Δρ. ΜΙΧΑΗΛ ΠΕΤΡΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑΣ, Αρ. Υπόθεσης: 19/2022, 17/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Σ. Ηρακλέους και Μ. Ρώσση, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 19/2022 Μεταξύ: Δρ. ΜΙΧΑΗΛ ΠΕΤΡΟΥ Αιτητής -και- ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΛΑΙΑΣ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 17η Νοεμβρίου, 2023 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Κ. Παναγιώτου για Κωνσταντίνου Παναγιώτου & Σια ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η αίτηση: Ζ. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα ενδιάμεση αίτηση («η αίτηση») οι Καθ' ων η αίτηση, αιτητές στην παρούσα διαδικασία επιδιώκουν την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 19.12.2022 που εκδόθηκε εναντίον τους και εν τη απουσία τους. Η Αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς 9
(3), 9
(4), 11
(1)(β),
(2), 12
(1),
(3),
(4), 13(1-6), 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού 1/1999 και ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στον περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμο (Ν.8/1967) ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5, Δ.17 Θ.2, Θ. 10 και Θ. 11, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.3 και Θ.5, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ 1, 2, 3, 4, 8, 9 (h) και 11, Δ.57, Δ.64, στο άρθρο 30
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο Ν.24/67, στο άρθρο 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 2 και 4 του περί της Διεθνούς Σύμβασης (ΟΥΝΕΣΚΟ) κατά του Ντόπινγκ στον Αθλητισμό (Κυρωτικός) Νόμος του 2009 (Ν. 7(ΙΙΙ)/2009), στο Άρθρο 30 και τις Αρχές της Διάκρισης Εξουσιών που απορρέουν από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως αυτή έχει κυρωθεί με τον Κυρωτικό Νόμο 39/62, και επί της πρακτικής, νομολογίας και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στις επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας Γιούλης Ιωακείμ - Ησαΐα, ημερ. 31.3.
- Η κα Γιούλη Ιωακείμ - Ησαΐα, γραμματειακός λειτουργός στο αρχείο αγωγών του Γενικού Εισαγγελέα, υποστήριξε με την ένορκο δήλωση της ότι η μη έγκαιρη καταχώρηση εγγράφου εμφανίσεως οφείλετο στο γεγονός ότι αντίγραφο της Αίτησης υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο επιδόθηκε στις 12.4.2022 στην υπεύθυνου αρχείου στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού και Νεολαίας («ΥΠΠ»), χωρίς οι ίδιοι να τύχουν οποιαδήποτε ενημέρωσης πριν την αποστολή της ερήμην εκδοθείσας απόφασης από τον Πρωτοκολλητή. Επίσης, όπως τη συμβουλεύει ο δικηγόρος που χειρίζεται την Αίτηση, η επίδοση της Αίτησης δεν έγινε με τον νενομισμένο τρόπο καθώς δεν έχει συμπεριληφθεί ο σωστός διάδικος που έπρεπε με βάση το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου να είναι ο Γενικός Εισαγγελέας. Περαιτέρω με βάση την συμβουλή που έχει λάβει, πιστεύει ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει υπεράσπιση επί της ουσίας των γεγονότων και ότι στην προκείμενη περίπτωση συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι για τη μη μετατροπή της σύμβασης του Αιτητή σε αορίστου χρόνου καθότι δεν λήφθηκε υπόψη η ιδιαιτερότητα των υπό αναφορά συμβάσεων, ότι δηλαδή ο Αιτητής διορίστηκε κατόπιν διατάγματος του Υπουργού Παιδείας σύμφωνα με τον κυρωτικό Νόμο περί της Διεθνούς Σύμβασης (ΟΥΝΕΣΚΟ) κατά του Ντόπινγκ στον Αθλητισμό, (Ν.7(ΙΙΙ)/2009) στα πλαίσια του οποίου ο Υπουργός οφείλει να καθορίσει την αρμόδια αρχή αντί - ντόπινγκ. Συνακόλουθα οι συμβάσεις που υπογράφονταν ήταν απόρροια του υπό αναφορά Νόμου και ο Αιτητής διοριζόταν στη θέση του Προέδρου της Αρχής με απόφαση της εκτελεστικής εξουσίας. Πρόσθετα, μολονότι στη σύμβαση αναγράφεται ότι ο Αιτητής εποπτεύεται από τον Υπουργό η εν λόγω εποπτεία δεν αφορά επί της ουσίας έλεγχο και ούτε δίδονται οδηγίες, με επακόλουθο να εκλείπει το συστατικό στοιχείο που δημιουργεί επί της ουσίας εξηρτημένη σχέση εργασίας. Ως εκ τούτου η σύμβαση δεν μπορεί να καταστεί αορίστου διαρκείας. Αλλά ούτε κατάχρηση προκύπτει καθώς ήταν εν γνώσει του Αιτητή ότι η σύμβαση ήταν ορισμένου χρόνου και είχε ημερομηνία λήξης την 31.3.
- Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση του Αιτητή η οποία βασίζεται στους Κανονισμούς 9
(3)-
(4), 11
(1)(α)(β),
(2), 12
(1)
(3)
(4), 13 (1 — 6) και 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού 1/1999, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, στον περί Ετησίων Αδειών μετ' απολαβών Νόμο, (Ν.8/1967), ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Διάταξη 5, Διάταξη 17 Θεσμούς 2, 10 και 11, Διάταξη 26 Θεσμός 14, Διάταξη 33 Θεσμούς 3 και 5, Διάταξη 39, Διάταξη 48, Θεσμούς 1 - 4, 8, 9 και 11, Διάταξη 57, Διάταξη 64, στο άρθρο 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν. 24/67, στον περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος, Ν. 98(Ι)/2003, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, στις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης, στη διακριτική ευχέρεια, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του δικαστηρίου. Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
- Η Αίτηση είναι νόμω και/ ή ουσία αβάσιμη και/ ή στερείται της απαραίτητης πραγματικής και/ ή νομικής βάσης και/ ή υποβάθρου.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση ήταν το σωστό πρόσωπο που έπρεπε να περιληφθεί ως Καθ' ων η Αίτηση και/ ή είναι ο σωστός διάδικος εφόσον είναι ο εργοδότης του Αιτητή.
- Η έκδοση της επίδικης απόφασης εναντίον των Καθ' ων η αίτηση έγινε κανονικά και νομότυπα.
- Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για παραμερισμό της μονομερούς εκδοθείσας δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 19.12.
- Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν επιδείξει αδιαφορία για την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς.
- Η συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση είναι ασυγχώρητη και/ ή περιφρονητική και/ ή αποτελεί καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.
- Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν δικαιολογήσει την παράλειψη εμφάνισης τους στην παρούσα Αίτηση Εργατικής Διαφοράς.
- Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν και/ ή στοιχειοθετήσει και/ ή θεμελιώσει εκ πρώτης όψεως και/ ή καλή και/ ή συζητήσιμη υπεράσπιση.
- Οι Καθ' ων η αίτηση δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, παραλείποντας ν' αναφέρουν ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι άμεσα σχετικά με την εξέταση της υπό εκδίκασης Αίτησης.
- Η Αίτηση και/ ή η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν αποδεικνύουν και/ ή αποκαλύπτουν την ύπαρξη καλής και συζητήσιμης υπεράσπισης των Καθ' ων η αίτηση.
- Η Αίτηση και/ ή η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν αποδεικνύουν και/ ή καταδεικνύουν την ύπαρξη σοβαρού και/ ή εύλογου λόγου για την παράλειψη των Καθ' ων η αίτηση να εμφανιστούν στο Δικαστήριο.
- Η Αίτηση και/ ή η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν αποδεικνύουν και/ ή καταδεικνύουν ότι οι Καθ' ων η αίτηση επιδίωξαν το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία.
- Η Καθ' ων η αίτηση επέδειξαν εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία και/ ή πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης τους.
- Η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς ημερομηνίας 27.01.2022 επιδόθηκε ορθά και/ ή νομότυπα και/ ή σύμφωνα με το Νόμο και του Κανονισμούς στο αρμόδιο Υπουργείο.
- Η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση και/ ή ασύγγνωστη καθυστέρηση και/ ή κατά παράβαση των νομολογιακών αρχών, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του γεγονότος ότι η απόφαση, της οποίας τον παραμερισμό αιτούνται οι Καθ' ω η αίτηση, εκδόθηκε στις 19.12.2022 και κοινοποιήθηκε στις 19.01.2023, ενώ οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν την υπό εκδίκαση αίτηση στις 31.03.2023, δηλαδή πέραν των 2 μηνών αργότερα.
- Με τις αιτούμενες θεραπείες οι Καθ' ων η αίτηση επιδιώκουν να λάβουν αθέμιτο δικονομικό πλεονέκτημα και/ ή να αποφύγουν τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τους.
- Τυχόν έγκριση της αίτησης, παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης και εκδίκαση της υπόθεσης εκ νέου, θα έχει δυσμενή επηρεασμό και/ή δυσμενή αντίκτυπο και/ή θα αποβεί εις βάρος των δικαιωμάτων του Αιτητή, εφόσον μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση η σύμβαση του θα έχει λήξει και οι Καθ' ων η αίτηση για ευνόητους λόγους δεν θα προχωρήσουν στην ανανέωση της όπως έπραττε επί μια δεκαπενταετία.
- Η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρεται και/ ή αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα εφόσον δεν αποκαλύπτει την αλληλογραφία και/ ή το τι μεσολάβησε από την έρευνα στον φάκελο στις 24.01.2023 μέχρι τις 31.03.2023, ημερομηνία καταχώρησης της υπό εκδίκαση αίτησης.
- Η παρούσα αίτηση πλήττει την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων και/ ή την αρχή της ταχείας απονομής της Δικαιοσύνης.
- Οι Καθ' ων η αίτηση έλαβαν γνώση για την ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Εργατικής Διαφοράς κατά/ή περί την 12.04.2022 και έκτοτε δεν έπραξε το οτιδήποτε.
- Η ακύρωση και/ ή ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στον Αιτητή και θα καταστήσει άνευ ουσίας την εκδοθείσα απόφαση.
- Η συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση και τα γεγονότα της υπόθεσης από τη καταχώρησης της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς καταδεικνύουν έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους τους και δεν καθιστούν την περίπτωση της παρούσας αίτησης κατάλληλη προς παραμερισμό και/ ή η αίτηση είναι κακόπιστη.
- Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
- Ουδείς αντικειμενικός λόγος υφίσταται για την μη μετατροπή της σύμβασης εργασίας του Αιτητή σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και ως εκ τούτου απόφαση για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης και για επανάνοιγμα της υπόθεσης θα ήτο αλυσιτελής.
- Η ενόρκως δηλούσα προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού είναι αναρμόδιο και/ ή ακατάλληλο πρόσωπο και/ ή εν πάση περιπτώσει δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης κα/ ή δεν είναι σε θέση να αναφερθεί πρωτογενώς σε λεπτομέρειες που άπτονται της ουσίας της διαφοράς, ενόψει του ότι είναι γραμματειακή λειτουργός στη Νομική Υπηρεσία.
- Τα όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα ως σημεία Υπεράσπισης είναι παντελώς αβάσιμα και/ ή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ ή εν πάση περιπτώσει είναι παντελώς άσχετα με την ουσία της διαφοράς. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή και με την οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους της ένστασης. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις τους ως προς την όλη διάσταση του θέματος, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία κατ' αναλογία εφαρμόζεται και σε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με βάση τον Καν.17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 («Ο Κανονισμός»), παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση και να παραμερίσει απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία του εναγομένου (Καθ' ων η αίτηση). Το διάταγμα ακύρωσης μπορεί να δοθεί υπό όρους τους οποίους το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη για τον παραμερισμό απόφασης λόγω μη καταχωρήσεως εμφανίσεως έχουν εκτεθεί επανειλημμένως σε σειρά αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τις οποίες υιοθετείται η ίδια προσέγγιση με τα Αγγλικά Δικαστήρια, όπου ισχύουν παρόμοιοι θεσμοί. Στην απόφαση Ανδρέας Γιάγκου κ.α. ν. Λουκίας Φωτίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 233/2009 ημερ. 24.1.2014, το Δικαστήριο ανεφέρθη εκτενώς στα κριτήρια που η νομολογία έχει εδραιώσει για τον παραμερισμό απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην του εναγόμενου (Καθ' ου η αίτηση): «.Η νομολογία έχει εδραιώσει ορισμένα κριτήρια με τα οποία τα Δικαστήρια καθοδηγούνται ως προς τις περιπτώσεις που είναι ορθό να επανανοιχθεί μια υπόθεση. Ένα από αυτά τα κριτήρια απαιτεί την καταχώρηση ένορκης δήλωσης για την ουσία της αγωγής στην οποία να εμφαίνεται ότι ο αιτητής έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτή η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης συνιστά, όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, τον «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ως επιπρόσθετη παράμετρος λαμβάνεται επίσης υπόψη ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς βέβαια και οι επεξηγήσεις που δίνονται ως προς το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει ερήμην του αιτητή χωρίς την καταχώρηση εμφάνισης. Περαιτέρω κριτήριο είναι κατά πόσο ο παραμερισμός της απόφασης θα αποβεί τελικώς χρήσιμος και εμφανέστατα τέτοια χρησιμότητα δεν υπάρχει εάν δεν μπορεί να διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία κάποια υπεράσπιση στην αγωγή. Η θεμελιακή απόφαση στο ζήτημα παραμερισμού Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, 650, ακολουθήθηκε επανειλημμένα από τα Κυπριακά Δικαστήρια και μάλιστα από ενωρίς στη διαμόρφωση της νομολογίας, ενδεικτικές δε αυτών των αποφάσεων είναι η Kotsapas v. Titan Construction Engineering Co.
(1961)C.L.R. 320 και η Christophorou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159. Το τι αποτελεί «prima facie defence», όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439, ο οποίος είπε τα εξής: «If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated.» Στην επίσης θεμελιακή στο θέμα ακύρωσης στην Κυπριακή νομολογία υπόθεση, Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1Α.Α.Δ. 204. επεξηγήθηκε ότι το Δικαστήριο οφείλει να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια ισοζυγίζοντας δύο θεμελιακές αρχές, δηλαδή, αφενός την ανάγκη να ακούγεται ο διάδικος επί της ουσίας της υπόθεσης του και αφετέρου την ανάγκη της όσο το δυνατό ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, κριτήριο εξίσου σοβαρό για το Δικαστήριο είναι και η αναγκαιότητα να σφραγίζονται οι δικαστικές αποφάσεις με τελεσιδικία. Ως προς το πώς αντιμετωπίζεται η σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οποία κατά κανόνα περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις, λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «...απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.». Με άλλα λόγια πρέπει να υποδεικνύεται από τον αιτητή μια καλή τη πίστει συζητήσιμη υπόθεση, όπως εξηγήθηκε στην Lord Securities plc - ανωτέρω. .» Επί των εν λόγω κριτηρίων εκτενής αναφορά γίνεται και στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga swimming Pools ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 647, την οποία παραθέτουμε: Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts
(2009)1(A) AΑΔ.678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου:- «Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.» Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:- «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1Α.Α.Δ. 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας
(2002)1 Α.Α.Δ.818 και Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1101.» Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6
(1)της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά. Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ
(2003)1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ' αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή
(2001)3 Α.Α.Δ.1060 Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 895:- «Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. .......................... Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.» Tα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2)
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1938).» Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd,
(2001)1A.A.Δ. 2118, 2123 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Καθιερωμένες μπορεί να θεωρηθούν οι αρχές που διέπουν και προσμετρούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σ' αυτό το πεδίο. Απαραίτητη είναι η επεξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης». Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι: «Το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπ' όψιν στην εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα, είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, παρ' όλον ότι λαμβάνονται υπ' όψιν από το Δικαστήριο, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες δηλαδή την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι η Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με τον ως άνω αριθμό και τίτλο καταχωρήθηκε στις 27.1.2022 και επιδόθηκε στην υπεύθυνη αρχείου του ΥΠΠ στις 12.4.2022. Η Αίτηση δεν επιδόθηκε αλλά και ούτε απεστάλη στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα μετά την επίδοση της, με επακόλουθο να μην καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης και να εκδοθεί απόφαση ερήμην. Ο Γενικός Εισαγγελέας ως αρμόδιο αρχή να επιληφθεί της υπόθεσης έλαβε δια πρώτη φορά γνώση στις 7.3.2023 όταν ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου του κοινοποίησε αντίγραφο της επίδικης απόφασης. Αποτέλεσμα ήταν η καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο ο Γενικός Εισαγγελέας επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού. Κατ' αρχάς μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν διεφάνη έστω και αμυδρά ότι πρόθεση του Γενικού Εισαγγελέα ήταν η μη καταχώρηση εμφάνισης, όπως επίσης δεν διεφάνη οποιαδήποτε μεμπτή από μέρους του συμπεριφορά. Τουναντίον οι ενέργειες στις οποίες προέβη από της κοινοποιήσεως της εκδοθείσας απόφασης και οι εξηγήσεις που δόθηκαν στο Δικαστήριο για τη μη εμφάνιση του, τείνουν να καταδείξουν ότι δεν υπήρξε από μέρους του οποιαδήποτε αμελής ή ιδιαίτερη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού και ούτε περιφρόνηση της όλης διαδικασίας. Στην Ανδρέου ν. Blue Green Wave Frozen Food Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 119, η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε σχεδόν πέντε μήνες μετά την έκδοση της απόφασης και μετά την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης κινητών. Το ζήτημα της καθυστέρησης δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης εφόσον η πρωτόδικη απόφαση παραμερίστηκε διότι δεν δόθηκε το δικαίωμα εμφανούς υπεράσπισης, αλλά δείχνει ότι και μεγαλύτερος του παρόντος χρόνου καταχώρησης της αίτησης παραμερισμού, μπορεί να δικαιολογηθεί. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, η υπεράσπιση που προβάλλεται από πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα, διατυπώνεται λεπτομερώς στην ένορκη δήλωση της κας Ιωακείμ - Ησαΐα, η οποία από τη θέση που κατέχει είναι ένα από τα κατάλληλα πρόσωπα που μπορεί να μαρτυρήσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τη διαπίστωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό (Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδ.) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σια Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101, υιοθετώντας το Δικαστήριο την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι ο εφεσείων που είχε το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία εκείνα που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του, δεν κατάφερε να αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αφού δεν παρουσίασε στοιχεία αναφορικά με το ποιος, πως και πότε εξόφλησε το χρέος. Ο εφεσείων θα έπρεπε να είχε παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, πράγμα που απέτυχε να πράξει. Η αοριστία του ισχυρισμού ότι απλά εξόφλησε το χρέος του, αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση καλής υπεράσπισης. Επίσης στην υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289, το Δικαστήριο επισήμανε ότι για τη διαπίστωση εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζει την εκδοχή του. Διαπίστωσε ωστόσο ότι τα μόνα στοιχεία που ο εφεσείων παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η δική του εκδοχή, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, ότι για τη ζημιά που υπέστη η οικία της μητέρας του, την οποία επιδιόρθωσε ο εφεσίβλητος Δήμος και αξιούσε από την ιδιοκτήτρια αποζημίωση, οφειλόταν σε ενέργειες του ιδίου του Δήμου, οι οποίες, κατ' ισχυρισμό του εφεσείοντα είχαν γίνει πριν μερικά χρόνια. Κατέληξε ότι με βάση τη μαρτυρία που ο εφεσείων έθεσε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου απέτυχε να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι είχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή του εφεσίβλητου Δήμου για αποζημίωση καθότι οι θέσεις του παρέμειναν απλοί ισχυρισμοί και αόριστα συμπεράσματα και δεν τεκμηριώθηκαν, στο βαθμό που ήταν απαραίτητο για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, με συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα που τις υποστηρίζουν. Στην προκείμενη περίπτωση οι εξηγήσεις που έχουν δοθεί από την κα Ιωακείμ - Ησαΐα και οι οποίες υποστηρίζονται από τα διάφορα έγγραφα - τεκμήρια που τη συνοδεύουν, αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες διορίστηκε ο Αιτητής, τη θέση και τα καθήκοντα του ως και το καθεστώς εργοδότησης του, βρίσκουμε να είναι αρκούντως ικανοποιητικές να θεμελιώσουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση σε σχέση με τις αξιώσεις του Αιτητή να θεωρηθεί η σύμβαση εργασίας του ως σύμβαση αορίστου χρόνου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ του παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. Ως εκ τούτου η απόφαση ημερομηνίας 19.12.2022 παραμερίζεται υπό τον όρο ότι ο Γενικός Εισαγγελέας θα καταβάλει στον Αιτητή όλα τα έξοδα της Αίτησης Εργατικής Διαφοράς που χάνονται λόγω της μη καταχώρησης εμφάνισης και του παραμερισμού, καθώς και τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δίδονται οδηγίες προς την πλευρά του Αιτητή όπως υποβάλει σχετικό κατάλογο εξόδων μέσα σε 21 ημέρες από σήμερα. Τίθεται σαν όρος για τον παραμερισμό της απόφασης ότι ο Γενικός Εισαγγελέας θα καταβάλει το ποσό των εγκριθέντων εξόδων προς τον Αιτητή μέσα σε 30 ημέρες από την ημερομηνία που θα του γνωστοποιηθεί το ποσό τούτο. Δίδονται περαιτέρω οδηγίες όπως σε περίπτωση συμμόρφωσης με τον πιο πάνω όρο, ο Γενικός Εισαγγελέας καταχωρήσει έγγραφο εμφάνισης εντός 15 ημερών από της πληρωμής των εξόδων ως ανωτέρω. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Σ. Ηρακλέους, Μέλος Μ. Ρώσσης, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο