← Κύπρος

Α. Τ. ν. ΙΔΡΥΜΑ ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 779/2016, 7/2/2023

Α. Τ. ν. ΙΔΡΥΜΑ ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 779/2016, 7/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2023:10 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Μ. Μιχαηλίδου και Κ. Χρίστου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 779/2016 Μεταξύ: Α. Τ. Αιτητής -και- ΙΔΡΥΜΑ ΣΥΜΦΩΝΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΚΥΠΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 7η Φεβρουαρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Ρ. Βραχίμης Για Καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Παπαευσταθίου ΑΠΟΦΑΣΗ Η απασχόληση του Αιτητή στους Καθ' ων η αίτηση τερματίστηκε στις 31.7.2016 με το αιτιολογικό ότι λόγω διαχρονικής εξάρτησης από το αλκοόλ δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο την εργασία του ως μουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου. Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλει μέσα από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του επέδειξε ζήλο και/ή επιμέλεια στα καθήκοντα του και/ή ευπρεπή συμπεριφορά και/ή διαγωγή. Διατείνεται δε, ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του είναι έκδηλα παράνομος και ή παράνομος και κακόπιστος. Στη βάση αυτή αξιώνει: (α) απόφαση και ή διαταγή επαναφοράς και ή επαναπρόσληψης του, (β) αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του (γ) γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις, (ε) Οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω διαταγή και/ή θεραπεία, (στ) νόμιμο τόκο, (ζ) έξοδα και ΦΠΑ. Οι Καθ' ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους Εμφάνισης, αρνούνται και απορρίπτουν τις εναντίον της αξιώσεις, ισχυριζόμενοι ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος για το λόγο ότι παρέλειψε να εκτελέσει την εργασία του κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο και/ή επέδειξε απρεπή διαγωγή κατά τον χρόνο εκτέλεσης των καθηκόντων του και/ή διέπραξε σοβαρό παράπτωμα και/ή υπεδείκνυε σοβαρά και επαναλαμβανόμενη παράβαση και παραγνώριση των κανόνων εργασίας. Επίσης ότι ο Αιτητής αντιμετώπιζε προβλήματα εξάρτησης από το αλκοόλ και κατά παράβαση των όρων εργασίας του κατανάλωνε επανειλημμένα αλκοόλη και/ή άλλες ουσίες εν ώρα εργασίας, προκαλώντας αναστάτωση, δυσλειτουργία και προβλήματα στην Ορχήστρα και επιδεικνύοντας μη αρμόζουσα και παρενοχλητική συμπεριφορά στα μέλη της. Περαιτέρω ενώ δόθηκε στον Αιτητή η ευκαιρία να παρακολουθήσει πρόγραμμα αποτοξίνωσης και απεξάρτησης, εν τούτοις συνέχισε να επιδεικνύει την ίδια προβληματική συμπεριφορά και να μην εκτελεί κατά ικανοποιητικό τρόπο την εργασία του όπως και προηγουμένως. Στις 2.12.2015 λόγω συγκεκριμένου περιστατικού που δημιούργησε ο Αιτητής με άλλους μουσικούς όταν η Ορχήστρα μετέβαινε με λεωφορείο στη Λεμεσό, έθεσαν τον Αιτητή σε διαθεσιμότητα μετ' απολαβών για διερεύνηση των γεγονότων. Μετά τη διερεύνηση του περιστατικού, όπου ο Αιτητής κλήθηκε και έδωσε τη δική του εκδοχή γραπτώς, διεφάνη ότι ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ κατά τη διάρκεια του περιστατικού και ότι δημιούργησε το επεισόδιο χωρίς λόγο και αιτία. Επακόλουθο ήταν να τερματίσουν την απασχόληση του στις 31.7.2016 με επιστολή ημερ. 2.6.2016. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ο κ. Άγγελος Αγγελίδης, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση του Εφόρου στη Συμφωνική Ορχήστρα και η κα Αίγλη Παντελάκη, Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού και Πρόεδρος του ΔΣ των Καθ' ων η αίτηση από 10.1.2014 μέχρι 4.12.
  1. Ο Αιτητής υποστήριξε την υπόθεση του με τη δική του προσωπική μαρτυρία. Ενώπιον μας υπάρχει επίσης η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που επικαλέστηκαν οι μάρτυρες για υποστήριξη των θέσεων τους. Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι κοινωφελές μη κερδοσκοπικό Ίδρυμα που ιδρύθηκε το 2006 από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας με βάση τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο του 1972, ως έχει τροποποιηθεί. Συστάθηκε με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και ενεγράφη στο μητρώο Ιδρυμάτων με αριθμό
  2. Σκοπός ίδρυσης των Καθ' ων η αίτηση είναι το δημόσιο συμφέρον και ιδιαίτερα η ανάπτυξη και προώθηση της τέχνης της ορχηστρικής μουσικής, η αναβάθμιση της μουσικής ζωής και μουσικής παιδείας του τόπου, η περαιτέρω εμπλοκή της κοινωνίας στις μουσικές δραστηριότητες καθώς και η εν γένει συμβολή στην κοινωνικοοικονομική πρόοδο. Με την ίδρυση τους ανέλαβαν τη συνέχιση των αρμοδιοτήτων, ενεργειών και δραστηριοτήτων των Κρατικών Ορχηστρών Κύπρου που ήταν η Κρατική Ορχήστρα Κύπρου και η Κρατική Ορχήστρα Νέων Κύπρου. Απασχολούν πέραν των 19 υπαλλήλων. Ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως μουσικός βιολιστής. Οι όροι εργοδότησης του διέπονταν από ΣΣΕ στην οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπεται η τήρηση Πειθαρχικής Διαδικασίας (Τεκ.6). Ο Έφορος της Συμφωνικής Ορχήστρας κ. Α. Αγγελίδης, με δύο εκθέσεις του που επισυνάπτονται σε επιστολή του ημερ. 6.4.2015 προς τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή και τον Διοικητικό Διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση και με κοινοποίηση στον Πρόεδρο του Σωματείου Μουσικών «ΣΩΜΕΣΟΚ» (Τεκ.3), τους ενημέρωσε ότι στις 12 και 13 Μαρτίου 2015, κατά την επιστροφή της Ορχήστρας από συναυλία στη Λεμεσό, ο φιλοξενούμενος μαέστρος κ. D. Mikulski, του εξέφρασε παράπονο για τον Αιτητή ότι εξέδιδε μυρωδιά αλκοόλ πάνω στη σκηνή και ότι η απόδοση του στη μουσική εργασία εμπόδιζε το συνολικό αποτέλεσμα, ζητώντας τη μη συμμετοχή του στη συναυλία της Λευκωσίας. Επίσης ότι στις 3.4.2015 κατά την άφιξη της Ορχήστρας στο Μαρκίδειο Θέατρο Πάφου, ο Αιτητής έκρυψε έξω από το Θέατρο μπουκαλάκι ζιβανίας. Κατά τη διάρκεια της πρόβας και ενώ οι υπόλοιποι μουσικοί συνέχιζαν την πρόβα, ο Αιτητής βγήκε από το Θέατρο και πήρε τη μπουκάλα από εκεί που την είχε κρύψει και ήπιε μερικές γουλιές. Όταν ο ίδιος αντιλήφθηκε το γεγονός και ανέφερε στον Αιτητή ότι επρόκειτο για σοβαρό παραπτώματα που θα έφερε εις γνώση της Διοίκησης, ο Αιτητής εξαπέλυσε φραστική επίθεση και απειλές εναντίον του. Στις 21.4.2015, ο Εκτελεστικός Διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση απέστειλε επιστολή στον Αιτητή με την οποία τον ενημέρωνε ότι αναφορικά με τα γεγονότα της 3.4.2015 και τις σχετικές συναντήσεις που είχε με τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή και τον ίδιο στις 7 Απριλίου 2015, είχε οδηγίες από την Πρόεδρο του Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση να του ζητήσει όπως μη συμμετέχει στις εργασίες (δοκιμές και συναυλίες) της Ορχήστρας μέχρι το θέμα εξεταστεί από το Δ.Σ. στις 28.4.2015, όπου θα καλείτο να θέσει τις απόψεις του για τα γεγονότα. Τον ενημέρωνε επίσης ότι η απουσία του για την περίοδο από 14 - 28.4.2015 δεν θα είχε οποιεσδήποτε οικονομικές ή πειθαρχικές συνέπειες (Τεκ.10). Την επόμενη μέρα ο Αιτητής προσκόμισε πιστοποιητικό ασθενείας από τον Ψυχίατρο Δρ. Γρηγόρη Γρηγορίου, ο οποίος κατόπιν προσωπικής αξιολόγησης χορήγησε στον Αιτητή αναρρωτική άδεια από 22.4.2015 μέχρι 31.5.2015 για να λάβει θεραπεία από προβλήματα εξάρτησης (Τεκ.11). Στις 28.4.2015, κατά τα συνεδρία του Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση, ο Πρόεδρος του ΣΩΜΕΣΟΚ και συνάδελφος του Αιτητή κ. Αντώνης Παρτζίλης, παρέδωσε επιστολή με την οποία εισηγείτο όπως συμφωνηθεί με τον Αιτητή η παρακολούθηση ενός προγράμματος απεξάρτησης, με την ολοκλήρωση του οποίου να ενταχθεί σε ομάδα στήριξης και σταδιακά ανάλογα με το αποτέλεσμα να επανέλθει στα καθήκοντα του. Επίσης ότι ήταν σημαντικό να υπήρχε εξ αρχής πρόνοια για την επάνοδο του (Τεκ.12 και Τεκ.13). Στις 18.5.2015 ο Δρ. Γ. Γρηγορίου απέστειλε ιατρική έκθεση στην οποία αναφέρει ότι ο Αιτητής παρακολουθείτο από τον ίδιο από τις 22.4.2015 και ότι στο πλαίσιο της θεραπευτικής παρέμβασης έγινε συστηματική αποτοξίνωση και απόκατάσταση από κατάχρηση αλκοόλ με αποτέλεσμα ο Αιτητής να έχει σταθεροποιηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό για να επανέλθει στα καθήκοντα του από τις 2.6.2015 (Τεκ.14). Το Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση, λαμβάνοντας γνώση του περιεχομένου της εν λόγω ιατρικής έκθεσης, στις 29.5.2015 αποφάσισε όπως ζητηθεί από το Αιτητή να ολοκληρώσει τη διαδικασία απεξάρτησης και ο γιατρός να επιβεβαιώσει ότι υπήρξε πλήρης αποκατάσταση ώστε να είναι σε θέση να επανέλθει στα καθήκοντα του. Η απόφαση αυτή, που φαίνεται να διαβιβάστηκε στον Αιτητή με την παρουσίαση της ιατρικής έκθεσης και πριν τη συνεδρία του Δ.Σ., δεν έγινε αποδεχτή από τον Αιτητή, ο οποίος με χειρόγραφη επιστολή του ημερ. 21.5.2015 προς τον Εκτελεστικό Διευθυντή και με επιστολή του Δικηγόρου του ημερ. 29.5.2015 προς το Δ.Σ., ζητούσε όπως επανέλθει στα καθήκοντα του στις 2.6.2015, όπως ρητά αναφέρεται στην ιατρική έκθεση (Τεκ.15 και Τεκ.16). Στις 29.5.2015, η Πρόεδρος του Δ.Σ. και μάρτυς στην υπόθεση κας Α. Παντελάκη με επιστολή της προς τον Αιτητή, τον ενημέρωσε ότι το Δ.Σ. «δεν μπορεί να εγκρίνει την επιστροφή του με βάση την παρούσα έκθεση, η οποία απλώς βεβαιώνει ότι έχει σταθεροποιηθεί η κατάσταση του» (Τεκ.18). Με την ετοιμασία και κοινοποίηση στους Καθ' ων η αίτηση της δεύτερης ιατρικής έκθεσης του Δρ. Γ. Γρηγορίου ημερ. 8.6.2015 (Τεκ.19), με την οποία επιβεβαίωνε ότι «η σωματική απεξάρτηση, δηλαδή η αποτοξίνωση του Αιτητή, ήταν επιτυχής και έγινε σε λιγότερο του αναμενόμενου χρόνου επειδή δεν παρουσίασε στερητικά συμπτώματα ούτε άλλες επιπλοκές και ότι θα συνέχιζε θεραπεία υπό μορφή ψυχοθεραπευτικών συναντήσεων και συντηρητικής θεραπευτικής αγωγής» και «ότι από ψυχιατρικής άποψης ήταν σε θέση αλλά και ενδείκνυτο να επανέλθει άμεσα στα επαγγελματικά του καθήκοντα», οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολή της Προέδρου κας Παντελάκη, ενημέρωσαν τον Αιτητή ότι το Δ.Σ. ενέκρινε την επιστροφή στα καθήκοντα του από τις 29.6.
  3. Ταυτόχρονα ως Δ.Σ. εφιστούσε την προσοχή του Αιτητή στο γεγονός ότι η χρήση αλκοόλ εν ώρα εργασίας όσο και η προσέλευση στην εργασία υπό επήρεια αλκοόλης απαγορευόταν αυστηρά και ότι σε περίπτωση που ανέκυπτε κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν την εφαρμογή όλων των πειθαρχικών μέτρων σύμφωνα με τις πρόνοιες 21.5 και 21.6 της ΣΣΕ των μουσικών της Συμφωνικής Ορχήστρας, για διασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής των δοκιμών και συναυλιών της Ορχήστρας (Τεκ.20). Στις 3.12.2015 ο Αιτητής τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Η σχετική επιστολή (Τεκ.23) υπογραμμένη από τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή και Εκτελεστικό Διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση παρατίθεται αυτούσια: «Μετά από το περιστατικό στις 2 Δεκεμβρίου 2015, κατά την μετάβαση της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου στην Λεμεσό, και μετά από την οδηγία της Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου Ιδρύματος Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου κας Αίγλης Παντελάκη, αποφασίστηκε ότι το θέμα θα συζητηθεί στην επόμενη συνεδρία του ΔΣ. Μέχρι τις περαιτέρω οδηγίες και αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, παρακαλώ όπως παραμείνετε στην διαθεσιμότητα». Ο Αιτητής, με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 7.12.2015 (Τεκ.24) θεώρησε την πιο πάνω απόφαση ως παράνομη, ανυπόστατη και αντίθετη με τους όρους της συλλογικής σύμβασης και καλούσε τους Καθ' ων η αίτηση όπως πάραυτα την ανακαλέσουν. Δυο σχεδόν μήνες μετά, ο Εκτελεστικός Διευθυντής με επιστολή του ημερ. 25.1.2016 (Τεκ.26) ενημέρωσε τον Αιτητή ότι στις 16.12.2015 το Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση, ανέθεσε στον ίδιο τη διεκπεραίωση της έρευνας για το περιστατικό της 2.12.2015 για το οποίο ο Έφορος της Συμφωνικής Ορχήστρας κ. Α. Αγγελίδης ετοίμασε έκθεση «Αναφορά Εφόρου» (Τεκ.5) την οποία του κοινοποιούσε. Τον καλούσε επίσης σε συνάντηση μαζί του στις 29.1.2016 για να τοποθετηθεί επί του θέματος. Περαιτέρω τον ενημέρωνε πως μέχρι την ολοκλήρωση της έρευνας και τη λήψη των ανάλογων αποφάσεων θα παρέμενε σε διαθεσιμότητα. Την εν λόγω έκθεση «Αναφορά Εφόρου» (Τεκ.5) παραθέτουμε αυτούσια: «Κατά την μετάβαση της Ορχήστρας στην Λεμεσό ο έφορος, καθισμένος στο πρώτο κάθισμα πίσω από τον οδηγό, συνομιλούσε με 2 μουσικούς που κάθονταν στις αμέσως κοντινές θέσεις. Τότε, ο κ. Α. Τ., καθισμένος 5 καθίσματα πιο πίσω, ξαφνικά, και χωρίς καμία πρόκληση άρχισε να φωνάζει «ησυχία! Ησυχία είπα». Όπως συμβαίνει κάθε φορά που ο εν λόγω μουσικός εκτρέπεται στο λεωφορείο, όλοι σίγησαν. Τότε συνέχισε απευθυνόμενος σε μένα «να με μου μιλάς εμένα, άκουσες!?!». Του απάντησα «μα δε μιλώ σε σένα, στον Α. (σ.σ. τον πρόεδρο του Σωματείου) μιλώ». Φανερά εκτός εαυτού, ο μουσικός σηκώθηκε με μένος και κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος μου. Τον συγκράτησαν 3-4 μουσικοί εν αυτός συνέχιζε να εκστομίζει απίστευτες ύβρεις, απειλές και χαρακτηρισμούς προς εμένα. Εγώ τον παρακάλεσα 3-4 φορές με πολύ ήρεμο τρόπο να καθίσει «Α., κάτσε σε παρακαλώ», και - μετά από προτροπές συναδέλφων - κάθισα στην θέση μου δίνοντας την ευκαιρία στον πρόεδρο του Σωματείου και άλλους μουσικούς να τον ηρεμήσουν. Για πολλά λεπτά συνέχιζε να βρίζει χυδαία, να απειλεί και να προσπαθεί να ξεφύγει από τα χέρια των άλλων για να φτάσει κοντά μου με φανερό σκοπό να χειροδικήσει. Τα λόγια, η διάθεση kol οι συνεχείς προσπάθειες του να κάνει πράξη τις απειλές του έδειχναν σαφώς άτομο που δεν μπορούσε καθόλου να ελέγξει τον εαυτό του. Εν τω μεταξύ, ο οδηγός αναγκάστηκε να ακινητοποιήσει το λεωφορείο στο έρεισμα του αυτοκινητόδρομου λόγω ασφάλειας. Το σκηνικό της απειλητικής διάθεσης και ύβρεων συνεχίστηκε για τουλάχιστον 8-10 λεπτά. Φανερά ταραγμένος και με φόβο της σωματικής ακεραιότητας εμού και των συναδέλφων μου έμεινα μακριά από τον συνάδελφο. Την κατάσταση του επέβλεπε ο πρόεδρος του Σωματείου, ο οποίος και ανάφερε το περιστατικό τηλεφωνικά στον ΕΔ κ. Μπογκτάνοβιτς. Μετά από αυτό το παρατεταμένο και επικίνδυνο ξέσπασμα, ο μουσικός ξέσπασε σε λυγμούς αναφέροντας διάφορες ψεύτικες δικαιολογίες νια την κατάσταση του π.χ. ότι. ο γιος του είναι βαριά άρρωστος στο Λονδίνο, (σε άμεσο τηλεφώνημα του κ. Παρτζίλη στην γυναίκα του διαπιστώθηκε ότι ήταν ψέμα). Για το χρονικό μετά της άφιξης του λεωφορείου στην Λεμεσό, σας παραπέμπω στους κ.κ. Παρτζίλη και Μπογκτάνοβιτς. Εννοείται ότι μάρτυρες στο περιστατικό του λεωφορείου ήταν όλοι οι επιβαίνοντες. Στην διάρκεια της αναστάτωσης διαταράχθηκε βάναυσα η ηρεμία και η διάθεση των μουσικών, απειλήθηκε η σωματική ακεραιότητα όλων των επιβαινόντων και η ασφάλεια των οργάνων. Τέλος, υπήρξε και κίνδυνος τροχαίου ατυχήματος λόγω της στάσης του λεωφορείου στον αυτοκινητόδρομο. Μεταφέροντας το αίσθημα της συντριπτικής πλειοψηφίας των μουσικών, σας αναφέρω ότι ούτε ο Έφορος, ούτε το Σωματείο αλλά ούτε και οι μουσικοί, προσωπικά ο καθένας, πρέπει ή μπορούν να χειριστούν τέτοιες ανεξέλεγκτες καταστάσεις.» Στις 29.1.2016 ο Αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Εκτελεστικού Διευθυντή όπου προέβαλε γραπτώς τη δική του εκδοχή σε επιστολή (Τεκ.27), με την οποία ουσιαστικά αμφισβητεί τα όσα του καταλογίζονται. Οι λόγοι τερματισμού της απασχόλησης κοινοποιήθηκαν στον Αιτητή με επιστολή ημερ. 2.6.2016 (Τεκ.29) το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσιο: Έχω εντολή από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου να σας κοινοποιήσω την απόφαση του για τερματισμό της σύμβασης εργοδότησης σας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου. Οι λόγοι για την απόφαση του ΔΣ σας είναι γνωστοί, αποτέλεσαν αντικείμενο προηγούμενης αλληλογραφίας με το δικηγόρο σας και συνοψίζονται (μεταξύ άλλων) στο γεγονός ότι λόγω του προβλήματος εξάρτησης από το αλκοόλ που αντιμετωπίζετε διαχρονικά δεν είσαστε σε θέση να εκπληρώνετε κατ' ευλόγως ικανοποιητικό τρόπο την εργασία σας ως μουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου. Με την παρούσα σας δίδεται προειδοποίηση οκτώ εβδομάδων με βάση την περίοδο συνεχούς απασχόλησης σας από το Ίδρυμα, η δε ημερομηνία τερματισμού της εργοδότησης θα είναι η 31 Ιουλίου
  4. Για οποιοδήποτε δικαίωμα που τυχόν απορρέει από την εργοδότηση σας σύμφωνα με το Νόμο μπορείτε είτε εσείς, είτε ο δικηγόρος σας, να επικοινωνήσει με το νομικό σύμβουλο του Ιδρύματος .» Για ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης να σημειώσουμε ότι οι ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του ανέρχονταν στο ποσό των €32.939,01 και καταβάλλονταν σε 13 ισόποσους μηνιαίους μισθούς των €2.533,
  5. Για σκοπούς του Νόμου οι απολαβές του υπολογίζονται στο ποσό των €633,44- εβδομαδιαίως. Μαρτυρία Ο κ. Α. Αγγελίδης με τη γραπτή δήλωση του (Τεκ.Α) ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει τον Αιτητή από τον 2003 όταν ξεκίνησε να δουλεύει ως μουσικός. Ανάμεσα στα καθήκοντα του ως Έφορος της Συμφωνικής Ορχήστρας, ήταν και η λήψη καταγγελιών από τους άλλους μουσικός για τυχόν προβλήματα ήθελαν προκύψει από απρεπή συμπεριφορά μουσικών κατά τη διάρκεια των δοκιμών και η ανάλογη ενημέρωση του μαέστρου και της διοικητικής πυραμίδας. Επίσης είχε υποχρέωση να υποβάλλει αναφορά στη Διεύθυνση για παραπτώματα μουσικών. Πέραν των όσων ανέφερε στην επιστολή του ημερ. 6.4.2015 (Τεκ.3), ισχυρίστηκε ότι για πρώτη φορά αντιλήφθηκε πως ο Αιτητής αντιμετώπιζε κάποιου είδους πρόβλημα γύρω στο 2008, όταν σε κάποια πρόβα κτύπησε με το δοκάρι του βιολιού συνάδελφο του. Επίσης τον Οκτώβριο 2010 προσήλθε στο χώρο του Θεάτρου υπό την επήρεια αλκοόλ, οπόταν ο μαέστρος του ζήτησε να αποχωρήσει από την παράσταση πριν την έναρξη της συναυλίας. Για το τελευταίο συμβάν που σημειώθηκε τον Δεκέμβριο 2015, επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα παραθέτει στην «Αναφορά Εφόρου» (Τεκ.5) που ο ίδιος ετοίμασε και έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντεξεταζόμενος επέδειξε άγνοια εάν εν τέλει ο Αιτητής υπέστη οποιεσδήποτε επιπτώσεις για τα κατ' ισχυρισμό παραπτώματα που ο ίδιος επικαλέστηκε ότι προ-έκυψαν πριν το
  6. Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει την απόδοση του Αιτητή και ότι αρμόδιος ήταν ο εκάστοτε μαέστρος. Περαιτέρω, ως μη μέλος της διοίκησης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τους λόγους που οδήγησαν στην απόλυση του Αιτητή. Επίσης, εκτός από την «Αναφορά Εφόρου» (Τεκ.5), δεν κλήθηκε να δώσει οποιαδήποτε άλλη κατάθεση στον Ερευνώντα Λειτουργό. Σε υποβολή ότι ήταν αυτός που προκάλεσε το επεισόδιο στο Λεωφορείο και όχι ο Αιτητής και ότι όλα αυτά τα χρόνια ήταν το άτομο που έκανε συνεχώς bulling στο Αιτητή, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο. Η κα Παντελάκη, πέραν των όσων παρατίθενται ανωτέρω και αποτελούν μέρος της γραπτής δήλωσης της (Τεκ.Α), ισχυρίστηκε ότι ενημερώθηκε για πρώτη φορά για την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του Αιτητή συνεπεία κατανάλωσης αλκοόλ στο Φεστιβάλ Όπερας Πάφου, τον Σεπτέμβριο
  7. Επίσης, τον Οκτώβριο 2014, παρουσία του εκπροσώπου της ΣΩΜΕΣΟΚ τέθηκε θέμα για την κατανάλωση αλκοόλ που επηρέαζε τη συμπεριφορά και απόδοση κάποιων μουσικών και ιδιαίτερα του Αιτητή για το οποίο θα έπρεπε να ληφθούν τελεσίδικα μέτρα (Τεκ.9). Ισχυρίστηκε ότι εκτός από τα δύο περιστατικά με τον Αιτητή που έλαβαν χώρα τον Μάρτιο και Απρίλιο 2015, τον Σεπτέμβριο 2015, όταν επέστρεψε πρακτικά στα καθήκοντα του, σημειώθηκε νέο περιστατικό στο Φεστιβάλ Όπερας στην Πάφο, που δεν προκλήθηκε από την χρήση αλκοόλ αλλά πιθανόν από τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε ο Αιτητής, χωρίς ωστόσο να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις. Για τη διαδικασία τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή ισχυρίστηκε ότι μετά την πληροφόρηση που έλαβε από τον Εκτελεστικό Διευθυντή (Τεκ.22) ότι ο Αιτητής επιτέθηκε λεκτικά στον Έφορο της Ορχήστρας και σε άλλους μουσικούς κατά τη μετάβαση τους στο Θέατρο Ριάλτο στη Λεμεσό, έδωσε οδηγίες να τεθεί άμεσα σε διαθεσιμότητα. Αφού αναφέρθηκε στα όσα είχαν μεσολαβήσει από την ημέρα διαθεσιμότητας του Αιτητή, ισχυρίστηκε ότι ο Εκτελεστικός Διευθυντής ως Ερευνών Λειτουργός που διορίστηκε μετά από οδηγίες του Δ.Σ., αφού άκουσε τις δύο πλευρές και διάφορους μάρτυρες, αποφάσισε ότι στο συγκεκριμένο περιστατικό δεν υπήρχαν αποδείξεις πως ο Αιτητής ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ και ότι το περιστατικό προκλήθηκε λόγω της άστατης ψυχολογικής κατάστασης του Αιτητή, η οποία έθετε σε κίνδυνο το κύρος της Ορχήστρας (Τεκ.28). Σημείωσε ότι ενόσω ο Αιτητής βρισκόταν σε διαθεσιμότητα λάμβανε κανονικά τον μισθό του και δεν υπέστη καμία οικονομική δυσχέρεια. Καταληκτικά ισχυρίστηκε ότι απέλυσαν τον Αιτητή λόγω της συμπεριφοράς του, που οφείλετο στο θέμα της κατανάλωσης αλκοόλ. Ότι οι Καθ' ων η αίτηση του είχαν προσφέρει αρκετό χρόνο και βοήθεια για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του, και ο ίδιος με τις πράξεις και ενέργειες του κατέστησε πρακτικά αδύνατη τη συνέχιση της απασχόλησης του. Ότι το πρόβλημα της εξάρτησης του ήταν τόσο σοβαρό που δεν μπορούσε να εκπληρώσει τα καθήκοντα του ως μουσικός, ενώ η συμπεριφορά του έθιγε το κύρος της Ορχήστρας και κατά συνέπεια των Καθ' ων η αίτηση. Κατά την αντεξέταση της κας Παντελάκη δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στη διαδικασία και στους λόγους που οι Καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκαν για την απόλυση του Αιτητή. Ενώ παραδέχθηκε ότι στη ΣΣΕ, δεν υπάρχει πρόνοια για διαθεσιμότητα, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι οι οδηγίες που είχαν από το Υπουργείο Οικονομικών και τον Γενικό Ελεγκτή ήταν να ακολουθείται η πειθαρχική διαδικασία που ίσχυε για τους υπαλλήλους του Δημοσίου. Για τα προβλεπόμενα στην ΣΣΕ ισχυρίστηκε ότι πριν τη συνεδρία του ΔΣ συζητούσαν με τη συντεχνία των μουσικών τα θέματα που τους απασχολούσαν και ότι για την περίπτωση του Αιτητή ήταν πλήρως ενήμεροι. Ενώ επέμενε ότι ο λόγος που απέλυσαν τον Αιτητή ήταν η διαχρονική εξάρτηση του από το αλκοόλ που δεν του επέτρεπε να εκτελεί ικανοποιητικά τα καθήκοντα του, σε υπόδειξη ότι εν τέλει δεν απολύθηκε λόγω του επεισοδίου στο λεωφορείο, ισχυρίστηκε ότι με βάση τη ΣΣΕ μπορείς να απολύσεις κάποιο για δύο λόγους, ο πρώτος στα πλαίσια της αξιολόγησης της θέσης του που ήταν η πτώση της απόδοσης του και ο δεύτερος επειδή ήταν απρεπής. Σε νέα υπόδειξη ότι η επιστολή δεν αναφέρεται σε δύο λόγους, η μάρτυς συνέδεσε τη απόδοση και τη συμπεριφορά του Αιτητή με την κατανάλωση αλκοόλ. Ο Αιτητής με τη γραπτή δήλωση του, αφού επανέλαβε ουσιαστικά τις θέσεις που διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης, έθεσε ως αβάσιμους τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή απόλυσης. Ισχυρίστηκε ότι καθ' όλη την περίοδο απασχόληση του επέδειξε ζήλο και αφοσίωση στα καθήκοντα του και ευπρεπή συμπεριφορά. Ότι περνούσε εξετάσεις σε διάφορες φάσεις για να κριθεί σε ποια θέση ήταν ικανός να τοποθετηθεί και γι' αυτό το λόγο έγινε υποκορυφαίος. Θεώ-ρησε ως παράνομη και αντίθετη με τις πρόνοιες της ΣΣΕ την απόφαση της διαθεσιμότητας του και τη διαδικασία που ακολούθησαν οι Καθ' ων η αίτηση για την απόλυση του. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε του κοινοποιήθηκε το πόρισμα του Ερευνώντα Λειτουργού που ήταν και μάρτυρας στα γεγονότα και γι' αυτό δεν μπορούσε να ήταν αμερόληπτος. Σε αντίθεση με τους λόγους που επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση για την απόλυση του, ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν δέχθηκε οποιαδήποτε προειδοποίηση ή αξιολόγηση για την απόδοση του ή τον ικανοποιητικό τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του με βάση τη ΣΣΕ. Ότι η αποτοξίνωση και απεξάρτηση του, ως αναφέρεται ανωτέρω, ήταν επιτυχής και όταν επέστρεψε στα καθήκοντα του είχε πάψει να πίνει ποτό και ήταν σε φαρμακευτική αγωγή με αγχολυτικά χάπια. Επίσης ότι ο κ. Αγγελίδης δεν του συμπεριφερόταν με τον πρέπον τρόπο, τον στενοχωρούσε, τον ταπείνωνε και γενικά επηρέαζε την ψυχολογική του κατάσταση. Αντεξεταζόμενος επί των λόγων απόλυσης επέμενε ότι η σχέση του με το αλκοόλ δεν του δημιούργησε απολύτως κανένα πρόβλημα στη συμπεριφορά ή την απόδοση του έστω κι αν κάποιοι θέλησαν να παρουσιάσουν αλλιώς τα πράγματα. Ότι υπήρχε ένα κύκλωμα στην Ορχήστρα που καταδίωκαν κατ' επιλογή υπαλλήλους και δημιουργούσαν τέτοιο bulling που τον οδήγησε στην κατανάλωση αλκοόλ. Κατονομάζοντας τα πρόσωπα αυτά, που ήταν ο Α. Α. ως βασικός συντελεστής, ο Ν. Ι. και ο Α. Π., ισχυρίστηκε ότι η καταδίωξη από μέρους τους άρχισε τα τελευταία 3-4 χρόνια πριν την απόλυση του. Επέμενε ότι δεν έκανε καταχρηστική χρήση αλκοόλ αλλά ελάχιστη λόγω του επαναλαμβανόμενου bulling κατά τα τελευταία χρόνια και ότι ποτέ δεν παρουσίασε το παραμικρό πρόβλημα. Σε υποβολή ότι δεν επρόκειτο για απλή αλλά για καταχρηστική χρήση σε βαθμό που έχριζε θεραπείας, επέμενε ότι ήταν το ελάχιστο για σκοπούς χαλάρωσης και μετά από επιμονή του Α. Α. και των φίλων του να επισκεφθεί γιατρό κάτι που άκουγε καθημερινά. Ερωτηθείς εάν ο συντεχνιακός κ. Τούλουπος είχε ειδοποιηθεί για το bulling ισχυρίστηκε ότι τον ειδοποίησε τηλεφωνικώς. Ενώ ανέφερε ότι δεν ήταν μέλος του Σωματείου μουσικών ΣΩΜΕΣΟΚ, εν τέλει είπε ότι δεν ήταν στην επιτροπή. Τέλος δεν αρνήθηκε ότι χρονικά τόσο το 2008 όσο και το 2013 του έγιναν γραπτές προειδοποιήσεις από μέρους των Εργοδοτών του (Τεκ.35-36). Ανάλυση - Συμπέρασμα Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «
  8. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) Όταν εργοδοτούμενος παραλείπη να εκτελέση την εργασία του κατ' ευλόγως ικανοποιητικόν τρόπον: Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλόμενη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης: (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Σύμφωνα με τη νομολογία, οι εργασιακές σχέσεις βασίζονται στην ύπαρξη ενός κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο αυτό, δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. (Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά,
(2014)1 Α.Α.Δ. 1193). Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνει χώρα μόνο υπό ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του (βλ. Κασάπη ν. Techno-plastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, η οποία αποτέλεσε καθοδήγηση στην έκδοση των πιο πάνω αποφάσεων, μια ανάρμοστη συμπεριφορά για να δικαιολογεί άμεση απόλυση θα πρέπει να είναι σοβαρή και εσκεμμένη (gross misconduct). Επίσης ορισμένες κατηγορίες, όπως, η διάπραξη ποινικού αδικήματος (κλοπή, απάτη, βία, σοβαρή αμέλεια), η ηθελημένη ανυπακοή σε νόμιμη και λογική εντολή του εργοδότη, η υποχρέωση εχεμύθειας, η παράλειψη εκτέλεσης πράξεων ανταγωνισμού σε βάρος του εργοδότη, συνιστούν αναγνωρισμένη μορφή ασύγγνωστης συμπεριφοράς καθώς συνδέονται άμεσα με το καθήκον πίστης, τιμιότητας και επιμέλειας του εργοδοτούμενου να ενεργεί κατά τρόπο που να εξυπηρετεί και να μην βλάπτει τα συμφέροντα του εργοδότη του. Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1Α..Α.Δ. (Β) 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swing
(1981)1 R.L.R. 91 (σ. 93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning M.R.: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quire reasonably take a different view". (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Επομένως, για κάθε λόγο που προβλέπεται στο άρθρο 5 του Νόμου, η νομιμότητα της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου, εξαρτάται από τη σωστή εφαρμογή της αρχής της λογικότητας ("reasonableness"). Το σωστό κριτήριο, που θα οδηγήσει στην τελική κρίση του Δικαστηρίου, «είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη υπό τις περιστάσεις, να προβεί σε τερματισμό της εργοδότησης στη βάση των ενώπιον του στοιχείων και πάντοτε, βεβαίως, έχοντας υπ' όψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.» Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer-. (Βλ. Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου
(2004)1Α Α.Α.Δ. 665, L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά, (ανωτέρω), Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφεση 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Όπως εντοπίζεται στην πρόσφατη απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018: «Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή. Να αναφέρουμε εδώ, παρενθετικά, ότι για τον κανόνα αναφορικά με την αξιολόγηση του εύλογου της έρευνας του εργοδότη και της κατάληξης του περί ύπαρξης μεμπτής συμπεριφοράς, σχετική είναι η υπόθεση British Home Stores Ltd v Burchell [1978] IRLR 379, EAT. Η εστίαση της νομολογίας στην απόφαση απόλυσης που λαμβάνει ο εργοδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό το φως των περιστάσεων που έχει υπόψη του, σημαίνει ότι στοιχεία που έρχονται στο φως μετά την απόλυση δεν μπορούν να επηρεάσουν το ζήτημα της νομιμότητας της. Έτσι, λοιπόν, απόλυση η οποία είναι δίκαια και δικαιολογημένη και, επομένως, νόμιμη επειδή ο εργοδότης εύλογα πίστευε στη βάση των ενώπιον του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, θα εξακολουθήσει να θεωρείται δίκαιη και δικαιολογημένη ακόμα και αν μετά την απόλυση έρθουν στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος δεν ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, (Βλ. Devis & Sons Ltd v Atkins [1977] AC 931 και Polkey v AE Dayton Services Ltd [1988] AC 344). Επισημαίνεται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd v Jones
(1983)ICR 17, ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών διαφορών να επανακδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage"). Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη ("an ET. may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ. 62). Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή.» Στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου, «Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη», 2018, σελ.409-409, εντοπίζουμε τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικασία που ο εργοδότης θα πρέπει να ακολουθεί κατά την απόλυση εργοδοτούμενου: Συνοπτικά, η νομολογία του κοινοδικαίου καθώς και των σχετικών νομοθετημάτων τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο μπορεί α συνοψιστεί ως ακολούθως:
  1. Σε υποθέσεις απόλυσης είναι ενδεχόμενο να εγερθούν όχι μόνο θέματα ουσία αλλά και διαδικασίας.
  2. Ο εργοδότης, κατά κανόνα, δεν μπορεί αν ενεργεί χωρίς να ακολουθεί οποιαδήποτε διαδικασία ή να μην τηρεί οποιαδήποτε εχέγγυα εύλογης κρίσης, απλώς και μόνο διότι πιστεύει ότι ο εργοδοτούμενος έχει υποπέσει σε σοβαρά παραπτώματα.
  3. ...
  4. ...
  5. Πέραν του ευλόγου των αποφάσεων του εργοδότη, η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας έχει ως σκοπό τον σεβασμό των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου, χωρίς όμως ο σκοπός αυτός να συνεπάγεται υποχρέωση εκ μέρους του εργοδότη για τήρηση τυποποιημένης ή συγκεκριμένης διαδικασίας που προνοείται σε Νόμους ή Κανονισμούς του Δημόσιου Τομέα ή που ταυτίζεται με πειθαρχικές διαδικασίες στο χώρο του δημοσίου δικαίου. Επαναλαμβάνουμε όμως ότι εκεί που ο εργοδότης έχει υιοθετήσει κάποια συγκεκριμένη διαδικασία, είτε βασική είτε και κατ' έφεση, τότε ο εργοδότης θα πρέπει να την ακολουθήσει όπως αυτή έχει καταγραφεί και κοινοποιηθεί στους εργοδοτούμενους και τις συντεχνίες τους, έστω και αν αυτή εμπεριέχει στοιχεία τα οποία συνήθως ανήκουν στην πειθαρχική διαδικασία του δημοσίου ή ακόμα και σε ποινικές διαδικασίες (με παρουσία δικηγόρου και εξέταση μαρτύρων), εκτός και πάλι σε εξαιρετικές περιπτώσεις. ..» Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας o εργοδότης δύναται να θέσει τον εργοδοτούμενο σε διαθεσιμότητα ή αναγκαστική άδεια άνευ απολαβών για κάποιο χρονικό διάστημα είτε για τιμωρία είτε για διερεύνηση πιθανού πειθαρχικού παραπτώματος, εφόσον δίδεται η συγκατάθεση του εργοδοτούμενου ή παρέχεται εξουσία στον εργοδότη από τη σύμβαση εργασίας με τον εργοδοτούμενο ή τον νόμο. (βλ. Halsbury´s Statutes, 4th edition, Reissue Vol.16 (1B) p.13 para. 562, Selwyn's Law of Employment, 14th edition, p. 348, Π.Γ. Πολυβίου, «Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη», Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου, σελ.470-489). Να σημειώσουμε ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ο εργοδότης θα πρέπει να ασκεί το δικαίωμα για απόλυση του εργοδοτούμενου εντός λογικού χρονικό διαστήματος από του γεγονότος που του παρείχε αυτό το δικαίωμα ή διαφορετικά από την ημέρα που αυτό περιήλθε εις γνώσιν του. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο εργοδοτούμενος έχει έντονο συμφέρον να γνωρίζει το ταχύτερο δυνατό εάν ο εργοδότης έχοντας ως αφορμή συγκεκριμένο περιστατικό θα προχωρήσει ή όχι στο τερματισμό της απασχόλησης του. Δεν μπορεί να αξιωθεί απ' αυτόν η παράταση της αβεβαιότητας ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης για μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά παράβαση του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Διαφορετικά ο εργοδότης για μεγάλο χρονικό διάστημα και ίσως για όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης θα μπορεί να διατηρεί τους λόγους και να τους χρησιμοποιεί ανά πάσα στιγμή ως μέσο πίεσης του εργοδοτούμενου. Εάν ο εργοδότης δεν ενεργήσει εντός των λογικών χρονικών πλαισίων που θέτει ο Νόμος και η νομολογία, τότε θα θεωρείται ότι εγκατέλειψε το δικαίωμα του να απολύσει τον εργοδοτούμενο χωρίς προειδοποίηση και αποζημίωση, εκτός βέβαια εάν συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που τον δικαιολογούν. Τι αποτελεί «λογικό χρονικό διάστημα» εν τη εννοία του Νόμου, εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και τον χρόνο που εύλογα απαιτείται για τα λογική διερεύνηση των συμβάντων προτού ο εργοδότης καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα. (Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 194, L' Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117, Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000, Κυπριανού & Σια ν. Πετρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 607). Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, που το Δικαστήριο τούτο ακολούθησε και σε παλαιότερες αποφάσεις του, η νομιμότητα μιας απόλυσης που οφείλεται στην παράλειψη του εργοδοτούμενου να εκτελέσει την εργασία του κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο, εξαρτάται από το εάν ο εργοδότης εφάρμοσε σωστά την αρχή της λογικότητας. Ειδικότερα όταν ο εργοδότης κάνει χρήση του άρθρου 5(α) του Νόμου θα πρέπει να έχει υπόψη του ότι η εφαρμογή της πρόνοιας αυτής απαιτεί λογική αποτελεσματικότητα (reasonable efficiency) και όχι μεγίστη αποτελεσματικότητα (utmost efficiency). Τι είναι λογική αποτελεσματικότητα είναι θέμα βαθμού εξαρτώμενο από τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Συνεπώς, ο εργοδότης θα πρέπει κατ' αρχάς να αποδείξει ότι ο εργοδοτούμενος δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντα του, εντός των πλαισίων της λογικής παραγωγικότητας που απαιτείται υπό τις περιστάσεις. Ακολούθως θα πρέπει να αποδείξει ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις προέβη σε λογική έρευνα προτού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόδοση του εργοδοτούμενου δεν ήταν η λογικά αναμενόμενη και ότι έφερε εις γνώσιν του εργοδοτούμενου με σαφή τρόπο τα παράπονα που μπορεί να έχει εναντίον του σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του. Επίσης ότι έδωσε στον εργοδοτούμενο τη λογική ευκαιρία να βελτιωθεί και τον προειδοποίησε (worn him) για τις τυχόν συνέπειες πριν του δώσει προειδοποίηση (notice) απόλυσης. (St. A. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd edition p.225). Στην απόφαση James v Waltham Holy Cross UDC [1973] IRLR 348 το Δικαστήριο δήλωσε τα ακόλουθα: 'An employer should be very show to dismiss upon the grounds that the employee is incapable of performing the work which he is employed to do, without first telling the employee of the respects in which he is failing to do his job adequately, warning him of the possibilities or likelihood of dismissal on this ground and giving him an opportunity of improving his performance'. Η προειδοποίηση, κατά ένα λόγο, αποτρέπει τη δημιουργία ενός κλίματος εμπιστοσύνης υπέρ του εργοδοτούμενου. Πράγματι, από το γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα συγκεκριμένες ενέργειες του εργοδοτούμενου, αντίθετες προς τις συμβατικές του υποχρεώσεις (π.χ. ολιγόλεπτη καθυστέρηση στην έναρξη της εργασίας, πλημμελής εκπλήρωση καθηκόντων) δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αντί-δρασης ή αποδοκιμασίας από τον εργοδότη είναι δυνατό να δημιουργηθεί στο πρόσωπο του εργοδοτούμενου η δικαιολογημένη πεποίθηση ότι ο εργοδότης είναι ικανοποιημένος ή τουλάχιστον ανέχεται τον τρόπο με τον οποίο αυτός εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Στην περίπτωση αυτή, η προσφυγή του εργοδότη αιφνιδιαστικά στον τερματισμό της εργασιακής σχέσης, χωρίς να δώσει στον εργοδοτούμενο προηγουμένως την ευκαιρία να μεταβάλει τη συμπεριφορά του, ώστε αυτή να είναι σύμφωνη με τις συμβατικές υποχρεώσεις του, συνιστά αντιφατική συμπεριφορά, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις επιταγές της καλής πίστης. Δεν πρέπει να αναμένει κανείς από τον εργοδοτούμενο ότι θα μεταβάλει τη συμπεριφορά του, όταν αυτός δικαιολογημένα, εν όψει της για μεγάλο χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητης αποδοχής από τον εργοδότη της πλημμελώς εκπληρούμενης υποχρέωσης για παροχή εργασίας, θεωρεί ότι ο τελευταίος ανέχεται τη συμπεριφορά αυτή. (Δ. Ζερδελής, Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 2η έκδοση σ.130 επ.). Στις περιπτώσεις αυτές, ο εργοδότης που παραλείπει να προβεί σ' ένα σημαντικό διαδικαστικό βήμα, οφείλει να δικαιολογήσει την παράλειψη του. Η ευρεία διακριτική ευχέρεια που διατηρούν τα δικαστήρια να αποφασίσουν εάν θα αντιμετωπίσουν τη διαδικαστική παράλειψη ως λόγο διαπίστωσης αδικαιολόγητης απόλυσης διασφαλίζει ότι τα μέτρα που προτείνονται στην υπόθεση James (ανωτέρω) θα διατηρήσουν τη σημασία τους ως οδηγό για την εύλογη διαδικασία σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Έτσι, τα δικαστήρια μπορούν να αποφασίσουν ότι η απόλυση δεν δικαιολογείται, επειδή ο εργοδότης παρέλειψε να ακολουθήσει το πρότυπο του «λογικού εργοδότη» και δεν έφερε εις γνώσιν του εργοδοτούμενου με σαφή τρόπο τη δυσαρέσκεια και τα παράπονα που μπορεί να έχει εναντίον του, επιδεικνύοντας του με επάρκεια τις ελλείψεις και αδυναμίες του και προειδοποιώ-ντας τον ότι λόγω αυτών των αδυναμιών η εργασία του τίθεται σε κίνδυνο. Επιπλέον, τα δικαστήρια δικαιολογούνται να θεωρούν την απόλυση αδικαιολόγητη όταν ο εργοδότης δεν παρέχει στον εργαζόμενο εύλογη ευκαιρία να βελτιωθεί. (St. A. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd edition p.231). Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι τα όσα με σαφήνεια κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες για τους Καθ' ων η αίτηση, σε σχέση με την εξάρτηση του Αιτητή από το αλκοόλ και την μη πρέπουσα συμπεριφορά που εκδήλωνε εν ώρα εργασίας, σε αντίθεση με αυτά που προέβαλε ο Αιτητής κατά την αντεξέταση του, ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια. Υποστηρίζονται επίσης και από την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και τα οποία σε καμία περίπτωση δεν έχουν αμφισβητηθεί. Ειδικότερα από την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία είναι φανερό ότι το όλο θέμα απασχόλησε το Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση σε δύο συνεδρίες του ημερ. 9.9.2014 (Τεκ.8) και 16.10.2014 (Τεκ.9), όπου οι εκπρόσωποι του ΣΩΜΕΣΟΚ κατάγγειλαν τον Αιτητή για αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά συνεπεία κατανάλωσης αλκοόλ και πρότειναν όπως ληφθούν τελεσίδικα μέτρα για την περίπτωση του. Επίσης στις 6.4.2015 ο Α. Αγγελίδης υπό την ιδιότητα του Εφόρου, απέστειλε επιστολή (Τεκ.3) στον Καλλιτεχνικό Διευθυντή και στον Διοικητικό Διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση με κοινοποίηση στο Πρόεδρο του ΣΩΜΕΣΟΚ, μαζί με δύο επισυναπτόμενες εκθέσεις για δύο παραπτώματα που υπέπεσε ο Αιτητής εν ώρα εργασία συνεπεία κατανάλωσης ποτού στις 12 - 13 Μαρτίου 2015 και 3.4.2015, και μια επιστολή ημερ. 15.11.2014 από τον Concertmaster επί του ιδίου θέματος. Περαιτέρω, ο Αιτητής ενώ ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του ότι το αλκοόλ δεν του δημιούργησε απολύτως κανένα πρόβλημα στη συμπεριφορά ή την απόδοση του έστω κι αν κάποιοι θέλησαν να παρουσιάσουν αλλιώς τα πράγματα και ότι λάμβανε την ελαχίστη ποσότητα για σκοπούς χαλάρωσης, ωστόσο αμέσως μετά το τελευταίο περιστατικό, όταν οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν τη μη συμμετοχή του στις εργασίες (δοκιμές και συναυλίες) της Ορχήστρας μέχρι το θέμα εξεταστεί από το Δ.Σ. στις 28.4.2015, ο ίδιος από μόνος του έφερε εις γνώσιν τους, μέσω ψυχιάτρου, ότι χρειαζόταν αναρρωτική άδεια και θεραπεία για πρόβλημα εξάρτησης (Τεκ.11). Επακόλουθο ήταν να δοθεί στο Αιτητή η δυνατότητα αποτοξίνωσης και αποκατάστασης από κατάχρηση αλκοόλ, η οποία με βάση την ιατρική έκθεση του θεράποντος γιατρού (Τεκ.19), ήταν επιτυχής και έγινε σε λιγότερο του αναμενόμενου χρόνου. Εν τέλει ο Αιτητής, φαίνεται να επανήλθε στα καθήκοντα του από τις 29.6.2015 οπότε και συμμετείχε στο Φεστιβάλ Όπερας στην Πάφο που έγινε τον Σεπτέμβριο
  1. Η δικογραφημένη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής επιστέφοντας στα κα-θήκοντα του συνέχισε να επιδεικνύει την ίδια προβληματική συμπεριφορά και να μην εκτελεί κατά ικανοποιητικό τρόπο την εργασία του όπως και προηγουμένως, δεν έχει υποστηριχθεί από οποιανδήποτε μαρτυρία. Τα όσα η κα Παντελάκη κατέθεσε στο Δικαστήριο, επικαλούμενη το πρακτικό του Δ.Σ. ημερ. 16.9.2015 (Τεκ.21), ότι μετά την επιστροφή του Αιτητή, τον Σεπτέμβριο 2015, σημειώθηκε νέο περιστατικό στο Φεστιβάλ Όπερας Πάφου, αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε στοιχεία και συνεπώς δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτοί από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, είναι φανερό ότι το περιστατικό που έλαβε χώρα στις 2.12.2015, αποτέλεσε την αιτία που οδήγησε τους Καθ' ων η αίτηση στην απόφαση να θέσουν τον Αιτητή σε διαθεσιμότητα μετ' απολαβών και να αναθέσουν στον Εκτελεστικό Διευθυντή τη διερεύνηση πιθανού πειθαρχικού παραπτώματος. Από το υπηρεσιακό σημείωμα (Τεκ.28), που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η κα Παντελάκη, φαίνεται ότι ο Ερευνών Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τα όσα ανέφερε ο κ. Α. Αγγελίδης στην αναφορά του και τις καταθέσεις που πήρε από τον Αιτητή και άλλους επιβαίνοντες στο λεωφορείου, ακολούθως στις 3.2.2015 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ. Ότι για μια ακόμη φορά διαπιστώνεται να υπάρχει μεγάλη αναστάτωση και συνεπώς παρουσιάζονται οι δυσκολίες στη διεκπεραίωση δοκιμών και συναυλιών ιδιαίτερα εκτός Λευκωσίας, λόγω της άστατης ψυχολογικής κατάστασης του Αιτητή η οποία φέρνει σε κίνδυνο το κύρος της Ορχήστρας. Εν ολίγοις, αυτό που εν τέλει διαπίστωσε ο Ερευνών Λειτουργός είναι ότι ο Αιτητής δεν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ και ότι τα γεγονότα εντός του λεωφορείου εκτυλίχθηκαν όπως τα παρέθεσε ο κ. Α. Αγγελίδης στην αναφορά του και υποστήριξαν οι υπόλοιποι επιβαίνοντες στο λεωφορείο με την κατάθεση τους. Ότι δηλαδή άρχισε να βρίζει με βαριούς χαρακτηρισμούς και να κινείται απειλητικά προς το κ. Α. Αγγελίδη σε βαθμό που χρειάστηκε η παρέμβαση τριών μουσικών για να τον συγκρατήσουν. Επίσης ότι το λεωφορείο χρειάστηκε να σταματήσει για λίγα λεπτά. Μελετώντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας τείνουμε να αποδεχθούμε τα όσα ο κ. Αγγελίδης με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν της θετικής εικόνας που άφησε στο Δικαστήριο, τα όσα παράθεσε στην αναφορά του και επανέλαβε στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζονται και από τις καταθέσεις των άλλων μουσικών που επέβαιναν στο λεωφορείο. Αντίθετα, η ανάλογη μαρτυρία του Αιτητή κρίνεται αναξιόπιστη. Σημειώνουμε ότι στην προσπάθεια του να καταδείξει ότι τα όσα του καταλογίζονται δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια, ισχυρίστηκε ότι τρία από τα πρόσωπα που κατέθεσαν στον Ερευνώντα Λειτουργό, περιλαμβανομένου και του Α. Παρτζίλη, ήταν τα πρόσωπα που τον καταδίωκαν, γεγονός που δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την ενώπιον μας αναντίλεκτη πραγματική μαρτυρία. Επεξηγώντας, υπενθυμίζουμε ότι ο Α. Παρτζίλης, ως Πρόεδρος του ΣΩΜΕΣΟΚ κοινοποίησε στις 28.4.2015 επιστολή (Τεκ.12) στο Δ.Σ. με την οποία εισηγείτο όπως συμφωνηθεί με τον Αιτητή η παρακολούθηση προγράμματος απεξάρτησης και να του εγκριθούν όλες οι μέρες αδείας με απολαβές που προβλέπει ο νόμος για ιατρικά θέματα. Σημείωσε μάλιστα ότι ο Αιτητής «πέραν του προβλήματος που αντιμετωπίζει, είναι ένας αξιόλογος συνάδελφος με χρυσή καρδιά και ιδρυτικό μέλος της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου. Καλούμαστε εμείς ως Σωματείο και εσείς ως Διοίκηση να βοηθήσουμε τον κ. Τ. να ξεπεράσει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει.». Κάτω απ' αυτά τα δεδομένα δυσκολευόμαστε να πειστούμε ότι ο Α. Παρτζίλης, καταδίωκε με οποιονδήποτε τρόπο τον Αιτητή ή ότι δεν κατάθεσε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στο λεωφορείο. Τουναντίον όλες οι προσπάθειες του τείνουν να καταδείξουν το αντίθετο. Πρόσθετα δεν διεφάνη - έστω και αμυδρά - να είχε οποιονδήποτε λόγο τόσο ο ίδιος όσο και οι υπόλοιποι μουσικοί να πουν ψέματα για ένα θέμα που ενδεχομένως θα στοίχιζε τη δουλειά σ' ένα συνάδελφο τους. Για όλα τα πιο πάνω βρίσκουμε ότι το επεισόδιο στο λεωφορείο προκλήθηκε από τον ίδιο τον Αιτητή ο οποίος επέδειξε μια απρεπή, υβριστική συμπεριφορά εις βάρος του Α. Αγγελίδη στην παρουσία των υπολοίπων μελών της Συμφωνικής Ορχήστρας κατά τη μετάβαση τους στη Λεμεσό. Οι Καθ' ων η αίτηση ωστόσο ενώ διέταξαν τη διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας με απώτερο σκοπό τη διερεύνηση του περιστατικού, έξι μήνες μετά τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή ισχυριζόμενοι ότι δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο την εργασία του ως μουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου, λόγω του προβλήματος εξάρτησης από το αλκοόλ που αντιμετώπιζε διαχρονικά. Στην επιστολή απόλυσης σημειώνεται ότι οι λόγοι για την απόφαση του Δ.Σ. ήταν γνωστοί στον Αιτητή και ότι αποτελέσαν αντικείμενο αλληλογραφίας με τον δικηγόρο του. Από την πραγματική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι φανερό ότι η μόνη επιστολή που κοινοποίησε ο συνήγορος του Αιτητή ήταν ημερ. 29.5.2015 (Τεκ.16) και αποτελούσε απάντηση σε επιστολή των Καθ' ων η αίτηση ιδίας ημερομηνίας (Τεκ.18) με την οποία ενημέρωναν τον Αιτητή για την απόφαση του Δ.Σ. να μην εγκρίνει την επιστροφή στα καθήκοντα του με βάση την ιατρική έκθεση του θεράποντα γιατρού (Τεκ.14). Με την ολοκλήρωση της θεραπευτικής αγωγής, οι Καθ' ων η αίτηση ενημέρωσαν γραπτώς τον Αιτητή (Τεκ.20) ότι το Δ.Σ. είχε εγκρίνει την επιστροφή στα καθήκοντα του από τις 29.6.
  2. Ταυτόχρονα του εφίστατο η προσοχή ότι τόσο η χρήση αλκοόλ εν ώρα εργασίας όσο και η προσέλευση στην εργασία υπό επήρεια αλκοόλης απαγορευόταν αυστηρά και ότι σε περίπτωση που ανέκυπτε κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν την εφαρμογή όλων των πειθαρχικών μέτρων σύμφωνα με τις πρόνοιες 21.5 και 21.6 της ΣΣΕ των μουσικών της Συμφωνικής Ορχήστρας (Τεκ.6), για διασφάλιση της ομαλής διεξαγωγής των δοκιμών και συναυλιών της Ορχήστρας (Τεκ.20). Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία και ούτε οποιαδήποτε απτά πειστικά στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι ο Αιτητής μετά την ολοκλήρωση της θεραπευτικής αγωγής και την επιστροφή στα καθήκοντα του συνέχισε να κάνει χρήση αλκοόλ εν ώρα εργασίας ή να προσέρχεται στην εργασία του υπό την επήρεια αλκοόλ. Αυτή άλλωστε ήταν και η διαπίστωση του Ερευνώντα Λειτουργού κατά τη διερεύνηση του τελευταίου περιστατικού. Πέραν τούτου, ενώπιον του Δικαστηρίου κανένα στοιχείο δεν τέθηκε που έτεινε να καταδείξει ότι ο Αιτητής μετά τη θεραπευτική αγωγή και την επιστροφή στα καθήκοντα του και μέχρι τον τερματισμό της απασχόλησης του έλαβε οποιαδήποτε προειδοποίηση ότι δεν εκτελούσε κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο τα καθήκοντα του ή έγινε δέκτης γραπτής ή προφορικής παρατήρησης ή προειδοποίησης ή περιήλθε εις γνώσιν του κατά τρόπον σαφή και συγκεκριμένο τυχόν δυσαρέσκεια ή παράπονα που είχαν οι Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με την αποδοτικότητα του και ή ότι του υποδείχτηκαν με επάρκεια και ή καθόλου οποιεσδήποτε ελλείψεις ή αδυναμίες παρουσίαζε στην εργασία του. Πολύ περισσότερο σε καμία περίπτωση δεν διεφάνη ότι η Καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν την προβλεπόμενη στη ΣΣΕ «Διαδικασία Αξιολόγησης» όπου ρητά προβλέπεται ότι σε περίπτωση που ήθελε διαπιστωθεί ότι το επίπεδο κάποιου μουσικού έχει πέσει κάτω από τα αναμενόμενα επίπεδα εφαρμόζονται συγκεκριμένες διαδικασίας και ο μουσικός υπόκειται σε προειδοποίηση και αξιολόγηση. Περαιτέρω, το τελευταίο περιστατικό που οδήγησε τους Καθ' ων η αίτηση στην απόφαση να θέσουν τον Αιτητή σε διαθεσιμότητα και να προβούν στη διερεύνηση πιθανού πειθαρχικού παραπτώματος με επακόλουθο τον τερματισμό της απασχόλησης του, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν εκτελούσε κατ' εύλογο ικανοποιητικό τρόπο την εργασία του. Από την «Αναφορά του Εφόρου» ημερ. 2.12.2015 (Τεκ.5) και τις σχετικές καταθέσεις (Τεκ.28), το μόνο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι ο Αιτητής επέδειξε μια απρεπή και ανάρμοστη συμπεριφορά που πιθανόν να δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησης του στη βάση των προνοιών του άρθρου 5(ε) και (στ) του Νόμου. Ωστόσο, σε μια τέτοια περίπτωση, οι Καθ' ων η αίτηση όφειλαν, με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, να ενεργήσουν εντός ευλόγου χρόνου από του γεγονότος που τους παρείχε αυτό το δικαίωμα, εκτός βέβαια εάν συνέτρεχαν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που δικαιολογούσαν την καθυστέρηση. Προφανώς, οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν τελικά την απασχόληση του Αιτητή έξι μήνες μετά το τελευταίο περιστατικό, αφού στο μεσοδιάστημα ετοιμάστηκε το πόρισμα του Ερευνώντα Λειτουργού ημερ. 3.2.2016 και ακολούθως στις 5.2.2016 λήφθηκε η απόφαση για προώθηση της διαδικασίας απόλυσης. Με βάση τη νομολογία και τις νομικές αρχές που παραθέτουμε ανωτέρω, κρίνουμε ότι το εν λόγω χρονικό διάστημα ήταν αρκετά μεγάλο για να απολέσει από τους Καθ' ων η αίτηση το δικαίωμα να τερματίσουν την απασχόληση του Αιτητή για οποιανδήποτε προηγούμενη συμπεριφορά του. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν οποιαδήποτε γεγονότα που δικαιολογούν την καθυστέρηση. Πρόσθετα, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι οι Καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν την προβλεπόμενη στη ΣΣΕ «Πειθαρχική Διαδικασία» και ειδικότερα τον όρο 21.6 που προνοεί ότι σε περίπτωση που ο μουσικός συμπεριφέρεται με τρόπο που προσβάλει με οποιονδήποτε τρόπο το κύρος ης Ορχήστρας και ζημιώνει το καλό όνομα της, η Διοίκηση θα μπορούσε να επιβάλει σε πρώτο στάδιο διάφορα μέτρα από τη γραπτή παρατήρηση μέχρι οικονομικές κυρώσεις ως και τη διακοπή του συμβολαίου του μουσικού. Προτού επιβληθεί ποινή που αφορά οικονομικές κυρώσεις ή/και τερματισμό της απασχόλησης, θα συγκαλείται σύσκεψη με τη συμμετοχή της Συντεχνίας του μουσικού για τελικές διαβουλεύσεις. Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση τερματίζοντας την απασχόληση του Αιτητή δεν ενήργησαν εντός των πλαισίων του μέσου λογικού εργοδότη και ως εκ τούτου παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή. Η περίοδος απασχόλησης του Αιτητή Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αμφότεροι συνήγοροι συμφώνησαν ότι ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση την 1.7.2007 ως μουσικός με πλήρη απασχόληση μέχρι τις 31.7.2016 που απολύθηκε με την σχετική επιστολή ημερ. 2.6.2016 (Τεκ.29). Η πλευρά του Αιτητή επιφύλαξε το δικαίωμα της ως η παράγραφος 10 των γενικών λόγων της Αίτησης. Ο Αιτητής στην γραπτή δήλωση του ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν από το 1988 στην Κρατική Ορχήστρα Δωματίου Κύπρου με προσφορά υπηρεσιών (μερικής απασχόλησης) και από το 1994 μέχρι το 2006 εργαζόταν με πλήρη απασχόληση ως εργοδοτούμενος του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού τοποθετημένος στην Κρατικής Ορχήστρα Δωματίου Κύπρου ως μουσικός / βιολιστής. Αρχικά, από το 1994 του δίνονταν συναπτά ετήσια συμβόλαια εργασίας, όμως επειδή η περίοδος απασχόληση του υπερέβαινε τους 30 μήνες, η σύμβαση εργασίας του κατέστη αορίστου χρόνου και έτσι από το 1997 δεν δίνονταν νέα συμβόλαια. Λόγω της εργοδότησης του στην Κρατική Ορχήστρα Δωματίου Κύπρου της οποίας τη διαχείριση και λειτουργία ανέλαβαν οι Καθ' ων η αίτηση, τοποθετήθηκε αυτόματα από 1.7.2007 ως υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση μέχρι την απόλυση του. Αντεξεταζόμενος του υποδείχθηκε δέσμη εγγράφων που είναι οι Αναλυτικές Κατά-στασεις Ασφαλιστέων Αποδοχών του για τα έτη 1995 μέχρι Ιούλιου 2000 (Τεκ. 32) και βεβαίωση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την περίοδο από 1.5.2000 μέχρι 1.7.2007 (Τεκ.33), όπου παρουσιάζεται ως αυτοτελώς εργαζόμενο πρόσωπο. Αναγνωρίζοντας τα εν λόγω έγγραφα ισχυρίστηκε ότι για κάποιες περιόδους εργαζόταν και σε ιδιωτικό ωδείο και του είπαν ότι θα έπρεπε να βάζει κοινωνικές ασφαλίσεις ως αυτοτελώς εργοδοτούμενος. Όταν όμως του ζητήθηκε να παρουσιάσει συμβόλαια εργασίας για τις εν λόγω περιόδους δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Εξετάζοντας το μέρος αυτό της μαρτυρίας, διαπιστώνουμε ότι για τα έτη 1995 μέχρι Απρίλιο 2000 ο Αιτητής ήταν εγγεγραμμένος στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως εργοδοτούμενος του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού υπό την ιδιότητα του Κυβερνητικού Εργάτη. Επίσης, για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο φαίνεται να μην είχε αποδοχές, γεγονός που τείνει να καταδείξει ότι για το εν λόγω διάστημα υπήρχε διακοπή της απασχόλησης του με επακόλουθο, ελλείψει άλλων στοιχείων, να μην θεωρείται συνεχής. Περαιτέρω στη Βεβαίωση (Τεκ.33) αναφέρεται ρητά ότι σύμφωνα με το αρχείο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ο Αιτητής ήταν ασφαλισμένος στο Σχέδιο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως αυτοτελώς εργαζόμενο πρόσωπο για την περίοδο από 1.5.2000 μέχρι 1.7.2007 στην κατηγορία Μουσικών, Τραγουδιστών και Χορευτών. Πέραν τούτου κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που έτεινε να καταδείξει ότι κατά την εν λόγω περίοδο ο Αιτητής προσέφερε τις υπηρεσίες του στους Καθ' ων η αίτηση υπό συνθήκες και περιστάσεις που εύκολα μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. Η θέση μάλιστα του Αιτητή ότι προσέφερε και αλλού τις υπηρεσίες του κατά την εν λόγω περίοδο και ότι αυτός ήταν ο λόγος που δηλωνόταν ως αυτοτελώς εργοδοτούμενος, δεν αποτελεί στοιχείο που υποδηλώνει μια τέτοια σχέση εργασίας. Αντίθετα τείνει να αποδυναμώσει τη θέση του και να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ενεργούσε ως ελεύθερος επαγγελματίας παρά ως μισθωτό πρόσωπο. Πρόσθετα η θέση του Αιτητή ότι από το 1997 η σύμβαση εργασίας του κατέστη αορίστου διαρκείας γιατί η απασχόληση του υπερέβαινε τους 30 μήνες, με επακόλουθο να μη του δίνονται νέα συμβόλαια, επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή καθώς ο εναρμονιστικός Νόμος 98(Ι)/2003 τέθηκε σε ισχύ σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο. Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η περίοδος από 1.5.2000 μέχρι 1.7.2006 που ο Αιτητής δεν προσέφερε τις υπηρεσίες του ως μισθωτό πρόσωπο, δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως υπηρεσία για σκοπούς συνέχισης της απασχόλησης του στους Καθ' ων η αίτηση. Ως επακόλουθο καταλήγουμε ότι η τελευταία συνεχής απασχόληση του Αιτητή στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση είναι η εξ υπαρχής δηλωθείσα ως παραδεκτό γεγονός, ήτοι από 1.7.2007 μέχρι 31.7.
  3. Η αξίωση του Αιτητή για επαναπρόσληψη Με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Νόμου, που εισήχθη με τον Τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/1994, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου που έχει απολυθεί παράνομα από τον εργοδότη του. Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια του Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών. Από το γράμμα της πιο πάνω διατάξεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επαναπρόσληψη του απολυθέντος εργοδοτούμενου εάν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο εργοδότης απασχολούσε πέραν των 19 εργοδοτουμένων, (β) ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, (γ) ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου ήταν έκδηλα παράνομος και κακόπιστος, (δ) το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει τη άποψη ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν. Το θέμα της επαναπρόσληψη αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθυντή Φυλακών, μέσω Γενικού Εισαγγελέα ν. Κώστα Ψαρά, Έφεση αρ. 197/2011, ημερ. 13.2.2018, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. Επαφίεται δε στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις. Βασικός παράγων που λαμβάνεται υπόψη για την άσκησή της, πέραν των τυπικών προϋποθέσεων που αναφέρονται στη σχετική πρόνοια του Νόμου, είναι η ύπαρξη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών. Ο εν λόγω παράγων πρέπει να διατρέχει συνεχώς και αδιαλείπτως την εργασιακή σχέση, ώστε αυτή να διατηρείται ενεργή και λειτουργική. Επιβεβαίωση προς τούτο προσφέρει, για ευνόητους λόγους, η τυπική προϋπόθεση στην εν λόγω πρόνοια ότι, για να εκδοθεί τέτοια διαταγή, πρέπει να εργοδοτούνται τουλάχιστον δεκαεννέα πρόσωπα, στην υπηρεσία του εργοδότη. Βέβαια, η εμπιστοσύνη, αν αυτή έχει τρωθεί, δεν εξασφαλίζεται ούτε αποκαθίσταται, από το γεγονός και μόνο ότι ικανοποιείται η προαναφερθείσα προϋπόθεση, (βλ. Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών, ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση, η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος υπηρετούσε σε ένα νευραλγικό τομέα, ο οποίος έχει να κάμει με την ασφάλεια, την πειθαρχία και τη συνεργασία εντός των φυλακών, καθώς, επίσης, η επιμονή της εφεσείουσας για αποπομπή του, αποτελούν σαφείς ενδείξεις της έλλειψης εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του και, ειδικά, ότι αυτός θα έφερνε σε πέρας τα καθήκοντά του ως δεσμοφύλακας στις Κεντρικές Φυλακές. Στη βάση των παρατηρήσεων αυτών, σαφώς, δικαιολογείτο η μη άσκηση της προαναφερθείσας εξουσίας υπέρ της απόδοσης στον εφεσίβλητο της θεραπείας αποκατάστασής του στην υπηρεσία της εφεσείουσας, στη θέση που αυτός κατείχε πριν από την απόλυσή του. Επομένως, ο λόγος αυτός αντέφεσης δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.» Στην Αγγλία, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και τη σχετική επί του θέματος νομολογία, τα Εργατικά Δικαστήρια, εξετάζοντας κατά πόσον θα διατάξουν την επαναπρόσληψη ενός εργοδοτούμενου ο οποίος απολύθηκε αδικαιολόγητα και παράνομα, οφείλουν να λάβουν υπόψη τους πρώτον κατά πόσον είναι πρακτικά εφικτό για τον εργοδότη (whether it is practicable for the employer) να επανεργοδοτήσει τον εργοδοτούμενο και δεύτερον κατά πόσον ο εργοδοτούμενος με τη συμπεριφορά του προκάλεσε τουλάχιστο εν μέρει την απόλυση του (whether the employee caused or contributed to some extent to his or her dismissal). [Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Τόμος 16(B), παρ. 684]. Στην υπόθεση Coleman v. Magnet Joinery Ltd [1974] IRLR 343, το Εφετείο απορρίπτοντας τη θέση του εργοδοτούμενου ότι το κατά πόσο είναι πρακτικά εφικτό για τον εργοδότη να τον επανεργοδοτήσει εξαρτάται μόνο από το εάν η θέση είναι διαθέσιμη, επισήμανε ότι «πρακτικό σημαίνει να είναι όχι μόνο δυνατό αλλά και ικανό να υλοποιηθεί με επιτυχία». Παρά την κάπως διαφορετική νομοθετική διατύπωση της επαναπρόσληψης στο Αγγλικό και στο Κυπριακό δίκαιο, οι βασικές αρχές φαίνεται να είναι περίπου οι ίδιες, με αποτέλεσμα η επαναπρόσληψη να διατάσσεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν υπήρχε θέμα κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου, ανεξάρτητα από την προέλευση των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί και που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησης. Τα Δικαστήρια θα πρέπει να έχουν κατά νου το βασικό στοιχείο ότι η επαναπρόσληψη αποτελεί θεραπεία στο χώρο του αστικού δικαίου, της οποίας σκοπός δεν είναι η τιμωρία του εργοδότη αλλά ούτε η ηθική ικανοποίηση του εργοδοτουμένου. Βασικός σκοπός των θεραπειών στο χώρο αυτό, όπως και αλλού στο αστικό δίκαιο, είναι η αποζημίωση του εργοδοτουμένου του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν. Συνήθως, η χρηματική αποζημίωση συνιστά ικανοποιητική νομική αποκατάσταση, αλλά κάποτε, σε σπάνιες περιπτώσεις, επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων δεν είναι αρκετή και τότε το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει επαναπρόσληψη (Βλ. Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, τ.Β, σελ.693-694). Στην προκείμενη περίπτωση, η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής επέδειξε μια απρεπή και ανάρμοστη συμπεριφορά εν ώρα εργασίας που οδήγησε τους Καθ' ων η αίτηση στη λήψη της επίδικης απόφασης είναι αρκετό να καταδείξει ότι ο Αιτητής με τη συμπεριφορά του προκάλεσε τουλάχιστον εν μέρει την απόλυση του. Πέραν τούτου, από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουμε διαπιστώσει την ύπαρξη τυχόν κακοπιστίας από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση για να θεωρηθεί η απόλυση του Αιτητή ως έκδηλα παράνομη, κακόπιστη ή εκδικητική. Περαιτέρω ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία που να καθιστούν πρακτικά εφικτή για τους Καθ' ων η αίτηση την επανένταξη του Αιτητή στην υπηρεσία τους και δη στη θέση που κατείχε πριν την απόλυση του, όπως για παράδειγμα την κατάσταση και τις ανάγκες σε προσωπικό. Υπό αυτά τα δεδομένα δεν βρίσκουμε να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης. Αντίθετα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης κρίνουμε ικανοποιητική την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία έχουμε καταλήξει, ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για 9 (εννεά) συναπτά έτη και λάμβανε για σκοπούς του Νόμου €633,44 εβδομαδιαίως. Επίσης κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του ήταν 52 ετών. Ο Αιτητής στη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι για 25 περίπου χρόνια εργαζόταν ως εκτελεστής μουσικός /βιολιστής και ότι το μόνο που ήξερε να κάνει ήταν να παίζει βιολί. Ότι αμέσως μετά την απόλυση του και μέχρι τον Σεπτέμβριο 2017 αποτάθηκε σε διάφορα ωδεία για εξεύρεση νέας εργασίας χωρίς να υπάρξει ανταπόκριση. Γενικά πιθανότητες εργοδότησης του στα ωδεία δεν ήταν καλές επειδή δεν είχε πτυχίο καθηγητή βιολιού. Ακολούθως αποτάθηκε σε διάφορους εργοδότες, αρχικά στο Superhome, ακολούθως στο Σολώνειο βιβλιοπωλείο και στο κατάστημα παπουτσιών Shoebox χωρίς ωστόσο να υπάρξει ανταπόκριση. Ότι είναι διατεθειμένος να κάνει οποιαδήποτε εργασία που να του αποδίδει κάποιο εισόδημα, ωστόσο η ηλικία, η έλλειψη εμπειρίας εκτός από βιολιστής και το γεγονός ότι απολύθηκε για αλκοολισμό αποτελούν εμπόδια και δυσκολεύουν την προσπάθεια του να εξεύρει άλλη εργασία. Αντεξεταζόμενος δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει κατάσταση των ασφαλιστέων αποδοχών από την ημέρα της απόλυσης του ισχυριζόμενος ότι δεν είχε κανένα εισόδημα. Επίσης δεν κατείχε οποιαδήποτε αποδεικτικά σε σχέση με τις προσπάθειες που κατέβαλε για εξεύρεση νέας εργασίας. Ισχυρίστηκε ότι ο κλάδος του είναι η η κλασσική μουσική, η εκτέλεση δύσκολων κλασσικών κομματιών και ότι η Συμφωνική Ορχήστρα είναι ο μόνος τόπος που μπορεί να εργοδοτηθεί κάποιος όταν είναι πολύ καλός. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή, όπως τις παραθέτουμε ανωτέρω, τα ημερομίσθια του, την περίοδο απασχόλησης του, την ηλικία του κατά τον χρόνο της απόλυσης του, την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας από τη θέση που κατείχε και τη μη εξεύρεση άλλης παρόμοιας εργασίας, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €12.985,52 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 20,5 (€633,44Χ 20,5) βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €12.985,52 με νόμιμο τόκο από 2.8.2016 μέχρι τελικής εξόφλη-σης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από 2.8.2016 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Μ. Μιχαηλίδου, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.