καθ' ων η Αίτηση 1, θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον δεν υπήρξε διακοπή της απασχόλησης του Αιτητή την 01/04/2018 και κατά ποσόν η απασχόλησή του στους Καθ' ων η Αίτηση 1 είναι συνεχής με αυτήν στους Καθ' ων η Αίτηση 2 ώστε να μπορεί να καθορίσει την περίοδο απασχόλησης του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση 1 σύμφωνα με τον Ν.24/
  3. Ο δικηγόρος των Καθ' ων η Αίτηση 1 στην αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή γεννήθηκε στις 31/03/2018 - 01/04/2018 όταν τερματίστηκε η απασχόλησή του από τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και εργοδοτήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 με νέους όρους εργασίας και οι εργασίες των Καθ' ων η Αίτηση 2 «μεταβιβάστηκαν», σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και ότι ενόψει του ότι η Αίτηση δεν καταχωρήθηκε είτε εντός 12 μηνών από τις εν λόγω ημερομηνίες είτε εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου, είναι εκπρόθεσμη και παραγραμμένη. Με βάση τις πρόνοιες του Ν.24/67 το δικαίωμα του εργοδοτουμένου για αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησής του ή για πληρωμή από το Ταμείο λόγω νόμιμου τερματισμού για λόγους πλεονασμού συναρτάται με τον τερματισμό της απασχόλησής του. Δηλαδή το δικαίωμα του εργοδοτουμένου για υποβολή αίτησης στο Δ.Ε.Δ. για θεραπείες βάσει των διατάξεων του Ν.24/67 ανακύπτει τη μέρα που τερματίζεται η εργοδότησή του. Στην προκείμενη περίπτωση η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε στις 31/03/2018 - 01/04/2018 ημερομηνίες κατά τις οποίες οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν τον απασχόλησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.104(Ι)/2000 με τους ίδιους όρους εργασίας που είχε στους Καθ' ων Αίτηση 2 ως συνέχεια της απασχόλησής του στους Καθ' ων η Αίτηση
  4. Δηλαδή η ημερομηνία δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος του Αιτητή να καταχωρήσει αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. για την κατ' ισχυρισμό απόλυσή του από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και τα τυχόν δικαιώματά του που προκύπτουν από το γεγονός της μη απασχόλησής του από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 με τους ίδιους όρους εργασίας που είχε στους Καθ' ων η Αίτηση 2, στη βάση του Ν.24/67 σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Ν.104(Ι)/2000, είναι οι ημερομηνίες 31/03/2018 και 01/04/
  5. Οι εν λόγω ημερομηνίες είναι το χρονικό σημείο της έναρξης της δωδεκάμηνης προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 12 (10Α) του Ν.8/
  6. Όπως αναφέραμε πιο πάνω το άρθρο 12 (10Α) του Ν.8/67 προβλέπει διαζευκτικά ότι αίτηση εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. μπορεί να υποβληθεί εντός 9 μηνών από την απάντηση του Ταμείου, δηλαδή στην περίπτωση που ένας εργοδοτουμένος υποβάλει αίτηση στο Ταμείο για πληρωμή λόγω πλεονασμού η προθεσμία καταχώρησης αίτησης εργατικής διαφοράς με βάση το άρθρο 12 (10Α) του Ν.8/67 παρατείνεται και διαφοροποιείται από τη γενική πρόνοια της δωδεκάμηνης προθεσμίας. Βάσει όλων των πιο πάνω η Αίτηση σχετικά με την αξίωση του Αιτητή για αποζημιώσεις για παράνομη απόλυσή του από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 βάσει του Ν.24/67 καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα (δηλαδή έξω από τα χρονικά πλαίσια που καθορίζει το άρθρο 12 (10Α) του Ν.8/67). Συνακόλουθα καταλήγουμε ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή να καταχωρήσει αίτηση στο Δ.Ε.Δ. σε σχέση με την εν λόγω αξίωση παραγράφηκε στις 14/07/2020 ημερομηνία που συμπληρώνονταν 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου. Λόγω των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα αναστολής της εν λόγω αξίωσης. Σε ότι αφορά τις αξιώσεις του Αιτητή για αποζημιώσεις για μη πληρωμή οφειλόμενων, με βάση τη σύμβαση εργασίας του, μηνιαίων δεδουλευμένων μισθών από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 από την 01/04/2018 μέχρι τις 16/10/2020 που καταχωρήθηκε η Αίτηση στη βάση του ισχυρισμού ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 κατά παράβαση των προνοιών του Ν.104(Ι)/2000 δεν του κατέβαλλαν από την 01/04/2018 και μετά τον μηνιαίο μισθό που του κατέβαλλαν οι Καθ' ων η Αίτηση 2 μέχρι τις 31/03/2018, σημειώνουμε ότι οι εν λόγω αξιώσεις του Αιτητή συνιστούν αυτοτελείς αξιώσεις του που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας του, όπως αυτή διαμορφώνεται αν οι πρόνοιες του Ν.104(Ι)/2000 εφαρμόζονται στην περίπτωση του Αιτητή, αφού ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 όφειλαν με βάση τον Ν.104(Ι)/2000 να του καταβάλλουν τον ίδιο μισθό που του κατέβαλλαν οι Καθ' ων η Αίτηση
  7. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol.16(1Β) p.175 para.705, σημειώνονται τα ακόλουθα: "Damages for breach by employer short of termination. If an employer acts in breach of the contract of employment in such a way as to repudiate it in some way short of wrongfully dismissing the employee, the employee may accept that repudiation, terminate the contract and sue the employer for damages. Alternatively, he may refuse to accept the repudiation, keep the contract alive and sue for wages. If the employee is able still to perform his part of the contract, he may sue in debt for wages earned and due; and, if that is not possible, he may sue for the wages that should have been paid in a claim for breach of contract. Such a claim may be of particular use to an employee in a case where his employer seeks to force through a unilateral change to his terms and conditions of employment, to which the employee objects: provided that he makes his objection clear, the employee may work to the new term or condition, and, if appropriate, hold himself ready and willing to work under the old term or condition and then sue the employer for wages due under the original contract. In this way an employee is able to stand on his contractual rights where the employer has sought unilaterally, without contractual authority, to cut his hours, reduce his pay, pay him on short-time working and withdraw a contractual benefit." Στην υπόθεση Rigby v. Ferodo Ltd [1987] ICR 29 το House of Lords υπογράμμισε ότι στις περιπτώσεις που ο εργόδοτης δεν καταβάλλει στον εργοδοτούμενο τον συμφωνημένο μηνιαίο μισθό και ο εργοδοτούμενος παραμένει στην εργασία του και αξιώνει πληρωμή μισθών με βάση τη σύμβαση εργασίας του, οι αξιώσεις του εργοδοτούμενου μπορούν να ειδωθούν είτε ως αξιώσεις για μη πληρωμή συμφωνηθείσας αμοιβής/αντιμισθίας ή ως αξιώσεις για πληρωμή αποζημιώσεων για παράβαση συμφωνίας για καταβολή συμφωνηθείσας αντιμισθίας. Το αγώγιμο δικαίωμα ενός εργοδοτουμένου να αξιώνει οφειλόμενους δεδουλευμένους μηνιαίους μισθούς ανακύπτει την ημερομηνία που αυτοί οι μισθοί είναι πληρωτέοι και απαιτητοί, δηλαδή κατά το τέλος του κάθε μήνα που εργάστηκε ο εργοδοτούμενος ή στην περίπτωση που τερματιστεί η εργοδότηση του εργοδοτουμένου την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου (βλ. Π. Γεωργίου v. Ironhold Estates Ltd
(2007)1B A.A.Δ.1051) δηλαδή το αγώγιμο δικαίωμα για κάθε οφειλόμενο δεδουλευμένο μηνιαίο μισθό ανακύπτει το τέλος του μήνα για τον οποίον καταβάλλεται και τυχόν 13ο μισθό κατά το τέλος του έτους για το οποίο καταβάλλεται ή στην περίπτωση που τερματιστεί η εργοδότηση του εργοδοτουμένου την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου. Στην παρούσα περίπτωση το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή για τη διαφορά μεταξύ του μηνιαίου μισθού που όφειλαν, σύμφωνα με αυτόν, να του καταβάλλουν με αυτόν που του κατέβαλλαν ανέκυπτε για κάθε μηνιαία διαφορά στο τέλος του μήνα που λάμβανε τον μηνιαίο μισθό του. Σημειώνουμε ότι ζήτημα του κατά πόσον η ανάληψη των εργασιών των Καθ' ων η Αίτηση 2 από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 την 01/04/2018 συνιστούσε μεταβίβαση επιχείρησης σύμφωνα με τον Ν.104(Ι)/2000 με αποτέλεσμα οι όροι απασχόλησης/εργασίας του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση 1 με βάση τον Ν.104(Ι)/2000 να είναι οι ίδιοι με τους όρους απασχόλησης/εργασίας του Αιτητή στους Καθ' ων η Αίτηση 2 (και ως εκ τούτου να δικαιούται ο Αιτητής σε επιδίκαση των ποσών που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ του μηνιαίου μισθού που του κατέβαλλαν οι Καθ' ων η Αίτηση 2 με αυτόν που του κατέβαλλαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1) αποτελεί παρεμπίπτον θέμα της παρούσας διαφοράς (αφού για να καταλήξει το Δικαστήριο επί του επίδικου ζητήματος το οποίο είναι αν κάθε τέλος του μήνα καταβαλλόταν μισθός στον Αιτητή σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εργασίας του, θα πρέπει πρώτα να αποφανθεί επί των όρων της σύμβασης εργασίας του Αιτητή) και δεν επηρεάζεται από τις πρόνοιες της παραγραφής. Περαιτέρω το ζήτημα κατά πόσον ο Αιτητής από την 01/04/2018 μέχρι τις 16/10/2020 με τη συμπεριφορά του αποδέχτηκε είτε ρητά είτε εξυπακουόμενα τη σύμβαση εργασίας που του πρόσφεραν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 με αποτέλεσμα να παραιτήθηκε (waived) του δικαιώματός του να ζητά τη διαφορά των ποσών των μισθών και να κωλύεται από το να διεκδικήσει τη διαφορά μισθού ως αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης εργασίας του είναι ζήτημα γεγονότων[1] και όχι ζήτημα που αφορά το νομικό σημείο της παραγραφής. Συνακόλουθα οι αξιώσεις του Αιτητή που αφορούν διαφορά μισθού για τους μήνες πριν τον Οκτώβριο του 2019 (δηλαδή από τον Απρίλιο του 2018 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2019) έχουν παραγραφεί καθότι η Αίτηση σχετικά με τις εν λόγω αξιώσεις καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 12 μηνών από την ημερομηνία που ανέκυψαν οι αξιώσεις για την καταβολή του ποσού της διαφοράς μηναίου μισθού. Λόγω των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα αναστολής των εν λόγω αξιώσεων. Οι αξιώσεις του Αιτητή που αφορούν τη διαφορά μισθών για την περίοδο από τον Οκτώβριο του 2019 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2020 δεν έχουν παραγραφεί και η Αίτηση μπορεί να προχωρήσει όσον αφορά τις εν λόγω αξιώσεις. Ενόψει του ότι η προδικαστική ένσταση έχει πετύχει μόνο μερικώς, επιδικάζουμε το ½ των δικηγορικών εξόδων υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 1 ως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Γ. Παπαμιχαήλ , Μέλος Π. Δημοσθένους Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] W.E. Cox Toner (International) Ltd v. Crook ([1981] 1 I.C.R. 823), Henry and others v. London General Transport Services Ltd, Appeal Nos EAT/ 1397/97, EAT/177/98& EAT/210/99, 30.11.2000. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.