Ε. Ξ. ν. ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 429/2015, 28/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2023:17 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Τζ. Μέχρη και Π. Παναγιώτου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 429/2015 Μεταξύ: Ε. Ξ. Αιτήτρια -και- ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 28η Απριλίου, 2023 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Π. Παναγιώτου για Κωνσταντίνου Παναγιώτου & Σια ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Δ. Κρονίδης μαζί με κα Κουκουμά για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση της Αιτήτριας όπως προκύπτει από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι απασχολείτο στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως μέλος του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού («ΕΕΠ»), δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από τις 2.1.2004 μέχρι τις 31.12.2014, εκτελώντας ακριβώς τα ίδια καθήκοντα που αφορούσαν μεταξύ άλλων τη συμμετοχή και/ή εμπλοκή και/ή συνδιδασκαλία διαφόρων προγραμμάτων στο Τμήμα Επιστημών και Αγωγής («ΕΠΑ»), τη συμμετοχή της σε προγράμματα ενδοϋπηρεσιακής επιμόρφωσης / επαγγελματικής ανάπτυξης, διαμόρφωσης μεταπτυχιακών σεμιναρίων, συνεργασίας με άλλους φορείς και τη συμμετοχή σε διάφορες επιτροπές, συνέδρια και ημερίδες. Με δεδομένη τη συνολική διάρκεια απασχόλησης της που υπερέβαινε τους 30 μήνες και θεωρώντας ότι οι συμβάσεις εργασίας της κάλυπταν πάγιες και μόνιμες ανάγκες, ισχυρίζεται ότι καταχρηστικά η σύμβαση εργασίας της δεν κατέστη και δεν θεωρήθηκε σύμβαση αορίστου διαρκείας, κατά παράβαση της Οδηγίας και του εναρμονιστικού με αυτή Ν.98(Ι)/2003, ελλείψει οποιωνδήποτε αντικειμενικών λόγων. Διατεινόμενη ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της είναι παράνομος και ότι η δυσμενής μεταχείριση εναντίον της υποχρεώνει τους Καθ' ων η αίτηση στην καταβολή αποζημιώσεων για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης της, αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δηλώνεται ότι η εργοδότηση της Αιτήτριας κατέστη αορίστου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία η Αιτήτρια συμπλήρωσε 30 μήνες εργοδότησης στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση. Β. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσονται οι Καθ' ων η Αίτηση να προβούν σε επαναδιορισμό και/ή επαναπρόσληψη της Αιτήτριας με αναδρομική ισχύ στη θέση και τα καθήκοντα που η Αιτήτρια υπηρετούσε προ του παράνομου τερματισμού της εργοδότησης της. Γ. Δήλωση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσονται οι Καθ' ων η Αίτηση να καταβάλουν στην Αιτήτρια όλα τα δικαιώματα και/ή ωφελήματα και/ή επιδόματα, συμπεριλαμβανομένων μισθών, απολαβών και εισφορών για το διάστημα κατά το οποίο η Αιτήτρια παραμένει παράνομα εκτός εργασίας. Δ. Διάταγμα Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάσσονται οι Καθ' ων η Αίτηση να υπογράψουν γραπτή σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με την Αιτήτρια αρχομένης από την ημερομηνία κατά την οποία η Αιτήτρια συμπλήρωσε 30 μήνες εργοδότησης στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση. Ε. Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της εργοδότησης της. Στ. Γενικές Αποζημιώσεις για δυσμενή και/ή άνιση μεταχείριση. Ζ. Περαιτέρω, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το σεβαστό Δικαστήριο. Η. Νόμιμο τόκο επί των οιωνδήποτε επιδικασθέντων υπέρ της Αιτήτριας ποσών. Θ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται και απορρίπτουν κατηγορηματικά τα όσα η Αιτήτρια θέτει με την Αίτηση της. Ισχυρίζονται ότι υπό το σύνολο των περιστάσεων και/ή γεγονότων της υπόθεσης, της ιδιαιτερότητας της υπό εκτέλεση εργασίας και/ ή της θέσης του ΕΕΠ και/ή της ιδιαίτερης φύσης των καθηκόντων της εν λόγω θέσης, εφαρμόζεται ο κατ' εξαίρεση αποκλεισμός και η μη μετατροπή της σύμβασης της Αιτήτριας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου στη βάση αντικειμενικών λόγων δυνάμει του άρθρου 7
(2)(γ) και (δ) του Ν.98(Ι)/2003, για λόγους που αφορούν τη διαφύλαξη των καλώς νοουμένων συμφερόντων του Πανεπιστημίου με σκοπό τη στελέχωση και εξασφάλιση του καλύτερου δυνατού διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού για τους φοιτητές και την εν γένει ανάπτυξη και προώθηση του Πανεπιστημίου. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την από-λυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας για τους λόγους που επικαλούνται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Η κα Μαίρη Ιωαννίδου - Κουτσελίνη, Πρόεδρος του Τμήματος Επιστημών και Αγωγής (στο εξής «ΕΠΑ») μέχρι το 2017 και σήμερα Ομότιμη Καθηγήτρια στο Τμήμα και η κα Έ. Ι.υ, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο εν λόγω Τμήμα. Η Αιτήτρια υποστήριξε την υπόθεση της με την προσωπική της και μόνο μαρτυρία. Παράλληλα, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την ενώπιον μας προσαχθείσα μαρτυρία, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια εργοδοτήθηκε στους Καθ' ων η αίτηση στη θέση Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (εφεξής «ΕΕΠ»), στο γνωστικό αντικείμενο «Διδακτικής της Ελληνικής Γλώσσας», κατόπιν υπογραφής σχετικών συμβάσεων απασχόλησης από 2.1.2004 μέχρι 31.12.
- Ειδικότερα, μεταξύ των μερών υπογραφήκαν 10 συνολικά συμβάσεις εργασίας για τις πιο κάτω περιόδους: 02.01.2004 - 31.12.2004 01.01.2005 - 31.12.2005 01.01.2006 - 31.12.2006 01.01.2007 - 31.12.2007 01.01.2008 - 31.12.2008 01.01.2009 - 31.12.2009 01.01.2010 - 31.08.2010 01.09.2010 - 31.12.2011 01.01.2011 - 31.12.2011 01.01.2012 - 31.12.2012 01.01.2013 - 31.12.2014 Η Αιτήτρια από τις 02.01.2004 μέχρι 31.12.2006 δίδασκε στους Καθ' ων η αίτηση με άδεια δημοσίου συμφέροντος από την εργασία της και από την 01.01.2007 μέχρι 31.12.2011 με εκπαιδευτική άδεια από τη δημοτική εκπαίδευση. Την 01.01.2012 υπέβαλε παραίτηση από τη θέση δασκάλας που κατείχε στην Δημοτική Εκπαίδευση, η οποία έγινε αποδεκτή από την Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας με σχετική επιστολή ημερ. 19.01.
- Η θέση του ΕΕΠ προβλέπεται από το άρθρο 21 του περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμου (Ν.144(Ι)/1989) και υπόκειται στους όρους των εκδοθέντων δυνάμει αυτού περί Πανεπιστημίου Κύπρου (Ειδικό Εκπαιδευτικό Προσωπικό και Μεταπτυχιακοί Συνεργάτες) Κανονισμών του 1992 και 2011 (ΚΔΠ 126/92 και ΚΔΠ 260/2011) («οι ισχύοντες Κανονισμοί»). Οι διαδικασίες για αξιολόγηση, ανανέωση συμβολαίου και μονιμοποίηση του προσωπικού που υπηρετεί στην βαθμίδα του ΕΕΠ, προβλέπονται στους εκδοθέντες από τους Καθ' ων η αίτηση Εσωτερικούς Κανόνες. Η πρόσληψη της Αιτήτριας στη θέση ΕΕΠ έγινε βάσει των ισχυόντων Κανονισμών οι οποίοι ρυθμίζουν τα συγκεκριμένα θέματα. Ειδικότερα ο Κανονισμός 4 προβλέπει ρητά ότι οι θέσεις του ΕΕΠ πληρούνται είτε με σύμβαση είτε με μόνιμο διορισμό. Σύμφωνα με τους εκδοθέντες από τους Καθ' ων η αίτηση Εσωτερικούς Κανόνες που αφορούν το ΕΕΠ και ειδικότερα τον Κανόνα 4.2 που αναφέρεται στην μονιμοποίηση των μελών του: 4.
- Μονιμοποίηση Μέλη ΕΕΠ που: (α) εμπίπτουν στις τρεις κατηγορίες του άρθρου 3(γ) των παρόντων Κανόνων (β) έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον οκτώ
(8)χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, και (γ) κατέχουν μεταπτυχιακό τίτλο ή ισότιμο επαγγελματικό τίτλο, θα κρίνονται υποχρεωτικά από την τριμελή Ειδική Επιτροπή για μονιμοποίηση. Μετά την ολοκλήρωση οκτώ
(8)χρόνων ευδόκιμης υπηρεσίας (α) ενεργοποιείται η διαδικασία αξιολόγησης του Μέλους ΕΕΠ για Μονιμοποίηση, και (β) γίνεται αυτόματη ανανέωση του συμβολαίου του Μέλους ΕΕΠ για ακόμη ένα
(1)έτος, με σκοπό την ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης και την έγκαιρη ενημέρωση του Μέλους ΕΕΠ για τα σχετικά αποτελέσματα. Το Συμβούλιο του Τμήματος / της Οντότητας υποβάλλει σχετική εισήγηση στη Σύγκλητο, μέσω του Συμβουλίου της οικείας Σχολής και του Πρυτανικού Συμβουλίου. Η Σύγκλητος αποφασίζει για τη μονιμοποίηση ή μη του Μέλους ΕΕΠ. Η απόφαση της Συγκλήτου υποβάλλεται στην Επιτροπή Προσωπικού και Κανονισμών για επικύρωση. Σε περίπτωση μη μονιμοποίησης, ο κρινόμενος (α) ... (β) ... (γ) θα μπορεί αν κριθεί ακόμη μία φορά μετά την ολοκλήρωση δέκα
(10)χρόνων ευδόκιμης υπηρεσίας. Σε περίπτωση που απορριφθεί η μονιμοποίηση του για δεύτερη φορά τότε οι υπηρεσίες του τερματίζονται αυτόματα μετά τη λήξη της σύμβασης για το ενδέκατο
(11)έτος απασχόλησης, δηλαδή το έτος διεξαγωγής αξιολόγησης. Η Αιτήτρια καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης της, παρείχε τις υπηρεσίες της στο Τμήμα Επιστημών και Αγωγής (εφεξής «ΕΠΑ»), ως επί το πλείστον στο γνωστικό αντικείμενο της Διδακτικής της Ελληνικής Γλώσσας, για δε την ανανέωση και υπογραφή της σύμβασης απασχόλησης της υπόκειτο σε ετήσιες αξιολογήσεις από την εκάστοτε διορισθείσα τριμελή Ειδική Επιτροπή. Η Αιτήτρια στις 2.1.2012 είχε συμπληρώσει οκτώ χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας και σύμφωνα με τους Εσωτερικούς Κανόνες θα κρίνετο υποχρεωτικά από την τριμερή Ειδική Επιτροπή για μονιμοποίηση. Στις 28.3.2012 το Συμβούλιο του Τμήματος ΕΠΑ ενέκρινε την απόφαση της τριμελούς Επιτροπής Αξιολόγησης μελών της ΕΕΠ στο γνωστικό αντικείμενο της Διδακτικής της Γλώσσας, για μη μονιμοποίηση της Αιτήτριας και την προσφορά συμβολαίου για δύο ακόμη χρόνια, οπότε θα γινόταν επαναξιολόγηση για μονιμοποίηση της. Στις 20.6.2012 η Σύγκλητος των Καθ' ων η αίτηση, αφού μελέτησε την έκθεση της τριμελούς Ειδικής Επιτροπής και έλαβε γνώση της απόφασης του Συμβουλίου του ΕΠΑ αποφάσισε ομόφωνα την έγκριση της μη μονιμοποίησης της Αιτήτριας στη θέση ΕΕΠ και υιοθέτησε την εισήγηση τους για προσφορά στην Αιτήτρια συμβολαίου απασχόλησης για ακόμη δύο χρόνια σύμφωνα με τον Κανόνα 4.
- των Εσωτερικών Κανόνων, οπότε θα γινόταν επαναξιολόγηση για μονιμοποίηση (Τεκ.3). Στις 26.6.2012 το Συμβούλιο της Επιτροπής Προσωπικού και Κανονισμών επικύρωσε την πιο πάνω απόφαση της Συγκλήτου και στις 9.11.2012 υπέγραψε τη διετή συμφωνία απασχόλησης (Τεκ.2). Με τη συμπλήρωση των δύο χρόνων από την προηγούμενη αξιολόγηση, η Αιτήτρια με δύο επιστολές ημερ. 24.11.2014 και 8.12.2014 (Τεκ.4 και 5) ζήτησε όπως η διαδικασία επαναξιολόγησης της αναβληθεί για ένα διάστημα τριών ετών, όταν θα είχε ολοκληρώσει τις ακαδημαϊκές και ερευνητικές δραστηριότητες τις οποίες είχε αναλάβει. Στις 14.12.2014 η Επιτροπή Προσωπικού και Κανονισμών αφού έλαβε υπόψη την προηγούμενη απόφαση της και τους Εσωτερικούς Κανόνες, όπου ρητά προβλέπεται ότι σε περίπτωση μη μονιμοποίησης ο κρινόμενος θα μπορεί να κριθεί ακόμη μία φορά μετά την πάροδο δύο χρόνων, απέρριψε το αίτημα της Αιτήτριας για περαιτέρω αναβολή της διαδικασίας αξιολόγησης (Τεκ.7). Με την απόρριψη του πιο πάνω αιτήματος, η Πρόεδρος του Τμήματος κάλεσε την Αιτήτρια σε συνέντευξη ενώπιον της Επιτροπής Αξιολόγησης για τη μονιμοποίηση της. Στις 14.1.2015 η Τριμελής Ειδική Επιτροπή αποφάσισε για δεύτερη φορά τη μη μονιμοποίηση της Αιτήτριας στη θέση ΕΕΠ. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο τόσο από το Τμήμα ΕΠΑ όσο και από τη Σύγκλητο (Τεκ.8). Η απασχόληση της Αιτήτριας, από τη θέση ΕΕΠ που κατείχε, τερματίστηκε με τη λήξη της τελευταίας σύμβασης απασχόλησης της στις 31.12.2014 και δεν ανανεώθηκε ως αποτέλεσμα της πιο πάνω απόφαση και βάσει των προβλεπόμενων στον Κανόνα 4.2 των Εσωτερικών Κανόνων, ότι σε περίπτωση απόρριψης της μονιμοποίησης μέλους για δεύτερη φορά τότε οι υπηρεσίες του τερματίζονται αυτόματα μετά τη λήξη της τελευταίας σύμβασης του έτους αξιολόγησης. Με βάση τη τελευταία σύμβαση απασχόλησης της Αιτήτριας που έληγε στις 31.12.2014 (Τεκ.2), οι μηνιαίες ακαθάριστες απολαβές της ανέρχονταν στο ποσό των €3.539,79 πλέον 13ο μισθό. Μετά τον τερματισμό της απασχόλησης της από τη θέση ΕΕΠ, η Αιτήτρια σύναψε νέα σύμβαση απασχόλησης με τους Καθ' ων η αίτηση στη θέση Ειδικού Επιστήμονα (εφεξής «ΕΕ») στο Τμήμα ΕΠΑ, στο γνωστικό αντικείμενο «Διδακτική του Γλωσσικού», για τις περιόδους από: 19.01.2015 μέχρι 24.04.2015, 07.09.2015 μέχρι 18.12.2015 και 18.01.2016 μέχρι 22.04.
- Σύμφωνα με τις εν λόγω συμβάσεις, οι συνολικές ακαθάριστες απολαβές της Αιτήτριας για την περίοδο από 19.1.2015 μέχρι 24.04.2015 ανέρχονταν στο ποσό των €7.560,00 (€36 Χ 15 ώρες Χ 14 εβδομάδες). Από το εν λόγω ποσό αφαιρούνται εισφορές στα διάφορα Ταμεία του κράτους και δεν προνοείται η καταβολή 13ου μισθού και η παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Η Αιτήτρια με επιστολή των δικηγόρων της προς τους Καθ' ων η αίτηση ημερ. 30.4.2015 ζήτησε όπως η σύμβαση εργασίας της μετατραπεί αναδρομικά σύμφωνα με τις πρόνοιες της εναρμονιστικής νομοθεσίας (Ν.98(Ι)/2003) σε σύμβαση αορίστου διαρκείας. Οι Καθ' ων η αίτηση, με απαντητική επιστολή ημερ. 10.7.2015 απέρριψαν το αίτημα της. Μαρτυρία Η κα Κουτσελίνη, με τη γραπτή δήλωση της (Τεκ.Α), παραθέτοντας ουσιαστικά τα όσα προκύπτουν από τους γενικούς λόγους εμφάνισης, ισχυρίστηκε ότι η ιδιαιτερότητα και η φύση των καθηκόντων της υπό εκτέλεση εργασίας σε σχέση με την διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας και η κάλυψη των αναγκών στο Τμήμα ΕΠΑ με ικανό και εξελίξιμο προσωπικό, το οποίο βρίσκεται υπό δοκιμασία με μακρόχρονη υπηρεσία αλλά παράλληλα και με την ευκαιρία μονιμοποίησης του μέσω συστηματικής αξιολόγησης, με απώτερο στόχο τη διατήρηση υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης, αποτελούν βάσιμους και αντικειμενικούς λόγους που δεν δικαιολογούν τη μετατροπή της σύμβασης εργασίας σε αορίστου διαρκείας. Ότι η Αιτήτρια από την αρχή της εργοδότησης της είχε πληροφορηθεί και γνώριζε ότι η απασχόληση της στη θέση ΕΕΠ τελούσε υπό αυτό το πρίσμα και ότι η ιδιαιτερότητα της φύσης της εργασίας και των καθηκόντων της στη θέση αυτή επέβαλλε την απασχόληση της σε δοκιμαστική βάση μέσω διαδικασίας αξιολόγησης προς μονιμοποίηση της. Επίσης ότι με δική της απόφαση και γνωρίζοντας το ρίσκο, η Αιτήτρια παρέμεινε στην προσωρινή - δοκιμαστική θέση για 10 χρόνια διατεινόμενη από τον τρίτο χρόνο πρόσληψης της ότι το διδακτορικό της είναι υπό εξέλιξη και ότι μέχρι τον 8ο χρόνο παραμονής της στο ΕΠΑ θα το ολοκλήρωνε. Περαιτέρω γνωρίζοντας τη δυνατότητα μονιμοποίησης κατόπιν αξιολόγησης στα 8 ή 10 χρόνια, η ίδια επέλεξε να παραιτηθεί από τη θέση που κατείχε στην Δημοτική Εκπαίδευση, ως δασκάλα. Εν τέλει, παρά τις διαβεβαιώσεις που είχε δώσει, δεν κατάφερε να αποκτήσει το διδακτορικό, γεγονός που προβλημάτισε την επιτροπή κατά την αξιολόγηση της. Αντεξεταζόμενη επί των καθηκόντων της Αιτήτριας ανέφερε σε γενικές γραμμές ότι αφορούσαν τη διδασκαλία σε κάποια ακροατήρια υπό την εποπτεία και καθοδήγηση των εκάστοτε καθηγητριών του Τμήματος. Ότι η Αιτήτρια δεν διοργάνωνε σεμινάρια και ούτε σχεδίαζε ή υλοποιούσε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, αλλά συμμετείχε απλώς ως βοηθός των καθηγητριών και ενεργούσε πάντοτε υπό την εποπτεία και καθοδήγηση τους. Δεν αρνήθηκε ότι τα καθήκοντα που ασκούσε η Αιτήτρια κάλυπταν ανάγκες του Τμήματος οι οποίες μπορούσαν να καλυφθούν είτε υπό την καθοδήγηση μελών του ακαδημαϊκού προσωπικού, είτε του ΕΕΠ τα οποία θα κρίνονταν για μονιμοποίηση στα 8 ή 10 χρόνια. Επέμενε ότι από τη στιγμή που είχε προσληφθεί η Αιτήτρια, οι Κανονισμοί που είχαν σχέση με τη μονιμοποίηση ή την εργασία της, της είχαν κοινοποιηθεί. Επίσης, βάσει των Κανονισμών γίνονταν οι αξιολογήσεις και επομένως δεν υπήρχε κάτι που εμφανίστηκε ξαφνικά. Το αν το διδακτορικό ήταν προαπαιτούμενο ανέφερε ότι αυτό που απαιτείτο ήταν η δυνατότητα αυτόνομης διδασκαλίας και ερευνητικής διδακτικής. Δεν αμφισβήτησε ότι η Αιτήτρια στα οκτώ χρόνια υπηρέτησε με άριστες αξιολογήσεις και ήταν πρόθυμη να αναλάβει ότι της ανατίθετο. Η δεύτερη μάρτυς για τους Καθ' ων η αίτηση, η κα Έλενα Ιωαννίδου, υπεύθυνη ακαδημαϊκός, ασκούσα έλεγχο και επιβλέπουσα την εργασία της Αιτήτριας, με τη γραπτή δήλωση της (Τεκ.Β) αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στα καθήκοντα που ασκούσε η Αιτήτρια ως ΕΕΠ στο υπό αναφορά Τμήμα ΕΠΑ. Αναφέρθηκε επίσης στην απασχόληση της Αιτήτρια από τη θέση του ΕΕ και ισχυρίστηκε ότι οι ΕΕ εργοδοτούνται για περιορισμένο χρονικό διάστημα με πλήρη ή μερική απασχόληση, για την εκτέλεση διδακτικού ή ερευνητικού έργου ή την υποστήριξη έργου υπό την εποπτεία μέλους του ακαδημαϊκού προσωπικού ή Προϊσταμένου Υπηρεσίας ή του Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών. Ότι οι ΕΕ εργοδοτούνται πάντοτε για συγκεκριμένο έργο, εξυπηρετούν προσωρινές ή μεταβατικές ανάγκες του Πανεπιστημίου και ότι η Αιτήτρια ως ΕΕ προσέφερε διδακτικό έργο με διαφοροποιημένα καθήκοντα απ' αυτά που εκτελούσε ως ΕΕΠ, καθότι προσλήφθηκε για τη διδασκαλία ενός μαθήματος και με πολύ συγκεκριμένο ωράριο εργασίας. Αντεξεταζόμενη διευκρίνισε ότι προσλήφθηκε στους Καθ' ων η αίτηση ως λέκτορας το 2009, έγινε επίκουρη το 2014 και Αναπληρώτρια καθηγήτρια το
- Η Αιτήτρια, καθώς ανέφερε, ασκούσε διάφορα καθήκοντα, από τα οποία το πιο βασικό ήταν η επίβλεψη φοιτητών στη σχολική εμπειρία. Δηλαδή η επίβλεψη φοιτητών όταν πήγαιναν να κάνουν πρακτική στα σχολεία, καθώς επίσης τα φροντιστήρια φοιτητών σε μικρότερες ομάδες και τα επιμορφωτικά. Δεν αρνήθηκε ότι πάντα υπάρχουν ανάγκες στα καθήκοντα των ΕΕΠ. Από τη θέση ΕΕ ανέφερε ότι τα καθήκοντα της Αιτήτριας ήταν πολύ πιο λίγα καθώς οι ΕΕ είναι ωρομίσθιοι. Η διαφοροποίηση των δύο θέσεων ήταν εκ πρώτης όψεως ποσοτική λόγω δραματικής μείωσης των ωρών εργασίας αλλά και ποιοτική γιατί οι ΕΕ δεν έχουν δέσμευση προς το Πανεπιστήμιο να βελτιωθούν, να δημοσιεύσουν ή να ανελιχθούν. Ενώ παραδέχθηκε ότι με βάση τους Κανονισμούς το διδακτορικό δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για τη μονιμοποίηση μέλους ΕΕΠ, δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι ένας λόγος που η Αιτήτρια δεν θεωρήθηκε εξελίξιμη ήταν η μη περάτωση του διδακτορικού της καθώς στο Τμήμα τους ποτέ δεν έγινε μονιμοποίηση χωρίς διδακτορικό. Η Αιτήτρια με τη γραπτή δήλωση της (Τεκ.Γ), ουσιαστικά επανέλαβε τις θέσεις που διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Αφού αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες προσελήφθη στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση και παρέθεσε εκτενώς τα καθήκοντα που ασκούσε ως μέλος του ΕΕΠ υπό τη εποπτεία των μελών ΔΕΠ, τη συνεργασία της με το Πανεπιστήμιο του Λουξεμβούργου, το ερευνητικό κέντρο CARDET και την ακαδημαϊκή ομάδα Interdisciplinary Net, ισχυρίστηκε ότι με τη λήξη της τελευταίας σύμβασης απασχόλησης της, στις 31.12.2014, σύναψε νέες συμβάσεις εργασίας με τους Καθ' ων η αίτηση, αυτή τη φορά ως ΕΕ, ασκώντας ουσιαστικά τα ίδια καθήκοντα με αυτά που ασκούσε κατά τη διάρκεια των προηγούμενων συμβάσεων της. Ισχυρίστηκε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησης της στους Καθ' ων η αίτηση υπηρέτησε από την ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα για περίοδο πέραν των 30 μηνών, βάσει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, με επακόλουθο η σύμβαση εργασίας της να καταστεί αορίστου διαρκείας και ο τερματισμός της απασχόλησης της στις 31.12.2014 να είναι παράνομος και αντίθετος με τις πρόνοιες και επιταγές της Οδηγίας και του εναρμονιστικού Νόμου. Ισχυρίστηκε ότι τα καθήκοντα που ασκούσε τόσο από τη θέση του ΕΕΠ όσο και ως ΕΕ, αφορούσαν ουσιαστικά μόνιμες ανάγκες του Τμήματος ΕΠΑ, όπως: - Η εμπλοκή της στο πρόγραμμα σχολικής εμπειρίας δάσκαλων και νηπιαγωγών (ΕΠΑ 429), - η διδασκαλία προπτυχιακών μαθημάτων του γνωστικού αντικειμένου της διδακτικής της γλώσσας (ΕΠΑ 221, 425), - η εμπλοκή της στην οργάνωση των Μεταπτυχιακών Σεμιναρίων στη Διδακτική της Γλώσσας, - η εμπλοκή της στην επιμόρφωση εκπαιδευτικών, - η εμπλοκή της σε Επιτροπές όπως η Επιτροπή του Προγράμματος για την Πιστοποίηση της Ελληνομάθειας στη Δημοτική Εκπαίδευση και Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για το Πρόγραμμα Λειτουργικού Αλφαβητισμού, - η συνεργασία της με το Κέντρο Επιστημονικής Επιμόρφωσης Αξιολόγηση και Ανάπτυξης (Κ.ΕΠ.Ε.Α.Α.) του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι η μη μετατροπή της σύμβασης εργασίας της σε αορίστου χρόνου, της προκαλεί μεγάλη ταλαιπωρία, ζητήματα υγείας, ψυχικής οδύνης και δυσμενή μεταβολή των οικογενειακών και οικονομικών συνθηκών της καθώς και απώλεια καριέρας. Αντίθετα με τα όσα επικαλέστηκε η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση, είναι η θέση της ότι η ίδια παραπλανήθηκε και υπέβαλε την παραίτηση της από την Εκπαιδευτική Υπηρεσία αφού οι διαβεβαιώσεις που είχε από το Τμήμα ΕΠΑ, βάσει των αξιολογήσεων της ήταν ότι ήταν ευχαριστημένοι από το παραγόμενο έργο της και αφού κάλυπτε μόνιμες ανάγκες θα παρέμενε στο Τμήμα. Επίσης παραπλανητικά τη διαβεβαίωναν ότι θα περίμεναν ένα χρόνο για να δουν τι θα έκαναν με τις αξιολόγηση και το θέμα της μονιμοποίησης της, καθώς δεν ήθελε ούτε η Βουλή να προχωρούν σε μονιμοποιήσεις. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι από την αρχή της είχε τονιστεί ότι το κυρίως έργο της ήταν η κάλυψη των δραστηριοτήτων της σχολικής εμπειρίας δασκάλων και νηπιαγωγών και η διδασκαλία φροντιστηρίων και μαθημάτων στη διδασκαλία της Ελληνικής γλώσσας, κάτι που φαίνεται καθαρά και από τα σχέδια υπηρεσίας. Συμμετείχε επίσης σε διάφορα σεμινάρια, προγράμματα, πάντοτε υπό την εποπτεία μελών ΔΕΠ, με βασικότερο έργο την εκτέλεση καθηκόντων στο πρόγραμμα σχολικής εμπειρίας που αφορούσε την εποπτεία των φοιτητών στο δημοτικό σχολείο. Αγορεύσεις Στα πλαίσια της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, των παραδεκτών και/ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων της υπόθεσης και της νομολογίας, κινήθηκε η γραμμή των τελικών γραπτώς αγορεύσεων που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι. Ο συνήγορος για την Αιτήτρια, αφού προέβη σε μια διεξοδική αντιπαράθεση των θέσεων των δύο πλευρών, εισηγήθηκε ότι με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η Αιτήτρια κατάφερε να καταδείξει ότι εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για περίοδο πέραν των 30 μηνών, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, από τη ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα που απέβλεπαν στην κάλυψη πάγιων και μόνιμων αναγκών του εργοδότη, θέτοντας έτσι το υπόβαθρο να θεωρείται η σύμβαση απασχόλησης της για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας. Είναι περαιτέρω εισήγηση του ότι οι Καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν κατάφεραν να αποδείξουν την ύπαρξη οποιουδήποτε αντικειμενικού λόγου που θα δικαιολογούσε τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου με την Αιτήτρια και τη μη μετατροπή τους σε σύμβαση αορίστου διαρκείας. Ότι η εν λόγω μετατροπή επήλθε τον Ιούλιο 2006 με τη συμπλήρωση των 30 μηνών, ανεξαρτήτως της μονιμοποίησης ή μη της Αιτήτριας, που σε κάθε περίπτωση αποτελεί μια εντελώς ξεχωριστή και διαφορετική διαδικασία από την προβλεπόμενη στο άρθρο 7 του Ν.98(Ι)/
- Διευκρινίζει δε, ότι η παρούσα Αίτηση δεν αφορά τη μη μονιμοποίηση της Αιτήτριας αλλά την κατ' ισχυρισμό καταχρηστική μη μετατροπή της σύμβασης εργασίας της από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, που εν τέλει οδήγησε στον παράνομο και αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης της. Ο συνήγορος για τους Καθ' ων η αίτηση, στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, αναφερόμενος σε νομολογία του ΔΕΕ και ειδικότερα στην απόφαση C-326/19, Ministero dell' Università e della Ricerca - MIUR and Others, ημερ. 3.6.2021, εισηγήθηκε ότι υπό το σύνολο των περιστάσεων και γεγονότων της παρούσας υπόθεσης αλλά και της ιδιαιτερότητας της υπό εκτέλεση εργασίας στη θέση του ΕΕΠ και της ιδιαίτερης φύσης των καθηκόντων της εν λόγω θέσης, αποτελεί ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση ότι εφαρμόζεται ο κατ' εξαίρεση αποκλεισμός μη μετατροπής της σύμβασης της Αιτήτριας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου στη βάση αντικειμενικών λόγων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 7
(2)(γ)(δ) του Ν.98(Ι)/2003, καθώς με βάση τις δύο αξιολογήσεις της Αιτήτριας από την Τριμελή Επιτροπή, δεν πληρούσε κατά το χρόνο εκείνο τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που τίθενται και έτσι δεν έτυχε θετικής αξιολόγησης. Περαιτέρω επικαλούμενος την ιδιαιτερότητα και φύση των καθηκόντων της υπό εκτέλεση εργασίας, την κάλυψη των αναγκών στο Τμήμα ΕΠΑ με ικανό εξελίξιμο προσωρινό προσωπικό, το οποίο βρίσκεται σε δοκιμασία με μακρόχρονη υπηρεσία αλλά παράλληλα και με την ευκαιρία μονιμοποίησης του μέσω συστηματικής αξιολόγησης του, με τον τρόπο που προβλέπουν οι Εσωτερικοί Κανόνες, κατέληξε ότι πρόκειται για βάσιμους αντικειμενικούς λόγους οι οποίοι δεν δικαιολογούν τη μετατροπή της σύμβασης απασχόλησης της Αιτήτριας σε σύμβαση αορίστου χρόνου εντός της έννοιας του εναρμονιστικού Νόμου και της Οδηγίας, εν όψει και του γεγονότος ότι η Αιτήτρια είχε πληροφορηθεί από την αρχή της εργοδότησης της ότι η θέση ΕΕΠ θα τελούσε κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις με δυνατότητα μονιμοποίησης στα 8 ή 10 χρόνια. Ανάλυση και Συμπεράσματα Σύμφωνα με το άρθρο 5 (δ) του Νόμου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Διαιτητικόν Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Ο Νόμος, όπως προκύπτει από το άρθρο 3 (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), επιδιώκει ένα διπλό στόχο: αφενός τη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης και αφετέρου τη καθιέρωση ενός πλαισίου αποτροπής της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου (ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου): "εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου και η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος· Η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου, επιβάλλει στα κράτη-μέλη, εφόσον η εσωτερική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την αποτελεσματική πρόληψη καταχρηστικής χρησιμοποίησης των δια-δοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: (α) να θεσπίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, (β) να ορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (γ) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Με το άρθρο 7 του Νόμου, ο κύπριος νομοθέτης συμμορφούμενος με την ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου θεσπίζει μέτρα αποτροπής της καταχρηστικής προσφυγής στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο απασχόλησης τριάντα μηνών ή περισσότερο για να θεωρείται η σύμβαση ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από υφιστάμενους αντικειμενικούς λόγους για τους οποίους γίνεται ιδιαίτερη αναφορά. Εν ολίγοις με το πέρας της 30μηνης περιόδου απασχόλησης τίθεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση αορίστου διαρκείας, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν τη μη μετατροπή της. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Ο αντικειμενικός λόγος είναι έννοια του ενωσιακού δικαίου. Δεδομένου ότι η έννοια αυτή δεν ορίζεται στη συμφωνία-πλαίσιο, το νόημα και το περιεχόμενο τους πρέπει να καθοριστούν σε συνάρτηση με τον σκοπό που επιδιώκει η συμφωνία αυτή, καθώς και με το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α'. Επομένως, κατά την ερμηνεία του άρθρου 7 του Νόμου και τον προσδιορισμό των λόγων που δικαιολογούν την ορισμένη διάρκεια, το Δικαστή-ριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη το επιδιωκόμενο με την οδηγία αποτέλεσμα ώστε να μην γίνονται δεκτοί ως τέτοιοι λόγοι, περιστατικά που αντί να αποτρέπουν θα διευκολύνουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου από τον εργοδότη. Στις υποθέσεις C-378/07 έως C-380/07, Κυριακή Αγγελιδάκη ν. Οργανισμού Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνου και Δήμου Γεροποτάμου, ημερ. 23.4.09, το ΔΕΚ/ΔΕΕ, επιδιώκοντας μια συγκεκριμενοποίηση των αντικειμενικών λόγων, έχει δεχθεί ότι ο όρος «αντικειμενικοί λόγοι» κατά τη ρήτρα 5 σημείο 1 στοιχείο α, της συμφωνίας πλαισίου έχει την έννοια ότι: «αφορά σαφείς και συγκεκριμένες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν μια καθορισμένη δραστηριότητα και οι οποίες, κατά συνέπεια, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Οι περιστάσεις αυτές μπορούν να οφείλονται, μεταξύ άλλων, στην ιδιαίτερη φύση των καθηκόντων για την εκτέλεση των οποίων έχουν συναφθεί οι συμβάσεις αυτές και στα εγγενή χαρακτηριστικά των καθηκόντων αυτών ή, ενδεχομένως, στην επιδίωξη ενός θεμιτού σκοπού κοινωνικής πολιτικής εκ μέρους κράτους μέλους (προαναφερθείσα απόφαση Αδενέλερ κ.λπ., σκέψεις 69 και 70, και απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑307/05, Del Cerro Alonso, Συλλογή 2007, σ. Ι‑7109, σκέψη 53, καθώς και προαναφερθείσα διάταξη Βασιλάκης κ.λπ., σκέψεις 88 και 89).» Στην υπόθεση C-313/10 Land Nordrhein - Westfalen v. Sylvia Jansen, στις προτάσεις του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 15.9.2011 σε σχέση με την ερμηνεία της ρήτρας 5, σημείο 1, της Συμφωνίας - Πλαισίου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Η ρήτρα 5 δεν απαγορεύει την εκ νέου, μάλιστα πολλές φορές, σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου μεταξύ των ιδίων μερών. Μόνο η καταχρηστική χρησιμοποίηση μιας σειράς συμβάσεων ορισμένου χρόνου, προκειμένου να καλύπτονται διαρκώς οι μόνιμες ανάγκες του εργοδότη είναι αξιόμεμπτη. Αυτό ακριβώς που απαγορεύεται είναι η άνευ αντικειμενικού λόγου σώρευση συμβάσεων ορισμένου χρόνου και όχι η θεμιτή χρήση αυτού του είδους συμβάσεων από τον εργοδότη. Η έννοια του αντικειμενικού λόγου πρέπει να ερμηνευθεί, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών παραγόντων και κατ' ακολουθία μιας τελολογικής προσεγγίσεως. Συνεπώς, προκειμένου να εκτιμηθεί στην υπό κρίση περίπτωση η ύπαρξη ενός τέτοιου λόγου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να αναλύσει την εν προκειμένω σχέση εργασίας συγκεκριμένα και καθ' ολοκληρία. Είναι αναγκαίο ο αντικειμενικός λόγος που επικαλείται ο εργοδότης να συνδέεται άμεσα με την ασκούμενη δραστηριότητα, κατ' αρχήν προσωρινώς, από τον προσληφθέντα υπάλληλο με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Συγκεκριμένα, μία διάταξη, τυπικής αμιγώς φύσεως και μη δικαιολογούσα ειδικώς τη χρήση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την ύπαρξη αντικειμενικών παραγόντων οφειλομένων στις ιδιομορφίες της οικείας δραστηριότητας και στις συνθήκες της ασκήσεως της, ενέχει πραγματικό κίνδυνο καταχρήσεως αυτού του είδους των συμβάσεων και δεν είναι συνεπώς συμβατή προς τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της συμφωνίας - πλαισίου. Επίσης στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-22/13, C-61/13 έως C-63/13 και C-418/13 Mascolo κ.α. ημερ. 26.11.2014, το ΔΕΕ επαναλαμβάνοντας προηγούμενη νομολογία του ανέφερε τα ακόλουθα:
- Επομένως, για την τήρηση της ρήτρας 5, σημείο 1, στοιχείο α, της συμφωνίας - πλαισίου πρέπει να διαπιστώνεται συγκεκριμένα ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και ότι διάταξη της εθνικής νομοθεσίας όπως το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου 124/1999, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του διατάγματος 131/2007 δεν χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα, για να καλύψει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη για προσωπικό.
- Προς τούτου, πρέπει να εξετάζονται, στην κάθε περίπτωση, όλες οι προκείμενες περιστάσεις, λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, του αριθμού των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας, προκειμένου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν συνάπτονται φαινομενικά για την κάλυψη ανάγκης σε αναπληρωματικό προσωπικό, να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά από τους εργοδότες. Σύμφωνα λοιπόν με τη νομολογία του ΔΕΕ, δεν αρκεί ότι ο Νόμος προβλέπει αντικειμενικούς λόγους ικανούς να δικαιολογήσουν τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Θα πρέπει να αξιολογούνται και οι συνθήκες της κάθε περίπτωσης, ώστε να μπορεί αποτελεσματικά να αποκλεισθεί η καταχρηστική προσφυγή στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ο έλεγχος δηλαδή της συνδρομής αντικειμενικού λόγου λαμβάνει χώρα σε δύο επίπεδα. Κατ' αρχάς ελέγχεται αν συντρέχει ένας λόγος ο οποίος αυτός καθ' εαυτόν μπορεί να δικαιολογήσει την ορισμένη διάρκεια των συμβάσεων. Στη συνέχεια ερευνάται η συγκεκριμένη εφαρμογή της εθνικής ρύθμισης για τυχόν καταχρηστικότητα. Όπως επισημαίνει το Δικαστήριο, «κατά την εφαρμογή της οικεί-ας διατάξεως του εθνικού δικαίου, οι ως άνω αρχές πρέπει κατά συνέπεια να είναι σε θέση να συναγάγουν αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια προκειμένου να ελεγχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων αυτών ανταποκρίνεται πράγματι σε γνήσια ανάγκη, είναι κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και αναγκαία προς τούτο» (C-586/10, Κüküc, ημερ. 26.1.2012 αριθ. 34 και C-22/13, Mascolo κ.α. ημερ. 26.11.2014). Έτσι, εάν ως αντικειμενικός λόγος προτείνεται η κάλυψη παροδικών αναγκών σε εργατικό δυναμικό, το δικαστήριο οφείλει να ελέγξει μήπως υπό το πρόσχημα κάλυψης προσωρινών αναγκών στην πραγματικότητα καλύπτονται με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη (C-378/07 Angelidaki κ.α ημερ. 23.4.2009 αριθ.106 και C586/10 Κüküc, ημερ. 26.1.2012 αριθ. 40). Από τα αδιαμφισβήτητα και/ή παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, είναι φανερό ότι η Αιτήτρια εργαζόταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση στη θέση ΕΕΠ, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου από τις 02.01.2004 μέχρι 31.12.
- Το ερώτημα που τίθεται και που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει αφορά τα καθήκοντα που εκτελούσε η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια της απασχόληση της από τη συγκεκριμένη θέση, για τον προσδιορισμό των οποίων ανάλωσε μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της. Η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ενώ έθεσε υπό αμφισβήτηση αρκετά σημεία της μαρτυρίας της Αιτήτριας που αναφέρονται στα καθήκοντα της, ωστόσο εν τέλει δεν έχει αμφισβητηθεί ότι τα καθήκοντα και οι όροι απασχόλησης της θέσης ΕΕΠ, καταρτίζονται και εγκρίνονται από τα όργανα του Πανεπιστημίου και είναι αυτά που παρατίθενται στο σχέδιο υπηρεσίας. Η θέση μάλιστα της Αιτήτριας ότι από την αρχή της εργοδότησης της ασκούσε τα ίδια καθήκοντα που ουσιαστικά απέβλεπαν στην κάλυψη μόνιμων αναγκών του Τμήματος, δεν έχει αμφισβητηθεί από τους μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ομολογουμένως ανέφεραν ότι πάντα υπήρχαν ανάγκες και ότι τα καθήκοντα που ασκούσε η Αιτήτρια κάλυπταν ανάγκες του Τμήματος που μπορούσαν να καλυφθούν υπό την εποπτεία και καθοδήγηση μελών του Ακαδημαϊκού Προσωπικού από μέλη ΕΕΠ που εργάζονταν με σύμβαση και θα κρίνονταν για μονιμοποίηση στα 8 ή 10 χρόνια. Πρόσθετα οι διάφορες αναφορές για εξασφάλιση διδακτορικού τίτλου από την Αιτήτρια ή οι άριστες αξιολογήσεις και η προθυμία της να αναλάβει οτιδήποτε της ανατίθετο, δεν σχετίζονται με το επίδικο θέμα της μετατροπής της σύμβασης της σε αορίστου διαρκείας, αλλά μάλλον με τη δυνατότητα μονιμοποίησης της που εν προκειμένω δεν αποτελεί το ζητούμενο. Εξετάζοντας επίσης το μέρος της μαρτυρίας που αφορά τη θέση και τα καθήκοντα των ΕΕ κρίνουμε ότι διαφοροποιούνται από τη θέση και τα καθήκοντα των ΕΕΠ. Όπως επίσης διαφοροποιούνται οι όροι και ο σκοπός εργοδότησης. Ως εκ τούτου κρίνουμε ότι αποτελούν δύο ξεχωριστές συμβάσεις εργασίας που δεν συνδέονται μεταξύ τους. Για όλα τα πιο πάνω αποτελεί εύρημα μας ότι η Αιτήτρια από της προσλήψεως και μέχρι τον τερματισμό της απασχόλησης της εκτελούσε καθήκοντα ΕΕΠ για την κάλυψη μόνιμων αναγκών του Τμήματος ΕΠΑ. Επίσης από τον Ιούλιο 2006 είχε συμπληρώσει 30μηνη περίοδο απασχόλησης που της επέτρεπε να θεωρηθεί εργοδοτούμενη αορίστου διαρκείας για σκοπούς του Νόμου. Ως επακόλουθο των πιο πάνω, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει εάν οι Καθ' ων η αίτηση φέροντες το βάρος απόδειξης, κατάφεραν να αποδείξουν κατά πρώτο λόγο την τυχόν κατ' εξαίρεση ύπαρξη αντικειμενικού λόγου που δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας της Αιτήτριας και κατά δεύτερο λόγο τη μη ύπαρξη τυχόν καταχρηστικότητας του είδους αυτών των συμβάσεων. Οι Καθ' ων η αίτηση, τόσο με τους γενικούς λόγους εμφάνισης όσο και με την προσαχθείσα μαρτυρία, διατείνονται ότι υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι, βάσει των προνοιών του άρθρου 7
(2)(γ)(δ) του Νόμου που δεν επιτρέπουν τη μετατροπή της σύμβασης της Αιτήτριας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου, λόγω της ιδιαιτερότητας της φύσης της εργασίας και των καθηκόντων στη θέση ΕΕΠ που επέβαλλε την απασχόληση της σε δοκιμαστική βάση μέσω διαδικασίας αξιολόγησης της προς μονιμοποίηση. Εξετάζοντας τη θέση των Καθ' ων η αίτηση, σημειώνουμε κατ' αρχάς ότι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου, υφίστανται όταν κατά τη σύναψη της σύμβασης με επαρκή ασφάλεια αναμένεται ότι με τη λήξη της θα παύσει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Μια τέτοια πρόγνωση θα πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία και να είναι αρκούντως θεμελιωμένη. Θα πρέπει δηλαδή ο εργοδότης να είναι σε θέση να δικαιολογήσει, με συγκεκριμένα στοιχεία γιατί με την πάροδο της ορισμένης διάρκειας της σύμβασης θα εκλείψει και η ανάγκη απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Στη περίπτωση βέβαια που η λήξη της σύμβασης εργασίας εξαρτάται από την επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος, όταν αβέβαιο είναι όχι μόνο το πότε ακριβώς αλλά και το εάν θα επέλθει το γεγονός αυτό, τότε λόγοι προστασίας του εργαζόμενου επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό της σύμβασης αυτής ως αορίστου διαρκείας. Η διπλή αυτή αβεβαιότητα (ως προς το αν και το πότε) φέρνει τη σύμβαση εγγύτερα προς τη σύμβαση αορίστου χρόνου παρά προς τη σύμβαση ορισμένου χρόνου. Η εγκυρότητα επίσης του συγκεκριμένου συμβατικού όρου της ορισμένης διάρκειας προϋποθέτει ότι ο εργοδοτούμενος προσελήφθη για να καλύψει ακριβώς τις συγκεκριμένες ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. (Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, 523). Όπως αναφέρθηκε από το ΔΕΕ στις υποθέσεις C-677/2016, Montero Mateos ημερ. 5.6.2018, C-619/2017, De Diego Parras ημερ. 21.11.2018, Grupo Notre Facility ημερ. 5.6.2018, στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η λύση της σχέσης εργασίας επέρχεται λόγω γεγονότος προβλέψιμου ήδη κατά την κατάρτιση της σύμβασης, ενώ στη σύμβαση αορίστου διαρκείας η λύση δεν επέρχεται μόνον αιφνιδίως αλλά και για λόγο μη προβλέψιμο εκ των προτέρων. Όσον αφορά το επιχείρημα περί ιδιαιτεροτήτων της υπό εκτέλεση εργασίας, στην υπόθεση C-331/17, Sciotto, ημερ. 25.10.2018, ο εργοδότης επικαλέστηκε τη συνδρομή εγγενών στον καλλιτεχνικό κλάδο ειδικών χαρακτηριστικών που δικαιολογούσαν την κατά παράδοση σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Το ΔΔΕ έκρινε ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να δικαιολογήσουν μία εθνική ρύθμιση όπως η επίδικη, η οποία επιτρέπει γενικά και αφηρημένα τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου χωρίς να καθιστά δυνατή τη συναγωγή αντικειμενικών και διαφανών κριτηρίων προκείμενου να ελεγχθεί αν η ανανέωση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ανταποκρίνεται πράγματι σε μια γνήσια ανάγκη και είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση το επιχείρημα ότι ο ετήσιος προγραμματισμός καλλιτεχνικών θεαμάτων συνεπάγεται, κατ' ανάγκην, για τον εργοδότη προσωρινές ανάγκες και συνεπώς η πρόσληψη για την κάλυψη προσωρινών και συγκεκριμένων αναγκών του εργοδότη σε προσωπικό, μπορεί, κατ' αρχήν να αποτελέσει αντικειμενικό λόγο κατά την έννοια της ρήτρας 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου, σημειώνει ωστόσο, ότι θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να επιβεβαιώνεται, κατά τρόπο συγκεκριμένο, ότι η ανανέωση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου αποσκοπεί στην κάλυψη προσωρινών αναγκών και όχι στην άσκηση, κατά τρόπον πάγιο και διαρκή, καθηκόντων τα οποία εμπίπτουν στη συνήθη δραστηριότητα του κλάδου των καλλιτεχνών και πολιτιστικών επιχειρήσεων. Εναπόκειται δε στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου καλύπτει «απλές» προ-σωρινές ανάγκες ή, αντίθετα, τις ανάγκες του συνήθους προγραμματισμού του εργοδότη. Ένδειξη ότι συμβαίνει το πρώτο αποτελεί το γεγονός ότι ο εργαζόμενος, όπως στην επίδικη υπόθεση, επί πολλά έτη ασκούσε, βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, παρόμοια καθήκοντα. Έτσι το ΔΕΕ αποφάσισε ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου: «πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται στην εθνική ρύθμιση όπως η επί-δικη στην κύρια δίκη, δυνάμει της οποίας δεν εφαρμόζονται στον κλάδο δραστηριότητας των ιδρυμάτων λυρικής τέχνης και συμφωνικής μουσικής οι κανόνες του κοινού δικαίου που διέπουν τις σχέσεις εργασίας και επιβάλλουν, σε περίπτωση καταχρηστικής συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, την αυτόματη μετατροπή της συμβάσεως ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου, αν η σχέση εργασίας συνεχίζεται πέραν μιας συγκεκριμένης ημερομηνίας, όταν η εσωτερική έννομη τάξη δεν προβλέπει κανένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο για την πάταξη των καταχρηστικών πρακτικών που διαπιστώνονται στον κλάδο αυτόν.» Στην υπόθεση C-326/19 MIUR, την οποία επικαλείται η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση, το Ιταλικό Παν/μιο προσέφερε δύο είδη συμβάσεων. Ο Ε.Β. προσλήφθηκε από το Παν/μιο ως ερευνητής βάσει σύμβασης συναφθείσας δυνάμει του αρθρου 24 του νόμου 240/2010 (εφεξής: σύμβαση τύπου Α), που προέβλεπε ότι «συμβάσεις τριετούς διάρκειας, οι οποίες μπορούν να ανανεωθούν μια μόνο φορά για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, κατόπιν θετικής αξιολόγησης της αναπτυχθείσας διδακτικής και ερευνητικής δραστηριότητας .». Έξι μήνες πριν την προβλεπόμενη ημερομηνία λήξης ο ΕΒ ζήτησε την παράταση της σύμβασης για διάστημα δύο ετών. Και ακολούθως πριν τη λήξη της παραταθείσας σύμβασης του, υπέβαλε αίτημα για επιπλέον παράταση δυνάμει άλλου νομοθετήματος, το οποίο απερρίφθη. Εξετάζοντας το ΔΕΕ τα ερωτήματα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο και ειδικότερα το τρίτο ερώτημα, σημείωσε τα ακόλουθα:
- Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 24, παράγραφος 3, στοιχείο a, του νόμου 240/2010 επιβάλλει όρια όχι μόνον όσον αφορά τη μέγιστη διάρκεια της σύμβασης ορισμένου χρόνου των πανεπιστημιακών ερευνητών που ανήκουν στην κατηγορία στην οποία υπάγεται ο EB, αλλά και όσον αφορά τον αριθμό των δυνατών ανανεώσεων της σύμβασης αυτής.
- Ως εκ τούτου, το άρθρο 24, παράγραφος 3, του νόμου 240/2010 εμπεριέχει δύο από τα μέτρα που προβλέπονται στη ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας‑πλαισίου, ήτοι θέση ορίων όσον αφορά τη μέγιστη συνολική διάρκεια των συμβάσεων ορισμένου χρόνου και τον αριθμό των δυνατών ανανεώσεων. Το δε αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρθηκε σε στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί ότι τα μέτρα αυτά δεν επαρκούν για την αποτελεσματική αποτροπή της καταχρηστικής χρήσης συμβάσεων ορισμένου χρόνου όσον αφορά τις συμβάσεις τύπου A. Ακολούθως, διαπιστώνεται, ότι σε αντίθεση με τις περιστάσεις που χαρακτήριζαν τις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις στις Sciotto (ανωτέρω) και Martinez Andres και Lopez (C-184/15 και C-197/15) ημερ. 14.9.2016, η εφαρμοστέα στην εν λόγω υπόθεση νομοθεσία και συγκεκριμένα το άρθρο 24 του Ν.240/2010, που αφορά τους κανόνες οργάνωσης και προσωπικού των Ιταλικών Παν/μίων, εμπεριέχει δύο από τα μέτρα που προβλέπονται στη ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας πλαισίου, που είναι ο καθορισμός της μέγιστης διάρκειας της σύμβασης στα τρία έτη και η δυνατότητα ανανέωσης της μια μόνο φορά για διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη (σκ.60-62). Ειδικότερα επισημαίνεται ότι στις εν λόγω αποφάσεις, το ζήτημα αν η ανανέωση των επίμαχων συμβάσεων ορισμένου χρόνου δικαιολογούνταν από αντικειμενικούς λόγους - μεταξύ των οποίων η ανάγκη κάλυψης πραγματικών και προσωρινών αναγκών - ανέκυψε αποκλειστικά λόγω του ότι δεν είχαν ληφθεί μέτρα που να εμπίπτουν στις πιο πάνω κατηγορίες της ρήτρας 5 σημείο
- Επομένως, το γεγονός που επικαλείται το αιτούν δικαστήριο, ότι η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική νομοθεσία δεν περιέχει διευκρινίσεις ως προς τον πραγματικό και προσωρινό χαρακτήρα των αναγκών που πρόκειται να ικανοποιηθούν με τη χρήση συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν ασκεί επιρροή (σκ. 63). Κατά δεύτερο λόγο επισημαίνεται ότι στις εν λόγω αποφάσεις οι οικείοι εργαζόμενοι τελούσαν σε πλήρη αβεβαιότητα ως προς τη διάρκεια της σχέσης εργασίας τους. Αντίθετα, εν προκειμένω, τα πρόσωπα που συνάπτουν σύμβαση τύπου Α, όπως αυτή που συνήφθη μεταξύ Ε.Β. και Παν/μίου, ενημερώνονται, πριν καν υπογράψουν τη σύμβαση, ότι η σχέση εργασίας δεν θα μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από πέντε έτη (σκ. 64). Θέτοντας τη σταθερότητα της απασχόλησης ως μείζον στοιχείο της προστασίας των εργαζομένων, επισημαίνει επίσης ότι η παύση ισχύος μιας σύμβασης ερευνητή τύπου Α δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη αστάθεια της απασχόλησης, στο μέτρο που παρέχει στον οικείο εργαζόμενο τη δυνατότητα να αποκτήσει τα αναγκαία προσόντα για τη σύναψη σύμβασης τύπου Β, η οποία μπορεί περαιτέρω να οδηγήσει σε σχέση εργασίας αόριστου χρόνου υπό την ιδιότητα του αναπληρωτή καθηγητή (σκ.66). Κατά τρίτο λόγο διαπιστώνεται ότι το γεγονός ότι τα Πανεπιστήμια έχουν μόνιμη ανάγκη να απασχολούν πανεπιστημιακούς ερευνητές, όπως προκύπτει από την επίμαχη εθνική νομοθεσία, δεν σημαίνει ότι η ανάγκη αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί με χρήση συμβάσεων ορισμένου χρόνου (σκ.67). Ειδικότερα η θέση ερευνητή προβλέπεται ως το πρώτο στάδιο της σταδιοδρομίας ενός επιστήμονα, δεδομένου ότι ο ερευνητής αυτός οπωσδήποτε προορίζεται να ανέλθει σε άλλη θέση και συγκεκριμένα σε θέση διδάσκοντος, ως αναπληρωτής καθηγητής καταρχάς και ως τακτικός καθηγητής στη συνέχεια (σκ.69). Όσον αφορά εξάλλου το γεγονός ότι η διετής παράταση των συμβάσεων τύπου A εξαρτάται από τη θετική αξιολόγηση της αναπτυχθείσας διδακτικής και ερευνητικής δραστηριότητας, οι «ιδιαίτερες ανάγκες» του οικείου κλάδου μπορούν ευλόγως να συνίστανται, όσον αφορά τον τομέα της επιστημονικής έρευνας, στην ανάγκη να εξελίσσεται η σταδιοδρομία των διαφόρων ερευνητών αναλόγως των ικανοτήτων του καθενός, οι οποίες πρέπει ως εκ τούτου να αξιολογούνται. Επομένως, διάταξη που θα υποχρέωνε ένα πανεπιστήμιο να συνάψει σύμβαση αορίστου χρόνου με ερευνητή, ανεξαρτήτως αξιολόγησης των αποτελεσμάτων των επιστημονικών δραστηριοτήτων του, δεν θα πληρούσε τις προαναφερθείσες απαιτήσεις (σκ.69). Έτσι το ΔΕΕ αποφάσισε ότι η ρήτρα 5 της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου: «δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία η οποία προβλέπει, όσον αφορά την πρόσληψη πανεπιστημιακών ερευνητών, τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου για διάστημα τριών ετών, με μία μόνο δυνατότητα παρατάσεως για διάστημα μέχρι δύο ετών, εξαρτώ-ντας τη μεν σύναψη τέτοιων συμβάσεων από την προϋπόθεση να υπάρχουν διαθέσιμοι πόροι «βάσει του προγραμματισμού, για την άσκηση δραστηριοτήτων έρευνας, διδασκαλίας, συμπληρωματικής διδασκαλίας και παροχής υπηρεσιών στους φοιτητές, τη δε παράταση των συμβάσεων αυτών από τη «θετική αξιολόγηση της αναπτυχθείσας διδακτικής και ερευνητικής δραστηριότητας», χωρίς να είναι απαραίτητο η νομοθεσία αυτή να καθορίζει αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια για το κατά πόσον η σύναψη και η ανανέωση τέτοιων συμβάσεων όντως ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες, είναι κατάλληλες να επιτύχουν τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι αναγκαίες προς τούτο.» Θέτοντας τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, παρατηρούμε ότι τόσο οι ισχύοντες Κανονισμοί όσο και οι δυνάμει αυτών εκδοθέντες υπό της Συγκλήτου και εγκριθέντες υπό του Συμβουλίου Εσωτερικοί Κανόνες, προβλέπουν ρητά ότι τα μέλη ΕΕΠ, όπως στην περίπτωση της Αιτήτριας, που απασχολούνται στη διδασκαλία της γλώσσας, στην υποστήριξη εργαστηριακών μαθημάτων ή στην επαγγελματική άσκηση φοιτητών, κρίνονται υποχρεωτικά για μονιμοποίηση, μετά από απασχόληση οκτώ
(8)ετών. Ειδικότερα, μετά την ολοκλήρωση οκτώ
(8)χρόνων ευδόκιμης υπηρεσίας, ενεργοποιείται η διαδικασία αξιολόγησης του μέλους για μονιμοποίηση και σε περίπτωση μη μονιμοποίησης ο κρινόμενος συνεχίζει να εργοδοτείται και κρίνεται ακόμη μια φορά μετά την ολοκλήρωση δέκα
(10)χρόνων ευδόκιμης υπηρεσίας, οπόταν σε περίπτωση αποτυχίας οι υπηρεσίες του τερματίζονται αυτόματα με τη λήξη της σύμβασης για το εντέκατο
(11)έτος απασχόλησης, δηλαδή του έτους διεξαγωγής αξιολόγησης. Επομένως μέσα από τους ισχύοντες Κανονισμούς και Εσωτερικούς Κανόνες του Πανεπιστημίου επιβάλλονται όρια για τη μέγιστη διάρκεια της σύμβασης ορισμένου χρόνου των μελών ΕΕΠ του Πανεπιστημίου. Ως εκ τούτου οι εν λόγω Κανονισμοί του Πανεπιστημίου εμπεριέχουν το προβλεπόμενο στη ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου μέτρο που αφορά τη μέγιστη συνολική διάρκεια των συμβάσεων ορισμένου χρόνου των ΕΕΠ. Περαιτέρω καθίσταται φανερό από την εν γένει διαδικασία πρόσληψης, αξιολόγησης, μονιμοποίησης ή αυτόματου τερματισμού των υπηρεσιών του μέλους, ότι η Αιτήτρια προτού υπογράψει τη σύμβαση εργασίας στη θέση ΕΕΠ είχε πλήρη ενημέρωση για τα καθορισμένα χρονικά πλαίσια που αφορούσαν τις συμβάσεις ΕΕΠ και την αναγκαία διαδικασία αξιολόγησης για μονιμοποίηση στο όγδοο έτος απασχόλησης της. Συνεπώς η Αιτήτρια δεν τελούσε σε κατάσταση αβεβαιότητας ως προς τη διάρκεια της σχέσης εργασίας της και τη διαδικασία μονιμοποίησης της. Το γεγονός μάλιστα ότι η ανανέωση του Συμβολαίου και η μονιμοποίηση των μελών ΕΕΠ εξαρτάται από τη θετική αξιολόγηση του έργου τους, δίνει επίρρωση στα όσα επικαλέστηκε η κα Κουτσελίνη, ότι η ιδιαιτερότητα και η φύση των καθηκόντων της υπό εκτέλεση εργασίας απαιτεί τη στελέχωση του Τμήματος ΕΠΑ από ικανό και εξελίξιμο προσωπικό, στο οποίο μετά από μακρόχρονη υπηρεσία παρέχεται η δυνατότητα μονιμοποίησης, μέσω συστηματικής αξιολόγησης των ικανοτήτων του με απώτερο σκοπό τη στελέχωση του Πανεπιστημίου με το καλύτερο κατά το δυνατό επιστημονικό προσωπικό και τη διατήρηση υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης. Επομένως και εν προκειμένω, οι ιδιαίτερες ανάγκες του Τμήματος ΕΠΑ λογικά συνίστανται στην ανάγκη εξέλιξης των μελών του ΕΕΠ ανάλογα με τις ικανότητες του καθενός, οι οποίες κατ' ανάγκη θα πρέπει να αξιολογούνται. Ως εκ τούτου η μετατροπή της σύμβασης εργασίας της Αιτήτριας από ορισμένου σε αορίστου διαρκείας, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες του Τμήματος ΕΠΑ και η επιβαλλόμενη συστηματική αξιολόγηση της με τον τρόπο που προβλέπουν οι Εσωτερικοί Κανόνες, δεν θα πληρούσε τις προαναφερθείσες απαιτήσεις. Περαιτέρω με βάση τις προρρηθείσες κανονιστικές ρυθμίσεις, απαραίτητη προϋπόθεση για να προσληφθεί κάποιος στη θέση ΕΕΠ είναι τα ειδικά προ-σόντα και ειδικότερα η εκπαιδευτική διδακτική πείρα. Η Αιτήτρια κατέχουσα τη θέση δασκάλας στη δημοτική εκπαίδευση, από της προσλήψεως της στους Καθ' ων η αίτηση και μέχρι τις 31.12.2006 δίδασκε με άδεια δημοσίου συμφέροντος από την εργασία της και από την 1.1.2007 μέχρι 31.12.2011 με εκπαιδευτική άδεια από τη δημοτική εκπαίδευση. Την 1.1.2012 υπέβαλε παραίτηση από τη θέση δασκάλας, η οποία έγινε αποδεκτή από την Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας στις 19.1.2012. Επομένως, η Αιτήτρια για τα οκτώ πρώτα χρόνια της υπηρεσίας της στο Πανεπιστήμιο διατηρούσε τη θέση δασκάλας στη δημοτική εκπαίδευση και της παρείχετο έτσι η δυνατότητα εάν δεν υπέβαλε παραίτηση, να συνεχίσει την απασχόληση της από τη θέση αυτή κατά τη λήξη της σύμβασης της. Συνεπώς η λήξη ισχύος της σύμβασης της με τους Καθ' ων η αίτηση δεν συνεπαγόταν κατ' ανάγκη αστάθεια στην απασχόληση της, στο μέτρο που λογίζεται ότι θα συνέχιζε να ασκεί τα καθήκοντα της από τη συγκεκριμένη θέση, ή θα μονιμοποιείτο στη θέση ΕΕΠ, μέσω της διαδικασίας αξιολόγησης. Συνακόλουθα, παρόλο που ο συμβάσεις εργασίας που είχαν συναφθεί με την Αιτήτρια κάλυπταν μόνιμες ανάγκες των Καθ' ων η αίτηση, ωστόσο η ανάγκη εργοδότησης ενός μέλους του ΕΕΠ και ειδικότερα της Αιτήτριας παρέμεινε προσωρινή κατά το μέτρο που της παρείχετο η δυνατότητα μονιμοποίησης ή συνέχισης της απασχόλησης της από τη θέση δασκάλας, την οποία διατηρούσε και κατά την εργοδότηση της στους Καθ' ων η αίτηση. Υπό αυτά τα δεδομένα, παρά τη μακρόχρονη υπηρεσία της Αιτήτριας που απέβλεπε στην κάλυψη μονίμων αναγκών του Πανεπιστημίου από τη θέση ΕΕΠ που κατείχε, το στοιχείο αυτό από μόνο του δεν κρίνεται ικανό να αποκλείσει την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου κατά την έννοια του εναρμονιστικού Νόμου και της ρήτρας 5 της συμφωνίας - πλαισίου, εφόσον η φύση της επίμαχης διδακτικής δραστηριότητας των μελών ΕΕΠ, τα εγγενή χαρακτηριστικά και οι ιδιαιτερότητες της, όπως τα έχουμε ήδη περιγράψει και που απέβλεπαν στη μονιμοποίηση μέσω της διαδικασίας αξιολόγησης, μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο τη χρησιμοποίηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθώς μια τέτοια σύμβαση εργασίας δεν θα μπορούσε να υπονομεύσει τον σκοπό της συμφωνίας - πλαισίου και του εναρμονιστικού Νόμου, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των εργαζομένων από επισφαλείς εργασιακές συνθήκες. Το γεγονός δε ότι η Αιτήτρια επέφερε από μόνη της μια κατάσταση αστάθειας στην απασχόληση της, με την υποβολή παραίτησης από τη θέση δασκάλας μετά από οκτώ χρόνια παραμονής στους Καθ' ων η αίτηση, δεν διαφοροποιεί την όλη κατάσταση. (C-190/13 Marquez Samohano, ημερ. 13.3.2014[1]). Για όλα τα πιο πάνω κρίνουμε ότι η Καθ' ων η αίτηση με την προσκομισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία κατάφεραν να αποδείξουν την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων δυνάμει της ρήτρας 5 στοιχείο 1 της συμφωνίας πλαισίου και του άρθρου 7
(2)του Ν.98(Ι)/2003, που δικαιολογούσαν την μη μετατροπή της σύμβασης εργασίας της Αιτήτριας από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Περαιτέρω με βάση τα ενώπιον μας στοιχεία, τα ευρήματα και συμπεράσματα μας, δεν τίθεται ούτε θέμα καταχρηστικής προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Συνακόλουθα καταλήγουμε ότι δικαιολογημένα οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας κατά τη λήξη της τακτής σύμβασης εργασίας της με επακόλουθο να μην της παρέχεται δικαίωμα σε αποζημίωση. Η Αίτηση απορρίπτεται με €2000 έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Τζ. Μέχρη, Μέλος Π. Παναγιώτου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στην υπόθεση Marquez Samohano, ο εργαζόμενος προσλήφθηκε από πανεπιστήμιο και ασχολήθηκε, βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Η πρόσληψη του έγινε βάσει νομοθετικής διάταξης που πρόβλεπε την πρόσληψη για ορισμένο χρόνο και με καθεστώς μερικής απασχόλησης ειδικών αναγνωρισμένου κύρους που πιστοποιούν ότι ασκούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα εκτός της πανεπιστημιακής κοινότητας με σκοπό την κάλυψη διδακτικών καθηκόντων για τα οποία οι εν λόγω διδάσκοντες συνεισφέρουν στο πανεπιστήμιο τις γνώσεις τους και την επαγγελματική τους πείρα. Παρόλο που το ΔΕΕ δέχθηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας που είχαν συναφθεί κάλυπταν μια μόνιμη ανάγκη των πανεπιστημίων στον τομέα αυτό, εν τούτοις κρίνει ότι η ανάγκη πρόσληψης τους παραμένει προσωρινή κατά το μέτρο που ο εν λόγω καθηγητής λογίζεται ότι θα συνεχίσει τη δραστηριότητα της πλήρους απασχόλησης, κατά τη λήξη της σύμβασης του. Παρά δε την για μεγάλο χρονικό διάστημα ανανέωση της σύμβασης του, για την κάλυψη μια μόνιμης ή επαναλαμβανόμενης ανάγκης, το στοιχείο αυτό από μόνο του δεν είναι, κατά το ΔΕΕ, ικανό να αποκλείσει την ύπαρξη αντικειμενικού λόγου κατά την έννοια της ρήτρας 5 της συμφωνίας πλαισίου, «εφόσον η φύση της επίμαχης διδακτικής δραστηριότητας και τα εγγενή χαρακτηριστικά της μπορούν να δικαιολογήσουν, στο ειδικό αυτό πλαίσιο, τη χρησιμοποίηση των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου». (σκέψη 57). Είναι προφανές ότι το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για την κύρια δραστηριότητα του εργαζομένου επηρέασε σε σημαντικό βαθμό την κρίση του Δικαστηρίου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο