← Κύπρος

ΜΑΡΙΝΑ ΣΑΝΓΚΙΡΙΔΟΥ ΣΠΙΡΟΒΑ ν. ΣΤΕΓΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17/2018, 21/11/2023

ΜΑΡΙΝΑ ΣΑΝΓΚΙΡΙΔΟΥ ΣΠΙΡΟΒΑ ν. ΣΤΕΓΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 17/2018, 21/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Χ. Αυγουστή, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 17/2018 Μεταξύ: ΜΑΡΙΝΑ ΣΑΝΓΚΙΡΙΔΟΥ ΣΠΙΡΟΒΑ Αιτήτρια -και-

  1. ΣΤΕΓΗ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ
  2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΟΥ ΣΤΕΓΗΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ
  3. Σ.Κ.Ε ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ
  4. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Σ.Κ.Ε ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 21η Νοεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Κ. Θεοχαρίδου με κ. Α. Κυπριανίδη Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες:
  5. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρανόμως και ή αυθαιρέτως την απέλυσαν
  6. Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και/ή για παράνομο και/ή αυθαίρετο και ή αδικαιολόγητο τερματισμό της απασχόλησης της από τους Καθ' ων η αίτηση, σύμφωνα με τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο ως το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογο, υπό τις περιστάσεις
  7. Αποζημιώσεις για επαγγελματικό εκφοβισμό και ή Bullying και ή χρήση ψυχολογικής βίας, σκόπιμης και ή επαναλαμβανόμενης και/ή συνεχούς, στον εργασιακό χώρο της υπό των Καθ' ων η αίτηση με απώτερο σκοπό να εξαναγκάσουν αυτή σε απόλυση
  8. Απόφαση και/ή διάταγμα επαναπρόσληψης της Αιτήτριας, στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση
  9. Απόφαση για ποσό που αντιπροσωπεύει υπερωρίες για τα έτη 2012-
  10. Απόφαση για ποσό που αντιπροσωπεύει υπερεργασία για τα έτη 2014, 2015 και 2017
  11. Απόφαση για ποσό που αντιστοιχεί με άδεια την οποία ενώ εδικαιούτο, δεν την έλαβε και/ή δεν την πληρώθηκε κατά ή περί το 2017
  12. Απόφαση για ποσό που αναλογεί σε τριάντα off τα οποία δεν πληρώθηκε κατά την περίοδο της εργοδότησης της
  13. Αναλογία του 13ου μισθού για το 2017
  14. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει πρέπουσα και/ή σκόπιμη
  15. Επιπρόσθετα τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα επίδοσης. Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, προκύπτουν τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: Οι Καθ' ων η αίτηση 3 αποτελούν σωματείο εγγεγραμμένο με βάση τους περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμους του 1972 και 1997 (Τεκ.2). Η Καθ' ης η αίτηση 1 αποτελεί πρόγραμμα των Καθ' ων η αίτηση 3 (Τεκ.1). Ο Καθ' ου η αίτηση 2 είναι εργοδοτούμενος των Καθ' ων η αίτηση 3 και οι Καθ' ων η αίτηση 4 είναι το Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η αίτηση
  16. Η Αιτήτρια προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση 3 την 1.10.2011 και εργάστηκε ως φροντίστρια Στέγης μέχρι 12.11.2017 που τερματίστηκε η απασχόληση της. Οι τελευταίες ακαθάριστες απολαβές της ανέρχονταν στο ποσό των €980 πλέον 13ο μισθό. Οι Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 4 εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι ουδέποτε κατέστησαν υπεύθυνα πρόσωπα απασχόλησης και/ή απόλυσης της Αιτήτριας και/ή ουδέποτε υπήρξε και/ή δημιουργήθηκε μεταξύ αυτών και της Αιτήτρια σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου, που να επιτρέπει εκ του Νόμου να στέφεται εναντίον τους. Ισχυρίζονται ότι εργοδότης και/ή το νομικό πρόσωπο που κατέβαλλε το μισθό στην Αιτήτριας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οι Καθ' ων η αίτηση
  17. Επί της ουσίας αρνούνται και απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις ισχυριζόμενοι ότι δικαιολογημένα απέλυσαν την Αιτήτρια λόγω προβληματικής συμπεριφοράς και της δημιουργίας προβλημάτων κατά την εργοδότηση της. Ότι δεν εκτελούσε ικανοποιητικά και σωστά τα καθήκοντα της με αποτέλεσμα να θέτει σε κίνδυνο την υγεία των ενοίκων της Στέγης. Απορρίπτουν τα όσα η Αιτήτρια καταλογίζει στον διευθυντή της Στέγης, ισχυριζόμενοι ότι αυτός ασκούσε τα καθήκοντα του νόμιμα με γνώμονα το κύρος και την αξιοπιστία της Στέγης και ότι η Αιτήτρια εντελώς καταχρηστικά απαιτούσε να γίνουν επιπλήξεις σε συναδέλφους της κάτι που ξέφευγε των δικών της καθηκόντων, τα οποία σε κάθε περίπτωση αφορούν τον Διευθυντή της Στέγης. Απορρίπτουν επίσης τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί τακτικής επαγγελματικού εκφοβισμού και/ή ρατσιστικών πρακτικών και/ή bulling, ως ασύστολα και/ή κακόβουλα ψεύδη και/ή εκ των υστέρων επινοήματα της. Ότι στην Αιτήτρια παραδόθηκε η επιστολή απόλυσης την οποία υπέγραψε χωρίς οιανδήποτε πίεση και/ή φόβο και έχοντας πλήρη επίγνωση των όσων αναφέρονται σ' αυτή. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα απέλυσαν την Αιτήτρια για τους λόγους που επικαλούνται. Για τους Καθ' ων η αίτηση κατέθεσε ένας μάρτυρας, ενώ η Αιτήτρια υποστήριξε την υπόθεση της με την προσωπική και μόνο μαρτυρία. Παράλληλα, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα, στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο κ. Ανδρέας Αναστασιάδης ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση 1, Στέγης Φροντίδας Ηλικιωμένων Αγία Μαρίνα, η οποία υπάγεται στους Καθ' ων η αίτηση
  1. Ως εκ τούτου ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια λανθασμένα και αντικανονικά στρέφεται εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και
  2. Επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα οι Καθ' ων η αίτηση διατυπώνουν στους γενικούς λόγους εμφάνισης ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια παρουσίαζε συνεχώς προβλήματα συμπεριφοράς, εξ ου και οι Καθ' ων η αίτηση 3 την προειδοποίησαν με διάφορες επιστολές που χρονολογούνται από τις 12.3.2013 μέχρι 14.6.
  3. Ότι λόγω της συμπεριφοράς της δέχονταν αρκετά παράπονα από συναδέλφους της και ότι η ίδια εντελώς καταχρηστικά απαιτούσε να επιβάλει τη δική της θέση στη διεύθυνση, δίδοντας οδηγίες στους δικηγόρους της να αποστέλλουν επιστολές στους Καθ' ων η αίτηση κάθε φορά που ασκούσαν τα εκ του νόμου διοικητικά τους καθήκοντα, προβάλλοντας διάφορους ανυπόστατους ισχυρισμούς. Αρνείται ότι ως διευθυντής της Στέγης ακολουθούσε τακτική επαγγελματικού εκφοβισμού ή ρατσιστικές πρακτικές ή bulling και όσα άλλα του καταλογίζονται, σημειώνοντας ότι η Αιτήτρια ξεκάθαρα διατηρούσε εμπάθεια προς το πρόσωπο του. Θεωρώντας ως ορθή, νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση της Αιτήτριας ανέφερε ότι για τη λήψη της τελικής απόφασης που ήταν ομόφωνη, οι Καθ' ων η αίτηση 3 έλαβαν υπόψη τις δικές του απόψεις από τη θέση που κατείχε, για θέματα που αφορούν τη λειτουργία του ΣΚΕ και της Στέγης. Ο τερματισμός των υπηρεσιών της έγινε στις 12.11.2017, με την παράδοση της επιστολής, ημερ. 10.11.2017, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσιο πιο κάτω: «Λυπούμαστε να σας πληροφορήσουμε ότι μετά από απόφαση του Δ.Σ. του ΣΚΕ Στροβόλου η εργοδότηση σας στη Στέγη Φροντίδας Ηλικιωμένων "Αγία Μαρίνα" σαν φροντίστρια τερματίζεται στις 12 Νοεμβρίου
  4. Το Δ. Σ. του Σ.Κ.Ε. Στροβόλου σε Συνεδρία που παρακάθισε αποφάσισε πως η συνεργασία μαζί σας δεν είναι πλέον παραγωγική καθότι δεν υπάρχει πλέον η απαιτούμενη σχέση εμπιστοσύνης. Ως εκ τούτου χαριστικά και χωρίς καμία αποδοχή ότι ο τερματισμός της απασχόλησης σας είναι παράνομος, θα σας καταβληθούν όλες οι εκ του νόμου αποζημιώσεις ς αυτές προβλέπονται στην εφαρμοσμένη στην περίπτωση νομοθεσία. Κατόπιν τούτου παρακαλούμε όπως περάσετε από το λογιστήριο για να διευθετηθούν όλες οι οικονομικές εκκρεμότητες που απορρέουν από τη συμφωνία εργοδότησης σας όπως το Ταμείο Προνοίας, άδειες - off που δικαιούστε, την αναλογία του 13ου μισθού σας και τις ημέρες που εργαστήκατε μέχρι 12.11.2017, προειδοποίηση 8 εβδομάδων η οποία ανέρχεται στο ποσό των χιλίων εννιακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και τριών σεντς (€1971,03) ακάθαρτα και αποζημίωση για την απόλυση σας ύψους τριών χιλιάδων διακοσίων πέντε ευρώ (€3.205) Παρακαλώ όπως παραδώσετε τις στολές σας προτού αποχωρήσετε. Εγώ η Μαρίνα Σανγκιρίδου Σπίροβα, έχω παραλάβει την πιο πάνω επιστολή, έχω κατανοήσει το περιεχόμενο της και επί τούτου δεν έχω οποιαδήποτε άλλη απαίτηση κατά της στέγης. Υπογραφή Αιτήτρια Χειρόγραφη ημερομηνία 11.11.2017 Με Εκτίμηση Ανδρέας Παπαχαραλάμπους Ανδρέας Αναστασιάδης Πρόεδρος ΣΚΕ Διευθυντής Στέγης» Ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από την Αιτήτρια χωρίς καμία πίεση η φόβο και έχοντας πλήρη επίγνωση των όσων αναφέρονται, την υπέγραψε αδιαμαρτύρητα. Πλην όμως, ενώ καταβλήθηκαν στην Αιτήτρια οι αποζημιώσεις που δικαιούταν, στη συνέχεια επέστρεψε το καταβληθέν ποσό μέσω της Τράπεζας της για να καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση, έστω κι αν η ίδια συμφώνησε ότι δεν είχε καμία άλλη απαίτηση. Σε υποβολή που δέχθηκε κατά την αντεξέταση του, ότι οι επιστολές (Τεκ.3) που οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δόθηκαν κατά καιρούς στην Αιτήτριας δεν φέρουν την υπογραφή της, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι πιθανόν να τις παραλάμβανε ο συντεχνιακός. Και ενώ δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τις υπογραφές ισχυρίστηκε ότι αυτό που ξέρει είναι ότι υπέγραφαν τις επιστολές από μια ημερομηνία και μετά. Δεν διαφώνησε, με βάση το πιστοποιητικό που του είχε υποδειχθεί, ότι η Αιτήτρια στις 10.11.2017 ήταν με άδεια ασθενείας, ωστόσο επέμενε ότι η ίδια υπέγραψε την επιστολή απόλυσης χωρίς καμία πίεση από μέρους του ή από μέρους των Καθ' ων η αίτηση
  5. Για τη συμπεριφορά της Αιτήτριας ισχυρίστηκε ότι ήταν πολύ άσχημη, ότι συνεχώς γίνονταν επιπλήξεις και είχαν πολλά θέματα μαζί της. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ προσωπικά ζητήματα με μέλη του προσωπικού και όλα όσα γράφονταν στις επιστολές ήταν κατόπιν έρευνας, διερεύνησης και βάσει των καθηκόντων του. Τέλος δεν ήταν σίγουρος εάν κλήθηκε η Αιτήτρια να προβάλει τις θέσεις της προτού λάβουν την απόφαση απόλυσης της. Καταθέτοντας η Αιτήτρια παραδέχθηκε ότι εργοδότες της ήταν οι Καθ' ων η αίτηση
  6. Ισχυρίστηκε ότι οι τελευταίοι παράνομα και αδικαιολόγητα τερμάτισαν την απασχόληση της, στηριζόμενοι αποκλειστικά και μόνο στα όσα τους μετέφερε ο Διευθυντής της Στέγης, χωρίς να διερευνήσουν την αλήθεια ή μη των ισχυρισμών του και χωρίς να δοθεί στην ίδια το δικαίωμα ακρόασης. Διατείνεται ότι εκτελούσε με ζήλο και αφοσίωση τα καθήκοντα της χωρίς να δημιουργήσει οποιαδήποτε προβλήματα ή εμπόδια στη Στέγη, με τους ένοικους να της δείχνουν αγάπη γι' αυτό που έκανε. Επίσης της ανατίθεντο εργασίες που δεν ενέπιπταν στα καθήκοντα της και τις οποίες διεκπεραίωνε χωρίς κανένα παράπονο. Αντίθετα, ο Διευθυντής της Στέγης, με τη συμπεριφορά του έσπερνε ζιζάνια, έλεγε λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ και δημιουργούσε προβλήματα σε όσους δεν συμπαθούσε ή ένοιωθε ότι ήταν αρεστοί στους συγγενείς ή τους ίδιους τους ηλικιωμένους. Ότι ακολουθούσε την τακτική του επαγγελματικού εκφοβισμού δια συχνών παρατηρήσεων με τη συνακόλουθη αποστολή επιστολών, μόνο και μόνο για να την οδηγήσει σε απόλυση, τακτική που ακολουθούσε σε όσους δεν συμπαθούσε. Λόγω δε της ανοίκειας, όπως την χαρακτηρίζει, συμπεριφοράς του, αναγκάστηκε να κοινοποιήσει σειρά επιστολών μέσω των δικηγόρων της και των διαφόρων συντεχνιών. Ισχυρίστηκε ότι δεν αναγνωρίζει ως δική της την υπογραφή που φέρει η επιστολή απόλυσης, καθώς η ίδια στις 10.11.2017 απουσίαζε με άδεια ασθενείας. Αν διαφορετικά είναι δική της σίγουρα λόγω της κατάστασης υγείας της και της γενικότερης πίεσης που της ασκήθηκε από τον διευθυντή δεν μπορεί να έχει καμία νομική βαρύτητα, αφού δεν έγινε με την ελεύθερη βούληση της. Παραδέχθηκε ότι επέστρεψε στους Καθ' ων η αίτηση 3 ότι χρήματα της κατέθεσαν στο λογαριασμό της. Αντεξεταζόμενη ενώ επέμενε ότι δεν παρέλαβε κάποιες από τις επιστολές που δεν φέρουν την υπογραφή της, εν τούτοις δεν διαφώνησε να στάλθηκαν κάποιες από αυτές στη Συντεχνία και η ίδια να μην έλαβε γνώση. Επιμένοντας στην αρχική της θέση για την υπογραφή ή μη της επιστολής απόλυσης, αφού της υποδείχτηκε η επιστολή ημερ. 22.11.2017 [Τεκ.16
(7)] που η ίδια απέστειλε στον Δήμαρχο Στροβόλου και της υπεβλήθη ότι από το περιεχόμενο της παραδέχεται ότι υπέγραψε την επιστολή απόλυσης, ισχυρίστηκε ότι την υπέγραψε στις 11.11.2017 και όχι στις 10.11.2017, ότι ήταν άρρωστη και δεν θυμάται τι υπέγραψε. Περαιτέρω αφού της υπεβλήθη ότι το πρόγραμμα εργασίας (Τεκ.14) που έθεσε με τη μαρτυρία της διαφέρει από το αντίστοιχο πρόγραμμα που η ίδια απεκάλυψε ενόρκως , όπου φαίνεται ότι στις 10.11.2017 δεν απουσίαζε από την εργασία της, η Αιτήτρια επέμενε ότι τη συγκεκριμένη μέρα ήταν άρρωστη. Ερωτηθείσα αν αυτά που ανέφερε στο Δήμαρχο, ότι ο διευθυντής της είπε πως δεν έχει εμπιστοσύνη στο πρόσωπο της αποτελούν ψυχολογική βία, η Αιτήτρια απάντησε «Ναι». Τελικές τοποθετήσεις και εισηγήσεις Η ευπαίδευτη συνήγορος για την Αιτήτρια εισηγήθηκε στη τελική αγόρευση της, ότι στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας η Αιτήτρια έχει αποδείξει όλες τις αξιώσεις ως αναγράφονται στους γενικούς λόγους της Αίτησης, θέτοντας ως υπεύθυνους για την απόλυση της τόσο τους εργοδότες, Καθ' ων η αίτηση 3, όσο και τους Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και
  1. Αντιθέτως, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Καθ' ων η αίτηση, εισηγήθηκε ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία κατέστη φανερό ότι η συμπεριφορά και γενικότερα η απασχόληση της Αιτήτριας στους Καθ' ων η αίτηση 3 ήταν προβληματική. Ότι η Αιτήτρια συνεχώς υπέκυπτε σε παραπτώματα σε σχέση με τα καθήκοντα και την ανάρμοστη συμπεριφορά της προς τους ενοίκους της Στέγης και τους συναδέλφους της, όπως αναγράφονται με πλήρη λεπτομέρεια στις επιστολές (Τεκ.3). Ότι επρόκειτο για συμπεριφορά που έχει κλονίσει ανεπανόρθωτα τη σχέση εμπιστοσύνης και δικαιολογούσε την απόλυση της. Είναι περαιτέρω εισήγηση τους ότι το ποσό που προσφέρθηκε στην Αιτήτρια υπό μορφή αποζημίωσης και πληρωμής αντί προειδοποίησης ήταν επί χαριστικής βάσης και ότι με την υπογραφή της επιστολής απόλυσης η Αιτήτρια αποποιήθηκε οποιουδήποτε δικαιώματος και ως εκ τούτου από τη στιγμή που δεν αποδέχθηκε το καταβληθέν ποσό και προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, η αξίωση της θα πρέπει να απορριφθεί. Επί της προδικαστικής ένστασης Της επίδικης διαφοράς προέχει η εξέταση της προδικαστικής ένστασης ως τίθεται στους γενικούς λόγους εμφάνισης από τους Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και
  2. Η δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. περιορίζεται στην επίλυση των εργατικών διάφορων που καθορίζει το άρθρο 12 του Ν.8/67, όπως έχει τροποποιηθεί. Προβλέπει ως υπαγόμενα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα, στις υποπαραγράφους (α) και (β): (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος. (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παρεπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων. Η «εργατική διαφορά» καθορίζεται ως εξής στις ερμηνευτικές διατάξεις των Νόμων 8/67 και 24/67: «"Εργατική διαφορά" σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται διαφορά είτε μη». Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο υφίσταται εργατική διαφορά μεταξύ των μερών. Τέτοια που να εμπίπτει στα πλαίσια του πιο πάνω ορισμού. Το ίδιο ερώτημα τέθηκε πρωτοδίκως στην αγωγή 3244/2007, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου κ.α. ημερ. 25.10.2007, όπου ο τότε Π.Ε.Δ. Λευκωσίας και νυν Πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου ανέφερε τα ακόλουθα: Ο νομικός καθορισμός στο Κυπριακό Δίκαιο του όρου «εργατική διαφορά» από τελεί κατά λέξη μεταφορά του αντίστοιχου όρου του Αγγλικού Δικαίου, όπως αυτός αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 5
(3)του Trade Disputes Act 1906. Όπως εντοπίστηκε στην απόφαση NWL Ltd v. Woods
(1979)3 All E.R. 614, 621, η διαφορά καθορίζεται, πρώτον, με αναφορά στα μέρη που εμπλέκονται και, δεύτερο, στο περιεχόμενο της. Εξετάζοντας την υπό κρίση περίπτωση, προβάλλει το ερώτημα κατά πόσο η καθορισμένη στην προκείμενη περίπτωση διαφορά προέκυψε μεταξύ «εργοδοτών και εργοδοτουμένων» ούτως ώστε να εμπίπτει στα πλαίσια του ορισμού του Νόμου. Εναγόμενοι, πέραν των αναφερομένων υπαλλήλων της ενάγουσας τράπεζας, είναι και η συντεχνία «ΕΤΥΚ» καθώς επίσης και αξιωματούχοι της. Είναι αυτά πρόσωπα τα οποία δεν εμπίπτουν στον όρο «εργοδοτούμενος» όπως αυτός τίθεται τον πιο πάνω ορισμό. Στην υπόθεση NWL Ltd (ανωτέρω), τέθηκε παρόμοιο ζήτημα. Κατά πόσο συγκεκριμένη συντεχνία, η ITF - International Transport Federation, η οποία είναι διεθνής συντεχνία εργατικών ενώσεων που αντιπροσωπεύει εργάτες μεταφορών σε 85 χώρες, ενέπιπτε στα πλαίσια του όρου «εργοδοτούμενοι». Η κατάληξη του Δικαστήριου ήταν ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 29
(4)του Trade Union & Labour Relations Act 1974, η πιο πάνω συντεχνία θεωρείται για σκοπούς του όρου "Trade Dispute" «εργοδοτούμενοι». Αυτό ως αποτέλεσμα των τροποποιήσεων που επήλθαν στον αρχικό, απλό, ορισμό του όρου «εργατική διαφορά» στην πορεία του χρόνου από το 1906 και μετά. Όρος ο οποίος εμπλουτίστηκε με την προσθήκη περαιτέρω δεδομένων και ανάλογα διευρύνθηκε. Έτσι, μεταξύ άλλων, προστέθηκε και η παράγραφος
(4)στο σχετικό άρθρο 29, μέσα από την οποία καθορίζεται ότι διαφορά στην οποία συντεχνία ή ένωση εργαζομένων είναι μέρος, θα πρέπει να υφίσταται χειρισμού για τους σκοπούς του συγκεκριμένου Νόμου ως διαφορά στην οποία εργαζόμενοι ή, αναλόγως της περίπτωσης, εργοδότες, είναι μέρη. Κατά συνέπεια, και στην έλλειψη σχετικής πρόνοιας στο δικό μας Νόμο, δεν μπορεί να δοθεί ερμηνεία τέτοια στον υφιστάμενο ορισμό που να καλύπτει συντεχνίες ή ενώσεις εργατών και να τις περιλαμβάνει, ανάλογα, στον ορισμό «εργοδοτών» ή «εργοδοτουμένων». Συνεπώς δεν υφίσταται στην υπό κρίση περίπτωση το υπόβαθρο των καθορισμένων μερών, ούτως ώστε να έχει εφαρμογή ο ορισμός του όρου «εργατική διαφορά». Και στην προκείμενη περίπτωση, πέραν των Καθ' ων η αίτηση 3, οι οποίοι κατά παραδοχή της Αιτήτριας ήταν οι Εργοδότες της, οι Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 4 δεν καλύπτονται από το γράμμα του υφιστάμενου ορισμού για να περιληφθούν στην έννοια «εργοδότες». Ως εκ τούτου, μέσα στα πλαίσια των αξιώσεων της Αιτήτριας για επιδίκαση αποζημιώσεων στη βάση του Νόμου 24/67, η υφιστάμενη εργατική διαφορά περιορίζεται μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η αίτηση 3 και όχι εναντίον των υπολοίπων μερών. Η διακοπή της εργασιακής σχέσης Όπως έχει επισημανθεί, οι λόγοι που επικαλούνται οι Καθ' ων η αίτηση για την απόλυση της Αιτήτριας εστιάζονται στον ισχυρισμό ότι κατά την απασχόληση της (α) επεδείκνυε ανάρμοστη και προβληματική συμπεριφορά προς τον διευθυντή, τους συναδέλφους της και τους ενοίκους της Στέγης, (β) δεν εκτελούσε κατά ικανοποιητικό τρόπο τα καθήκοντα της, θέτοντας σε κίνδυνο την υγεία των ενοίκων της Στέγης. Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον μάρτυρα των Καθ' ων η αίτηση όσο και την Αιτήτρια να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα παραδεκτά και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και όσα σχετικά υποστήριξαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο στάδιο των αγορεύσεων. Ο μάρτυρας για τους Καθ' ων η αίτηση, Ανδρέας Αναστασιάδης προσπάθησε σε κάποιο βαθμό να υποστηρίξει ότι η Αιτήτρια παρουσίαζε συνεχώς προβλήματα επιδεικνύοντας μία απαράδεκτη και προβληματική συμπεριφορά. Για να ενισχύσει τη θέση του κατέθεσε στο Δικαστήριο 13 συνολικά επιστολές (Τεκ.3) που όπως ισχυρίστηκε, απεστάλησαν στην Αιτήτρια. Επτά από τις εν λόγω επιστολές χρονολογούνται από το 2013, μία το 2014, δύο το 2015, δύο το 2016 και μία το 2017. Με τη επιστολή ημερ. 29.11.2016 ενημερωνόταν η συντεχνία της Αιτήτρια ότι όταν εργαζόταν με ορισμένα άτομα δεν βοηθούσε στην αλλαγή των πληγών, δεν ανταποκρινόταν πλήρως στα καθήκοντα της και/ή δεν υπάκουε στις εντολές που τις δίνονταν από τους υπεύθυνους βάρδιας. Επίσης με την τελευταία επιστολή ημερ. 14.6.2017 προειδοποιείτο η Αιτήτρια ότι δεν τηρούσε το ωράριο εργασίας της και αποχωρούσε 25 λεπτά νωρίτερα από την καθορισμένη ώρα που αναγραφόταν στο πρόγραμμα. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι η Αιτήτρια έλαβε γνώση τόσο του περιεχομένου των επιστολών που δεν φέρουν την υπογραφή της όσο και αυτών που αποστάληκαν στη συντεχνία της. Και ενώ η τελευταία επιστολή που δόθηκε στην Αιτήτρια φέρει ημερ. 17.6.2017 ωστόσο ο μάρτυρας δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε συγκεκριμένα γεγονότα ή σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη συμπεριφορά που να συνδέονται με τους λόγους που αναγράφονται στην επιστολή απόλυσης. Τα όσα ο μάρτυρας επικαλέστηκε αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε στοιχεία. Επισημαίνουμε επίσης ότι καμιά μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να φανερώνει ότι πριν τη λήψη της τελικής απόφασης δόθηκε στην Αιτήτρια η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό της και να προβάλει τη θέση της. Από το περιεχόμενο επίσης της επιστολής απόλυσης ημερ. 10.7.2017 φαίνεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση προσέφεραν στην Αιτήτρια €1971,03 ως πληρωμή αντί προειδοποίησης οκτώ βδομάδων και €3205 ως αποζημίωση για την απόλυση της. Η Αιτήτρια αποδέχθηκε την καταβολή των εν λόγω ποσών επιβεβαιώνοντας με την υπογραφή της ότι δεν είχε άλλη απαίτηση κατά της Στέγης. Η ανάλογη μαρτυρία της Αιτήτριας σε σχέση με την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου δεν στάθηκε καθόλου πειστική. Καθότι καλύπτεται από αφύσικες τοποθετήσεις και, τουλάχιστον στα σημαντικά της μέρη, αυτοαναιρείται. Επεξηγώντας, συνοπτικά υπενθυμίζουμε ότι κατά την κυρίως εξέταση της, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν αναγνωρίζει την υπογραφή που έχει μια επιστολή ως δική της αφού στις 10.11.2017 βρισκόταν με άδεια ασθενείας, ακολούθως ισχυρίστηκε, ότι αν η υπογραφή που φέρει η εν λόγω επιστολή είναι δική της, σίγουρα λόγω της κατάστασης υγείας της και της γενικότερης πίεσης, άγχους και ψυχολογικής βίας που της άσκησε ο Α. Αναστασιάδης, δεν μπορεί να έχει καμία νομική βαρύτητα, αφού, δεν έγινε με την ελεύθερη βούληση της. Πέραν τούτου κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει έστω και αμυδρά την οποιαδήποτε πίεση ή ψυχολογική βία που της είχε ασκηθεί κατά την απασχόληση της ή για να υπογράψει την εν λόγω επιστολή. Τα όσα η Αιτήτρια ανέφερε αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε στοιχεία. Στο στάδιο της αντεξέτασης, αφού της υποδείχτηκε η επιστολή που απέστειλε στο Δήμαρχο Στροβόλου στις 22.11.2017 [Τεκ.16
(7)] αρχικά παραδέχθηκε ότι υπέγραψε την επιστολή απόλυσης στις 11.11.2017 και όχι στις 10.11.2017 που βρισκόταν με άδεια. Συμπλήρωσε μάλιστα, ότι στις 10.11.2017 το απόγευμα την έβγαλαν από το κρεβάτι, είχε πυρετό και βήχα, πήγε στη δουλειά με το ζόρι, δεν ξέρει τι υπέγραψε, πήγε σπίτι και όταν βγήκε από την άδεια, της είπε η κόρη της ότι υπέγραψε. Στο Τεκ.16
(7), ωστόσο, αναπτύσσοντας η Αιτήτρια μια εντελώς διαφορετική θέση, ανέφερε ότι «προσωπικά, υπέγραψα την επιστολή παραίτησης μου, ως ένδειξη ότι την έχω παραλάβει, αλλά δεν συμφωνώ καθόλου με το περιεχόμενο της επιστολής. Αρνήθηκα ακόμη να παραλάβω τις επιταγές με το χρηματικό ποσό τη συγκεκριμένη μέρα». Εν ολίγοις όχι μόνο είχε αντίληψη του τι έκανε αλλά ταυτόχρονα την ίδια μέρα ισχυρίστηκε ότι αρνήθηκε να παραλάβει και τις επιταγές με το ποσό που της είχε προσφερθεί. Θέση που δεν συνάδει με τα έντυπα πληρωμών ημερ. 13.11.2017 (Τεκ.9), που κατάθεσε η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση και από τα οποία προκύπτει ότι η πληρωμή έγινε με κατάθεση σε λογαριασμό της Αιτήτριας και όχι με επιταγή. Εν όψει όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία της Αιτήτριας επί του συγκεκριμένου σημείου ή ότι δέχθηκε οποιαδήποτε πίεση ή ψυχολογική βία ή επαγγελματικό εκφοβισμό δεν γίνεται αποδεχτή. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (α), (ε) και (στ) του άρθρου: «5. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) ........................................ (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, το Δικαστή-ριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο περιστατικό για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, η οποία αποτέλεσε καθοδήγηση στην έκδοση των πιο πάνω αποφάσεων, μια ανάρμοστη συμπεριφορά για να δικαιολογεί άμεση απόλυση θα πρέπει να είναι σοβαρή και εσκεμμένη (gross misconduct). Επίσης ορισμένες κατηγορίες, όπως, η διάπραξη ποινικού αδικήματος (κλοπή, απάτη, βία, σοβαρή αμέλεια), η ηθελημένη ανυπακοή σε νόμιμη και λογική εντολή του εργοδότη, η υποχρέωση εχεμύθειας, η εκτέλεσης πράξεων ανταγωνισμού σε βάρος του εργοδότη, συνιστούν αναγνωρισμένη μορφή ασύγγνωστης συμπεριφοράς καθώς συνδέονται άμεσα με το καθήκον πίστης, τιμιότητας και επιμέλειας του εργοδοτούμενου να ενεργεί κατά τρόπο που να εξυπηρετεί και να μην βλάπτει τα συμφέροντα του εργοδότη του. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο, έχοντας υπόψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (Βλ. Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α..Α.Δ. (Β) Το εύλογο της συμπεριφοράς ενός εργοδότη κρίνεται εξ αντικείμενου με μέτρο τον «λογικό εργοδότη». Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα απέλυε, υπό τέτοιες περιστάσεις, τον εργοδοτούμενο, τότε πρόκειται για αδικαιολόγητη απόλυση. Εάν όμως ένας λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει, τότε η απόλυση είναι δικαιολογημένη, όπως ετέθη στην British Leyland (U.K.) Ltd. v. Swing
(1981)1 R.L.R. 91 (σ. 93) και υιοθετήθηκε στην L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά,
(2014)1 Α.Α.Δ. 1193. Όπως δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθηση του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη (βλ. Galatariotis Tele/nications v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318) και L. Papaphilippou (ανωτέρω). Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, η προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, η μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, «Το δίκαιο της Καταγγελίας» 2η έκδοση σ.185). Η νομολογία ωστόσο, δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν αυτός καθ' εαυτό ικανός να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") που κυρίως υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλει κάθε προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσό-τερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος για ανάρμοστη συμπεριφορά ("misconduct') ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Εκεί που διαφαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο ο εργοδότης διερεύνησε την περίπτωση του απολυθέντος εργοδοτούμενου ήταν τέτοιος που τον εμπόδιζε να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες εύλογα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, τότε δεν θεωρείται ότι ο εργοδότης ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων τη φύση και τη σοβαρότητα της υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο μια δυσμενή κατάληξη. Στα πλαίσια μιας λογικής προσπάθειας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να συζητήσει με τον ίδιο τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Το δικαίωμα αυτό του εργοδοτούμενου διασφαλίζεται με το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Όπως, εντοπίζεται στην υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω): Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσής του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)]. Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Να σημειωθεί, ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ο εργοδότης θα πρέπει να ασκεί το δικαίωμα για απόλυση του εργοδοτούμενου εντός λογικού χρονικό διαστήματος από του γεγονότος που του παρείχε αυτό το δικαίωμα. Στην υπόθεση L' Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Α. Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117 αποφασίστηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη εκ μέρους του Αιτητή της απρεπούς συμπεριφοράς (10.10.1997) μέχρι την απόλυση του (6.11.1997) είναι πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τον εργοδότη το δικαίωμα απόλυσης. Στην Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000, ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ' ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19.5.1998) κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσεις λόγο απόλυσης του στις 5.10.1998, εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου (βλ επίσης Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 194, Κυπριανού & Σια ν. Πετρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 607). Να τονίσουμε επίσης ότι ουδεμία απόλυση εργοδοτούμενου δύναται να θεωρηθεί δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς σε σχέση με τη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης και δη το τελευταίο περιστατικό που οδήγησε στην απόλυση, δεν μπορεί από μόνο του να δικαιολογήσει μια τέτοια απόφαση. Διαφορετικά, ο εργοδοτούμενος θα κινδύνευε ανά πάσα στιγμή να χάσει την εργασία του για ασήμαντους λόγους και η αβεβαιότητα ως προς τη συνέχιση της εργασιακής σχέσης θα παρατείνετο για μεγάλο χρονικό διάστημα, κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου και ειδικότερα των άρθρων 5 (ε) και (στ). Εάν η πράξη όμως που οδήγησε στην απόλυση ήταν το επιστέγασμα σοβαρής ή επαναλαμβανόμενης παράβασης ή παραγνώρισης κανόνων εργασίας από πλευράς του εργοδοτούμενου και αφού του είχαν δοθεί ανάλογες προειδοποιήσεις, τότε η πράξη αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για μια αρνητική πρόγνωση και να δικαιολογήσει το έσχατο μέτρο της απόλυσης. Όταν η απόλυση του εργοδοτούμενου οφείλεται στην παράλειψη του να εκτελέσει την εργασία του με εύλογο ικανοποιητικό τρόπο ως προνοείται στο άρθρο 5(α) του Νόμου, ο εργοδότης θα πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε εντός των πλαισίων της λογικής και όχι της μεγίστης αποτελεσματικότητας. Τι αποτελεί λογική αποτελεσματικότητα εξαρτάται από τα γεγονότα και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ο εργοδότης οφείλει κατ' αρχάς να αποδείξει ότι ο εργοδοτούμενος δεν εκτελούσε ικανοποιητικά τα καθήκοντα του, εντός των πλαισίων της λογικής παραγωγικότητας που απαιτείται υπό τις περιστάσεις. Στη συνέχεια θα πρέπει να αποδείξει ότι προέβη σε μια λογική έρευνα προτού καταλήξει στο συμπέρασμα και ότι έφερε εις γνώση του εργοδοτούμενου με σαφή τρόπο το παράπονο του για τη μη αποτελεσματικότητα του, παρέχοντας του τη λογική ευκαιρία να βελτιωθεί και προειδοποιώντας τον για τις τυχόν συνέπειες. (St. A. Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd edition p.225). Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, στην προκείμενη περίπτωση θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, στο μέτρο του λογικού εργοδότη, οι Καθ' ων η αίτηση 3 στοιχειοθέτησαν λογικές αιτίες για την πεποίθηση τους ότι η Αιτήτρια υπήρξε ένοχη ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος κα/ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση των κανόνων εργασίας της και/ή του καθήκοντος της σε σχέση με την απασχόληση της και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου και/ή δεν εκτελούσε κατά ικανοποιητικό τρόπο τα καθήκοντα της. Επίσης κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τους Καθ' ων η αίτηση 3, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των πιο πάνω αρχών και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, κρίνουμε ότι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση 3 να τερματίσουν την απασχόληση της Αιτήτριας για τους λόγους που επικαλούνται, ξεφεύγει του πλαισίου των λογικών αντιδράσεων του μέσου λογικού εργοδότη. Ειδικότερα:- - Για τη λήψη της επίδικης απόφασης, οι Καθ' ων η αίτηση 3 απέτυχαν να αποδείξουν την τήρηση μιας σωστής και δίκαιης διαδικασίας, καθώς ο τρόπος με τον οποίο ενήργησαν, τους εμπόδισε στο να εξασφαλίσουν τις πρέπουσες και αναγκαίες πληροφορίες που ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει για να καταλήξει σε μια στοιχειοθετημένη αντικειμενική απόφαση. Στα πλαίσια μάλιστα αυτής της διαδικασίας, η Αιτήτρια στερήθηκε του δικαιώματος να θέσει ενώπιον των Καθ' ων η αίτηση 3 τις δικές της απόψεις και εξηγήσεις που τυχόν θα έδιδε για τα όσα της καταλογίζονταν, με επακόλουθο τα στοιχεία επί των οποίων οι Καθ' ων η αίτηση 3 στήριξαν την απόφαση τους να υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Οι Καθ' ων η αίτηση 3 ομολογουμένως στηρίχθηκαν αποκλειστικά και μόνο στα όσα μετέφερε ενώπιον τους ο διευθυντής της Στέγης, χωρίς να δώσουν στην Αιτήτρια τη δυνατότητα να προβάλει τη θέση της πριν τη λήψη του επαχθούς μέτρου της απόλυσης. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης οι Καθ' ων η αίτηση 3 δεν ενήργησαν ως ένας μέσος λογικός εργοδότης, καθώς κατά τον χρόνο λήψης της τελικής απόφασης δεν είχαν και δεν φρόντισαν να έχουν ενώπιον τους ολοκληρωμένη εικόνα για όσα απέδιδαν στην Αιτήτρια, με επακόλουθο στη βάση των πιο πάνω η απόλυση να κρίνεται παράνομη. - Ελλείψει τυχόν πειστικής μαρτυρίας εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 3, ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι τελευταίοι απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν στον απαιτούμενο βαθμό το εύλογο της επίδικης απόφασης για τους λόγους που επικαλούνται και οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν έχουν αποδειχθεί. - Πρόσθετα, η γενική και αόριστη αναφορά των Καθ' ων η αίτηση 3 σε σχέση με τους λόγους που επικαλούνται και σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η τελευταία γραπτή παρατήρηση που δέχθηκε η Αιτήτρια για την συμπεριφορά της ήταν πέντε μήνες πριν την απόλυση της και ότι στο μεσοδιάστημα δεν προέκυψε οποιοδήποτε συγκεκριμένο γεγονός επί του οποίου οι Καθ' ων η αίτηση 3 στήριξαν την απόφαση τους, κρίνουμε ότι ο χρόνος που παρήλθε από τις 14.6.2017, που δόθηκε στην Αιτήτρια η τελευταία προειδοποιητική επιστολή, και μέχρι την τελική απόφαση της απόλυσης στις 12.11.2017, είναι πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τους Καθ' ων η αίτηση 3 το δικαίωμα απόλυσης. Για όλα τα πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι ο Καθ' ων η αίτηση 3 φέροντες το βάρος απόδειξης δεν κατάφεραν να αποδείξουν οποιονδήποτε λόγο που να δικαιολογεί τον τερματισμό της απασχόλησης της Αιτήτριας στη βάση των άρθρων 5 (α) (ε) και (στ) του Νόμου. Κώλυμα Οι Καθ' ων η αίτηση 3 ισχυρίζονται ότι από τη στιγμή που η Αιτήτρια υπέγραψε την επιστολή απόλυσης, αποδεχόμενη ότι δεν έχει οποιαδήποτε άλλη απαίτηση εναντίον τους, πλην των προσφερομένων ποσών για αποζημίωση και πληρωμή αντί προειδοποιήσεως, κωλύεται να διεκδικεί σήμερα οποιαδήποτε άλλα ποσά. Στην υπόθεση Γεώργιος Διονάς ν. Κυπριακές Αερογραμμές κ.α.
(2016)1 ΑΔΔ 1235, αναφερόμενο το Ανώτατο Δικαστήριο σε προγενέστερη νομολογία του, σημείωσε τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Χατζηστυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ. 989, ετέθη παρόμοιο θέμα για την ισχύ τέτοιων εγγράφων απαλλαγής. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι «τέτοια έγγραφα απαλλαγής συνιστούσαν εμπόδιο ή λόγω κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel by deed)». Το κώλυμα εκ δηλώσεως είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούσει. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από τη σελ.993: "Το λεκτικό του εγγράφου είναι σαφές και αναφέρεται σε απαλλαγή και τελεσίδικη αποδέσμευση των εφεσιβλήτων από οποιαδήποτε χρηματικά ποσά ή αγωγές ή δικαστικές ή άλλες διαδικασίες και διεκδικήσεις οποιασδήποτε φύσης, που ο εφεσείων είχε ή δυνατόν να είχε σε οποιονδήποτε χρόνο προηγουμένως, εναντίον της εταιρείας και λόγω ή σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, αιτία ή υπόθεση, μέχρι και της ημερομηνίας του εγγράφου. Θεωρούμε ότι η υπογραφείσα δήλωση είναι τόσο σαφής που δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησής της. Υπογράφηκε χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη εκ μέρους του εφεσείοντα, σε αντίθεση με τα έγγραφα απαλλαγής που υπέγραψε στις 28.4.2005. Έτσι ο εφεσείων κωλύεται να προωθήσει την παρούσα διαδικασία, αφού έχει απεμπολήσει ή έχει παραιτηθεί οποιουδήποτε δικαιώματος σε προώθησή της. Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του». Είναι σαφές ότι το ίδιο ισχύει και εν προκειμένω. Περαιτέρω θα συμφωνήσουμε με τις επισημάνσεις που έγιναν από τον κ. Πολυβίου ότι αφενός δεν υπάρχει κάποια γενική διάταξη που απαγορεύει ρητώς την παραίτηση μισθωτού από την άσκηση των δικαιωμάτων του, και αφετέρου ότι η παραίτηση του μισθωτού από τα εργασιακά δικαιώματα του είναι πλήρως έγκυρη, όταν ο συμβιβασμός είναι συνέπεια σοβαρής αμφισβήτησης ή αβεβαιότητας είτε σε σχέση με τις νομικές είτε με τις πραγματικές προϋποθέσεις των δικαιωμάτων του εργοδοτούμενου. Ακριβώς εν προκειμένω η υπογραφή του εγγράφου καταδεικνύει σαφή αποκρυστάλλωση δικαιωμάτων του εφεσείοντα τα οποία μάλιστα, ως υποδεικνύεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, εξασφαλίστηκαν πλήρως. (βλ. Σύγγραμμα Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις του Ιωάννη Ληξουριώτη, 4η έκδ. σελ.63 κ.έ.).» Και στην προκείμενη περίπτωση, η εμπεριεχόμενη στην επιστολή απόλυσης δήλωση, την οποία η Αιτήτρια επιβεβαίωσε με την υπογραφή της, είναι σαφής και δεν αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αμφισβήτησης. Υπογράφηκε χωρίς καμία επιφύλαξη και υπό συνθήκες που δεν καθιστούν ελαττωματική τη βούληση της, με βάση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι δεν δέχθηκε οποιαδήποτε πίεση ή ψυχολογική βία για την υπογραφή της. Υπό αυτές τις περιστάσεις η Αιτήτρια κωλύεται να διεκδικεί οποιαδήποτε ποσά πέραν αυτών που η ίδια αποδέχτηκε με την υπογραφή της. Συνεπώς, τα ποσά που η Αιτήτρια δικαιούται είναι τα αναφερόμενα στην επιστολή απόλυσης που αφορούν πληρωμή αντί προειδοποίησης €1971,03 και αποζημίωση €3.205, τα οποία, αμέσως μετά την υπογραφή της δήλωσης, κατατέθηκαν στο Τραπεζικό λογαριασμό της και αυτή τα επέστρεψε για να καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση. Για όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 3 για το συνολικό ποσό των €5.176,03 με νόμιμο τόκο από 21.11.2023 μέχρι τελικής εξόφλησης. Η Αίτηση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 4 απορρίπτεται. Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Χ. Αυγουστής, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.