← Κύπρος

Χριστίνας Ηλιοφώτου ν. Ταμείο Πλεονασμού, Αρ. Αίτησης: 167/18, 28/11/2023

Χριστίνας Ηλιοφώτου ν. Ταμείο Πλεονασμού, Αρ. Αίτησης: 167/18, 28/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή. Μ. Τελεβάντου ) Κ. Χρίστου ) Μελών Αρ. Αίτησης: 167/18 Μεταξύ: Χριστίνας Ηλιοφώτου Αιτήτριας και Ταμείο Πλεονασμού Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου, 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Παπασάββας Για τους Καθ' ων η αίτηση: κ. Λεωνίδου και κα.Ψάλτη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει από τον Καθ' ου η αίτηση (στο εξής «το Ταμείο») πληρωμή λόγω πλεονασμού, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο, νόμιμο τόκο και έξοδα. Η Αιτήτρια, με το δικόγραφό της, ισχυρίζεται ότι εργοδοτείτο στην υπηρεσία των Κλεάνθους & Ματθαίου, ότι τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της για λόγους πλεονασμού, ότι ζήτησε σχετική πληρωμή από τον Καθ' ου η αίτηση και ότι η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με τον ισχυρισμό ότι η απασχόλησή της στον νέο της εργοδότη ήτοι τον κ.Ματθαίου θεωρήθηκε συνεχής με την υπηρεσία που είχε στους προηγούμενους εργοδότες της. Το Ταμείο με το δικόγραφό του εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει εφόσον δεν αποκαλύπτεται λόγος πλεονασμού. Περαιτέρω, το Ταμείο με τους γενικούς λόγους εμφάνισής του ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια απασχολείτο ως δικηγόρος στο συνεταιρισμό Κλεάνθους & Ματθαίου από την 1/5/07 μέχρι την 12/11/16, ότι από την 13/11/16 μέχρι και σήμερα συνεχίζει να ασκεί τα καθήκοντά της στον κ.Ματθαίου που είναι ένας εκ των συνεταίρων του πιο πάνω αναφερόμενου συνεταιρισμού, ότι ο κ.Ματθαίος ανέλαβε μέρος των εργασιών του συνεταιρισμού, ότι η αίτηση της Αιτήτριας απορρίφθηκε επειδή η απασχόλησή της στον συνεταιρισμό θεωρείται συνεχής και ότι στον νέο εργοδότη μεταβιβάστηκε και αναλήφθηκε μέρος των δραστηριοτήτων του συνεταιρισμού και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Το άρθρο 5 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, (στο εξής «ο Νόμος») προβλέπει τους λόγους που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και οι οποίοι δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Με το εδάφιο (β) του εν λόγω άρθρου καλύπτεται ο λόγος απόλυσης συνεπεία πλεονασμού. Το άρθρο 6

(1)του Νόμου καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου σύμφωνα με το οποίο «. ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6
(1)του Νόμου, η Αιτήτρια έχει το βάρος να αποδείξει ότι η απόλυσή της έγινε λόγω πλεονασμού σύμφωνα με το άρθρο 5(β) του Νόμου σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του άρθρου 18 του Νόμου στο οποίο προβλέπονται οι λόγοι πλεονασμού. Προς απόδειξη της υπόθεσης η Αιτήτρια προσέφερε τη μαρτυρία της ίδιας. Το Ταμείο αντεξέτασε την Αιτήτρια και δεν προσκόμισε άλλη μαρτυρία. Παράλληλα, κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Από τα δικόγραφα, τις δηλώσεις των διαδίκων μερών και την ενώπιόν μας μαρτυρία προκύπτουν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:
  1. Η Αιτήτρια απασχολείτο ως δικηγόρος στο συνεταιρισμό Κλεάνθους & Ματθαίου από την 1/5/07 μέχρι την 12/11/
  2. Την 12/9/16 ο κ.Κλεάνθους έδωσε στην Αιτήτρια την ακόλουθη επιστολή: «Είμαστε στη δυσάρεστη θέση να σας πληροφορήσουμε ότι η συνεργασία Ανδρέα Μ. Κλεάνθους και Χριστάκη Ν. Ματθαίου έχει λυθεί σε σχέση με την απασχόληση κοινού προσωπικού και κατά συνέπεια η θέση σας να καθίσταται ως πλεονάζουσα. Περαιτέρω σας ενημερώνω ότι λόγω της Οικονομικής κρίσης που επικρατεί στον τόπο μας και των συνεπακόλουθων δυσμενών συνεπειών για το γραφείο μου, δηλαδή την σημαντική μείωση του όγκου εργασίας και της μειωμένης εισδοχής καινούριων εργασιών όπως γνωρίζετε, είμαι αναγκασμένος να προχωρήσω στην μείωση των εργοδοτουμένων. Ενόψει όλων των πιο πάνω βρίσκομαι στη δύσκολη θέση να σας δώσω την αναγκαία κατά νόμο προειδοποίηση οκτώ εβδομάδων και με την παρούσα τερματίζω την απασχόληση σας στο γραφείο μου λόγω πλεονασμού με ημερομηνία τερματισμού και αποχώρησης σας την 12ην Νοεμβρίου
  3. Είμαι πρόθυμος και διαθέσιμος να προχωρήσω άμεσα στην καταβολή του ποσού των €1.550,00 ως το ανάλογο μερίδιο μου ως συνεργάτης/συνεργοδότης με το Δικηγόρικο γραφείο Χριστάκη Ν. Ματθαίου με τον οποίο διατηρούσαμε στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων την επωνυμία Ανδρέας Κλεάνθους και Ματθαίου Χριστάκης με Α.Μ.Ε. 842734/1/6910, νοουμένου ότι δεν θα συνεχίσει η εργοδότηση σας με το Δικηγορικό Γραφείο Χριστάκη Ματθαίου».
  4. Οι τελευταίες ακαθάριστες απολαβές της Αιτήτριας ανέρχονταν σε €382,02 εβδομαδιαίως.
  5. Η Αιτήτρια από την 13/11/16 εργάζεται στον κ.Ματθαίου με απολαβές €230,77 εβδομαδιαίως.
  6. Η Αιτήτρια υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο την 15/12/16 για πληρωμή λόγω πλεονασμού, η οποία απορρίφθηκε την 10/11/
  7. Η Αιτήτρια στη γραπτή της μαρτυρία ισχυρίστηκε ότι την 12/9/16 της δόθηκε επιστολή απόλυσης, ότι απολύθηκε ως πλεονάζον προσωπικό λόγω διάλυσης του συνεταιρισμού, ότι από την 13/11/16 εργοδοτήθηκε στον ένα από τους δύο συνεταίρους και ότι λανθασμένα το Ταμείο απέρριψε την αίτησή της. Αντεξεταζόμενη η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι απασχολείτο στο συνεταιρισμό ως δικηγόρος, ότι ο εν λόγω συνεταιρισμός αφορούσε τους κοινούς υπαλλήλους, ότι ο κάθε συνέταιρος είχε τις δικές του υποθέσεις, ότι η ίδια εμφανιζόταν καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου για υποθέσεις και των δύο συνεταίρων, ότι εργαζόταν για λογαριασμό και των δύο δικηγόρων και ότι το γραφείο που εργαζόταν στεγαζόταν στην οδό Φλωρίνης
  8. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι αμέσως μετά τον τερματισμό της απασχόλησής της εργοδοτήθηκε από τον κ.Ματθαίου, ότι τα καθήκοντά της ήταν η διεκπεραίωση υποθέσεων στο δικαστήριο και η σύνταξη δικογράφων, ότι το γραφείο του κ.Ματθαίου παραμένει στον ίδιο χώρο και ότι το εν λόγω γραφείο είναι ιδιοκτησίας και των δύο συνεταίρων. Επίσης, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αρχικά όταν προσλήφθηκε στο συνεταιρισμό εργαζόταν για το συνεταιρισμό η ίδια και δύο γραμματείς και ότι μετά την διάλυση του συνεταιρισμού ο κ.Ματθαίου συνέχισε να έχει τις δικές του υποθέσεις. Εξετάσαμε με προσοχή τη μαρτυρία της Αιτήτριας έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων. Σύμφωνα με το άρθρο 18 του Νόμου εργοδοτούμενος είναι πλεονάζον και κατά συνέπεια δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο όταν η απασχόλησή του τερματισθή: «(α) διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη την επιχείρησιν εν τη οποία ο εργοδοτούµενος απησχολείτο· ή (β) διότι ο εργοδότης έπαυσεν ή προτίθεται να παύση να διεξάγη επιχείρησιν εις τον τόπον όπου ο εργοδοτούµενος απησχολείτο: Νοείται ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δυνατόν να αποφασίση ότι αλλαγή του τόπου απασχολήσεως δεν προκαλεί πλεονασµόν όταν, κατά την γνώµην του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, είναι λογικόν ως προς τον εργοδοτούµενον ο οποίος διεκδικεί πληρωµήν λόγω πλεονασµού να αναµένηται όπως ο εργοδοτούµενος ούτος συνεχίση την απασχόλησίν του εις τον νέον τόπον απασχολήσεως· ή (γ) ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίαν της επιχειρήσεως: (i) εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων. (ii) αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τας μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων. (iii) καταργήσεως τμημάτων. (iv) δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών. (v) ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών. (vi) σπάνεως μέσων παραγωγής. και (vii) περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως». Το Δικαστήριο λοιπόν καλείται να αποφασίσει κατά πόσο η Αιτήτρια με την προσκομισθείσα ενώπιόν μας μαρτυρία κατάφερε να αποδείξει ότι υπήρξε απόλυση και διακοπή της εργασίας της και σε περίπτωση που αυτό αποδειχθεί κατά πόσο η απόλυσή της οφείλετο σε πραγματικές συνθήκες πλεονασμού. Σημειώνουμε ότι με βάση τη νομολογία, το κατά πόσο υφίστανται πραγματικές συνθήκες πλεονασμού κρίνεται με αντικειμενικά κριτήρια και δεν εναπόκειται στην υποκειμενική κρίση του εργοδότη ή του εργοδοτούμενου. (Βλ. United Hotels (Lordos) Ltd v. Σταύρου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 515 όπου λέχθηκε ότι: «Η αντικειμενική θεώρηση του ερωτήματος κατά πόσο υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση απόλυση οφειλόμενη σε πλεονασμό δεν περιορίζεται στην απλή διατύπωση ότι έπαυσε υφιστάμενο τμήμα της επιχείρησης. Δεν μπορούν οι ενέργειες του εργοδότη να διαχωρισθούν από τις περιβάλλουσες αυτήν συνθήκες και να ιδωθεί ως μεμονωμένο γεγονός. Σε αυτό απέληγε η εισήγηση των εφεσειουσών. Θα ήταν μια μινιμαλιστική προσέγγιση, που δε θα μπορούσε να διαγνώσει την πραγματική φύση των πράξεων του εργοδότη». Συνεπώς, το πρώτο πράγμα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι το κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση υπήρξε τερματισμός της απασχόλησης της Αιτήτριας. Όπως αναφέρει ο Fowler[1] στο σύγγραμμά του: «The first and basic criterion for an employee to be considered as redundant is that he or she must have been dismissed. ... The requirement for there to have been a dismissal before an employee becomes entitled to statutory redundancy rights is of fundamental importance». Γενικά η μαρτυρία που δόθηκε από την Αιτήτρια δεν αμφισβητήθηκε. Αυτό που αμφισβητήθηκε είναι το κατά πόσο υπήρξε τερματισμός της υπηρεσίας της Αιτήτριας με την παύση του συνεταιρισμού ή το κατά πόσο η υπηρεσία της Αιτήτριας συνεχίστηκε στον κ.Ματθαίου χωρίς διακοπή. Η Αιτήτρια, ως η θέση όλων, εργάστηκε ως δικηγόρος στο συνεταιρισμό Κλεάνθους & Ματθαίου. Την 12/9/16 ο ένας εκ των δύο συνεταίρων έδωσε στην Αιτήτρια επιστολή, Τεκμήριο 5, την οποία υπογράφει ο ίδιος και κοινοποιεί στον κ.Ματθαίου, στην οποία αναφέρεται «ότι είναι αναγκασμένος να προχωρήσει στην μείωση των εργοδοτούμενων . και με την παρούσα τερματίζω την απασχόληση σας στο γραφείο μου». Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στην εν λόγω επιστολή, ο κ.Κλεάνθους κατέβαλε στην Αιτήτρια €1,550 «ως το ανάλογο μερίδιο μου ως συνεργάτης/συνεργοδότης». Η Αιτήτρια έκτοτε, χωρίς να σταματήσει να εργάζεται ούτε για μία ημέρα, συνέχισε να ασκεί τα ίδια καθήκοντα στον ίδιο χώρο εργασίας για λογαριασμό μόνο του άλλου συνεταίρου, ήτοι του κ.Ματθαίου. Ο κ.Ματθαίου συνέχισε τον χειρισμό των υποθέσεων που διατηρούσε, εφόσον ο κάθε συνέταιρος χειριζόταν από την αρχή αποκλειστικά τις δικές του υποθέσεις οι οποίες και δεν είχαν σχέση με τον συνεταιρισμό. Όπως προκύπτει από τα έγγραφα που κατατέθηκαν από κοινού με τα παραδεκτά γεγονότα, η Αιτήτρια εργαζόταν 1 ώρα παραπάνω κάθε εργάσιμη ημέρα όταν ήταν εργοδοτούμενη του συνεταιρισμού, ήτοι εργαζόταν επιπλέον 5 ώρες κάθε εβδομάδα και λάμβανε επιπρόσθετες εβδομαδιαίες απολαβές ύψους €151.
  1. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω πραγματικά γεγονότα θεωρούμε ότι η υπηρεσία της Αιτήτριας δεν τερματίστηκε. Αυτό που ουσιαστικά έγινε ήταν να σταματήσει να χειρίζεται υποθέσεις του κ.Κλεάνθους. Ακόμη όμως και να δεχόμαστε ότι η Αιτήτρια απολύθηκε και πάλι η Αιτήτρια δεν θα δικαιούτο πληρωμή από το Ταμείο εφόσον «ο νέος εργοδότης» ήτοι ο κ.Ματθαίου θα θεωρείτο ότι ανανέωσε «την υφισταµένην σύµβασιν απασχολήσεως». Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Νόμου: «Εργοδοτούµενος δεν δικαιούται εις πληρωµήν λόγω πλεονασµού— (α) εάν προ του τερµατισµού της απασχολήσεως ο εργοδότης προσφέρη άλλην κατάλληλον απασχόλησιν αντ' αυτής ο δε εργοδοτούµενος παραλόγως αρνήται την προσφοράν ταύτην. (β) αποκλειστικώς λόγω τερµατισµού της συµβάσεως απασχολήσεως συνεπεία αλλαγής εργοδότου, όταν ο νέος εργοδότης ανανεώνη την υφισταµένην σύµβασιν απασχολήσεως: Νοείται ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται να χορηγήση πληρωµήν λόγω πλεονασµού δυνάµει του άρθρου 16 του παρόντος Νόµου, όταν ο εργοδοτούµενος δυνηθή να αποδείξη εύλογον αιτίαν, την οποίαν το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ήθελε θεωρήσει ικανοποιητικήν, διά την µη αποδοχήν της προσφοράς ανανεώσεως της συµβάσεως απασχολήσεως υπό του νέου εργοδότου. (γ) Αν ο εργοδότης του είναι εταιρεία εγγεγραµµένη µε βάση τον περί Εταιρειών Νόµο και τον µεταθέτει σε κατάλληλη απασχόληση σε άλλη εταιρεία η οποία είναι συνδεδεµένη µε την εταιρεία στην οποία απασχολείται: Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δύο εταιρείες θεωρούνται 'συνδεδεµένες εταιρείες' αν η µια είναι θυγατρική της άλλης ή αν και οι δύο εταιρείες είναι θυγατρικές τρίτης εταιρείας· ο όρος 'θυγατρική εταιρεία' έχει την έννοια που αποδίδεται σ' αυτόν από το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόµου. (δ) Αν πριν από τον τερµατισµό της απασχολήσεως άλλος εργοδότης o οποίος είναι εταιρεία στην οποία ο προηγούµενος εργοδότης είναι κύριος µέτοχος ή ασκεί ουσιαστικό έλεγχο προσφέρει στον εργοδοτούµενο κατάλληλη απασχόληση». Το Ταμείο κατά την αγόρευσή του έκαμε αναφορά και στον περί της Διατήρησης και Διασφάλισης των Δικαιωμάτων των Εργοδοτουµένων κατά τη Μεταβίβαση Επιχειρήσεων, Εγκαταστάσεων ή Τμημάτων Επιχειρήσεων ή Εγκαταστάσεων Νόμο, Ν.104(Ι)/
  2. Εν όψει όμως της πιο πάνω κατάληξής μας κρίνεται η τύχη της αίτησης. Για όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε πληρωμή πλεονασμού από το Ταμείο. Η αίτηση απορρίπτεται ομόφωνα με €790 έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, πλέον Φ.Π.Α. (Υπ.) .............. Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής (Υπ.) ............... (Υπ.) ............. Μ. Τελεβάντου, Μέλος Κ. Χρίστου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Alan Fowler, Redundancy, 1993, σελ.4 και
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.