← Κύπρος

Ά. Ν. ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 97/2020, 27/3/2023

Ά. Ν. ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 97/2020, 27/3/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2023:15 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Γ. Στυλιανού και Α. Καταλάνου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 97/2020 Μεταξύ: Ά. Ν. Αιτήτρια -και- ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 27η Μαρτίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Μ. Γιαννοπούλου για Λάκης Ν. Χριστοδούλου ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η αίτηση: κα Τ. Τοφαρίδου για Προύντζος & Προύντζος ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς η Αιτήτρια αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εργοδότηση της Αιτήτριας κατέστη αυτοδικαίως αορίστου διαρκείας από την ημέρα που συμπλήρωσε περίοδο απασχόλησης 30 μηνών, καθότι ικανοποιούνται πλήρως οι πρόνοιες του άρθρου 7

(1)του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (Ν.98(Ι)/2003 ως τροποποιήθηκε). Β. Δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση του δικαστηρίου ότι η από 1.7.2016 εργασιακής σχέση της Αιτήτριας και τους Καθ' ων η αίτηση είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Καθ' ων η αίτηση να διατηρήσουν την εργοδότηση της Αιτήτριας με τους υφιστάμενους όρους εργοδότησης και/ή να μην αλλοιώσουν οποιωνδήποτε από τους εν λόγω όρους και να τηρούν τους εν λόγω όρους. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου απορρέον από τη δηλωτικής φύσεως θεραπεία βάσει των παραγράφων Α και Β ανωτέρω. Ε. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. ΣΤ. Αποζημιώσεις Ζ. Νόμιμο τόκο Η. Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Είναι η θέση της Αιτήτριας όπως προκύπτει από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι από 1.7.2016 και έπειτα, απασχολείται συνεχώς στους Καθ' ων η αίτηση επί τη βάσει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, ασκώντας τα ίδια καθήκοντα τόσο ερευνητικού όσο και διοικητικού χαρακτήρα, μολονότι τα συμβόλαια εργασίας της αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτέλεση καθηκόντων ερευνητικού χαρακτήρα. Ότι με βάση τις συμβάσεις εργασίας και δεδομένης της συνολικής διάρκειας απασχόλησης της που υπερβαίνει τους 30 μήνες, κατά-χρηστικά η σύμβαση εργασίας της δεν κατέστη και δεν θεωρήθηκε σύμβαση αορίστου χρόνου, κατά παράβαση του Νόμου και της Οδηγίας, ελλείψει οποιωνδήποτε αντικειμενικών λόγων. Με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, οι Καθ' ων η αίτηση απορρίπτουν κατηγορηματικά τα όσα η Αιτήτρια θέτει στην Αίτηση της και ισχυρίζονται ότι στο σύνολο των περιστάσεων και/ή γεγονότων υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι, βάσει των προνοιών του άρθρου 7
(2)(α)(γ) του Ν.98(Ι)/2003 (στο εξής «ο Νόμος»), που δεν επιτρέπουν τη μετατροπή της σύμβασης της από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Ειδικότερα είναι η θέση τους ότι η ιδιαιτερότητα και/ή η φύση της υπό εκτέλεση εργασίας και/ή η ανάγκη κάλυψης των προσωρινών αναγκών του Πανεπιστημιακού Κέντρου Ερευνών Πεδίου («ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ.») και/ή η αποκλειστική εξάρτηση λειτουργίας και/ή στελέχωσης του ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ. από εσωτερική οικονομική στήριξη καθώς και το γεγονός ότι το ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ. λειτουργεί υπό πάγια αίρεση ότι θα πρέπει και/ή θα έπρεπε να είχε καταστεί οικονομικά ανεξάρτητο και βιώσιμο, αποτελούν βάσιμους και/ή αντικειμενικούς λόγους που επαρκώς αποκλείουν και/ή δεν δικαιολογούν τη μετατροπή της σύμβαση απασχόλησης της Αιτήτριας σε σύμβαση αορίστου χρόνου εντός της έννοιας του Νόμου. Η Αιτήτρια υποστήριξε τη θέση της με την προσωπική της μαρτυρία ενώ για τους Καθ' ων η αίτηση κατάθεσε ο κ. Γλ. Χρίστου, Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού του Πανεπιστημίου. Πρόσθετα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και διάφορα έγγραφα, στα οποία το Δικαστήριο θα αναφερθεί όπου κρίνει σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την ενώπιον μας προσαχθείσα μαρτυρία, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια είναι απόφοιτη του Πάντειου Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ψυχολογίας). Είναι επίσης κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου από το Université Victor Segalen Bordeaux 2 στην Οργανωσιακή Ψυχολογία. Οι Καθ' ων η αίτηση είναι το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και είναι οι εργοδότες της Αιτήτριας. Περί το 2013 το Πρυτανικό Συμβούλιο των Καθ' ων η αίτηση ενέκρινε τη δημιουργία του ΠΕ.Κ.Ε.ΠΕ., το οποίο ανήκει στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου. Ενέκρινε επίσης τη στελέχωση του Κέντρου με ένα Ειδικό Επιστήμονα. Στις 25.10.2013 οι Καθ' ων η αίτηση προσέφεραν για πρώτη φορά στην Αιτήτρια μερική απασχόληση στη θέση Ειδικού Επιστήμονα (Έρευνα) σε σχέση με τις ερευνητικές ανάγκες του ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ. Έκτοτε η Αιτήτρια απασχολήθηκε στην εν λόγω θέση υπογράφοντας διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ως ακολούθως: Από 01.11.2013 μέχρι 28.02.2014 - 4 μήνες, 20 ώρες εβδομαδιαίως Από 01.03.2014 μέχρι 31.12.2014 - 8 μήνες, 30 ώρες εβδομαδιαίως Από 01.01.2015 μέχρι 31.12.2015 - 12 μήνες, 30 ώρες εβδομαδιαίως Από 01.01.2016 μέχρι 31.12.2016 - 12 μήνες, 30 ώρες εβδομαδιαίως Από 01.01.2017 μέχρι 31.12.2017 - 12 μήνες, 30 ώρες εβδομαδιαίως Από 01.01.2018 μέχρι 31.12.2018 - 12 μήνες, 30 ώρες εβδομαδιαίως Από 01.01.2019 μέχρι 31.12.2019 - 12 μήνες, 40 ώρες εβδομαδιαίως Στη συνέχεια η Αιτήτρια υπέγραψε νέες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στη θέση Ειδικού Επιστήμονα (υποστήριξης έργου) με πλήρη απασχόληση ήτοι 40 ώρες εβδομαδιαίως, ως ακολούθως: Από 01.01.2020 μέχρι 31.12.2020 Από 01.01.2021 μέχρι 31.07.2021 Από 01.08.2021 μέχρι 31.07.2022 Η Αιτήτριας με τη γραπτή δήλωση της, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα αναφέρονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης και ισχυρίζεται ότι έχει καταστεί αυτοδικαίως εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου από 1.7.2016 που έχει συμπληρώσει 30μηνη περίοδο απασχόλησης. Σημειώνει ότι από την 1.2.2019 οι ώρες απασχόλησης της αυξήθηκαν σε 40 εβδομαδιαίως για το λόγο ότι υπήρχε συνεχής και αυξημένη ανάγκη στήριξης του ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ. Επικαλούμενη διάφορα έγγραφα, ισχυρίζεται ότι από 01.01.2020 ενώ υπέγραψε σύμβαση εργασίας Ειδικού Επιστήμονα υποστήριξης έργου, εντούτοις συνέχισε να καλύπτει πάγιες και συνεχείς ανάγκες των Καθ' ων η αίτηση ασκώντας όπως και προηγουμένως τα ίδια εργασιακά καθήκοντα, τόσο ερευνητικού όσο και διοικητικού χαρακτήρα. Αναφερόμενη σε επιστολή της προς τους Καθ' ων η αίτηση, με την οποία χαρακτηρίζει ως απαράδεκτη την προσπάθεια τους να διαφοροποιήσουν τα καθήκοντα της με την ανανέωση του συμβολαίου της για το έτος 2020, ώστε να μη δικαιολογείται η μετατροπή της σύμβασης της σε αορίστου χρόνου, σημειώνει ότι με την υπογραφή των συμβάσεων που ακολούθησαν επιφύλαξε τα νόμιμα δικαιώματα της σε σχέση με την υπό κρίση Αίτηση. Ο κ. Γλ. Χρίστου με τη γραπτή δήλωση του, αναφέρθηκε στον προβλεπόμενο στον Κανονισμό διαχωρισμό των Ειδικών Επιστημόνων σε Ειδικούς Επιστήμονες Διδασκαλίας, Ειδικούς Επιστήμονες Έρευνας και Ειδικούς Επιστήμονες Υποστήριξης Έργου, ισχυριζόμενος ότι κάθε θέση Ειδικού Επιστήμονα έχει τα δικά της ελάχιστα απαιτούμενα προσόντα και καθήκοντα και ότι τα αντίστοιχα καθήκοντα εκάστης θέσης που κατείχε η Αιτήτρια είναι αυτά που καταγράφονται στην εκάστοτε ισχύουσα σύμβαση απασχόλησης της. Ισχυρίζεται ότι από τη θέση Ειδικού Επιστήμονα Υποστήριξης Έργου, η Αιτήτρια δεν συμπλήρωσε 30μηνη περίοδο απασχόλησης και συνεπώς δεν δύναται να προωθεί την παρούσα Αίτηση και ούτε δικαιούται σε αναγνώριση της σύμβασης εργοδότησης της σε αορίστου χρόνου. Ισχυρίζεται επίσης ότι η ανάγκη και ικανότητα για στελέχωση του ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ. σχετίζεται και εξαρτάται απόλυτα από τη ζήτηση για παροχή υπηρεσιών αλλά και από τη συνέχιση της εσωτερικής οικονομικής στήριξης και τα έσοδα του Τμήματος Ψυχολογίας στο οποίο ανήκει. Ότι το Πρυτανικό Συμβούλιο των Καθ' ων η αίτηση επανειλημμένως έχει τονίσει ότι στόχος του ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ. είναι να καταστεί ανεξάρτητο και οικονομικά βιώσιμο έτσι ώστε να είναι σε θέση να αναλάβει εξ ολοκλήρου τα έξοδα που απαιτούνται για τη λειτουργία του. Ότι ο στόχος αυτός δεν έχει επιτευχθεί, γι' αυτό και οι ανάγκες στήριξης του ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ από Ειδικούς Επιστήμονες όπως η Αιτήτρια δεν είναι μόνιμες, πάγιες και συνεχείς αλλά προσωρινές ως ορίζεται και στους Κανονισμούς με επακόλουθο οι υπηρεσίες της Αιτήτρια να θεωρούνται προσωρινής φύσης. Πρόσθετα ότι η Αιτήτρια γνώριζε πολύ καλά εξ υπαρχής ότι με την ολοκλήρωση των αναγκών και εργασιών και την παύση της οικονομικής στήριξης θα παύσει άμεσα και η ανάγκη απασχόλησης της και ότι σε καμία περίπτωση η σύμβαση απασχόλησης της θα μετατρεπόταν σε αορίστου διάρκειας. Αγορεύσεις Στα πλαίσια της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, των παραδεκτών και/ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων της υπόθεσης και της νομολογίας, κινήθηκε η γραμμή των τελικών γραπτώς αγορεύσεων που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι. Η συνήγορος για τους Καθ' ων η αίτηση, στηριζόμενη στο γεγονός ότι η Αιτή-τρια προσελήφθηκε για τις ανάγκες του ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ. ως Ειδικός Επιστήμονας Έργου και ότι από 1.1.2020 της προσφέρθηκε πλήρης απασχόληση στη θέση του Ειδικού Επιστήμονα Υποστήριξης Έργου, εισηγήθηκε ότι με βάση τους Κανόνες για Ειδικούς Επιστήμονες και την εκάστοτε ισχύουσα σύμβαση εργασίας της Αιτήτριας, πρόκειται για δύο διαφορετικές θέσεις εργασίας, με δικά τους ελάχιστα απαιτούμενα προσόντα και καθήκοντα και ότι η Αιτήτρια με τη μαρτυρία της δεν κατάφερε να αποδείξει τη συμπλήρωση 30μηνης συνεχούς περιόδου απασχόλησης στη θέση Ειδικού Επιστήμονα Υποστήριξης Έργου, με αποτέλεσμα να μη δικαιούται να προωθεί την παρούσα Αίτηση. Περαιτέρω, αναφερόμενη σε νομολογία του ΔΕΕ και ειδικότερα στην απόφαση C-326/19, Ministero dell' Università e della Ricerca - MIUR and Others, ημερ. 3.6.2021, εισηγήθηκε ότι η μη μετατροπή της σύμβασης εργασίας της Αιτήτριας σε αορίστου διαρκείας δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους δυνάμει των προνοιών του άρθρου 7
(2)(α)(γ) του Ν.98(Ι)/2003, λόγω της ιδιαιτερότητας και των αναγκών της υπό εκτέλεση εργασίας που είναι προσωρινές. Η συνήγορος για την Αιτήτρια, στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση της, εισηγήθηκε κατ' αρχάς ότι με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία και ειδικότερα τα Τεκ. 13, 15 και 16, είναι προφανές ότι η Αιτήτρια από την αρχή της εργοδότησης της και μέχρι σήμερα εκτελεί καθήκοντα που περιλαμβάνουν τόσο ερευνητική όσο και διοικητική υποστήριξη στο έργο που αναλαμβάνει το ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ. και ότι η μόνη αλλαγή που επήλθε ήταν ο τίτλος της θέσης που κατείχε με τα καθήκοντα να παραμένουν τα ίδια χωρίς καμία μεταβολή ή τροποποίηση. Περαιτέρω ότι η κάλυψη του μισθού της Αιτήτριας δεν αποτελεί αντικειμενικό λόγο που θα δικαιολογούσε τη μη μετατροπή της σύμβασης εργασίας της σε αορίστου χρόνου αφού οι Καθ' ων η αίτηση ήταν και εξακολουθούν να είναι οι εργοδότες της και να καλύπτουν το ποσοστό μισθοδοσίας της από «ίδια έξοδα» τους, όπως συνέβαινε από την έναρξη της εργοδότησης της. Πρόσθετα ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατάφεραν να καταδείξουν ότι με τη λήξη των συμβάσεων εργασίας της Αιτήτριας θα έπαυε να υφίσταται και η ανάγκη απασχόληση της, ενόψει των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που υπέγραψαν μαζί της για κάλυψη πάγιων και συνεχών αναγκών. Τέλος ότι η Αιτήτρια υπογράφοντας τις κατά σειρά ετών διαδοχικές συμβάσεις εργασίας, δεν γνώριζε εκ των προτέρων ότι η εκτέλεση των εργασιών της στο ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ. έχουν μια περιορισμένη και σύντομη διάρκεια. Ανάλυση και Συμπεράσματα Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Ο Νόμος, όπως προκύπτει από το άρθρο 3 (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), επιδιώκει ένα διπλό στόχο: αφενός τη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης και αφετέρου τη καθιέρωση ενός πλαισίου αποτροπής της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου (ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου): "εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου και η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος· Η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου, επιβάλλει στα κράτη-μέλη, εφόσον η εσωτερική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την αποτελεσματική πρόληψη καταχρηστικής χρησιμοποίησης των δια-δοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: (α) να θεσπίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, (β) να ορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (γ) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Με το άρθρο 7 του Νόμου, ο κύπριος νομοθέτης συμμορφούμενος με την ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α' της συμφωνίας - πλαισίου θεσπίζει μέτρα αποτροπής της καταχρηστικής προσφυγής στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο απασχόλησης τριάντα μηνών ή περισσότερο για να θεωρείται η σύμβαση ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμέ-νου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από υφιστάμενους αντικειμενικούς λόγους για τους οποίους γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στο Νόμο. Εν ολίγοις με το πέρας της 30μηνης περιόδου απασχόλησης τίθεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση αορίστου διαρκείας, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν τη μη μετατροπή της. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Ο αντικειμενικός λόγος είναι έννοια του ενωσιακού δικαίου. Δεδομένου ότι η έννοια αυτή δεν ορίζεται στη συμφωνία-πλαίσιο, το νόημα και το περιεχόμενο τους πρέπει να καθοριστούν σε συνάρτηση με τον σκοπό που επιδιώκει η συμφωνία αυτή, καθώς και με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α'. Επομένως, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 του Νόμου και τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, το Δικαστή-ριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου, 23.4.09, το ΔΕΚ/ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι: «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 ημερ. 26.11.2014, το ΔΕΕ επαναλαμβάνοντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε τα ακόλουθα: 101. Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό. 102. Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες. Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία του ΔΕΕ, δεν αρκεί ότι ο Νόμος προβλέπει αντικειμενικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Θα πρέπει να αξιολογούνται και οι συνθήκες της κάθε περίπτωσης, ώστε να μπορεί αποτελεσματικά να αποκλεισθεί η καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ο έλεγχος δηλαδή της συνδρομής αντικειμενικού λόγου λαμβάνει χώρα σε δύο επίπεδα. Κατ' αρχάς ελέγχεται αν συντρέχει ένας λόγος ο οποίος αυτός καθ' εαυτόν μπορεί να δικαιολογήσει την ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων. Στη συνέχεια ερευνάται η συγκεκριμένη εφαρμογή της εθνικής ρύθμισης για τυχόν καταχρηστικότητα. Όπως επισημαίνει το Δικαστήριο, «κατά την εφαρμογή της οικεί-ας διατάξεως του εθνικού δικαίου, οι ως άνω αρχές πρέπει κατά συνέπεια να είναι σε θέση να συναγάγουν αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια προκειμένου να εκλεχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτο» (ΔΕΕ 26.1.2012 C-586/10, Κüküc, αριθ. 34 και ΔΕΕ 26.11.2014 C-22/13, Mascolo κ.α.). Έτσι, εάν ως αντικειμενικός λόγος προτείνεται η κάλυψη παροδικών αναγκών σε εργατικό δυναμικό, το δικαστήριο οφείλει να ελέγξει μήπως υπό το πρόσχημα κάλυψης προσωρινών αναγκών στην πραγματικότητα καλύπτονται με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (ΔΕΕ 23.4.2009 C-378/07 Angelidaki κ.α αριθ.106 και ΔΕΕ 26.1.2012 C586/10 Κüküc, αριθ. 40). Σύμφωνα με τους περί Πανεπιστημίου Κύπρου (Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό και Μεταπτυχιακοί Συνεργάτες) Κανονισμούς του 1992 και 2011 (ΚΔΠ 126/92 και ΚΔΠ 260/2011)) που εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 21
(3)και 32 του βασικού:
  1. Το Συμβούλιο μπορεί να διορίσει σε έκτακτη βάση επιστήμονες με ειδικά προσόντα, για να εργαστούν για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Τα προσόντα, η πείρα, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και γενικά οι όροι υπηρεσίας των Ειδικών Επιστημόνων καθορίζονται σε Κανόνες που εκδίδει η Σύγκλητος μετά από έγκριση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τους εκδοθέντες από τους Καθ' ων η αίτηση Εσωτερικούς Κανόνες που αφορούν τους Ειδικούς Επιστήμονες: 1.1 Οι Ειδικοί Επιστήμονες είναι Επιστήμονες με εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρίες, οι οποίες εργοδοτούνται για περιορισμένο χρονικό διάστημα με πλήρη ή μερική απασχόληση, για την εκτέλεση διδακτικού ή ερευνητικού έργου ή την υποστήριξη έργου, υπό την εποπτεία μέλους του ακαδημαϊκού προσωπικού ή της Προϊσταμένης Υπηρεσίας ή της Διευθύντριας Διοίκησης και Οικονομικών. 1.2 Οι Ειδικοί Επιστήμονες εργοδοτούνται πάντοτε για συγκεκριμένο έργο, εξυπηρετούν προσωρινές ή μεταβατικές ανάγκες του Πανεπιστημίου και δεν μπορούν να κατέχουν συμβάσεις αορίστου χρόνου ή να μονιμοποιηθούν. 1.3 Η Επιτροπή Οικονομικών και Προσωπικού (Θέματα Προσωπικού) είναι αρμόδια για τη διαχείριση και την κατανομή του Άρθρου 104 «Ειδικοί Επιστήμονες», ανάλογα με τις ανάγκες και το διαθέσιμο ποσό, με βάση τον εγκεκριμένο Προϋπολογισμό. 1.4 Οι Ειδικοί Επιστήμονες διορίζονται με απόφαση του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Κύπρου ή Οργάνων στα οποία εκχωρεί αυτή την αρμοδιότητα το Συμβούλιο. 1.5 Οι θέσεις διακρίνονται σε: o Ειδικούς Επιστήμονες Διδασκαλίας o Ειδικούς Επιστήμονες Έρευνας o Ειδικούς Επιστήμονες Υποστήριξης Έργου.
  2. Ειδικοί Επιστήμονες Έρευνας 6.1 Γενικά Οι Ειδικοί Επιστήμονες Έρευνας προσφέρουν ερευνητικό έργο (α) στο πλαίσιο: i. Ερευνητικών Λογαριασμών ή Λογαριασμών Συμβουλευτικών Υπηρεσιών. ii. Εναρκτήριας Χρηματοδότησης μέλους του ακαδημαϊκού προσωπικού ή iii. Ερευνητικού Προγράμματος, με εσωτερική ή εξωτερική χρηματοδότηση, και με Υπεύθυνη Ερευνήτρια μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού. (β) προς Κέντρο Αριστείας, Ερευνητική Μονάδα ή Ερευνητικό Κέντρο με ειδική κατανομή προϋπολογισμού από το Πανεπιστήμιο Κύπρου. (γ) σε συνδυασμό των ανωτέρω. Νοείται, ότι πρόκειται για εγκεκριμένη Εναρκτήρια Χρηματοδότηση και εγκεκριμένο Ερευνητικό Πρόγραμμα σε εσωτερική ή εξωτερική χρηματοδότηση, με σχετική πρόνοια στον αντίστοιχο προϋπολογισμό.
  3. Ειδικοί Επιστήμονες Υποστήριξης Έργου 7.1 Γενικά 7.1.
  4. Οι Ειδικοί Επιστήμονες Υποστήριξης Έργου προσλαμβάνονται για παροχή υποστηρικτικού έργου στο πλαίσιο: i. Ερευνητικών Λογαριασμών ή Λογαριασμών Συμβουλευτικών Υπηρεσιών ή Συνεδρίων ii. Ερευνητικού Προγράμματος, με εσωτερική ή εξωτερική χρηματοδότηση, και με Υπεύθυνη Ερευνήτρια μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού. iii. Άλλης χορηγίας εκτός της κρατικής χορηγίας και εσόδων από το Κράτος που αφορούν σε προπτυχιακά δίδακτρα. Από τα αδιαμφισβήτητα και/ή παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, είναι φανερό ότι η Αιτήτρια εργάζεται στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από την 1.11.2013 μέχρι σήμερα. Το ερώτημα που τίθεται και που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει αφορά τα καθήκοντα που ανατίθεντο κατά καιρούς στην Αιτήτρια. Ενώ η ίδια ισχυρίζεται ότι από την αρχή της εργοδότησης της, εκτελούσε και εκτελεί τα ίδια καθήκοντα, τόσο ερευνητικά όσο και διοικητικά, εν τούτοις οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τα καθήκοντα της προκύπτουν μέσα από τις συμβάσεις εργασίας που υπέγραφε και ότι από την 1.1.2020 της ανατεθήκαν καθήκοντα Ειδικού Επιστήμονα Υποστήριξης Έργου αντί των αρχικών καθηκόντων που ήταν αυτά του Ειδικού Επιστήμονα Έρευνας, με αποτέλεσμα η συνολική περίοδος απασχόλησης της από τη νέα θέση, να μην υπερβαίνει τους 30 μήνες για να θεωρηθεί η σύμβαση εργασίας της αορίστου διαρκείας. Μελετώντας με προσοχή το μέρος αυτό της μαρτυρίας και ειδικότερα την πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, παρατηρούμε ότι στις 16.12.2019 ο Δρ. Ψάλτης, Αναπληρωτής Καθηγητής Τμήματος Ψυχολογίας και Διευθυντής του ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ. υπέβαλε αίτημα προς τον Πρύτανη του Παν/ μίου για ανανέωση του συμβολαίου της Αιτήτριας για το 2020 με την ίδια διευθέτηση και το ίδιο εργασιακό καθεστώς που ίσχυε το 2019, θεωρώντας ότι η επέκταση του συμβολαίου της κρινόταν αναγκαία. Από την ηλεκτρονική άλληλογραφία που ακολούθησε μεταξύ 29.1.2020 και 10.2.2020 μεταξύ του Δρ. Ψάλτη και της Γραμματέως της Υπηρεσίας Ανθρώπινου Δυναμικού του Παν/ μίου (Τεκ.16 της δήλωσης της Αιτήτριας), φαίνεται ότι με την έγκριση του αιτήματος, ζητήθηκε από τον Δρ. Ψάλτη να διαβιβάσει τα καθήκοντα της Αιτήτρια για να αναγραφούν στο συμβόλαιο. Με την αναλυτική καταγραφή και κοινοποίηση τους, η Υπηρεσία Ανθρωπίνου Δυναμικού ανεγνώρισε ότι μέρος των καθηκόντων της ήταν διοικητικής φύσης παρόλο που η Αιτήτρια κατείχε τη θέση του Ειδικού Επιστήμονα Έρευνας. Εν όψει δε της ονομασίας της θέσης προτάθηκε ο περιορισμός των καθηκόντων της, κάτι το οποίο ο Δρ. Ψάλτης δεν αποδέχθηκε, σημειώνοντας επί λέξει: «Ελένη λυπάμαι αλλά δε μπορώ να πω ψέματα. Αυτά τα καθήκοντα εκτελεί η Αντρέα από τότε που εργοδοτήθηκε όπως σας τα ανάφερα. Το Πανεπιστήμιο για παράδειγμα γνωρίζει ότι η Αντρέα κάνει τις μισθώσεις στους ερευνητές από την πρώτη στιγμή και πρώτη φορά ακούω ότι θα έπρεπε να κάνει μόνο έρευνα». Και ενώ για το 2020 η ανανέωση του συμβολαίου της Αιτήτρια κρινόταν αναγκαία με την ίδια διευθέτηση και με το ίδιο εργασιακό καθεστώς που ίσχυε το 2019, ο Δρ. Ψάλτης, διευθυντής του ΠΑ.Σ.Υ.ΝΕ., επικαλούμενος την παρ. 5.4 του καταστατικού λειτουργίας του ΠΕ.Κ.Ε.ΠΕ. ζήτησε εν τέλει όπως το συμβόλαιο της Αιτήτριας ανανεωθεί κάτω από το καθεστώς της Ε.Ε. υποστήριξης Έργου, χωρίς ωστόσο να υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή στο καθεστώς εργοδότησης ή τα καθήκοντα της, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το έντυπο αξιολόγησης της για το έτος 2020, όπου, μεταξύ άλλων καταγράφονται αναλυτικά τα εν λόγω καθήκοντα. Για όλα τα πιο πάνω δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα η Αιτήτρια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, αναφορικά με τη θέση και τα καθήκοντα της, ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια σε αντίθεση με αυτά που κατέθεσε ο μάρτυρας για τους Καθ' ων η αίτηση. Η μαρτυρία της βρίσκεται σε πλήρη εναρμόνιση με την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία η οποία σε καμία περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί. Είναι λοιπόν εύρημα μας ότι τα καθήκοντα που εκτελεί η Αιτήτρια από την αρχή της εργοδότησης της περιλαμβάνουν τόσο ερευνητική όσο και διοικητική υποστήριξη στο έργο που αναλαμβάνει το ΠΑ.Κ.Ε.ΠΕ. Επίσης με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μας κατά-λήγουμε ότι η Αιτήτρια από την 1.7.2016 είχε συμπληρώσει 30μηνη περίοδο απασχόλησης που της επέτρεπε να θεωρηθεί εργοδοτούμενη αορίστου διαρκείας για σκοπούς του Νόμου. Ως επακόλουθο των πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν οι Καθ' ων η αίτηση φέροντες το βάρος απόδειξης, κατάφεραν να αποδείξουν κατά πρώτο λόγο την τυχόν κατ' εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας της Αιτήτριας και κατά δεύτερο λόγο τη μη ύπαρξη τυχόν καταχρηστικότητας του είδους αυτών των συμβάσεων. Οι Καθ' ων η αίτηση, τόσο με τους γενικούς λόγους εμφάνισης όσο και με την προσαχθείσα μαρτυρία, διατείνονται ότι υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι, βάσει των προνοιών του άρθρου 7
(2)(α)(γ) του Νόμου που δεν επιτρέπουν τη μετατροπή της σύμβασης της Αιτήτριας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, λόγω της ιδιαιτερότητας και των αναγκών της υπό εκτέλεσης εργασίας που είναι προσωρινές. Εξετάζοντας τη θέση των Καθ' ων η αίτηση, σημειώσουμε κατ' αρχάς ότι η κάλυψη προσωρινών αναγκών της επιχείρησης σε εργατικό δυναμικό αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους και στην πράξη συνηθέστερους λόγους που δικαιολογούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, υφίστανται όταν κατά τη σύναψη της σύμβασης με επαρκή ασφάλεια αναμένεται ότι με τη λήξη της θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Μια τέτοια πρόγνωση θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και να είναι αρκούντως θεμελιωμένη. Θα πρέπει δηλαδή ο εργοδότης να είναι σε θέση να δικαιολογήσει, με συγκεκριμένα στοιχεία γιατί με την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Η εγκυρότητα επίσης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου της ορισμένης διάρκειας προϋποθέτει ότι ο εργοδοτούμενος προσελήφθη για να καλύψει ακριβώς τις συγκεκριμένες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. (Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, 434). Όπως αναφέρθηκε από το ΔΕΕ στις υποθέσεις C-677/2016, Montero Mateos ημερ. 5.6.2018, C-619/2017, De Diego Parras ημερ. 21.11.2018, Grupo Notre Facility ημερ. 5.6.2018, στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η λύση της σχέσης εργασίας επέρχεται λόγω γεγονότος προβλέψιμου ήδη κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ενώ στη σύμβαση αορίστου διαρκείας η λύση δεν επέρχεται μόνον αιφνιδίως αλλά και για λόγο μη προβλέψιμο εκ των προτέρων. Όσον αφορά το επιχείρημα περί ιδιαιτεροτήτων της υπό εκτέλεση εργασίας, στην υπόθεση ΔΕΕ 25.10.2018, C-331, Sciotto, ο εργοδότης επικαλέστηκε τη συνδρομή εγγενών στον καλλιτεχνικό κλάδο ειδικών χαρακτηριστικών που δικαιολογούσαν την κατά παράδοση σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το ΔΔΕ έκρινε ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν μία εθνική ρύθμιση όπως η επίδικη, η οποία επιτρέπει γενικά και αφηρημένα τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου χωρίς να καθιστά δυνατή τη συναγωγή αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων προκείμενου να ελεγχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ανταποκρίνεται πράγματι σε μια γνήσια ανάγκη και είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση το επιχείρημα ότι ο ετήσιος προγραμματισμός καλλιτεχνικών θεαμάτων συνεπάγεται, κατ' ανάγκην, για τον εργοδότη προσωρινές ανάγκες και συνεπώς η πρόσληψη για την κάλυψη προσωρινών και συγκεκριμένων αναγκών του εργοδότη σε προσωπικό, μπορεί, κατ' αρχήν να αποτελέσει αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σημειώνει ωστόσο, ότι θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να επιβεβαιώνεται, κατά τρόπο συγκεκριμένο, ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και όχι στην άσκηση, κατά τρόπον πάγιο και διαρκή, καθηκόντων τα οποία εμπίπτουν στη συνήθη δραστηριότητα του κλάδου των καλλιτεχνών και πολιτιστικών επιχειρήσεων. Εναπόκειται δε στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου καλύπτει «απλές» προ-σωρινές ανάγκες ή, αντίθετα, τις ανάγκες του συνήθους προγραμματισμού του εργοδότη. Ένδειξη ότι συμβαίνει το πρώτο αποτελεί το γεγονός ότι ο εργαζόμενος, όπως στην επίδικη υπόθεση, επί πολλά έτη ασκούσε, βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, παρόμοια καθήκοντα. Έτσι το ΔΕΕ αποφάσισε ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου: «πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην εθνική ρύθμιση όπως η επί-δικη στην κύρια δίκη, δυνάμει της οποίας δεν εφαρμόζονται στον κλάδο δραστηριότητας των ιδρυμάτων λυρικής τέχνης και συμφωνικής μουσικής οι κανόνες του κοινού δικαίου που διέπουν τις σχέσεις εργασίας και επιβάλλουν, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, την αυτόματη μετατροπή της συμβάσεως ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, αν η σχέση εργασίας συνεχίζεται πέραν μιας συγκεκριμένης ημερομηνίας, όταν η εσωτερική έννομη τάξη δεν προβλέπει κανένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο για την πάταξη των καταχρηστικών πρακτικών που διαπιστώνονται στον κλάδο αυτόν.» Στην υπόθεση C-326/19 MIUR, την οποία επικαλείται η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση, το Ιταλικό Παν/μιο προσέφερε δύο είδη συμβάσεων. Ο Ε.Β. προσλήφθηκε από το Παν/μιο ως ερευνητής με βάση τον Α τύπο σύμβασης, που προέβλεπε ότι «συμβάσεις τριετούς διάρκειας, οι οποίες μπορούν να ανανεωθούν μια μόνο φορά για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, κατόπιν θετικής αξιολόγησης της αναπτυχθείσας διδακτικής και ερευνητικής δραστηριότητας .» Διαπιστώνεται, ότι σε αντίθεση με τις περιστάσεις που χαρακτήριζαν τις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις στις Sciotto (ανωτέρω) και Martinez Andres και Lopez (C-184/15 και C-197/15) ημερ. 14.9.2016, η εφαρμοστέα στην εν λόγω υπόθεση νομοθεσία και συγκεκριμένα το άρθρο 24 του Ν.240/2010, που αφορά τους κανόνες οργάνωσης και προσωπικού των Ιταλικών Παν/μίων, εμπεριέχει δύο από τα μέτρα που προβλέπονται στη ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας πλαισίου, που είναι ο καθορισμός της μέγιστης διάρκειας της σύμβασης στα τρία έτη και η δυνατότητα ανανέωσης της μια μόνο φορά για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη. Ειδικότερα επισημαίνεται ότι στις εν λόγω αποφάσεις, το ζήτημα αν η ανανέωση των επίμαχων συμβάσεων ορισμένου χρόνου δικαιολογούνταν από αντικειμενικούς λόγους, ανέκυψε αποκλειστικά λόγω του ότι δεν είχαν ληφθεί μέτρα που να εμπίπτουν στις πιο πάνω κατηγορίες της ρήτρας 5 σημείο 1. Κατά δεύτερο λόγο σημειώνει ότι στις εν λόγω αποφάσεις οι οικείοι εργαζόμενοι τελούσαν σε πλήρη αβεβαιότητα ως προς τη διάρκεια της σχέσης εργασίας τους. Αντίθετα, εν προκειμένω, τα πρόσωπα που συνάπτουν σύμβαση τύπου Α, όπως αυτή που συνήφθη μεταξύ Ε.Β. και Πανεπιστημίου, ενημερώνονται, πριν καν υπογράψουν τη σύμβαση, ότι η σχέση εργασίας δεν θα μπορεί να διαρκέσει περισσό-τερο από πέντε έτη. Θέτοντας τη σταθερότητα της απασχόλησης ως μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, επισημαίνει επίσης ότι η παύση ισχύος μιας σύμβασης ερευνητή τύπου Α δεν συνεπάγεται αστάθεια της απασχόλησης, στο μέτρο που παρέχεται στον οικείο εργαζόμενο η δυνατότητα να αποκτήσει τα αναγκαία προσόντα για τη σύναψη σύμβασης τύπου Β, η οποία μπορεί περαιτέρω να οδηγήσει σε σχέση εργασίας αόριστου χρόνου υπό την ιδιότητα του αναπληρωτή καθηγητή. Έτσι το ΔΕΕ αποφάσισε ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου: «δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει, όσον αφορά την πρόσληψη πανεπιστημιακών ερευνητών, τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου για διάστημα τριών ετών, με μία μόνο δυνατότητα παρατάσεως για διάστημα μέχρι δύο ετών, εξαρτώ-ντας τη μεν σύναψη τέτοιων συμβάσεων από την προϋπόθεση να υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι «βάσει του προγραμματισμού, για την άσκηση δραστηριοτήτων έρευνας, διδασκαλίας, συμπληρωματικής διδασκαλίας και παροχής υπηρεσιών στους φοιτητές, τη δε παράταση των συμβάσεων αυτών από τη «θετική αξιολόγηση της αναπτυχθείσας διδακτικής και ερευνητικής δραστηριότητας», χωρίς να είναι απαραίτητο η νομοθεσία αυτή να καθορίζει αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια για το κατά πόσον η σύναψη και η ανανέωση τέτοιων συμβάσεων όντως ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες, είναι κατάλληλες να επιτύχουν τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι αναγκαίες προς τούτο.» Θέτοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομολογικών αρχών, διαπιστώνουμε κατ' αρχήν ότι οι περί Πανεπιστημίου Κύπρου Κανονισμοί και οι Εσωτερικοί Κανόνες, τους οποίους επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση, επιτρέπουν την πρόσληψη ειδικών επιστημόνων με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνο για συγκεκριμένο έργο και για εξυπηρέτηση προσωρινών ή μεταβατικών αναγκών του Πανεπιστημίου, χωρίς να προβλέπουν κανένα από τα όρια της ρήτρας 5 σημείο 1, στοιχεία β΄ και γ΄ της συμφωνίας-πλαισίου, σχετικά με τη μέγιστη συνολική διάρκεια των συμβάσεων ορισμένου χρόνου και τον αριθμό των δυνατών ανανεώσεων τους. Πρόσθετα οι συμβάσεις εργασίας στον συγκεκριμένο τομέα δεν εξαιρούνται ρητώς από το πεδίο εφαρμογής του Ν.98(Ι)/2003 ο οποίος με το άρθρο 7
(1)επιτρέπει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που ανανεώνονται για συνολική περίοδο 30 μηνών ή περισσότερο, σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ελλείψει λοιπόν οποιουδήποτε μέτρου ισοδύναμου με τα προβλεπόμενα στην ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σχετικά με την εργοδότηση των ειδικών επιστημόνων στο Πανεπιστήμιο, οι Καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να αποδείξουν ότι η χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου στον συγκεκριμένο τομέα δικαιολογείται από κάποιο αντικειμενικό λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 7
(2)του Νόμου, κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 στοιχείο α΄ της συμφωνίας-πλαισίου. Οποιαδήποτε διάταξη νόμου ή κανονισμού που απλώς επιτρέπει γενικά και αφηρημένα τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, χωρίς να καθιστά δυνατή τη συναγωγή αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων για μια γνήσια ανάγκη, πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, όπως αυτή που οι Καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκαν, αντιτίθεται στο σκοπό της οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου και εγκυμονεί κινδύνους για καταχρηστική σύναψη τέτοιων συμβάσεων. Ωστόσο η σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου βάσει αντικειμενικών λόγων αποτελεί μέσο αποτροπής των καταχρηστικών πρακτικών. Για την κρίση αν τελικά συντρέχει πράγματι στην συγκεκριμένη περίπτωση ο νομοθετικά προβλεπόμενος αντικειμενικός λόγος θα πρέπει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει, μεταξύ άλλων, τον αριθμό και τη διάρκεια των προηγούμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Χωρίς τη συνεκτίμηση αυτή ο κίνδυνος καταχρηστικής προσφυγής στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν αποτρέπεται αποτελεσματικά (ΔΕΕ 26.11.2014 C-22/13). Το επιχείρημα των Καθ' ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια προσελήφθη για την κάλυψη προσωρινών και συγκεκριμένων αναγκών και ότι η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης, δεν επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι με τη λήξη των διαφόρων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που σύναψαν οι Καθ' ων η αίτηση με την Αιτήτρια, αναμενόταν με επαρκή ασφάλεια ότι θα εξέλειπε και η ανάγκη για απασχόληση της, όπως επίσης δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν κατά τρόπο συγκεκριμένο ότι η ανανέωση των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με την Αιτήτρια, αποσκοπούσε στην κάλυψη προσωρινών αναγκών, εν όψει του γεγονότος ότι επί πολλά έτη ασκούσε και συνεχίζει να ασκεί, βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, τα ίδια ή παρόμοια καθήκοντα[1]. Συνεκτιμώντας λοιπόν τον αριθμό των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και τη διάρκεια της συνολικής απασχόλησης της Αιτήτριας βάσει των συμβάσεων αυτών, προφανώς και βρισκόμαστε μπροστά σε μία περίπτωση καταχρηστικής προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμέ-νου χρόνου. Για την κρίση αυτή συνηγορεί και το ότι η Αιτήτρια απασχολείτο κατά τη διάρκεια όλων των συμβάσεων και συνεχίζει να απασχολείται με τα ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο Δρ. Ψάλτης με το αίτημα του για ανανέωση της σύμβασης της για το 2020, πράγμα που δείχνει ότι υπήρχε μια διαρκής ανάγκη ως προς την εκτελούμενη από την Αιτήτρια εργασία. Η Αιτήτρια απασχολείτο και συνεχίζει να απασχολείται για εννέα και πλέον συνεχή έτη βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου μονοετούς διάρκειας, ευρισκόμενη έτσι για μεγάλο χρονικό διάστημα σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, την οποία ακριβώς επιδιώκει ο Νόμος και η Οδηγία να ανατρέψουν. Συνεπώς η απασχόληση της Αιτήτριας δεν αποσκοπούσε και ούτε αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αλλά πάγιων και διαρκών αναγκών των Καθ' ων η αίτηση, τις οποίες οι τελευταίοι, επικαλούμενοι τους Εσωτερικούς Κανονισμούς του Πανεπιστημίου επέλεξαν να καλύψουν με τη μέθοδο των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, στερώντας έτσι από την Αιτήτρια, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, την προοπτική για σταθερή απασχόλησης που θεωρείται μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων. Περαιτέρω η σύνδεση της απασχόλησης της Αιτήτριας ως ειδικού επιστήμονα με τις ανάγκες και το διαθέσιμο ποσό με βάση τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό, δεν βρίσκει κανένα νομικό έρεισμα στις διατάξεις της συμφωνίας - πλαισίου και του άρθρου 7
(2)του Νόμου και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικειμενικό λόγο, η έννοια του οποίου αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια συγκεκριμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση δια-δοχικών συμβάσεων. Εν ολίγοις η πρόβλεψη στο προϋπολογισμό δεν μπορεί να αποτελέσει αντικειμενικό λόγο, γιατί δεν υπάρχει καμία απολύτως σύνδεση με τη συγκεκριμένη δραστηριότητα του εργοδότη. Διαφορετικά αν μια διάταξη Νόμου επιτρέπει τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας για λόγους αναγόμενους αποκλειστικά στον προϋπολογισμό τότε αναγνωρίζεται στους εργοδότες η εξουσία να δημιουργούν οι ίδιοι την αιτία που δικαιολογεί την προσφυγή στη μορφή αυτή των συμβάσεων, πράγμα που ενέχει κίνδυνο καταχρηστικής χρησιμοποίησης τους. Για όλα τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι υφίστανται όλες οι προϋποθέσεις του Νόμου για να θεωρηθεί η σύμβαση απασχόλησης της Αιτήτριας ως σύμβαση αόριστου διαρκείας. Εκδίδεται επομένως αναγνωριστική απόφαση μετατροπής της σύμβασης εργασίας της Αιτήτριας από ορισμένου σε αορίστου διαρκείας. Η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού ισχύει για την Αιτήτρια από τις 14.3.2019 και δη ένα χρόνο πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση €1200 ως έξοδα με νόμιμο τόκο από 13.3.2020 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Γ. Στυλιανού, Μέλος Α. Καταλάνου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] C-614/2015 ημερ. 21.9.2016: «Επιπλέον ο προβαλλόμενος μη μόνιμος χαρακτήρας των καθηκόντων ανατρέπεται από το γεγονός ότι οι παρατάσεις της σύμβασης ορισμένου χρόνου της προσφεύγουσας της κύριας δίκης κατέληξαν σε αδιάλειπτη παροχή υπηρεσιών 6 ετών και 7 μηνών, οπότε φαίνεται ότι η σχέση εργασίας δεν κάλυψε μόνο προσωρινή ανάγκη αλλά πάγια». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.