ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΑΤΡΑΖΑΜΗ ν. ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 464/2017, 19/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Λάμπρου και Ν. Χατζηχριστοφόρου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 464/2017 Μεταξύ: ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΑΤΡΑΖΑΜΗ Αιτητής -και- ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 19η Δεκεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Αυγουστίνος Τσάρκατζιης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Δημήτρης Κρονίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλει μέσα από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολή ημερ. 17.10.2017 εντελώς αναίτια και/ή αδικαιολόγητα και/ή παράνομα, τον έθεσαν σε διαθεσιμότητα και ακολούθως με επιστολή ημερ. 31.10.2017 του γνωστοποίησαν τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του, χωρίς να του δοθεί οποιαδήποτε προειδοποίηση. Επίσης ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του ήταν 59 ετών και παρά τα προσόντα και την εμπειρία που διαθέτει είναι πολύ δύσκολο να εξεύρει εργασία με τις ίδιες και/ή παραπλήσιες απολαβές. Στη βάση αυτή διεκδικεί αποζημιώσεις για παράνομο και/ή αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης του, τιμωρητικές αποζημιώσεις, αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας και νόμιμη προειδοποίηση. Σε ότι αφορά τις αξιώσεις του για αναλογία 13ου μισθού και υπόλοιπο οφειλομένων ετήσιων αδειών, τις απέσυρε ανεπιφύλακτα ως διευθετηθείσες. Οι Καθ' ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνούνται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν παράνομος ή αδικαιολόγητος και, επομένως ότι νομιμοποιείται στις αιτούμενες αποζημιώσεις ή ποσά. Ο τερματισμός της απασχόλησης του, διατείνονται, ήταν καθ' όλα δικαιολογημένος για τους λόγους που περιέχονται την επιστολή απόλυσης ημερ. 31.10.2017. Ότι ο Αιτητής ήταν υπαίτιος απρεπούς διαγωγής και/ή συμπεριφοράς έναντι άλλων υπαλλήλων / υφιστάμενων του. Πρόσθετα, ότι επέδειξε αρνητική συμπεριφορά στην εκτέλεση οδηγιών και/ή εσκεμμένη παρακοή, δεν συνεργαζόταν με το Διοικητικό Συμβούλιο και εκτελούσε πλημμελώς και ανεπαρκώς τα καθήκοντα του. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο υπό του Νόμου μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν τον Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται. Για τους Καθ' ων η αίτηση κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ενώ ο Αιτητής υποστήριξε την υπόθεση του με τη δική του προσωπική μαρτυρία. Παράλληλα κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού αναφερθούμε στην προσαχθείσα μαρτυρία, κρίνουμε σκόπιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να αναφερθούμε στα παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό που είναι τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι δημόσια εταιρεία, η οποία ασχολείται με τη λειτουργία και διαχείριση του Απολλώνιου Ιδιωτικού Νοσοκομείου. Η απασχόληση του Αιτητή στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση χρονολογείται από 1.12.1991, όταν υπεγράφη συμφωνία απασχόλησης μεταξύ του ιδίου και των Καθ' ων η αίτηση, με την οποία αναλάμβανε τη θέση του Γενικού Διευθυντή του Απολλώνιου Νοσοκομείου (Τεκ.1). Η περιγραφή της θέσης του Γενικού Διευθυντή, ο βασικός σκοπός και ο ρόλος της, τα καθήκοντα και οι ευθύνες του κατόχου της θέσης περιγράφονται σε σχετικό έγγραφο ημερ. 10.10.2004 (Τεκ.2). Μετά από αδιάλειπτη υπηρεσία 26 σχεδόν χρόνων, το Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η αίτηση σε συνεδρία του ημερ. 17.10.2017, κάλεσε τον Αιτητή ενώπιον του και του ζήτησε όπως απαντήσει σε ερωτήματα που εμπεριέχονταν σε επιστολή ιδίας ημερομηνίας (Τεκ.15), η οποία του παρεδόθη. Το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής παραθέτουμε αυτούσιο αμέσως πιο κάτω: «Σας πληροφορώ ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ (ΔΣ».) εξετάζει σοβαρά ζητήματα πειθαρχικής φύσης αναφορικά με την άσκηση των καθηκόντων σας και τη συμπεριφορά σας και ειδικότερα είναι υπό εξέταση ενώπιον του ΔΣ τα ακόλουθα: 1. (α) Το πρωί της 11ης Οκτωβρίου 2017 φέρεσθε να έχετε προκαλέσει σοβαρό επεισόδιο σε βάρος της κας 'Ερσας Ανδρέου, υπαλλήλου της Εταιρείας που ασκεί και καθήκοντα γραμματέως του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας («ΔΣ»). Σύμφωνα με πληροφόρηση που έχει το ΔΣ, συμπεριφέρεστε στην εν λόγω υπάλληλο με ανάρμοστο τρόπο και με απαράδεκτες και προσβλητικές εκφράσεις, με αποκορύφωμα το επεισόδιο της 11ης Οκτωβρίου, που είχε ως αποτέλεσμα να απαιτηθεί η παροχή στην υπάλληλο επείγουσας ιατρικής φροντίδας και να τύχει αναρρωτικής άδειας. (β) Έχουν συσσωρευτεί σημαντικά ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας των διαφόρων υπηρεσιών της Εταιρείας και του Νοσοκομείου και σας αποδίδεται ότι καμία φροντίδα ή ενδιαφέρον δεν υπήρξε από μέρους σας για αντιμετώπιση τους, είτε με υποβολή εισηγήσεων στο ΔΣ ή άλλως. Μάλιστα στην προσπάθεια του ΔΣ να προωθήσει διαδικασίες αντιμετώπισης των διαφόρων ζητημάτων, επιδεικνύετε πρόδηλο αρνητισμό και απροθυμία να συνεργασθείτε μαζί του. Το προαναφερθέν επεισόδιο της 11ης Οκτωβρίου με την κα Ανδρέου, προφανώς σχετίζεται και με τα καθήκοντα της ως γραμματέως του ΔΣ. Το ΔΣ έχει σχετικά πληροφορηθεί ότι ζητείτε επίμονα από την γραμματέα πλήρη αναφορά για τις συζητήσεις στο ΔΣ και η γραμματέας αρνείται να ανταποκριθεί. Φυσικά οι συζητήσεις στο ΔΣ είναι εμπιστευτικής φύσης και τα θέματα τα οποία το ΔΣ κρίνει ότι θα σας κοινοποιηθούν, σας διαβιβάζονται από το ίδιο το ΔΣ. Ενόψει της φύσης και σοβαρότητας των πιο πάνω ζητημάτων, πριν το ΔΣ προχωρήσει στη λήψη απόφασης σε σχέση με τα προαναφερόμενα και την απασχόληση σας στη θέση του Γενικού Διευθυντή, καλείστε όπως υποβάλετε γραπτώς στο ΔΣ τις οποιεσδήποτε παραστάσεις σας για τα προαναφερόμενα, μέχρι την Παρασκευή 20.10.2017. 2. Σας πληροφορώ περαιτέρω ότι το ΔΣ στη σημερινή συνεδρία του αποφάσισε όπως μέχρι την ολοκλήρωση της εξέτασης από αυτό των προαναφερομένων ζητημάτων, θα είσθε σε διαθεσιμότητα, που σημαίνει ότι, από την παράδοση σε σας της παρούσας επιστολής, απομακρύνεστε και πρέπει να απέχετε πλήρως από την άσκηση οποιωνδήποτε καθηκόντων στην Εταιρεία και στο Νοσοκομείο. Ειδικότερα, μέχρι την κοινοποίηση σε σας νεωτέρων οδηγιών του ΔΣ, θα ισχύουν τα ακόλουθα, τα οποία και καλείσθε να εφαρμόζετε: i Δεν θα ασκείτε οποιαδήποτε καθήκοντα στην Εταιρεία ή στο Νοσοκομείο. ii. Δεν θα προσέρχεσθε στα γραφεία και στις εγκαταστάσεις της Εταιρείας και του Νοσοκομείου, εκτός εάν κληθείτε προς τούτο από τον πρόεδρο του ΔΣ ή ύστερα από συνεννόηση μαζί του και την άδεια του. iii. Δεν Θα έχετε πρόσβαση στα βιβλία, υποθέσεις, εργασίες και περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας και του Νοσοκομείου, ή στα ηλεκτρονικά αρχεία τους. 3. Καλείστε να παραδώσετε άμεσα στον κ. Παπαευτυχίου Ευτύχιο όλα τα περιουσιακά στοιχεία, βιβλία και έγγραφα της Εταιρείας και του Νοσοκομείου που είναι στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο σας. Αναμένεται ότι θα συνεργαστείτε πλήρως με τον κ. Παπαευτυχίου και θα του παρέχετε οποιαδήποτε πληροφόρηση και στοιχεία είναι διαθέσιμα σε σας σε σχέση με τις υποθέσεις της εταιρείας και προς τούτα ο κ. Παπαευτυχίου έχει εξουσιοδοτηθεί από το ΔΣ. Επισύρεται ειδικά η προσοχή σας στην ανάγκη τήρησης πλήρους εμπιστευτικότητας σε σχέση με πληροφορίες που περιήλθαν ή θα περιέλθουν σε γνώση σας και αφορούν υποθέσεις, ασθενείς, πελάτες, συνεργάτες ή συναλλασσομένους με την Εταιρεία και το Νοσοκομείο. Το ΔΣ θα εξετάσει τα πιο πάνω υπό παρ. 1 θέματα και θα σας κοινοποιήσει την απόφαση του το συντομότερο δυνατό. Για οποιαδήποτε πληροφορία ή επικοινωνία σε σχέση με τα προαναφερόμενα, δύνασθε να απευθύνεσθε στον κ. Παπαευτυχίου ή στον πρόεδρο του ΔΣ. Με τιμή, Δρ. Στέλιος Χατζηστυλλής Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου» Ο Αιτητή κοινοποίησε τις θέσεις του με επιστολή ημερ. 20.10.2017 (Τεκ.16), την οποία επίσης παραθέτουμε: «Σε απάντηση της επιστολής σας ημερ. 17.10.2017, σας αναφέρω τα ακόλουθα: 1. Παρατηρώ κατ' αρχάς ότι ενώ αναφέρεστε σε εξέταση από το Δ.Σ. «σοβαρών ζητημάτων πειθαρχικής φύσης», από το όλο περιεχόμενο της επιστολής σας μάλλον για τυπικούς λόγους ζητάτε τις απόψεις μου έχοντας ουσιαστικά προαποφασίσει. Ενδεικτικά, εσείς οι ίδιοι που πρόκειται κατά τ' άλλα να εξετάσετε τα θέματα αυτά, προτρέχετε να με κατηγορήσετε για επίδειξη «πρόδηλου αρνητισμού και απροθυμίας να συνεργαστώ με το Δ.Σ.», δηλαδή με εσάς που θα εξετάσετε την εν λόγω κατηγορία. 2. Πέραν των προαναφερθέντων, πρέπει να επισημάνω ότι και οι δύο κατηγορίες που μου αποδίδονται είναι γενικές και αόριστες. Ειδικότερα, ως προς την πρώτη κατηγορία, δεν συγκεκριμενοποιείται το ανάρμοστο της συμπεριφοράς μου απέναντι στην κα Ε. Ανδρέου, εξαιτίας της οποίας μάλιστα κατ' ισχυρισμόν προκλήθηκε στην τελευταία και πρόβλημα υγείας. Προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση η γενικότητα αυτή για ένα φαινομενικά τόσο σοβαρό θέμα, χωρίς καν να μου αναφέρετε σε τι ακριβώς συνίσταται η συμπεριφορά μου. Από την επιστολή σας μάλιστα συνάγεται ότι η αποδιδόμενη σε μένα συμπεριφορά είναι και επαναλαμβανόμενη, χωρίς όμως να περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένο γεγονός ούτως ώστε να είμαι σε θέση να τοποθετηθώ και να δώσω τις δικές μου εξηγήσεις. Ως προς το «αποκορύφωμα» εξ όσων έχω πληροφορηθεί, η κα Ανδρέου στις 11.10.2017, είχε ουσιαστικά απωλέσει τις αισθήσεις της σε χώρο εκτός της Διοίκησης, σε χώρο δηλαδή πολύ μακριά από το γραφείο μου και στον οποίο πάντως δεν βρισκόμουν. Εν πάση περιπτώσει, αρνούμαι τα όσα μου αποδίδονται, τόσο σε σχέση με τη γενική μου συμπεριφορά έναντι της κας Ανδρέου, όσο και με την 11η Οκτωβρίου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κα Ε. Ανδρέου εκτελούσε χρέη γραμματέα μου τα τελευταία 10 συναπτά έτη και η συνεργασία μας ήταν άψογη. Ούτε λόγος βεβαίως για προβλήματα συμπεριφοράς και όλως παραδόξως, το Δ.Σ. σε μόλις δύο μήνες ανάληψης καθηκόντων πρόλαβε να διαπιστώσει συμπεριφορά ανάρμοστη εκ μέρους μου και μάλιστα διαρκή. 3. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, σε καμία περίπτωση δεν μου αναφέρετε έστω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα μη εκτέλεσης των καθηκόντων μου ούτε βεβαίως μπορώ να αντιληφθώ σε τι συνίσταται η απροθυμία μου και πόσο μάλλον «ο πρόδηλος αρνητισμός μου» να συνεργαστώ με το Δ.Σ. Το ίδιο συμβαίνει και με τα «σημαντικά ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας των διαφόρων υπηρεσιών» για τα οποία μου αποδίδετε ότι δεν επέδειξα ενδιαφέρον για αντιμετώπισή τους, με αποτέλεσμα να μην δύναμαι να τοποθετηθώ συγκεκριμένα και να προβώ είτε σε εξηγήσεις είτε σε διευκρινίσεις για τον τρόπο χειρισμού διαφόρων συγκεκριμένων ζητημάτων. Σε καμία πάντως περίπτωση αρνήθηκα είτε να συνεργαστώ με το Δ.Σ. είτε να εκτελέσω τα καθήκοντά μου και ως εκ τούτου απορρίπτω τις μομφές που μου αποδίδετε επί τούτου. Πρέπει να σας υπενθυμίσω ότι επί 26 χρόνια με υπερβάλλοντα ζήλο εκτελούσα τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντή του Απολλώνειου Ιδιωτικού Νοσοκομείου και έτσι συνέχισα και τους τελευταίους δύο μήνες που εσείς αναλάβατε. 4. Απεναντίας, αυτό το οποίο αναμφίβολα συμβαίνει από την ανάληψη των καθηκόντων του νέου Διοικητικού Συμβουλίου του Απολλωνείου είναι η μεθοδευμένη περιθωριοποίησή μου η οποία συντελείται είτε με μείωση των καθηκόντων μου είτε με τη μη ενημέρωση μου για θέματα και αποφάσεις της εταιρίας που άπτονται των αρμοδιοτήτων μου. Δε θα επεκταθώ επί των σχετικών γεγονότων τα οποία ομιλούν αφ' εαυτών και για τα οποία επιφυλάσσω τα δικαιώματά μου, δοθέντος ότι στο παρόν στάδιο το Δ.Σ. θα ασχοληθεί μόνο με τα όσα μου αποδίδονται ως πειθαρχικά παραπτώματα. 5. Ωστόσο, ενόψει όλων προαναφερθέντων, η προώθηση της εναντίον μου πειθαρχικής διαδικασίας μόνο ως μέρος της συνολικής στάσης του Δ.Σ έναντι μου μπορεί να ειδωθεί, ο δε προσχηματικός χαρακτήρας των σχετικών κατηγοριών είναι προφανής. Με εκτίμηση, Ν. Σατραζάμης Γενικός Διευθυντής» Η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε στις 31.10.2017 (Τεκ.19) με επιστολή ιδίας ημερομηνίας η οποία του παραδόθηκε προσωπικά και την οποία παραθέτουμε: «Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας («ΔΣ») έχει εξετάσει τα ζητήματα που αναφέρονται στην προς σας επιστολή ημερ. 17.10.2017. Οι απόψεις που διατυπώθηκαν με την επιστολή σας ημερ. 20.10.2017 έχουν ληφθεί υπόψιν, 1. Το ΔΣ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δυστυχώς, έχετε επιδείξει συμπεριφορά που είναι τελείως ασύγγνωστη και δεν συνάδει με την υπευθυνότητα και το επίπεδο που αναμένεται από τον κάτοχο της θέσης του Γενικού Διευθυντή («ΓΔ») στην Εταιρεία και τις δραστηριότητες της στην λειτουργία και διαχείριση του Νοσοκομείου της. Ειδικότερα σημειώνονται τα ακόλουθα: (α) Οι συνθήκες του επεισοδίου της 11ης Οκτωβρίου 2017 με την υπάλληλο κα Έρσα Ανδρέου και η προς αυτήν συμπεριφορά σας δεικνύουν νοοτροπία και συμπεριφορά από μέρους σας που δεν είναι δυνατό να γίνει ανεκτή. Ιδιαίτερα διότι, μεταξύ άλλων, μετά την ανάθεση στην εν λόγω υπάλληλο γραμματειακών καθηκόντων στο ΔΣ, επιζητούσατε την απόσπαση από αυτήν πληροφοριών για τις συζητήσεις του ΔΣ που δεν νομιμοποιείτο να σας διαβιβάζει, την οδηγούσατε σε θέση δυσχερών διλημμάτων ως υφιστάμενη σας και τελικά προκαλέσατε σ' αυτήν σοβαρό επεισόδιο για το οποίο χρειάστηκε επείγουσα ιατρική φροντίδα. Η θέση σας ότι εκείνο που γνωρίζετε για το περιστατικό είναι ότι «η υπάλληλος απώλεσε τις αισθήσεις της σε χώρο εκτός της Διοίκησης», κρίνεται, τουλάχιστον, τελείως άστοχη και απορρίπτεται. Ακόμη σημειώνεται ότι στο ΔΣ έχουν υποβληθεί στοιχεία και καταγγελίες απρόσφορης συμπεριφοράς από μέρους σας και προς άλλα μέλη του προσωπικού της Εταιρείας. (β) Το ΔΣ έχει πρόσθετα εξετάσει την αντίδραση και γενικά τη συμπεριφορά σας στις διαδικασίες που προωθούνται για αναδιοργάνωση των διοικητικών και διαχειριστικών λειτουργών της Εταιρείας και του Νοσοκομείου και, δυστυχώς, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η από μέρους σας ανταπόκριση όχι μόνον φανέρωνε απροθυμία συνεργασίας με το ΔΣ αλλά ήταν πρόδηλα αρνητική και ζημιογόνος στην προσπάθεια προώθησης και επίτευξης των επιδιωκόμενων στόχων. Ενδεικτικά σημειώνονται και τα ακόλουθα: (
- i)Ύστερα από αποφάσεις του ΔΣ, σας κοινοποιήθηκαν με την επιστολή του προέδρου του ΔΣ ημερ. 20.9.2017, οι σκοπούμενες διαδικασίες και ενέργειες που κρίθηκε αναγκαίο να δρομολογηθούν και ζητήθηκαν οι εισηγήσεις σας και η υποβολή μηνιαίων εκθέσεων. Καμιά ανταπόκριση δεν υπήρξε από μέρους σας και ούτε καν γνωρίσετε λήψη των εν λόγω οδηγιών και τις παραγνωρίσατε, ενώ κατά πρώτιστο λόγο ο ΓΔ ήταν ο εκτελεστικός λειτουργός που κατ' εξοχήν θα έπρεπε να επιληφθεί των σχετικών θεμάτων και συμβουλεύει το ΔΣ. (
- ii)Από τον Ιανουάριο 2017, εκκρεμεί το θέμα της διαπραγμάτευσης και ανανέωσης της συλλογικής σύμβασης με τις Συντεχνίες και ενώ επανειλημμένα ζητήθηκαν οι απόψεις και εισηγήσεις σας και η Εταιρεία θα έπρεπε να ανταποκριθεί στο διάλογο με τις Συντεχνίες, καμιά εισήγηση δεν έχετε υποβάλει στο ΔΣ και το θέμα εξακολουθεί να βρίσκεται σε πλήρη εκκρεμότητα υπό συνθήκες που εκθέτουν το κύρος και την αξιοπιστία του εργοδότη. (iii) Ακόμη και για τρέχοντα επί μέρους ζητήματα, όπως είναι η πρόσληψη houseman και το κόστος επιδόματος βάρδιας στο μαιευτικό τμήμα, παραλείψατε να ανταποκριθείτε στις σχετικές οδηγίες του ΔΣ. (
- iv)Επιζητήσατε να εκθέσετε το ΔΣ ως συμπεριφερόμενο άστοχα και ανεύθυνα, με την ευκαιρία της έγκρισης κάποιου επιδόματος σε δύο υπαλλήλους και εκμεταλλευόμενος ένα τυπογραφικό λάθος στα σχετικά πρακτικά, διαδίδατε σχόλια για δήθεν απρόσφορες και αδικαιολόγητες αποφάσεις από μέρους του ΔΣ, θέμα για το οποίο σας απευθύνθηκε η επιστολή ημερ. 11.10.2017 και είχατε κληθεί να αποφεύγετε τέτοιες ενέργειες. (
- v)Εζητήσατε προσφορές για τη σύναψη νέας σύμβασης προμήθειας χαρτικής ύλης στο Νοσοκομείο για το επόμενο έτος, υπό συνθήκες που όχι μόνον ουδόλως διασφαλίζονταν οι καλύτερες τιμές και όροι προμήθειας για την Εταιρεία, αλλά και χωρίς την τήρηση στοιχειωδών και λογικών προϋποθέσεων διασφάλισης των συμφερόντων της Εταιρείας και/ή την τήρηση συνήθους εταιρικής πρακτικής διαδικασίας. 2. Το ΔΣ θεωρεί ότι κάθε ένα από τα θέματα που αναφέρονται στις παραγράφους 1.(α) και (β) πιο πάνω, καταδεικνύουν συμπεριφορά από μέρους σας, ως αποτέλεσμα της οποίας η σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου έχει κλονισθεί ανεπανόρθωτα και δεν δικαιολογείται η συνέχιση της. Γι' αυτό, δυστυχώς είμαι υποχρεωμένος να σας πληροφορήσω ότι το ΔΣ αποφάσισε τον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης σας με ισχύ από σήμερα. Τα οποιαδήποτε ποσά που σας οφείλονται υπό τύπον μισθού ή άλλως σε σχέση με την απασχόληση σας θα σας καταβληθούν από την Εταιρεία. Καλείστε να παραδώσετε άμεσα στον κ. Ευτύχιο Παπαευτυχίου όλα τα περιουσιακά στοιχεία, βιβλία και έγγραφα της Εταιρείας και του Νοσοκομείου που είναι στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο σας. Επισύρεται ειδικά η προσοχή σας στην ανάγκη τήρησης πλήρους εμπιστευτικότητας σε σχέση με πληροφορίες που περιήλθαν ή θα περιέλθουν σε γνώση σας και αφορούν υποθέσεις, ασθενείς, πελάτες, συνεργάτες ή συναλλασσομένους με την Εταιρεία και το Νοσοκομείο. Με τιμή Δρ. Χατζηστυλλής Στέλιος Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου» Οι τελευταίες ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στα €11.500- πλέον 13ο μισθό. Για σκοπούς του Νόμου οι απολαβές του υπολογίζονται στα €2.875- εβδομαδιαίως. Ο κ. Στέλιος Χατζηστυλλής είναι γιατρός καρδιολόγος και κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η αίτηση. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι στις 11.10.2017, ο Αιτητής επέδειξε, μεταξύ άλλων τέτοια συμπεριφορά και διαγωγή εις βάρος της κας Έρσας Ανδρέου, που δεν μπορούσε να γίνει ανεκτή από τους Καθ' ων η αίτηση. Ειδικότερα τη συγκεκριμένη ήμερα όταν η Ε. Ανδρέου παρέδωσε απαντητική επιστολή του ίδιο στον Αιτητή, διαβάζοντας ο τελευταίο την επιστολή άρχισε να φωνάζει, να μιλά με έντονο ύφος στην Ε. Ανδρέου και να την αποκαλεί αναξιόπιστη χρησιμοποιώντας τη φράση «είσαι αναξιόπιστη, τώρα που πηγαίνεις και γλύφεις αλλού». Πανικοβλημένη βγήκε από το γραφείο του Αιτητή άρχισε να κλαίει, και όταν προσέτρεξαν κοντά της άλλοι υπάλληλοι να την καθησυχάσουν, έπεσε στο έδαφος και προς τούτο υπέστη περιστατικό κρίση με αποτέλεσμα να της εισαγάγουν ηρεμιστική ένεση. Ενόψει τούτου, οι Καθ' ων η αίτηση ανάθεσαν την ίδια μέρα τη διερεύνηση του όλου περιστατικού στον Λειτουργό Ασφαλείας και Υγείας του Νοσοκομείου κ. Α. Καλλή, ο οποίος στις 17.10.2017 υπέβαλε εσωτερικό σημείωμα με σχετική έκθεση η οποία βασίστηκε σε μαρτυρίες υπαλλήλων που ήταν παρόντες στο χώρο του επεισοδίου (Τεκ.3). Εν τω μεταξύ στις 16.10.2017 η κα Ανδρέου απέστειλε στον Δ.Σ. σχετική επιστολή όπου περιέγραψε το περιστατικό αλλά και τη διαχρονικά απρεπή συμπεριφορά του Αιτητή έναντι της (Τεκ.4). Επιπρόσθετα υποβλήθηκαν περαιτέρω στοιχεία, καταγγελίες και παράπονο από άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι σε προγενέστερο στάδιο αναγκάστηκαν, ένεκα της συμπεριφοράς του Αιτητή να υποβάλουν παραίτηση και να αποχωρήσουν από την εργασία τους (Τεκ.5,6,7 και 8). Πέραν των πιο πάνω ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής, κατά τους ίδιους χρόνους επέδειξε αρνητική συμπεριφορά και εσκεμμένη παρακοή στην εκτέλεση οδηγιών των Καθ' ων η αίτηση, δεν συνεργαζόταν με το Δ.Σ. και γενικότερα ασκούσε πλημμελώς και ανεπαρκώς τα καθήκοντα του. Επαναλαμβάνοντας τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή απόλυσης και παραθέτοντας σχετικές επιστολές που απέστειλε στον Αιτητή στις 20.9.2017 και 11.10.2017 (Τεκ.9 και 10), κατέληξε ότι υπό το φως των πιο πάνω ο Αιτητής ήταν υπαίτιος ασύγγνωστης συμπεριφοράς, δεν παρείχε τις υπηρεσίες του με την πρέπουσα επιμέλεια και παραβαίνοντας τα καθήκοντα του προκάλεσε ζημιά στην επιχείρηση του εργοδότη του. Παρέθεσε δε επιπρόσθετες επιστολές ημερ. 29.9.2017, 4.10.2017 και 9.10.2017 με τις οποίες ενημέρωναν τον Αιτητή για τις αποφάσεις του Δ.Σ. (Τεκ.11,12 και 13). Αντεξεταζόμενος δεν αρνήθηκε ότι κάποια από τα καθήκοντα / ευθύνες του Αιτητή, ως αυτά προκύπτουν από το Τεκ.2 είχαν αλλοιωθεί καθώς η συμμετοχή του Αιτητή στο Δ.Σ. και η άσκηση των συναφών καθηκόντων ως η τήρηση των πρακτικών και η συμμετοχή του στο διορισμό συνεργατών ή στην πρόσληψη προσωπικού ήταν υπό την έγκριση του Δ.Σ., λαμβάνοντας υπόψη και την όλη στάση του Αιτητή όσον αφορά τη συνεργασία του με το Δ.Σ. Δεν αρνήθηκε ότι από τις 8.8.2017 υπήρξε περιθωριοποίηση του Αιτητή από το νέο Δ.Σ., η οποία συντελέστηκε με την αφαίρεση ή μείωση των καθηκόντων του και τη μη ενημέρωση του για θέματα και αποφάσεις που άπτονταν των καθηκόντων και ευθυνών του, αναφέροντας ότι ήταν ομόφωνη απόφαση του ΔΣ που απέβλεπε στα καλώς δρώμενα συμφέρονταν των Καθ' ων η αίτηση, καθώς δεν ήταν σωστό ο Γ.Δ. να συμμετέχει των συνεδριάσεων και αποφάσεων του Δ.Σ., πλην θεμάτων που αφορούσαν αποκλειστικά τη διεύθυνση. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν στις 11.10.2017 και ότι τα όσα ανέφερε ήταν από μαρτυρίες του προσωπικού. Ενώ δεν θυμόταν αν δόθηκε άδεια ασθενείας στην Ε. Ανδρέου, ακολούθως παραδέχθηκε ότι η άδεια δόθηκε από τον ίδιο. Σε υποβολή ότι από τη διερεύνηση του κ. Καλλή δεν προέκυψε κάτι σοβαρό εναντίον του Αιτητή για να τεθεί σε διαθεσιμότητα, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι με όσα ανέφερε η Ε. Ανδρέου στην επιστολή της (Τεκ.4) είχαν υποχρέωση να το θέσουν σε διαθεσιμότητα μέχρι να ολοκληρωθεί η όλη διαδικασία διερεύνησης. Ενώ επέδειξε άγνοια αν ο Αιτητής δέχθηκε κατά την μακρόχρονη υπηρεσίας του οποιαδήποτε παρατήρηση, ισχυρίστηκε ότι λόγω του χαρακτήρα του πολλές φορές ήταν έντονος και αυτό αποτυπώνεται σε μαρτυρία προηγούμενων υπαλλήλων του Νοσοκομείου, η οποία λήφθηκε υπόψη για την απόλυση του Αιτητή. Ερωτηθείς αν ζητήθηκε η γνώμη του Αιτητή για τα όσα αυτοί ανάφεραν, ισχυρίστηκε ότι ήταν θέμα διαδικασίας, ότι υπήρχε αρμόδια επιτροπή, η οποία ωστόσο δεν γνώριζε από ποια πρόσωπα απαρτιζόταν. Για την επικαλεσθείσα αρνητική συμπεριφορά του Αιτητή και την επιστολή ημερ. 20.9.2017 (Τεκ.9) ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής θα έπρεπε μέχρι τις 31.10.2017 να κοινοποιήσει μηνιαία έκθεση αναφοράς στο Δ.Σ. Όταν του υποδείχθηκε ότι ο Οικονομικός Διευθυντής παραιτήθηκε στις 26.9.2017 και ο Αιτητής τέθηκε σε διαθεσιμότητα στις 17.10.2017, δεν εδώθε οποιαδήποτε εξήγηση επικαλούμενος γενικά τη συνολική συμπεριφορά και συνεργασία του Αιτητή με το Δ.Σ. Για την ανανέωση της ΣΣΕ, παραδέχθηκε ότι μετά από μελέτη στην οποία προέβη ο Αιτητής με τον Οικονομικό Διευθυντή και μετά από διαβουλεύσεις κατέληξαν σε συγκεκριμένη συμφωνία που ήταν η πιο συμφέρουσα για το Νοσοκομείο. Σε σχέση με την επιστολή του Αιτητή ημερ. 10.10.2017 (Τεκ.24) ουσιαστικά παραδέχθηκε ότι ήταν μια ενημέρωση που δεν περιείχε κάτι το μεμπτό που να εκθέτει τον ίδιο ως Πρόεδρο του Δ.Σ. Για την χαρτική ύλη δεν αμφισβήτησε ότι η εξουσία του Αιτητή ήταν να εγκρίνει αγορά αξίας μέχρι €5000 και για αγορά μεγαλύτερης αξίας, όπως στην παρούσα περίπτωση, την τελική έγκριση και κατακύρωση είχε το Δ.Σ. Για την πλήρωση θέσης houseman, δεν διαφώνησε ότι στον Αιτητή κοινοποιήθηκε για πρώτη φορά στις 9.10.2017. Σε υποβολή μάλιστα ότι δεν δόθηκαν τα καθήκοντα και ο μισθός της θέσης και ότι ανέλαβε γι' αυτά ο κ. Πολύζος, ο οποίος μέχρι την ημερά που ο Αιτητής τέθηκε σε διαθεσιμότητα δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία, ομολόγησε ότι προφανώς τους πρόλαβαν τα γεγονότα. Για το επίδομα βάρδιας αρκέστηκε να πει ότι το θέμα εκκρεμούσε από καιρό και ότι υπήρχαν πιέσεις από το προσωπικό, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Τέλος δεν έδωσε καμία εξήγηση ούτε και για την κατ' επίκληση ζημία που υπέστησαν οι Καθ' ων η αίτηση. Η κα Έλσα Ανδρέου υποστήριξε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως γραμματέας του Γενικού Διευθυντή και του Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση. Ισχυρίστηκε ότι αφορμή για την επιστολή της προς το Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση (Τεκ.4), ήταν τα γεγονότα που επισυνέβησαν στις 11.10.2017 και που αποτέλεσαν το επιστέγασμα της χρόνιας κακοποιητικής συμπεριφοράς του Αιτητή στο πρόσωπο της και των όσων βίωνε στα δέκα χρόνια της συνεργασίας τους, όταν ο τελευταίος διαβάζοντας την απαντητική επιστολή του Δ.Σ. ιδίας ημερομηνίας άρχισε να της φωνάζει και να την αποκαλεί «αναξιόπιστη». Βγαίνοντας από το γραφείο του, ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του υπέστη λιποθυμικό επεισόδιο και κρίση πανικού και για να συνέλθει της έβαλαν ηρεμιστική ένεση. Γενικότερα, όταν άρχισε να εργάζεται στο Νοσοκομείο ήταν ένα υγειές άτομο χωρίς προβλήματα υγείας. Όμως η συνεχής επαφή και αντιμετώπιση της προσβλητικής και ανάρμοστης συμπεριφοράς του Αιτητή της ανέβαζε ψηλούς παλμούς και της δημιούργησε τάσεις λιποθυμίας. Της προκαλούσε αισθήματα φόβου και απειλής, σε σημείο που να μη μπορεί να κοιμηθεί γιατί ανησυχούσε τι θα της είχε ξημερώσει με τον Αιτητή την επομένη. Συστηματικά την έβριζε και τη μείωνε με τα λόγια και τη συμπεριφορά του μπροστά σε άλλους συναδέλφους και σε μια περίπτωση της πέταξε τα βιβλία που είχε πάνω στο γραφείο του. Αυτό που δεν συγχωρά στον εαυτό της είναι ότι τον άφησε να της καταστρέψει την περίοδο της εγκυμοσύνης του πρώτου της παιδιού το 2011, που λόγω της χυδαίων συμπεριφορών του έπαθε επιλόχεια κατάθλιψη. Επίσης της προκάλεσε σοβαρά οικογενειακά προβλήματα διαταράσσοντας την οικογενειακή της γαλήνη. Αντεξεταζόμενη δεν αρνήθηκε ότι ο Αιτητής εκτιμούσε τη δουλειά της και ότι κατ' εξαίρεση της επέτρεψε να ασκεί επί πλέον εργασίες, όπως η εξυπηρέτηση συγκεκριμένου γιατρού, με σκοπό τη διασφάλιση πρόσθετων εισοδημάτων. Δεν αρνήθηκε ότι ήταν αρκετές οι φορές που λιποθύμησε στο χώρο εργασίας λόγω στρες και ότι στις 11.10.2017 δεν λιποθύμησε, αλλά βγαίνοντας έξω από το γραφείο ήταν εκτός εαυτού, ούρλιαζε και φώναζε και το μόνο που θυμάται τον γιατρό Μυριάνθους να της κρατά τη γλώσσα και την ένεση. Ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που δεν έδωσε παραίτηση στα δέκα χρόνια της απασχόλησης της, παρά τα όσα επικαλείται, ήταν γιατί αγαπούσε τη δουλειά της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο λόγος που αποχώρησε δύο μήνες μετά την απόλυση του Αιτητή ήταν ο πόλεμος που δεχόταν μέσω Facebook και από τους υπαλλήλους του λογιστηρίου που της έκαναν τον βίο αβίωτο. Την καταγγελία εναντίον του Αιτητή, με την επιστολή (Τεκ.4), ισχυρίστηκε ότι την έκανε για να κερδίσει εξαναγκασμό σε παραίτηση και ότι παρέμεινε 10 χρόνια από οίκτο στον Αιτητή. Ενώ η ίδια δεν θυμόταν αν για τη διερεύνηση του περιστατικού επικοινώνησε μαζί της ο κ. Καλλής, ακολούθως αφού διαφώνησε με το αποτέλεσμα της διερεύνησης, δεν διαφώνησε όμως ότι υπήρχε ένταση στις σχέσης Αιτητή και Δ.Σ. Παραδέχθηκε ότι πριν τη εκλογή του νέου Δ.Σ. ο Αιτητής κρατούσε τα πρακτικά των συνεδριάσεων που η ίδια κτυπούσε και ήταν αυτός που υλοποιούσε τις αποφάσεις του Δ.Σ. Το αν υπήρχε επίσημη απόφαση ή αν της ζητήθηκε από τον Πρόεδρο ή άλλο πρόσωπο να μη δείχνει στον Αιτητή τα πρακτικά, απάντησε ότι δεν θυμάται. Οι δε πληροφορίες που η ίδια ισχυρίστηκε ότι προσπάθησε να της εκμαιεύσει ο Αιτητής αφορούσαν τα πρακτικά. Καταθέτοντας ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι από τον Αύγουστο 2017 που ανέλαβε το νέο Δ.Σ., ξεκίνησε μεθοδευμένα η περιθωριοποίηση του, η οποία συντελέστηκε με την αφαίρεση ή μείωση των καθηκόντων του και τη μη ενημέρωση του για θέματα και αποφάσεις που άπτονταν της αρμοδιότητας του. Ότι το νέο Δ.Σ. και ο Πρόεδρος του τερμάτισαν πλήρως την επικοινωνία μαζί του και όπως ενδεικτικά προκύπτει από την επιστολή ημερ. 7.9.2017 (Τεκ.30) απευθύνονταν στη γραμματέα του, λέγοντας της να αποταθεί στους αρμόδιους, εννοώντας τον ίδιο. Περαιτέρω τερματίστηκε η παρουσία του στις συνεδριάσεις του Δ.Σ., η ετοιμασία της ημερήσιας διάταξης των θεμάτων προς συζήτηση και του αφαιρέθηκε η αρμοδιότητα καταγραφής, τήρησης και πρόσβασης στο αρχείο πρακτικών, όπως συνέβαινε για 26 χρόνια. Σημειώνει ότι για τη πρόσβαση του στα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δ.Σ. ουδέποτε ενημερώθηκε επίσημα και αυτό έγινε αντιληπτό από τον ίδιο, όταν ζητούσε τα πρακτικά και η γραμματέας του φαινόταν απρόθυμη και προβληματισμένη να τα δώσει. Πρόσθετα, το νέο Δ.Σ., ξεκίνησε διαδικασία πρόσληψης διευθυντών χωρίς την παρουσία του και ερχόταν σε επαφή με υφιστάμενους του χωρίς ο ίδιος να ενημερώνεται. Για το περιστατικό με την Ε. Ανδρέου ισχυρίστηκε ότι πάντοτε επεδείκνυε προς τη γραμματέα του και προς όλο το προσωπικό τον αναγκαίο σεβασμό και ότι μεταξύ αυτού και της Ε. Ανδρέου αναπτύχθηκε μια σχέση εμπιστοσύνης, σε βαθμό που του εκμυστηρευόταν προσωπικά της ζητήματα, ζητώντας μάλιστα τη συμβουλή του. Η ίδια τον επαινούσε και διατυμπάνιζε ότι κοντά του αποκόμισε αρκετές γνώσεις και εμπειρίες. Επίσης ουδέποτε υπέβαλε οποιονδήποτε παράπονο για τη συμπεριφορά του, είτε στον ίδιο είτε στο Δ.Σ., με το οποίο σχεδόν καθημερινώς ερχόταν σε επαφή αφού ήταν αυτή που δακτυλογραφούσε τα πρακτικά. Αρνείται τα όσα του αποδίδουν ότι ανέφερε στην Ε. Ανδρέου, τονίζοντας ότι η πόρτα του γραφείου του ήταν πάντα ανοικτή και μιλώντας μεγαλόφωνα το προσωπικό της διοίκησης θα μπορούσε να ακούσει τα πάντα. Σημειώνει ότι τόσο η επιστολή της Ε. Ανδρέου προς το Δ.Σ. (Τεκ.4) όσο και η έκθεση Καλλή (Τεκ.3) ουδέποτε του κοινοποιήθηκαν παρά μόνο μετά την αποκάλυψη εγγράφων στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επίσης τα εν λόγω έγγραφα ήταν ενώπιον του Δ.Σ. κατά τη διαθεσιμότητα του και δεν του δόθηκε το δικαίωμα να τοποθετηθεί επ' αυτών. Για τους 4 πρώην υπαλλήλους στους οποίους αναφέρθηκε ο κ. Χατζηστυλλής, σημειώνει ότι παραιτήθηκαν χρόνια πριν την απόλυση του και ουδέποτε το Δ.Σ. ασχολήθηκε με τους λόγους που οδήγησαν στην παραίτηση τους. Οι επιστολές επίσης των εν λόγω προσώπων, του αποκαλύφθηκαν για πρώτη φορά στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και ουδέποτε το Δ.Σ. του έδωσε το δικαίωμα να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου τους. Κληθείς επίσης ενώπιον του Δ.Σ. δεν του δόθηκε ποτέ το δικαίωμα να απαντήσει στα όσα αναφέρονται στην επιστολή ημερ. 17.10.2017 (Τεκ.15) και ούτε φυσικά έγινε οποιαδήποτε έρευνα όπως αναφέρεται στην επιστολή και σε κάθε περίπτωση δεν παρουσιάστηκε τέτοια έρευνα. Περαιτέρω αρνείται και απορρίπτει ένα προς ένα τους λόγους που του καταλόγισαν οι Καθ' ων η αίτηση σε σχέση την επικαλεσθείσα αρνητική συμπεριφορά στην εκτέλεση των καθηκόντων του και για τους λόγους που επικαλείται ισχυρίζεται ότι δικαιούται στην επιδίκαση αυξημένων αποζημιώσεων. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι από τη θέση που κατείχε ήταν υπόλογος στο Δ.Σ. και είχε την ευθύνη εκτέλεσης των αποφάσεων του. Επανέλαβε πως η πόρτα του γραφείου του ήταν πάντοτε ανοικτή από την αρχή της καριέρας του, για ευνόητους λόγους και έξω από το γραφείο του που ήταν ο περιβάλλον χώρος της διοίκησης υπήρχαν πάντοτε αρκετά άτομα, εξ ου και οι καταθέσεις που δόθηκαν στον κ. Καλλή. Αφού αναφέρθηκε στα όσα προηγήθηκαν της επιστολή ημερ. 11.10.2017 (Τεκ.10), ισχυρίστηκε ότι μελετώντας την εν λόγω επιστολή στράφηκε προς την Ε. Ανδρέου και της είπε επί λέξει «τώρα είμαστε και κατηγορούμενοι». Αρνήθηκε ότι υπήρξε οποιαδήποτε ένταση ή φώναξε στην Ε. Ανδρέου όπως επίσης αρνήθηκε τα όσα ανέφερε η κα Ηλιοπούλου στην κατάθεση της στον κ. Καλλή, ότι αποκάλεσε την Ε. Ανδρέου «αναξιόπιστη» ή της είπε «τώρα που πας και γλύφεις αλλού». Επέμενε ότι τη συγκεκριμένη στιγμή η κα Ηλιοπούλου βρισκόταν στο γραφείο της Ε. Ανδρέου το οποίο ευρίσκεται σε κάποια απόσταση από το δικό του γραφείο και ότι αν έλεγε τα όσα αυτή ισχυρίστηκε θα έπρεπε να ακούσουν και όλοι οι άλλοι υπάλληλοι που ήταν πιο κοντά. Δεν αρνήθηκε τα όσα ανέφερε η κα Γαβριέλα Ανδρέου στην κατάθεση της ότι τον άκουσε να λέει: «την είχα γραμματέα μου 10 χρόνια και να μου κάνει αυτό το πράγμα», ισχυριζόμενος ότι τη φράση αυτή την είπε όταν ήταν μόνος στο γραφείο, μετά που του ανακοινώθηκε ότι είχε το περιστατικό και του επέρριπτε ευθύνη. Απορρίπτοντας επίσης τη θέση της άλλης πλευράς ότι επιδίωκε να λαμβάνει πληροφορίες από την Ε Ανδρέου, ισχυρίστηκε ότι αυτό που ζήτησε από τη γραμματέα του ήταν τα πρακτικά βάσει των οποίων για 26 χρόνια εκτελούσε αποφάσεις του Δ.Σ. Πρόσθετα ότι καμία απόφαση δεν του κοινοποιήθηκε από το Δ.Σ. που να μην του επιτρέπει να λάβει γνώση των πρακτικών. Το αν εν τέλει το Δ.Σ. έλαβε υπόψη για την απόλυση του και επιστολές πρώην υπαλλήλων δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αφού τέτοιες επιστολές όπως και τα στοιχεία που ήταν ενώπιον του Δ.Σ. κατά τον χρόνο της διαθεσιμότητας του, ουδέποτε του κοινοποιήθηκαν ή του δόθηκε το δικαίωμα να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου τους. Νομική βάση Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) ........................................ (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (
- i)διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (
- ii)διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (
- iv)απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (
- v)σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο περιστατικό για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, η οποία αποτέλεσε καθοδήγηση στην έκδοση των πιο πάνω από-φάσεων, μια ανάρμοστη συμπεριφορά για να δικαιολογεί άμεση απόλυση θα πρέπει να είναι σοβαρή και εσκεμμένη (gross misconduct). Επίσης ορισμένες κατηγορίες, όπως, η διάπραξη ποινικού αδικήματος (κλοπή, απάτη, βία, σοβαρή αμέλεια), η ηθελημένη ανυπακοή σε νόμιμη και λογική εντολή του εργοδότη, η υποχρέωση εχεμύθειας, η εκτέλεσης πράξεων ανταγωνισμού σε βάρος του εργοδότη, συνιστούν αναγνωρισμένη μορφή ασύγγνωστης συμπεριφοράς καθώς συνδέονται άμεσα με το καθήκον πίστης, τιμιότητας και επιμέλειας του εργοδοτούμενου να ενεργεί κατά τρόπο που να εξυπηρετεί και να μην βλάπτει τα συμφέροντα του εργοδότη του. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο, έχοντας υπόψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (Βλ. Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α..Α.Δ. (Β) Το εύλογο της συμπεριφοράς ενός εργοδότη κρίνεται εξ αντικείμενου με μέτρο τον «λογικό εργοδότη». Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα απέλυε, υπό τέτοιες περιστάσεις, τον εργοδοτούμενο, τότε πρόκειται για αδικαιολόγητη απόλυση. Εάν όμως ένας λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει, τότε η απόλυση είναι δικαιολογημένη, όπως ετέθη από τον Lord Denning M.R. στην British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swing
(1981)1 R.L.R. 91 (σ. 93) και υιοθετήθηκε στην L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά,
(2014)1 Α.Α.Δ. 1193. Όπως δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθηση του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη (βλ. Galatariotis Teleco/cations v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318) και L. Papaphilippou (ανωτέρω). Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, η προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, η μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, «Το δίκαιο της Καταγγελίας» 2η έκδοση σ.185). Η νομολογία ωστόσο, δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν αυτός καθ' εαυτό ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") που κυρίως υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος για ανάρμοστη συμπεριφορά ("misconduct') ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Εκεί που διαφαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο ο εργοδότης διερεύνησε την περίπτωση του απολυθέντος εργοδοτούμενου ήταν τέτοιος που τον εμπόδιζε να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες εύλογα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, τότε δεν θεωρείται ότι ο εργοδότης ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων τη φύση και τη σοβαρότητα της υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο μια δυσμενής κατάληξη. Στα πλαίσια μιας λογικής προσπάθειας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να συζητήσει με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Το δικαίωμα αυτό του εργοδοτούμενου διασφαλίζεται με το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Από το περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης καθίσταται φανερό ότι η παροχή του δικαιώματος ακρόασης αποτελεί τον κανόνα. Δεν είναι όμως απόλυτο. Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd
(1976)EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσής του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)]. Στην αγγλική υπόθεση Bentley Engineering Co Ltd v. Mistry [1979] ICR 47, το EAT επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση για το παράνομο της απόλυσης του εργοδοτούμενου, στον οποίον ο εργοδότης δεν έδωσε τις καταθέσεις των μαρτύρων που τον κατηγορούσαν για επίθεση σε συνάδελφο του, σημείωσε τα ακόλουθα: "We do not say that in every case any particular form of procedure has to be followed... there may be cases in which cross - examination is wholly unnecessary ... On the other hand it is clear that in a matter of this kind, natural justice does require not merely that man shall have a chance to state his own case in detail; he must know in one way or another sufficiently what was being said against him. If he does not know sufficiently what is being said against him, he cannot properly put forward his own case. It may be, according to the facts, that what is said against him can be communicated to him in writing, or it may be that it is sufficient if he hears what the other protagonist is saying, or it may be that, in an appropriate case, for matters which have been said by others to be put orally in sufficient detail is an adequate satisfaction of the requirements of natural justice....it is all a question of degree." Στην αγγλική επίσης υπόθεση Louies v. Coventry Hood and Seating Co Ltd [1990] IRLR 324, [1990] ICR 54, ο εργοδότης απέλυσε τον εργοδοτούμενο βασιζόμενος ουσιαστικά, σε δύο γραπτές καταθέσεις που υποστήριζαν ότι ο εργοδοτούμενος εμπλεκόταν σε κλοπή. Το ΕΑΤ, επαναλαμβάνοντας τα όσα λέχθηκαν από τον δικαστή Harman στην υπόθεση Byrne ότι «η φυσική δικαιοσύνη προέχει των λέξεων που αναφέρονται», σημείωσε ότι είναι πολύ σπάνιο οι διαδικασίες να θεωρηθούν δίκαιες εκεί που ο εργοδότης βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε μαρτυρία ατόμων τις οποίες παραλείπει να δώσει ή να μεταφέρει στον εργοδοτούμενο το περιεχόμενο τους με επάρκεια, όπως κρίθηκε στην υπόθεση Vauxhall Motors Ltd v Ghafoor [1993] ICR 376. Στην υπόθεση Fuller v. Lloyds Bank plc [1991] IRLR 36, η απόλυση του εργοδοτούμενου οφείλετο σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα σε δημόσιο σπίτι την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν ένας από τους συναδέλφους του τραυματίστηκε σοβαρά στο πρόσωπο, από ποτήρι που κρατούσε ο εργοδοτούμενος. Κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας, ενώ λήφθηκαν καταθέσεις επί των οποίων ο εργοδότης στήριξε την απόφαση του, ωστόσο ποτέ δεν αποκαλύφθηκαν στον εργοδοτούμενο ή τον εκπρόσωπο του. Επικαλούμενο το Δικαστήριο προηγούμενες αποφάσεις του και θέτοντας ως επιθυμητή την παροχή στο εργοδοτούμενο του υλικού επί του οποίου στηρίχθηκε η εναντίον του πειθαρχική διαδικασία, κατέληξε ότι η μη παροχή του υλικού δεν καθίστα οριστικά παράνομη την απόλυση. Τυχόν ελάττωμα στην πειθαρχική διαδικασία θα πρέπει να εξεταστεί εντός του πλαισίου διεξαγωγής της και το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι εάν και κατά πόσο η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης ήταν συνολικά δίκαιη. Καταλήγοντας το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η μη παροχή των καταθέσεων δεν ξεφεύγει του πλαισίου των ευλόγων διαδικασιών που όφειλε να ακολουθήσει ο εργοδότης, επισήμανε μεταξύ άλλων ότι ο εργοδοτούμενος γνώριζε επακριβώς τι επρόκειτο να αντιμετωπίσει, καθώς (α) γνώριζε αρκετούς από τους μάρτυρες που είχαν καταθέσει στην πειθαρχική διαδικασία (β) εξασφάλισε καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν από την αστυνομία, και (γ) οι καταθέσεις στην αστυνομία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο περιείχαν τους ίδιους βασικούς ισχυρισμούς με τις καταθέσεις που λήφθηκαν κατά την πειθαρχική διαδικασία. Όπως εντοπίζεται στην πρόσφατη απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018: «Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή. Να αναφέρουμε εδώ, παρενθετικά, ότι για τον κανόνα αναφορικά με την αξιολόγηση του εύλογου της έρευνας του εργοδότη και της κατάληξης του περί ύπαρξης μεμπτής συμπεριφοράς, σχετική είναι η υπόθεση British Home Stores Ltd v Burchell [1978] IRLR 379, EAT. Η εστίαση της νομολογίας στην απόφαση απόλυσης που λαμβάνει ο εργοδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό το φως των περιστάσεων που έχει υπόψη του, σημαίνει ότι στοιχεία που έρχονται στο φως μετά την απόλυση δεν μπορούν να επηρεάσουν το ζήτημα της νομιμότητας της. Έτσι, λοιπόν, απόλυση η οποία είναι δίκαια και δικαιολογημένη και, επομένως, νόμιμη επειδή ο εργοδότης εύλογα πίστευε στη βάση των ενώπιον του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, θα εξακολουθήσει να θεωρείται δίκαιη και δικαιολογημένη ακόμα και αν μετά την απόλυση έρθουν στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος δεν ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, (Βλ. Devis & Sons Ltd v Atkins [1977] AC 931 και Polkey v AE Dayton Services Ltd [1988] AC 344). Επισημαίνε-ται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd v Jones
(1983)ICR 17, ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να επανακδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage"). Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη ("an ET. may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ 62). Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή.» Η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης για την απόλυση του εργοδοτούμενου δεν εξετάζεται ξεχωριστά και από μόνη της αλλά σε συνάρτηση με τους λόγους απόλυσης. Μολονότι η παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης δεν συνιστά ανεξάρτητο λόγο απόλυσης, αποτελεί ωστόσο ένα από τα σημαντικά γεγονότα που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όταν εξετάζει στο σύνολο της μια απόφαση απόλυσης καθώς σε περίπτωση ουσιαστικής παράβασης του δικαιώματος του εργοδοτουμένου να πληροφορηθεί την κύρια βάση της υπόθεσης του εργοδότη και της ευκαιρίας να την αντικρούσει, μια τέτοια απόφαση απόλυσης μπορεί να κριθεί παράνομη (Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 173-174) Να σημειωθεί, ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ο εργοδότης θα πρέπει να ασκεί το δικαίωμα για απόλυση του εργοδοτούμενου εντός λογικού χρονικό διαστήματος από του γεγονότος που του παρείχε αυτό το δικαίωμα. Στην υπόθεση L' Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117 αποφασίστηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη εκ μέρους του Αιτητή της απρεπούς συμπεριφοράς (10.10.1997) μέχρι την απόλυση του (6.11.1997) είναι πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τον εργοδότη το δικαίωμα απόλυσης. Στην Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000, ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ' ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19.5.1998) κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσεις λόγο απόλυσης του στις 5.10.1998, εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου (βλ επίσης Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 194, Κυπριανού & Σια ν. Πετρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 607). Να τονίσουμε επίσης ότι ουδεμία απόλυση εργοδοτούμενου δύναται να θεωρηθεί δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς σε σχέση με τη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης και δη το τελευταίο περιστατικό που οδήγησε στην απόλυση, δεν μπορεί από μόνο του να δικαιολογήσει μια τέτοια απόφαση. Διαφορετικά, ο εργοδοτούμενος θα κινδύνευε ανά πάσα στιγμή να χάσει την εργασία του για ασήμαντους λόγους και η αβεβαιότητα ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης θα παρατείνετο για μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου και ειδικότερα των άρθρων 5 (ε) και (στ). Εάν η πράξη όμως που οδήγησε στην απόλυση ήταν το επιστέγασμα σοβαρής ή επαναλαμβανόμενης παράβασης ή παραγνώρισης κανόνων εργασίας από πλευράς του εργοδοτούμενου και αφού του είχαν δοθεί ανάλογες προ-ειδοποιήσεις, τότε η πράξη αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για μια αρνητική πρόγνωση και να δικαιολογήσει το έσχατο μέτρο της απόλυσης. Ανάλυση - Συμπεράσματα Αξιολογώντας την προσφερθείσα επί του θέματος μαρτυρία, παρατηρούμε τα ακόλουθα: Με εξαίρεση τη μαρτυρία των άμεσα εμπλεκομένων προσώπων, δηλαδή της Ε. Ανδρέου και του Αιτητή, η μαρτυρία του κ. Χατζηστυλλή δεν έριξε ιδιαίτερο φως σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώρα στις 11.10.
- Ο κ. Χατζηστυλλής ενώ έθεσε τη δική του εκδοχή επί του γεγονότος, ισχυριζόμενος ότι ο Αιτητής άρχισε να φωνάζει, να μιλά με έντονο ύφος στην Ε. Ανδρέου και να την αποκαλεί αναξιόπιστη χρησιμοποιώντας τη φράση «Είσαι αναξιόπιστη, τώρα που πηγαίνεις και γλύφεις αλλού», ωστόσο υπό το βάρος της αντεξέτασης παραδέχθηκε ότι δεν είχε άμεση προσωπική γνώση για το τι λέχθηκε τη συγκεκριμένη ημέρα και ότι τα όσα ανέφερε προέρχονται από μαρτυρίες που λήφθηκαν από τον Λειτουργό Ασφαλείας και Υγείας του Νοσοκομείου κ. Α. Καλλή ο οποίος αφού διερεύνησε το θέμα, στις 17.10.2017 υπέβαλε στο Δ.Σ. εσωτερικό σημείωμα με σχετική έκθεση (Τεκ.3). Και ενώ παραδέχθηκε ότι με την έκθεση Καλλή δεν προέκυψε οτιδήποτε σοβαρό εναντίον του Αιτητή, ισχυριζόμενος ότι τελικά τέθηκε σε διαθεσιμότητα με τη λήψη της επιστολής της Ε. Ανδρέου ημερ. 16.10.2017 (Τεκ.4), εν τούτοις κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικα-στηρίου που να καθιστά φανερό ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δόθηκε στο Αιτητή το δικαίωμα να λάβει γνώση και να τοποθετηθεί επί του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων. Ειδικότερα, όταν ρωτήθηκε ο μάρτυρας αν ζητήθηκε η γνώμη του Αιτητή για όσα αυτοί ανέφεραν, ισχυρίστηκε ότι ήταν θέμα διαδικασίας, ότι υπήρχε αρμόδια επιτροπή, η οποία ωστόσο δεν γνώριζε από ποια πρόσωπα απαρτιζόταν. Επικαλούμενος επίσης ταπεινωτική συμπεριφορά και διαγωγή του Αιτητή απέναντι στο προσωπικό των Καθ' ων η αίτηση παρουσίασε επιστολές πρώην υπαλλήλων με ημερ. 22.10.2017, 21.10.2017 και 7.3.2017 (Τεκ. 5, 6 και 7), τις οποίες, όπως ανέφερε, οι Καθ' ων η αίτηση έλαβαν υπόψη για την απόλυση του Αιτητή. Από το περιεχόμενο ωστόσο των εν λόγω επιστολών είναι φανερό ότι συντάχθηκαν μετά την απάντηση του Αιτητή προς το Δ.Σ. ημερ. 20.10.2017 (Τεκ.16) και σε κάθε περίπτωση δεν κοινοποιήθηκαν στον Αιτητή και ούτε τέθηκαν ενώπιον του κατά τον ουσιώδη χρόνο για σχολιασμό. Περαιτέρω ενώ ο μάρτυρας επιδίωξε με τη μαρτυρία του να υποστηρίξει τα όσα οι Καθ' ων η αίτηση καταλόγισαν στον Αιτητή με την επιστολή απόλυσης, για μη προώθηση σημαντικών ζητημάτων οργάνωσης και λειτουργίας των διαφόρων υπηρεσιών της Εταιρείας και του Νοσοκομείου και της άρνησης του να συνεργαστεί με το Δ.Σ. στην προσπάθεια προώθησης διαδικασιών αντιμετώπισης των διαφόρων ζητημάτων, ωστόσο υπό το βάρος της αντεξέτασης ουσιαστικά παραδέχθηκε ότι τα όσα καταλόγισαν στον Αιτητή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ειδικό-τερα ενώ ισχυρίστηκε ότι με βάση την επιστολή ημερ. 20.9.2017 (Τεκ.9) ο Αιτητής θα έπρεπε μέχρι τις 31.10.2017 να κοινοποιήσει μηνιαία έκθεση αναφοράς στο Δ.Σ., όταν του υποδείχθηκε ότι ο Οικονομικός Διευθυντής παραιτήθηκε στις 26.9.2017 και ο Αιτητής τέθηκε σε διαθεσιμότητα στις 17.10.2017, ο μάρτυρας δεν εδώθε οποιαδήποτε εξήγηση επικαλούμενος γενικά και αόριστα την εν γένει συμπεριφορά και συνεργασία του Αιτητή με το Δ.Σ. χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Για την ανανέωση της ΣΣΕ, παραδέχθηκε ότι μετά από μελέτη στην οποία προέβη ο Αιτητής με τον Οικονομικό Διευθυντή και μετά από διαβουλεύσεις, κατέληξαν σε συγκεκριμένη συμφωνία που ήταν η πιο συμφέρουσα για το Νοσοκομείο. Σε σχέση με την επιστολή του Αιτητή ημερ. 10.10.2017 (Τεκ.24) ουσιαστικά παραδέχθηκε ότι ήταν μια ενημέρωση που δεν περιείχε κάτι το μεμπτό που να εκθέτει τον ίδιο ως Πρόεδρο του Δ.Σ. Για την χαρτική ύλη δεν αμφισβήτησε ότι η εξουσία του Αιτητή ήταν να εγκρίνει αγορά αξίας μέχρι €5000 και για αγορά μεγαλύτερης αξίας, όπως και στην προκείμενη περίπτωση, την τελική έγκριση και κατακύρωση είχε το Δ.Σ. Για την πλήρωση θέσης houseman, δεν διαφώνησε ότι στον Αιτητή κοινοποιήθηκε για πρώτη φορά στις 9.10.
- Σε υποβολή μάλιστα ότι δεν δόθηκαν τα καθήκοντα και ο μισθός της θέσης και ότι ανέλαβε γι' αυτά ο κ. Πολύζος, ο οποίος μέχρι την ημέρα διαθεσιμότητας του Αιτητή δεν έδωσε οποιαδήποτε στοιχεία, ομολόγησε ότι προφανώς τους πρόλαβαν τα γεγονότα. Για το επίδομα βάρδιας αρκέστηκε να πει ότι το θέμα εκκρεμούσε προ καιρού και ότι υπήρχαν πιέσεις από το προσωπικό, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Τέλος δεν έδωσε καμία εξήγηση ούτε και για την κατ' επίκληση ζημία που υπέστησαν οι Καθ' ων η αίτηση. Εν ολίγοις, υπό το βάρος της αντεξέτασης, ο κ. Χατζηστυλλής δεν αμφισβήτησε τα όσα ο Αιτητής έθεσε με τη μαρτυρία του. Η Ε. Ανδρέου δίνοντας τη δική της εκδοχή επί των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν στο γραφείο του Αιτητή, ισχυρίστηκε ότι στις 11.10.2017, διαβάζοντας ο Αιτητής την απαντητική επιστολή του Δ.Σ. (Τεκ.10), την οποία η ίδια του παράδωσε μετά από οδηγίες του τότε Προέδρου κ. Χατζηστυλλή, άρχισε να φωνάζει και να την αποκαλεί «αναξιόπιστη». Όταν προσπάθησε να του εξηγήσει με ήρεμο τρόπο ότι δεν φταίει η ίδια, αυτός συνέχισε να της φωνάζει, με αποτέλεσμα βγαίνοντας από το γραφείο του να υποστεί λιποθυμικό επεισόδιο. Η ίδια περιγραφή γίνεται από την Ε. Ανδρέου και στην επιστολή της προς το Δ.Σ. ημερ. 16.10.2017 (Τεκ.4). Καταθέτοντας ο Αιτητής έδωσε μια εντελώς διαφορετική διάσταση στα γεγονότα. Αρνήθηκε τα όσα η Ε. Ανδρέου του καταλόγισε, για τους λόγους που ανέφερε τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του. Ειδικότερα αρνήθηκε ότι φώναξε ή πρόσβαλε την Ε. Ανδρέου ή την αποκάλεσε αναξιόπιστη, ισχυριζόμενος ότι ο χώρος της διοίκησης στον οποίο βρίσκεται και το γραφείο του, είναι 150 τ.μ. και κατά τον ουσιώδη χρόνο κάθονταν εκεί 10-12 άτομα. Η πόρτα του γραφείου του ήταν πάντοτε ανοικτή και μιλώντας πάντοτε μεγαλόφωνα είναι σίγουρος ότι αν ίσχυαν τα όσα η Ε. Ανδρέου ισχυρίστηκε, το προσωπικό της διοίκησης θα ήταν σε θέση να ακούσει τα πάντα. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι μελετώντας την απαντητική επιστολή του Δ.Σ. (Τεκ.10) στράφηκε προς την Ε. Ανδρέου και της είπε επί λέξει «τώρα είμαστε και κατηγορούμενοι». Αρνήθηκε επίσης, τα όσα του υπέβαλαν ότι κατάθεσε η κα Ηλιοπούλου, η οποία τη συγκεκριμένη στιγμή βρισκόταν στο γραφείο της Ε. Ανδρέου, ισχυριζόμενος ότι αν έλεγε όσα αυτή ισχυρίστηκε, σίγουρα θα τα άκουαν και όλοι οι άλλοι υπάλληλοι της διοίκησης που ήταν πιο κοντά στο γραφείο του, καθώς το γραφείο της Ε. Ανδρέου βρισκόταν σε κάποια απόσταση από το δικό του. Τα πιο πάνω κατά την κρίση μας γεννούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία των όσων η Ε. Ανδρέου κατάθεσε ενώπιον μας. Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου είναι αρκετό να καταγραφεί ότι από το περιεχόμενο του Τεκ.10 δεν προκύπτει οτιδήποτε που θα αποτελούσε κίνητρο για τον Αιτητή να την προσβάλει με τον τρόπο και τα λόγια που η ίδια ισχυρίζεται. Αντίθετα το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει συνάδει πλήρως με τις ανάλογες θέσεις του Αιτητή ο οποίος με το Τεκ.10 επιδεχόταν επικρίσεις για τις ενέργειες του, που έπρεπε να τύχουν μεγαλύτερης προσοχής στο μέλλον. Περαιτέρω από την έκθεση (Τεκ.3), διαπιστώνουμε ότι οι απόψεις των ατόμων που κατέθεσαν στο Λειτουργό κ. Καλλή διίσταντο. Εκτός από την κα Ηλιοπούλου, η οποία ισχυρίστηκε ότι άκουσε τον Αιτητή να λέει στην Ε. Ανδρέου «Είσαι αναξιόπιστη, τώρα που πηγαίνεις και γλύφεις αλλού», τα άτομα της διοίκησης που ευρίσκονταν τη συγκεκριμένη στιγμή πιο κοντά στο γραφείο του Αιτητή απ' ότι η κα Ηλιοπούλου, δεν έδωσαν μια τέτοια μαρτυρία. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των εν λόγω προσώπων, όπως συμπέραινε ο κ. Καλλής, δεν υπήρξαν εντάσεις στο χώρο της διοίκησης ούτε μεταξύ του Αιτητή και της Ε. Ανδρέου. Επίσης όπως αναφέρεται στις μαρτυρίες, το τελευταίο διάστημα η Ε. Ανδρέου φαινόταν πιεσμένη, προβληματισμένη ή "down". Με παραπομπή στις προσωπικές συνεντεύξεις των μαρτύρων, ο κ. Καλλής κατέληξε στο πιο κάτω αποτέλεσμα: «Λαμβάνοντας υπόψη το περιστατικό όπως αυτό εξελίχθηκε και όσα επί λέξει αναφέρονται στις συνεντεύξεις των εμπλεκομένων, με το κριτήριο του «μέσου λογικού ανθρώπου» δεν μπορεί το περιστατικό να χαρακτηριστεί ως παρενόχληση, ηθική παρενόχληση (mobbing), εκφοβισμός (bulling) ή προσβολές, παρά παρατηρήσεις, (ίσως με έντονο ύφος) για την εργασία της κας Ανδρέου. Με το ίδιο σκεπτικό, το περιβάλλον δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εχθρικό, άβολο ή αγενές. Επομένως εκτιμάται πως δεν μπορεί, σύμφωνα πάντα με τις μαρτυρίες, να χαρακτηριστεί περιστατικό παρενόχλησης και δεν εμπίπτει τις πρόνοιες του. Νόμου και των σχετικών Κανονισμών. Εκείνο που μπορεί να εξαχθεί μέσα από τις συνεντεύξεις όλων των μαρτύρων, φαίνεται να υπάρχει μια ένταση στο περιβάλλον και στις σχέσεις μεταξύ νέου Διοικητικού Συμβουλίου και Γενικού Διευθυντή. Το γεγονός ότι η κα Ανδρέου εξυπηρετούσε και τις δύο πλευρές μπορεί να επέφερε έντονη συναισθηματική φόρτιση και καθημερινό άγχος στην εργασία της ούτως ώστε να οδηγήσει στο συγκεκριμένο περιστατικό. Αν υπήρξαν άλλα περιστατικά μεταξύ των δύο πλευρών ή άλλο ιστορικό αυτά δεν εξάγονται μέσα από τις συνεντεύξεις και μαρτυρίες ούτε μπορούσε ο ερευνών λειτουργός να τα γνωρίζει εφόσον η κα Ανδρέου δεν επιθυμούσε να συμμετάσχει στη διερεύνηση του περιστατικού». Εν όψει των πιο πάνω η μαρτυρία της Ε. Ανδρέου επί του συγκεκριμένου σημείου δεν γίνεται αποδεκτή σε αντίθεση μ' αυτή του Αιτητή την οποία αποδεχόμαστε. Η Ε. Ανδρέου αναφέρθηκε επίσης σε παρελθούσα συμπεριφορά του Αιτητή προς το πρόσωπο της. Πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς της Ε. Ανδρέου τους οποίους για πρώτη φορά προέβαλε με την επιστολή της (Τεκ.4) και με τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αδύνατο να ληφθούν υπόψη από το Δικαστηρίου ή να αποτελέσουν βάση αρνητικής πρόγνωσης καθώς ελλείπουν τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσε το Δικαστήριο να εξετάσει για να καταλήξει σε ένα ασφαλές συμπέρασμα απόδοσης αρνητικής εργασιακής διαγωγής στον Αιτητή. Άλλωστε, η θέση του Αιτητή ότι η Ε. Ανδρέου ουδέποτε υπέβαλε οποιονδήποτε παράπονο για τη συμπεριφορά του απέναντι της, είτε στον ίδιο είτε στο Δ.Σ. με το οποίο σχεδόν καθημερινώς ερχόταν σε επαφή, δεν έχει αμφισβητηθεί, όπως επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του ότι κατά τη μακρόχρονη υπηρεσία του δεν δέχθηκε καμία προειδοποίηση ή παρατήρηση από το Δ.Σ. σε σχέση με τη συμπεριφορά και τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του. Ερωτηθείς ο κ. Χατζηστυλλής, εάν στο παρελθόν ο Αιτητής δέχθηκε οποιαδήποτε παρατήρηση, είτε για τη συμπεριφορά είτε για τη μη σωστή εκτέλεση των καθηκόντων του, επέδειξε άγνοια, έστω κι αν ο ίδιος παραδέχθηκε ότι επί σειρά ετών υπήρξε μέλος του Δ.Σ. Περαιτέρω, για μια τέτοια συμπεριφορά δεν γίνεται λεπτομερής αναφορά ούτε στην επιστολή απόλυσης, γεγονός που τείνει να καταδείξει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη για την απόλυση του Αιτητή. Τέτοιοι λόγοι επίσης δεν τέθηκαν ούτε και ενώπιον του Αιτητή για σχολιασμό πριν τη λήψη της τελικής απόφασης. Πρόσθετα με την επιστολή απόλυσης (Τεκ.19), η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση προέβαλε, μεταξύ άλλων ως λόγο για την απόλυση του Αιτητή την προσπάθεια του να αποσπάσει από την Ε. Ανδρέου πληροφορίες για τις συζητήσεις του Δ.Σ. που δεν νομιμοποιείτο να του παράσχει. Ενώ οι Καθ' ων η αίτηση δεν προώθησαν με τη μαρ-τυρία τους ενώπιον του Δικαστηρίου τον συγκεκριμένο λόγο απόλυσης του Αιτητή, ωστόσο ο κ. Χατζηστυλλής δεν αρνήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι από τις 8.8.2017 που ανέλαβε το νέο Δ.Σ. αποφασίστηκε ο αποκλεισμός του Αιτητή από τις συνεδριάσεις του Δ.Σ. και του στερήθηκε η αρμοδιότητα καταγραφής, τήρησης και πρόσβασης στο αρχείο πρακτικών του Δ.Σ. όπως συνέβαινε για 26 χρόνια. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι τα καθήκοντα του Γ.Δ. ήταν υπό την έγκριση του Δ.Σ. και ότι ομόφωνα αποφασίστηκε πως δεν ήταν σωστό ο Γ.Δ. να συμμετέχει στις συνεδριάσεις και αποφάσεις του Δ.Σ. πλην θεμάτων που αφορούσαν αποκλειστικά τη διεύθυνση. Πέραν τούτου ο μάρτυρας δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που να καταρρίπτουν τη θέση του Αιτητή ότι ουδέποτε ενημερώθηκε επίσημα ότι υπήρξε απόφαση που απαγόρευε την πρόσβαση του στα πρακτικά του Δ.Σ. και ανάλογο είναι το εύρημα του Δικαστηρίου. Από τα στοιχεία επίσης που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι φανερό ότι με την επιστολή ημερ. 17.10.2017 (Τεκ.15), ο Αιτητής πληροφορήθηκε ότι το Δ.Σ. εξέταζε σοβαρά ζητήματα πειθαρχικής φύσεως αναφορικά με την άσκηση των καθηκόντων του και τη συμπεριφορά του και καλείτο να υποβάλει γραπτώς οποιεσδήποτε παραστάσεις μέχρι τις 20.10.
- Εξετάζοντας προσεκτικά το περιεχόμενο του Τεκ.15 σε συνάρτηση με τα έγγραφα που οι Καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και που αποτέλεσαν τη βάση για να καταλήξουν στις εναντίον του Αιτητή κατηγορίες, διαπιστώνουμε ότι οι πληροφορίες που δόθηκαν στον Αιτητή για τα ζητήματα που επρόκειτο να αντιμετωπίσει σε σχέση με τα καθήκοντα και τη συμπεριφορά του, δεν ήταν επαρκείς και από μόνες τους δεν παρείχαν στον Αιτητή τη δυνατότητα να τοποθετηθεί και να δώσει μια σωστή και ολοκληρωμένη εικόνα της δικής του υπόθεσης. Όπως επισημαίνει και ο Αιτητής στην απαντητική επιστολή του προς το Δ.Σ. ημερ. 20.10.2017 (Τεκ.16) και οι δύο κατηγορίες διατυπώνονται με τρόπο γενικό και αόριστο. Κατά πρώτο λόγο δεν συγκεκριμενοποιείται το ανάρμοστο της συμπεριφοράς του απέναντι στην Ε. Ανδρέου και δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένο γεγονός για την επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά που του αποδίδουν, ώστε να είναι σε θέση να τοποθετηθεί και να δώσει τις δίκες του εξηγήσεις. Κατά δεύτερο λόγο δεν παρατίθεται έστω και ένα συγκεκριμένο παράδειγμα μη εκτέλεσης των καθηκόντων του ώστε να είναι σε θέση να αντιληφθεί σε τι συνίστατο η απροθυμία και ο πρόδηλος αρνητισμός του να συνεργαστεί με το Δ.Σ. Το ίδιο συμβαίνει και με τα σημαντικά ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας των διαφόρων υπηρεσιών για τα οποία του αποδίδουν ότι δεν επέδειξε ενδιαφέρον για αντιμετώπιση τους, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τοποθετηθεί και να δώσει συγκεκριμένες εξηγήσεις ή διευκρινήσεις για τον τρόπο χειρισμού διαφόρων συγκεκριμένων ζητημάτων. Και ενώ ο Αιτητής επισήμανε με την εν λόγω επιστολή, την αδυναμία του να τοποθετηθεί και να δώσει τις δικές του εξηγήσεις, ωστόσο οι Καθ' ων η αίτηση παρουσιάζοντας νέα στοιχεία που φαίνεται να εξασφάλισαν από πρώην υπαλλήλους τους μετά την κοινοποίηση της απαντητικής επιστολής του Αιτητή (Τεκ.16) και τα οποία, με βάση το περιεχόμενο της επιστολής απόλυσης και την παραδοχή του κ. Χατζηστυλλή, λήφθηκαν υπόψη κατά τη λήψη της τελικής τους απόφασης, προχώρησαν χωρίς άλλο στον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή, επικαλούμενοι λόγους τους οποίους δεν συμπεριέλαβαν και/ή δεν παρέθεσαν λεπτομερώς και/ή επαρκώς στην επιστολή Τεκ.15 ώστε να δοθεί στον Αιτητή η δυνατότητα να θέσει τη δική του εκδοχή ως έχουμε παραθέσει ανωτέρω. Για όλα τα πιο πάνω αποδεχόμαστε ως πιο θετική και ανταποκρινόμενη στην αλήθεια τη μαρτυρία του Αιτητή και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Να σημειώσουμε ότι στον Αιτητή δεν δόθηκε η ευκαιρία να παραθέσει ενώπιον των Καθ' ων η αίτηση τα όσα με σταθερότητα και σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για τους λόγους που έχουμε ήδη αναπτύξει ανωτέρω. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω και θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των πιο πάνω αρχών, κρίνουμε ότι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση να τερματίσουν την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται, ξεφεύγει του πλαισίου των λογικών αντιδράσεων του μέσου λογικού εργοδότη. Ειδικότερα, για τη λήψη της επίδικης απόφασης, οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να αποδείξουν την τήρηση μιας σωστής και δίκαιης διαδικασίας, καθώς ο τρόπος με τον οποίο ενήργησαν, τους εμπόδισε στο να εξασφαλίσουν τις πρέπουσες και αναγκαίες πληροφορίες που ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει για να καταλήξει σε μια στοιχειοθετημένη αντικειμενική απόφαση. Στα πλαίσια μάλιστα αυτής της διαδικασίας, στηριζόμενοι οι Καθ' ων η αίτηση επί στοιχείων τα οποία ο Αιτητής δεν είχε τη δίκαιη ευκαιρία να σχολιάσει και/ή να αμφισβητήσει, στέρησαν από τον Αιτητή τη δυνατότητα να θέσει λεπτομερώς ενώπιον τους τις δίκες του απόψεις και εξηγήσεις που τυχόν θα έδιδε για όσα του καταλόγισαν, με επακόλουθο τα στοιχεία επί των οποίων στήριξαν την απόφαση τους να υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Οι Καθ' ων η αίτηση κατά τον χρόνο λήψης της τελικής απόφασης δεν είχαν και δεν φρόντισαν να έχουν ενώπιον τους ολοκληρωμένη εικόνα για όσα καταλόγισαν στον Αιτητή. Σε τελική ανάλυση οι Καθ' ων η αίτηση απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν στον απαιτούμενο βαθμό το εύλογο της επίδικης απόφασης για τους λόγους που επικαλούνται και οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν έχουν αποδειχθεί. Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν ενήργησαν ως λογικοί εργοδότες με αποτέλεσμα η απόλυση του Αιτητή να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Σημειώνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation Ltd, Πολ. Έφεση 131/2012, ημερ. 22.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:A312: «Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία. Επίσης στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 98 σελ.104-105 σημειώθηκαν τ' ακόλουθα: «Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Σύμφωνα με τα όσα ο Αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του ήταν 59 ετών, διαζευγμένος και πατέρας τριών παιδιών, εκ των οποίων τα δύο διέμεναν μαζί του και το τρίτο σπούδαζε στο εξωτερικό. Είχε επίσης δύο στεγαστικά δάνεια που υπερέβαιναν τις €600,000 και σπουδαστικό δάνειο €25.
- Από της απολύσεως του και μέχρι σήμερα παραμένει άνεργος με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, ήτοι την αποπληρωμή των δανείων αλλά ούτε και να βοηθήσει τα παιδιά του. Ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε αρκετές προσπάθειες για εξεύρεση εργασίας αλλά δεν κατέστη δυνατό. Ότι κλήθηκε από τα νοσηλευτήρια Αρεταίειο, Τίμιος Σταυρός, Ευαγγελισμός, ΙΣΙΣ και Ο.Κ.ΥΠ.Υ. αλλά δεν κατέστη δυνατή η εργοδότηση του γιατί πάντοτε μέλη του Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση άφηναν υπονοούμενα στον τομέα των γιατρών ότι ο λόγος που απολύθηκε οφείλετο σε κατάχρηση. Γεγονός που περιήλθε σε γνώση του από τα όσα του λέχθηκαν στις διάφορες συνεντεύξεις που πήγε. Επίσης αποτάθηκε σε άλλους τομείς εκτός του τομέα υγείας, ωστόσο η ηλικία του ήταν αποτρεπτικός παράγοντας για να προσληφθεί κάπου αλλού, κυρίως σε τομείς που δεν είχε και σχετική εμπειρία. Προς υποστήριξη των θέσεων του κατέθεσε το Τεκ.36 που αφορά σχετική αλληλογραφία από την οποία επιβεβαιώνονται οι προσπάθειες του για εξεύρεση νέας εργασίας. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη (α) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή (β) τη διάρκεια της απασχόλησης του (26 έτη συνεχούς απασχόλησης), (γ) τα ημερομίσθια του (€2.875 εβδομαδιαίως), (δ) την ηλικία του (59 ετών κατά τον επίδικό χρόνο, ηλικία δύσκολη για εξεύρεση άλλης εργασίας με τους ίδιους ή παραπλήσιους όρους και τα ίδια ή παραπλήσια ωφελήματα), (ε) την οικογενειακή του κατάσταση και (στ) την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας με όσα έχουμε ήδη παραθέσει, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €230.000 που αντιστοιχούν απολαβές 80 βδομάδων (80 Χ €2.875). Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9(ζ) του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 8 βδομάδων, ήτοι ποσό €23.
- Συνακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης μας:
(1)Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €230.000 πλέον νόμιμο τόκο από 7.12.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου ποσό €149.500 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια ενός έτους πλέον νόμιμο τόκο θα καταβληθεί στον Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση, το δε υπόλοιπο ποσό των €80.500 που αντιστοιχεί με ημερομίσθια 28 βδομάδων πλέον νόμιμο τόκο θα του κατά-βληθεί από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού.
(2)Εκδίδεται περαιτέρω απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €23.000 που αφορά πληρωμή αντί προειδοποίησης, με νόμιμο τόκο από 7.12.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης. Τέλος επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι υπόλοιπες αξιώσεις του Αιτητή απορρίπτονται χωρίς έξοδα. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Λάμπρου, Μέλος Ν. Χατζηχριστοφόρου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο