← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΗΛΑΚΟΥΤΑΣ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 452/2016, 28/2/2023

ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΗΛΑΚΟΥΤΑΣ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 452/2016, 28/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2023:13 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ντ. Ντεμιρτζιάν και Α. Παναγή Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 452/2016 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΥ Αιτήτρια -και- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΗΛΑΚΟΥΤΑΣ ΛΤΔ Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 28η Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Ενταφιανός Α. Ενταφιανός Για την Καθ' ης η αίτηση: Γεωργία Κακούρη ΑΠΟΦΑΣΗ Η Καθ' ης η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με πωλήσεις και επιδιορθώσεις αυτοκινήτων. Για την εκτέλεση των εργασιών της διατηρεί εγκαταστάσεις στη Βιομηχανική Περιοχή Στροβόλου. Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσιών της Καθ' ης η αίτηση ως μηχανικός αυτοκινήτων μέχρι τις 20.1.

  1. Οι ακαθάριστες απολαβές του ανέρχονταν στα €1.424,68 μηνιαίως πλέον 13ο μισθό. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλει μέσα από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι η απασχόληση του στην Καθ' ης η αίτηση ήταν συνεχής από τον Οκτώβριο 2003 και ότι δεν διεπόταν από γραπτή σύμβαση εργοδότησης ή από οποιαδήποτε άλλη γραπτή σύμβαση. Επίσης, χωρίς αποχρώντα λόγο και χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει στις εναντίον του προφορικά διατυπωθείσες καταγγελίες, η Καθ' ης η αίτηση τερμάτισε παράνομα και άμεσα την απασχόληση του, χωρίς καμία προειδοποίηση, επιβάλλοντας του κατά ή περί την 21.1.2016 να υπογράψει δήλωση «οικειοθελούς» παραίτησης. Ότι η Καθ' ης η αίτηση ενέργησε παράλογα υπό τις περιστάσεις και δεν διεξήγαγε τη δέουσα έρευνα για υποστήριξη των καταγγελιών που του είχε απευθύνει. Περαιτέρω ότι παρέλειψε να του καταβάλει τον μισθό Ιανουαρίου, όπως και αναλογία 13ου μισθού και αδειών για το
  2. Στη βάση αυτή αξιώνει (α) αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, (β) πληρωμή αντί προειδοποίησης, (γ) δεδουλευμένα ημερομίσθια, (δ) αναλογία 13ου μισθού, (ε) αναλογία ετήσιας άδειας, (ζ) περαιτέρω ή άλλη θεραπεία, (η) νόμιμο τόκο, (θ) έξοδα, έξοδα επίδοσης και ΦΠΑ. Η Καθ' ης η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι η μεταξύ αυτής και του Αιτητή εργασιακή σχέση που άρχισε το Ιανουάριο 2014, διέπετο από συλλογική σύμβαση («ΣΣΕ») που προνοούσε ότι η απασχόληση σε άλλο εργοδότη του ιδίου κλάδου ή σε ανταγωνιστική εταιρεία απαγορεύεται αυστηρά. Για τις συνθήκες τερματισμού της απασχόληση του, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής μαζί με άλλο υπάλληλο, συνέστησαν εταιρεία η οποία από τις αρχές του 2015 διεξήγαγε ανταγωνιστικές εργασίες παράλληλες των δικών της εργασιών. Στις 20.1.2016, όταν τυχαία πληροφορήθηκε για τις εν λόγω ανταγωνιστικές εργασίες και ζήτησε τον λόγο από τον Αιτητή, ο τελευταίος παραδέχθηκε τη διάπραξη των όσων του καταλόγιζαν και αυθημερόν υπέβαλε ιδιόχειρη γραπτή παραίτηση. Για τις υπόλοιπες αξιώσεις ισχυρίζεται ότι οφείλει στον Αιτητή το συνολικό πόσο των €497,37 το οποίο ενώ του είχε προσφερθεί παρέλειψε να παραλάβει. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Επίσης, με τo άρθρα 7
(1)
(2)του Νόμου καθιερώνεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο δυνάμει του οποίου, όταν ο εργοδοτούμενος τερματίζει την απασχόλησή του λόγω της διαγωγής του εργοδότη, «.τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι ο εργοδοτούμενος δεν ετερμάτισε την απασχόλησιν του νομίμως». Στην προκείμενη περίπτωση, ο ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν απολύθηκε αλλά οικειοθελώς υπέβαλε την παραίτηση του, υπογράφοντας σχετική δήλωση με την οποία εξέφρασε ρητά την επιθυμία του να τερματίσει άμεσα τις υπηρεσίες του (Τεκ.5), εναποθέτει στον ίδιο το βάρος να αποδείξει τον τερματισμό της απασχόλησης του. (βλ. Γιώργος Αριστείδου ν. Super Beton Ltd κ.α.
(1999)1Α A.A.Δ. 114 και Λούης Τούριστ Ειτσενσυ Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 315). Για τον Αιτητή κατέθεσε ο ίδιος και ο Γιαννάκης Ιωάννου ενώ για την Καθ' ης η αίτηση κατέθεσε ο Χρ. Παπακώστας, τμηματάρχης και άμεσα προϊστά-μενος του Αιτητή κατά τον επίδικο χρόνο και ο Γ. Κασιούρης, αναπληρωτής γενικός γραμματέας της ΣΕΚ. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια εικοσιένα συνολικά έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνεται σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Ο Αιτητής με τη γραπτή δήλωση του (Τεκ.Α), ισχυρίστηκε ότι η υπηρεσία του στην Καθ' ης η αίτηση διάρκεσε από τον Οκτώβριο 2003 μέχρι τον Ιανουάριο
  1. Για να υποστηρίξει τη θέση του, παρουσίασε σχετική βεβαίωση εργασίας που έλαβε από την Καθ' ης η αίτηση στις 17.3.2009 (Τεκ.4). Επαναλαμβάνοντας τις θέσεις που διατυπώνονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ισχυρίστηκε, ότι η Καθ' ης η αίτηση χωρίς κανένα ουσιαστικό λόγο και χωρίς να του παράσχει το δικαίωμα να απαντήσει στις κατηγορίες που του καταλόγισε προφορικά, παράνομα και χωρίς προειδοποίηση τερμάτισε την απασχόληση του εξαναγκάζοντας τον να συντάξει και υπογράψει την «οικειοθελή» παραίτηση του (Τεκ.5). Ειδικότερα στις 20.1.2016 κλήθηκε σε ένα γραφείο από τον διευθυντή μεταπωλήσεων κ. Χρ. Παπακώστα, τον διευθυντή πωλήσεων κ. Α. Ανδρέου, τον οικονομικό διευθυντή κ. Δ. Δημητρίου και τον υπεύθυνο του γκαράζ που μοίραζε τις δουλειές κ. Πάμπο. Κατά την εκεί συνάντηση, άρχισαν να του λένε ότι έμαθαν για την εταιρεία του και ήθελαν να φύγει αμέσως. Ότι θα έπρεπε να σκεφτεί την οικογένεια και τα παιδιά του και για να μην προχωρήσει το θέμα θα έπρεπε να φύγει από μόνος του. Οι κ.κ. Παπακώστας και Δημητρίου του έδωσαν ένα χαρτί και του υπαγόρευαν τι να γράψει. Ο ίδιος από φόβο έκανε αυτό που ήθελαν και μετά από λίγο έφυγε. Καταθέτοντας επιστολή των δικηγόρων του προς την Καθ' ης αίτηση ημερ. 28.1.2016 (Τεκ.6) και επαναλαμβάνοντας το περιεχόμενο της, ισχυρίστηκε ότι δεν υπέγραψε ποτέ γραπτή συμφωνία εργοδότησης με την Καθ' η αίτηση, ότι δεν προέβη ποτέ σε ανταγωνιστικές εργασίες και ότι είχε το δικαίωμα να αξιοποιεί τον ελεύθερο του χρόνο. Ότι μαζί με τον Γ. Ιωάννου εξακολουθούν να είναι διευθυντές και μέτοχοι της εταιρείας G.C. MPOWER LTD που ασχολείται με επιδιορθώσεις αυτοκινήτων. Ότι δεν υπήρχε όρος που να του απαγορεύει να ασχολείται με τις συγκεκριμένες εργασίες, σε ώρες που δεν προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Καθ' ης η αίτηση, καθώς δεν υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων. Επίσης, ότι η Καθ' ης αίτηση γνώριζε για την ύπαρξη της εν λόγω εταιρείας και την εκτέλεση από μέρους του των εν λόγω εργασιών, καθώς υπήρξαν δυνάμει τιμολογίων (Τεκ.7) πωλήσεις εξαρτημάτων από την Καθ' ης η αίτηση προς την εν λόγω εταιρεία. Απαντώντας στα όσα η Καθ' ης αίτηση παραθέτει στους γενικούς λόγους εμφάνισης ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ΣΣΕ στην οποία αναφέρεται η Καθ' ης η αίτηση και για την οποία έλαβε γνώση στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, ουδέποτε του κοινοποιήθηκε και ούτε υπέγραψε ποτέ οποιαδήποτε συμφωνία αποδοχής της. Ισχυρίστηκε τέλος ότι η Καθ' ης η αίτηση παρέλειψε να του καταβάλει τον δεδουλευμένο μισθό του μηνός Ιανουαρίου, αναλογία 13ου μισθού και αδειών για το
  2. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι στην κατάσταση πληρωμής του (Τεκ.3Β) αναγραφόταν ως ημερομηνία εργοδότησης η 1.1.2014 και στο πιστοποιητικό αποδοχών του για το 2013 (Τεκ.9) ως ημερομηνία τερματισμού των υπηρεσιών του η 31.3.
  3. Ενώ παραδέχθηκε ότι ήταν μέλος της ΣΕΚ και ότι πλήρωνε συντεχνιακή συνδρομή, εν τούτοις όταν του υποδείχθηκε η ΣΣΕ και του υπεβλήθη ότι αφορά όλα τα μέλη της ΣΕΚ που εργοδοτούνται από την Καθ' ης η αίτηση, ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν του κοινοποιήθηκε για να γνωρίζει τι λέει. Δεν διαφώνησε ότι τον Ιανουάριο 2015 ενέγραψαν μαζί με τον κ. Ιωάννου την εταιρεία G.C.MPOWER της οποίας είναι μέτοχοι και αξιωματούχοι και η οποία ασχολείται με επιδιορθώσεις αυτοκινήτων από τη σύσταση της. Αναγνωρίζοντας το προφίλ του στο Facebook όπου αναρτάται διαφημιστικό της εταιρείας με αυτοκίνητα BMW και MINI, ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για αναρτήσεις που έγιναν τον Μάιο 2017 και όχι κατά τον επίδικο χρόνο. Αφού του υπεβλήθη ότι η εταιρεία από τη σύσταση της ασχολείται με επιδιορθώσεις BMW και MINI κάτι που προκύπτει από τα διαφημιστικά, τις φωτογραφίες και την εμπειρία των ιδίων σ' αυτές τις μάρκες, ανέφερε ότι η εταιρεία ασχολείται με οποιανδήποτε τύπο και μάρκα αυτοκινήτων. Θεώρησε ότι στον ελεύθερο του χρόνο δεν είχε κάποια δέσμευση, ούτε υπέγραψε κάποια συμφωνία που να του απαγορεύει να παρέχει τέτοιου είδους εργασίες που δεν θεωρούσε ανταγωνιστικές. Περαιτέρω ενώ παραδέχθηκε ότι διατηρούσε άψογες σχέσεις με τους προϊσταμένους του, εντούτοις επέμενε ότι δέχθηκε πιέσεις και απειλές για να παιδιά και την οικογένεια του να υπογράψει τη παραίτηση του και από φόβο το έκανε. Ενώ επέμενε ότι η Καθ' ης αίτηση γνώριζε για την ύπαρξη της εταιρείας από την αγορά εξαρτημάτων και τα τιμολόγια που είχε εκδώσει, εντούτοις συμφώνησε ότι ποτέ δεν έλαβε τη συγκατάθεση της Καθ' ης αίτηση για διατήρηση συνεργείου και ούτε την ενημέρωσε για την ύπαρξη του με αποτέλεσμα η Καθ' ης αίτηση να μην γνωρίζει για την άλλη απασχόληση του. Ο κ. Γ. Ιωάννου, με τη γραπτή δήλωση του (Τεκ.Β), ανέφερε ότι με τον Αιτητή υπήρξαν συνάδελφοι, μηχανικοί στο συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων της Καθ' ης αίτηση στη Βιομηχανική Περιοχή Στροβόλου. Ισχυρίστηκε ότι η απασχόληση του Αιτητή άρχισε το 2003 και ότι η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε και γνωρίζει πως τόσο οι ίδιοι όσο και άλλοι υπάλληλοι της απασχολούνται ιδιωτικά κατά τον ελεύθερο τους χρόνο. Ισχυρίστηκε ότι και ο ίδιος δέχθηκε τις ίδιες πιέσεις όπως και ο Αιτητής για να υποβάλει παραίτηση. Ότι στις 21.1.2016 του παραδόθηκε επιστολή στην οποία προβάλλονταν διάφοροι ισχυρισμοί ότι δήθεν ασκούσε ανταγωνιστική εργασία και καλείτο να δώσει τις δικές του εξηγήσεις μέσα σε 24 ώρες. Ζητώντας περαιτέρω χρόνο του δόθηκε παράταση μέχρι τις 25.1.2016 οπότε και τερματίστηκε η απασχόληση του με σχετική επιστολή. Είναι η θέση του ότι τα όσα προβάλλει η Καθ' ης η αίτηση δεν είναι αληθή καθώς οι ίδιοι εκτελούσαν τις ιδιωτικές τους εργασίες και επιδιορθώσεις αυτό-κινήτων στον ελεύθερο τους χρόνο και εν πάση περιπτώσει σε μη εργάσιμες ώρες. Επίσης δεν ασκούσαν ανταγωνιστική εργασία. Αντεξεταζόμενος αναγνώρισε ότι βάσει της ΣΣΕ γίνονταν αποκοπές από τον μισθό του για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και για συντεχνιακή συνδρομή στη ΣΕΚ της οποίας ήταν μέλος. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι δεν υπέγραψε καμία σύμβαση που να του απαγορεύει να κάνει κάτι δικό του. Επίσης, δεν συνέστησε κάποια ανταγωνιστική εταιρεία που μπορεί να ανταγωνιστεί την Καθ' ης η αίτηση και ότι διατηρούσε μαζί με τον Αιτητή συνεργείο και πριν τη σύσταση της εταιρείας επιδιορθώνοντας όλες τις μάρκες αυτοκινήτων. Ο κ. Χρ. Παπακώστα ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Τμηματάρχης της Καθ' ης η αίτηση και ο άμεσα προϊστάμενος του Αιτητή. Ισχυρίστηκε ότι προέβη στην κατατεθείσα από μέρους του γραπτή δήλωση (Τεκ.Γ) επειδή ως άμεσα προϊστάμενο του Αιτητή, είχε αναλάβει να μιλήσει με τον ίδιο σε σχέση με την παράλληλη απασχόληση του και είναι γνώστης των συνθηκών που περιβάλλουν την οικειοθελή παραίτηση του. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε ως μηχανικός αυτοκινήτων στο τμήμα BMW-MINI στις 2.10.
  4. Στις 31.3.2013 η απασχόληση του διεκόπη και επαναπροσλήφθηκε στην ίδια θέση την 1.1.
  5. Επίσης ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του ήταν μέλος της ΣΕΚ και η απασχόληση του διεπόταν από ΣΣΕ που υπεγράφη μεταξύ της ΟΒΙΕΚ (ΣΕΚ) και του Συνδέσμου Εισαγωγέων Μηχανοκινήτων Οχημάτων («ΣΕΠΟ») της οποίας η Καθ' ης η αίτηση είναι μέλος. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω ΣΣΕ και του συνημμένου μνημονίου, η απασχόληση σε άλλο εργοδότη του ιδίου κλάδου ή σε άλλη ανταγωνιστική εταιρεία απαγορεύεται αυστηρώς. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τον Ιανουάριο του 2016, ο γενικός διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση κ. Λ. Χατζηβασιλείου πληροφορήθηκε από εξωτερικό συνεργάτη ότι ο Αιτητής και ο Γ. Ιωάννου διατηρούσαν συνεργείο επιδιόρθωσης αυτοκινήτων με την ονομασία "G.C. MPOWER LTD" που ασχολείτο κυρίως με επιδιορθώσεις αυτοκινήτων BMW και MINI. Την εν λόγω πληροφορία επιβεβαίωσε μετά από σχετική έρευνα στην ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών όπου διεφάνη ότι ο Αιτητής και ο κ. Ιωάννου ήταν όντως αξιωματούχοι και μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας που είχε συσταθεί από τις 16.1.
  6. Σημείωσε ότι από το όνομα ήταν εξόφθαλμο ότι η εν λόγω εταιρεία ασχολείτο με BMW αφού η λέξη "MPOWER" στη ονομασία της εταιρείας αναφέρεται στην κατηγορία σπορ αυτοκινήτων BMW καθώς το γράμμα "M" της BMW προέρχεται από τη λέξη "Motorsport" που υποδηλώνει τα σπορ οχήματα. Τα πιο πάνω εξήγησαν και στον κ. Κασιούρη ο οποίος τους ανέφερε ότι με βάση την ΣΣΕ και το μνημόνιο, ανταγωνιστική εργασία εν αγνοία των εργοδοτών απαγορεύεται αυστηρά. Αναφερόμενος στις συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι στις 20.1.2016, με οδηγίες του κ. Χατζηβασιλείου κάλεσε τον Αιτητή στο γραφείο του και στην παρουσία του κ. Α. Ανδρέου διευθυντή του συνεργείου της Καθ' ης η αίτηση, αφού του υπέδειξε την έρευνα του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με τη συσταθείσα εταιρεία, αυτός παραδέχθηκε αμέσως την ύπαρξη του συνεργείου και τη σύσταση της εταιρείας από το 2015 που άρχισαν να επιδιορθώνουν αυτοκίνητα BMW και MINI. Αντιλαμβανόμενος δε τη σοβαρότητα του παραπτώματος του, πρότεινε από μόνος του να παραιτηθεί υποβάλλοντας γραπτώς την οικειοθελή παραίτηση του. Ισχυρίστηκε ότι η συζήτηση έγινε σε ήρεμο και φιλικό τόνο ένεκα της καλής και επαγγελματικής σχέσης που είχαν, αρνούμενος ότι πίεσαν ή απείλησαν τον Αιτητή με οποιοδήποτε τρόπο ή του υπέδειξαν τι να γράψει στο χαρτί. Αντίθετα με τις θέσεις του Αιτητή, ισχυρίστηκε ότι κανένα μέλος της διεύθυνσης της Καθ' ης η αίτηση δεν γνώριζε προηγουμένως για τη σύσταση της εταιρείας, τις εργασίες που διεξήγαγε ή την εμπλοκή του Αιτητή και του κ. Ιωάννου σ' αυτή. Ότι η εν λόγω εταιρεία δεν υπήρξε πελάτης της Καθ' ης η αίτηση και ούτε υπήρξε μερίδα καταχώρησης στο όνομα της εν λόγω εταιρείας. Από τα τιμολόγια δε (Τεκ.7) που παρουσίασε ο Αιτητής, φαίνεται ότι η αγορά έγινε σε μετρητά και καταχωρήθηκαν στο σύστημα κάτω από τον λογαριασμό "NICCASH" που διατηρείται για μη σταθερούς πελάτες. Αποτελούν δε τρία τιμολόγια από τον μεγάλο αριθμό τιμολογίων που εκδίδονται κάθε χρόνο και των οποίων η ύπαρξη δεν αποδεικνύει γνώση ή συγκατάθεση εκ μέρους της Καθ' ης αίτηση. Επίσης η αγορά εξαρτημάτων εκ μέρους των μηχανικών δεν αποτελεί σπάνιο αλλά συχνό φαινόμενο. Ισχυρίστηκε ότι οι εργασίες που διεξήγαγε η εν λόγω εταιρεία ήταν ανταγωνιστικές γεγονός που προκύπτει μεταξύ άλλων από το όνομα της εταιρείας, τη μακροχρόνια πείρα του Αιτητή και του κ. Ιωάννου στα αυτοκίνητα μάρκας BMW και MINI και από τα διαφημιστικά - φωτογραφίες που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τις αυτοτελείς αξιώσεις του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι στις 29.1.2016 εκδόθηκε σχετική απόδειξη απολαβών (payslip) όπως και επιταγή για το ποσό των €497,37 που αφορούσε δεδουλευμένα ημερομίσθια του Αιτητή για τον Ιανουάριο 2016, αναλογία 13ου μισθού και ετήσιας άδεια, τα οποία ο Αιτητής, ενώ κλήθηκε, δεν προσήλθε να τα παραλάβει. Αντεξεταζόμενος, απέρριψε τη θέση της άλλης πλευράς ότι το κείμενο της παραίτησης που υπέγραψε ο Αιτητής του το είχε υπαγορεύσει ο Δ. Δημητρίου, ισχυριζόμενος ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν παρευρέθηκε στη συνάντηση. Ότι παρόντες ήταν ο ίδιος και ο κ. Ανδρέου και σε κάποιο στιγμή, προτού αποχωρήσει ο Αιτητής, κλήθηκε ο κ. Πάμπο Χαραλάμπους για να παραλάβει κάποια εργαλεία που ανήκαν στην Καθ' ης αίτηση. Επέμενε ότι ουδεμία απειλή και ουδεμία πίεση ασκήθηκε στον Αιτητή για να υπογράψει την παραίτηση του και ότι ο ίδιος θεληματικά υπέβαλε την παραίτηση του για το καλό όλων. Σε νέα υποβολή ότι το 2013 ο Αιτητής δεν παραιτήθηκε αλλά μετακινήθηκε στην Nissan, ο μάρτυρας αρκέστηκε να πει ότι ο Αιτητής μετακινήθηκε για να μην απολυθεί και ότι επρόκειτο για νέα απασχόληση σε άλλη εταιρεία και όχι στην Καθ' ης η αίτηση. Ο κ. Γ. Κασιούρης, με τη γραπτή δήλωση του (Τεκ.Δ), επιβεβαίωσε ουσιαστικά τα όσα ο πρώτος μάρτυρας για την Καθ' ης η αίτηση κατέθεσε στο Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε ότι η Καθ' ης αίτηση είναι μέλος της ΣΕΜΟ και ότι μεταξύ αυτής και των συντεχνιών ΟΒΙΕΚ-ΣΕΚ και ΠΕΟ υπεγράφη η ΣΣΕ, οι όροι της οποίας καλύπτουν όλους τους εργατοϋπαλλήλους που απασχολούνται σε επιχειρήσεις - μέλη της ΣΕΜΟ (Τεκ.21). Ο Αιτητής ενόσω εργαζόταν στην Καθ' ης η αίτηση ήταν μέλος της ΣΕΚ και η εργοδότηση του διεπόταν από την εν λόγω ΣΣΕ. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής γνώριζε για την ύπαρξη και τους όρους της ΣΣΕ, καθώς κάθε νέο μέλος που εγγράφεται στη ΣΕΚ, ενημερώνεται για τη ΣΣΕ που διέπει την εργοδότηση του όπως και για τις διάφορες αποκοπές που θα γίνονται από τον μισθό του σύμφωνα με τις πρόνοιες της. Αντίγραφο της ΣΣΕ είναι επίσης αναρτημένο στο χώρο εργοδότησης του κάθε μέλους και ή στον εκάστοτε τοπικό επίτροπο του χώρου εργοδότησης. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε επικοινωνία και συνάντηση που είχε με τους κ.κ. Παπακώστα και Χατζηβασιλείου, οι οποίοι τον ενημέρωσαν για τα όσα είχαν προκύψει με τον Αιτητή και τον κ. Ιωάννου. Ο ίδιος δε, τους εξήγησε ότι σύμφωνα με τους όρους της ΣΣΕ και το συνημμένο μνημόνιο, απασχόληση σε άλλο εργοδότη του ιδίου κλάδου ή σε άλλη ανταγωνιστική εταιρεία, για την οποία η Καθ' ης αίτηση δεν γνώριζε και δεν συγκατατέθηκε, απαγορεύεται αυστηρώς. Τα εν λόγω πρόσωπα τον ενημέρωσαν επίσης ότι θα καλούσαν τον Αιτητή να ακούσουν τις θέσεις του και ότι στη συνέχεια τον πληροφόρησαν ότι παραδέχθηκε αμέσως τα όσα του καταλόγισαν και υπέβαλε παραίτηση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τα μέλη της ΣΕΜΟ ακολουθούν εδώ και δεκαετίες τη ΣΣΕ που υπογράφηκε από τον Πρόεδρο και τα μέλη του συνδέσμου και τις συντεχνίες ενώπιον της ΟΕΒ και ότι ο ίδιος από τη θέση που κατέχει ήταν και παραμένει μέλος των διαπραγματεύσεων. Επίσης ότι η εν λόγω ΣΣΕ αφορούσε και τον Αιτητή καθώς η συντεχνία έχει την υπογραφή και εξουσιοδότηση όλων των μελών της να τους εκπροσωπούν στις διαπραγματεύσεις ή στον εργοδότη τους. Ανάλυση Με ουσιαστικό υπόβαθρο την εισήγηση ότι με την υπογραφή της χειρόγραφης δήλωσης (Τεκ.5), ο Αιτητής υπέβαλε οικειοθελώς την παραίτηση του και ότι δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τη θέση του ότι δέχθηκε πιέσεις και απειλές από τους Εργοδότες να υπογράψει την παραίτηση του, η ευπαίδευτη συνήγορος για την Καθ' ης η αίτηση εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του Αιτητή είναι αναξιόπιστη και κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί στο σύνολο της τη μαρτυρία που προσέφερε η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση. Αναπτύσσοντας δε τη νομική διάσταση της υπόθεσης, έθεσε ότι ο Αιτητής εγκαταλείποντας οικειοθελώς την εργασία του δεν δικαιούται στη διεκδίκηση οποιωνδήποτε αποζημιώσεων. Περαιτέρω υποστήριξε ότι σε κάθε περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση είχε λόγο να τερματίσει την απασχόληση του Αιτητή λόγω της ανάρμοστης συμπεριφοράς του να προβεί στην εκτέλεση πράξεων ανταγωνισμού σε βάρος των Εργοδοτών του. Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή, αφού ανέλυσε τη σχετική μαρτυρία, κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί ως αξιόπιστη αυτή της πλευράς του Αιτητή και να καταλήξει σε ευρήματα ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση χωρίς να του δοθεί το δικαίωμα ανάπτυξης των δικών του θέσεων και χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε έρευνα που να επιβεβαιώνει τα όσα του αποδίδονταν για ενάσκηση ανταγωνιστικών εργασιών. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, ο μονομερής τερματισμός της εργασιακής σχέσης ασκείται με απευθυντέα δήλωση με την οποία το ένα εκ των μερών εκφράζει τη βούληση του να λύσει μονομερώς την εργασιακή σχέση. Η δήλωση βούλησης δύναται να είναι γραπτή, προφορική ή σιωπηρή, δηλαδή να συνάγεται μέσα από ορισμένη συμπεριφορά, εφόσον αυτή αντικειμενικά εκτιμώμενη, έχει αξία δήλωσης. Από τη δήλωση πρέπει να προκύπτει σαφώς η βούληση για μονομερή λύση της εργασιακής σχέσης έτσι ώστε να μη μένει στο άλλο μέρος αμφιβολία ως προς τη λύσης της. Στις περιπτώσεις όπου αμφισβητούνται οι συνθήκες κάτω από τις όποιες τερματίστηκε η εργασιακή σχέση το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει εάν και κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης τα όσα λέχθηκαν και ή διαδραματίστηκαν τη δεδομένη στιγμή επιδέχονται τέτοιας ερμηνείας που να οδηγούν σε εύλογο συμπέρασμα για απόλυση ή οικειοθελή αποχώρηση από τον εργοδοτούμενο. Στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) ΑΑΔ 98, 103, η εφεσίβλητη (αιτήτρια) κατά το πέρας της εργασίας της προέβη σε έλεγχο της ταμειακής κατάστασης και ανεύρε ότι έλειπε ποσό ΛΚ10 το οποίο συμπλήρωσε με δικά της χρήματα. Την επαύριον η συνάδελφος της την πληροφόρησε ότι είχε πλεόνασμα ΛΚ10 το οποίο της επέστρεψε. Μετά το επεισόδιο αυτό ασκήθηκε στην εφεσίβλητη σοβαρή πίεση από την εφεσείουσα (εργοδότρια εταιρεία) να υποβάλει την παραίτηση από την εργασία της. Η πίεση συνίστατο σε απειλές ότι θα καταγγελλόταν για οικειοποίηση του ποσού των ΛΚ10, πράγμα που συνιστούσε σοβαρό ποινικό αδίκημα, και ότι σε περίπτωση τέτοιας καταγγελίας η φήμη της θα αμαυρωνόταν ανεξάρτητα από την έκβαση της ποινικής υπόθεσης. Επιπλέον της αναφερόταν ότι σε τέτοια περίπτωση η προοπτική απασχόλησης της σε άλλες ξενοδοχειακές μονάδες θα μειωνόταν σημαντικά. Μέσα από τις πιέσεις αυτές η εφεσίβλητη παραιτήθηκε τελικά από τη θέση της στα πλαίσια διακανονισμού με την εφεσείουσα να μην δοθεί συνέχεια στην υπόθεση. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών βρήκε ότι η διαγωγή της εφεσείουσας ήταν τέτοια ώστε η παραίτηση της εφεσίβλητης να μην είναι οικειοθελής αλλά να ισοδυναμεί με παράνομη απόλυση της, σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Νόμου. Στην απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου...». Αποτελεί εξυπακουόμενο όρο της σύμβασης εργασίας ότι η κάθε πλευρά δεν πρέπει να ενεργεί με τρόπο που να βλάψει το κλίμα της μεταξύ τους αμοιβαίας πίστης και εμπιστοσύνης (mutual trust and confidence). Κατά συνέπεια, η δυνατότητα που έχει ο εργοδότης δυνάμει των όρων που προβλέπονται στη σύμβαση εργασίας, πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και εμπιστοσύνης που διέπουν τέτοιες συμβάσεις. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Union of Construction Allied Trades and Technicians v. Brian
(1980)I.R.L.R. 357: "There must be considered not only the nature of the order but the circumstances surrounding the giving of the order ... And also the reason for not carrying out the order." Συνεπώς όταν οι ενέργειες του εργοδότη τείνουν να καταστρέψουν την αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη σε βαθμό που να καθίσταται αδύνατη η συνέχιση της εργασιακής σχέσης, τότε ο εργοδοτούμενος μπορεί να παραιτηθεί και να ισχυριστεί ότι εξαναγκάστηκε σε παραίτηση γιατί ο εργοδότης επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το παραδεκτό πλαίσιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου (Post Office v. Robert [1980] I.R.L.R. 347). Στην υπόθεση Malik v. BCCI [1998] AC 20 αναγνωρίστηκε με σαφέστατο τρόπο, η ύπαρξη υποχρέωσης αμοιβαίας εμπιστοσύνης και καλής πίστης μεταξύ των συμβαλλόμενων σε σύμβαση εργοδότησης, με την έμφαση να δίνεται στην υποχρέωση του εργοδότη. Όπως διατυπώθηκε και επεξηγήθηκε στην εν λόγω υπόθεση και μεταγενέστερα, η εξυπακουόμενη αυτή υποχρέωση έχει ευρύτατη εμβέλεια, επιβάλλοντας στον εργοδότη όχι μόνο το καθήκον να μην προβαίνει σε ενέργειες που είναι δυσμενείς για τον εργοδοτούμενο αλλά και το θετικό καθήκον να λαμβάνει μέτρα για προστασία των συμφερόντων και δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου. Εν προκειμένω, είναι κοινή συνισταμένη των θέσεων των διαδίκων ότι στις 20.1.2016 ο Αιτητής συνέταξε και υπέγραψε χειρόγραφη δήλωση (Τεκ.5) με την οποία εξέφραζε την επιθυμία του να τερματίσει άμεσα τις υπηρεσίες του στην Καθ' ης η αίτηση. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Αιτητής υπέγραψε την εν λόγω δήλωση, με βάση και τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, αποτελούν το θεμελιώδες επίδικο ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Η αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, με σκοπό την απόληξη σε ευρήματα σε σχέση με τις συνθήκες αυτές, θα οδηγήσει και στη λύση της μεταξύ των μερών εργατικής διαφοράς. Τυχόν αποδοχή της θέσης του Αιτητή θα ανοίξει το δρόμο για διεκδίκηση αποζημιώσεων. Αντίθετα τυχόν αποδοχή της θέσης της Καθ' ης η αίτηση θα εκθεμελιώσει το βάθρο στήριξης των αξιώσεων του Αιτητή. Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον Αιτητή και τον μάρτυρα του όσο και τους μάρτυρες για την Καθ' ης η αίτηση να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προ-σαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, καθώς επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Ως προς το θεμελιώδες αυτό ζήτημα της σύνταξης και υπογραφής της δήλωσης παραίτησης (Τεκ.5), το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν όπως ο μάρτυρας της Καθ' ης η αίτηση κ. Παπακώστα κατέθεσε. Ότι δηλαδή ο Αιτητής δεν δέχθηκε καμία πίεση ή απειλή και ότι με ελεύθερη βούληση υπέγραψε τη δήλωση παραίτησης. Η μαρτυρία του ήταν θετική, φυσική και πειστική. Μολονότι αντεξετάστηκε επί μακρόν εν τούτοις η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε και παρέμεινε αξιόπιστη μέχρι τέλους. Αντίθετα, η ανάλογη μαρτυρία του Αιτητή και του μάρτυρα του κ. Ιωάννου αξιολογείται ως αναξιόπιστη, καθότι δεν πιστεύουμε να αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Κι αυτό όχι ως απόρροια της υποκειμενικής και μόνο εικόνας που σχηματίσαμε για τους εν λόγω μάρτυρες αλλά και για τους πιο κάτω λόγους: Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε απτά στοιχεία και δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε εξηγήσεις ή λεπτομέρειες που να υποστηρίζουν τη θέση του Αιτητή ότι δέχθηκε πίεση ή απειλή από τους Εργοδότες του να υπογράψει την παραίτηση του. Τα όσα ο ίδιος και ο μάρτυρας του κατέθεσαν στο Δικαστήριο αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η παραίτηση του ήταν προϊόν πίεσης και απειλής από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση. Ειδικότερα, ο Αιτητής, κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι στις 21.6.2016 κλήθηκε σε ένα γραφείο από τους κ.κ. Χρ. Παπακώστα, Α. Ανδρέου, Δ. Δημητρίου και κ. Πάμπο, οι οποίοι, χωρίς να του δώσουν την ευκαιρία να απαντήσει στις κατηγορίες που του καταλόγιζαν, άρχισαν να του επιβάλλουν και να τον εξαναγκάζουν να υπογράψει οικειοθελή παραίτηση λέγοντας του να σκεφτεί την οικογένεια και τα παιδιά του και για να μην προχωρήσει το θέμα να φύγει από μόνος του. Επίσης ότι του έδωσαν ένα χαρτί και του υπαγόρευσαν τι να γράψει και ότι από φόβο έκανε αυτό που ήθελαν. Αντεξεταζόμενος, ενώ ομολόγησε ότι διατηρούσε άψογες σχέσεις με τους προϊσταμένους του, ότι ποτέ δεν δέχθηκε παρατήρηση και ότι είχε το θάρρος να μιλήσει σ' αυτούς αν είχε κάποιο θέμα, ωστόσο στη συνέχεια επιμένοντας στην αρχική του θέση περί εξαναγκασμού του σε παραίτηση αρκέστηκε στις πιο κάτω απαντήσεις: Ερ. - Εξηγήστε τότε τι φοβηθήκατε εκείνη τη στιγμή; Απ. - Απείλησαν την οικογένεια μου. Ερ. - Πως την απείλησαν, ότι θα σκοτώσουν την οικογένεια σου; Απ. - Όχι δεν ξέρω το μέτρο που θα λάμβαναν, δεν ξέρω απ' εκεί και πέρα τον τρόπο που θα δρούσαν. Ερ. - Δηλαδή δεν καταλάβατε τι θα έκαναν αλλά φοβηθήκατε; Απ. - Όταν απειλούν την οικογένεια σου, προτεραιότητα έχει η οικογένεια σου. Όταν βάζουν τη γυναίκα, τα παιδιά και το σπίτι στο στόμα τους και την οικογένεια σου, δεν μπορώ να γνωρίζω τον τρόπο και πως θα επιδράσει αυτό το πράγμα. Τα όσα ο Αιτητής κατέθεσε σε σχέση με το θεμελιώδες αυτό ζήτημα της παραίτησης του, δεν επιβεβαιώνονται ούτε και από τη μαρτυρία του κ. Ιωάννου. Ο εν λόγω μάρτυρας, ενώ ισχυρίστηκε ότι την ίδια μέρα δέχθηκε και ο ίδιος πιέσεις, ωστόσο αντίθετα με τον Αιτητή ισχυρίστηκε ότι του είχαν έτοιμο το έντυπο και αρνήθηκε να το υπογράψει. Πέραν τούτου τίποτε το ουσιαστικό δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει τη θέση του ότι δέχθηκε και ο ίδιος ανάλογες απειλές ή πιέσεις να παραιτηθεί. Τουναντίον από την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία επιβεβαιώνεται η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι την ίδια μέρα ζητήθηκε από τον εν λόγω μάρτυρα να δώσει εντός 24 ωρών γραπτώς τις θέσεις του για όσα του καταλογίζονταν και ότι κατόπιν αιτήματος του, αφού του δόθηκε επιπλέον χρόνος για να εκθέσει τη δική του εκδοχή εντούτοις δεν απάντησε και έτσι η απασχόληση του τερματίστηκε τελικά στις 25.1.2016. Ο κανόνας είναι ότι η απόδειξη βαρύνει τον διάδικο που προβάλλει τον ισχυρισμό και όχι αυτόν που τον αρνείται. Το νομικό βάρος απόδειξης αναφέρεται στο καθήκον που έχει στο τέλος της υπόθεσης ένας διάδικος να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια συγκεκριμένων ισχυρισμών. Το βάρος της απόδειξης με την έννοια της προσαγωγής μαρτυρίας, αναφέρεται στην υποχρέωση του ενός διαδίκους να παρουσιάσει αρκετή μαρτυρία ώστε η άλλης πλευρά να κληθεί να δώσει απάντηση. Ο γενικός κανόνας είναι ότι το βάρος προσαγωγής μαρτυρίας συνήθως το φέρει αυτός που φέρει και το νομικό βάρος, δηλαδή ο διάδικος που προβάλλει τον ισχυρισμό. Ο κανόνας για το νομικό βάρος υπάρχει, γιατί εκείνος που θέτει σε κίνηση το δικαστικό μηχανισμό με όλα τα συνεπαγόμενα έξοδα και δημόσιο χρόνο έχει υποχρέωση να δικαιολογήσει την προσφυγή του αναλαμβάνοντας την αρχική ευθύνη που προϋποθέτει. (βλ. Κακογιάννης, «η Απόδειξη», παραγρ. 3-03) Όπως είπαμε και προηγουμένως στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής με την προσαχθείσα μαρτυρία δεν μπόρεσε να αποσείσει από τους ώμους του το βάρος απόδειξης που τον βάρυνε επειδή, όχι μόνο δεν επέδειξε την έλλειψη πρόθεσης δημιουργίας νομικής δέσμευσης αλλά ουσιαστικά καμία ουσιαστική μαρτυρία δεν έθεσε επί του σημείου. Όπως τονίστηκε πιο πάνω το βάρος απόδειξης ότι δεν υπήρξε πρόθεση δημιουργίας νομικής δέσμευσης βαρύνει το πρόσωπο που το ισχυρίζεται και το βάρος αυτό είναι εξαιρετικά βαρύ. Έλλειψη λοιπόν οποιασδήποτε ουσιαστικής μαρτυρίας που να υποστηρίζει τη θέση του Αιτητή, θεωρούμε ότι η υπογραφείσα δήλωση παραίτησης είναι τόσο σαφής που δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησης της. Συνεπώς ο Αιτητής δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της. Επιπρόσθετα, τόσο ο Αιτητής όσο και ο κ. Ιωάννου σε καμία περίπτωση δεν αρνήθηκαν ότι τον Ιανουάριο του 2015, ενώ εργάζονταν στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση ως μηχανικοί αυτοκινήτων, ενέγραψαν δική τους εταιρεία με την επωνυμία «G.C. MPOWER LTD» της οποίας ήταν και συνεχίζουν να είναι μέτοχοι και αξιωματούχοι. Ότι κατά τον ελεύθερο τους χρόνο, τόσο πριν όσο και μετά τη σύσταση της εταιρείας, διατηρούσαν συνεργείο και επιδιόρθωναν όλες τους τύπους και μάρκες αυτοκινήτων περιλαμβανομένων BMW και MINI. Ο Αιτητής όμως, θέλοντας να καταδείξει ότι δεν απαγορευόταν η διατηρήσει δικού του συνεργείου ή η επιδιόρθωση αυτοκινήτων κατά τον ελεύθερο του χρόνο και άρα η αποκάλυψη του δικού του συνεργείου δεν θα οδηγούσε στην οικειοθελή παραίτηση του, ισχυρίστηκε ότι η απασχόληση του στην Καθ' ης η αίτηση δεν διεπόταν από οποιαδήποτε γραπτή σύμβαση εργασίας. Από τη μαρτυρία ωστόσο που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Καθ' ης η αίτηση φαίνεται ότι η απασχόληση του Αιτητή διεπόταν από τους όρους της ΣΣΕ (Τεκ.21). Επί του εν λόγω σημείου κατέθεσε τόσο ο κ. Παπακώστας όσο και ο συντεχνιακός κ. Γ. Κασιούρης, τη μαρτυρία του οποίου χωρίς ενδοιασμό αποδέχεται το Δικαστήριο καθότι είναι πρόσωπο το οποίο κανέναν συμφέρον έχει από τη έκβαση της διαδικασίας. Πέραν τούτου δεν διεφάνη έστω και απομακρυσμένα ότι είχε οποιονδήποτε λόγο να πει ψέματα που θα στοίχιζε, όπως στοίχισε, τη δουλειά σε ένα μέλος που ο ίδιος ενέγραψε στη συντεχνία του και το οποίο επέβλεπε. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ενώ ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του, αφού του υποδείχθηκε η ΣΣΕ (Τεκ.21) προέβαλε τον ισχυρισμό ότι το εν λόγω έγγραφο ουδέποτε του κοινοποιήθηκε και ότι δεν το έχει ξαναδεί, ωστόσο δεν αρνήθηκε ότι είναι μέλος της ΣΕΚ, η οποία με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία είναι ένα από τα μέρη που υπέγραψαν για λογαριασμό των μελών τους την εν λόγω ΣΣΕ. Περαιτέρω αναγνώρισε τις αποκοπές που γίνονταν κάθε μήνα από τον μισθό του με βάση τις πρόνοιες της ΣΣΕ έστω κι αν στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τι αφορούσαν. Την ίδια στάση διατήρησε και ο κ. Γ. Ιωάννου ο οποίος αναγνώρισε ότι βάσει της ΣΣΕ γίνονταν αποκοπές από τον μισθό του για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και για συντεχνιακή συνδρομή στη ΣΕΚ της οποίας ήταν μέλος. Ισχυρίστηκε όμως ότι δεν υπέγραψε καμία σύμβαση που να του απαγορεύει να κάνει κάτι δικό του. Σε τελική ανάλυση οι απαντήσεις που έδωσε ο Αιτητής και ο μάρτυρας του αξιολογούνται ως αναξιόπιστες. Καθότι καλύπτονται από αφύσικες τοποθετήσεις και, τουλάχιστον στα σημαντικά τους μέρη, αυτοαναιρούνται. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η απασχόληση του Αιτητή στην Καθ' ης η αίτηση διεπόταν από τους όρους της ΣΣΕ (Τεκ.21) στην οποία ρητά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η απασχόληση σε άλλον εργοδότη του ιδίου κλάδου ή σε άλλη ανταγωνιστική εταιρεία απαγορεύεται αυστηρώς. Αλλά και στην περίπτωση ακόμη που η απασχόληση του Αιτητή δεν διεπόταν από την ΣΣΕ (Τεκ.21), η υποχρέωση του να μην διεξάγει ανταγωνιστικές με τον εργοδότη του εργασίες αποτελεί εξυπακουόμενο όρο που απορρέει άμεσα από το καθήκον πίστης, τιμιότητας και επιμέλειας του εργοδοτούμενου να ενεργεί κατά τρόπο που να εξυπηρετεί και να μην βλάπτει τα συμφέροντα του εργοδότη του. Σύμφωνα με τη νομολογία «η παράλληλη απασχόληση δεν είναι θεμιτή όταν ο εργοδοτούμενος προσφέρει εργασία σε ανταγωνιστές του εργοδότη, έστω κι αν δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει συγκεκριμένη ζημιά για τον κύριο εργοδότη[1]» Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2002, σελ.164: «Παράβαση της υποχρέωσης πίστης συνιστά και η ενέργεια πράξεων ανταγωνισμού σε βάρος του εργοδότη. Κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παραλείπει δραστηριότητα ή πράξεις ανταγωνιστικές προς την επιχείρηση του εργοδότη του. Η παρεπόμενη αυτή υποχρέωση απορρέει από την καλή πίστη και επομένως δεν απαιτείται να έχει συμφωνηθεί ειδικά. ................. Σε αρκετές περιπτώσεις κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης, ο εργοδότης δεν θα έχει άλλη διέξοδο από την καταγγελία. Ο εργαζόμενος που εκμεταλλεύεται την ιδιαίτερα εμπιστευτική θέση που κατέχει και υπεξαιρεί χρήματα της επιχείρησης ή προβαίνει σε πράξεις ανταγωνισμού εις βάρος του εργοδότη, κλονίζοντας έτσι ανεπανόρθωτα τη σχέση εμπιστοσύνης, δεν μπορεί να ελπίζει σε ηπιότερη μεταχείριση. Η προειδοποίηση ή οποιονδήποτε άλλο ηπιότερο από την καταγγελία μέτρο δεν αποτελούν στην περίπτωση αυτή μέσα ικανά να αποκαταστήσουν την απαραίτητη βάση εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών και επομένως η προσφυγή σ' αυτή αποκλείεται. Η διαπίστωση όμως αυτή δεν ισχύει σε κάθε περίπτωση που ως λόγος καταγγελίας προβάλλεται η παράβαση της υποχρέωσης πίστης. Δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς τη δυνατότητα, ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, αποκατάστασης της σχέσης εμπιστοσύνης που διαταράχθηκε και επομένως την ομαλή λειτουργία της σύμβασης στο μέλλον.» Στο σύγγραμμα του Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο - Εργατικές Εργασιακές Σχέσεις, 2019, σελ 619, εντοπίζουμε επίσης τα ακόλουθα: «Κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να παραλείπει, εκτός του χρόνου εργασίας, την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας, εννοείται μη ανταγωνιστικής προς αυτή του εργοδότη, εκτός αν η άσκηση της δραστηριότητας αυτής εμποδίζει την προσήκουσα εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων ή ανέλαβε σχετική συμβατική δέσμευση.» Στο σύγγραμμα επίσης του Χαρ. Γκούτου, Εργατικό Δίκαιο (Εισαγωγή, Ατομική Σχέση Εργασίας) 1999, σελ. 299, διαβάζουμε τα πιο κάτω: «Αθέμιτος ανταγωνισμός. Από σχετικές διατάξεις (ν.146/14, ΑΚ 288, 652 κ.α.) συνάγεται ότι ο αθέμιτος ανταγωνισμός του εργοδότη εκ μέρους του μισθωτού απαγορεύεται, εκτός αν ο εργοδότης τον αποδέχεται ρητώς ή σιωπηρώς. Ειδικότερα, απαγορεύεται στον μισθωτό να εργάζεται και σε άλλη επιχείρηση, ξένη ή δική του, που ανταγωνίζεται τον εργοδότη, να εξυπηρετεί δια δικό του λογαριασμό τους πελάτες του εργοδότη ή να τους παραπέμπει σε ανταγωνιστές εκείνου, να προτρέπει είτε τους πελάτες να μην συναλλάσσονται με τον εργοδότη είτε τους άλλους μισθωτούς να εγκαταλείψουν τον εργοδότη, να δυσφημεί τα προϊόντα του εργοδότη, να αποκαλύπτει τα νόμιμα απόρρητα στοιχεία της επιχείρησης κ.λ.π.» Σχετική επίσης είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Anderman, The Law of Unfair Dismissal, 3rd Edition, Butterworths, Lexis Nexis, σελ.195 την οποία παραθέτουμε: "Of course, if the employee had tendered for the future business of the employer's customers in competition with the employer that would be both a breach of the implied contractual duty to give faithful service and could be basis of dismissal for gross misconduct (Adamson v. B & L Cleaning Services Ltd [1995] IRLR 193, EAT). Moreover, where employees work for another employer in their spare time it cannot automatically be assumed that the implied term of loyal service is breached. That will always be a question of fact and depend on the actual harm to the employer (Nova Plastics Ltd v. Froggatt [1982] IRLR 146, EAT)." Με βάση τη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων, η παράλληλη απασχόληση εκτός των ωρών εργασίας δεν κλονίζει και ούτε παραβιάζει από μόνη της τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου. Ο τελευταίος έχει το δικαίωμα κατά τον ελεύθερο του χρόνο να ενεργεί κατά τη δική του βούληση, με τον σιωπηρό ωστόσο περιορισμό ότι οι πράξεις ή δραστηριότητες του δεν παρεμβαίνουν και δεν βλάπτουν τα νόμιμα επιχειρηματικά συμφέροντα του εργοδότη. Υπό διαφορετικές συνθήκες εάν η εργασία που προσφέρεται κατά τον ελεύθερο χρόνο βλάπτει άμεσα ή θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τα συμφέροντα του εργοδότη, τότε ένα δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι πρόκειται για σοβαρό παράπτωμα που δικαιολογεί απόλυση. Εφίσταται έτσι η προσοχή στους εργοδοτούμενους με σημαντικές δεξιότητες και προσόντα που απέκτησαν μέσα από την εκπαίδευση και με πρόσβαση σε απόρρητα στοιχεία της επιχείρησης, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί. Το ίδιο και οι εργοδότες θα πρέπει να εξετάζουν προσεκτικά την κάθε περίπτωση πριν λάβουν την τελική τους απόφαση, για εργασία κατά τον ελεύθερο χρόνο, που δεν βλάπτει και δεν θέτει σε κίνδυνο τα συμφέροντα της επιχείρησης. Οι εργοδότες που προχωρούν σε απόλυση με την δικαιολογία ότι η εργασία στον ελεύθερο χρόνο βλάπτει τα επιχειρηματικά συμφέροντα τους πρέπει να είναι σίγουροι. Αυτό σημαίνει ότι πριν τη λήψη της τελικής απόφαση, θα πρέπει να προβούν σε εύλογη έρευνα και να ικανοποιηθούν ως λογικοί εργοδότες ότι οι εξωτερικές δραστηριότητες απειλούν ή υπονομεύουν τα συμφέροντα τους. Στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής μαζί με τον κ. Ιωάννου ενόσω ευρίσκονταν στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση ενέγραψαν δική τους εταιρεία και διατηρούσαν δικό τους συνεργείο επιδιόρθωσης οχημάτων, μεταξύ των οποίων μάρκας BMW και MINI. Εν ολίγοις προέβαιναν σε ανταγωνιστικές πράξεις ή δραστηριότητες κατά τον ελεύθερο τους χρόνο που μπορούσαν να βλάψουν άμεσα ή να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο τα συμφέροντα της Καθ' ης αίτηση. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου δίνει επίρρωση στις θέσεις της Καθ' ης αίτηση ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή. Καθώς η ίδια δεν είχε κανένα λόγω να εξαναγκάσει τον Αιτητή σε παραίτηση, αφού τα γεγονότα της υπόθεσης από μόνα τους, παρείχαν στην ίδια το δικαίωμα να ενεργήσει ως ένας λογικός εργοδότης και να τερματίσει την απασχόληση του Αιτητή λόγω αναγνωρισμένης μορφής ασύγγνωστης συμπεριφοράς, η οποία συνδέεται άμεσα με το καθήκον πίστης, τιμιότητας και επιμέλειας του να εξυπηρετεί και να μην βλάπτει τα συμφέροντα της Καθ' ης η αίτηση. Η θέση του Αιτητή ότι η Καθ' ης η αίτηση γνώριζε για την ύπαρξη της εταιρεία και του συνεργείου, δεν επιβεβαιώνεται μέσα από την ενώπιον μας μαρτυρία. Τα Τεκ.7Α, Β και Γ που αφορούν παραγγελίες της εταιρείας από την Καθ' ης η αίτηση από μόνα τους δεν αποτελούν επαρκή μαρτυρία για την απόδειξη τέτοιου ισχυρισμού. Οι εξηγήσεις δε που έδωσε ο κ. Παπακώστας ήταν ικανοποιητικές για να θέσουν σε αμφιβολία την ισχνή μαρτυρία του Αιτητή και του μάρτυρα του. Ειδικότερα ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο ότι η εταιρεία δεν ήταν πελάτης της Καθ' ης η αίτηση και δεν υπήρχε καταχωρημένη μερίδα στο όνομα της. Επίσης ότι οι επικαλούμενες από τον Αιτητή αγορές έγιναν σε μετρητά και καταχωρήθηκαν κάτω από τον λογαριασμό "NICCASH" που είναι ένας γενικός λογαριασμός για μη σταθερούς πελάτες. Εξήγησε επίσης ότι τα Τεκ.7Α, Β και Γ είναι τρία από τα χιλιάδες τιμολόγια που εκδίδει η Καθ' ης η αίτηση και δεν θα προσέλκυαν την προσοχή της διεύθυνσης ως κάτι μεμπτό. Καταλήγουμε ότι ο Αιτητής δεν εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και ότι οικειοθελώς τερμάτισε την απασχόληση του στην Καθ' ης η αίτηση. Για τις υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή που αφορούν ημερομίσθια, 13ο μισθό και αναλογία ετήσιας άδειας, η Καθ' ης αίτηση δεν αμφισβήτησε ότι οφείλει στον Αιτητή το συνολικό πόσο των €497,37 για το οποίο εκδόθηκε επιταγή την οποία ο Αιτητής παρέλειψε να παραλάβει. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση για το ποσό των €497,37 ως οι παρ. Γ, Δ, Ε των αξιώσεων του, με νόμιμο τόκο από 16.5.2016 μέχρι τελικής εξόφλησης. Οι αξιώσεις του Αιτητή που αφορούν αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και πληρωμή αντί προειδοποίηση απορρίπτονται. Μέρος των εξόδων ανερχόμενα στο ποσό των €1.200 επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή πλέον νόμιμο τόκο πλέον Φ.Π.Α. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ντ. Ντεμιρτζιάν, Μέλος Α. Παναγής, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Π. Πολυβίου, «Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη», σελ. 252 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.