Χ. Σ. κ.α. ν. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Αρ. Αίτηση: 410/15, 412/15, 413/15, 414/15, 27/6/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή. Α. Λάμπρου ) Α. Αγγελοδήμου) Μελών. Αρ. Αίτηση: 410/15 Μεταξύ: Χ. Σ. Αιτητή και Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Καθ΄ ων η αίτηση και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου Μεταξύ: Χ. Σ. Αιτητή και Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Καθ΄ ης η αίτηση Αρ. Αίτηση: 412/15 Μεταξύ: Κ. Π. Αιτητή και Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Καθ΄ ης η αίτηση και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου Μεταξύ: Κ. Π. Αιτητή και Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Καθ΄ ης η αίτηση Αρ. Αίτηση: 413/15 Μεταξύ: Α. Α. Αιτητή και Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Καθ΄ ων η αίτηση και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου Μεταξύ: Α. Α. Αιτητή και Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Καθ΄ ης η αίτηση Αρ. Αίτηση: 414/15 Μεταξύ: Σ. Χ. Αιτήτρια και Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Καθ΄ ης η αίτηση και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου Μεταξύ: Σ. Χ. Αιτήτριας και Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Καθ΄ ης η αίτηση Αρ. Αίτηση: 414/15 Μεταξύ: Μ. Χ. Αιτήτρια και Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Καθ΄ ης η αίτηση και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου Μεταξύ: Μ. Χ. Αιτήτριας και Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Καθ΄ ης η αίτηση Ημερομηνία: 27 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Σκορδής Για την Καθ΄ ης η αίτηση: κα. Προδρόμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με τους τροποποιημένους γενικούς λόγους των αιτήσεων εργατικών διαφορών, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι προσλήφθηκαν στη βάση γραπτής συμφωνίας, ότι οι εργοδοτήσεις τους διέπονταν και από συλλογικές συμβάσεις, ότι δικαιούντο σε ετήσια προσαύξηση την 1/1/14 κτλ, σε Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (στο εξής: «ΑΤΑ») που έπρεπε επίσης να προστεθεί στις απολαβές τους από την 1/1/14 και σε εισφορά από τον εργοδότη για Ταμείο Προνοίας ύψους 14% για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2014 και 7% έκτοτε. Περαιτέρω, είναι η δικογραφημένη θέση των Αιτητών ότι διαμαρτυρήθηκαν για τη μη καταβολή των πιο πάνω δικαιωμάτων τους, ότι το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας εξέδωσε την 22/7/14 απόφαση με την οποία δικαιώθηκαν οι θέσεις τους και ζητούν, μεταξύ άλλων, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η μη πληρωμή των προσαυξήσεων και της ΑΤΑ και οι αποκοπές από τους μισθούς τους από τον Ιανουάριο του 2014 είναι παράνομες, διάταγμα με το οποίο να διατάζεται η Καθ' ης η Αίτηση να επαναφέρει τις απολαβές τους στο ύψος που έπρεπε να ήταν την 1/1/14, διάταγμα με το οποίο να διατάζεται η Καθ' ης η Αίτηση να εφαρμόσει τη συλλογική σύμβαση και απόφαση για συγκεκριμένο ποσό ως μέρος των δεδουλευμένων τους, γενικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Η Καθ' ης η Αίτηση με τους τροποποιημένους γενικούς λόγους εμφάνισής της, εγείρει προδικαστική ένσταση και λέγει ότι οι Αιτητές κωλύονται να εγείρουν αξιώσεις που αφορούν την 1/1/14 μέχρι 1/7/14 καθότι έχουν παραγραφεί. Με το τροποποιημένο της δικόγραφο η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι την 29/1/14 δημοσιεύτηκε η Κ.Δ.Π. 29/14, ότι ισχύει και η Κ.Δ.Π. 346/13, ότι αυτές υπερισχύουν οποιασδήποτε μεταξύ των μερών σύμβασης, ότι τόσο οι ετήσιες προσαυξήσεις όσο και η ΑΤΑ καταργήθηκαν με νομοθετική ρύθμιση, ότι οι Αιτητές λάμβαναν τον μισθό τους ανεπιφύλακτα και συνεπώς αποδέχθηκαν την μη καταβολή προσαύξησης και ΑΤΑ και ζητά απόρριψη των αιτήσεων με έξοδα εναντίον των Αιτητών. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ακούσαμε μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Οι Αιτητές, για να υποστηρίξουν τα αιτήματά τους, προσέφεραν την μαρτυρία του κ.Π., ενώ η Καθ' ης η Αίτηση προσκόμισε την μαρτυρία του κ.Ι. και του κ.Δ. Εκτός από την προφορική μαρτυρία, ενώπιόν μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνουμε σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιόν μας υλικό, προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα:
- Η Κυπριακή Εταιρία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής «ΚΕΔΙΠΕΣ») συστάθηκε στις 14 Αυγούστου 2018 ως ιδιωτική Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, είναι θυγατρική εταιρεία της Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής «ΣΕΔΙΠΕΣ») η οποία κατέχει το 100% της ΚΕΔΙΠΕΣ.
- Η ΚΕΔΙΠΕΣ διεξάγει δραστηριότητες που αφορούν τη διαχείριση μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων με άδειες από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου βάσει των περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμων του 2015 και 2018 (Ν.169(I)/15 και N.86(Ι)/2018) και του περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμους του 2017 (Ν.41(I)/17 και Ν.149(I)/17).
- Με βάση σχετικές συμφωνίες, διατάγματα, κανονισμούς και νομοθεσία μεγάλο μέρος του προσωπικού της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας (στο εξής «ΣΚΤ») μεταφέρθηκε στην ΚΕΔΙΠΕΣ και άλλο μεγάλο μέρος στην Ελληνική Τράπεζα, εργοδότηση η οποία θεωρείται συνεχής με την εργοδότησή τους στην ΣΚΤ και υπό τους ίδιους όρους, ενώ άλλο μέρος αποχώρησε δυνάμει σχεδίων εθελούσιας αποχώρησης.
- Ο Αιτητής στην αίτηση 410/15 εργοδοτήθηκε στις 12/4/
- Η εργοδότησή του διέπετο και από τις συλλογικές συμβάσεις που συνάπτονταν. Ο τελευταίος μεικτός μισθός του εν λόγω Αιτητή στις 31/12/2013 ήταν €7.636,46 τον μήνα. Ο εν λόγω Αιτητής λάμβανε 13ο μισθό.
- Σε περίπτωση που οι Αιτητές δικαιωθούν, οι θεραπείες που δικαιούνται είναι οι εξής: α) Ο Αιτητής στην αίτ. με αρ. 410/15 €5.778,
- β) Ο Αιτητής στην αίτ. με αρ. 412/15 €65.268,17 και αναπροσαρμογή μισθού με €420,
- γ) Ο Αιτητής στην αίτ. με αρ. 413/15 €58.322,44 και αναπροσαρμογή μισθού με €200,
- δ) Η Αιτήτρια στην αίτ. με αρ. 414/15 €28.239,
- ε) Η Αιτήτρια στην αίτ. με αρ. 415/15 €28.140,
- Την 12/1/12 υπεγράφη Συμφωνία μεταξύ της Ένωσης Τραπεζικών Υπαλλήλων Κύπρου (στο εξής «η ΕΤΥΚ») και Κυπριακού Εργοδοτικού Συνδέσμου Τραπεζών για τα έτη 2011 - 2013, Τεκμήριο
- Στην εν λόγω Συμφωνία προβλέπεται ότι «Το 2012 και το 2013 δεν θα παραχωρηθούν οι ετήσιες προσαυξήσεις και η ΑΤΑ».
- Την 4/10/13 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα Διάταγμα με το οποίο, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 13
(9)«Οι πάσης φύσης μεταβλητές αποδοχές του προσωπικού της ΣΚΤ και των ΣΠΙ καταργούνται», Κ.Δ.Π. 346/13, Τεκμήριο
- Την 21/1/14 η ΣΚΤ απευθύνθηκε με επιστολή της στην ΕΤΥΚ και απέστειλε σχετική πρόταση για μισθολογικές μειώσεις υπαλλήλων στην οποία αναφέρεται ότι «Νοείται ότι για τη διάρκεια της σύμβασης αυτής δεν θα παραχωρούνται ετήσιες προσαυξήσεις και ΑΤΑ», Τεκμήριο
- Η εν λόγω περίοδος καθορίστηκε ότι θα ήταν από την 1/1/14 - 31/12/
- Την επόμενη ημέρα η ΣΚΤ απέστειλε εκ νέου επιστολή προς την ΕΤΥΚ στην οποία ανέφερε ότι η προηγούμενη πρότασή τους αποσύρεται σε περίπτωση μη αποδοχής της μέχρι την 14:30 της 24/1/14, Τεκμήριο
- Την 23/1/14 η ΕΤΥΚ απάντησε στην ΚΣΤ και ανέφερε ότι «είναι απαράδεκτο . να αποστέλλει, εν είδη τελεσιγράφου, τα αιτήματά της στους εκπροσώπους των εργαζομένων της .» και ότι «το Προεδρείο . μελετά την εισήγησή σας, και είμαστε πρόθυμοι να προχωρήσουμε σε άμεση συνάντηση για συζήτηση των προτάσεων σας καθώς και αυτών» που θα κατέθεταν οι ίδιοι, Τεκμήριο
- Την 29/1/14 η ΣΚΤ απέστειλε νέα πρόταση στην οποία αναφέρεται ότι «Από 1.1.2014 - 1.1.2018 δεν θα παραχωρηθούν οι ετήσιες προσαυξήσεις και ΑΤΑ. Σε περίπτωση που το κράτος αποφασίσει την αποπαγοποίησης της ΑΤΑ και των μισθολογικών αυξήσεων / προσαυξήσεων, τότε τα δύο μέρη θα προσέλθουν σε διάλογο», Τεκμήριο
- Την 29/1/14 η ΕΤΥΚ σε επιστολή της προς την ΣΚΤ αναφέρει ότι η νέα πρόταση της ΣΚΤ είναι χειρότερη από την προηγούμενη και δεν γίνεται αποδεκτή, Τεκμήριο
- Την 29/1/14 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα η Κ.Δ.Π. 29/14, Τεκμήριο
- Διεξήχθη διαδικασία εργατικής διαφοράς στο Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και το εν λόγω Υπουργείο με απόφαση του ημερομηνίας 22/7/14 θεωρεί ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει υποχρέωση να καταβάλει στους Αιτητές την ετήσια προσαύξηση και την ΑΤΑ για το έτος 2014, Τεκμήριο
- Την 8/9/14 η ΣΚΤ σε επιστολή της προς την ΕΤΥΚ ανέφερε ότι σε σχέση με τα αιτήματά της για ανανέωση της συλλογικής σύμβασης είναι η μη καταβολή ετήσιας προσαύξησης και ΑΤΑ μέχρι και το τέλος του 2016 και ότι αυτό εκ παραδρομής δεν σημειώθηκε στον κατάλογο με τα αιτήματά τους, Τεκμήριο
- Την 6/10/14 η ΕΤΥΚ ανέφερε μεταξύ άλλων στη ΣΚΤ ότι το εν λόγω αίτημα υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, Τεκμήριο
- Ο μοναδικός μάρτυρας για τους Αιτητές ήταν ο κ.Π. ο οποίος είναι ο αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας της ΕΤΥΚ. Ο κ.Π. ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η Καθ' ης η Αίτηση με βάση τις πρόνοιες της Συλλογικής Σύμβασης είχε υποχρέωση τον Ιανουάριο του 2014 να καταβάλει προς τους Αιτητές την ετήσια προσαύξηση βάση των συμφωνηθέντων μισθολογικών κλιμάκων καθώς και την αυξημένη ΑΤΑ και ότι το ίδιο ισχύει και για τα επόμενα έτη. Ήταν η θέση του κ.Π. ότι η ΕΤΥΚ διαμαρτυρήθηκε εκ μέρους των Αιτητών για την άρνηση της Καθ' ης η Αίτηση να τους αποδώσει την οφειλόμενη και συμφωνημένη προσαύξηση καθώς και την ΑΤΑ για το έτος 2014 και για κάθε επόμενο έτος, ότι διεξήχθη διαδικασία εργατικής διαφοράς στο Υπουργείο Εργασίας και ότι την 22/07/14 το Υπουργείο με απόφασή του δικαίωσε τους Αιτητές. Περαιτέρω, ο κ.Π. ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής στην αίτ. με αρ. 410/15 αφυπηρέτησε την 31/12/15 με βασικό ακαθάριστο μισθό την 31/12/13 €7.636,46, ότι ο Αιτητής στην αίτ. με αρ. 412/15 εξακολουθεί να εργοδοτείται στην Καθ' ης η Αίτηση με βασικό ακαθάριστο μισθό την 31/12/13 €2.809,33, ότι ο Αιτητής στην αίτ. με αρ. 413/15 εξακολουθεί να εργοδοτείται από την Καθ' ης η Αίτηση με βασικό ακαθάριστο μισθό την 31/12/13 €3.964,27, ότι η Αιτήτρια στην αίτ. με αρ. 414/15 μεταφέρθηκε την 31/08/18 στην Ελληνική Τράπεζα με βασικό ακαθάριστο μισθό την 31/12/13 €3.519,87 και ότι η Αιτήτρια στην αίτ. με αρ.415/15 μεταφέρθηκε την 31/08/18 στην Ελληνική Τράπεζα με βασικό ακαθάριστο μισθό την 31/12/13 €3.696,
- Ο κ.Π. ισχυρίστηκε επίσης ότι το εκδοθέν διάταγμα, Τεκμήριο 2, δεν αφορά τις ετήσιες προσαυξήσεις και την ΑΤΑ, ότι πριν την έκδοση του εν λόγω διατάγματος υπήρξαν διαπραγματεύσεις μεταξύ της ΕΤΥΚ και της Καθ' ης η Αίτηση, ότι η ΕΤΥΚ δεν αποδέχθηκε να παγοποιηθούν οι ετήσιες προσαυξήσεις και η ΑΤΑ και ότι είχαν επιδείξει καλή διάθεση και συζητούσαν για σοβαρές μειώσεις στους μισθούς. Αντεξεταζόμενος, ο κ.Π. ισχυρίστηκε ότι η ετήσια προσαύξηση δεν είναι μεταβλητή αποδοχή, ότι δεν εφαρμόστηκε ποτέ πολιτική κατακράτησης προσαύξησης συνεπεία πλημμελούς εκτέλεσης καθηκόντων, ότι ο κάθε υπάλληλος ανάλογα με την κλίμακα που του αντιστοιχεί λαμβάνει ετήσια προσαύξηση, ότι εκτός από το 2012 και 2013 που ίσχυε η περιοριστική αναφορά για όλα τα επόμενα χρόνια τα μέλη τους δικαιούντο να λαμβάνουν ετήσια προσαύξηση και ΑΤΑ και ότι πριν τον Ιανουάριο του 2014 η ΕΤΥΚ συμμετείχε σε διαβούλευση για συμφωνία νέας συλλογικής σύμβασης στη βάση αιτήματος της διεύθυνσης της ΣΚΤ για μείωση μισθών και ωφελημάτων αλλά δεν υπήρξε σχετική συμφωνία. Περαιτέρω, ο κ.Π., ισχυρίστηκε ότι η διεύθυνση της ΣΚΤ έθετε ως αίτημα την παγοποίηση ετήσιων προσαυξήσεων και ΑΤΑ και ότι η ΕΤΥΚ μέχρι την ημέρα έκδοσης διατάγματος διαπραγματευόταν. Ήταν επίσης η θέση του κ.Π. ότι η ετήσια προσαύξηση και η ΑΤΑ δεν καταργήθηκαν με τα Τεκμήρια 1 και 2 και δεν αποδέχθηκε τη θέση ότι οι Αιτητές έκτοτε λάμβαναν ανεπιφύλακτα και χωρίς διαμαρτυρία το μισθό τους εφόσον αποτάθηκαν στην ΕΤΥΚ και ισχυρίστηκε ότι η ΕΤΥΚ χειρίστηκε το θέμα και υπέβαλε γραπτή καταγγελία στο Υπουργείο Εργασίας που είναι ο θεματοφύλακας του Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων. Τέλος, ο κ.Π. αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι με βάση τα εργασιακά θέσμια του τόπου οι αποφάσεις του Υπουργείου Εργασίας τηρούνται και είναι δεσμευτικές, ότι η Καθ' ης η Αίτηση ορίζει στο σημείο 4
(1)της Πολιτικής Αποδοχών και Παραχώρησης Ωφελημάτων της ημερ. 22/01/21, Τεκμήριο 14, τι εστί μεταβλητές αποδοχές και ότι είναι γνωστό ότι τόσο οι ετήσιες προσαυξήσεις όσο και η ΑΤΑ αποτελούν μέρος του μισθού. Ο πρώτος μάρτυρας για την Καθ' ης η Αίτηση ήταν ο κ.Ι., ο οποίος είναι Διευθυντής Διεύθυνσης Λειτουργικών, Διοικητικών Εργασιών και Εξυπηρέτησης Χαρτοφυλακίου της ΚΕΔΙΠΕΣ, θυγατρικής εταιρείας της ΣΕΔΙΠΕΣ, της οποίας είναι ο Γενικός Διευθυντής - Γραμματέας και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν ο Ανώτερος Διευθυντής Διεύθυνσης Διοικητικών και Λειτουργικών Εργασιών και ο αρμόδιος προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της ΣΚΤ. Ο κ.Ι. ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι πριν την έκδοση σχετικού διατάγματος, έγιναν διαβουλεύσεις με τις συντεχνίες με επιδίωξη όλων την εξεύρεση κοινού τρόπου και μεθοδολογίας για αναλογική μείωση των μισθών όλων των υπαλλήλων, ότι την 31/01/14 οι Συντεχνίες ΣΕΚ, ΠΕΟ και ΠΑΣΥΔΥ συναίνεσαν στην προτεινόμενη μείωση, ότι η ΕΤΥΚ επικαλέστηκε «αγεφύρωτο χάσμα θέσεων και απόψεων» και αποχώρησε από τις διαβουλεύσεις και ότι το σκεπτικό της ΕΤΥΚ ήταν ότι το προσωπικό της ΣΚΤ θα έπρεπε να υποστεί λιγότερη μείωση στους μισθούς ως αντιστάθμισμα του επιπρόσθετου κόστους που επωμίστηκε από την μη καταβολή ΑΤΑ. Ήταν η θέση του κ.Ι. ότι λόγω της αρνητικής στάσης της ΕΤΥΚ να αποδεχθεί μείωση μισθών το Υπουργείο Οικονομικών υποχρεώθηκε να προχωρήσει με την έκδοση του Διατάγματος. Ήταν περαιτέρω η θέση του κ.Ι. ότι εφόσον υπήρξε νομοθετική ρύθμιση με την οποία οι ετήσιες προσαυξήσεις και η ΑΤΑ καταργήθηκαν ήταν υποχρεωμένοι να την ακολουθήσουν, ότι η συλλογική σύμβαση, Τεκμήριο 3, αφορά τα έτη 2012 - 2013 και ότι είναι νενομισμένη πρακτική σε περίπτωση μη υπογραφής νέας συλλογικής σύμβασης να συνεχίζουν να ισχύουν οι πρόνοιες της προηγούμενης. Ο κ.Ι. ισχυρίστηκε επίσης ότι η απόφαση του Υπουργείου Εργασίας δεν δεσμεύει την Καθ' ης η Αίτηση. Αντεξεταζόμενος ο κ.Ι., ισχυρίστηκε ότι η μείωση μισθών, η παγοποίηση ΑΤΑ και προσαυξήσεων έπρεπε να είναι «ομοιόμορφα» για όλο το προσωπικό κατόπιν συμφωνίας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού, ότι το 2012 - 2014 ήταν υπάλληλος της ΣΚΤ, ότι υπέστη «κόστος» 7 - 8% επί του μισθού του και ότι πλήρωσε μεγαλύτερο τίμημα από τους υπαλλήλους των Συνεργατικών Εταιρειών. Περαιτέρω, ο κ.Ι. ισχυρίστηκε ότι η ανάγκη για ενιαία μείωση μισθών, παγοποίηση ΑΤΑ και προσαυξήσεων υποδείχθηκε από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού, ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα εφαρμογής κάτι διαφορετικού, ότι την 31/01/14 το Τεκμήριο 2 βρισκόταν σε ισχύ, ότι η πρόνοια για μη παραχώρηση ΑΤΑ και προσαυξήσεων στη Συμφωνία μεταξύ της ΣΚΤ και των Συντεχνιών ΣΕΚ, ΠΕΟ και ΠΑΣΥΔΥ, Τεκμήριο 25, «ήταν θέμα απλώς διευκρινιστικό», ότι το Υπουργείο Εργασίας δεν είχε υπόψη του τα Διατάγματα Τεκμήρια 1 και 2 όταν εξέδιδε την απόφασή του για τις προσαυξήσεις και ΑΤΑ των Αιτητών και δεν συμφώνησε ότι οι ετήσιες προσαυξήσεις και η ΑΤΑ δίνονταν αυτόματα. Ο δεύτερος μάρτυρας για την Καθ' ης η Αίτηση ήταν ο κ.Δ. ο οποίος ήταν Οικονομικός Λειτουργός Α' στο Υπουργείο Οικονομικών, την 09/09/13 διορίστηκε ως προϊστάμενος της μονάδας διαχείρισης και την 22/05/19 τοποθετήθηκε στη Διοίκηση του Υπουργείου, ήτοι στη διεύθυνση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Ήταν η θέση του κ.Δ. κατά την κυρίως εξέτασή του ότι κατά τον επίδικο χρόνο οι κυριότερες αρμοδιότητες και καθήκοντά του ήταν η διεκπεραίωση όλων των απαιτούμενων διοικητικών καθηκόντων, η διαχείριση της συμμετοχής της Δημοκρατίας ως μετόχου στην ιδιοκτησιακή δομή της ΣΚΤ και του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης, η διασφάλιση της συμμόρφωσης με όρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για παροχή κρατικής ενίσχυσης στην ΣΚΤ, η παρακολούθηση και αξιολόγηση των σχεδίων αναδιάρθρωσης της ΣΚΤ, η συμμετοχή ως παρατηρητή και χωρίς δικαίωμα ψήφου στις συνεδρίες της Επιτροπείας της ΣΚΤ και η αξιολόγηση και παρακολούθηση της οικονομικής κατάστασης της ΣΚΤ. Ο κ.Δ. ισχυρίστηκε ότι ο Συνεργατικός Πιστωτικός Τομέας, (στο εξής: «ΣΠΤ») ανακεφαλαιοποιήθηκε το 2013 από την Κυπριακή Δημοκρατία με κεφάλαια ύψους 1,5 δις καθιστώντας την Δημοκρατία τον κύριο μέτοχο του με ποσοστό 99%, ότι τον Σεπτέμβριο του 2013 το «Eurogroup» ενέκρινε την παραχώρηση του εν λόγου ποσού με σκοπό την ανακεφαλαιοποίηση της ΣΚΤ και ότι ήταν απαραίτητη προϋπόθεση η έγκριση του σχεδίου αναδιάρθρωσης από την Ε.Ε. Ήταν η θέση του κ.Δ. ότι οι μειώσεις στους μισθούς και τα ωφελήματα των υπαλλήλων του πρώην ΣΠΤ αποτελούσαν έναν από τους κύριους όρους της Τρόικα για έγκριση της ανακεφαλαιοποίησης του, ότι η ανακεφαλαιοποίηση έπρεπε να συνάδει με τους Κοινοτικούς Κανόνες Κρατικών Ενισχύσεων, ότι μια ουσιώδης αρχή τους είναι το «Burden Sharing» και ότι στις 04/10/13 εκδόθηκε και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας το πρώτο και βασικό διάταγμα του Υπουργού Οικονομικών για την ανακεφαλαιοποίηση της ΣΚΤ, Τεκμήριο 2 το οποίο καθόρισε τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανακεφαλαιοποίηση. Επιπλέον, ο κ.Δ. ισχυρίστηκε ότι την 21/10/13 σε συνάντηση στο Υπουργείο Οικονομικών επεξηγήθηκε η συμφωνημένη στρατηγική για την ανακεφαλαιοποίηση και αναδιάρθρωση του ΣΠΤ και τα μέτρα που περιλαμβάνονταν στο σχέδιο που κάλυπτε την περίοδο 2013 - 2018, ότι σε αυτή έγινε ρητή και σαφής αναφορά σε παγοποίηση της Α.Τ.Α. και των προσαυξήσεων και ότι στην εν λόγω συνάντηση εκπροσωπείτο η ΕΤΥΚ με τον κ.Π. Ως η θέση του κ.Δ., τα μέτρα μείωσης του κόστους προσωπικού περιλάμβαναν ενιαίο σύστημα αποκοπών ύψους 15% σε όλους τους υπαλλήλους, εισαγωγή σχεδίου εθελοντικής αφυπηρέτησης για την αποχώρηση 669 υπαλλήλων, απολύσεις προσωπικού, δημιουργία ενιαίου μισθολογίου αναλόγως της θέσης και των καθηκόντων και δυνατότητα μεταφοράς προσωπικού. Για όλα τα πιο πάνω ο κ.Δ. ισχυρίστηκε ότι υπήρχε ρητός χρονικός περιορισμός μέχρι τα τέλη του Ιανουαρίου του
- Ο κ.Δ. ισχυρίστηκε επίσης ότι οι προσπάθειες που έγιναν από τον Υπουργό Οικονομικών για συνάντηση με την ΕΤΥΚ δεν καρποφόρησαν, ότι λόγω της άρνησης της ΕΤΥΚ να δεχθεί μειώσεις μισθών η μονάδα διαχείρισης ετοίμασε τροποποιητικό διάταγμα, ότι το διάταγμα έτυχε της έγκρισης της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ε.Ε. και νομοτεχνικού ελέγχου από τη Νομική Υπηρεσία, Τεκμήριο 1, ότι στο εν λόγω διάταγμα περιλήφθηκε και η επιβολή μείωσης αποδοχών και ωφελημάτων, ότι η αναφορά στο Τεκμήριο 2 σε μεταβλητές αποδοχές αφορά στην Α.Τ.Α. και στις προσαυξήσεις, ότι αν οι προσαυξήσεις και η Α.Τ.Α. δεν παγοποιούντο θα αυξάνετο το μισθολογικό κόστος και ότι αυτό θα ήταν ενάντια στους όρους παραχώρησης της κρατικής ενίσχυσης. Ο κ.Δ. ισχυρίστηκε ότι στον ευρύτερο δημόσιο τομέα οι μισθοί παρέμειναν στάσιμοι χωρίς προσαυξήσεις, ότι το Υπουργείο Οικονομικών δεν είχε ενημέρωση για την καταγγελία και την απόφαση του Υπουργείου Εργασίας και ότι για την έκδοσή της θα έπρεπε να είχαν ληφθεί υπόψη τα διατάγματα, Τεκμήρια 1 και 2 και η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αντεξεταζόμενος ο κ.Δ. ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε στις συνεδρίες της επιτροπείας της ΣΚΤ, ότι ήταν ενήμερος ότι υπήρχε εργατική διαφορά κατόπιν ενημέρωσης στις εν λόγω συνεδρίες, ότι ο λόγος έκδοσης των διαταγμάτων ήταν η διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ότι απαγορεύετο οποιαδήποτε παραχώρηση μεταβλητών αποδοχών μετά τις 04/10/13, ότι ήταν όλοι υπόχρεοι να ακολουθούν τα διατάγματα και ότι το Τεκμήριο 1 πρέπει να ήταν έτοιμο όχι περισσότερο από μία εβδομάδα πριν τη δημοσίευσή του. Τέλος, ο κ.Δ. ισχυρίστηκε ότι από τον Ιανουάριου του 2014 διαφαίνετο ότι δεν θα υπήρχε συμφωνία εφόσον η ΕΤΥΚ έθετε ως κύριο θέμα την παραχώρηση Α.Τ.Α. και προσαυξήσεων και ότι για το Υπουργείο Οικονομικών το θέμα είχε λυθεί από τις 04/10/
- Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων. Παρατηρούμε ότι στην ουσία και οι τρεις μάρτυρες επανέλαβαν τις θέσεις τους σε σχέση με το τι οι ίδιοι θεωρούν ότι η Καθ' ης η Αίτηση όφειλε να κάμει σε σχέση με καταβολή ΑΤΑ και προσαυξήσεων από την 1/1/14 και το τι αποτελούν μεταβλητές αποδοχές. Οι εν λόγω προσωπικές απόψεις που εκφράστηκαν σε σχέση με τα πιο πάνω νομικά θέματα θα αγνοηθούν. Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Π. παρατηρούμε ότι γενικά αυτός παρέμεινε σταθερός στα όσα ανέφερε και δεν υπέπεσε σε ουσιαστικές αντιφάσεις. Δεν μπορούμε να δεχτούμε όμως τη θέση του κ.Π. ότι η πρόνοια με αρ. 43 του Τεκμηρίου 27 δεν ίσχυε επειδή δεν είναι υπογεγραμμένη. Από το εν λόγω Τεκμήριο προκύπτει ότι το κείμενο που ακολουθεί, συμπεριλαμβανομένου και του σημείου 43, είναι το κείμενο της κωδικοποιημένης συλλογικής σύμβασης εργασίας. Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Ι. παρατηρούμε ότι αυτός υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, ο κ.Ι. αρχικά αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι το Υπουργείο Εργασίας δεν είχε υπόψη του κατά την εξέταση των παραπόνων των Αιτητών τα Διατάγματα, Τεκμήρια 1 και 2, στη συνέχεια της αντεξέτασής του ανασκεύασε και ισχυρίστηκε ότι το Υπουργείο Εργασίας ασχολήθηκε με τα εν λόγω Διατάγματα. Σε υπόδειξη της αντίθεσης, ο κ.Ι. δεν διευκρίνισε και ανέφερε μόνο ότι η απόφαση του Υπουργείου Εργασίας δεν μπορούσε να εφαρμοστεί λόγω των Τεκμηρίων 1 και
- Επιπλέον, σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Ι. παρατηρούμε ότι στην κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 και την παγοποίηση της ΑΤΑ και των προσαυξήσεων αυτό που καθόρισε «τις περαιτέρω εξελίξεις σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα» ήταν το Διάταγμα που εκδόθηκε το 2014, ήτοι το Τεκμήριο
- Δηλαδή ο κ.Ι. ισχυρίστηκε ότι το θέμα της ΑΤΑ και των προσαυξήσεων δεν καθορίστηκαν με το Τεκμήριο 2 αλλά με το Τεκμήριο
- Δεν μπορούμε να πιστέψουμε τη θέση του κ.Ι. ότι δεν θυμόταν κατά πόσο ο ίδιος συμμετείχε στη διαδικασία του Υπουργείου Εργασίας. Ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ο κ.Ι. ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση μη υπογραφής νέας σύμβασης συνεχίζει να ισχύει η προηγούμενη και συνεπώς ότι το Τεκμήριο 3 συνέχισε να ισχύει και το 2014, αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι με βάση τη συμφωνία Τεκμήριο 3 το 2014 επανήλθε η πρόνοια για καταβολή ΑΤΑ και Προσαυξήσεων και ισχυρίστηκε ότι δεν επιτρέπονταν οι εν λόγω πληρωμές επειδή τα διατάγματα τις απαγόρευαν και όχι επειδή συνέχισαν να ισχύουν οι σχετικές πρόνοιες του Τεκμηρίου
- Περαιτέρω, παρατηρούμε ότι ενώ ο κ.Ι. συμφώνησε ότι οι υπαλλήλοι της πρώην ΣΚΤ υπέστηκαν μεγαλύτερο κόστος από τους υπαλλήλους των ΣΠΙ, ο κ.Δ. διαφώνησε με την εν λόγω άποψη. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του κ.Ι. περιορίστηκε στο τι ο ίδιος θεωρεί ότι συμπεριλαμβάνεται στην έννοια μεταβλητές αποδοχές ως αυτή αναφέρεται στο Τεκμήριο 2, απόψεις οι οποίες, ως αναφέρουμε ανωτέρω, θα αγνοηθούν. Ο κ.Δ. υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε την αντίφαση σε σχέση με το κατά πόσο το Υπουργείο Οικονομικών ήταν ενήμερο για την εργατική διαφορά που εξέταζε το Υπουργείο Εργασίας. Ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ο κ.Δ. ισχυρίστηκε ότι το Υπουργείο Οικονομικών δεν ήταν ενήμερο για την εν λόγω εργατική διαφορά, αντεξεταζόμενος διαφοροποίησε την εν λόγω θέση και ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ενημερώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο για την ύπαρξη της εν λόγω εργατικής διαφοράς από τη συμμετοχή τους στις Συνεδρίες της ΣΚΤ. Ο κ.Δ. δεν απάντησε σε επανειλημμένες ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέτασή του και αφορούσαν στο γιατί μετά την έκδοση του Τεκμηρίου 2 συνέχισε να γίνεται αναφορά στις συζητήσεις με την ΕΤΥΚ για την κατάργηση της ΑΤΑ και των προσαυξήσεων, παρά μόνο ανέφερε το εν λόγω Διάταγμα ίσχυε από την 4/10/13 και δέσμευε όλους. Ο κ.Δ. ενώ αρχικά αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο συμμετείχε στις συνεδρίες της Επιτροπείας της ΣΚΤ, στη συνέχεια της αντεξέτασής του ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε. Δεν μπορούμε να δεχθούμε τον ισχυρισμό της Καθ' ης η Αίτηση για ύπαρξη κωλύματος στη διεκδίκηση των αιτούμενων θεραπειών συνεπεία παραγραφής επειδή οι Αιτητές λάμβαναν από την 1/1/14 αδιαμαρτύρητα το μισθό τους εφόσον, μεταξύ άλλων, η θέση του κ.Π. ότι οι Αιτητές διαμαρτυρήθηκαν εξ αρχής σχετικά μέσω της ΕΤΥΚ δεν αμφισβητήθηκε, παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδεχόμαστε. Εν όψει των πιο πάνω, δεχόμαστε ότι οι Αιτητές δεν έλαβαν προσαύξηση και ΑΤΑ από την 1/1/14, ότι δεν συναίνεσαν στα πιο πάνω, ότι διεκδίκησαν μέσω της ΕΤΥΚ τις εν λόγω καταβολές, ότι έκαναν καταγγελία στο Υπουργείο Εργασίας και ότι το εν λόγω Υπουργείο δικαίωσε τους Αιτητές και κάλεσε την Καθ' ης η Αίτηση να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους. Με την παρούσα αίτηση, όπως αναφέρουμε ανωτέρω, οι Αιτητές ζητούν καταβολή ΑΤΑ και προσαυξήσεων από την 1/1/14, εφόσον θεωρούν ότι οι προσαυξήσεις και η ΑΤΑ παγοποιήθηκαν μόνο για τα έτη 2012 και
- Από την άλλη, η Καθ' ης η Αίτηση θεωρεί ότι τόσο οι προσαυξήσεις και η ΑΤΑ έχουν καταργηθεί με την ΚΔΠ 346/13, Τεκμήριο 2 εφόσον αποτελούν μεταβλητές αποδοχές. Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο η πρόνοια του Τεκμηρίου 2 για κατάργηση των μεταβλητών αποδοχών αφορούσε στην κατάργηση πληρωμής προσαυξήσεων και ΑΤΑ. Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο αποτελεί ερμηνευτικό αξίωμα ότι, όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, ο Νόμος πρέπει να εφαρμόζεται ως έχει. (Βλ. The Cyprus Cement Company Limited v. Republic
(1974)3 C.L.R. 514, Ghalanos Distributors Ltd v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, Μακεδόνας v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348 και Κυριακίδης κ.α. v. Δικηγοροπούλου κ.α.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1164). Στην απόφαση πλειοψηφίας στην υπόθεση Γεωργίου v. Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων
(1999)1 Α.Α.Δ. 384, 389 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπου το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη (Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2, Income Tax Commissioners v. Pamsel [1891] A.C. 531, 543, Pilabakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2 C.L.R. 429). Εφόσον το νόημα ενός νόμου είναι απλό το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διερευνήσει την σοφία του. Δεν είναι καθήκον του δικαστηρίου να καταστήσει τον Νόμο λογικό αλλά να τον ερμηνεύσει όπως έχει σύμφωνα με το ορθό νόημα του λεκτικού του (Sutters v. Briggs [1922] 1 A.C. 1, 8, Kanaris v. Tosoum
(1969)1 C.L.R. 637, 643). Δεν είναι επιτρεπτή η προσθήκη λέξεων στο κείμενο του Νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στο Νόμο (Papaneophytou v. Republic
(1973)3 C.L.R. 191, 204).» Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Κλεοβούλου v. Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων
(2013)1Α Α.Α.Δ. 480. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Νικολάου v. Βασιλείου
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1566, 1574, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διατύπωση του Νόμου είναι σαφής. Ο Νομοθέτης με απλή και καθαρή γλώσσα έχει θέσει σαν προϋπόθεση για την έγκυρη έγερση αγωγής την αποστολή έγγραφης γνωστοποίησης προς το Γενικό Εισαγγελέα. Το λεκτικό του Νόμου είναι τόσο καθαρό που δεν επιδέχεται οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να το ερμηνεύσει και εφαρμόσει σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη έννοιά του.» Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd (ανωτέρω), στη σελ. 533: «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη.» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.α.
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1358, όπου αναφέρθηκε ότι: «Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες.» Άλλωστε όπως λέχθηκε στην υπόθεση Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59, 64: «Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου. (Βλ. Δημοκρατία v. Ματθαίου, Αναθεωρητική Έφεση 832, ημερ. 12.7.1990. Βλ. επίσης Halsbury's Laws of England, Τέταρτη Έκδοση, Τόμος 44, παραγρ. 863 - 873). Η ερμηνεία πρέπει να είναι τέτοια που να μην οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, αλλά στη λειτουργικότητα των νόμων. (Βλ. Δημοκρατία v. Αντωνίου και Άλλων).» Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ματθαίου
(1990)3Δ Α.Α.Δ. 2452 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη σωστή ερμηνεία νόμου στις σελ.2473-2474: «Όπου το λεκτικό είναι σαφές, το Δικαστήριο ερμηνεύει το νόμο με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Όπου υπάρχει ασάφεια, ολόκληρο το σχετικό μέρος του νόμου ή ολόκληρος ο νόμος εξετάζονται. Λαμβάνονται υπόψη η κατάσταση της νομοθεσίας το χρόνο θέσπισης του νόμου και η ανάγκη ή το κακό που σκόπευε να ικανοποιήσει ή θεραπεύσει. Η χρήση λεξικών δεν είναι επιτρεπτή στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο ερμηνεύει νομοθετική διάταξη με αναφορά στο κακό ή την ανάγκη που ο νομοθέτης επιδίωξε να ικανοποιήσει ή θεραπεύσει. Παρόλον ότι οι λέξεις σε ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη σημασία τους, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το αντικείμενο και ο σκοπός του νόμου, οπότε και οι λέξεις ερμηνεύονται με βάση τα συμφραζόμενα, παρά με την αυστηρή ετυμολογική ή συνήθη σημασία τους. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 44, παράγραφοι 863-873.)» Επίσης χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 89: «Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας, ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη.» Η ερμηνεία της λέξης «μεταβλητή» σε λεξικό[1] είναι «η δυνάμενη να μεταβληθεί». Η ερμηνεία της λέξης «μεταβλητός» είναι «αυτός που υπόκειται σε μεταβολές, που εύκολα μπορεί να μεταβληθεί»[2] ενώ η ερμηνεία της λέξης «variable» είναι μεταξύ άλλων «susceptible or admitting of increase or diminution in respect of size, number, amount, or degree», «liable to vary», «alterable», «that may be varied, changed or modified».[3] Χρήσιμη αναφορά σε σχέση με το τι συμπεριλαμβάνεται στον όρο «μεταβλητές αποδοχές» μπορεί να γίνει στην Ευρωπαϊκή Οδηγία «DIRECTIVE 2013/36/EU OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL of 26 June 2013 on access to the activity of credit institutions and the prudential supervision of credit institutions and investment firms, amending Directive 2002/87/EC and repealing Directives 2006/48/EC and 2006/49/EC», όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «When considering the policy on variable remuneration a distinction should be made between fixed remuneration, which includes payments, proportionate regular pension contributions, or benefits (where such benefits are without consideration of any performance criteria), and variable remuneration, which includes additional payments, or benefits depending on performance or, in exceptional circumstances, other contractual elements but not those which form part of routine employment packages (such as healthcare, child care facilities or proportionate regular pension contributions). Both monetary and non-monetary benefits should be included». «the remuneration policy, taking into account national criteria on wage setting, makes a clear distinction between criteria for setting: (
- i)basic fixed remuneration, which should primarily reflect relevant professional experience and organisational responsibility as set out in an employee's job description as part of the terms of employment; and (
- ii)variable remuneration which should reflect a sustainable and risk adjusted performance as well as performance in excess of that required to fulfil the employee's job description as part of the terms of employment». Στην Ευρωπαϊκή Οδηγία ««Directive (EU) 2019/2034 of the European Parliament and of the Council of 27 November 2019 on the prudential supervision of investment firms and amending Directives 2002/87/EC, 2009/65/EC, 2011/61/EU, 2013/36/EU, 2014/59/EU and 2014/65/EU», αναφέρονται τα ακόλουθα: «the remuneration policy, taking into account national rules on wage setting, makes a clear distinction between the criteria applied to determine the following: (
- i)basic fixed remuneration, which primarily reflects relevant professional experience and organisational responsibility as set out in an employee's job description as part of his or her terms of employment; (
- ii)variable remuneration, which reflects a sustainable and risk adjusted performance of the employee, as well as performance in excess of the employee's job description;» Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (European Banking Authority) σε Έκθεσή της,[4] σε σχέση με την τελευταία πιο πάνω αναφερόμενη Οδηγία του 2019, καταγράφει τα ακόλουθα: «Staff should be informed about the characteristics of their variable remuneration, as well as the process and criteria that will be used to assess the impact of their professional activities on the risk profile of the investment firm and their variable remuneration. In particular, the appraisal process with regard to the individual's performance should be properly documented and should be transparent to the staff concerned». «Remuneration is fixed where the conditions for its award and its amount: a. are based on predetermined criteria; b. are non-discretionary reflecting the level of professional experience and seniority of staff; c. are transparent with respect to the individual amount awarded to the individual staff member; d. are permanent, i.e. maintained over a period tied to the specific role and organisational responsibilities; e. are non-revocable; the permanent amount is only changed via collective bargaining or following renegotiation in line with national criteria on wage setting; f. cannot be reduced, suspended or cancelled by the investment firm; g. do not provide incentives for risk assumption; h. do not depend on performance». Με βάση τα πιο πάνω, σταθερές και μη μεταβλητές αποδοχές είναι οι απολαβές που παραχωρούνται για εργασία χωρίς να υφίστανται οποιαδήποτε κριτήρια (without consideration of any performance criteria), που χορηγούνται δηλαδή χωρίς να πρέπει προηγουμένως να ικανοποιηθούν στόχοι και χωρίς να υπάρχουν κριτήρια απόδοσης. Οι εν λόγω απολαβές χορηγούνται δικαιωματικά και κατά τρόπο γενικό. Με λίγα λόγια, οι σταθερές και μη μεταβλητές αποδοχές δίνονται αυτόματα και ανεξαρτήτως απόδοσης, είναι δεδομένες και αδιαπραγμάτευτες και δίνονται χωρίς να υπάρχει διακριτική ευχέρεια για μη καταβολή τους. Από την άλλη, μεταβλητές αποδοχές είναι οι αποδοχές που δίνονται όταν ικανοποιούνται κριτήρια απόδοσης, όταν δηλαδή για να χορηγηθούν πρέπει να ικανοποιηθούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Μεταβλητές είναι συνεπώς οι αποδοχές που μεταβάλλονται συνεπεία κριτηρίων απόδοσης (performance criteria), ήτοι συνεπεία αποτελέσματος, επιτευγμάτων, εκπλήρωσης στόχων, επίδειξης ικανοτήτων ή ικανοποίησης προϋποθέσεων.[5] Στην Ελλάδα, όπως αναφέρει ο Ζερδελής στο σύγγραμμά του,[6] διακρίνεται ο «χρονικός μισθός», που αφορά αμοιβή που υπολογίζεται σε συνδυασμό με χρονικό διάστημα και σε «μισθό με βάση την απόδοση εργασίας» που υπολογίζεται με βάση συγκεκριμένη απόδοση και το αποτέλεσμά της. Περαιτέρω, ο Ζερδελής αναφέρει[7] ότι «Συχνά ο εργοδότης, εκτός από το μισθό, . καταβάλλει στον εργαζόμενο πρόσθετες μισθολογικές παροχές διαφόρων ειδών, είτε κάθε μήνα είτε κατά αραιότερα χρονικά διαστήματα. Ορισμένες από αυτές έχουν ως κοινό γνώρισμα ότι συναρτώνται με το αποτέλεσμα της εργασίας ή με τα γενικότερα οικονομικά αποτελέσματα. Οι μορφές αυτές αμοιβής έχουν, κατά κανόνα, συμπληρωματικό χαρακτήρα». Στη δεύτερη κατηγορία, όπως αναφέρει ο Ζερδελής, συμπεριλαμβάνονται οι προμήθειες, συμμετοχή στα κέρδη της επιχείρησης, παροχές από προγράμματα ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού, οικειοθελείς παροχές και φιλοδωρήματα.[8] Εν προκειμένω, θεωρούμε ότι οι προσαυξήσεις είναι μεταβλητές αποδοχές, εφόσον δεν παραχωρούνται για εργασία χωρίς να υφίστανται οποιαδήποτε κριτήρια (without consideration of any performance criteria), αλλά για την καταβολή τους υφίστανται προϋποθέσεις και κριτήρια απόδοσης. Τα κριτήρια σε αυτή την περίπτωση αφορούν στην απόδοση του εργαζόμενου, ήτοι πρέπει να ικανοποιηθούν προϋποθέσεις που σχετίζονται με ικανοποιητική εκτέλεση της εργασίας του εργαζόμενου και συνεπώς για την παραχώρηση προσαύξησης λαμβάνεται υπόψη η ποιότητα εργασίας. Το σημείο 43 του Τεκμηρίου 27 έχει ως εξής: «Η διευθέτηση που ισχύει σχετικά με το θέμα της αποκοπής προσαυξήσεων έχει ως εξής: 1.Poor performance In case of poor or unsatisfactory performance the Bank may withhold the annual increment of an employee for a specified period. If during this period hiss her performance improves to a satisfactory level, the icrement withheld is restored but not retroactively. 2.Disciplinary offence In case of a serious disciplinary offence committed by an employee, the Bank, in case it decides not to terminate the employee's services, may withhold one or more annual icrements for an indefinite period not excluding the possibility of withholding the increment for ever. (Letter sent to ETYK on 7 August 1984). 3.Απόσπασμα Πρακτικών Υπουργείου Εργασίας στις 7 και 13 Αυγούστου 1984 σχετικά με την πιο πάνω διευθέτηση Αποδεκτή η διατύπωση της σχετικής επιστολής του Εργοδοτικού Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου ημερομηνίας 7.8.1984 με την προσθήκη ότι θα ειδοποιείται γραπτώς ο ενδιαφερόμενος με κοινοποίηση στην ΕΤΥΚ». Θεωρούμε λοιπόν ότι οι προσαυξήσεις δεν καταβάλλονται δικαιωματικά αλλά καταβάλλονται μόνο εφόσον έχουν ικανοποιηθεί προϋποθέσεις απόδοσης, δηλαδή υφίστανται κριτήρια που αφορούν στην ικανότητα του εργαζομένου και δεν δίνονται αυτόματα σε όλους. Όπως τέθηκε από τον Δ.Γιασεμή στην απόφασή του η οποία, σε σχέση με την ΑΤΑ και τις προσαυξήσεις των εργαζόμενων και συνταξιούχων της δημόσιας υπηρεσίας και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και των αξιοματούχων, υιοθετήθηκε από την απόφαση πλειοψηφίας στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.α, Εφέσεις κατά απόφασης Δ.Δ. Αρ. 177/18 κ.α., ημερ. 10/4/20, «καθίσταται σαφές ότι η «προσαύξηση» και το «τιμαριθμικό επίδομα» δεν καταβάλλονται, δικαιωματικά, αλλά καταβάλλονται μόνο εφόσον έχουν ικανοποιηθεί κάποιες προϋποθέσεις, διαφορετικές για το κάθε ένα από τα εν λόγω δύο οικονομικά ωφελήματα. Δεδομένων των προνοιών που ρυθμίζουν τα σχετικά με την παραχώρηση της προσαύξησης, είναι πρόδηλο ότι αυτή, στην πραγματικότητα, αποτελεί στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της μισθολογικής ανέλιξης κάθε υπαλλήλου, πορεία η οποία δεν είναι, εκ προοιμίου, βεβαία και ίδια για όλους τους υπαλλήλους». Περαιτέρω, στην απόφαση πλειοψηφίας αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εν προκειμένω, σε ότι αφορά την προσαύξηση, . χορηγείται, όταν ικανοποιούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Βασική προϋπόθεση για χορήγηση προσαύξησης είναι η επαγγελματική επάρκεια, επιμέλεια και αφοσίωση του υπαλλήλου στην εκτέλεση των καθηκόντων του, η οποία βεβαιώνεται από τον οικείο προϊστάμενο, προτού εξουσιοδοτηθεί η χορήγηση της προσαύξησης. Προκύπτει με σαφήνεια, επομένως, ότι η παραχώρηση προσαύξησης δεν χορηγείται δικαιωματικά και κατά τρόπο γενικό, αλλά εξαρτάται από προϋποθέσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο, κάθε φορά, υπάλληλο. Δεν έχει καταδειχθεί, εν προκειμένω, από τους εφεσίβλητους ότι έχουν αποκτήσει νόμιμη προσδοκία για προσαύξηση που να συνιστά κατοχυρωμένο ιδιοκτησιακό δικαίωμα». Θεωρούμε επίσης ότι ούτε η ΑΤΑ καταβάλλεται χωρίς να υφίσταται οποιοδήποτε κριτήριο απόδοσης. Στην απόφαση πλειοψηφίας στην πιο πάνω υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία ν. Αυγουστή κ.α (ανωτέρω), αναφέρθηκε σε σχέση με το τιμαριθμικό επίδομα ότι αυτό «καταβάλλεται, υπό προϋποθέσεις, δηλαδή σύμφωνα με τα ποσοστά και τους όρους που εγκρίνονται, από καιρό σε καιρό, με βάση το ύψος του τιμαριθμικού δείκτη». Ο Δ.Γιασεμή στη δική του απόφασή τόνισε ότι για την παραχώρηση της ΑΤΑ πρέπει να ικανοποιηθούν «κάποιες προϋποθέσεις» και ότι «το τιμαριθμικό επίδομα» παραχωρείται στη βάση διαφορετικών» από την προσαύξηση «κριτηρίων, με σημαντικότερο την πορεία του τιμαριθμικού δείκτη, όπως αυτός διαφοροποιείται από καιρού εις καιρόν και ορίζεται από το Υπουργείο Οικονομικών». Το γεγονός ότι τα εν λόγω κριτήρια απόδοσης δεν σχετίζονται με την απόδοση του εργαζομένου αλλά με την απόδοση και την πορεία του τιμαριθμικού δείκτη δεν σημαίνει ότι για την καταβολή ΑΤΑ δεν υφίστανται κριτήρια απόδοσης. Εν κατακλείδι, στην κρινόμενη περίπτωση το λεκτικό της σχετικής διάταξης είναι απλό, καθαρό και σαφές και ως εκ τούτου είναι καθήκον μας να το ερμηνεύσουμε σύμφωνα με τη φυσική και συνήθη έννοιά του. Θεωρούμε λοιπόν, ότι οι προσαυξήσεις και η ΑΤΑ είναι μεταβλητές αποδοχές. Κατά συνέπεια, οι Αιτητές δεν δικαιούνται στις αξιώσεις τους και οι αιτήσεις απορρίπτονται ομόφωνα. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής. (Υπ.) ........... (Υπ.) ............. Α. Λάμπρου, Μέλος. Α. Αγγελοδήμου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Λεξικό ΠΡΩΙΑΣ, Τόμος 1ος, σελ. 1577. [2] Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Δ' Έκδοση, 2012, σελ. 1208. [3] The Shorter Oxford English Dictionary on Historical Principles, 1980, Volume II, σελ. 2452. [4] Final Report - European Banking Authority on Guidelines on Sound Remuneration Policies under Directive (EU) 2019/2034. [5] Στο «Ιndeed Editorial Team, την 24/6/22 αναφέρθηκε ότι: «Employers often will use variable pay to help motivate their employees and reward them for their job performance. This is an additional payment that can accompany a salary and may come in alternate forms of compensation rather than cash. Variable pay is compensation awarded to employees based on their performance. This is a cash incentive to help encourage employees to be productive and achieve their goals. Companies may choose a variety of ways to give variable pay, and not all forms are monetary. For example, variable pay may be a gift, a trip or a voucher for a product or service». Περαιτέρω, η Emmanuela Nespoli δίνει την εξής ερμηνεία: «Variable remuneration is a component of remuneration that is linked to the results achieved by employees. Variable (or 'incentive') pay serves at least two different business purposes. On the one hand, it can help to improve the quality of the employees' lives and strengthen their sense of belonging to the organisation. On the other, it can represent a way to boost employees' motivation to develop the business, while also helping the employer to retain strategic human resources». [6] Δημήτρης Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Τόμος I, 2006, σελ. 677 - 679. [7] Ως ανωτέρω, σελ. 682. [8] Ως ανωτέρω, σελ. 682 - 691. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο