← Κύπρος

ΜΕΛΠΟΜΕΝΗ - ΜΑΡΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 436/2017, 30/5/2023

ΜΕΛΠΟΜΕΝΗ - ΜΑΡΙΑ ΑΤΤΙΚΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 436/2017, 30/5/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2023:20 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Τζ. Μέρχη και Σ. Φιλίππου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 436/2017 Μεταξύ: ΜΕΛΠΟΜΕΝΗ - ΜΑΡΙΑ ΑΤΤΙΚΗ Αιτήτρια -και- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω

  1. Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας
  2. Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Μαΐου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Γ. Χριστοφίδης με κα Χρ. Σιακαλλή Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Σελίπας ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση της Αιτήτριας όπως προκύπτει από τους γενικούς λόγους της Αίτησης ότι εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση ως καθηγήτρια ισπανικών, σε έκτακτη βάση από τις 14.9.
  3. Ότι από τις 2.4.2009 είχε ήδη συμπληρώσει 30μηνη περίοδο απασχόλησης δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμέ-νου χρόνου με επακόλουθο η σύμβαση εργασίας της να θεωρείται αυτοδικαίως σύμβαση αορίστου διαρκείας. Με δεδομένη τη συνολική διάρκεια απασχόλησης της ισχυρίζεται ότι καταχρηστικά η σύμβαση εργασίας της δεν κατέστη και δεν θεωρήθηκε σύμβαση αορίστου διαρκείας, κατά παράβαση της Οδηγίας και του εναρμονιστικού με αυτή Ν.98(Ι)/2003, ελλείψει οποιωνδήποτε αντικειμενικών λόγων. Θεωρώντας δε ως παράνομο τον τερματισμό της απασχόλησης της αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εργοδότηση της Αιτήτριας κατέστη αυτοδικαίως αορίστου διαρκείας από την ημέρα που συμπλήρωσε περίοδο απασχόλησης 30 μηνών, καθότι ικανοποιούνται πλήρως οι πρόνοιες του άρθρου 7

(1)του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (Ν.98(Ι)/2003, όπως τροποποιήθηκε, και/ή Β. Δήλωση και/ή αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι η από την 2.4.2009 εργασιακή σχέση μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η αίτηση είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση υπηρεσιών και διάταγμα του Δικαστηρίου διατάζον τους Καθ' ων η αίτηση να διατηρήσουν την εργοδότηση της Αιτήτριας με τους υφιστάμενους όρους εργοδότησης και ή να μην αλλοιώσουν οιωνδήποτε των εν λόγω όρων και να τηρούν τους εν λόγω όρους. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι οποιεσδήποτε αποκοπές και ή η αποστέρηση ωφελημάτων της Αιτήτριας έγιναν από τους Καθ' ων η αίτηση από 2.4.2009 ήτοι εισφορές και ή πληρωμή του εργοδότη στο Ταμείο Αδειών, Ανεργιακού και στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων παρανόμως έγιναν και θα πρέπει να πληρωθούν και ή να καταβληθούν αντίστοιχα. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου απορρέον από τη δηλωτικής φύσης θεραπεία με βάση τις παραγράφους Α και ή Β και/ή Γ ανωτέρω, και/ή Ε. Επαναδιορισμό / Επαναπρόσληψη με αναδρομική ισχύ στη θέση και τα καθήκοντα που υπηρετούσε προ του παράνομου τερματισμού της απασχόλησης της ΣΤ. Οιανδήποτε ετέρα θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και/ή λογική υπό τας περιστάσεις, και/ή Ζ. Γενικές αποζημιώσεις, και/ή Η. Νόμιμο Τόκο, και/ή Θ. Έξοδα και Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί των εγειρόμενων ζητημάτων στην υπό κρίση Αίτηση καθότι: α) Η σχέση Αιτήτριας και Καθ' ων η αίτηση δεν στηρίζεται σε σύμβαση απασχόλησης αλλά σε προσφορά για έκτακτη απασχόληση στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία. Ο διορισμός σε έκτακτη απασχόληση στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία είναι διοικητική πράξη. β) Ο μη διορισμός πάνω σε έκτακτη βάση εκπαιδευτικών στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία είναι επίσης διοικητική πράξη. (γ) Η Αίτηση εγείρεται εναντίον λανθασμένων προσώπων κατά παράβαση του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Πέραν των προδικαστικών ενστάσεων, η ουσιαστική υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση, όπως εστιάζεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης, περιστρέφεται γύρω από τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια δεν εργάστηκε κατά τη διάρκεια των σχολικών χρονιών 2014-2015 και 2015-2016 με επακόλουθο να μην συμπληρώσει 30 μήνες υπηρεσίας κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 2016-2017 και να μην της προσφερθεί διορισμός αορίστου διαρκείας από 1.9.2017. Επίσης ότι η εργοδότηση στο δημόσιο γίνεται με κύριο γνώμονα τις εκπαιδευτικές ανάγκες που ποικίλουν από χρόνο σε χρόνο και οι οποίες δεν είναι σταθερές. Οι ανάγκες σε διδακτικές περιόδους υπολογίζονται από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού («ΥΠΠ»), με βάση τις επιλογές των μαθημάτων και τον αριθμό των τμημάτων, που εξαρτάται από τον αριθμό των μαθητών εκάστου σχολικού έτους. Έτσι για κάποια σχολικά έτη προκύπτουν προσωρινές ανάγκες σε διδακτικές περιόδους, που δεν επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο, με αποτέλεσμα ο αριθμός των εκπαιδευτικών που προ-σλαμβάνονται για να καλύψουν τις έκτακτες αυτές ανάγκες να μην είναι σταθερός για όλα τα έτη. Δεδομένου δε, ότι οι πίνακες διοριστέων αναθεωρούνται κάθε χρόνο και η σειρά προτεραιότητας υπόκειται σε αλλαγές, η απαίτηση των περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας Νόμων για διορισμό με βάση τη σειρά προτεραιότητας στους πίνακες διοριστέων καθιστά άνευ ετέρου ληξιπρόθεσμες τις συμβάσεις. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67), όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο 6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας για τους λόγους που επικαλούνται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσε για τους Καθ' ων η αίτηση ο κ. Αχιλλέας Αχιλλέως, βοηθός διευθυντής Μέση Εκπαίδευσης, ενώ η Αιτήτρια υποστήριξε τη θέση της με την προσωπική της μαρτυρία. Παράλληλα, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Μαρτυρία Ο κ. Αχιλλέως, με τη γραπτή δήλωση του (Τεκ.Α), ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα περιέχονται στους γενικούς λόγους εμφάνισης. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι για τη σχολική χρονιά 2016-2017 διορίστηκαν επτά καθηγητές Ισπανικών με σύμβαση, μεταξύ των οποίων και η Αιτήτρια. Από τους επτά καθηγητές οι πέντε διορίστηκαν τη επόμενη χρονιά με σύμβαση αορίστου χρόνου, επειδή κατείχαν στον κατάλογο διοριστέων του 2017 τις θέσεις με αριθμό 3, 4, 6, 8 και
  1. Η Αιτήτρια κατείχε τον αριθμό
  2. Ο μη διορισμός της υπό αυτό το καθεστώς οφείλετο στο γεγονός ότι τις σχολικές χρονιές 2014-2015 και 2015-2016 δεν εργαζόταν με σύμβαση (για προ-σωπικούς λόγους βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο) και συνεπώς υπήρξε διακοπή της υπηρεσίας της σε αντίθεση με τους υπόλοιπους καθηγητές οι οποίοι συνεχίζουν μέχρι σήμερα να εργάζονται υπό καθεστώς αορίστου χρόνου. Τη σχολική χρονιά 2022-2023 η Αιτήτρια προσελήφθη με σύμβαση ορισμένου χρόνου για την περίοδο από 1.9.2022 μέχρι 31.8.2023, αφού προηγήθηκε προσφορά διορισμού ημερ. 17.8.2022 την οποία αποδέχθηκε. Δεν προσλήφθηκε με σύμβαση αορίστου χρόνου επειδή δεν είχε οποιαδήποτε απασχόληση ως Εκπαιδευτικός Ισπανικών για την περίοδο 1.9.2017 μέχρι 31.8.
  3. Σήμερα υπηρετούν στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία δέκα μόνιμοι καθηγητές Ισπανικών, εκ των οποίων ο τελευταίος διορισμός έγινε την 1.9.
  4. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δεν διαφώνησε ότι με βάση την επιστολή προσφοράς διορισμού ημερ. 17.8.2022 (Τεκ.1), η συνολική αναγνωρισμένη προϋπηρεσία της Αιτήτριας μέχρι τις 31.8.2022 ανερχόταν σε 7 χρόνια, 10 μήνες και 19 ημέρες, ενώ με βάση την επιστολή ημερ. 23.6.2017 (Τεκ.2), η υπηρεσίας της μέχρι 31.8.2014 ανερχόταν σε 7 11/12 χρόνια. Η Αιτήτρια με τη γραπτή δήλωση της (Τεκ.Β) αναφέρθηκε τόσο στα ακαδημαϊκά της προσόντα όσο και στη προϋπηρεσία της ως καθηγήτρια Ισπανικών με βάση τα συμβόλαια εργασίας που της είχαν προσφερθεί. Ανέφερε ότι με βάση τη βεβαίωση του ΥΠΠ ημερ. 23.6.2017 (Τεκ.2), η συνολικά αναγνωρισμένη προϋπηρεσία της μέχρι τις 31.8.2014, ανερχόταν στα 7 χρόνια και 11 μήνες, ενώ για τα έτη 2014 - 2016 δεν εργάστηκε καθόλου επειδή για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους έπρεπε να βρίσκεται στο Λονδίνο. Ενώ με τη λήξη της τελευταίας σύμβασης εργασίας της (1.9.2016 - 31.8.2017) είχε ήδη συμπληρώσει 30μηνη περίοδο απασχόλησης, η ΕΕΥ δεν της προσέφερε διορισμό, σε αντίθεση με άλλους καθηγητές νεότερους στην επετηρίδα, στους οποίους είχε προσφερθεί θέση εργασίας. Αναφέρθηκε επίσης σε επιστολές που είχε κοινοποιήσει στον Πρόεδρο της ΟΕΛΜΕΚ και στο ΥΥΠ τον Σεπτέμβριο 2017, με αίτημα τον διορισμό της με σύμβαση αορίστου χρόνου και σε απαντητικές επιστολές του ΥΠΠ, με τις οποίες απέρριπταν το αίτημα της. Περαιτέρω ενώ στις 19.10.2018 οι Καθ' ων η αίτηση είχαν αναγνωρίσει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση εργασίας της κατέστη αορίστου χρόνου, στις 17.8.2022 η ΕΕΥ της πρόσφερε διορισμό με σύμβαση ορισμένου χρόνου από 1.9.2022 - 31.8.2023 και ταυτόχρονα προσέφερε διορισμό αορίστου χρόνου σε τρεις καθηγητές νεότερους στην επετηρίδα. Στο στάδιο της αντεξέτασης αφού υποδέχθηκε στην Αιτήτρια η επιστολή ημερ. 23.7.2017 (Τεκ.2) αναγνώρισε ότι υπήρχε τυπογραφικό λάθος. Η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει γιατί το 2017 δεν της προσφέρθηκε διορισμός ενώ προσφέρθηκε σε άλλους συναδέλφους της που έπονταν στην επετηρίδα αφού είχε ήδη καλύψει 30μηνη περίοδο απασχόλησης. Ισχυρίστηκε ότι αποδέχθηκε προσφορά διορισμού με σύμβαση για την περίοδο 2022-2023 γιατί δεν είχε άλλη επιλογή. Αγορεύσεις Στα πλαίσια της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, κινήθηκε και η γραμμή των τελικών γραπτών αγορεύσεων που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι δυο συνήγοροι. Ο συνήγορος για την Αιτήτρια, αφού προέβη σε μια διεξοδική αντιπαράθεση των θέσεων των δύο πλευρών, εισηγήθηκε ότι η θέση που οι Καθ' ων η αίτηση επιδίωξαν να υποστηρίξουν με τη μαρτυρία τους, συγκρούεται με τη δεσμευτική δήλωση που έκαναν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 19.10.2018, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προωθήσουν τον ισχυρισμό της διακοπής στην υπηρεσία για έτη. Αποτελεί περαιτέρω εισήγηση του ότι σε κάθε περίπτωση ο εκ των υστέρων ισχυρισμός περί διακοπής στερείται νομικού ερείσματος εφόσον ισχύει ο περί Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου Χρόνου στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμος του 2016 (Ν.70(Ι)/2016). Επίσης ότι από το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό, η Αιτήτρια κατάφερε να αποδείξει ότι εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για περίοδο πέραν των 30 μηνών, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, από τη ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα, θέτοντας έτσι το υπόβαθρο να θεωρείται η σύμβαση απασχόλησης της για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, χωρίς ωστόσο οι Καθ' ων η αίτηση να καταδείξουν την ύπαρξη οποιουδήποτε αντικειμενικού λόγου που θα στερούσε από την Αιτήτρια ένα τέτοιο δικαίωμα. Τέλος είναι εισήγηση του ότι στην προκείμενη περίπτωση συντρέχουν όλες οι προβλεπόμενες στον Νόμο και τη νομολογία προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης. Ο συνήγορος για τους Καθ' ων η αίτηση, στη διαμετρικά αντίθετη αγόρευση του, εισηγήθηκε ότι με τη δήλωση ημερ. 19.10.2018 η Αιτήτρια κατέστη εργοδοτούμενη αορίστου διαρκείας και ότι το μόνο που δικαιούται είναι η επιδίκαση αποζημιώσεων για τα έτη απασχόλησης της, δυνάμει των προνοιών του Νόμου. Ότι με την ανεπιφύλακτη αποδοχή του συμβολαίου ορισμένου χρόνου που της προσφέρθηκε την 1.9.2022 για την περίοδο από 1.9.2022 μέχρι 31.8.2023, η Αιτήτρια εγκατέλειψε το δικαίωμα της επαναπρόσληψης με αναδρομική ισχύ στη θέση και τα καθήκοντα της προ του τερματισμού της απασχόλησης της στις 31.8.
  5. Ανάλυση - Συμπεράσματα Παρακολουθώντας με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση και την Αιτήτρια να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και εξετάζοντας με την ίδια προσοχή τη μαρτυρία τους σε συνάρτηση με τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων, βρίσκουμε ότι τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με τα υπό εξέταση επίδικα θέματα και τα οποία ουσιαστικά παρέμεναν αδιαμφισβήτητα, είναι τα ακόλουθα: Η Αιτήτρια είναι καθηγήτρια Ισπανικών, απόφοιτος του Westminster University Modern Languages. Παρακολούθησε επίσης παιδαγωγικό εκπαιδευτικό σεμινάριο στο University of Kingston, το PGCE (post graduate certificate in Education Secondary Spanish) και τις κυβερνητικές εξετάσεις (QTS). Με σειρά επιστολών της ΕΕΥ προς την Αιτήτρια, της προσφέρθηκε διορισμός πάνω σε έκτακτη βάση, για άσκηση των καθηκόντων του Καθηγητή Ισπανικών σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης από τις 14.9.2006 μέχρι 31.8.2014 ως ακολούθως: 02.10.2006 - 23.02.2007 26.02.2007 - 28.08.2007 01.09.2007 - 29.02.2008 03.03.2008 - 31.08.2008 01.09.2008 - 27.02.2009 02.03.2009 - 31.08.2009 01.09.2010 - 31.08.2011 01.09.2011 - 31.08.2012 01.09.2012 - 31.08.2013 01.09.2013 - 31.08.2014 Κατά το σχολικό έτος 2009-2010 η Αιτήτρια παρακολούθησε το Πρόγραμμα Προ-υπηρεσιακής Κατάρτισης (ΠΠΚ), το οποίο όπως υποστήριξε η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση, αποτελούσε μέχρι το 2018 απαραίτητη προϋπόθεση για διορισμό σε μόνιμη θέση καθηγητή. Για τα σχολικά έτη 2014-2015 και 2015-2016 δεν εργάστηκε καθόλου επειδή για οικογενειακούς λόγους έπρεπε να βρίσκεται στο Λονδίνο. Το 2016, επιστρέφοντας στην Κύπρο της προσφέρθηκε διορισμός πάνω σε έκτακτη βάση στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα από τις 14.9.2016 μέχρι 23.2.
  6. Στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα, διορίστηκαν έξι ακόμη καθηγητές ισπανικής γλώσσας. Τη σχολική χρονιά 2017-2018 η ΕΕΥ διόρισε τους 5 από τους 7 πιο πάνω καθηγητές με σύμβαση αορίστου διαρκείας. Οι 5 καθηγητές κατείχαν στον κατάλογο διοριστέων του 2017 τις θέσεις με αριθμό 3, 4, 6, 8 και 9, ενώ η Αιτήτρια κατείχε τον αριθμό
  7. Για την εν λόγω απόφαση η Αιτήτρια διαμαρτυρήθηκε με επιστολές της προς τον Πρόεδρο της ΟΕΛΜΕΚ ημερ. 6.9.2017 (Τεκ.9), προς τον Πρόεδρο και Μέλη ΕΕΥ ημερ. 11.9.2017 (Τεκ.10) και προς το ΥΠΠ ημερ. 14.9.2017 (Τεκ.11). Η ΕΕΥ με δύο απαντητικές επιστολές ημερ. 20.10.2017 (Τεκ.12) προς την Αιτήτρια και το δικηγόρο της, τους ενημέρωσαν ότι σύμφωνα με δύο επιστολές της Νομικής Υπηρεσίας προς το ΥΠΠ ημερ. 30.5.2017 και 12.9.2017, εκπαιδευτικοί οι οποίοι συμπληρώνουν 30 μήνες υπηρεσίας, αλλά δεν εργάστηκαν κατά τη σχολική χρονιά 2014-2015 και 2015-2016, δεν δικαιούνται κατοχύρωσης ως εκπαιδευτικοί αορίστου χρόνου. Ότι από τα στοιχεία που υπάρχουν στον προσωπικό φάκελο της Αιτήτριας δεν εργάστηκε κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς 2014-2015 και 2015-2016 και ως εκ τούτου η ΕΕΥ αποφάσισε ότι ορθά δεν της προσφέρθηκε διορισμός αορίστου χρόνου από 1.9.
  8. Επίσης, οι τρεις υποψήφιες εκπαιδευτικοί, τις περιπτώσεις των οποίων επικαλέστηκε η πλευρά της Αιτήτριας, συμπλήρωναν 30 μήνες υπηρεσίας και εργάζονταν με σύμβαση κατά τη διάρκεια των ετών 2014-2015, 2015-2016 και 2016-
  9. Με επιστολή ημερ. 17.8.2022, η ΕΕΥ προσέφερε στην Αιτήτρια διορισμό με σύμβαση στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα από 1.9.2022 μέχρι 31.8.2023 την οποία η Αιτήτρια αποδέχθηκε. Να σημειωθεί ότι στις 19.10.2018 οι Καθ' ων η αίτηση αναγνώρισαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση της Αιτήτριας έχει καταστεί αορίστου διαρκείας και ότι απλά δεν υπάρχουν ανάγκες διορισμού και ότι θα συζητείτο θέμα αποζημιώσεων. Σύμφωνα με το άρθρο 5 (δ) του Νόμου: «
  10. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Διαιτητικόν Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) («ο Νόμος») ως έχει τροποποιηθεί, εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP), («η Οδηγία»). Ο Νόμος, όπως προκύπτει από το άρθρο 3 (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαισίου), επιδιώκει ένα διπλό στόχο: αφενός τη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με τη διασφάλιση της εφαρμογής της αρχής της μη διάκρισης και αφετέρου τη καθιέρωση ενός πλαισίου αποτροπής της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου (ρήτρα 3 της συμφωνίας-πλαισίου): "εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου και η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος· Η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου, επιβάλλει στα κράτη-μέλη, εφόσον η εσωτερική νομοθεσία δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την αποτελεσματική πρόληψη καταχρηστικής χρησιμοποίησης των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, να λάβουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: (α) να θεσπίσουν αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, (β) να ορίσουν τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, (γ) να καθορίσουν τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας. Στην απόφαση C-378/07 Angelidaki ημερ. 23.9.2009 (σκ.77), διευκρινίζεται ότι, δεν είναι αναγκαίο το εθνικό μέτρο, για να θεωρηθεί ως «ισοδύναμο» να προβλέπει τα ειδικά μέτρα που απαριθμούνται στη ρήτρα 5 ή ο σκοπός της θέσπισης του μέτρου αυτού να είναι ειδικά η προστασία των εργαζομένων από την καταχρηστική προσφυγή στις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή αν το πεδίο εφαρμογής του δεν περιορίζεται μόνο στις συμβάσεις αυτές. Κρίσιμο είναι αν η εθνική διάταξη μπορεί, σε συνδυασμό ενδεχομένως με άλλες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, να συμβάλει στην αποτελεσματική πρόληψη της κατά-χρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οπότε και θεωρείται ως «ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο». Με το άρθρο 7 του Νόμου, ο κύπριος νομοθέτης συμμορφούμενος με την ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας - πλαισίου θεσπίζει μέτρα αποτροπής της καταχρηστικής προσφυγής στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θέτοντας συνολική περίοδο απασχόλησης τριάντα μηνών ή περισσότερο για να θεωρείται η σύμβαση ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, ανεξαρτήτως σειράς των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η απασχόληση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από υφιστάμενους αντικειμενικούς λόγους για τους οποίους γίνεται ιδιαίτερη αναφορά. Εν ολίγοις με το πέρας της 30μηνης περιόδου απασχόλησης τίθεται νόμιμο μαχητό τεκμήριο ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση αορίστου διαρκείας, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει την ύπαρξη αντικειμενικών λόγων που δικαιολογούν τη μη μετατροπή της. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως ∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Ο έλεγχος της καταχρηστικής προσφυγής στη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου περιορίζεται, κατά το ενωσιακό δίκαιο, στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Επομένως, για την έκταση εφαρμογής της συμφωνίας πλαισίου, είναι κρίσιμο ο προσδιορισμός της έννοιας των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Η συμφωνία-πλαίσιο δεν περιλαμβάνει ορισμό της έννοιας «διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αλλά καταλείπει στα κράτη - μέλη την εξειδίκευση του περιεχομένου της. Σύμφωνα με τη ρήτρα 5
(2)στοιχείο α' της συμφωνίας -πλαισίου, «τα κράτη-μέλη [.] καθορίζουν, όταν χρειάζεται, υπό ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές». Κατά το ΔΕΚ [C-212/04 Adeneler ημερ. 4.7.2006 σκ. 82-83], ναι μεν η παραπομπή στις εθνικές αρχές για τον ορισμό των εννοιών «διαδοχικές» και «αορίστου χρόνου» εξηγείται από τη μέριμνα να διαφυλαχθεί η πολυμορφία των εθνικών ρυθμίσεων στο τομέα αυτό του εργατικού δικαίου, πλην όμως το περιθώριο εκτιμήσεως που καταλεί-πεται στα κράτη-μέλη δεν είναι απεριόριστο, καθόσον δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φθάσει μέχρι τη διακύβευση του σκοπού ή της πρακτικής αποτελεσματικότητας της συμφωνίας-πλαισίου. Ο εσωτερικός νομοθέτης του κράτους - μέλους κατά τον ορισμό των εννοιών που χρησιμοποιούνται στη συμφωνία-πλαίσιο δεν διαθέτει πλήρη διακριτική ευχέρεια αλλά δεσμεύεται από τον στόχο της οδηγίας και της συμφωνίας-πλαισίου. Όσον αφορά το μέγιστο χρονικό διάστημα ως κριτήριο διαδοχικότητας μεταξύ των συμβάσεων, στην υπόθεση Adeneler σκ.86 (ανωτέρω), το ΔΕΚ έκρινε ότι το Π.Δ. 81/2003 το οποίο προέβλεπε ότι διαδοχικές θεωρούνται οι συμβάσεις μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο ή ίσο των 20 εργασίμων ημερών, αντιβαίνει στη ρήτρα 5 της συμφωνίας πλαισίου. Αντίθετα στην υπόθεση C-362/13 Fiamingo κ.λπ. ημερ. 3.7.2014 σκ.71, δέχθηκε ότι εθνική ρύθμιση που προβλέπει ότι διαδοχικές συμβάσεις θεωρούνται συμβάσεις ορισμένου χρόνου μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα όχι μεγαλύτερο των 60 ημερών είναι συμβατή με τη συμφωνία - πλαίσιο. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, ένα τέτοιο διάστημα μπορεί σε γενικές γραμμές να θεωρηθεί ότι επαρκεί για τη διακοπή κάθε υπάρχουσας σχέσης εργασίας, με αποτέλεσμα να μη θεωρείται διαδοχική οποιαδήποτε σύμβαση ενδέχεται να υπογραφεί αργότερα. Ο έλεγχος της καταχρηστικότητας απαιτεί, όπως το ΔΕΕ δέχεται, να εξετάζονται πάντοτε οι συνθήκες της κάθε περίπτωσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τον αριθμό των εν λόγω διαδοχικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί με το ίδιο πρόσωπο ή για την εκτέλεση της ίδιας εργασίας και τη συνολική διάρκεια της απασχόλησης. Ο Ν.98(Ι)/2003 παραλείπει να δώσει ορισμό των διαδοχικών συμβάσεων ορισμέ-νου χρόνου, όπως απαιτεί η Οδηγία. Ως εκ τούτου η μεταφορά της Οδηγίας στην κυπριακή έννομη τάξη δεν είναι πλήρης. Στο πλαίσιο όμως των πιο πάνω αποφάσεων του ΔΕΕ ο ορισμός την εννοίας των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας στην εσωτερική έννομη τάξη επιβάλλεται προκειμένου να υπάρξει ασφάλεια δικαίου και ορθή ενσωμάτωσης της Οδηγίας. Από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά παρατίθενται ανωτέρω, είναι φανερό ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση από την ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα ως καθηγήτρια ισπανικών δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας από 2.10.2006 μέχρι 31.8.2014. Για την περίοδο από 1.9.2014 μέχρι 31.8.2016 η Αιτήτρια δεν εργάστηκε, καθώς όπως η ίδια ανέφερε, για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους θα έπρεπε να βρίσκεται στο Λονδίνο. Την 1.9.2016 υπέγραψε νέα σύμβαση εργασίας με διάρκεια μέχρι 31.8.2017. Για τη νέα σχολική χρονιά, ενώ οι πέντε από τους επτά καθηγητές ισπανικών που απασχολούνταν με σύμβαση ορισμένου χρόνου κατέστησαν εργοδοτούμενοι αορίστου διαρκείας και έτσι συνέχισαν την απασχόληση τους υπό αυτό το καθεστώς, εντούτοις στην Αιτήτρια δεν προσφέρθηκε διορισμός με τη δικαιολογία ότι «εκπαιδευτικοί οι οποίοι συμπληρώνουν 30 μήνες υπηρεσίας, αλλά δεν εργάστηκαν κατά τη σχολική χρονιά 2014-2015 και 2015-2016, δεν δικαιούνται κατοχύρωσης ως εκπαιδευτικοί αορίστου χρόνου». Και ενώ οι Καθ' ων η αίτηση διατείνονται τόσο με τις επιστολές που κοινοποίησαν στην Αιτήτρια όσο και με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, ότι δεν πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να καταστεί εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου λόγω διακοπής της απασχόλησης της κατά τα σχολική περίοδο 1.9.2014-31.8.2016, ωστόσο στις 19.10.2018, με δήλωση τους ενώπιον του Δικαστηρίου, αναγνώρισαν ότι η σύμβαση της Αιτήτριας κατέστη αορίστου διαρκείας και ότι απλά δεν υπήρχαν ανάγκες διορισμού και θα συζητείτο θέμα αποζημιώσεων. Εν ολίγοις με τη δήλωση αυτή οι Καθ' ων η αίτηση αναγνώρισαν ότι η απόλυση της Αιτήτριας δεν έγινε για ένα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 5 του Νόμου και ειδικότερα ότι η απασχόληση της τερματίστηκε κατά τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου (άρθρο 5(δ) του Νόμου). Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση της Αιτήτριας. (i) Η αξίωση της Αιτήτριας για επαναπρόσληψη Με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 3
(1)του Νόμου, που εισήχθη με τον Τροποποιητικό Νόμο 61(Ι)/1994, παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτούμενου που έχει απολυθεί παράνομα από τον εργοδότη του. Σύμφωνα με την εν λόγω πρόνοια του Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών. Από το γράμμα της πιο πάνω διατάξεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επαναπρόσληψη του απολυθέντος εργοδοτούμενου εάν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο εργοδότης απασχολούσε πέραν των 19 εργοδοτουμένων, (β) ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, (γ) ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτούμενου ήταν έκδηλα παράνομος και κακόπιστος, (δ) το Δικαστήριο έχει διαμορφώσει τη άποψη ότι οι περιστάσεις το δικαιολογούν. Το θέμα της επαναπρόσληψη αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθυντή Φυλακών, μέσω Γενικού Εισαγγελέα ν. Κώστα Ψαρά, Έφεση αρ. 197/2011, ημερ. 13.2.2018, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. Επαφίεται δε στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις. Βασικός παράγων που λαμβάνεται υπόψη για την άσκησή της, πέραν των τυπικών προϋποθέσεων που αναφέρονται στη σχετική πρόνοια του Νόμου, είναι η ύπαρξη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο πλευρών. Ο εν λόγω παράγων πρέπει να διατρέχει συνεχώς και αδιαλείπτως την εργασιακή σχέση, ώστε αυτή να διατηρείται ενεργή και λειτουργική. Επιβεβαίωση προς τούτο προσφέρει, για ευνόητους λόγους, η τυπική προϋπόθεση στην εν λόγω πρόνοια ότι, για να εκδοθεί τέτοια διαταγή, πρέπει να εργοδοτούνται τουλάχιστον δεκαεννέα πρόσωπα, στην υπηρεσία του εργοδότη. Βέβαια, η εμπιστοσύνη, αν αυτή έχει τρωθεί, δεν εξασφαλίζεται ούτε αποκαθίσταται, από το γεγονός και μόνο ότι ικανοποιείται η προαναφερθείσα προϋπόθεση, (βλ. Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών, ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση, η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος υπηρετούσε σε ένα νευραλγικό τομέα, ο οποίος έχει να κάμει με την ασφάλεια, την πειθαρχία και τη συνεργασία εντός των φυλακών, καθώς, επίσης, η επιμονή της εφεσείουσας για αποπομπή του, αποτελούν σαφείς ενδείξεις της έλλειψης εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό του και, ειδικά, ότι αυτός θα έφερνε σε πέρας τα καθήκοντά του ως δεσμοφύλακας στις Κεντρικές Φυλακές. Στη βάση των παρατηρήσεων αυτών, σαφώς, δικαιολογείτο η μη άσκηση της προαναφερθείσας εξουσίας υπέρ της απόδοσης στον εφεσίβλητο της θεραπείας αποκατάστασής του στην υπηρεσία της εφεσείουσας, στη θέση που αυτός κατείχε πριν από την απόλυσή του. Επομένως, ο λόγος αυτός αντέφεσης δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.» Στην Αγγλία, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και τη σχετική επί του θέματος νομολογία, τα Εργατικά Δικαστήρια, εξετάζοντας κατά πόσον θα διατάξουν την επαναπρόσληψη ενός εργοδοτούμενου ο οποίος απολύθηκε αδικαιολόγητα και παράνομα, οφείλουν να λάβουν υπόψη τους πρώτον κατά πόσον είναι πρακτικά εφικτό για τον εργοδότη (whether it is practicable for the employer) να επανεργοδοτήσει τον εργοδοτούμενο και δεύτερον κατά πόσον ο εργοδοτούμενος με τη συμπεριφορά του προκάλεσε τουλάχιστο εν μέρει την απόλυση του (whether the employee caused or contributed to some extent to his or her dismissal). [Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Τόμος 16(B), παρ. 684]. Στην υπόθεση Coleman v. Magnet Joinery Ltd [1974] IRLR 343, το Εφετείο απορρίπτοντας τη θέση του εργοδοτούμενου ότι το κατά πόσο είναι πρακτικά εφικτό για τον εργοδότη να τον επανεργοδοτήσει εξαρτάται μόνο από το εάν η θέση είναι διαθέσιμη, επισήμανε ότι «πρακτικό σημαίνει να είναι όχι μόνο δυνατό αλλά και ικανό να υλοποιηθεί με επιτυχία». Παρά την κάπως διαφορετική νομοθετική διατύπωση της επαναπρόσληψης στο Αγγλικό και στο Κυπριακό δίκαιο, οι βασικές αρχές φαίνεται να είναι περίπου οι ίδιες, με αποτέλεσμα η επαναπρόσληψη να διατάσσεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν υπήρχε θέμα κλονισμού της εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου, ανεξάρτητα από την προέλευση των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί και που οδήγησαν στον τερματισμό της απασχόλησης. Τα Δικαστήρια θα πρέπει να έχουν κατά νου το βασικό στοιχείο ότι η επαναπρόσληψη αποτελεί θεραπεία στο χώρο του αστικού δικαίου, της οποίας σκοπός δεν είναι η τιμωρία του εργοδότη αλλά ούτε η ηθική ικανοποίηση του εργοδοτουμένου. Βασικός σκοπός των θεραπειών στο χώρο αυτό, όπως και αλλού στο αστικό δίκαιο, είναι η αποζημίωση του εργοδοτουμένου του οποίου τα δικαιώματα παραβιάστηκαν. Συνήθως, η χρηματική αποζημίωση συνιστά ικανοποιητική νομική αποκατάσταση, αλλά κάποτε, σε σπάνιες περιπτώσεις, επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων δεν είναι αρκετή και τότε το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να διατάξει επαναπρόσληψη (Βλ. Π. Πολυβίου, Η Σύμβαση Εργασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, τόμος Β, σελ.693-694). Εξετάζοντας την αξίωση αυτή της Αιτήτριας, υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών, διαπιστώνουμε ότι οι λόγοι που οδήγησαν αρχικά τους Καθ' ων η αίτηση στην απόφαση να μην καταστήσουν τη σύμβαση εργασίας της αορίστου διαρκείας και συνεπώς να μη συνεχίσουν την απασχόληση της υπό αυτό το καθεστώς, οφείλετο στο γεγονός ότι από μόνη της διέκοψε την απασχόληση της για δυο σχολικά έτη από 1.9.2014 μέχρι 30.8.2016, με επακόλουθο να μη συμπληρώσει 30μηνη συνεχή περίοδο απασχόλησης μέχρι τις 31.8.
  1. Ωστόσο, όπως ήδη έχουμε αναφέρει, οι Καθ' ων η αίτηση με δήλωση τους ενώπιον του Δικαστηρίου δεσμευτήκαν ότι η Αιτήτρια κατέστη εργοδοτούμενη αορίστου χρόνου, με αποτέλεσμα ο τερματισμός της απασχόλησης της να κρίνεται παράνομος και αδικαιολόγητος. Από τα στοιχεία όμως που έχουν τεθεί ενώπιον μας, σε καμία περίπτωση δεν έχουμε διαπιστώσει την ύπαρξη τυχόν κακοπιστίας από πλευράς των Καθ' ων η αίτηση που θα καθιστούσε την απόλυση της έκδηλα παράνομη, κακόπιστη ή εκδικητική, καθώς ενήργησαν στη βάση νομικής συμβουλής μετατρέποντας σε αορίστου διαρκείας τις συμβάσεις καθηγητών που είχαν ήδη συμπληρώσει 30μηνη συνεχή περίοδο απασχόλησης μέχρι τις 31.8.
  2. Στην Αιτήτρια δεν προσφέρθηκε σύμβαση αορίστου διαρκείας καθώς η ίδια, λόγω διακοπής της απασχόλησης της για δικούς της λόγους, δεν τηρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Περαιτέρω, ενώ στην Αιτήτρια προσφέρθηκε διορισμός με σύμβαση ορισμένου χρόνου για την περίοδο από 1.9.2022 μέχρι 31.8.2023, την οποία αποδέχθηκε, εν τούτοις τίποτε το ουσιαστικό δεν τέθηκε ενώπιον μας που να καθιστά πρακτικά εφικτή την επανένταξη της στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε απτά στοιχεία αναφορικά με την κατάσταση και τις ανάγκες των Καθ' ων η αίτηση σε προσωπικό, σε σημείο που θα καθιστούσε φανερά εφικτή και επιτυχή την υλοποίηση της επανεργοδότησης της υπό καθεστώς αορίστου διαρκείας. Η θέση δε της Αιτήτριας ότι από τη στιγμή που η σύμβαση της έχει αναγνωριστεί ως αορίστου διαρκείας και η ίδια συνεχίζει σήμερα να βρίσκεται στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, η απασχόληση της θα πρέπει να θεωρηθεί ως συνεχιζόμενη, αφού ο τερματισμός λόγω πλεονασμού απαγορεύεται με βάση τις πρόνοιες του Ν.70(Ι)/2016, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, καθώς ο νόμος αυτός δεν εφαρμόζεται στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία (άρθρο 2 του νόμου). Υπό αυτά τα δεδομένα δεν βρίσκουμε να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος επαναπρόσληψης. Αντίθετα υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης κρίνουμε ικανοποιητική την επιδίκαση χρηματικών αποζημιώσεων. Υπολογισμός των Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εργασίας από 2.10.2006 μέχρι 31.8.2014 ήτοι για μια συνεχή αναγνωρισμένη περίοδο απασχόλησης 6 ετών, 10 μηνών και 19 ημερών. Ενώ η απασχόληση της διακόπηκε για δικούς της λόγους από 1.9.2014 μέχρι 31.8.2016, στη συνέχεια επανήλθε με νέα σύμβαση για την περίοδο από 1.9.2016 μέχρι 31.8.
  3. Μέχρι τον τερματισμό της απασχόλησης της είχε καλύψει αναγνωρισμένη προϋπηρεσία 7 ετών, 10 μηνών και 19 ημερών. Επίσης, με βάση την τελευταία σύμβαση απασχόλησης της ημερ. 10.8.2016, οι τελευταίες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές της ανέρχονταν στα €2.241,03 πλέον 13ο μισθό που υπολογίζονται για σκοπούς του Νόμου στα €560,25 εβδομαδιαίως. Την έλλειψη δε εισοδημάτων, λόγω μη εξεύρεσης νέας εργασίας μέχρι και την ήμερα υπογραφής της τελευταίας σύμβασης εργασίας το καλοκαίρι του 2022, επιβεβαίωσε η Αιτήτρια με την προσκόμιση των ασφαλιστέων αποδοχών της από το αρμόδιο Υπουργείο σημειώνοντας ότι όλο αυτό το διάστημα ζούσε με λεφτά των γονιών της. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, όπως παρατίθενται ανωτέρω, τα ημερομίσθια της, την περίοδο απασχόλησης της, την αναγνωρισμένη προϋπηρεσία της, την ηλικία της (50 ετών κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της), την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας που έχει υποστεί από τη θέση που κατείχε και τη μη εξεύρεση άλλης εργασίας μέχρι την υπογραφή νέας σύμβασης ορισμένου χρόνου το καλοκαίρι 2022, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να της επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης, το ποσό των €12.885,75 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 23 (€560,25 Χ 23) βδομάδων. Εκδίδεται επομένως απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €12.885,75 με νόμιμο τόκο από 15.11.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο με νόμιμο τόκο από 15.11.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης πλέον Φ.Π.Α. επί των εξόδων. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Τζ. Μερχή, Μέλος Σ. Φιλίππου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.