ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ν. PANICOS THEO HADJIGEORGIOU CO LTD, Αρ. Αίτησης: 190/2023, 20/12/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή. Μ. Πότσου ) Σ. Αυγουστή ) Μελών. Αρ. Αίτησης: 190/2023 Μεταξύ: ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΣ Αιτητής και PANICOS THEO HADJIGEORGIOU CO LTD Καθ' ων η Αίτηση Προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου 2023 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: Ο κ. Χρήστος Τρύφωνος Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Η κα Νατάσα Ιακώβου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση στις 20/01/2023 ως Διευθυντής Πωλήσεων με βάση γραπτή σύμβαση εργασίας ημερομηνίας 19/12/2022 η οποία προέβλεπε ότι ο Αιτητής θα λάμβανε μηνιαίως το ποσό των €3.000,00 καθαρά ως δίκαιες και συμφωνημένες αποδοχές, πλέον €500,00 μηνιαίως ως επίδομα διαμονής και €10.000,00 ετήσιο bonus «βάσει της επιτυχίας του στόχου συμφωνημένου πλάνου απόδοσης του» Αιτητή. Οι Καθ' ων η Αίτηση στις 24/03/2023 τερμάτισαν μονομερώς την απασχόληση του Αιτητή χωρίς να του δώσουν οποιαδήποτε προειδοποίηση. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Αιτητής απασχολήθηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η Αίτηση για 9 εβδομάδες. Στις 25/07/2023 ο Αιτητής καταχώρησε την αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό με την οποία, στη βάση του ισχυρισμού ότι ο τερματισμός της απασχόλησής του από τους Καθ' ων η Αίτηση ήταν παράνομος, αδικαιολόγητος και/ή αντισυμβατικός, αξιώνει εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση τα πιο κάτω: «(α) Αποζημιώσεις για παράβαση και/ή παράνομο και/ή αδικαιολόγητο τερματισμό της σύμβασης εργοδότησης του Αιτητή από την Καθ' ης η Αίτηση ύψους €37.800. (β) Ειδικές αποζημιώσεις ύψους €340. (γ) Αυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. (δ) Αποζημιώσεις για απώλεια καριέρας όπως ήθελε αποφασίσει το Δικαστήριο. (ε) Οποιαδήποτε άλλη ή/και περαιτέρω θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις. (στ) Νόμιμο τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού. (ζ) Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου 60007978Ρ)». Σύμφωνα με τους γενικούς λόγους της αίτησης η συμφωνία εργασίας που σύναψε ο Αιτητής με τους Καθ' ων η Αίτηση ήταν τακτής χρονικής διάρκειας δύο ετών. Οι Καθ' ων η Αίτηση στο έγγραφο εμφάνισής τους εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ») δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αίτηση και/ή να επιδικάσει αποζημιώσεις υπέρ του Αιτητή καθότι ο Αιτητής απασχολήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση για περίοδο λιγότερη από 26 εβδομάδες. Με βάση τη νομολογία, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, δηλαδή τα γεγονότα που προσδιορίζονται στο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης (βλέπε Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240, Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd and others
(1989)1 B AAΔ.729, Sartas Importers Distributors Ltd v. Mαρούλλη
(2003)1 ΑΑΔ 1446). Στην παρούσα περίπτωση είναι τα γεγονότα όπως αυτά στοιχειοθετούνται στους γενικούς λόγους της αίτησης εργατικής διαφοράς. Ο δικηγόρος του Αιτητή συμφώνησε ότι η προδικαστική ένσταση που εγείρεται από τους Καθ' ων η Αίτηση είναι αμιγώς νομικό σημείο και συγκατατέθηκε όπως η εν λόγω ένσταση προδικαστεί. Ως εκ τούτου με βάση το παραδεκτό γεγονός ότι ο Αιτητής δεν εργάστηκε 26 εβδομάδες στους Καθ' ων η Αίτηση και το περιεχόμενο των γενικών λόγων της αίτησης εργατικής διαφοράς, θα εξετάσουμε κατά πόσον το Δ.Ε.Δ. έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τις αξιώσεις του Αιτητή εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση που περιέχονται στην παρούσα αίτηση. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Το Δ.Ε.Δ. καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 12 του Περί Ετήσιων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν.8/67) όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα. Στο άρθρο 12 του πιο πάνω Νόμου προσδιορίζεται το εύρος της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσιο το εν λόγω άρθρο: «12.-
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι νόμω καλούμενον «Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών») εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθως διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεων ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά κανονισμών εκδοθέντων κατ΄ εφαρμογήν του εδαφίου τούτου. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση. (στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου.» Σημειώνουμε ότι ο όρος «εργατική διαφορά» καθορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.8/67 ως εξής : «εργατική διαφορά» σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται η διαφορά είτε μη·» Στην υπό εξέταση περίπτωση, οι πρόνοιες των υποπαραγράφων (α), (γ), (δ) και (στ) του άρθρου 12
(1)του Ν.8/67 δεν εφαρμόζονται. Επομένως θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε το ζήτημα της δικαιοδοσίας με αναφορά στις υποπαραγράφους (β) και (ε) του εν λόγω άρθρου. Παράγραφος (ε) του άρθρου 12
(1)του Ν.8/67 Σημειώνουμε ότι η παράγραφος (ε) προστέθηκε στο άρθρο 12
(1)του Ν.8/67 με τον Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών (Τροποποιητικό) Νόμο του 1996 (Ν.79(Ι)/96) αφού προηγήθηκαν δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Χρ. Κυριακού ν. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020 και στη Τ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, στις οποίες κρίθηκε ότι δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και είναι άσχετα με τον τερματισμό της εργοδότησης βρίσκονται εκτός του δικαιοδοτικού πλαισίου του Δ.Ε.Δ. Αξιώσεις (α) για δεδουλευμένους μισθούς, (β) για άλλα ωφελήματα δυνάμει της σύμβασης εργασίας (τα οποία δεν σχετίζονταν με τον τερματισμό της απασχόλησης) και (γ) για ποσά πληρωτέα ως εκ της εργοδότησης και όχι ως εκ του τερματισμού της εργοδότησης, κρίθηκαν ότι ήταν εκτός της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δ.Ε.Δ., καθ' ότι δεν συνιστούσαν εργατική διαφορά που προέκυψε συνεπεία της εφαρμογής του Ν.24/67. (Βλέπε επίσης Πλοίο «Παναγία Μυρτιδιώτισσα» ν. Σιδηρόπουλου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 991.) Συνεπεία της τροποποίησης του Ν.8/67 δυνάμει του άρθρου 2 του Ν. 79(Ι)/1996 η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας, εντάχθηκαν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση Elbee Ltd, Αίτηση για άδεια καταχώρισης Certiorari και Prohibition,
(1999)1A A.A.Δ. 149, το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση των εν λόγω αυτοτελών αξιώσεων. Η πρόνοια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67 εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd κ.ά. ν. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496, όπου σημειώθηκαν τ' ακόλουθα: «Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα ..» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Στην εν λόγω υπόθεση, οι εφεσείοντες αξίωναν από τον εφεσίβλητο ποσό ύψους Λ.Κ.2.000,00 που στη βάση μεταξύ τους συμφωνίας θα επωμίζονταν οι πρώτοι ως δίδακτρα εκπαίδευσης από τη μαθήτευση του δεύτερου στο κομμωτήριο τους ως τεχνικού κομμωτηρίου νοουμένου ότι ο δεύτερος θα εργαζόταν και θα παρέμενε στην υπηρεσία τους για περίοδο ενός έτους. Σε αντίθετη περίπτωση ο εφεσίβλητος θα έπρεπε να πληρώσει τα δίδακτρα ο ίδιος στους εφεσείοντες. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως των εφεσειόντων, ο εφεσίβλητος παραιτήθηκε από την εργασία του πριν τη λήξη της περιόδου του ενός έτους από την ημερομηνία της σύμβασης και αυτό συνιστούσε παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας συνεπεία της οποίας οι εφεσείοντες υπέστησαν ζημιά ύψους Λ.Κ.2.000,00 ίση δηλαδή με το ύψος των διδάκτρων. Κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το κατ' ισχυρισμόν αγώγιμο δικαίωμα των εφεσειόντων πήγαζε από την κατ' ισχυρισμό συμφωνία των μερών στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασίας από τον εφεσίβλητο και δεν βασιζόταν ούτε και εγειρόταν από την ίδια τη σύμβαση εργασίας. Ακόμα, το επίδικο θέμα δεν αφορούσε στην εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά ήταν καθαρά θέμα αθέτησης συμφωνίας με αποτέλεσμα να εμπίπτει στη δικαιοδοσία του κατά τόπον αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου. Παρατηρούμε ότι από το περιεχόμενο των γενικών λόγων της αίτησης προκύπτει ότι οι αξιώσεις του Αιτητή στηρίζονται στο γεγονός του τερματισμού της απασχόλησής του και στις ζημιές που υπέστηκε λόγω του τερματισμού της απασχόλησής του και δεν αφορούν δεδουλευμένα δικαιώματα που προέκυψαν κατά την απασχόλησή του στους Καθ' ων η Αίτηση και/ή οφειλόμενα σε αυτόν από τους Καθ' ων η Αίτηση λόγω της απασχόλησής του σε αυτούς για 9 εβδομάδες. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές[1] στην υπό εξέταση υπόθεση και υπό το φως της ερμηνείας που δόθηκε στον όρο «αυτοτελής αξίωση» από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Tony & Guy (πιο πάνω), κρίνουμε ότι οι αξιώσεις του Αιτητή εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση που αφορούν τον τερματισμό της απασχόλησής του δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αξιώσεις οι οποίες εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας του ώστε να εμπίπτουν στα πλαίσια της αυτοτελούς αξίωσης εν τη έννοια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67 καθότι δεν είναι αξιώσεις που αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του Αιτητή, ούτε αφορούν ποσά που οφείλονται και είναι πληρωτέα ως εκ της εργοδότησής του αλλά ποσά που αξιώνονται εκ και λόγω του τερματισμού της απασχόλησής του. Σημειώνουμε ότι στην Πολιτική Έφεση Αρ.207/2011 Elias Marine Consultants Ltd v. Sarah Khoury Daou, ημερ. 13/12/2016 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι η αναζήτηση δικαιοδοσίας σε σχέση με παράνομο τερματισμό θα πρέπει να γίνεται στη βάση και στα πλαίσια του ειδικού νόμου του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67 («ο Ν.24/67») ο οποίος θεσπίστηκε για θέματα παράνομου τερματισμού και ο οποίος παρέχει στο Δ.Ε.Δ. αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του. Περαιτέρω το γεγονός ότι ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι είχε συνάψει με τους Καθ' ων η Αίτηση σύμβαση ορισμένου χρόνου και αξιώνει αποζημιώσεις στη βάση της σύμβασης εργοδότησής του δεν αναιρεί το πιο πάνω συμπέρασμα αναφορικά με το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Δ.Ε.Δ. (βλέπε Ηρόδοτος Παναγιώτου v. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1381). Σημειώνουμε ότι στην Πολιτική Έφεση Αρ. 236/2009 Touchstone Technologies Ltd v. Μαργαρίτα Μαυρομμάτη, ημερ. 29/7/2014 τονίστηκε ότι το κριτήριο της αποζημίωσης που επιδικάζεται από το Δ.Ε.Δ. στη βάση του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό κριτήριο που καθορίζεται από το Κεφ. 149 και γενικά τις αρχές του Δικαίου των Συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται, κατά τη λογική πρόβλεψη των συμβαλλομένων, της διάρρηξης της συμφωνίας (Βλέπε επίσης Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1Α Α.Α.Δ. 98). Με βάση τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι το Δ.Ε.Δ. δεν κέκτηται δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 12
(1)(ε) να εκδικάσει τις αξιώσεις του Αιτητή. Παράγραφος (β) του άρθρου 12
(1)του Ν.24/67 Η εν λόγω παράγραφος εντάσσει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ. εργατικές διαφορές που παραπέμπονται σ' αυτό δυνάμει ρητής διάταξης οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή Κανονισμών. Το άρθρο 30 του Ν.24/67 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, περιέχει την ακόλουθη πρόνοια αναφορικά με την αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ.: « 30.-
(1)Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
(2)Ουδέν των εν των παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ως επηρεάζον το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως αναφορικώς προς τερματισμόν απασχολήσεως προσφύγη εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ΄ ον ανέκυψεν η διαφορά εις περίπτωσιν καθ΄ ην η αξίωσης αυτού είναι δι΄ αποζημιώσεις υπερβαίνουσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι.» Με βάση τα πιο πάνω το Δ.Ε.Δ. έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Ν.24/67 ή των σχετικών Κανονισμών. Με βάση τις πρόνοιες του Ν.24/67, ο Ν.24/67 ρυθμίζει τα ακόλουθα ζητήματα: (α) Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου σε αποζημίωση ή επαναπρόσληψη σε περίπτωση παράνομου τερματισμού της απασχόλησης από τον εργοδότη, (β) Την υποχρέωση για παροχή χρονικής προειδοποίησης τόσο του εργοδότη όσο και του εργοδοτουμένου σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του εργοδοτουμένου, (γ) Την υποχρέωση πληρωμής αντί προειδοποίησης από τον εργοδότη σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης από τον εργοδότη και τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου κατά την περίοδο της προειδοποίησης, και (δ) Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου σε πληρωμή από το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού σε περίπτωση που ο τερματισμός της απασχόλησης οφείλεται σε λόγους πλεονασμού. Σημειώνουμε ότι το άρθρο 30 του Ν.24/67 προβλέπει ότι οι πρόνοιες του Ν.24/67 δεν επηρεάζουν το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησής του να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο στην περίπτωση που οι αποζημιώσεις που διεκδικεί υπερβαίνουν τις αξιώσεις που μπορούν να διεκδικηθούν δυνάμει του Ν.24/67, δηλαδή όταν οι διεκδικήσεις του εργοδοτουμένου υπερβαίνουν τις απολαβές δύο ετών. Σημειώνουμε ότι η έννοια του όρου «εργατική διαφορά» στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.24/67 είναι ταυτόσημη με αυτή που περιέχεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.8/67. Στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd,
(1990)1 A.A.Δ. 517, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Ν.24/67 σημείωσε τα εξής: «Ως θέμα γραμματικής ερμηνείας και ορθολογιστικής ταξινόμησης των προνοιών του άρθρου 30, προκύπτουν κατά τη γνώμη μας τα εξής:
(1)Διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67 ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Κανένα άλλο δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου και του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του νόμου αυτού.
(2)Το δικαίωμα εργοδοτουμένου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο που ρητά διασφαλίζεται από το εδάφιο 2 εξυπακούει ευχέρεια διεκδίκησης αποζημιώσεων βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου. Διαφορετικά το δικαίωμα το οποίο παρέχεται θα ήταν άνευ αντικειμένου ενόψει της αποκλειστικής καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών προς επίλυση διαφορών που αναφύονται στη διεκδίκηση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67.
(3)Το δικαίωμα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων (για τον άνευ λόγου τερματισμό απασχόλησης) πέραν του ορίου που προβλέπεται στο Ν.24/67, υποδηλώνει την ύπαρξη δικαιώματος για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ανεξάρτητα και έξω από το πλαίσιο του νόμου αυτού.
(4)Ο Περί Τερματισμού απασχολήσεως νόμος δεν καταργεί ούτε περιορίζει τις διατάξεις του Κεφ. 149 ή την εφαρμογή των αρχών του Κοινού δικαίου (άρθρο 29
(1)(γ) - Ν. 14/60) στο βαθμό που διέπουν συμβάσεις εργασίας ή τις συνέπειες από τη διάρρηξή τους. Ο πρωταρχικός σκοπός του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου είναι η προστασία του εργοδοτούμενου από τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησής του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας. Θα αποτελούσε αντινομία προς τους σκοπούς του νόμου η αποστέρηση του εργοδοτουμένου πλέον εκτεταμένων δικαιωμάτων που δυνατό να του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Το άρθρο 3
(1)του Ν.24/67 προβλέπει τα πιο κάτω: «3.-
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα: Νοείται ότι ο εργοδότης και ο εργοδοτούμενος δύνανται δι' εγγράφου συμβάσεως συναφθείσης κατά τον χρόνον της προσλήψεως του εργοδοτουμένου να παρατείνωσι την υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένην περίοδον συνεχούς απασχολήσεως μέχρις ανωτάτου ορίου εκατόν τεσσάρων εβδομάδων. Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών». Δηλαδή το άρθρο 3 του Ν.24/67 ρυθμίζει το δικαίωμα του εργοδοτουμένου σε αποζημιώσεις στην περίπτωση τερματισμού της απασχόλησής του και πιο συγκεκριμένα τα δικαιώματά του καθορίζονται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδοτούμενος έχει απασχοληθεί συνεχώς επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες. Με βάση τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Δ.Ε.Δ. για διεκδίκηση αποζημιώσεων για παράνομο τερματισμό καλύπτει τις περιπτώσεις στις οποίες κατά αποκλειστικότητα ο εργοδοτούμενος απασχολήθηκε συνεχώς για 26 εβδομάδες και το ποσό των αποζημιώσεων που αξιώνει ο εργοδοτούμενος για παράνομο τερματισμό δεν υπερβαίνει τις αποζημιώσεις που μπορούν να διεκδικηθούν δυνάμει του Ν.24/67, δηλαδή των ημερομισθίων των δύο ετών. Στην υπόθεση Elli Kapsou v. Middle East Airlines Airliban
(1988)1 C.L.R. 152 τόσο η πλειοψηφία[2] όσο και η μειοψηφία[3] του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποφάσισαν ότι όπου η εργοδότηση δεν διάρκεσε τουλάχιστον 26 εβδομάδες δεν παρέχεται δικαίωμα σε αποζημιώσεις για τερματισμό της απασχόλησης βάσει του άρθρου 3
(1)του Ν.24/67 και ως εκ τούτου του Δ.Ε.Δ. δεν έχει οποιαδήποτε δικαιοδοσία. Στις υποθέσεις Interamerican Insurance Co. Limited ν. Άντρης Μακρίδου[4]
(2000)1 Α.Α.Δ.1529, Ηρόδοτος Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1381 αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου καθορίζεται μόνο από το ύψος των ποσών που αξιώνονται ως αποζημιώσεις για τερματισμό της απασχόλησης ανεξάρτητα από την περίοδο απασχόλησης του εργοδοτουμένου. Δηλαδή σε όλες τις περιπτώσεις που διεκδικούνται αποζημιώσεις πέραν των ημερομισθίων δύο ετών δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο. Στην παρούσα περίπτωση η εργοδότηση του Αιτητή είναι μικρότερη από 26 εβδομάδες και όπως φαίνεται από την αίτηση οι αξιώσεις του Αιτητή οι οποίες αφορούν τον τερματισμό της απασχόλησής του δεν υπερβαίνουν τους μισθούς δύο ετών. Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στην παρούσα περίπτωση κρίνουμε ότι το Δ.Ε.Δ. στερείται αρμοδιότητας να εκδικάσει τις αξιώσεις του Αιτητή. Σύμφωνα με το άρθρο 64Α
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/60): «Κάθε δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας εφόσον διαπιστώσει ότι δεν είναι καθ΄ ύλην αρμόδιο να εκδικάσει αγωγή ή αίτηση ή υπόθεση που καταχωρίστηκε ενώπιόν του, διακόπτει την ενώπιόν του διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ΄ ύλην αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ή άλλο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.» Τίθεται λοιπόν ζήτημα κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση καθίσταται αρμόδιο το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα πρέπει να παραπεμφθεί η παρούσα αίτηση. Προϋπόθεση για εφαρμογή της πιο πάνω πρόνοιας του Ν.14/60 για παραπομπή από το Δ.Ε.Δ στο Επαρχιακό Δικαστήριο αποτελεί η διαπίστωση της καθ' ύλην αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου για το ζήτημα που εγείρεται στην αίτηση. Στην υπόθεση Elli Kapsou v. Middle East Airlines Airliban (πιο πάνω) η πλειοψηφία του Εφετείου αποφάσισε ότι σε περίπτωση που η εργοδότηση είναι μικρότερη από 26 εβδομάδες και η αξίωση δεν υπερβαίνει τους μισθούς δύο ετών, κανένα από τα δύο Δικαστήρια, είτε το Δ.Ε.Δ. είτε το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αξίωση του εργοδοτουμένου. Παραθέτoυμε πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα: «In our opinion section 3 of Law 24/67 has created a new statutory right regarding compensation for wrongful dismissal in substitution of the common law right and consequently when a claim cannot succeed before the Industrial Disputes Court on the strength of such statutory right, as in this case, the exclusive under section 30 of Law 24/67 jurisdiction of the Industrial Disputes Court cannot be circumvented by an action before a District Court, such as the present one, which was rightly dismissed by the trial judge for lack of jurisdiction». Ο δικαστής Κούρρης (απόφαση μειοψηφίας) διαφωνώντας εξέφρασε την άποψη ότι αρμόδιο Δικαστήριο σε αυτή την περίπτωση είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο καθότι σε αντίθετη περίπτωση παραβιάζεται το Συνταγματικό δικαίωμα του εργοδοτουμένου να προσφύγει σε Δικαστήριο. Παραθέτουμε πιο κάτω τη σχετική αναφορά του: «I do not agree with the contention that the District Court has jurisdiction only in cases where the employee's claim is for an amount which exceeds the amount of compensation which may be awarded under Law 24/67. In my judgment an employee has no statutory duty right for compensation by virtue of s.3 of Law 24/67 unless he has continually served the same employer for at least 26 weeks; but, if he is wrongfully dismissed before the lapse of 26 weeks he may resort to the District court for his claim. If I were to hold that an employee cannot resort to the District Court for his claim then s.3 of the law would be contrary to Article 30 of the Constitution which provides that no person shall be denied access to the Court assigned to him by or under the Constitution». Λίγα χρόνια αργότερα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι την Αίτησην του Ηλία Ηλία δι΄ άδειαν του Δικαστηρίου δι' έκδοσιν διατάγματος Prohibition/Certiorari
(1995)1 Α.Α.Δ 938 απέρριψε τη θέση ότι κανένα Δικαστήριο (ούτε το Οικογενειακό ούτε το Επαρχιακό) είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί αιτήματος για διατροφή εξώγαμου τέκνου και ότι το κενό μπορούσε να πληρωθεί μόνο με δικαιοδοτικό νόμο που θα παρείχε αρμοδιότητα σε κάποιο Δικαστήριο να επιληφθεί αίτησης για την έκδοση διατάγματος διατροφής για τη συντήρηση εξώγαμου τέκνου και έκρινε ότι αρμόδιο για την επίλυση κάθε διαφοράς που ανάγεται στην εκπλήρωση αστικών υποχρεώσεων είναι το κατά τόπο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο εκτός αν η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς υπάγεται βάσει των διατάξεων του δικαιοδοτικού νόμου σε άλλο πολιτικό Δικαστήριο και ότι αυτό «... προκύπτει από τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων του επαρχιακού δικαστηρίου, που απαντούνται στο Άρθρο 21 του Ν. 14/60, σε συνάρτηση με τον ορισμό του όρου "αγωγή" στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου, όπως επισημαίνεται στην απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται». Στην Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 Α.Α.Δ. 558 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι αποτελεί βασική αρχή του δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong) πρέπει να υπάρχει και θεραπεία (remedy) και οποιαδήποτε παρέκκλιση από την αρχή αυτή συνιστά ανωμαλία. Ο δικαστής Αρτεμίδης βασιζόμενος στις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο προστατεύει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο σημείωσε τα πιο κάτω: «Έχω την πεποίθηση πως οι λίγες, μα σοφά διαλεγμένες λέξεις του άρθρου, περικλείουν τα δικαιώματα των ατόμων σ' ολόκληρο το φάσμα της απονομής της δικαιοσύνης, με αναφορά στους δύο μεγάλους τομείς της την αστική και ποινική. Μας ενδιαφέρει εδώ η αστική. Τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις καλύπτονται από τον υπόλοιπο χώρο της δικαιοσύνης τον οποίο δεν κρατά η ποινική δικαιοδοσία. Για τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις δε γίνεται στο Σύνταγμα οποιαδήποτε πρόνοια που να αφορά στον προσδιορισμό τους. Σε αντίθεση με την ποινική δικαιοδοσία όπου ρητά προβλέπεται, στο άρθρο 12, πως κανείς δεν κηρύσσεται ένοχος οποιουδήποτε αδικήματος αν τούτο δε συνιστά αδίκημα σύμφωνα με νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τέλεσης της κολασίμου πράξεως ή παραλείψεως. Και μάλιστα η ποινή που επιβάλλεται δεν μπορεί να είναι βαρύτερη απ' αυτή που ρητά προβλέπεται στο νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο της τέλεσης της κολασίμου πράξεως. Η διαφορά αυτή δεν είναι, νομίζω, τυχαία. Δημιουργείται από την εγγενή φύση των δύο δικαιοδοσιών και τις ανάλογες προστασίες που προβλέπονται κατά τη λειτουργία τους. Τα αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις είναι αυθύπαρκτα στις πιο πάνω διατάξεις του Συντάγματος. Το αστικό δικαίωμα και υποχρέωση δημιουργείται και ενδεχομένως από το αποτέλεσμα μιας πράξης. Όταν γίνεται βλάβη ο παθών δικαιούχος έχει δικαίωμα στην απόδοση θεραπείας. Ειδικά γι' αυτή τη πτυχή εξέφρασα πρόσφατα την άποψη, χωρίς βέβαια πολλή συζήτηση, στην υπόθεση Παπαϊωάννου κ.ά. v. Παπαϊωάννου κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Α.656 πως στο άρθρο 30 του Συντάγματος εμπεριέχεται το αξίωμα ubi jus ibi remedium. Πρέπει να αναφέρω πως στο ίδιο νόημα και σκέψη είναι και η απόφαση του δικαστή Κούρρη στην έφεση Elli Constantouri Kapsou ν. Middle East Airlines Airliban
(1998)1 Α.Α.Δ. 152. Τα γεγονότα στην υπόθεση είναι ενδιαφέροντα. Η εφεσείουσα - ενάγουσα κίνησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον των εργοδοτών της αξιώνοντας αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Δεν είχε όμως συμπληρώσει 26 εβδομάδες εργοδοσίας. Το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε πως αποκλειστική δικαιοδοσία στο θέμα είχε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ενόψει των διατάξεων του Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67, και ως εκ τούτου απέρριψε την αγωγή. Ήταν παραδεκτό πως η εφεσείουσα δεν μπορούσε να διεκδικήσει αποζημιώσεις στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών βάσει του πιο πάνω Νόμου, γιατί δεν είχε συμπληρώσει 26 εβδομάδες εργασίας. Στην έφεση ο δικηγόρος της εφεσείουσας εισηγήθηκε πως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου παραβίαζε το άρθρο 30 του Συντάγματος, γιατί στερούσε από αυτή του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, για να διεκδικήσει δικαίωμα που, κατά την άποψη της, εδικαιούτο. Η πλειοψηφία του εφετείου (Τριανταφυλλίδης, Π., και Λώρης, Δ.) έκρινε πως η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήταν ορθή, χωρίς να επιληφθεί της εισήγησης του δικηγόρου αναφορικά με τη λειτουργία του άρθρου 30 του Συντάγματος. Διαφορετική ήταν η άποψη του δικαστή Κούρρη ο οποίος συμφώνησε με την εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας. Δεν συζήτησε σε βάθος το ζήτημα, η σκέψη όμως της απόφασης του ενισχύει και τη δική μου. Η απόφαση του τελειώνει με την εξής φράση, σε μετάφραση: «η εισήγηση πως ένας εργοδοτούμενος δεν μπορεί να έχει πρόσβαση στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου είναι αβάσιμη, γιατί σε μια τέτοια περίπτωση ένας πολίτης της Δημοκρατίας θα εμποδιστεί από του να έχει πρόσβαση στα Δικαστήρια, κάτι που είναι αντίθετο με τις ρητές διατάξεις του άρθρου 30 του Συντάγματος.» Στην Interamerican Insurance Co.Ltd., v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1.Α.ΑΔ. 1529 έγινε εισήγηση πως η απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Καψού είναι εσφαλμένη ενώ αυτή του δικαστή Κούρρη η ορθή. Κλήθηκε δε το Δικαστήριο να την υιοθετήσει. Όμως το εφετείο δεν ασχολήθηκε με την πιθανή ανατροπή της υπόθεσης Καψού γιατί έκρινε πως τα γεγονότα της ενώπιον του έφεσης ήσαν διαφορετικά απ' αυτά στην υπόθεση Καψού, και ως εκ τούτου δε συζήτησε την εισήγηση. Επιπλέον, νομίζω, πως το άρθρο 30 του Συντάγματος προεκτείνει το λατινικό αξίωμα επιβάλλοντας στα Δικαστήρια να αναγνωρίζουν και εξασφαλίζουν κατά την άσκηση της αστικής τους δικαιοδοσίας κάθε αστικό δικαίωμα και υποχρέωση...» Στο σύγγραμμα του Α. Λοίζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη σελίδα 185 αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο: « .... Η αρχή κάτω από την οποία μια αστική διαφορά πρέπει να μπορεί να τεθεί ενώπιον δικαστή είναι ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται παγκόσμια». Λαμβάνοντας υπόψη
(1)τις αρχές που υιοθετήθηκαν και ακολουθήθηκαν στις αποφάσεις Επι τοις αφορώσι την Αίτησην του Ηλία Ηλία δι΄ άδειαν του Δικαστηρίου δι' έκδοσιν διατάγματος Prohibition/Certiorari (πιο πάνω) και Γιάλλουρος ν. Νικολάου (πιο πάνω) οι οποίες εκδόθηκαν μεταγενέστερα της απόφασης της πλειοψηφίας στην Elli Kapsou v. Middle East Airlines Airliban (πιο πάνω), στις οποίες κρίθηκε (α) ότι η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου επεκτείνεται σε κάθε διαφορά αστικής φύσεως που εμπίπτει στα όρια της τοπικής αρμοδιότητάς του, εκτός αν η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς υπάγεται βάσει των διατάξεων του δικαιοδοτικού νόμου σε άλλο πολιτικό Δικαστήριο και (β) ότι το Συνταγματικό δικαίωμα του πολίτη, να προσφεύγει στο Δικαστήριο για κάθε αγώγιμο δικαίωμα που έχει, δεν πρέπει να παραβιάζεται και
(2)τα λεχθέντα στη Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd (πιο πάνω) (α) ότι ο Ν.24/67 δεν καταργεί τις διατάξεις του Περί Συμβάσεων Νόμου ή την εφαρμογή των αρχών του Κοινοδικαίου στον βαθμό που διέπουν συμβάσεις εργασίας ή τις συνέπειες από τη διάρρηξή τους (β) ότι ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα προσφυγής σε Επαρχιακό Δικαστήριο με σκοπό τη διεκδίκηση αποζημιώσεων για τον τερματισμό της σύμβασης εργασίας του βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου και (γ) ότι θα αποτελούσε αντινομία προς τους σκοπούς του Ν.24/67 η αποστέρηση του εργοδοτουμένου πλέον εκτεταμένων δικαιωμάτων που δυνατό να του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος, κρίνουμε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Κατάληξη Συνεπώς, η παρούσα διαδικασία διακόπτεται και η υπόθεση παραπέμπεται προς εκδίκαση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Τα έξοδα της διαδικασίας που αφορά το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δ.Ε.Δ. επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εις βάρος του Αιτητή όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............. Μ. Πότσου, Μέλος Σ. Αυγουστή, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλέπε επίσης σελίδες 749-752, στο σύγγραμμα Π. Γ. Πολυβίου, «Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη», Εκδόσεις Χρυσαφίνης και Πολυβίου,
- [2]«It is undisputed that the appellant was employed by the respondents from 25 January 1982 till 11 July 1982 when her services were terminated and that, therefore, her employment lasted for less than twenty-six weeks. Moreover it is, likewise, undisputed that in this case there are not being claimed damages in excess of the appellant's emoluments for two years and, therefore, her claim does not exceed the amount of damages which the Industrial Disputes Court is empowered to award under the termination of Employment Law, 1967 (Law 24/67). Under section 3 of Law 24/67 an employee whose services are terminated after an employment of less than twenty-six weeks has no right to claim compensation under the provisions of Law 24/
- By virtue of section 30 of Law 24/67, as reenacted by means of section 3 of the Termination of Employment (Amendment) Law, 1973 (Law 6/73), the Industrial Disputes Court is granted exclusive jurisdiction to decide on all industrial disputes arising out of the operation of Law 24/67 or any Regulations made thereunder including any incidental or ancillary to such dispute matter, except that an employee has the right, in relation to the termination of his employment, to file an action before the District Court of the District where he was employed at the time when the dispute arose if his claim for damages exceeds the amount of damages which the Industrial Disputes Court is empowered to award. In the light of all the foregoing it is clear that the present instance is not one of those cases in which the appellant is entitled under section 30 of Law 24/67, as amended by Law 6/73, to file an action in a District Court and it is a case coming within the exclusive jurisdiction of the Industrial Disputes Court; but the appellant cannot claim compensation under Law 24/67 because she was employed for less than twenty-six weeks prior to the termination of her services. Counsel for the appellant has argued that notwithstanding the provision of section 30 of Law 24/67 the appellant could claim, by virtue of a common law right, damages for wrongful dismissal by means of her action before the District Court. The learned trial Judge, agreeing in this respect with counsel for the respondents, found that he no jurisdiction to entertain the action of the appellant because of the provisions of section 30 of Law 24/
- In our opinion section 3 of Law 24/67 has created a new statutory right regarding compensation for wrongful dismissal in substitution of the common law right and consequently when a claim cannot succeed before the Industrial Disputes Court on the strength of such statutory right, as in this case, the exclusive under section 30 of Law 24/67 jurisdiction of the Industrial Disputes Court cannot be circumvented by an action before a District Court, such as the present one, which was rightly dismissed by the trial Judge for lack of jurisdiction.» [3] « From the wording of s.30 (as amended), it becomes clear that the Industrial Disputes Court was given exclusive jurisdiction to decide on all industrial disputes arising out of the operation of the law, or any regulation made thereunder, or both of them, including any matters incidental or ancillary to those disputes, if the claim for damages does not exceed the amount which the Industrial Disputes Court is empowered to award under the Termination of Employment Law 1967, (24/67) which are the emoluments of up to two years. If a claim exceeds an employee's two years emoluments then the district Court has exclusive jurisdiction. I do not agree with the contention that the District Court has jurisdiction only in cases where the employee's claim is for an amount which exceeds the amount the amount of compensation which may be awarded under Law 24/
- In my judgment an employee has no statutory right for compensation by virtue of s.3 of Law 24/67 unless he has continually served the same employer for at least 26 weeks; but if he is wrongfully dismissed before the lapse of 26 weeks he may resort to the District Court for his claim. If I where to hold that an employee cannot resort to the District Court for his claim then s.3 of the law would be contrary to Article 30 of the Constitution which provides that no person shall be denied access to the Court assigned to him by or under the Constitution.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). [4] Στην εν λόγω υπόθεση αποφασίστηκε ότι (α) παρέχεται σε εργοδοτούμενο ο οποίος δεν έχει συμπληρώσει υπηρεσία 26 εβδομάδων και απολύθηκε από τον εργοδότη του το δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο, εφόσον η αξίωσή του για αποζημιώσεις, υπερβαίνει τις απολαβές δύο ετών και (β) η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν συναρτάται με την επιτυχία ή το βάσιμο της αξίωσης του εργοδοτουμένου για αποζημιώσεις πέραν των απολαβών δύο ετών. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο