← Κύπρος

ΜΙΧΑΗΛ ΤΥΛΛΗ ν. ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Υπόθεσης: 428/2021, 13/2/2023

ΜΙΧΑΗΛ ΤΥΛΛΗ ν. ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Υπόθεσης: 428/2021, 13/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2023:11 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Λάμπρου και Α. Τραχανά, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 428/2021 ΜΕΤΑΞΥ: ΜΙΧΑΗΛ ΤΥΛΛΗ Αιτητής -και- ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 13η Φεβρουαρίου, 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή: κ. Κλεόπας Στυλιανού για Ευθύμιος Ιωσήφ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χρίστος Γεωργίου για Ιωαννίδης & Δημητρίου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Σε αίτηση δια κλήσεως υπό της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 8.3.2022 Η παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς (στο εξής «η Αίτηση») καταχωρήθηκε στις 29.12.

  1. Με αυτή ο Αιτητής εξαιτείται εναντίον της Καθ' ης η αίτηση τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Αποζημίωση για παράνομο και/ή αυθαίρετο και/ή αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης του. Β. Αποζημίωση για πληρωμή αντί προειδοποιήσεως. Γ. Δεδουλευμένο επίδομα κερδοφορίας επί του κέρδους που αναλογεί στους μετόχους της Καθ' ης η Αίτηση στη βάση του δηλωμένου κέρδους της σύμφωνα με τις οικονομικές της καταστάσεις για το έτος
  2. Δ. Νόμιμο Τόκο επί των ανωτέρω. Ε. Οποιοδήποτε διάταγμα ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Στ. Έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α. Όπως προκύπτει από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, η Καθ' ης η αίτηση είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένη ευθύνης, ασχολούμενη, μεταξύ άλλων, με την άσκηση και παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών. ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση από το
  3. Με επιστολή ημερ. 26.1.2021 η Καθ' ης αίτηση ενημέρωσε τον Αιτητή ότι η σύμβαση εργοδότησης του έληγε στις 31.12.2020 και με τον τερματισμό της δεν θα ανανέωνε την εργοδότηση του. Είναι η θέση του Αιτητή, ότι η συμφωνία εργοδότησης του τερματίστηκε μονομερώς, αυθαίρετα, αναιτιολόγητα και καταχρηστικά από την Καθ' η αίτηση, η οποία χωρίς να του παραχωρήσει οποιαδήποτε νόμιμη προειδοποίηση ή οποιαδήποτε εναλλακτική λύση, αποφάσισε τη μη συνέχιση της συμφωνίας, χωρίς προειδοποίηση και χωρίς εύλογη, δικαιολογημένη ή νόμιμη αιτία. Συνεπεία δε της παράνομης απόλυσης του, έχει απολέσει την εργασία του και τις προοπτικές καριέρας και ανέλιξης του, παραμένοντας άνεργος μέχρι σήμερα με σοβαρές οικονομικές ζημιές, απώλειες και ταλαιπωρίες. Την ίδια μέρα ο Αιτητής καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αγωγή αρ. 3648/2021, αξιώνοντας εναντίον της Εναγομένης (Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα Αίτηση) και δύο άλλων φυσικών προσώπων, τα ακόλουθα: Α Απόφαση και/ή διαζευκτικά δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι τερμάτισαν παράνομα την εργοδότηση του Ενάγοντα. Β. Γενικές αποζημιώσεις για τις απώλειες που υπέστη ο Ενάγοντας σε σχέση με την προοπτική καριέρας και εργοδότησης του (Expectation Loss). Γ. Γενικές αποζημιώσεις για απώλεια εισοδημάτων και αναμενόμενων εισοδημάτων μέχρι και τα 65 τουλάχιστον χρόνια του Ενάγοντα που θα αφυπηρετούσε. Δ. Αποζημιώσεις 4 χιλιάδων ευρώ περίπου για τις δεδουλευμένες προμήθειες του για το έτος
  4. Ε. Απόφαση και/ή διαζευκτικά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται το δικαίωμα του Ενάγοντα στις προμήθειες που αντιστοιχούν από τα ασφαλιστικά συμβόλαια των πελατών του. Στ. Γενικές αποζημιώσεις για τις απώλειες που υπέστη ο Ενάγοντας σε σχέση με την προοπτική καριέρας και εργοδότησης του (Expectation Loss). Γενικές αποζημιώσεις για την απώλεια της αξίας της περιουσίας του Ενάγοντα που επένδυσε στην Εναγόμενη 1 μέσω της ανακεφαλαιοποίησης το 2018 στην οποία προχώρησε με την προοπτική της παραμονής του στην Εναγόμενη 1 μέχρι και την αφυπηρέτηση του. Ζ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Η. Νόμιμους Τόκους. Θ. Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α. Στο κύριο μέρος της έκθεσης απαίτησης ο ενάγων (εδώ ο Αιτητής) αναφέρεται μεταξύ άλλων στους όρους εργοδότησης του και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του. Ισχυρίζεται δε ότι ο εν λόγω τερματισμός είναι παράνομος και αντικανονικός και ότι του έχει δημιουργήσει ζημιές και απώλειες. Στην προσπάθεια του να εξεύρει άλλη επικερδή απασχόλησης κατέστη αδύνατο καθώς άλλες ασφαλιστικές εταιρείες είναι διστακτικές στην εργοδότηση του με αποτέλεσμα μέχρι σήμερα να παραμένει άνεργος. Συνεπεία της ως άνω κακόπιστης, παράνομης αντικανονικής συμπεριφοράς και πράξεων των Εναγομένων (εδώ της Καθ' ης η αίτηση και δύο άλλων φυσικών προσώπων) απώλεσε την εργασία του και τις προοπτικές καριέρας και ανέλιξης του, με αποτέλεσμα μέχρι σήμερα να παραμένει άνεργος και να έχει υποστεί οικονομικές ζημιές, απώλειες και ταλαιπωρίες. Αντίγραφο της εν λόγω αγωγής μαζί με την έκθεση απαίτησης επισυνάπτονται ως Τεκ. 1 στην υπό εξέταση αίτηση. Συνιστούν δε στέρεο υπόβαθρο γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο δύναται να στηριχθεί προς εξέταση του εγειρόμενου ζητήματος. Να σημειωθεί ότι στην παράγραφο 21 των γενικών λόγων της Αίτησης αναφέρεται ρητά ότι «ο Αιτητής έχει καταχωρήσει αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αιτούμενος αποζημιώσεις για την απώλεια της καριέρας του». Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση («η αίτηση») η Καθ' ης η αίτηση αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή (strike out) και/ή ακύρωση και/ή απόρριψη και/ή παραμερισμός (set aside) της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης καθότι αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of process) και/ή κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών λόγω του ότι η παρούσα αίτηση έχει το ίδιο αντικείμενο και/ή βασίζεται στα ίδια γεγονότα με την αγωγή αρ. 3648/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Β. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης της ανωτέρω παραγράφου (Α), διάταγμα διά του οποίου να αναστέλλεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση και/ή οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής αρ. 3648/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου λόγω του ότι η παρούσα αίτηση έχει το ίδιο αντικείμενο και/ή βασίζεται στα ίδια γεγονότα με την αγωγή αρ. 3648/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και/ή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Γ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα πλέον Φ. ΠΑ. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν η σύμφυτη και/ή εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου (inherent jurisdiction), τα άρθρα 2, 3, 5, 9, 11 και 30

(1)
(2)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/1967), τα άρθρα 2 και 12
(1)του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου (Ν.8/1967), οι Κ.2, Κ.12 και Κ.17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού (1/1999), ο περί Δικαστηρίων Νόμος Ν.14/60, το άρθρο 30 του Συντάγματος, οι Δ.23, Δ.27 θ.3, Δ.29, Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 8, 9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι αρχές του κοινοδικαίου (common law) και της επιείκειας, καθώς επίσης και η πάγια νομολογία και/ή οποιαδήποτε άλλη καθοδηγητική νομολογία των Δικαστηρίων. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Ραφαέλας Αντρέου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ, δικηγόρων της Καθ' ης η αίτηση, στην οποία αποκαλύπτονται τα ακόλουθα: Ότι ο Αιτητής εγείροντας τα ίδια γεγονότα και βασισμένος στην ίδια γενεσιουργό αιτία των αξιώσεων του, ήτοι αυτή του τερματισμού της απασχόλησης του, έχει προβεί στην καταχώρηση δύο παράλληλων διαδικασιών ήτοι της αγωγής αρ. 3648/2021 και της Αίτησης αρ. 428/2021, οι οποίες εδράζονται επί πανομοιότυπων γεγονότων και ισχυρισμών και οι οποίες αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, ήτοι την επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του. Ότι ο Αιτητής θα μπορούσε να προωθήσει όλες τις επιζητούμενες αξιώσεις του με την αγωγή 3648/2021 και ότι η καταχώρηση της Αίτησης 428/2021 αποτελεί διαδικασία ανεπίτρεπτη, αντικανονική και καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας καθώς η εν λόγω Αίτηση αποβλέπει ουσιαστικά στην εξασφάλιση ενός παράλληλου πλεονεκτήματος με τη μορφή ενός πρόσθετου ενδίκου μέσου. Εξ όσων γνωρίζει και έχει ενημερωθεί από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, τόσο η Αίτηση όσο και η αγωγή έχουν καταχωρηθεί στις 29.12.
  1. Είναι ωστόσο η θέση της πως το ότι δεν εντοπίζεται στην αγωγή η οποιαδήποτε αναφορά για καταχώρηση της Αίτησης στο παρόν Δικαστήριο, σε συνάρτηση με τα όσα αναφέρονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης ότι «έχει επίσης καταχωρήσει αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, αιτούμενος αποζημιώσεις για την απώλεια της καριέρας του», κατατάσσει την Αίτηση 428/2021 ως τη μεταγενέστερη διαδικασία και ως εκ τούτου τη διαδικασία που το Δικαστήριο θα πρέπει να εμποδίσει την περαιτέρω προώθηση της. Η ενέργεια δε του Αιτητή να καταχωρήσει την αγωγή 3648/2021 συνεπάγεται πως αυτός έχει παραιτηθεί της οποιασδήποτε προστασίας του παρέχει η κείμενη εργατική νομοθεσία και επέλεξε όπως τα οποιαδήποτε δικαιώματα του προκύπτουν από τον τερματισμό της απασχόλησης του διαγνωστούν στη βάση άλλων αρχών δικαίου, διεκδικώντας αποζημιώσεις υψηλότερες απ' αυτές που το παρόν Δικαστήριο θα μπορούσε να του επιδικάσει. Ως εκ τούτου εισηγείται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, για τους λόγους που έχει εξηγήσει και λόγω του ότι η έκδοση τους δεν θα επιφέρει την οποιαδήποτε παρεμπόδιση ή απαγόρευση στον Αιτητή να αξιώσει τις επιζητούμενες θεραπείες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή η οποία φέρει ως νομική βάση τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο (Ν.24/1967), τον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο (Ν.8/1967), τον περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό 1999 και ειδικότερα τους Κανονισμούς 2, 12 και 17, τον περί Δικαστηρίου Νόμο (Ν. 14/1960), τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, 29, 48 και 64, τη σχετική επί του θέματος νομολογία, τη Διακριτική Ευχέρεια και Συμφυή Εξουσία του Σεβαστού Δικαστηρίου και πάντοτε τα πλαίσια των σχετικών προνοιών του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  2. Η υπό ένσταση ενδιάμεση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αστήρικτη αφού από τα ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου δεδομένα, η Κυρίως Αίτηση περιέχει και οριοθετεί εργατική διαφορά εντός των πλαισίων και δικαιοδοσίας που καθορίζει η σχετική νομοθεσία, η οποία οφείλεται να καταχωριστεί στο ως άνω Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών το οποίο και έχει τη δικαιοδοσία να την εκδικάσει, εντός των πλαισίων παροχής αποζημιώσεων που του παρέχει η σχετική νομοθεσία.
  3. Η υπό ένσταση ενδιάμεση αίτηση ουσιαστικά αφορά, ισχυρίζεται και θεωρεί ότι το περιεχόμενο της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου υπ' αριθμό 3648/2021 αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και όχι το περιεχόμενο της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτησης και συνεπώς η παρούσα ενδιάμεση αίτηση θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί και να εξεταστεί στα πλαίσια της ως άνω αναφερόμενης αγωγής και όχι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης.
  4. Η υπό ένσταση ενδιάμεση αίτηση δεν αποκαλύπτει λόγο γιατί η ως άνω κυρίως αίτηση θα πρέπει να ανασταλεί ή να παραμεριστεί προς όφελος και/ή αντί της αναφερόμενης αγωγής.
  5. Η ως άνω Καθ' ης η Αίτηση, με την υπό ένσταση αίτηση ουσιαστικά καλεί το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να ερμηνεύσει πρόνοιες και περιεχόμενο αγωγής Επαρχιακού Δικαστηρίου, ώστε να αποφανθεί και να αποφασίσει επί των αιτούμενων διαταγμάτων, κάτι που προφανώς το ως άνω Δικαστήριο ούτε εξουσία αλλά ούτε και ευχέρεια διαθέτει. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών καλείται να αποφανθεί επί Εργατικής Διαφοράς και να αποδώσει αποζημίωση ή άλλη θεραπεία εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας αν θεωρήσει ότι από τα ενώπιον του γεγονότα ενδείκνυται. Δεν θα μπορούσε να εξετάσει και ερμηνεύσει το περιεχόμενο άλλης διαδικασίας σε άλλη δικαιοδοσία, για να αποφανθεί αν η ενώπιον του υπόθεση αποτελεί κατάχρηση.
  6. Η αγωγή 3648/2021 δεν είναι υπό εκδίκαση στην παρούσα δικαιοδοσία και ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και προφανώς το εν λόγω δικαστήριο δε θα μπορούσε να αποφανθεί επί της βάσης αγωγής της και επί της θεραπείας που απαιτείται στην αγωγή. Με την υπό ένσταση αίτηση καλείται, λανθασμένα το σεβαστό δικαστήριο να αποφανθεί επί δύο δικογράφων ενώ θα έπρεπε να διαπιστώσει αν από την ενώπιον του δικογραφημένη διαδικασία υπάρχουν στοιχεία κατάχρησης της διαδικασίας σε σχέση με την ενώπιον του Αίτηση Εργατικών Διαφορών και τίποτε άλλο.
  7. Εκ των πραγμάτων, η παρούσα υπό ένσταση ενδιάμεση αίτηση αποτελεί κατά-χρηση της διαδικασίας και προσπαθεί να εκτροχιάσει την επιδίκαση των διαφορών μεταξύ των ως άνω διαδίκων, καθυστερώντας την εκδίκαση της διαδικασίας που θεωρητικά θα εκδικαστεί ενωρίτερον. Είναι για αυτό το λόγο που η Καθ' ης η Αίτηση έχει επιλέξει την παρούσα δικαιοδοσία για να θέσει θέμα κατάχρησης της διαδικασίας.
  8. Η υπό ένσταση αίτηση δεν έγινε σύμφωνα με τους προβλεπόμενους τύπους στους σχετικούς θεσμούς και συγκεκριμένα σύμφωνα με τον Τύπο 6 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό.
  9. Η παρούσα αίτηση δημιουργεί αχρείαστη καθυστέρηση και έξοδα στη διαδικασία. Συνεπώς ως έχει είναι καταχρηστική και κακόπιστη. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ασκούμενου δικηγόρου κ. Σωτήρη Ιωσήφ και με αυτή ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους που παραθέτει στην ειδοποίηση ένστασης. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προ-σεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση του θέματος, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. O ευπαίδευτος συνήγορος για την Καθ' ης η αίτηση αφού αναφέρθηκε εκτενώς στη νομολογία εισηγήθηκε ότι η παρούσα Αίτηση και η αγωγή 3648/2021 αποτελούν παράλληλες και ταυτόσημες διαδικασίες οι οποίες προφανώς αφορούν και καλύπτουν τα ίδια ζητήματα. Τα γεγονότα τα οποία εδράζονται είναι τα ίδια και αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό που είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω παράνομου τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Αιτητή, εισηγήθηκε ότι από τη στιγμή που η Αίτηση αφορά απαίτηση που προκύπτει από τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή δεν θα μπορούσε να αποτελέσει κατάχρηση διαδικασίας, αφού αποτελεί το αποκλειστικά αρμόδιο Δικαστήριο. Επίσης οι απαιτήσεις του Αιτητή αφορούν διαφορετικές αφετηρίες γι' αυτό και έχει προχωρήσει στα κατάλληλα διαβήματα που του παρέχει η νομοθεσία. Σημείωσε ότι έχει το δικαίωμα να αναμένει και να επιζητεί τη γρηγορότερη εκδίκαση της εργατικής διαφοράς ενώπιον του Δ.Ε.Δ., χωρίς ωστόσο να του παρέχεται το ίδιο δικαίωμα εκδίκασης της εργατικής διαφοράς ενώπιον και των δύο Δικαστηρίων. Αν όμως το επιδιώξει, η κατάχρηση διαδικασίας ή δικαιοδοσίας, δεν θα είναι ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αλλά ενώπιον και σε σχέση με τη διαδικασία του Ε.Δ. Πρακτικά, αν η παρούσα διαφορά εκδικαστεί και το παρόν Δικαστήριο αποφανθεί εναντίον του Αιτητή, τότε με βάση τις αρχές του Res Judicata είναι προφανές ότι δεν θα μπορούσε να εκδικαστεί εκ νέου ο τερματισμός απασχόλησης του Αιτητή στο Ε.Δ., κάτι που ισχύει και αντιστρόφως. Τέλος, θέτοντας θέμα αντικανονικότητας εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση αίτηση δεν έγινε σύμφωνα με τον τύπο 6 του Διαδικαστικού Κανονισμού. Ως θέμα αρχής προέχει η εξέταση του τελευταίου σημείου, που εγείρει στους λόγους ένστασης και στην τελική αγόρευση ο συνήγορος του Αιτητή. Να σημειώσουμε ότι η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 («Οι Κανονισμοί»). Με τον Καν. 11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Καν. 12
(1)«ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Προς συμπλήρωση του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί στον Καν. 17 προβλέπεται ότι, «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κα
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146, Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 74 και Φλουρέντζου κα ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 393), μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Από τη νομολογία είναι επίσης φανερό ότι η μη συμμόρφωση με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς αποτελεί παρατυπία και θεραπεύεται με τη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Mi Holdings Public Ltd v. Τασούλα Γεωργίου Παναγή
(2006)1 ΑΑΔ 298, 301: ″Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο του″. Κατά πάγια νομολογία, οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε μια τέτοια περίπτωση είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς, η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία και το μέγεθος της. Ο Τύπος 6 των Κανονισμών, πέραν από τον τίτλο απαιτεί τα ακόλουθα: ″
  1. Αιτούμενη θεραπεία.
  2. Γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση (εκθέσατε συνοπτικώς).
  3. Νομική βάση της αίτησης (*προσδιορίσατε τα άρθρα του Νόμου ή και τον Κανονισμό στα οποία βασίζεται η αίτηση)″. Στην προκείμενη περίπτωση είναι φανερό ότι η Καθ' ης αίτηση δεν ακολουθήσε τον προβλεπόμενο στο Κανονισμό Τύπο
  4. Παρατηρούμε όμως ότι στη υπό κρίση αίτηση περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στον Τύπο 6 καθώς τα γεγονότα στα οποία βασίζεται προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της κας Ανδρέου. Σε κάθε περίπτωση όμως, λόγω της μορφής και φύσης της παράλειψης, το Δικαστή-ριο θα ήταν διατεθειμένο, σε περίπτωση τέτοιων παρατυπιών, να εφαρμόσει τη Δ.64 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και αυτεπάγγελτα να παρέμβει και να εκδώσει προς τούτο σχετικό διάταγμα απαλλαγής από τις παρατυπίες, καθώς υπό το σύνολο των περιστάσεων, αντίθετη κατάληξη θα οδηγούσε σε υπερβολική «τυπολατρία» πέραν και έξω από το πνεύμα και γράμμα της εν λόγω διαταγής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χαράλαμπος Μιχαήλ v. Νίκου Α. Ττουνιά
(2004)1 ΑΑΔ 113, 115, το κριτήριο ενάσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως αυτό μπορεί να αποτιμηθεί με βάση τα εκάστοτε γεγονότα και παραμέτρους, πάντοτε υπό το πρίσμα των εκατέρωθεν δικαιωμάτων, συμφερόντων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Πέραν τούτου, όπως αποφασίστηκε και στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1ΑΔΔ 911, η πολλαπλότητα των διαδικασιών δύναται να εγερθεί αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο και συνεπώς το θέμα της παρατυπίας που είναι θεραπεύσιμο, δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση του τιθεμένου με την αίτηση ζητήματος, εν όψει και της κατάληξης μας ότι συνυπάρχουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τον Τύπο 6. Επίσης στη νομική βάση της αίτησης γίνεται επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας το Δικαστήριο έχει εξουσία να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία και να εμποδίζει, αναστέλλει ή απορρίπτει οτιδήποτε συνιστά κατάχρηση (Νάσα Παταπίου - Χριστοφίδου ν. Ρ.Ι.Κ. Πολιτική έφεση 226/2012, ημερ. 22.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:A412) Για όλα τα πιο πάνω ο συγκεκριμένος λόγος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Στρεφόμαστε τώρα στην ουσία του θέματος, δηλαδή κατά πόσο προκύπτει θέμα κατάχρησης της διαδικασίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή, διακοπή και απόρριψη αγωγών και άλλων διαδικασιών που κρίνονται καταχρηστικές έχει επιβεβαιωθεί επανειλημμένως από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά σημαντικών υποθέσεων. Στην υπόθεση Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαδικασία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή δια­δικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατί­σχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρ­χει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδο­σίες του Δικαστηρίου». Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισ­σοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδι­κασίας (βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 Κ.Β. 512). Στην Πολιτική Έφεση 8894 (αποφασίστηκε στις 28.4.93), η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι: "[...] Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου [...]"». Υφίσταται, επομένως, σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να εμποδίσει την άσκηση ενός νόμιμου από τυπικής απόψεως δικαιώματος, όταν διαπιστώνεται ότι αυτό οδηγεί σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή η προώθηση του αποβλέπει ουσιαστικά στην εξασφάλιση ενός παράλληλου πλεονεκτήματος με τη μορφή ενός πρόσθετου ένδικου μέσου (Νάσα Παταπίου - Χριστοφίδου (ανωτέρω), Wayplay Technologies Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 43/2014 κ.ά., ημερ. 11.5.2015, Re Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361, Τρύφωνος ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 706). Στην υπόθεση Beogradska (ανωτέρω) η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκε εκτεταμένα τόσο σε κυπριακή όσο και σε Αγγλική νομολογία ως προς την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Για σκοπούς της παρούσας παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα: «Στη Lawrence v. Norreys [1890] 15 Αρρ. Cas. 210, 219 το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω: "It cannot be doubted that the Court has an inherent jurisdiction to dismiss an action which is an abuse of the process of the Court. It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases." Μετάφραση στα Ελληνικά: « Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία να απορρίψει μια αγωγή η οποία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής δικαιοδοσίας. Είναι μια δικαιοδοσία που πρέπει να ασκείται πολύ φειδωλά και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.» Η υπόθεση Wright v. Bennett and Another [1948] 1 All E.R. 227 αποτελεί παρά­δειγμα επιδίωξης όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων. Ο ενάγων είχε καταχωρήσει αγωγή στην οποία αξίωνε αποζημιώ­σεις για δόλια ψευδή παράσταση εναντίον δύο εναγομένων και αποζημιώ­σεις για αμέλεια εναντίον ενός από αυτούς. Στη συνέχεια καταχώρησε νέα αγωγή εναντίον τους η οποία κάλυπτε ουσιαστικά το ίδιο έδαφος όπως η πρώτη αλλά βασίζετο πάνω σε ισχυρισμό για δόλια συνωμοσία. Το πρω­τόδικο δικαστήριο ενέκρινε την αίτηση των εναγομένων για διαγραφή της έκθεσης απαιτήσεως για τον λόγο ότι η αγωγή ήταν επιπόλαια και ενοχλη­τική. Το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε διαταχθεί αναστολή της διαδικασίας. Έκρινε ότι: "The proceedings were an abuse of the process of the court, which should exercise its inherent jurisdiction to prevent the defendants being called on to meet what in substance and reality was the same charge as that in the earlier action's.» Μετάφραση στα Ελληνικά: «Η διαδικασία αποτελούσε κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου το οποίο πρέπει να ασκήσει τη σύμφυτη εξουσία του για να αποτρέψει τους εναγόμενους από το να κληθούν να υπερασπίσουν αυτό που στην ουσία και στην πραγματικότητα ήταν η ίδια κατηγορία στην προηγούμενη αγωγή» Παράδειγμα επιδίωξης όμοιων στόχων με παράλληλα ένδικα μέσα αποτελεί και η υπόθεση Thames Launches v. Trinity Hours [1961] 1 All E.R.
  1. Ο Δικαστής Buckley προσέγγισε το ζήτημα ως πιο κάτω στις σελ. 32, 33: "If there are two courts which are faced with substantially the same question, it is desirable to be sure that that question is debated in only one of those two courts, if by that means justice can be done. It does not appear to me, that it would make any difference whether the problems which confronted one court were of a wider and more general nature than the problems which confronted the other court. ........... Counsel for the defendants says that the principle is that a man should not pursue a remedy in respect of the same matter in more than one court. In my judgment, the principle is rather wider than that. It is that no man should be allowed to institute proceedings in any court if the circumstances are such that to do so would really be vexatious." Μετάφραση στα ελληνικά: "Εάν υπάρχουν δυο δικαστήρια τα οποία αντιμετωπίζουν ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα είναι επιθυμητό να είμαστε βέβαιοι ότι εκείνο το ζήτημα συζητείται σε μόνο ένα από εκείνα τα δικαστήρια εάν με αυτό τον τρόπο μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μου φαίνεται ότι θα έκαμνε οποιαδήποτε διαφορά αν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ένα δικαστήριο ήταν πιο πλατιάς, και πιο γενικής φύσης από τα προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε το άλλο δικαστήριο. ................................. Ο συνήγορος των εναγομένων λέγει ότι ένας δεν πρέπει να προωθεί μια θεραπεία σε σχέση με το ίδιο ζήτημα σε περισσότερο από ένα δικαστήριο. Κατά την κρίση μου η αρχή είναι μάλλον πιο πλατειά. Είναι ότι σε κανένα δεν πρέπει να επιτρέπεται να εγείρει διαδικασία σε οποιοδήποτε δικαστήριο εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που αν του επιτρέπετο να το πράξει στην πραγματικότητα αυτό θα ήταν ενοχλητικό." Δόθηκε διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο η προώθηση της μεταγενέστερης διαδικασίας μέχρι την τελική εκδίκαση της προηγούμενης διαδικασίας. Η αρχή της Thames Launches (πιο πάνω) εφαρμόστηκε στην Royal Bank of Scotland v. Citruidal Investments [1971] 3 All E.R. 558 στην οποία διατάχθηκε αναστολή της μεταγενέστερης διαδικασίας. Στην Slough Estates v. Slough B.C. [1967] 2 All E.R. 271 διατυπώθηκε η άποψη ότι είναι επιθυμητό να καλείται ο συγκεκριμένος διάδικος να επιλέξει ποιά από τις δυο διαδικασίες επιθυμεί να προωθήσει πριν εξεταστεί θέμα αναστολής και ότι η διαδικασία την οποία επέλεξε να μην προωθήσει πρέπει να τερματίζεται. Κρίθηκε ότι κατά την άσκηση της δυνητικής θεραπείας της αναστολής το δικαστήριο δικαιούται και πρέπει να εξετάζει την ουσία του ζητήματος, περιλαμβανομένων και των σχετικών περιστατικών τα οποία βρίσκονται καταλλήλως ενώπιόν του κατά τον χρόνο της απόφασής του (Βλ. σελ. 281). Κατέληξε δε ως ακολούθως: «Όπως φαίνεται από την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας, η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δύο διαδικασίες - της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις. Δεν έχει διατυπώσει οποιον­δήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο από τα δύο μέτρα. Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περρέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί όπου η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί όπου καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέ­στερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας. Θα προχωρήσουμε, επομένως, στην εξέταση του ζητήματος που έχουμε εγείρει αυτεπάγγελτα, με βάση την κατάσταση πραγμάτων όπως είχε ενώπιον μας στο στάδιο της ακρόασης της έφεσης. Έχουμε διαπιστώσει ότι οι δύο εφέσεις έχουν τον ίδιο σκοπό. Τον παρα­μερισμό της απόφασης ημερ. 22.4.94 στη μονομερή αίτηση καθώς και τον παραμερισμό της απόφασης ημερ. 10.3.
  2. Οι λόγοι έφεσης και στις δύο εφέσεις, παρόλο ότι δεν έχουν διατυπωθεί με το ίδιο λεκτικό, δεν διαφέ­ρουν καθόλου στην ουσία τους. Αντιμετωπίζουν, επομένως, οι εφεσίβλη­τοι δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους. Έχουμε εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως των πιο πάνω αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατά­χρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου και υπό το φως των σκοπών των δύο εφέσεων, όπως τους έχουμε διαπιστώσει πιο πάνω. Η παρούσα έφεση δεν καλύπτει οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο δεν καλύπτεται από την προηγούμενη έφεση. Είναι η κατάληξη μας ότι η συνύπαρξη των δύο εφέσεων συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου η οποία πρέπει ν' αποτραπεί και να παρεμποδισθεί. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται με την απόρριψη της έφεσης, η οποία είναι μεταγενέστερη». Εν προκειμένω ο Αιτητής προχώρησε στην καταχώρηση της αγωγής 3648/2021 ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας και ακολούθως την ίδια μέρα καταχώρησε την παρούσα Αίτηση. Γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την παράγραφο 21 των γενικών λόγων της Αίτησης όπου γίνεται ρητή αναφορά στην καταχώρηση της εν λόγω αγωγής. Το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Ε.Δ. ή Δ.Ε.Δ. για διεκδίκηση αποζημιώσεων αναφορικά με τον τερματισμό απασχόλησης υποστηρίζεται τόσο από τον Νόμο (άρθρο 30) όσο και από τη διαμορφωθείσα νομολογία. Ως θέμα γραμματικής ερμηνείας και ορθολογιστικής ταξινόμησης των προνοιών του άρθρου 30, στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ. 517, διατυπώθηκαν τα ακόλουθα:
(1)Διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67 ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Κανένα άλλο δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου και του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του νόμου αυτού.
(2)Το δικαίωμα εργοδοτουμένου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο που ρητά διασφαλίζεται από το εδάφιο 2 εξυπακούει ευχέρεια διεκδίκησης αποζημιώσεων βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου. Διαφορετικά το δικαίωμα το οποίο παρέχεται θα ήταν άνευ αντικειμένου ενόψει της αποκλειστικής καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών προς επίλυση διαφορών που αναφύονται στη διεκδίκηση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67.
(3)Το δικαίωμα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων (για τον άνευ λόγου τερματισμό απασχόλησης) πέραν του ορίου που προβλέπεται στο Ν.24/67, υποδηλώνει την ύπαρξη δικαιώματος για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ανεξάρτητα και έξω από το πλαίσιο του νόμου αυτού.
(4)Ο Περί Τερματισμού απασχολήσεως νόμος δεν καταργεί ούτε περιορίζει τις διατάξεις του Κεφ. 149 ή την εφαρμογή των αρχών του Κοινού δικαίου (άρθρο 29
(1)(γ) - Ν. 14/60) στο βαθμό που διέπουν συμβάσεις εργασίας ή τις συνέπειες από τη διάρρηξή τους. Στην υπόθεση Thermofast Limited
(2005)ΑΑΔ 567 εξετάζοντας το Δικαστήριο το θέμα της δικαιοδοσίας ανέφερε τα ακόλουθα: Το Δ.Ε.Δ. καθιδρύθηκε και λειτουργεί με βάση τις διατάξεις του Περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν 8/67, όπως τροποποιήθηκε). Έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να εκδικάζει και να αποφασίζει εργατικές διαφορές δηλαδή διαφορές που δημιουργούνται από την εφαρμογή του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν. 24/67 όπως τροποποιήθηκε από το Ν.6/73). Η πρόσβαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο είναι επιτρεπτή μόνον στις περιπτώσεις που η απαίτηση του εργοδοτουμένου υπερβαίνει τις αποζημιώσεις που μπορεί να διεκδικήσει (ο εργοδοτούμενος) δυνάμει των διατάξεων του προαναφερομένου νόμου, δηλαδή το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα να επιληφθεί εργατικής διαφοράς όπου οι διεκδικήσεις του εργοδοτουμένου υπερβαίνουν τις απολαβές δύο ετών. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 30 του προαναφερόμενου Νόμου (Ν. 24/67 όπως τροποποιήθηκε από το Ν.6/73, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 και τον Πρώτο Πίνακα του προαναφερομένου νόμου όπως αυτά έχουν τροποποιηθεί από το άρθρο 9(β) του Ν. 92/
  1. Στην ίδια υπόθεση κρίθηκε επίσης, πως είναι προφανές ότι το Δ.Ε.Δ. και το Ε.Δ. δεν μπορούν να έχουν ταυτόχρονα παράλληλη δικαιοδοσία. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου (ανωτέρω): «. η παράλληλη υιοθέτηση δύο ένδικων μέσων για την επιδίωξη όμοιου σκοπού συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, έστω και αν οι ζητούμενες θεραπείες είναι από τυπικής απόψεως διαφορετικές». Εν προκειμένω, τόσο η παρούσα Αίτηση ενώπιον του Δ.Ε.Δ. όσο και η αγωγή 3648/2021 ενώπιον του Ε.Δ., εδράζονται ουσιωδώς επί πανομοιότυπων γεγονότων και ισχυρισμών και αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή τη διεκδίκηση αποζημιώσεων συνεπεία του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή. Επιδιώκεται ουσιαστικά πανομοιότυπη θεραπεία, όπως άλλωστε προκύπτει και από το λεκτικό των θεραπειών της παρούσας Αίτηση και της αγωγής 3648/2021 με την υιοθέτηση δύο παράλληλων ενδίκων μέσων που αποβλέπουν στην αντιμετώπιση του ίδιου ζητήματος. Με άλλα λόγια κύριος άξονας στήριξης των αξιώσεων του Αιτητή για διεκδίκηση αποζημιώσεων αποτελεί το γεγονός της μη ανανέωσης των όρων εργοδότησης του στην Καθ' ης αίτηση που επέφερε εν τέλει τον τερματισμό της απασχόλησης του. Όπως λέχθηκε στην Beogradska (ανωτέρω), είναι επιθυμητό ο διάδικος να επιλέξει ποια από τις δύο διαδικασίες επιθυμεί να προωθήσει πριν εξεταστεί το ζήτημα της αναστολής ή απόρριψης. Στην προκείμενη περίπτωση όμως, σταθερή ήταν η θέση του Αιτητή ότι δεν υπάρχει κατάχρηση, παρόλο που δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη δεδικασμένου σε περίπτωση εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του ενός ή του άλλου Δικαστηρίου. Περαιτέρω με την αγωγή επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημιώσεων που υπερβαίνουν τις απολαβές δύο χρόνων και που αποβαίνουν συμφέρουσες για τον Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας. Πρόσθετα, όπως εξηγήθηκε στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έχει στη διάθεση του τόσο το μέτρο της απόρριψης όσο και το μέτρο της αναστολής. Χωρίς να τίθεται άκαμπτος κανόνας, εκεί όπου μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα, αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εάν όμως καλύπτει ζητήματα που δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία, τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης. Εν προκειμένω ως προς τα ουσιαστικά στοιχεία υπάρχει πλήρης κάλυψη, καθώς ο Αιτητής με την προγενέστερη υπόθεση ενώπιον του Ε.Δ. επιδιώκει την εξασφάλιση μεγαλύτερης αποζημίωσης απ' ότι με την παρούσα Αίτηση. Για κάθε περίπτωση όμως, τα όποια επί μέρους ζητήματα που τυχόν δεν έχουν συμπεριληφθεί μπορούν να τεθούν με την κατάλληλη τροποποίηση στην προγενέστερη υπόθεση που είναι η αγωγή 3648/
  2. Χαρακτηριστικά όπως απορρέει από την υπόθεση Avgousta K. Theori v. Maroula A. Tzioni
(1984)1 CLR 296, «.δημιουργείται καθήκον των διαδίκων να ενώσουν όλα τα θέματα στην πρώτη αγωγή προς αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών». Όπως εντοπίζεται στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1991] 3 All E.R. 727, 729, η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές. Εν προκειμένω, όπως έχουμε αναφέρει, η μορφή που έχει λάβει είναι η παράλληλη υιοθέτηση δυο διαδικασιών ενώπιον δύο διαφορετικών Δικαστηρίων, ανεξάρτητες δικονομικά αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους. Αν αφεθούν οι δύο αυτές διαδικασίες να συνυπάρξουν το αποτέλεσμα θα είναι να κληθεί το Δικαστήριο να αποφασίσει δύο φορές τα ίδια ουσιώδη ζητήματα. Εξετάζοντας λοιπόν τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως των πιο πάνω αρχών για αποτροπή κατάχρησης των διαδικασιών του Δικαστηρίου και διαπιστώνοντας ότι η παρούσα Αίτηση δεν καλύπτει οποιοδήποτε ζήτημα που δεν καλύπτεται από την αγωγή 3648/21 που αποτελεί την προγενέστερη διαδικασία, καταλήγουμε ότι η συνύπαρξη των δύο διαδικασιών συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου υπό τέτοιες περιστάσεις ώστε η παρούσα Αίτηση να υπόκειται σε απόρριψη παρά σε αναστολή. Η ενδιάμεση αίτηση επιτυγχάνει. Η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)............................................................... Ι. Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Λάμπρου, Μέλος Α. Τραχανάς, Μέλος Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.