ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ ΣΟΥΣΟΥΝΗΣ ν. AZMO SHIPPING LTD, Αρ. Αίτησης: 400/20, 20/11/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Μ. Μενοίκου ) Αντ. Κωνσταντινίδου) Μελών Αρ. Αίτησης: 400/20 Μεταξύ: ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ ΣΟΥΣΟΥΝΗΣ Αιτητή και AZMO SHIPPING LTD Καθ' ων η Αίτηση Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 11/05/2023 για έκδοση εντάλματος κατασχέσεως εις χείρας τρίτου (writ of attachment) Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου, 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Ραφαέλα Α. Φιλίππου για Μ.Χ. Μυλωνάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση: Καμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό εξέταση αίτηση ο Αιτητής εξαιτείται τα πιο κάτω: Α. Άδεια παρά του Σεβαστού Δικαστηρίου για την έκδοση διατάγματος κατασχέσεως χρημάτων (writ of attachment) τα οποία η Καθ' ης η Αίτηση έχει να λαμβάνει από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ μεσεγγυούχων και διατάττον τους μεσεγγυούχους όπως μην παραιτηθούν από της φυλάξεως των χρημάτων μέχρι του ποσού της απαιτήσεως του Αιτητή εις την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λεμεσού ημερομηνίας 06.10.2021, που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης υπ' αρ.400/
- Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως (writ of attachment) εις χείρας τρίτου με το οποίο να διατάσσεται η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (μεσεγγυούχος) όπως εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και εξετασθούν σχετικά με οποιοδήποτε ποσό χρημάτων έχουν ή θα έχουν σε οποιοδήποτε χρόνο στα χέρια τους και/ή θα οφείλουν σε οποιοδήποτε χρόνο να καταβάλουν στην Καθ' ης η Αίτηση και στο οποίο ποσό η Καθ' ης η Αίτηση έχει συμφέρον και/ή δικαίωμα και που να διατάσσει την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ όπως μην αποχωριστούν και/ή αποξενώσουν και/ή παραιτηθούν από και/ή διαθέσουν και/ή καταβάλουν στην Καθ' ης η Αίτηση και/ή εις οιονδήποτε άλλο πρόσωπο ποσό μέχρι €6,000.00 (€3,377.16 πλέον νόμιμο τόκο 2% από 01.12.2020 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €720 δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ, πλέον νόμιμο τόκο 2% από 01.12.2020, πλέον έξοδα της παρούσας αίτησης) ή οποιοδήποτε άλλο ποσό χρημάτων ευρίσκεται υπό την φύλαξη τους μέχρι του ως άνω ποσού και στο οποίο ποσό η Καθ' ης η Αίτηση έχει συμφέρον και/ή δικαίωμα μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Όπως οι μεσεγγυούχοι, ήτοι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εμφανιστούν στο Δικαστήριο σε ημέρα και ώρα που το Δικαστήριο ήθελε ορίσει και δείξουν λόγο γιατί να μην κατασχεθεί το ποσό των €6,000.000 (€3,377.16 πλέον νόμιμο τόκο 2% από 01.12.2020 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €720 δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ, πλέον νόμιμο τόκο 2% από 01.12.2020, πλέον έξοδα της παρούσης αίτησης) ή οποιοδήποτε άλλο ποσό χρημάτων ευρίσκεται υπό την φύλαξη και/ή έλεγχο τους μέχρι του ως άνω ποσού και στο οποίο η Καθ' ης η Αίτηση έχει συμφέρον και/ή δικαίωμα, έχει ή θα έχει ωφέλιμο συμφέρον (beneficial interest) για ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λεμεσού ημερομηνίας 06.10.2021, που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης υπ' αρ.400/
- Δ. Οιανδήποτε άλλην θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη και/ή δίκαια υπό τις περιστάσεις. Ε. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον Φ.Π.Α. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 73 - 81, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.43 Θ.1-3, Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 3, 4, 8 και 9, στον Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999 (1/1999), άρθρο 15
(1),
(2),
(3), στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου και της Νομολογίας. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση αναφέρονται σε ένορκη δήλωση της κας Ελένης Συμεωνίδου, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή. Στην εν λόγω ένορκο δήλωση η κα Συμεωνίδου αναφέρει ότι στις 06/10/2021 εκδόθηκε από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών απόφαση υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €3.377,16 πλέον νόμιμο τόκο πλέον €720,00 δικηγορικά έξοδα με νόμιμο τόκο συν Φ.Π.Α. Ότι μέχρι σήμερα οι Καθ' ων η Αίτηση δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε πόσο στον Αιτητή προς εξόφληση και/ή ικανοποίηση του πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέους τους προς τον Αιτητή. Ότι ο Αιτητής ως πρώην εργοδοτούμενος των Καθ' ων η Αίτηση γνωρίζει τους αριθμούς των τραπεζικών λογαριασμών των Καθ' ων η Αίτηση στους οποίους πιστώνονται ποσά για τις εργασίες των Καθ' ων η Αίτηση. Η αίτηση κατατέθηκε ως Γενική Αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 11/05/2013 και πήρε τον αριθμό 134/
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 14/06/2023 έκρινε ότι δικαιοδοσία για την υπό εξέταση αίτηση είχε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο (διαφωνώντας με απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σε άλλη υπόθεση με την οποία κρίθηκε ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δεν έχει αρμοδιότητα να εκδώσει ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου[1]) και την παρέπεμψε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η εν λόγω αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ως αίτηση εργατικής διαφοράς με αριθμό 150/
- Εφόσον η αίτηση αφορούσε την αίτηση εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του Αιτητή όπως προβούν στα αναγκαία διαβήματα ώστε η υπό εξέταση αίτηση να αποτελέσει μέρος του φακέλου της αίτησης εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Στις 11/09/2023 η αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης εργατικής διαφοράς με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Εκείνη την ημερομηνία το Δικαστήριο ήγειρε ζήτημα αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και ζήτησε από την δικηγόρο του Αιτητή όπως αγορεύσει επί του εν λόγω ζητήματος. Η δικηγόρος του Αιτητή, επικαλούμενη τις πρόνοιες των εδαφίων (α) και (β) της παραγράφου 1 του άρθρου 12 του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967, Ν.8/67 και του άρθρου 30
(1)του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67 εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει αρμοδιότητα «να αποφασίζει επί όλων των εργατικών διαφορών και οποιουδήποτε παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού της (εργατικής) διαφοράς θέματος όπως π.χ. η εκτέλεση αποφάσεων του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών». Περαιτέρω παραπέμποντας στο άρθρο 2 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφάλαιο 6, στο οποίο προβλέπεται ότι ««Δικαστήριο» σημαίνει το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή, στην οποία υποβάλλεται οποιαδήποτε αίτηση ή εκδίδεται διάταγμα ή οποιοδήποτε ένταλμα...» και στο άρθρο 73 του ιδίου Νόμου στο οποίο αναφέρεται ότι ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου δύναται να εκδοθεί μετά τη δικαστική απόφαση με το οποίο τρίτο πρόσωπο καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προέβαλε τη θέση ότι η αρμοδιότητα εκτέλεσης ανήκει στο Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την απόφαση και ότι στην απουσία οποιωνδήποτε ειδικών κανονισμών που να ρυθμίζουν τη διαδικασία για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης με ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου εφαρμόζονται οι πρόνοιες των Διαταγών 40 και 43 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Τέλος υποστήριξε ότι το γεγονός ότι στον Κανονισμό 15 του Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 αναφέρεται ότι το ένταλμα εκτέλεσης απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εκδίδεται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και διαβιβάζεται στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου για εκτέλεση, σύμφωνα με τη Διαταγή 40 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, υπό το φως ότι δεν υπάρχει νομοθετική πρόνοια που στερεί από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών την αρμοδιότητα εκτέλεσης των αποφάσεών του, δεικνύει ότι όλα τα υπόλοιπα μέτρα εκτέλεσης εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Σε αυτό το σημείο κρίνουμε σκόπιμο όπως προβούμε σε σύντομη ιστορική αναδρομή σχετικά με την ίδρυση, τη φύση και την εξέλιξη του του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και τις αρμοδιότητες που του δόθηκαν. Το 1967 θεσπίστηκαν ο Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμος του 1967, Ν.8(Ι)/1967 και ο Περί Τερματισμός της Απασχολήσεως Νόμος του 1967, Ν. 24/67 με σκοπό να κατοχυρωθούν νομοθετικά τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου που αφορούσαν την ετήσια επί πληρωμή άδεια ανάπαυσής του και την προστασία του από παράνομο τερματισμό της απασχόλησής του και ταυτόχρονα δημιουργήθηκε ένα Ειδικό Δικαστήριο που να εκδικάζει τα ζητήματα που ανακύπτουν από την εφαρμογή των δύο πιο πάνω Νόμων. Πιο συγκεκριμένα, με το άρθρο 12 του Περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967, Ν.8(Ι)/1967, ιδρύθηκε ένα ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ με την επωνυμία Διαιτητικό Δικαστήριο το οποίο με βάση το εν λόγω άρθρο είχε δικαιοδοσία να κρίνει όλες τις διαφορές ή συμπληρωματικά ζητήματα που εγείρονταν από την εφαρμογή του εν λόγω Νόμου ή οποιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει του εν λόγω Νόμου. Περαιτέρω το Διαιτητικό Δικαστήριο με βάση το άρθρο 30 του Περί Τερματισμού της Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν. 24/67, είχε δικαιοδοσία να αποφασίζει για όλες τις διαφορές που εγείρονται από την εφαρμογή του εν λόγω νόμου ή συμπληρωματικά θέματα. Στον Ν.24/67 το άρθρο 31 έφερε τον πλαγιότιτλο «Είσπραξις ποσών επιδικασθέντων υπό του Διαιτητικού Δικαστηρίου» και στην παράγραφο 1 γινόταν η πιο κάτω πρόβλεψη: «31.
(1). Άπόφασις τοΰ Διαιτητικού Δικαστηρίου έπιδικάζουσα οιονδήποτε ποσόν εκτελείται κατά τον αυτόν τρόπον ώς άπόφασις πολιτικού Δικαστηρίου.» (η υπογράμμιση είναι δική μας) Το 1968 εκδόθηκαν οι Περί Διαιτητικού Δικαστηρίου Κανονισμοί. Στον Κανονισμό 2 αναφερόταν ότι στους εν λόγω κανονισμούς ότι εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από το κείμενό τους «Διαιτητικό Δικαστήριο» σημαίνει το Διαιτητικό Δικαστήριο που καθιδρύεται από τον Κανονισμό 3 και τον Ν.8/67 και «Δικαστήριο» σημαίνει το Επαρχιακό Δικαστήριο της Επαρχίας στην οποία ο εργοδοτούμενος εργαζόταν κατά τον χρόνο που προέκυψε η διαφορά. Στο Παράρτημα των εν λόγω Κανονισμών περιέχονταν Δικονομικοί Κανόνες οι οποίοι, δυνάμει του Κανονισμού 13, εφαρμόζονταν στις διαδικασίες που άρχιζαν ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου. Στους εν λόγω Δικονομικούς Κανόνες σημειωνόταν ότι οι αναφερόμενες σε αυτούς λέξεις έχουν την ίδια έννοια που τους αποδίδεται από τον Κανονισμό 2 των Περί Διαιτητικών Δικαστηρίων Κανονισμών. Περαιτέρω κάτω από τον τίτλο «Εκτέλεσις αποφάσεων του Διαιτητικού Δικαστηρίου» αναφέρονταν τα εξής ως προς το ζήτημα της εκτέλεσης των αποφάσεων του Διαιτητικού Δικαστηρίου: «
- Η προσαγωγή, καθ' οιονδήποτε επί δικαστηρίω διαδικασίαν, εγγράφου πεπιστοποιημένου υπό του Πρωτοκολλητού ως πιστού αντιγράφου της καταχωριθείσης εν τω Πρωτοκόλλω αποφάσεως συνιστά, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, επαρκή απόδειξιν του εγγράφου και των εν αυτώ εκτιθεμένων γεγονότων.
- Η απόφασις του Διαιτητικού Δικαστηρίου ή πεπιστοποιημένον υπό του Πρωτοκολλητού αντίγραφο αυτής, άμα τη πρωτοκολλήσει αυτής παρά τω Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, καθίσταται εκτελεστή ως εάν επρόκειτο περί δικαστικής αποφάσεως.» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Στη βάση των πιο πάνω νομοθετικών, κανονιστικών και δικονομικών προνοιών η εκτέλεση των αποφάσεων του Διαιτητικού Δικαστηρίου γινόταν από τα Επαρχιακά Δικαστήρια. Το 1973 τροποποιήθηκε το άρθρο 12 του Ν.8/67 και με την εν λόγω τροποποίηση το Διαιτητικό Δικαστήριο καταργήθηκε και δημιουργήθηκε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ως ανεξάρτητο δικαστικό όργανο με τη μορφή με την οποία λειτουργεί μέχρι και σήμερα και καθορίστηκε η δικαιοδοσία του. Οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου σε σχέση με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και την έκδοση Δικονομικών Κανονισμών σε ότι αφορά τη διαδικασία ενώπιόν του ήταν οι ακόλουθες (οι οποίες είναι οι ίδιες μέχρι σήμερα): «12.-
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον "Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών") εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων,· (γ).............(δ)...........
(2)........
(3).........
(12)..........
(13)(α) Το Ανώτατον Δικαστήριον, αφού προηγουμένως συμβουλευθή τον Υπουργόν, εκδίδει Δικονομικούς Κανονισμούς, δημοσιευομένους εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας, εν σχέσει προς την πρακτικήν και την διαδικασίαν την ακολουθητέαν υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, προσέτι δε τα καθήκοντα και εξουσίας των υπαλλήλων αυτού· (β) οι δυνάμει του παρόντος εδαφίου εκδιδόμενοι Δικονομικοί Κανονισμοί θα περιλαμβάνωσι- (
- i)πρόβλεψιν διά την κλήτευσιν προσώπων όπως προσέλθωσι και δώσωσι μαρτυρίαν και παρουσιάσωσιν έγγραφα και δι' εξουσιοδότησιν της λήψεως όρκου παρά μαρτύρων και δι' επιβολήν ποινών διά παράλειψιν τινος να προσέλθη αφού ούτος εκλητεύθη δεόντως, καθώς και διά περιφρόνησιν του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών· (
- ii)ρύθμισιν των καθηκόντων και εξουσιών των υπαλλήλων του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών͘ (iii) καθορισμόν των τύπων των δικογράφων και των δικαστικών τελών και δαπανών της ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίας· (iv)καθορισμόν των προθεσμιών, εντός των οποίων αξιούται συμμόρφωσις προς τας διατάξεις των Δικονομικών Κανόνων.» Στις ερμηνευτικές διατάξεις του Ν.8/67 ως τροποποιήθηκε το 1973 εισήχθηκαν οι πιο κάτω αναφορές: «"Δικαστήριον" σημαίνει το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ' ον ανέκυψεν η διαφορά ή το ερώτημα· "Δικονομικοί Κανονισμοί" σημαίνει τους δυνάμει του άρθρου 12 εκδιδομένους υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δικονομικούς Κανονισμούς·» Περαιτέρω τροποποιήθηκε και το άρθρο 30
(1)του Ν.24/67 ως εξής: «30.-
(1)Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.» Το άρθρο 31
(1)του Ν.24/67 που αναφέραμε πιο πάνω και αναφερόταν στον τρόπο εκτέλεσης των αποφάσεων τροποποιήθηκε μόνο με την αντικατάσταση των λέξεων «Διαιτητικού Δικαστηρίου» με τις λέξεις «Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών». Με εδάφια που προστέθηκαν στο άρθρο 12
(1)του Ν.8/67 το 1996 και το 1997 το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών απέκτησε δικαιοδοσία να επιλύει (α) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και είναι άσχετα με τον τερματισμό της εργοδότησης και αφορούν απαιτήσεις του εργοδοτουμένου για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένους μισθούς, φιλοδωρήματα, 13ο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση και (β) διαφορές αστικής φύσεως που προκύπτουν συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου του 1997. Περαιτέρω με βάση διατάξεις ειδικών νόμων που ψηφίστηκαν από το 1973 μέχρι σήμερα, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών απέκτησε αποκλειστική αρμοδιότητα για ζητήματα που αφορούν τόσο εργατικές όσο και αστικές διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή διαφόρων νομοθετημάτων που αποσκοπούν στην προστασία διάφορων συμβατικών, ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων. Σημειώνουμε ότι σε κανένα από τα νομοθετήματα που δίνουν καθ' ύλη δικαιοδοσία στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υπάρχει πρόνοια όπως αυτήν του άρθρου 31
(1)του Ν.24/
- Οι Περί Διαιτητικού Δικαστηρίου Δικονομικοί Κανόνες του 1968 παρέμειναν σε ισχύ μέχρι και το 1999 που θεσπίστηκε ο Περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999 («ο Κανονισμός»). Με τον Κ.18 του Κανονισμού καταργήθηκαν οι Περί Διαιτητικού Δικαστηρίου Δικονομικοί Κανόνες του
- Στον Κ.17 του Κανονισμού αναφέρονται τα εξής: «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού». (η υπογράμμιση είναι δική μας) Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες του Κ.17 του Κανονισμού το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών μπορεί να εφαρμόσει κατ' αναλογία τις διατάξεις των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας εκεί που δεν υπάρχει ρύθμιση στον Κανονισμό. Συνεπώς εκεί όπου ένα ζήτημα ρυθμίζεται ειδικά στον Κανονισμό, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών οφείλει να ακολουθήσει την προβλεπόμενη στον Κανονισμό διαδικασία και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ανατρέξει σε διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ρυθμίζουν αντίστοιχα ζητήματα. Το ζήτημα του τρόπου εκτέλεσης των αποφάσεων του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών προβλέπεται στον Κ.15 του Κανονισμού. Μέχρι το 2004 ο εν λόγω Κανονισμός προέβλεπε τα πιο κάτω: «Απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εκτελείται από το Επαρχιακό Δικαστήριο της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται η κατοικία, επαγγελματική στέγη, έδρα ή χώρος δραστηριοτήτων του φυσικού ή νομικού προσώπου, εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στη Διαταγή 40 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας.» Στις 27/02/2004 ο εν λόγω Κανονισμός Κ.15 τροποποιήθηκε με τη διαγραφή της πιο πάνω πρόνοιας και την αντικατάστασή της με την ακόλουθη πρόνοια: «15.Ένταλμα εκτέλεσης απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εκδίδεται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και διαβιβάζεται προς εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου στο οποίο η εκτέλεση θα διενεργηθεί κατά τα οριζόμενα στη Διαταγή 40 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τηρουμένων των αναλογιών.» Στις 20/05/2022 ο Κ.15 του Κανονισμού τροποποιήθηκε με την αρίθμηση του τότε υφιστάμενου Κ.15 ως παραγράφου
(1)και την προσθήκη των ακόλουθων παραγράφων
(2)και
(3)ως εξής: «
(2)Η παρουσίαση, ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, πιστού αντιγράφου απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, συνιστά επαρκή απόδειξη του εγγράφου στο οποίο αφορά και των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό.
(3)Η απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ή πιστό αντίγραφο αυτής πιστοποιημένο από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, είναι άμεσα εκτελεστή.». Παρατηρούμε ότι οι πρόνοιες των πιο πάνω παραγράφων είναι παρόμοιες με αυτές που υπήρχαν στους Περί Διαιτητικού Δικαστηρίου Δικονομικούς Κανόνες του 1968 και ότι η πρόσθεση των παραγράφων
(2)και
(3)δεικνύει ότι, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, μετά την έκδοση από αυτό απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασής του, μπορεί μόνο να εκδώσει ένταλμα εκτέλεσης απόφασής του και να το διαβιβάσει προς εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του αρμοδίου, προς εκτέλεση, Επαρχιακού Δικαστηρίου και ότι η εξουσία του για σκοπούς εκτέλεσης στη βάση του Κ.15 του Κανονισμού είναι περιορισμένη. Ένα ένταλμα εκτέλεσης το οποίο μπορεί να διαβιβαστεί προς εκτέλεση σε Πρωτοκολλητείο είναι το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας (writ of movables). Στην παρούσα περίπτωση αυτό που ζητείται είναι η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου. Σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)(δ) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, η κατάσχεση ιδιοκτησίας εις χείρας τρίτου («garnishee») είναι μια από τις μεθόδους εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων και η σχετική διαδικασία προβλέπεται από το ΜΕΡΟΣ VII, ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΜΕ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΡΙΤΟΥ, άρθρα 73, 74 και 78 του Κεφαλαίου 6. Η διαδικασία εκδίκασης αίτησης κατάσχεσης περιουσίας εις χείρας τρίτου ρυθμίζεται από τη Δ.43 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην απόφαση ημερομηνίας 16/02/2021 στην Πολ. Αίτηση Αρ.18/21 Αναφορικά με την Αίτηση της Cyfield Development Public Ltd σημειώθηκαν τα πιο κάτω: « Η ακολουθητέα διαδικασία, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι η καταχώρηση μονομερούς αίτησης (ex parte) για την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης (order nisi). Αφού ειδοποιηθεί ο μεσεγγυούχος και ο εξ' αποφάσεως χρεώστης, ακολουθεί δικαστική διαδικασία για την οριστικοποίηση του διατάγματος κατάσχεσης ή την έκδοση οιουδήποτε διατάγματος το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο. Η ακολουθητέα διαδικασία, όπως καθορίζεται στο Μέρος VII του Κεφ. 6, και τρόπος κατάσχεσης έγιναν αντικείμενο εξέτασης στις υποθέσεις F. Hoffman La Roche and Co. AG v. Inter - Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Ltd
(1969)1 C.L.R. 106, καθώς και στην Αγγλική υπόθεση Choice Investments Ltd v. Jeronimnimon Midland Bank Ltd
(1980)2 W.L.R.
- Το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση F. Hoffman La Roche and Co. AG (πιο πάνω) έχει ως εξής: «Sections 73 to 81 (Part VII) of the Civil Procedure Law, Cap. 6 (which we need not quote verbatim) provide that, if an application for the issue of α writ of attachment is granted by the Court, a writ goes out to the third party (the garnishee) calling on him to appear before the Court and be examined regarding the money or other movable property in his hands which is alleged to be the property of, or be due to, the judgment debtor. Under the provisions of section 74, that property becomes security in the hands of the garnishee, for the satisfaction of the claim of the judgment creditor. Finally, under section 78, the Court, after hearing all interested persons, may order that any part of the money attached shall be paid over to the judgment creditor in satisfaction of his judgment.»» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας) Η κυπριακή νομολογία αποδέχεται ότι υπάρχουν δύο στάδια στην όλη διαδικασία, ήτοι το προσωρινό διάταγμα (garnishee order nisi) και το απόλυτο διάταγμα (garnishee order absolute), κατ' αναλογία των όσων εφαρμόζονται στην Αγγλία[2]. Παρά τον προσωρινό ή/και απαγορευτικό χαρακτήρα του διατάγματος τύπου "garnishee order nisi" που εκδίδεται συμφώνως προς τα άρθρα 73 και 74 του Κεφ.6, διασαφηνίζεται από τη νομολογία ότι η φύση της διαδικασίας για την έκδοσή του δεν θα πρέπει να θεωρείται ενδιάμεση διαδικασία αλλά ως εναρκτήρια διαδικασία παρόλο που αρχίζει με μονομερή αίτηση[3]. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, σελίδες 331 και 332[4], όπου, με αναφορά στην RSC Ord.49 ("Garnishee Proceedings"), επεξηγείται ότι η διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου διαλαμβάνει δυο στάδιαː (α) Το πρώτο στάδιο (που αντιστοιχεί στα διαλαμβανόμενα στα άρθρα 73 και 74 του Κεφ.6) αφορά στην εξασφάλιση από τον εξ' αποφάσεως πιστωτή μονομερούς διατάγματος κατάσχεσης (garnishee order nisi), το οποίο απευθύνεται στον μεσεγγυούχο και τον καλεί να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία και ώρα κατά την οποία θα εξεταστεί το ζήτημα, ενώ στο μεταξύ διατάζεται να μην αποξενώσει το ποσό το οποίο αναφέρεται στο διάταγμα. Δημιουργείται, δηλαδή, μια επιβάρυνση υπέρ του εξ αποφάσεως πιστωτή επί της επίδικης κινητής ιδιοκτησίας, η οποία πλέον υπόκειται σε μεσεγγύηση. (β) Κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας (που αντιστοιχεί στα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 78 του Κεφ.6) εξετάζεται κατά πόσον η περίπτωση είναι τέτοια ώστε ο μεσεγγυούχος να διαταχθεί να πληρώσει το ποσό το οποίο δεσμεύθηκε στον εξ' αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους και των εξόδων. Δηλαδή εκδίδεται διάταγμα το οποίο μπορεί να εκτελεστεί εναντίον του μεσεγγυούχου[5]. Περαιτέρω στο ίδιο σύγγραμμα στον ίδιο τόμο στις σελίδες 232 και 324-325 αναφέρονται τα εξής: «
- Meaning of "execution". The word "execution" in its widest sense signifies the enforcement of or giving effect to the judgements or orders of the courts of justice. In a narrower sense, it means the enforcement of those judgements or orders by a public officer under the writs of fieri facias, possession, delivery, sequestration...., etc. Besides these writs, there are certain analogous methods of enforcing judgements or orders, namely attachment of debts or garnishee proceedings, charging orders on stock and shares .......
- The nature of the analogous proceedings. Since the writs of execution described previously do not reach many kinds of property which a debtor may own, various types of proceedings have been authorized by statutes or rules of court or, to a limited extent, under the inherent powers of the Court, where a judgment creditor can obtain satisfaction of his debt which otherwise he could not reach. Thus debts owed to the judgment debtor can be attached......
- Nature of garnishee proceedings. Garnishee proceedings are a process of enforcing a money judgement by the seizure or attachment of the debts due or accruing due to the judgment debtor which form part of his property available in execution. It is thus a species of execution upon debts, for which the ordinary methods of execution are inapplicable. By this process the court has power to order a third party to pay direct to the judgement creditor the debt due or accruing due from him to the judgment debtor, or as much of it as may be sufficient to satisfy the amount of judgement and the costs of the garnishee proceedings.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα εντάλματα που εκδίδονται σε διαδικασίες κατάσχεσης σε χείρα τρίτου δεν συνιστούν εντάλματα εκτέλεσης που μπορούν να διαβιβαστούν σε Πρωτοκολλητείο Επαρχιακού Δικαστηρίου για εκτέλεση[6], αλλά είναι διατάγματα που εκδίδονται από ένα δικαστήριο εναντίον ενός τρίτου προσώπου για πληρωμή ποσού στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Πέραν των πιο πάνω αναφέρουμε ότι στο άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60 σημειώνονται τ' ακόλουθα: «Εv τω παρόvτι vόμω, εκτός εάv εκ τoυ κειμέvoυ πρoκύπτη αvτίθετoς έvvoια- «"αγωγή" σημαίvει πoλιτικήv διαδικασίαv αρχoμέvηv διά κλητηρίoυ εvτάλματoς ή κατά τoιoύτov άλλov τρόπov ως καθoρίζεται υπό διαδικαστικoύ καvovισμoύ "πoλιτική διαδικασία" περιλαμβάvει oιαvδήπoτε διαδικασίαv άλληv ή πoιvικήv διαδικασίαv "δικαστήριov" σημαίvει το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, το Ανώτατο Δικαστήριο, το Εφετείο ή οποιοδήποτε άλλο δικαστήριο καθιδρυόμεvov υπό τoυ παρόvτoς vόμoυ ή καθιδρυθησόμεvov υφ' oιoυδήπoτε άλλoυ vόμoυ, έχov δικαιoδoσίαv, και περιλαμβάvει oιovδήπoτε δικαστήv τoύτωv» Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι Ειδικό Δικαστήριο το όποιο ιδρύθηκε με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 12 του Ν.8/67 το οποίο άρθρο καθορίζει και την καθ' υλή δικαιοδοσία του και οι περί του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 1999 ως τροποποιήθηκαν μέχρι σήμερα προβλέπουν ότι οι υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών εγείρονται με αίτηση που υποβάλλεται από τον αιτητή σε έντυπο που περιλαμβάνει τα στοιχεία που προβλέπονται στον Τύπο Ι και στην αίτηση καθορίζονται οι λόγοι στους οποίους θεμελιώνεται το αίτημα και προσδιορίζεται η ζητούμενη θεραπεία ή θεραπείες. Στη βάση των πιο πάνω νομοθετικών και κανονιστικών προνοιών προκύπτει ότι η αίτηση εργατικής διαφοράς και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εμπίπτουν στις έννοιες των όρων «αγωγή» και «Δικαστήριο» όπως αυτοί αποδίδονται από το άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60 και ότι οι πρόνοιες του Ν.14/60 εφαρμόζονται στις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών όπου αυτό χρειάζεται. Σημειώνουμε ότι οι πιο πάνω έννοιες των όρων «αγωγή» και «Δικαστήριο» όπως αναφέρονται στον Ν.14/60 αφορούν μόνο την εφαρμογή των προνοιών του Ν.14/60 και όχι την εφαρμογή προνοιών άλλων νόμων και σε περιπτώσεις που ο νομοθέτης ήθελε να εφαρμοστούν σε άλλο νομοθέτημα οι πιο πάνω έννοιες το δήλωσε ρητά όπως για παράδειγμα στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012, Ν.66(Ι)/2012, όπου στις ερμηνευτικές διατάξεις του εν λόγω νόμου (άρθρο 2) αναγράφονται τα εξής: «Στον παρόντα Νόμο εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- «αγωγή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Δικαστηρίων Νόμο και περιλαμβάνει ανταπαίτηση∙» Στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, δεν υπάρχει αναφορά στις έννοιες των όρων «αγωγή» και «Δικαστήριο» όπως αυτές αναφέρονται στον Ν.14/60, αφού στις ερμηνευτικές διατάξεις του αναφέρονται τ' ακόλουθα: «
- Στο Νόμο αυτό- "Δικαστήριο" σημαίνει το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή, στην οποία υποβάλλεται οποιαδήποτε αίτηση ή εκδίδεται διάταγμα ή οποιοδήποτε ένταλμα, ή το Ανώτατο Δικαστήριο, ή οποιοδήποτε Δικαστή αυτού αντίστοιχα» Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η έννοια του όρου «Δικαστηρίου» στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, δεν περιλαμβάνει και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Όπως σημειώσαμε πιο πάνω το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει δικαιοδοσία να εκδικάζει οποιαδήποτε ζητήματα παραπέμπονται σε αυτό δυνάμει ρητών νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων συμπεριλαμβανομένων και παρεμπιπτόντων και συμπληρωματικών προς αυτά τα ζητήματα θεμάτων. Είμαστε της γνώμης ότι οι πρόνοιες του Περί Πολιτική Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 6, δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σε ότι αφορά την εκτέλεση των αποφάσεων που εκδίδονται από αυτό χωρίς την οποιαδήποτε νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια που να προσδίδει στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ρητά τη σχετική αρμοδιότητα. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνουμε ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Μ. Μενοίκου, Μέλος Αντ. Κωνσταντινίδου, Μέλος ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Απόφαση Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών-Λευκωσία στην Αίτηση με αρ.550/2009, ΑΝΔΡΙΑΝΗΣ ΑΡΑΚΕΛΙΑΝ, Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα HARUTUNE L. ARAKELIAN ν.
- Ταμείο Προνοίας του Προσωπικού της Cyprus Popular Bank Public, ημερομηνίας 08/10/
- [2] Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην απόφαση του Ναθαναήλ, Δ., στην Αγωγή 8289/92: (πρωτόδικη απόφαση ημερ. 26.6.95), στην οποία αναφέρονται τα πιο κάτω: «Παρόλο που δεν χρησιμοποιούνται οι λέξεις "nisi" και "absolute" στη δική μας νομοθεσία, εντούτοις η διαδικασία που προβλέπεται από το μέρος VII του Κεφ. 6, είναι παρόμοια εφόσον εκδίδεται ένα ένταλμα μεσεγγύησης επί προσωρινής βάσεως που απευθύνεται προς τον μεσεγγυούχο, παγοποιώντας τα χρήματα που βρίσκονται στα χέρια του μέχρις ότου το Δικαστήριο, αφού ακούσει όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, διατάξει είτε την πληρωμή των χρημάτων στον εξ αποφάσεως πιστωτή ή την άρση του διατάγματος ή οποιαδήποτε άλλη διαταγή ήθελε κρίνει ορθό υπό τις περιστάσεις.............. μόλις το "garnishee order nisi" επιδοθεί στον Μεσεγγυούχο, αυτό επενεργεί ως ένα απαγορευτικό διάταγμα, εμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο την πληρωμή των χρημάτων .» [3] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ EX PARTE ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (AΡ. 2) ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ CERTIORARI, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΩΓΗ ΑΡ.2542/98 ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, HEATRON CO LTD ν. Β.Μ. RISING ENGINEERING WORKS LTD ΜΕΤΟΝΟΜΑΣΘΕΙΣΑ ΕΙΣ B.M. RISING LTD
(1999)1 ΑΑΔ
- [4] Παράγραφος
- [5] Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, σελίδα 338, παράγραφος
- [6] Σημειώνουμε ότι στο Annual Practice του 1958 σε σχέση με την εκτέλεση αποφάσεων με βάση την τότε ισχύουσα διαταγή O.42 στο r.8 αναγράφεται ότι στην έννοια των ενταλμάτων εκτέλεσης (writ of execution) δεν περιλαμβάνεται η κατάσχεση περιουσίας εις χείρας τρίτου. Στο Annual Practice του 1966 στο σημείο που αφορά τα εντάλματα εκτέλεσης (R.S.C. 1965, Order 46) αναγράφεται ότι : " "writ of execution" includes a writ of fieri facias, a writ of possession, a writ of delivery, a writ of sequestration and any further writ in aid of the any of the aforementioned writs". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο