← Κύπρος

Χριστίνα Ελευθερίου ν. Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου, μέσω Διαχειριστικού Συμβουλίου, Αρ. Αίτησης: 327/17, 19/12/2023

Χριστίνα Ελευθερίου ν. Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου, μέσω Διαχειριστικού Συμβουλίου, Αρ. Αίτησης: 327/17, 19/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή. I. Νεοφύτου ) Π. Παναγιώτου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 327/17 Μεταξύ: Χριστίνα Ελευθερίου Αιτήτριας και Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου, μέσω Διαχειριστικού Συμβουλίου Καθ΄ ης η αίτηση Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου, 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Βιολάρης Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα. Δαμιανού Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει από την Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») διάταγμα επαναπρόσληψης, αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησής της, αυξημένες αποζημιώσεις, οποιοδήποτε άλλο ωφέλημα δικαιούται, ποσό από το Ταμείο Φιλοδωρήματος, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, νόμιμο τόκο, έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται στο δικόγραφό της ότι καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της στην Καθ' ης η αίτηση εκτελούσε τα καθήκοντά της με πλήρη αφοσίωση, ότι εργαζόταν υπερωριακά χωρίς να αμείβεται και ότι τον τελευταίο χρόνο και μετά το διορισμό νέου Γραμματέα τύγχανε απαράδεκτης και καταπιεστικής συμπεριφοράς με αποτέλεσμα να της δημιουργηθεί αυξημένο ψυχολογικό άγχος. Είναι η δικογραφημένη θέση της Αιτήτριας ότι ήτο θύμα δυσμενούς, καταπιεστικής, ταπεινωτικής και εκφοβιστικής συμπεριφοράς καθώς και διακριτικής μεταχείρισης, ότι την 17/10/16 απολύθηκε για ισχυριζόμενη αναδιοργάνωση, ότι η Αιτήτρια δεν αποδέχθηκε το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής και θεωρεί ότι ο λόγος αυτός είναι προσχηματικός με σκοπό την πρόσληψη άλλου προσώπου. Περαιτέρω, η Αιτήτρια θεωρεί ότι υπήρξε «επιπρόσθετα προς τον παράνομο τερματισμό της απασχόλησής της και υποκείμενο θυματοποίησης και διακριτικής μεταχείρισης από την Καθ' ης η αίτηση λόγω της παρενόχλησης, βλαπτικής και κακόπιστης μεταβολής των συνθηκών εργασίας της». Η Αιτήτρια ισχυρίζεται περαιτέρω ότι υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο Πλεονασμού, ότι την 18/5/17 κάλεσε την Καθ' ης η αίτηση σε ανάκληση της απόφασης για απόλυσή της, ότι αυτό απορρίφθηκε από την Εργοδότρια Εταιρεία και ότι το Ταμείο Πλεονασμού απέρριψε την αίτησή της την 23/2/18. Η Εργοδότρια Εταιρεία με τους γενικούς λόγους εμφάνισής της αμφισβητεί τις εναντίον της αξιώσεις και ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της είχε κακές σχέσεις με συναδέλφους της και με τον προϊστάμενό της, ότι υπήρξε πλημμελής στην εκτέλεση των καθηκόντων της, ότι εργαζόταν λιγότερες ώρες από αυτές που προέβλεπε η σύμβασή της και ότι κατά παράβαση των εσωτερικών κανονισμών εκτελούσε δεύτερη εργασία. Περαιτέρω, η Καθ' ης η αίτηση αρνείται ότι ευθύνεται για τυχόν ψυχολογικά θέματα της Αιτήτριας και ισχυρίζεται ότι ο νέος Γραμματέας κατέβαλε προσπάθεια για βελτίωση και υποστήριξη της Αιτήτριας καθώς και ότι δέχθηκε απειλές για τη ζωή του από το σύζυγο της Αιτήτριας. Είναι η δικογραφημένη θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι έχει προβεί σε ριζικές αλλαγές και αναδιάρθρωση του τρόπου λειτουργίας της, ότι έχει εισάξει ηλεκτρονική πλατφόρμα η οποία για τη λειτουργία της απαιτεί άτομο με εξειδικευμένη κατάρτιση, ότι η Αιτήτρια δεν κατείχε αυτή την κατάρτιση, ότι έχουν αποδώσει στην Αιτήτρια όλες τις προβλεπόμενες από το νόμο αποζημιώσεις και ότι θα της αποδοθεί σύντομα το Ταμείο Φιλοδωρήματος και ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ της και εναντίον της Αιτήτριας. Το Ταμείο Πλεονασμού (στο εξής «το Ταμείο») κλήθηκε ως αναγκαίος διάδικος εφόσον η Καθ' ης η αίτηση ισχυρίστηκε ότι η απόλυση της Αιτήτριας οφειλόταν σε αναδιοργάνωση και καταχώρησε έγγραφη εμφάνιση. Το Ταμείο ισχυρίζεται με το δικόγραφό του ότι απέρριψε την αίτηση της Αιτήτριας επειδή σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του η εν λόγω απόλυση δεν οφειλόταν σε λόγους πλεονασμού και επειδή τα καθήκοντα της Αιτήτριας εξακολούθησαν να υφίστανται και μετά την απόλυση της Αιτήτριας και εκτελούνταν από άλλο άτομο που προσλήφθηκε. Επίσης, το Ταμείο ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια έλαβε από την Καθ' ης η αίτηση €12,176.29 για τον τερματισμό της απασχόλησής της. Το άρθρο 5 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 (στο εξής «ο Νόμος») προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης συνεπεία πλεονασμού. Το άρθρο 6

(1)του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο «. ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Επομένως στην παρούσα περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση, η οποία εγείρει ως λόγο απόλυσης της Αιτήτριας τον πλεονασμό, έχει το βάρος να αποδείξει ότι τερμάτισε την απασχόληση της Αιτήτριας λόγω πλεονασμού. Η Καθ' ης η αίτηση δήλωσε όμως ότι αποδέχεται το παράνομο του τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας και δεν προσέφερε μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος απόδειξης. Εν όψει αυτών το Ταμείο απαλλάχθηκε από τη διαδικασία και η απόλυση της Αιτήτριας κρίνεται παράνομη. Η Αιτήτρια προσέφερε τη δική της μαρτυρία και στη συνέχεια η Καθ' ης η αίτηση προσέφερε τη μαρτυρία του κ.Λουκαΐδη και του κ.Ζαχαριάδη. Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιόν μας μαρτυρικό υλικό, προκύπτουν ως παραδεκτά και ή ως μη αμφισβητούμενα και ή ως αναντίλεκτα γεγονότα τα ακόλουθα:
  1. Η Καθ' ης η αίτηση είναι εγγεγραμμένο φιλανθρωπικό ίδρυμα και λειτουργεί μέσω Διαχειριστικού Συμβουλίου (στο εξής «το Δ.Σ.»).
  2. Η υπηρεσία της Αιτήτριας στην Καθ' ης η αίτηση ξεκίνησε την 1/08/
  3. Οι τελευταίες εβδομαδιαίες απολαβές της Αιτήτριας για σκοπούς του Νόμου ανέρχονταν σε €518,
  4. Η Αιτήτρια απολύθηκε με επιστολή που φέρει ημερομηνία 17/10/16, Τεκμήριο 15, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε κατωτέρω αυτούσιο: «Το Δ.Σ. της Σχολής στο πλαίσιο αναδιοργάνωσης των εργασιών του, μετά λύπης σας πληροφορεί ότι αποφάσισε τον τερματισμό των υπηρεσιών σας, ο οποίος θα ισχύσει από την 31.10.
  5. Το Δ. Σ. θα σας καταβάλει όλα τα δικαιώματά σας που προκύπτουν από τον νόμο. Συγκεκριμένα:- Α. 23,5 εβδομάδες ημερομήσθια ως αποζημίωση, βάση των ετών υπηρεσίας σας, ήτοι €12176,29 Β. 8 εβδομάδες ημερομήσθια ως πληρωμή αντί προειδοποίηση @ €518.14, ήτοι €4145,12 Γ. Ποσό €3440,43 για μη ληφθεί σα άδεια Δ. Ποσό €1587.41 ως αναλογία 13ου μισθού Ε Μισθός Οκτωβρίου 2016, 1837,70 ΣΥΝΟΛΟ €23186,95 Το Δ.Σ. θα ήθελε να εκφράσει τις ευχαριστίες του για την μέχρι σήμερα προσφορά σας και σας εύχεται καλή επιτυχία στο μέλλον».
  6. Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο την 13/12/16 για πληρωμή λόγω πλεονασμού, Τεκμήριο 22, η οποία απορρίφθηκε την 8/1/18, Τεκμήριο
  7. Η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε στην Αιτήτρια κατά τον τερματισμό της υπηρεσίας της €23,186.95 ως ακολούθως: Α) €12,176.29 ως αποζημίωση Β) €4,145.12 για προειδοποίηση Γ) €3,440.43 για 33 ημέρες άδεια Δ) €1,587.41 για αναλογία 13ου μισθού Ε) €1,837.70 για μισθό Οκτώβριου του
  8. Την 5/12/17 η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε ως φιλοδώρημα στην Αιτήτρια €7,470.
  9. Καταθέτοντας, η Αιτήτρια ανέφερε ότι είναι 59 ετών, ότι όταν ξεκίνησε να εργάζεται στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση ήταν 42 χρονών, ότι την 1/2/09 η θέση της αναβαθμίστηκε και ότι προήχθη στη θέση Γραμματειακού Λειτουργού. Όπως ισχυρίστηκε η Αιτήτρια, εκτελούσε τα καθήκοντά της με πλήρη αφοσίωση και δέχθηκε πολλάκις συγχαρητήρια για αυτό και κατέθεσε σχετική επιστολή του κ.Δ. Ζαχαριάδη ως Τεκμήριο
  10. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι την 14/9/15 ανέλαβε καθήκοντα νέου Γραμματέα ο κ.Ι. Ζαχαριάδης (στο εξής «ο Γραμματέας»), ότι λίγες ημέρες μετά άρχισαν να παρουσιάζονται προβλήματα, ότι όταν την καλούσε για ενημέρωση στο γραφείο του αυτός έκλεινε την πόρτα, περιφερόταν γύρω της και της έλεγε με χυδαίο και προκλητικό ύφος ότι όταν την βλέπει αναστατώνεται και θέλει να την «μουντάρει», ότι επέμενε να βρίσκεται καθιστή για να σκύβει από πάνω της, ότι όταν φορούσε πουκάμισο της ζητούσε να ανοίγει κουμπιά και όταν φορούσε φόρεμα της ζητούσε να το σπρώχνει προς τα κάτω για να βλέπει το στήθος της, ότι της έλεγε με χυδαίο ύφος ότι θα ήταν πολύ ευλύγιστη επειδή ήταν αδύνατη και ότι κατά τις ενημερώσεις τα μάτια του ήταν πάντα προκλητικά καρφωμένα στο στήθος της. Περαιτέρω η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ο Γραμματέας της ανέφερε αρκετές φορές ότι θα περνούσε πολύ καλά μαζί του εάν ανταποκρινόταν και ότι αντί να της δίνει τα κείμενα με τις διορθώσεις την προσέγγιζε για να γέρνει πάνω της και να τρίβει το σώμα του στο δικό της με τη δικαιολογία ότι ήταν καλύτερα να έκαναν απευθείας τις διορθώσεις στον υπολογιστή για αποφυγή σπατάλης χρόνου. Επίσης η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι όταν ο Γραμματέας κατάλαβε ότι δεν θα υπέκυπτε στις ορέξεις του ξεκίνησε να της αναθέτει υπερβολικό όγκο εργασίας, ότι μιλούσε υποτιμητικά για το άτομό της και ότι την κατηγορούσε για καθυστέρηση και ανικανότητα. Ήταν η θέση της Αιτήτριας ότι ο Γραμματέας προσέβαλε την αξιοπρέπεια της, δημιούργησε εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό και ταπεινωτικό περιβάλλον και ότι σαν αποτέλεσμα της έντασης και του φόρτου εργασίας της δημιουργήθηκε άγχος με αποτέλεσμα να λάβει άδεια ασθενείας, Τεκμήριο
  11. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε περαιτέρω κατά την κυρίως εξέτασή της ότι μέχρι τις αρχές του 2016 είχε υπόλοιπο ετήσιας άδειας 121 ημέρες, ότι την 24/3/16 ενημερώθηκε από τον Γραμματέα με ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο 11, ότι ο νόμος δεν επιτρέπει συσσώρευση αδειών πέραν των 48 ημερών, ότι θα διαγράφετο η άδειά της, ότι την 27/3/16 απάντησε ότι δεν αποδεχόταν διαγραφή της άδειάς της, Τεκμήριο 12 και ότι ανέκαθεν η πρακτική που ακολουθείτο ήταν η συσσώρευση αδειών και η σχετική πληρωμή κατά την αφυπηρέτηση. Ως η θέση της Αιτήτριας, λόγω της απαράδεκτης συμπεριφοράς του Γραμματέα και της σεξουαλικής παρενόχλησης της δημιουργήθηκε σοβαρό ψυχολογικό και εργασιακό άγχος, κατάθλιψη, κοινωνική απομόνωση και αναγκάστηκε να απευθυνθεί στα Επείγοντα Περιστατικά του Νοσοκομείου και σε γιατρό και έλαβε φαρμακευτική αγωγή, Τεκμήριο 13, την οποία εξακολουθεί να λαμβάνει. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι παρόλα τα πιο πάνω συνέχισε να εργάζεται με την ίδια αποφασιστικότητα, ότι υπέμεινε την συμπεριφορά του Γραμματέα εφόσον είχε τεράστια ανάγκη τα χρήματα επειδή μεταξύ άλλων πλήρωνε τα δίδακτρα πανεπιστημίου της μικρής της κόρης που σπούδαζε στο εξωτερικό αλλά και οικογενειακά δάνεια και υποχρεώσεις και ότι ο Γραμματέας απαιτούσε να διεκπεραιώνει εργασίες και τα σαββατοκύριακα. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν έδωσε αφορμή για τον τρόπο που την αντιμετώπιζε ο Γραμματέας, ότι ήταν πολύ απελπισμένη για μεγάλο χρονικό διάστημα, ότι δεν ήξερε πως να το διαχειριστεί, ότι ο Γραμματέας διατηρούσε πολύ φιλική σχέση με τον Πρόεδρο του Δ. Σ., ότι μια φορά προσπάθησε να μιλήσει σε ένα μέλος της Καθ' ης η αίτηση, ότι ο Γραμματέας το έμαθε, ότι της είπε ότι δεν θα καταφέρει κάτι, ότι δεν απέστειλε επιστολή προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ. λόγω του φόβου της, ότι στο παρελθόν κατήγγειλε συνάδελφό της για οικονομική ατασθαλία, ότι το εν λόγω άτομο δεν απομακρύνθηκε, ότι το εν λόγω άτομο είχε φιλικές σχέσεις με τον Γραμματέα και ότι ο Γραμματέας συμπεριφερόταν κακόπιστα προς το πρόσωπό της. Περιπλέον, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή της ότι αιφνιδιάστηκε πολύ με την επιστολή τερματισμού, ότι ζήτησε ακρόαση, ότι δεν έγινε αποδεκτό το εν λόγω αίτημά της, ότι συνέχισε να πηγαίνει δουλειά, ότι την 20/10/16 της δόθηκε άλλη επιστολή για να μην πηγαίνει, Τεκμήριο 16, ότι όταν απολύθηκε ήταν 53 ετών, ότι απέστειλε επιστολή στην Επίτροπο Διοικήσεως, Τεκμήριο 17, ότι ο λόγος απόλυσης που αναφέρεται στην επιστολή είναι προσχηματικός και ψευδής, ότι απώτερος σκοπός ήταν η πρόσληψη άλλου προσώπου που είχε σχέση με τον Γραμματέα, ότι αυτό επιθυμούσε ο Γραμματέας από την πρώτη ημέρα που ανάλαβε τα καθήκοντά του και ότι περί τον ένα μήνα μετά προσελήφθηκε άλλο άτομο στη θέση της. Η Αιτήτρια θεωρεί ότι, εκτός του ότι απολύθηκε παράνομα, υπήρξε «υποκείμενο θυματοποίησης και διακριτικής μεταχείρισης» από την Καθ' ης η αίτηση, ότι λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή μέχρι σήμερα και ότι την 20/10/20 βρήκε το θάρρος να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του Γραμματέα, Τεκμήριο
  12. Η Αιτήτρια θεωρεί ότι κατά το χρόνο απόλυσής της θα έπρεπε να λάβει ως αποζημιώσεις και δεδουλευμένα τα ακόλουθα ποσά: Α) €13,474.50 για 26 εβδομάδες ελάχιστη προειδοποίηση. Β) €9,339.40 Ταμείο Φιλοδωρήματος ως υπολογίζεται με βάση το Τεκμήριο
  13. Γ) €4,146 πληρωμή 8 εβδομάδων για προειδοποίηση. Δ) €1,727.50 ως αναλογία 13ου μισθού. Ε) €9,639.45 για 93 ημέρες άδειας. ΣΤ) €1,837.70 μισθός Οκτωβρίου. Ζ) €1,036.5 για ακόμη 9 ημέρες άδεια. Περιπλέον, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι την 1/11/16 ενεγράφη ως άνεργη και αιτήθηκε σχετικού επιδόματος, ότι άρχισε να αιτείται νέα εργασία, ότι λόγω της ηλικίας της δεν βρήκε δουλειά, ότι έλαβε €6,667.05 ανεργιακό επίδομα, ότι ανέλαβε τις οικογενειακές υποχρεώσεις ο σύζυγος και ο γιος της, ότι μετά από 4 χρόνια ήτοι την 1/7/20 βρήκε δουλειά με μερική απασχόληση και μισθό €1,850 μηνιαίως, ότι από την 1/1/22 ο μισθός της ανήλθε σε €1,873.57, Τεκμήριο 28 και ότι εξακολουθεί να εργάζεται με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Τέλος, η Αιτήτρια κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι η ζωή της άλλαξε σε μεγάλο βαθμό στο οικονομικό και επαγγελματικό κομμάτι, ότι δεν υπάρχει προοπτική επαγγελματικής ανέλιξης στη νέα της δουλειά, ότι αυτό θα επηρεάσει και τη σύνταξή της και ζητά πέραν από τα πιο πάνω αυξημένες αποζημιώσεις ή αποζημιώσεις λόγω παράβασης του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου, Ν.205/
  14. Αντεξεταζόμενη η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι το άτομο που εκτελούσε καθήκοντα Γραμματέα κατά την πρόσληψή της μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του μετέβαινε στον εργασιακό χώρο τις Πέμπτες που δεν υπήρχε άλλο άτομο εκεί και την παρενοχλούσε, ότι ενημέρωσε αμέσως τον νέο Γραμματέα εφόσον ήταν «πολύ σωστός», ότι ο τελευταίος ενημέρωσε αμέσως τον Πρόεδρο του Δ.Σ., ότι έγινε συνεδρία, ότι απαγορεύτηκε στο εν λόγω άτομο «να εισέρχεται» και ότι το θέμα έκλεισε. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δεν τολμούσε να κάνει παράπονο και να καταγγείλει τον τελευταίο Γραμματέα, ότι περί τον Νοέμβριο του 2015 ζήτησε βοήθεια από την κ.Γεωργίου, ότι δεν είχε κουράγιο να του πει κάτι, ότι η πρώτη φορά που ανέφερε ότι υπέστη σεξουαλική παρενόχληση ήταν τον Οκτώβριο του 2020, ότι τον Απρίλιο του 2016 ο Γραμματέας την απείλησε ότι εάν δεν υποκύψει στις ορέξεις του θα πείσει τον Πρόεδρο του Δ.Σ. να την απολύσει, ότι μετά από αυτό δεν αισθανόταν καλά, ότι την μετέφερε συνάδελφός της στη δουλειά του συζύγου της και ότι δεν μίλησε τότε για να προφυλάξει τον γιο της που υπήρξε καταδρομέας. Η Αιτήτρια αρνήθηκε ότι είχε από προηγουμένως προβλήματα υγείας αλλά παραδέχθηκε τη λήψη φαρμάκων από προηγουμένως. Κατά την επανεξέτασή της η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι τα φάρμακα που λάμβανε πριν δεν ήταν τα ίδια με αυτά που έλαβε μετά. Μετά τη μαρτυρία της Αιτήτριας η Καθ' ης η αίτηση προσέφερε αρχικά την μαρτυρία του κ.Λουκαΐδη, ο οποίος είναι στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση από την 10/4/16 και είναι αρχιτέκτονας. Ο κ.Λουκαΐδης ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι κατά το χρόνο της πρόσληψής του η Καθ' ης η αίτηση ήταν σε διαδικασία αναβάθμισης και ψηφιακής μετάβασης των διαφόρων διαδικασιών που αφορούσαν τους σκοπούς λειτουργίας και το προσωπικό, ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε τότε ότι έπρεπε να εκσυγχρονιστεί η Καθ' ης η αίτηση ένεκα των αναχρονιστικών μεθόδων εργασίας, ότι στο πλαίσιο αυτό προσελήφθη ο κ.Δημητρίου και ο ίδιος και απολύθηκαν οι καθαρίστριες, ο συντηρητής και οι παρκαδόροι και ότι η Αιτήτρια του εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της για τις αλλαγές που προσπαθούσε να εφαρμόσει ο Γραμματέας. Περαιτέρω, ο κ.Λουκαΐδης ισχυρίστηκε ότι η άποψη της Αιτήτριας ήταν ότι η Καθ' ης η αίτηση έπρεπε να συνεχίσει να εργάζεται όπως προηγουμένως, ότι πρόβαλε δισταγμό στις εργασίες που της ανέθετε ο Γραμματέας, ότι γι' αυτό το λόγο υπήρχε πολλή ένταση και δυσφορία καθημερινά στο γραφείο, ότι ο Γραμματέας ήταν απαιτητικός, ότι είχε θέσει στόχους που ήθελε να τους υλοποιήσει, ότι ήθελε να τηρούνται τα χρονοδιαγράμματα και ότι έδειχνε ανάλογη ανοχή «αντιλαμβανόμενος την μεταβατική περίοδο». Ο κ.Λουκαΐδης ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Γραμματέας δεν έκανε χρήση υβριστικών εκφράσεων, ότι με την Αιτήτρια είχαν συναδελφική και φιλική σχέση, ότι η σχέση της με τον άλλο υπάλληλο ήταν κακή, ότι η Αιτήτρια ήταν ικανή στα καθήκοντά της, ότι παρουσίαζε κάποιες ελλείψεις στη χρήση προγραμμάτων ηλεκτρονικού υπολογιστή και ότι κάποιες φορές ζητούσε τη βοήθειά του γι' αυτό αλλά και για σύνταξη αγγλικών επιστολών. Ως η θέση του κ.Λουκαΐδη, περί τις αρχές του καλοκαιριού του 2016 η Αιτήτρια τους ενημέρωσε ότι δεν ένιωθε καλά, ότι αντιλήφθηκε ότι είχε συμπτώματα γαστρεντερικής φύσης ήτοι ζαλάδα, σύγχυση και δύσπνοια, ότι ενημερώθηκε τηλεφωνικώς ο Γραμματέας επειδή βρισκόταν εκτός γραφείου, ότι του έδωσε οδηγίες να μεταφέρει την Αιτήτρια στην εργασία του συζύγου της, ότι κατά την εκεί άφιξή τους ο σύζυγος της Αιτήτριας αντέδρασε έντονα και είπε ότι θα σκοτώσει τον Γραμματέα, ότι η Αιτήτρια προσπαθούσε να τον αποτρέψει από το να μπει στο αυτοκίνητό του, ότι του ανέφερε ότι δεν είχε ευθύνη ο Γραμματέας, ότι όταν επέστρεψε στο γραφείο τον πληροφόρησε ο συνάδελφός του ότι η Αιτήτρια του τηλεφώνησε και του ζήτησε να την μεταφέρει στο Νοσοκομείο και ότι με οδηγίες του Γραμματέα η Αιτήτρια μεταφέρθηκε από τρίτο συνάδελφό του στο Νοσοκομείο. Ο κ.Λουκαΐδης κατέθεσε ως Τεκμήριο 32 επιστολή του Τμήματος Φορολογίας σε σχέση με φορολόγηση του φιλοδωρήματος. Τέλος, ο κ.Λουκαΐδης ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του η Αιτήτρια του έλεγε τα παράπονά της για τη δουλειά και για τον Γραμματέα αλλά ότι δεν του ανέφερε ποτέ κάτι για σεξουαλική παρενόχληση. Αντεξεταζόμενος ο κ.Λουκαΐδης ισχυρίστηκε ότι έληξε το συμβόλαιο του Γραμματέα, ότι δεν γνώριζε τον σύζυγο της Αιτήτριας και ότι όταν μετέφερε την Αιτήτρια εκεί αυτός ήταν «αρκετά οξύθυμος». Ο δεύτερος μάρτυρας για την Καθ' ης η αίτηση ήταν ο κ.Ζαχαριάδης, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο Γραμματέας της Καθ' ης η αίτηση. Ο κ.Ζαχαριάδης κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ήταν Γραμματέας από την 24/9/15 μέχρι την 31/10/21 που έληξε η παράταση της σύμβασης εργοδότησής του, ότι δεν είχε συγγενική ή φιλική σχέση με κάποιο από τα μέλη του Δ.Σ. της Καθ' ης η αίτηση, ότι την πρώτη εβδομάδα έλαβε οδηγίες να ετοιμάσει έκθεση με τις παρατηρήσεις του για τον τρόπο λειτουργίας του Ιδρύματος και με τις εισηγήσεις του για βελτίωση, ότι υπήρχαν προβλήματα με την οργάνωση και τον τρόπο λειτουργίας, ότι έπρεπε να γίνουν πολλές αλλαγές και ότι αυτές οι αλλαγές επηρέαζαν τα καθήκοντα της Αιτήτριας. Περαιτέρω, ο κ.Ζαχαριάδης ισχυρίστηκε ότι αυτό προκάλεσε δυσφορία σε όλους τους εργαζομένους, ότι αυτές οι αλλαγές ήταν προς το συμφέρον του Ιδρύματος, ότι η προσπάθειά του αρχικά εστιάστηκε «στο να αναπτυχθεί ηλεκτρονικό δίχτυο επικοινωνίας και λειτουργίας της καθημερινότητας των υπαλλήλων», ότι μέχρι την 15/12/15 το Δ.Σ. συνεδρίασε 6 φορές, ότι λήφθηκαν σημαντικές αποφάσεις, ότι η Αιτήτρια δυσανασχετούσε και έλεγε ότι οι αλλαγές ήταν αχρείαστες και υπερβολικές, ότι άφηνε να νοηθεί ότι η διαχείριση με τον προηγούμενο Γραμματέα ήταν καλύτερη, ότι θεωρούσε ότι ο ρόλος της ήταν να δαχτυλογραφεί και να συμβάλει σε λογιστικές διαδικασίες και ότι είχε αγχωθεί επειδή ενδεχομένως να φοβόταν ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Ο κ.Ζαχαριάδης ισχυρίστηκε επιπλέον ότι η Αιτήτρια πρέπει να αντιμετώπιζε προβλήματα με τη διαχείριση του άγχους της από πολύ πριν την πρόσληψή του, ότι τύγχανε φαρμακευτικής αγωγής και ότι αυτό το γνωρίζει από το Ταμείο Ιατροφαρμακευτικής Περίθαλψης που διατηρεί η Καθ' ης η αίτηση. Ο κ.Ζαχαριάδης ισχυρίστηκε ότι την Παρασκευή 30/10/15 βρισκόταν στη Λεμύθου για το ετήσιο μνημόσυνο του Ιδρυτή της Καθ' ης η αίτηση, ότι ενόψει της απογευματινής συνεδρίασης του Δ.Σ έστειλε γραπτές οδηγίες στην Αιτήτρια για ενέργειες, Τεκμήριο 37, ότι πριν να μεταβεί στη Λεμύθου μίλησε τηλεφωνικώς με την Αιτήτρια και της υπαγόρευσε σημείωμα, ότι πριν το μεσημέρι επικοινώνησε μαζί του ο λογιστής και του ανέφερε ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε το χώρο εργασίας και παρέδωσε τα κλειδιά επειδή ένιωθε ότι δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει, ότι η Αιτήτρια δεν ολοκλήρωσε την ανατεθείσα σε αυτήν εργασία και ότι επέστρεψε την Παρασκευή στην εργασία της «σαν να μην συνέβη τίποτα». Περαιτέρω, ο κ.Ζαχαριάδης ισχυρίστηκε ότι η απόφαση του νέου Προέδρου του Δ.Σ. ήταν να υιοθετήσει τις εισηγήσεις του, ότι αυτό προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στους υπαλλήλους και ιδιαίτερα στην Αιτήτρια, ότι διαπίστωσε ότι κατά παράβαση των κανονισμών η Αιτήτρια εκτελούσε δεύτερη εργασία τα απογεύματα ήτοι εργαζόταν ως κομμώτρια στο κομμωτήριο του συζύγου της, ότι ο ίδιος προσπάθησε να την βοηθήσει για να βελτιωθεί, ότι οργάνωσε ο ίδιος τους φακέλους των υποτροφιών και το γραφείο της Αιτήτριας και ότι η συμπεριφορά του δεν ξέφυγε από τα επαγγελματικά πλαίσια. Περαιτέρω, ο κ.Ζαχαριάδης ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε δύο φορές απειλές για τη ζωή του από τον σύζυγο της Αιτήτριας, ότι δεν συναντήθηκε ποτέ μαζί του, ότι δεν έκαμε καταγγελία για να μην οξύνει τα πνεύματα, ότι η πρώτη φορά ήταν στις 25/11/15 που του τηλεφώνησε ο σύζυγος της Αιτήτριας από το Νοσοκομείο και του είπε ότι «επέλλανα τη γυναίκα του στη δουλειά», ότι μετά τη δεύτερη απειλή ενημέρωσε το Δ.Σ, ότι τότε το Δ.Σ. άρχισε να προβληματίζεται κατά πόσο έπρεπε να απολυθεί η Αιτήτρια, ότι η Αιτήτρια δεν ήθελε να εφαρμόσει τις αλλαγές που αποφασίστηκαν, ότι καμιά κίνησή του δεν ήταν σεξιστική, πρόστυχη, ανήθικη ή υποτιμητική και ότι οι λόγοι απόλυσης της Αιτήτριας ήταν οι απειλές του συζύγου της προς τον ίδιο και επειδή η Αιτήτρια δεν αποδέχθηκε τις αλλαγές στην εργασία αλλά αντιθέτως αντιδρούσε και «έθεσε τον εαυτό της σε κατάσταση ανασφάλειας». Τέλος, ο κ.Ζαχαριάδης ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η Αιτήτρια τον κατήγγειλε για σεξουαλική παρενόχληση στις 26/10/20 και ότι τα όσα σχετικά αναφέρει η Αιτήτρια αποτελούν «εφεύρημα του μυαλού της και εκδικητική πράξη» επειδή τον θεωρούσε υπεύθυνο για την απόλυσή της. Αντεξεταζόμενος ο κ.Ζαχαριάδης ισχυρίστηκε ότι μετά που έληξε η τρίτη παράταση του συμβολαίου του απολύθηκε, ότι διεκδίκησε εκ νέου τη θέση μετά από προκήρυξη, ότι δεν προσλήφθηκε όμως ξανά κατόπιν απόφασης πλειοψηφίας με διαφορά ενός ψήφου, ότι δόθηκε στην Αιτήτρια η επιστολή απόλυσης όταν αυτή επέστρεψε από άδεια μετά τον γάμο της κόρης της, ότι η Αιτήτρια αντιδρούσε στις αλλαγές, ότι δεν αναγράφηκε στην επιστολή τερματισμού ότι για την εν λόγω απόφαση λήφθηκε υπόψη και η συμπεριφορά του συζύγου της κατόπιν σχετικής νομικής συμβουλής, ότι εάν η Αιτήτρια λειτουργούσε διαφορετικά δεν θα απολύετο και ότι συνέτρεχαν και οι δύο λόγοι για την απόλυσή της. Με δεδομένο ότι ο τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας έχει κριθεί παράνομος θα πρέπει να προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε την ενώπιόν μας τεθείσα μαρτυρία σε σχέση με το ύψος των αποζημιώσεων που δικαιούται η Αιτήτρια, αλλά και να εξετάσουμε κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούται αποζημιώσεις δυνάμει του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου, Ν.205(I)/02 και του περί Ίσης Μεταχείρισης στην Απασχόληση και την Εργασία Νόμου, Ν.58(I)/
  15. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της Αιτήτριας παρατηρούμε ότι η Αιτήτρια υπέπεσε σε αντιφάσεις κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της σε σχέση με την ισχυριζόμενη διάκριση, παρενόχληση και σεξουαλική παρενόχληση που υπέστη. Συκεκριμένα, σε σχέση με το θέμα αυτό η Αιτήτρια έδωσε αρκετές διαφορετικές εκδοχές για τον λόγο που δεν προέβηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο σε σχετική καταγγελία. Αρχικά, κατά την κυρίως εξέτασή της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι προσπάθησε να αναφέρει το τι γινόταν σε ένα μέλος της Καθ' ης η αίτηση και ότι ζήτησε καθοδήγηση αλλά ότι το έμαθε ο Γραμματέας και της είπε ότι δεν θα καταφέρει κάτι και ότι αυτός ήταν ο λόγος που δεν απέστειλε επιστολή στον Πρόεδρο του Δ.Σ. Αντεξεταζόμενη η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι περί τον Δεκέμβριο του 2015 προσπάθησε να αναφέρει στον Πρόεδρο του Δ.Σ. τα παράπονά της για τον Γραμματέα όταν ερωτήθηκε σχετικά από τον ίδιο αλλά ότι δεν το έκαμε τελικά επειδή ο Πρόεδρος του Δ.Σ. πριν να απαντήσει την απείλησε ότι δεν θα δίσταζε να την απολύσει και δεν της έδωσε τον λόγο. Ακολούθως ανασκεύασε και ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν είχε «κουράγιο» να μιλήσει επειδή πληροφορήθηκε ότι ο Πρόεδρος είχε φιλικές σχέσεις με τον Γραμματέα. Στη συνέχεια της αντεξέτασής της, όταν η Αιτήτρια ρωτήθηκε τι ήταν αυτό που την φόβιζε και δεν μίλησε μετά την απόλυσή της, αυτή ισχυρίστηκε ότι ο λόγος ήταν επειδή έπαθε κατάθλιψη και δεν μπορούσε να λειτουργήσει αλλά και επειδή φοβόταν και επειδή όφειλε να προστατέψει τον σύζυγό της. Στη συνέχεια της αντεξέτασής της η Αιτήτρια προέβαλε άλλο λόγο και ισχυρίστηκε ότι δεν μίλησε επειδή ο γιος της που είχε «τελειώσει καταδρομέας» θα σκότωνε τον Γραμματέα. Περαιτέρω, σε σχέση με το θέμα αυτό παρατηρούμε ότι η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι κατήγγειλε τόσο την παράνομη απόλυσή της όσο και την συμπεριφορά του Γραμματέα στην Επίτροπο Διοικήσεως την 24/10/16 με σχετική επιστολή, Τεκμήριο
  16. Στην εν λόγω επιστολή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, η Αιτήτρια δεν αναφέρει οτιδήποτε για σεξουαλική παρενόχληση και αναφέρει μόνο ότι ο Γραμματέας «της ασκούσε μεγάλη πίεση», ότι δούλευε «επιπλέον ώρες» και χωρίς να σταματά λεπτό, ότι την εξανάγκαζε να λάβει άδεια και ότι από την πρόσληψη του Γραμματέα περνούσε καθημερινά μαρτύριο με το «bullying» που της έκανε με στόχο την απόλυσή της. Η Αιτήτρια αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι έγραψε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας «τα συμβάντα ως είχαν». Στην εν λόγω επιστολή ημερ. 18/11/16, Τεκμήριο 29, η Αιτήτρια και πάλιν δεν έκανε αναφορά σε παρενόχληση και σεξουαλική παρενόχληση αλλά ανέφερε μόνο ότι με το διορισμό νέων μελών «το εργασιακό περιβάλλον άλλαξε», ότι της ανατέθηκαν περισσότερα καθήκοντα, ότι υπήρξε μια «καταδιωκτική στάση» εναντίον της «από συγκεκριμένα άτομα» και ότι λάμβανε αρνητικές κριτικές. Παρατηρούμε ότι ακόμη και στο ημερολόγιο που έγραφε η Αιτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο, Τεκμήριο 30, η Αιτήτρια έκανε αναφορά για καταπίεση από τον Γραμματέα, ότι ένιωθε ότι την κατηγορούσε επειδή έκλεινε την πόρτα, ότι την πίεζε για τον χρόνο της δουλειάς, ότι ο Γραμματέας δεν ήξερε να αξιολογεί σωστά τον χρόνο που χρειάζεται η δουλειά, ότι έπαθε κατάθλιψη και ότι το κεφάλι της θα εκραγόταν από την προσπάθειά της να τα θυμάται όλα και να τα διεκπαιρεώνει, ότι εργαζόταν πολλές ώρες, ότι ο Γραμματέας δεν το εκτιμούσε αυτό και δεν της έλεγε να πάει πιο αργά την επόμενη ημέρα και ότι την κατηγορούσε στην κ.Γεωργίου. Ακόμη η Αιτήτρια έγραψε ότι «το μόνο που γινόταν και γίνεται κάθε μέρα είναι η πίεση να μηδενίσω τον χρόνο», ότι ο Γραμματέας δεν κάνει κάτι άλλο παρά «διατάσσει», ότι ο Γραμματέας της κάνει πόλεμο για τα προσόντα της και ότι της λέει ότι θα καταργήσει τη θέση της. Στο εν λόγω ημερολόγιο η Αιτήτρια αναφέρεται αρκετές φορές σε εφιαλτικές ημέρες αλλά εξηγεί ότι αυτό ήταν συνέπεια της πολλής δουλειάς που της ανατίθετο. Για όλα τα πιο πάνω η Αιτήτρια δεν μας έπεισε ότι μας είπε την αλήθεια και δεν θεωρούμε ότι στοιχειοθετούνται πραγματικά περιστατικά από τα οποία μπορεί να πιθανολογηθεί σχετική παράβαση, διάκριση, παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση. Ο κ.Λουκαΐδης μας έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του συνάδει με τα κατατεθέντα τεκμήρια, δεν ήταν αντιφατική και την αποδεχόμαστε. Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία του κ.Ζαχαριάδη. Συνεπώς, η Αιτήτρια για την παράνομη απόλυσή της δικαιούται σε αποζημιώσεις δυνάμει του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/
  17. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία σε σχέση με πόσα άτομα απασχολεί η Εργοδότρια Εταιρεία και συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να διατάξει επαναπρόσληψη της Αιτήτριας εφόσον δεν μπορεί να ελεχθεί κατά πόσο η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 3
(1)του Νόμου πληροίτε.[1] Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτουμένου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία για το επιδικασθησόμενο ποσό και κατά τον υπολογισμό του δέον να λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «(α) Τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου? (β) την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου? (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμέν? (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου? (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου». Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου). Σύμφωνα με την υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία
(1992)1Α Α.Α.Δ. 98, 104-105: «Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφείεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας του δικαστηρίου ορίζεται από το ίδιο άρθρο του νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ορισμένοι παράγοντες οι οποίοι απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία. ................ Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν 24/67 δε συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ. 149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μη υπερβαίνει τα ημερομίσθια δύο ετών (Ν 92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4 (δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου». Στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 625, στη σελίδα 630, τονίστηκε ότι: «Σύμφωνα με τον πρώτο πίνακα του Ν.24/67, όπως έχει τροποποιηθεί, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό κρίνει πρέπον (βλέπε επίσης Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd ν. Ιωαννίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 228) όπου επιβεβαιώθηκε ότι η εξουσία του πρωτόδικου δικαστηρίου να καθορίζει το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης είναι απόλυτη. Δεν είναι έργο του Ανώτατου Δικαστηρίου να εκτιμήσει τα δεδομένα για να καταλήξει το ίδιο στο ύψος της αποζημίωσης που δικαιολογείται να επιδικαστεί». Στην υπόθεση Θεμιστοκλέους v. Elysee Irrigation Ltd, Πολ. Εφ. 131/12, ημερ. 22/9/17, ECLI:CY:AD:2017:A312 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι: «Η λήψη ανεργιακού επιδόματος από μόνη της, ουδόλως τεκμηριώνει αναζήτηση εργασίας, ώστε να μπορεί να γίνεται λόγος για ευρήματα του Δικαστηρίου που δεν συνάδουν με τη μαρτυρία. Η αναζήτηση εργασίας πρέπει να αποδειχθεί. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία του εφεσείοντα κατέδειξε το αντίθετο, ότι δηλαδή δεν προσπάθησε να εξεύρει άλλη κατάλληλη γι' αυτόν εργασία. Πρόκειται δε για ευρήματα επί πραγματικού γεγονότος το οποίο δεν ελέγχεται από το Εφετείο. Ο εφεσείων ο οποίος έφερε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, απέτυχε να το αποσείσει για τους λόγους που με λεπτομέρειες καταγράφονται στην πρωτόδικη απόφαση». Περαιτέρω, στην υπόθεση Touchstone Technologies Ltd v. Μαυρομμάτη
(2014)1B A.A.Δ.1829, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού έκανε αναφορά στις υποθέσεις Ja. Cabras & Bros Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 302 και Μουζούρης ν. Κόσμο Πλαστ & Σία κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ. 896, ανέφερε τα ακόλουθα στις σελ. 1835-1836: «Σημειώνουμε επίσης ότι το κριτήριο της αποζημίωσης, βάσει της παραγράφου 4 του Πίνακα, δε συναρτάται με το συμβατικό κριτήριο που καθορίζεται από το Κεφ. 149 και γενικά τις αρχές του Δικαίου των Συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται, κατά τη λογική πρόβλεψη των συμβαλλομένων, της διάρρηξης της συμφωνίας. [Βλ. Louis Tourist Agency Ltd ν. . Ηλία
(1992)1 Α ΑΑΔ 98]. Το ύψος της αποζημίωσης που δικαιολογείται να επιδικαστεί σε κάθε περίπτωση, επαφίεται στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου». H διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικάσει κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Tο Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Η Αιτήτρια απολύθηκε παράνομα. Στην επιστολή τερματισμού αναφέρεται ως λόγος απόλυσης η αναδιοργάνωση. Κατά παραδοχή όμως του κ.Ζαχαριάδη κατά τη λήψη της απόφασης για απόλυση της Αιτήτριας λήφθηκε και άλλος παράγοντας υπόψη, ήτοι η συμπεριφορά του συζύγου της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία της Καθ΄ ης η αίτηση για 11 συναπτά έτη. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο τελευταίος εβδομαδιαίος μισθός της ανέρχετο σε €518,
  1. Η Αιτήτρια κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόλυσής της ήταν 53 ετών περίπου. Η Αιτήτρια έλαβε ανεργιακό επίδομα, κατέβαλε πολλές προσπάθειες για να εξεύρει νέα εργασία και εργοδοτήθηκε ξανά σχεδόν 4 χρόνια μετά την απόλυσή της αλλά με καθεστώς μερικής απασχόλησης και μειωμένες απολαβές, ήτοι με μηνιαίο μισθό €1,850 ο οποίος την 1/1/22 αυξήθηκε σε €1,873.
  2. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, την απώλεια προοπτικής της σταδιοδρομίας της, σε συνάρτηση με τους υπόλοιπους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, ήτοι τις απολαβές που λάμβανε η Αιτήτρια οι οποίες, όπως αναφέρουμε ανωτέρω, είναι παραδεκτές, την 11χρονη υπηρεσία της, την ηλικία της και έχοντας υπόψη το ότι η Αιτήτρια εργοδοτήθηκε ξανά 4 χρόνια μετά με καθεστώς μερικής απασχόλησης και μειωμένες απολαβές, αλλά και το ότι κατά την απόλυσή της της καταβλήθηκε συγκεκριμένο ποσό το οποίο αναφέρουμε ανωτέρω, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογη αποζημίωση το ποσό των €26.949 που αντιστοιχεί με απολαβές 52 εβδομάδων. Στην Αιτήτρια καταβλήθηκε ήδη ποσό €12,176.29 ως αποζημίωση και συνεπώς η Καθ' ης η αίτηση οφείλει να καταβάλει περαιτέρω ποσό ύψους €14,772.71, με νόμιμο τόκο ως αποζημίωση για παράνομη απόλυση. Η Αιτήτρια αναφέρει στο δικόγραφό της ότι διεκδικεί επίσης υπόλοιπο φιλοδωρήματος. Είναι παραδεκτό ότι κατά το χρόνο απόλυσης της Αιτήτριας η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε στην Αιτήτρια €7,470.
  3. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι το ποσό που έπρεπε να της καταβληθεί είναι €9,339.40 και ότι δηλαδή δεν έπρεπε να αποκοπεί φόρος. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 12
(1)του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967, Ν.8/67, με αποκλειστική δικαιοδοσία τη διάγνωση και απόφαση επί των διαφορών που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο, ως τροποποιήθηκε, έχει ως εξής: «12.—
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον «Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών») εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεως ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά κανονισμών εκδοθέντων κατ' εφαρμογήν του εδαφίου τούτου. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση. (στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου». Συνεπώς, κατά πρώτον, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει καθ' ύλη αρμοδιότητα να εκδικάσει εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Ν.8/67 (εδάφιο (α)), αλλά και όλες τις εργατικές διαφορές που παραπέμπονται στο Δικαστήριο δυνάμει ρητής διατάξεως οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών (εδάφιον (β)), όπως και αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας, (εδάφιον (ε)). Με βάση τα πιο πάνω, η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αφορούν σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εντάσσονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Στην υπόθεση Elbee Ltd
(1999)1 A.A.Δ 149 γίνεται αναφορά σε νομολογία πριν την τροποποίηση του άρθρου 12
(1)του Ν.8/67, ήτοι πριν τη συμπερίληψη των αυτοτελών αξιώσεων στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Συγκεκριμένα στις σελ. 154-155 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Σημειώνουμε όμως την Στυλιανίδης ν. British American Ins. Co.
(1990)1 Α.Α.Δ. 517 που αφορούσε στη διεκδίκηση αποζημίωσης για τερματισμό απασχόλησης έξω από τις πρόνοιες του Ν. 24/67, στη βάση των αρχών του κοινοδικαίου. Η αξίωση των κατ' ισχυρισμών δεδουλευμένων μισθών στην παρούσα υπόθεση, δεν είναι δυνατό να συσχετισθεί προς το άρθρο 3 ή άλλες πρόνοιες του Νόμου 24/67. Στην υπόθεση Κυριάκου κ.ά. ν. Ταμ. Πλεον. Προσωπικού
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020 κρίναμε πως "βρίσκονται έξω από το πλαίσιο των ρυθμίσεων του ζητήματα σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν διαρκούσας της εργοδότησης και είναι άσχετα προς τον τερματισμό της". Και συναφώς ότι "οι δεδουλευμένοι μισθοί και τα άλλα διεκδικηθέντα και επιδικασθέντα ωφελήματα δεν συνδέονται με τον τερματισμό της απασχόλησης αλλά είναι ποσά πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης και όχι ως εκ του τερματισμού της". Ευθέως δε, στη μεταγενέστερη . Ζαβρού ν. . Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447 η αυτοτελής αξίωση για δεδουλευμένους μισθούς κρίθηκε πως δεν συνιστά εργατική διαφορά με την έννοια του Ν. 24/
  1. Και, εφόσον δεν υπήρχε νόμος που να παρέχει τη δικαιοδοσία γι' αυτή σε άλλο Δικαστήριο, με αναφορά στην Ηλία ν. Αλωνεύτη (ανωτέρω), κρίθηκε ότι η δικαιοδοσία ανήκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει των γενικών διατάξεων του Ν. 14/
  2. Στη βάση, επομένως, των όσων είχαν συζητηθεί πρωτοδίκως, θα απορρίπταμε την έφεση. Υπήρξε όμως νομοθετική εξέλιξη. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67, όπως τροποποιήθηκε). Στο άρθρο 12 του Νόμου εκείνου, (όπως τροποποιήθηκε ειδικά από το Ν. 5/73) προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του. Εντάσσονται σ' αυτή μεταξύ άλλων και εργατικές διαφορές που παραπέμπονται σ' αυτό δυνάμει ρητής διάταξης άλλου Νόμου ή Κανονισμού. Με την παράλληλη πρόνοια του άρθρου 30 του Ν. 24/67 (όπως τροποποιήθηκε ειδικά από το Ν. 6/73) εντάσσονται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του ή και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του. Μετά την έκδοση της απόφασης στην . Ζαβρού ν. . Χαραλάμπους (ανωτέρω) θεσπίστηκε ο περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών (Τροποποιητικός) Νόμος του 1996 Ν. 79(Ι)/96). Το άρθρο 12 τροποποιήθηκε με την προσθήκη νέας παραγράφου, της (ε). ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... . Όπως ορίζει ο Νόμος, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για τα θέματα που προσδιορίζονται, είναι αποκλειστική. (Βλ. συναφώς Στυλιανίδης ν. British American Ins. (ανωτέρω))». Περαιτέρω, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Κυριάκου κ.ά. ν. Ταμείου δια Πλεονάζoν Προσωπικό
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020, 1027, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, πριν την τροποποίηση του άρθρου 12
(1)του Ν. 8/67 με τον τροποποιητικό νόμο 79(Ι)/96, ανέφερε τα εξής: «Είναι σαφές ότι οι δεδουλευμένοι μισθοί και άλλα διεκδικηθέντα και επιδικασθέντα ωφελήματα δεν συνδέονται με τον τερματισμό της απασχόλησης αλλά είναι ποσά πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης και όχι ως εκ του τερματισμού της». Στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd κ. ά. ν. Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα, στις σελ.500-501: «Στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ 517 αποφασίστηκε ότι με το Άρθρο 30
(2)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν.24/67), με το οποίο παρέχεται δικαίωμα προσφυγής σε Επαρχιακό Δικαστήριο, διασφαλίζεται η ευχέρεια διεκδίκησης αποζημιώσεων βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου. Σημειώθηκε ακόμα, στην προαναφερόμενη απόφαση, ότι ο πρωταρχικός σκοπός του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου είναι η προστασία του εργοδοτουμένου από το μονομερή τερματισμό της απασχόλησης του, ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας και δεν επηρεάζει ή καταργεί τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 ή τις αρχές του Κοινού Δικαίου, στο βαθμό που ρυθμίζουν σχέσεις εργασίας ή τις συνέπειες της διαρρήξεώς των. Στην υπόθεση Elbee Ltd (ανωτέρω) τονίστηκε η αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών για εκδίκαση αυτοτελών αξιώσεων που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας. Εξετάσαμε με πολλή προσοχή όλα τα ενώπιον μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η απάντηση στα θέματα που εγείρονται με την υπό εξέταση έφεση βρίσκεται στο λεκτικό του προαναφερόμενου Άρθρου 12
(1)(ε). Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα .» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ΄ αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση. Στην προκείμενη περίπτωση το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα των εφεσειόντων πηγάζει από την κατ' ισχυρισμό συμφωνία των μερών στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας από τον εφεσίβλητο και δεν βασίζεται ούτε και εγείρεται από την ίδια τη σύμβαση εργασίας. Ακόμα, το επίδικο θέμα δεν αφορά στην εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά είναι καθαρά θέμα αθέτησης συμφωνίας, και επομένως εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κατά τόπον αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, στην προκειμένη περίπτωση και υπό το φως της ερμηνείας που δόθηκε στη φράση «αυτοτελείς αξιώσεις» στις πιο πάνω υποθέσεις, θεωρούμε ότι η εν λόγω αξίωση δεν μπορεί να εμπίπτει στον όρο αυτοτελής αξίωση εν τη εννοία του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67 εφόσον δεν μπορεί να θεωρηθεί αξίωση που αφορά δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της Αιτήτριας, ούτε αφορά αξίωση ή ποσό που οφείλεται και είναι πληρωτέο ως εκ της εργοδότησής της αλλά ποσό που αξιώνεται λόγω του τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας. Συνακόλουθα, καταλήγουμε ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν κέκτηται δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 12
(1)(ε) να εκδικάσει την εν λόγω αξίωση της Αιτήτριας. Παρόλο που η Αιτήτρια δεν αξιώνει στο αιτητικό της πληρωμή οφειλόμενων αδειών και δεν έκαμε σχετική αναφορά ούτε στην αγόρευσή της, επειδή η Καθ' ης η αίτηση αγόρευσε σχετικά, αναφέρουμε μόνο ότι η άδεια δεν μπορεί να συσσωρεύεται από έτος σε έτος εκτός εάν υπάρχει συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου και αυτό μπορεί να γίνει για μέγιστη περίοδο 2 ετών[2]. Για όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται ομόφωνα απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση για €14,772.71, με νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ΄ ης η αίτηση έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα €10,000 - €50,000. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής. (Υπ.) ........................................ (Υπ.) .................................................. Ι. Νεοφύτου, Μέλος. Π. Παναγιώτου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το άρθρο 3
(1)του Νόμου έχει ως εξής: «Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι έξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα: Νοείται ότι ο εργοδότης και ο εργοδοτούμενος δύνανται δι' εγγράφου συμβάσεως συναφθείσης κατά τον χρόνον της προσλήψεως του εργοδοτουμένου να παρατείνωσι την υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένην περίοδον συνεχούς απασχολήσεως μέχρις ανωτάτου ορίου εκατόν τεσσάρων εβδομάδων. Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών». [2] Το άρθρο 7
(2)του Ν.8/67 προνοεί ότι: «Διά συμφωνίας μεταξύ του εργοδότου και του εργοδοτουμένου, αι άδειαι δυνατόν να συσσωρεύωνται μέχρις ανωτάτου ορίου ισουμένου προς την άδειαν εις την οποίαν ο εργοδοτούμενος δικαιούται ως προς δύο έτη». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.