← Κύπρος

Κώστα Π. Κωνσταντίνου ν. Κυπριακή Εταιρεία Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ, Αρ. Αίτησης: 195/14, 3/4/2023

Κώστα Π. Κωνσταντίνου ν. Κυπριακή Εταιρεία Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ, Αρ. Αίτησης: 195/14, 3/4/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΑΡΝΑΚΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή. Ζ. Αποστόλου ) Γ. Γρηγόρη ) Μελών Αρ. Αίτησης: 195/14 Μεταξύ: Κώστα Π. Κωνσταντίνου Αιτητή και Κυπριακή Εταιρεία Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 3 Απριλίου, 2023 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα. Πανταζή Για τους Καθ' ων η αίτηση: κα. Ανδρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτησή του ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι την 12/7/13 τέθηκε σε διαθεσιμότητα, ότι την 30/9/13 οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν παράνομα την εργασία του και ζητά πληρωμή αποζημιώσεων για παράνομη απόλυση, αποζημιώσεις για απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, νόμιμο τόκο, έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία»), με τους γενικούς λόγους εμφάνισής τους, ισχυρίζονται ότι μετά τη λήψη καταγγελίας εναντίον του Αιτητή τον ενημέρωσαν προφορικώς και γραπτώς ότι διερευνάται εναντίον του καταγγελία για μεταφορά καυσίμων εκτός Τερματικού, ότι ο Αιτητής τέθηκε σε διαθεσιμότητα, ότι την 17/9/13 κάλεσαν τον Αιτητή να προβεί σε παραστάσεις ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου την 19/9/13, ότι αυτό έγινε, ότι την 24/9/13 οι Καθ' ων η αίτηση κάλεσαν εκ νέου τον Αιτητή σε συνεδρία ημερ. 26/9/13 για να παραθέσει τις απόψεις του για τελευταία φορά και ότι ο Αιτητής τους ανέφερε ότι ο δικηγόρος του αδυνατούσε να παρουσιαστεί εκείνη την ημέρα και ότι οι θέσεις του παρουσιάστηκαν την 19/9/13 και ζητούν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Σύμφωνα με το άρθρο 3

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67, (στο εξής «ο Νόμος»): «Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι΄ οινοδήποτε λόγον άλλον ή των εν των άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ΄ αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα: ....» . Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου: «. ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου και δεν παρέχουν στον εργαζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία είναι αυτή που φέρει το βάρος να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή. Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στο δικόγραφό της, ο άμεσος τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος, με συνέπεια να μην παρέχεται στον Αιτητή δικαίωμα σε αποζημίωση. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ακούσαμε μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε τη μαρτυρία του κ.Λοΐζου και του κ.Θεοδότου. Ο Αιτητής, για να υποστηρίξει το αίτημά του, προσέφερε τη δική του μαρτυρία καθώς και τη μαρτυρία του κ.Κωνσταντίνου. Εκτός από την προφορική μαρτυρία, ενώπιόν μας υπάρχουν τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνουμε σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιόν μας υλικό, προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο και δραστηριοποιείται στην αποθήκευση πετρελαιοειδών για τρίτους. Ο Αιτητής ξεκίνησε την εργασία του στην Εργοδότρια Εταιρεία την 1/9/
  1. Οι τελευταίες εβδομαδιαίες απολαβές του Αιτητή για σκοπούς του Νόμου ανέρχονται σε €688,
  2. Την 12/7/13 οι Καθ' ων η αίτηση έθεσαν τον Αιτητή σε διαθεσιμότητα με την ακόλουθη επιστολή, Τεκμήριο 2: «Όπως σας έχει ήδη αναφερθεί προφορικά, διερευνάται εναντίον σας η καταγγελία ότι έχετε μεταφέρει εκτός του Τερματικού και/ή ότι έχετε οικειοποιηθεί καύσιμα που ανήκαν στην Εταιρεία. Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας, σε χθεσινή του συνεδρία, έχει αποφασίσει τα πιο κάτω: 1) Έχετε τεθεί σε διαθεσιμότητα, μέχρι την ολοκλήρωση των ερευνών και της όποιας συνεπακόλουθης πειθαρχικής διαδικασίας. 2) Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας σας θα λαμβάνετε το 50% των απολαβών σας. Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει διορίσει τον κ. . Θεοδότου, ως Ερευνώντα Λειτουργό, ο οποίος θα διερευνήσει το συμβάν και θα ετοιμάσει Έκθεση για το Διοικητικό Συμβούλιο. Με βάση τα πιο πάνω, η διαθεσιμότητα σας έχει τεθεί σε εφαρμογή με άμεση ισχύ και σας καλούμε να συνεργασθείτε πλήρως με τον Ερευνώντα Λειτουργό κ. . Θεοδότου». Την 26/7/13 ετοιμάστηκε από τον Ερευνώντα Λειτουργό Έκθεση σε σχέση με «Έρευνα για ενδεχόμενα πειθαρχικά παραπτώματα μελών του προσωπικού της Εταιρείας κατά τον συμβάν της 7ης Ιουλίου 2013 που ερευνάται από την Αστυνομία και αφορά την μεταφορά 550 λίτρων βενζίνης εκτός Τερματικού», Τεκμήριο
  3. Την 10/9/13 ο Αιτητής απέστειλε μέσω δικηγόρων επιστολή στους Καθ' ων η αίτηση, Τεκμήριο 5, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Με την επιστολή σας ημερ. 12/07/2013 ο .. Υπάλληλος της εταιρείας σας, τέθηκε σε διαθεσιμότητα λόγω διερεύνησης εναντίον του καταγγελίας για μεταφορά εκτός τερματικού ή/και οικειοποίηση καυσίμων που ανήκουν στην εταιρεία σας. Όπως γνωρίζεται η απόφαση που λήφθηκε μετά την διερεύνηση της πιο πάνω καταγγελίας από την Αστυνομία είναι όπως ο πελάτης μας ., μη διωχθεί ποινικά (επισυνάπτεται αντίγραφο της σχετικής βεβαίωσης). Αναμένουμε ότι μετά την πιο πάνω εξέλιξη, θα δοθούν οδηγίες για άμεση επιστροφή του πελάτη μας στα καθήκοντά του». Την 17/9/13 οι Καθ' ων η αίτηση απέστειλαν στον Αιτητή επιστολή, Τεκμήριο 8, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Αναφορικά με την πειθαρχική έρευνα που έγινε από τον κ. . Θεοδότου και αφορά τις κατ' ισχυρισμό ενέργειες σας κατά ή και περί την 7 η Ιουλίου 2013 καλείστε να προβείτε σε παραστάσεις ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου, την Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013 και ώρα 15:
  4. Πιο συγκεκριμένα, διερευνώνται εναντίον σας οι καταγγελίες ότι στις 7 Ιουλίου 2013 έχετε μεταφέρει εκτός του Τερματικού και/ή ότι έχετε οικειοποιηθεί καύσιμα που ανήκαν στην Εταιρεία καθώς επίσης και για αμέλεια καθήκοντος. Όσον αφορά το δεύτερο διερευνώνται εναντίον σας τα ακόλουθα. α) Στις 7 Ιουλίου 2013, δεν γνωρίζατε που βρισκόταν ο συνάδελφος σας και δεν θεωρούσατε σκόπιμο να το γνωρίζετε. Οφείλατε και είχατε ευθύνη να γνωρίζετε ή αν δεν γνωρίζατε να ερευνήσετε τις ενέργειες του συναδέλφου σας τόσο εκτός όσο και εντός του Τερματικού για λόγους ασφάλειας. Θα μπορούσε να τύχει ένα ατύχημα στον συνάδελφο σας και να μην γνωρίζατε που βρισκόταν. β) Στις 7 Ιουλίου 2013 εγκαταλείψατε την εργασία σας και πήγατε στο σπίτι σας για φαγητό. γ) Στις 7 Ιουλίου 2013 ανοίξατε την Έξοδο Έκτακτης Ανάγκης χωρίς να υπάρχει λόγος. Εσείς o ίδιος αναφέρατε ότι την ανοίξατε για να μην σας βλέπει ο Αστυνομικός να μπαινοβγαίνετε από τον Τερματικό. Η συγκεκριμένη έξοδος έμεινε ανοικτή και αφρούρητη για περίπου 50 λεπτά θέτοντας με αυτό τον τρόπο τον Τερματικό σε μεγάλο κίνδυνο. δ) Στις 7 Ιουλίου 2013 ενώ γνωρίζατε ότι o συνάδελφος σας ήταν εκτός αίθουσας ελέγχου εγκαταλείψατε την θέση σας για να κάνετε τις εργασίες σας όπως o ίδιος ισχυρίζεστε δηλαδή για να ξυριστείτε και να κόψετε τα νύχια σας, πράγμα απαράδεκτο για έμπειρο χειριστή. ε) Στις 7 Ιουλίου 2013 στις κινήσεις σας φέρατε μαζί σας κινητό τηλέφωνο. στ) Σε άλλες περιπτώσεις αναφέρετε εσείς ο ίδιος ότι κατά τη διάρκεια της βάρδιας ανοίγετε την Έξοδο Έκτακτης Ανάγκης για να πλένετε το αυτοκίνητο σας. ζ) Όπως εσείς o ίδιος αναφέρατε στην κατάθεση σας, ο . Παλαίσιης πιθανόν να επέλεγε να αλλάζει βάρδια και να εργάζεται μαζί σας για να κάμνει τις συγκεκριμένες ενέργειες του, γιατί εγκαταλείπατε συχνά τη θέση σας». Την 19/9/13 ο Αιτητής παρευρέθηκε σε Συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Εργοδότριας Εταιρείας, όπου κρατήθηκαν πρακτικά, Τεκμήριο
  5. Την 24/9/13 οι Καθ' ων η αίτηση με νέα τους επιστολή, Τεκμήριο 10, κάλεσαν τον Αιτητή ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου την 26/9/13 για να παραθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε τελευταίες παραστάσεις εάν επιθυμούσε. Ο Αιτητής με χειρόγραφη επιστολή του, Τεκμήριο 11, ενημέρωσε τους Καθ' ων η αίτηση ότι ο δικηγόρος του αδυνατούσε να παρουσιαστεί την 26/9/
  6. Επίσης ανέφερε ότι «Εγώ όταν παρουσιάστηκα στις 19/9/2013 ανέφερα στο Δ. Συμβούλιο τις θέσεις μου για το θέμα που βρισκόμουν σε διαθεσιμότητα. Είμαι στη διάθεση σας όταν η παρουσία μου κριθεί αναγκαία». Την 26/9/13 το Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η αίτηση συνεδρίασε και αποφάσισε σε σχέση με τον Αιτητή τα ακόλουθα, Τεκμήριο 14: «Στην περίπτωση του Κ. Κωνσταντίνου, με βάση όλα τα στοιχεία ενώπιον του, τα οποία μελέτησε διεξοδικά, το Συμβούλιο απεφάσισε ομόφωνα ότι είχαν αποδειχθεί όλες οι καταγγελίες που είχαν εκτεθεί στην επιστολή προς τον ίδιο ημερ. 17.9.
  7. Tο Συμβούλιο είχε ικανοποιηθεί, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ο κ.Κωνσταντίνου είχε υποπέσει στα παραπτώματα που αναφέρονταν στην πιο πάνω επιστολή. Τα παραπτώματα αυτά ήταν ιδιαίτερα σοβαρά και σίγουρα είχαν επιφέρει ρήξη στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη/εργοδοτούμενου. Με λύπη, το Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα την άμεση απόλυση του, χωρίς προειδοποίηση». Ο Αιτητής απολύθηκε με επιστολή ημερ. 30/9/13, Τεκμήριο 15, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: «Σε σχέση με το πιο πάνω θέμα το Διοικητικό Συμβούλιο της Κ.Ετ.Α.Π. κατά τησυνεδρία του στις 26/09/2013 μελέτησε όλα τα δεδομένα που είχε ενώπιον του. Το ΔΣ της εταιρείας, μετά από διεξοδική εξέταση όλων των δεδομένων κατέληξε στο ομόφωνο συμπέρασμα ότι έχετε διαπράξει τα παραπτώματα για τα οποία ενημερωθήκατε με την επιστολή μας ημερομηνίας 17/09/
  8. Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των παραπτωμάτων που έχετε διαπράξει το ΔΣ αποφάσισε ομόφωνα μετά λύπης του, χωρίς να έχει άλλη επιλογή, τον τερματισμό της απασχόλησης σας στην Εταιρεία στις 30 Σεπτεμβρίου
  9. Με την αποχώρηση σας θα πάρετε το Ταμείο Προνοίας σας, την αναλογία του Χριστουγεννιάτικου φιλοδωρήματος και την αναλογία των ετήσιων αδειών σας.» Ο πρώτος μάρτυρας των Καθ' ων η αίτηση ήταν ο κ.Λοΐζου, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Διευθυντής του Τερματικού. Ο κ.Λοΐζου ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι ο Αιτητής ήταν Χειριστής Μηχανημάτων και Εγκαταστάσεων στο Τμήμα Λειτουργίας, ότι εργαζόταν σε βάρδιες και ότι τα κύρια καθήκοντά του περιλάμβαναν τις λειτουργίες και χειρισμούς για παραλαβές και παραδόσεις πετρελαϊκών προϊόντων από και προς τις δεξαμενές αποθήκευσης στις εγκαταστάσεις της Εργοδότριας Εταιρείας στη Λάρνακα. Επίσης, ο κ.Λοΐζου ισχυρίστηκε ότι όταν δεν υπήρχαν παραλαβές και παραδόσεις ο Αιτητής παρακολουθούσε τις δεξαμενές αποθήκευσης καθώς και τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα που λειτουργούσαν επί 24ώρου βάσεως. Ο κ.Λοΐζου ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι την 7/7/13 ο Αιτητής και ο κ.Μιχαήλ έπρεπε να εργαστούν στην απογευματινή βάρδια μεταξύ 14:00 - 22:00, ότι ο κ.Παλέσιης ζήτησε και άλλαξε βάρδια με τον κ.Μιχαήλ, ότι την 16:42 ο Αιτητής άνοιξε την Έξοδο Έκτακτης Ανάγκης, ότι ακολούθως εθεάθη από τον επί καθήκοντι αστυνομικό να είναι κοντά στην αντλία βενζίνης μαζί με τον κ.Παλέσιη και να φορτώνουν μπιτόνια στο διπλοκάμπινο της Εργοδότριας Εταιρείας και να τα μεταφέρουν εκτός του Τερματικού Σταθμού στο χώρο στάθμευσης που δεν ελέγχεται από τον αστυνομικό. Όπως ισχυρίστηκε περαιτέρω ο κ.Λοΐζου, ο Αιτητής μαζί με τον κ.Παλέσιη φόρτωσαν τα μπιτόνια στα δικά τους αυτοκίνητα, ότι η πιο πάνω διαδικασία επαναλήφθηκε και στις 17:02 όπου ο Αιτητής πέρασε πρώτος από την Έξοδο Έκτακτης Ανάγκης με τα πόδια και μετά από 30 δευτερόλεπτα πέρασε ο κ.Παλέσιης με το διπλοκάμπινο της Εργοδότριας Εταιρείας και ότι μόλις φόρτωσαν τα μπιτόνια στα αυτοκίνητά τους συνελήφθησαν από την Αστυνομία. Ο κ.Λοΐζου ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι από τις έρευνες της Αστυνομίας εντοπίστηκαν 20 μπιτόνια γεμάτα βενζίνη στο αυτοκίνητο του κ.Παλέσιη καθώς και λάστιχο το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να γεμίσουν τα μπιτόνια και 5 μπιτόνια γεμάτα βενζίνη στο αυτοκίνητο του Αιτητή. Ο κ.Λοΐζου ισχυρίστηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση αποφάσισαν τη διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας εναντίον του Αιτητή και ότι τον ενημέρωσαν προφορικά και με επιστολή ημερ. 12/7/13 ότι διερευνάται εναντίον του καταγγελία για μεταφορά καυσίμων εκτός Τερματικού και για οικειοποίηση, Τεκμήριο
  10. Ο κ.Λοΐζου κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 τα όσα προνοούνται σε σχέση με «Πειθαρχική Διαδικασία» που ισχύει στους Καθ' ων η αίτηση και τα οποία αποτελούν μέρος της συλλογικής σύμβασης. Ήταν η θέση του κ.Λοΐζου ότι ο ερευνών λειτουργός προέβη σε έρευνα του συμβάντος, ότι έλαβε συνέντευξη και από τον Αιτητή, ότι ετοίμασε σχετική έκθεση, Τεκμήριο 4, ότι ο Αιτητής του παρέδωσε επιστολή προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας ημερ.12/9/13, Τεκμήριο 6, με την οποία ζητούσε τους λόγους μη δίωξής του καθώς και σχετική απαντητική επιστολή στην οποία αναφέρεται ότι ο λόγος μη δίωξής του είναι η έλλειψη μαρτυρίας εναντίον του, Τεκμήριο 7, ότι η Εργοδότρια Εταιρεία την 17/9/13 απέστειλε προς τον Αιτητή επιστολή με την οποία τον καλούσε να προβεί σε παραστάσεις την 19/9/13, Τεκμήριο 8, ότι την 19/9/13 ο Αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η αίτηση και ότι εξέθεσε εκεί τις θέσεις και τις απόψεις του. Περαιτέρω, ο κ.Λοΐζου κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι την 24/9/13 οι Καθ' ων η αίτηση κάλεσαν εκ νέου τον Αιτητή ενώπιον του Διοικητικού τους Συμβουλίου σε συνεδρία ημερ. 26/9/13 για να παραθέσει τις απόψεις του για τελευταία φορά, Τεκμήριο 10, ότι την 26/9/13 ο Αιτητής τους παρέδωσε επιστολή, Τεκμήριο 11 και τους ανέφερε ότι ο δικηγόρος του αδυνατούσε να παραστεί την 26/9/13 και ότι οι θέσεις του παρουσιάστηκαν την 19/9/13, ότι ακολούθησε αλληλογραφία με το δικηγόρο του Αιτητή και τους Καθ' ων η αίτηση, Τεκμήρια 12 και 13, ότι την 26/9/13 το Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η αίτηση κατά τη συνεδρία του αποφάσισε ομόφωνα να απολύσει άμεσα τον Αιτητή χωρίς προειδοποίηση, Τεκμήριο 14 και ότι οι Καθ' ων η αίτηση με επιστολή τους ημερ. 30/9/13 απέλυσαν τον Αιτητή, Τεκμήριο
  11. Τέλος, ο κ.Λοΐζου κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν Κανόνες Ασφάλειας για τους οποίους οι εργαζόμενοί τους εκπαιδεύονταν, ότι κατά την έρευνα διαφάνηκαν και άλλα παραπτώματα στα οποία υπέπεσε ο Αιτητής, όπως το ότι ο Αιτητής δεν γνώριζε που βρισκόταν ο συνάδελφος της βάρδιας του, ότι εγκατέλειψε τη θέση του για να ξυριστεί και να κόψει τα νύχια του, ότι είχε μαζί του κινητό κάτι που ήταν επικίνδυνο σε περιπτώσεις αναθυμιάσεων, ότι άνοιξε χωρίς λόγο το κάγκελο έκτακτης ανάγκης το οποίο έμεινε αφύλακτο για 50 λεπτά και ότι κατά το χρόνο εργασίας του ασχολείτο με περιποίηση «ρέντας» που φύτευσε πίσω από τον πυροσβεστικό σταθμό. Αντεξεταζόμενος ο κ.Λοΐζου ισχυρίστηκε ότι την 7/7/13 ειδοποιήθηκε από την Αστυνομία και μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό, ότι η εμπλοκή του στο θέμα ξεκίνησε μετά από αυτό, ότι η συνεργασία του με τον Αιτητή προηγουμένως ήταν «αρκετά καλή» και ότι ο λόγος απόλυσης του Αιτητή ήταν η παράνομη μεταφορά εκτός Tερματικού 550 λίτρων βενζίνης και άλλα πειθαρχικά παραπτώματα που ο ίδιος ομολόγησε. Περαιτέρω, ο κ.Λοΐζου αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι έλαβε οδηγίες από το Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η αίτηση να ετοιμάσει την επιστολή με την οποία ο Αιτητής τίθετο σε διαθεσιμότητα, ότι ο ίδιος την έδωσε στον Αιτητή, ότι δεν γνωρίζει ποιος έβαλε τα μπιτόνια βενζίνης στο όχημα του Αιτητή και ότι ο κ.Παλέσιης παραδέχθηκε ότι αυτός ήταν που έβαλε τα εν λόγω μπιτόνια στο όχημα του Αιτητή. Ο δεύτερος μάρτυρας των Καθ' ων η αίτηση ήταν ο κ.Θεοδότου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο εργαζόταν ως Προϊστάμενος Ασφαλείας, Υγείας και Περιβάλλοντος. Ο κ.Θεοδότου ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι την 12/7/13 του ζητήθηκε επίσημα από το Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η αίτηση να διεξάγει έρευνα, ότι ετοίμασε Έκθεση, Τεκμήριο 4, ότι η εν λόγω έρευνα λάμβανε χώρα στο γραφείο του όπου έρχονταν οι μάρτυρες, τους έκανε ερωτήσεις, μαγνητοφωνούσε τη διαδικασία και την κατέγραφε αργότερα. Ήταν περαιτέρω η θέση του κ.Θεοδότου ότι οι μάρτυρες έρχονταν ξανά στο γραφείο του για να διαβάσουν το τι κατέγραφε και έκανε αλλαγές εάν το ζητούσαν, ότι μετά υπέγραφαν τις καταθέσεις τους και ότι ο Αιτητής την 23/7/13 υπέγραψε την κατάθεση που έδωσε την 18/7/13 αφού προηγουμένως την διάβασε. Ο κ.Θεοδότου ισχυρίστηκε επίσης ότι οι Καθ' ων η αίτηση ήταν πολύ αυστηροί στην τήρηση των κανονισμών ασφαλείας γιατί ένα ατύχημα θα μπορούσε να ήταν πολύ σοβαρό, ότι το πιο σοβαρό παράπτωμα που υπέπεσε ο Αιτητής ήταν η κατοχή τηλεφώνου εντός του διυλιστηρίου, ότι το δεύτερο πιο σοβαρό ήταν το ότι δεν γνώριζε που βρισκόταν ο συνάδελφός του και το τρίτο πιο σοβαρό ήταν η εγκατάλειψη του πόστου του για 20 - 30 λεπτά αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή. Αντεξεταζόμενος ο κ.Θεοδότου ισχυρίστηκε ότι απολύθηκε για λόγους πλεονασμού περί το 2016 - 2017 ταυτόχρονα με τον κ.Λοΐζου, ότι έλαβε οδηγίες από τον κ.Λοΐζου για να ερευνήσει το περιστατικό μεταφοράς βενζίνης εκτός του Τερματικού και να προβεί «στην ακριβή περιγραφή όλων των παραμέτρων του συμβάντος» και ότι παρέδωσε την Έκθεση στον κ.Λοΐζου. Περαιτέρω, ο κ.Θεοδότου ισχυρίστηκε ότι παρέθεσε τα πειθαρχικά παραπτώματα, ότι δεν μπορούσε ο ίδιος να πάρει απόφαση, ότι έκαμε καταγραφή γεγονότων βάση των καταθέσεων που έλαβε, ότι η ανάμειξή του τελείωσε με την παράδοση της Έκθεσης, ότι ο κ.Παλέσιης του είπε ότι ο Αιτητής δεν είχε σχέση με την μεταφορά βενζίνης εκτός Τερματικού, ότι αυτό ανέφερε ο κ.Παλέσιης στην Αστυνομία όταν έδινε κατάθεση και ότι ο Αιτητής δεν είχε υποπέσει προηγουμένως σε οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα. Ο Αιτητής, κατά την κυρίως εξέτασή του, ισχυρίστηκε ότι τα καθήκοντά του ήταν η περιπολία και ο έλεγχος ότι δεν είχαν πρόβλημα οι αποθήκες καυσίμων, η παραλαβή και αποθήκευση καυσίμων και ο χειρισμός της αίθουσας ελέγχου του Τερματικού. Επίσης ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν με βάρδιες, ότι έλαβε την επιστολή και τέθηκε σε διαθεσιμότητα την ίδια ημέρα, ότι από την εν λόγω επιστολή, Τεκμήριο 2, είναι καθαρό ότι η διερεύνηση αφορούσε κλοπή και ότι κλήθηκε εν συνεχεία από τον κ.Θεοδότου και έδωσε κατάθεση για το θέμα αυτό. Σε σχέση με το τι έγινε την 7/7/13 ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι γνώριζε ότι θα εργαζόταν στην ίδια βάρδια με τον κ.Μιχαήλ, ότι αντ' αυτού εργάστηκε με τον κ.Παλέσιη, ότι ο τελευταίος έβλεπε κάτι στον υπολογιστή, ότι ο ίδιος έλεγξε την κατάσταση στην αίθουσα ελέγχου και έδωσε ένα γύρο από τις αποθήκες καυσίμων, ότι δεν έχει σχέση με μεταφορά και οικειοποίηση καυσίμων, ότι πήγε στο πάρκινγκ για να πάρει το πορτοφόλι του ένα λεπτό πριν να πάει η Αστυνομία, ότι ο κ.Παλέσιης πήγε μαζί του, ότι τότε είδε στο διπλοκάμπινο όχημά του ότι υπήρχαν στην «κάσια» πέντε μπιτόνια με βενζίνη, ότι ξαφνιάστηκε και ότι ρώτησε τον κ.Παλέσιη «τι ήταν αυτά». Περιπλεόν, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο κ.Παλέσιης επιβεβαίωσε στην κατάθεσή του ότι ο ίδιος δεν γνώριζε κάτι, ότι η Αστυνομία και ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισαν να μην τον διώξουν και ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρόλα αυτά τον απέλυσαν. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει ποιο καθήκον αμέλησε να εκτελέσει και ότι ακόμη και να υπήρχε αμέλεια καθήκοντος έπρεπε να εφαρμοστεί η «Πειθαρχική Διαδικασία», Τεκμήριο
  12. Ως η θέση του Αιτητή, η εν λόγω διαδικασία προβλέπει αρχικά όπως δίνεται προφορική προειδοποίηση, ακολούθως γραπτή, στη συνέχεια κατακράτηση της ετήσιας μισθολογικής προσαύξησης, ακολούθως αναστολή της υπηρεσίας, στέρηση απολαβών και ως έσχατο μέτρο προβλέπεται η απόλυση. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση χρησιμοποίησαν τα όσα ανέφερε στον κ.Θεοδότου για να τον κατηγορήσουν για το πειθαρχικό παράπτωμα της αμέλειας καθήκοντος και ότι κατά την εν λόγω συνέντευξη ήταν κάτω από μεγάλη αναστάτωση και σύγχυση επειδή κατηγορείτο για κλοπή. Σε σχέση με το θέμα του φαγητού, ισχυρίστηκε ότι δεν λειτουργούσε καντίνα μετά το μεσημέρι, ότι υπήρχε η ευχέρεια να πηγαίνουν έξω για να πάρουν φαγητό, ότι αυτό τους λέχθηκε από τους υπεύθυνους, ότι ένας πήγαινε έξω και έπαιρνε φαγητό για όλους, ότι αυτό γινόταν από την αρχή της εργοδότησής του στους Καθ' ων η αίτηση και ότι μάλιστα για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούσαν το αυτοκίνητο βάρδιας. Σε σχέση με την κατηγορία ότι δεν γνώριζε που βρισκόταν ο συνάδελφός του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αυτή ήταν εντελώς αβάσιμη, ότι έκαναν «έλεγχο ρουτίνας», ότι ενώ γινόταν αυτός ο έλεγχος δεν μπορούσε να υπάρχει γνώση για το που βρισκόταν ο άλλος και ότι είχαν πάντα μαζί τους ασύρματους και μπορούσαν να επικοινωνήσουν ανά πάσα στιγμή. Αναφορικά με το θέμα της εξόδου έκτακτης ανάγκης ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω έξοδος δεν έμεινε ανοιχτή εφόσον βρισκόταν εκεί για τον έλεγχο ρουτίνας, ότι υπήρχε φρουρός και ότι δεν εγκατέλειψε τη θέση του αλλά πήγε τουαλέτα. Ήταν η θέση του Αιτητή ότι δεν κρατούσε ποτέ κινητό τηλέφωνο, ότι είχαν ασύρματους για επικοινωνία, ότι το κινητό του ήταν πάντα στην αίθουσα ελέγχου και ότι όλα τα πιο πάνω δεν αποτελούν σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα τα οποία να μπορούν να οδηγήσουν σε απόλυση. Τέλος, ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι απολύθηκε ενώ είχε να φροντίσει οικογένεια και τρία μικρά παιδιά. Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ήταν απόφοιτος του ΑΤΙ, ότι λάμβανε περαιτέρω εκπαίδευση και ενημέρωση, ότι το κλειδί της εξόδου κινδύνου ήταν στην αίθουσα ελέγχου, ότι εκεί υπήρχαν οθόνες, ότι ήταν πολύ συγχυσμένος όταν έδινε κατάθεση στον κ.Θεοδότου γιατί κατηγορείτο για κλοπή, ότι προσπαθούσε «να βοηθήσει στο περιστατικό», ότι δεν ασχολήθηκε με κάτι άλλο παρά μόνο με την αθωότητά του, ότι είπε στον κ.Θεοδότου αυτά που θυμόταν κάτω από πίεση, ότι δεν θυμόταν κατά πόσο στις 7/7/13 πήγε να πάρει φαγητό αλλά ότι πάντα πήγαινε, ότι όταν το κάγκελο ήταν ανοιχτό ο ίδιος ήταν πάντα εκεί, ότι υπήρχαν 2 - 3 τριανταφυλλιές και μια «ρέντα» τα οποία χρειάζονταν 5 λεπτά για να ποτιστούν και ότι αυτό ήταν εις γνώση «των υπευθύνων». Περαιτέρω, ο Αιτητής αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι στην αίθουσα ελέγχου υπήρχε τηλεόραση και μπορούσαν να παρακολουθούν ταινίες, ότι έπαιζαν με το τηλέφωνό τους, ότι η δουλειά λιγόστεψε κατά 70%, ότι υπήρχαν βάρδιες που δεν είχαν κάτι να κάμουν, ότι όταν υπήρχε δουλειά την διεκπεραίωνε στο ακέραιο, ότι την 7/7/13 πήγε πεζός στο όχημά του για να πάρει το πορτοφόλι του, ότι ο κ.Παλέσιης πήγε πίσω του με αυτοκίνητο και ότι σε κάποια σημεία, συμπεριλαμβανομένου του σημείου της εισόδου έκτακτης ανάγκης, υπήρχαν κάμερες. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ήταν «παρεξηγημένος» με τον κ.Τούμπα επειδή δεν αγόραζε από αυτόν κοτόπουλα, ότι και ο πεθερός του ήταν παρεξηγημένος μαζί του και ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο ο συνάδελφός του στην ίδια βάρδια έκλεβε. Τέλος, ο Αιτητής ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος ότι κατά την απόλυσή του τα παιδιά του ήταν 11, 5 και 3 ετών. Ο δεύτερος που έδωσε μαρτυρία για την πλευρά του Αιτητή ήταν ο κ.Κωνσταντίνου, ο οποίος εργαζόταν στους Καθ' ων η αίτηση και είχε τα ίδια καθήκοντα με τον Αιτητή, ήταν δηλαδή «χειριστής». Ο κ.Κωνσταντίνου ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι γνωρίστηκε με τον Αιτητή στη δουλειά, ότι έγιναν φίλοι και κουμπάροι, ότι η καντίνα έκλεινε στις 14:00, ότι μετά έπαιρναν φαγητό από έξω, ότι πήγαινε ένα άτομο από τη βάρδια και το έπαιρνε, ότι αυτό ήταν υπόψη των προϊσταμένων οι οποίοι εάν ήταν μέσα παράγγελναν επίσης φαγητό και ότι τις φορές που υπάλληλός τους βρισκόταν στο λιμάνι το άτομο που πήγαινε έξω για να φέρει φαγητό περνούσε πρώτα από το λιμάνι και μετά επέστρεφε. Περαιτέρω, ο κ.Κωνσταντίνου ισχυρίστηκε ότι τα δύο άτομα που ήταν μαζί σε βάρδια δεν ήταν συνέχεια μαζί, ότι όταν έβγαινε ο ένας έξω ο άλλος έμενε στην αίθουσα ελέγχου, ότι κρατούσαν ασύρματους και είχαν συνεχή επικοινωνία ανά πάσα στιγμή, ότι το άτομο που ήταν στην αίθουσα δεν μπορούσε να γνωρίζει ακριβώς που ήταν το άλλο άτομο, ότι υπήρχαν 3 - 4 έξοδοι κινδύνου, ότι τα κλειδιά τους φυλάγονταν στην αίθουσα ελέγχου, ότι οι εν λόγω έξοδοι άνοιγαν μόνο όταν υπήρχε δουλειά και δεν έμεναν ανοιχτές και ότι άφηναν τα κινητά τους τηλέφωνα είτε στην αίθουσα ελέγχου είτε στα αυτοκίνητά τους. Αντεξεταζόμενος, ο κ.Κωνσταντίνου ισχυρίστηκε ότι το άτομο που έμενε μέσα στην αίθουσα ελέγχου δεν έβλεπε από τον υπολογιστή το άλλο άτομο, ότι στο χώρο εργασίας υπήρχαν εύφλεκτα υλικά, ότι λάμβαναν εκπαίδευση για πυρόσβεση και ασφάλεια, ότι η έξοδος κινδύνου δεν έμενε ανοιχτή για λόγους ασφαλείας, ότι ένας «κανονικός έλεγχος» διαρκούσε 30 λεπτά περίπου, ότι από τη «ρέντα» υπήρχε «οπτική επαφή» με την έξοδο κινδύνου, ότι μπορούσαν να ανοίξουν την έξοδο κινδύνου και ότι όταν αυτό συνέβαινε κατά την πρωινή βάρδια ενημερωνόταν σχετικά ο υπεύθυνος. Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του κ.Λοΐζου παρατηρούμε κατ' αρχή ότι αυτός αναφέρθηκε κυρίως στην αλληλογραφία που είχαν με τον Αιτητή, στη διαδικασία που ακολούθησε το Διοικητικό Συμβούλιο των Καθ' ων η αίτηση και στη λήψη της απόφασης για απόλυση του Αιτητή. Παρατηρούμε ότι ο κ.Λοΐζου υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά αντεξεταζόμενος ο κ.Λοΐζου ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ότι ο Αιτητής πριν την 7/7/13 απουσίαζε με άδεια και βρισκόταν στο εξωτερικό, στη συνέχεια της αντεξέτασής του ισχυρίστηκε ότι αυτό το διάβασε στην κατάθεση του Αιτητή. Επίσης, η μαρτυρία του κ.Λοΐζου ήταν σε κάποιες περιπτώσεις αντιφατική με τη μαρτυρία του κ.Θεοδότου. Συγκεκριμένα, ενώ ο κ.Λοΐζου ισχυρίστηκε ότι η πόρτα κινδύνου την 7/713 έμεινε ανοιχτή για 50 λεπτά, ο κ.Θεοδότου ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω πόρτα έμεινε ανοιχτή για 20 - 30 λεπτά. Παρατηρούμε επίσης, ότι ενώ ήταν η θέση του κ.Λοΐζου ότι τόσο ο Αιτητής όσο και ο κ.Παλέσιης φόρτωσαν τα μπιτόνια στα οχήματά τους, στην Έκθεση που ετοίμασε ο κ.Θεοδότου, Τεκμήριο 4, αναφέρεται ότι ο κ.Παλέσιης δεν συνειδητοποίησε τους κινδύνους που δημιούργησε η πράξη του «να γεμίζει με πετρελαιοειδή . μπιτόνια τελείως ακατάλληλα . τα οποία βρήκε πεταγμένα δεξιά και αριστερά και μετά τα φορτώνει στο αυτοκίνητο του και στο αυτοκίνητο του συναδέλφου του». Πέραν από τα πιο πάνω, παρατηρούμε ότι η μαρτυρία του κ.Θεοδότου περιορίστηκε στο να εξηγήσει τον τρόπο που διεξήγαγε την έρευνα του και στο πως ετοιμάστηκε η Έκθεση, Τεκμήριο
  13. Παρατηρούμε επίσης ότι στο «Ιστορικό Συμβάντος» του Τεκμηρίου 4 αναφέρεται ότι «Στις αρχές του περασμένου μήνα ο ειδικός Αστυνομικός . μου ανέφερε ότι οι χειριστές .. Παλέσιης και .. Κωνσταντίνου όταν εργάζονται μαζί κινούνται ύποπτα και ότι ανοίγουν τη θύρα κινδύνου που οδηγεί απ' ευθείας στο χώρο στάθμευσης. Για το θέμα αυτό είχε ενημερώσει και τον Προϊστάμενο του. Ανέφερε επίσης ότι η κάμερα που είναι στραμμένη προς τη θύρα κινδύνου δεν κατέγραφε όλες τις κινήσεις. Για το λόγο αυτό τοποθετήσαμε και δεύτερη κάμερα στραμμένη προς την ίδια κατεύθυνσης (θύρα κινδύνου)». Δεν αναφέρεται όμως στην εν λόγω Έκθεση πότε τοποθετήθηκε η δεύτερη κάμερα, εάν ήταν τοποθετημένη και σε λειτουργία κατά την 7/7/13 και εάν ήταν τοποθετημένη το τι κατέγραψε. Στην «Ακριβή καταγραφή όλων των παραμέτρων του συμβάντος» στο Τεκμήριο 4 γίνεται αναφορά μόνο στην «CAM 1». Σημειώνουμε επίσης ότι ενώ ο Αιτητής ανέφερε την 18/7/13 στον κ.Θεοδότου ότι διατηρεί τη «ρέντα» με τον κ.Μιχαήλ και ότι την περιποιούνται και οι δύο, ο κ.Θεοδότου δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό στον κ.Μιχαήλ αργότερα την ίδια ημέρα που ο τελευταίος έδωσε συνέντευξη στον κ.Θεοδότου, Τεκμήριο 4, παρόλο που αντεξεταζόμενος εξέφρασε τη θέση ότι η εγκατάλειψη πόστου ήταν πολύ σοβαρό παράπτωμα. Τέλος, παρατηρούμε ότι στα Πρακτικά της Συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 26/9/13, ημερομηνία κατά την οποία λήφθηκε η απόφαση για απόλυση του Αιτητή, Τεκμήριο 14, αναφέρεται ότι «Όταν παρουσιάστηκε στις 19/9/2013 ο κ. Κ. Κωνσταντίνου προσήλθε με τον συντεχνιακό του εκπρόσωπο και ανέφερε ότι τα πειθαρχικά αδικήματα για τα οποία κατηγορείται δεν είναι σοβαρά». Από τα Πρακτικά όμως της Συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 19/9/13, Τεκμήριο 9, προκύπτει ότι η δήλωση που έγινε από τον συντεχνιακό υπάλληλο ήταν «ότι υπάρχουν πειθαρχικά αδικήματα που είναι σοβαρά». Αξιολογώντας τη σχετική με το θέμα της μεταφοράς μπιτονιών μαρτυρία του Αιτητή παρατηρούμε ότι δεν εντοπίζουμε σε αυτήν αντιφάσεις. Ο Αιτητής για το θέμα αυτό ήταν ξεκάθαρος, σταθερός και απόλυτος και η μαρτυρία του συνάδει πλήρως με τα σχετικά τεκμήρια. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 4, ο κ.Παλέσιης μόλις 2 ημέρες μετά το συμβάν, ήτοι την 9/7/13 έκαμε υπεύθυνη δήλωση και ανέφερε ότι ο ίδιος έβαλε τα μπιτόνια στο όχημα του Αιτητή και ότι ο Αιτητής δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη. Αυτά ανέφερε και στην συνέχεια ο κ.Παλέσιης, όταν έδινε συνέντευξη στον κ.Θεοδότου, αλλά και στην Αστυνομία. Εν συντομία, σε σχέση με τυχόν ανάμειξη του Αιτητή για μεταφορά και οικειοποίηση μπιτονιών βενζίνης δεν εντοπίσαμε οποιανδήποτε ουσιαστική αντίφαση στη μαρτυρία του και αποδεχόμαστε τα όσα σχετικά ανέφερε ο Αιτητής. Θεωρούμε ότι ο Αιτητής ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να περιγράψει τα σχετικά γεγονότα όπως ο ίδιος τα βίωσε και το έκανε με σταθερότητα και σαφήνεια και συνεπώς κρίνουμε την εν λόγω μαρτυρία του αξιόπιστη. Δεχόμαστε επίσης τη θέση του Αιτητή ότι ήταν εις γνώση των Καθ' ων η αίτηση το ότι οι εργαζόμενοί τους αποχωρούσαν για λίγο από το πόστο τους και ότι υπήρχε «ρέντα» που φρόντιζαν, εφόσον, μεταξύ άλλων, ο Αιτητής ανέφερε στον κ.Θεοδότου κατά την ενώπιόν του συνέντευξη ότι «όπως ξέρεις έχουμε μια ρέντα πίσω από τον Πυροσβεστικό Σταθμό. Την περιποιούμαστε» και «το γνωρίζεις άμα έχεις κάποια δουλειά και θα πάεις» και ο κ.Θεοδότου δεν τα αρνήθηκε. Ο κ.Κωνσταντίνου μας έκανε πολύ καλή εντύπωση, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και αποδεχόμαστε τα όσα σχετικά με τα επίδικα θέματα ανέφερε. Θεωρούμε ότι ο κ.Κωνσταντίνου ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει τα πραγματικά γεγονότα και το έκανε με σταθερότητα και σαφήνεια και συνεπώς κρίνουμε τη μαρτυρία του σε σχέση με τα επίδικα θέματα αξιόπιστη. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 5 (ε) και (στ) του Νόμου: «
  14. Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: . (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμά του να απολύση τον εργοδοτούμενον· (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένεται όπως συνεχισθή· (ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του· (iii) διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντός του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότου του· (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του· (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Για να κριθεί η νομιμότητα της απόλυσης του Αιτητή, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Τίθεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο οι Καθ' ων η αίτηση δικαιολογούντο να προβούν στον άμεσο τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για το συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη, ως λέχθηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1478, Kynigos Hotels Ltd v. Χρίστου
(2004)1Α Α.Α.Δ. 665 και Galatariotis Telecommunications Ltd v. Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318). Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Εφ. 103/12, ημερ. 7/7/17, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς το ερώτημα αφορά το εύλογο της απόφασης των εφεσιβλήτων να τερματίσουν την εργοδότηση του εφεσείοντα, έχοντας το βάρος να αποδείξουν, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι ενήργησαν υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης (Κακοφεγγίτου, ανωτέρω). Το εύλογο της συμπεριφοράς ενός εργοδότη κρίνεται εξ αντικειμένου με μέτρο το «λογικό εργοδότη». Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα απέλυε, υπό τέτοιες περιστάσεις, τον εργαζόμενο, τότε πρόκειται για αδικαιολόγητη απόλυση. Εάν όμως ένας λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει, τότε η απόλυση είναι δικαιολογημένη, όπως ετέθη από τον Lord Denning Μ.R. στην British Leyland (UK) Ltd v. Swing
(1981)1 RLR 91, 93 και υιοθετήθηκε στην L. Papaphilippou, ανωτέρω.» Όπως τέθηκε στην υπόθεση L. Papaphilippou & Co v. Λουκά
(2014)1Β Α.Α.Δ. 1193: «Όπως, δε, έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσον, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, στοιχειοθετήθηκαν λογικές αιτίες σε σχέση με την πεποίθησή του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη .)». Η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ο τερματισμός της δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της. Για τη διατήρηση του κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο δεύτερος έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και οφείλει να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και οφείλει να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του.[1] Όπως αναφέρθηκε στην L. Papaphilippou & Co v. Λουκά (ανωτέρω): «Οι εργασιακές σχέσεις βασίζονται, και έτσι πρέπει, στην αμοιβαία πίστη και εμπιστοσύνη μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου. Ο κλονισμός της αναγκαίας αυτής εμπιστοσύνης δε συναρτάται, όπως λανθασμένα τίθεται στην πρωτόδικη απόφαση, από τον εξ' αντικειμένου χαρακτηρισμό ενός εγγράφου ως εμπιστευτικού ή μη. Στην υπό κρίση περίπτωση, το παραδεκτό γεγονός ότι η Εφεσίβλητη προχώρησε στην αφαίρεση του επίδικου εγγράφου από το γραφείο του άμεσα προϊστάμενού της και συνεταίρου των Εφεσειόντων, στην εξέτασή του, αφού προηγουμένως το άνοιξε, και ακολούθως, και παρά το γεγονός ότι δεν την αφορούσε, στη φωτοτύπηση και κατακράτηση αντιγράφου, εκθεμελίωνε κάθε πυλώνα εμπιστοσύνης. Συνεπώς, είναι η ίδια η πράξη και όχι η φύση του εγγράφου που οδήγησε στον κλονισμό της εργασιακής σχέσης.» Στην υπόθεση Pattikis a.a. v. The Municipal Committee of Nicosia
(1988)1 C.L.R. 103 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Τυχόν συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης, δίδει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Καμία διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη του κατ' εφαρμογή και του άρθρου 5 του Νόμου. (Βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd 1 A.A.Δ.
(1992)919). Όπως λέχθηκε στην Kynigos Hotels Ltd (ανωτέρω) ένα μεμονωμένο περιστατικό δε δικαιολογεί άμεσο τερματισμό, αφού συνεπεία αυτού ο εργοδοτούμενος χάνει τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Όπως προκύπτει και από την υπόθεση Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co. (Cyprus) Ltd.
(1980)1 C.L.R. 302 ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις. Από την απόφαση Kanika Developments Ltd v. Λουκά
(2004)1Α Α.Α.Δ. 603, αναδύεται το γεγονός ότι η απόλυση πρέπει να είναι το έσχατο μέτρο στο οποίο μπορεί να καταλήξει ο εργοδότης, το οποίο πρέπει να ασκείται με φειδώ. Το ερώτημα που πρέπει να τίθεται είναι κατά πόσον ήταν λογικό ο εργοδοτούμενος να έχανε τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Για την απάντηση του εν λόγω ερωτήματος θα πρέπει να σταθμίζονται από τη μία η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργαζομένου, το εργασιακό περιβάλλον, η σταδιοδρομία, τα προτερήματα και οι αδυναμίες του εργαζομένου και από την άλλη οι ανάγκες του εργοδότη. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Pattikis a.a. (ανωτέρω) η σημασία της εργασίας στη ζωή του ανθρώπου έχει αναγνωριστεί ως πολύ σημαντική για την ευημερία του ίδιου του ανθρώπου. Η αγγλική νομολογία αναγνωρίζει ότι ο εργαζόμενος συνήθως δεν απολύεται για την πρώτη πειθαρχική παράβαση και αυτό προκύπτει και μέσα από το λεχθέντα του Lord Denning στην απόφαση Retarded Children's Aid Society v Day [1978] 1CR 437 όπου αναφέρθηκε ότι: «good sense and reasonable that in the ordinary way for a first offence you should not dismiss a man on the instant without any warning or giving him a further chance». Όπως αναφέρεται σε σωρεία αποφάσεων, δεν υπάρχει κανόνας ο οποίος να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν τόσο σοβαρή και στο βαθμό που θα δικαιολογείτο η απόλυση. Το Δικαστήριο οφείλει επίσης να λάβει υπόψη του όλες τις συνθήκες που περιβάλλουν την εργατική διαφορά καθώς επίσης και την προηγούμενη υπηρεσία και συμπεριφορά των μερών. Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιστάσεις, μεταξύ άλλων, είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, η ευδόκιμη υπηρεσία του, τυχόν εξήγηση που έδωσε για την συμπεριφορά, τις πράξεις ή παραλείψεις του, τυχόν πρόθεση του για τέλεση συγκεκριμένης πράξεις ή παράλειψη και το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης. Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου ένας εργοδότης οφείλει να ασκήσει τυχόν δικαίωμά του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο εντός λογικού χρόνου από του γεγονότος που του παρέσχε το δικαίωμα. Νομολογιακά, η παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει τυχόν δικαίωμά του να απολύσει εργοδοτούμενο για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρείται ως εγκατάλειψη του εν λόγω δικαιώματος. Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1000, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ' ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19/5/98) ορθά κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσης του στις 5/10/98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Κυπριανού & Σία ν. Πετρίδη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 607. Επιπλέον στην υπόθεση L?UNION NATIONALE (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117, κρίθηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη απρεπούς συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο μέχρι την απόλυσή του ήταν πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τους εργοδότες το δικαίωμα απόλυσης. Καμία απόλυση δεν μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς, εκτός εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης είναι από μόνος του τόσο σοβαρός που να μπορεί να δικαιολογήσει απόλυση, πλην της περίπτωσης που νέο παράπτωμα επιβεβαιώνει συγκεκριμένη συστηματική συμπεριφορά του εργοδοτουμένου μετά που δόθηκαν σοβαρές προειδοποιήσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, εργαζόμενοι οι οποίοι υπέπεσαν σε παραπτώματα στο παρελθόν, θα κινδύνευαν εις αεί να απολυθούν για παρελθόντες λόγους με αποτέλεσμα να παρατείνεται επ' αόριστο η αβεβαιότητα σε σχέση με την παραμονή τους στην εργασία τους. Η νομολογία, δεν παραλείπει να επισημαίνει ότι οι κυριότερες υποχρεώσεις του συνετού εργοδότη κατά την άσκηση του δικαιώματος της απόλυσης, συνδέονται με την τήρηση μιας σωστής διαδικασίας, όπου υπάρχει πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων του εργαζομένου προτού ληφθεί η απόφαση για απόλυσή του. Το δικαίωμα ακρόασης στον εργοδοτούμενο παρέχεται κυρίως για να δοθεί σε αυτόν η δυνατότητα να ανατρέψει τους λόγους για τους οποίους ο εργοδότης βασίστηκε για να λάβει την απόφαση για απόλυση. Περαιτέρω, η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτούμενου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχθηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης. Το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτούμενου δεν είναι απόλυτο, αφού στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο η εν λόγω συζήτηση μπορεί να παραλειφθεί εφόσον δεν θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Το άρθρο 7 του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης περί του Τερματισμού Απασχόλησης του 1985 Νόμου, Ν.45/85, έχει ως εξής: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Καθώς αναφέρεται στην υπόθεση Κακοφεγγίτου (ανωτέρω): «Στη διαπίστωση του ευλόγου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7 καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία.» Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι η τήρηση της σωστής διαδικασίας αποβλέπει ταυτόχρονα και στην προστασία του δικαιώματος εργασίας του εργαζομένου. Τούτο συμβαδίζει και με τα όσα λέχθηκαν στην Kanika Developments Ltd (ανωτέρω), στη σελ. 607: «Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση.» Ως απόρροια βασικών αρχών του εργατικού δικαίου επισημαίνουμε ότι ο λόγος απόλυσης καθώς και η λογικότητα της απόλυσης εργοδοτουμένου κρίνεται και περιορίζεται στη βάση των τιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, επί των οποίων ο εργοδότης στήριξε κατά τον ουσιώδη χρόνο την απόφασή του. Οποιαδήποτε νέα στοιχεία περιήλθαν εκ των υστέρων σε γνώση του εργοδότη και δεν είχε ενώπιόν του κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση ή οποιαδήποτε γεγονότα ακολούθησαν την απόλυση δεν μπορούν να κρίνουν το νόμιμο ή μη της απόλυσης, όσο σοβαρά και αν φαίνονται. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England[2]: «It is a central principle of unfair dismissal law that the fairness of a dismissal should be determined on the facts as known to the employer at the time of dismissal. In contrast to the common law on wrongful dismissal, an employer cannot rely on subsequently discovered facts, especially misconduct by the employee, to justify a dismissal that was unfair on the facts known at the time.» Στην υπόθεση Ιακωβίδης ως Εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd v. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/12, ημερ, 20/11/18, αναφέρθηκε ότι: «Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή. Να αναφέρουμε εδώ, παρενθετικά, ότι για τον κανόνα αναφορικά με την αξιολόγηση του εύλογου της έρευνας του εργοδότη και της κατάληξης του περί ύπαρξης μεμπτής συμπεριφοράς, σχετική είναι η υπόθεση British Home Stores Ltd v Burchell [1978] IRLR 379, EAT. Η εστίαση της νομολογίας στην απόφαση απόλυσης που λαμβάνει ο εργοδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό το φως των περιστάσεων που έχει υπόψη του, σημαίνει ότι στοιχεία που έρχονται στο φως μετά την απόλυση δεν μπορούν να επηρεάσουν το ζήτημα της νομιμότητας της.» Προκύπτει λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο η ενέργεια της Εργοδότριας Εταιρείας να προβεί στον τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή είναι νόμιμη και δικαιολογημένη. Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από το Νόμο και τη νομολογία, στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο, ο Αιτητής επέδειξε τέτοια διαγωγή ώστε να καθιστά τον εαυτό του υποκείμενο σε απόλυση και ότι η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου δεν μπορούσε να συνεχιστεί και σε περίπτωση απόδειξης τέτοιας διαγωγής το κατά πόσο η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν επίσης εύλογη. (Βλ. Κακοφεγγίτου (ανωτέρω)). Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 3 στην Εργοδότρια Εταιρεία ίσχυε η ακόλουθη «Πειθαρχική Διαδικασία»: «Σε περιπτώσεις παράβασης από μέρους εργοδοτουμένου, που σχετίζεται με υπηρεσιακά καθήκοντα ή τη συμπεριφορά/διαγωγή του, θα εφαρμόζεται η εξής διαδικασία:-
  1. Στην πρώτη περίπτωση μιας τέτοιας παράβασης θα δίδεται προφορική προειδοποίηση.
  2. Εάν επαναληφθεί ή διαπραχθεί η ίδια ή παρόμοια παράβαση, θα δίδεται γραπτή προειδοποίηση, με αντίγραφο στη Συντεχνία.
  3. Κατακράτηση της χρονιαίας μισθολογικής προσαύξησης.
  4. Αναστολή της υπηρεσίας και στέρηση των απολαβών.
  5. Απόλυση. Σε περιπτώσεις σοβαρών παραβάσεων, η Εταιρεία μπορεί να εφαρμόσει αμέσως οποιαδήποτε από τα πιο πάνω πειθαρχικά μέτρα. Προτού εφαρμοστούν τα πειθαρχικά μέτρα 3, 4 και 5, είτε αυτά αποτελούν συνέχεια προηγούμενων πειθαρχικών μέτρων είτε έχει γίνει άμεση εφαρμογή για πολύ σοβαρές περιπτώσεις παραβάσεων, θα δίδεται στον εργοδοτούμενο η ευκαιρία να εκφράσει τις απόψεις του. Σ' αυτήν την περίπτωση αν το επιθυμεί ο εργοδοτούμενος θα μπορεί να συνοδεύεται με αντιπρόσωπο της Συντεχνίας του. Η διευθέτηση αυτή δεν θα περιορίζει το δικαίωμα της Διεύθυνσης να εφαρμόσει οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πειθαρχικά μέτρα. Σε περιπτώσεις μη εξουσιοδοτημένης αδικαιολόγητης απουσίας (π.χ. παραβίαση του όρου 3(α) των Γενικών Κανονισμών) θ' αφαιρείται από το μισθό του εργοδοτουμένου το ανάλογο ποσό, θα λαμβάνει δε και προειδοποιητική επιστολή. Σε περίπτωση που θα επαναληφθεί η παραβίαση αυτή τότε η Εταιρεία μπορεί κατά τη κρίση της να εφαρμόσει οποιοδήποτε από τα πειθαρχικά μέτρα 3,4 και 5ης πιο πάνω διαδικασίας. Σε περιπτώσεις που εργοδοτούμενοι δεν πληροφορούν την Εταιρεία για προγραμματισμένη Νοσοκομειακή περίθαλψη (π.χ. παραβίαση του όρου 3 (γ) των Γενικών Κανονισμών) δεν θα δικαιούνται χορήγημα κατά τη διάρκεια της ασθένειας για ένα αριθμό ημερών ίσον με τις ημέρες που είχε προσχεδιαστεί η Νοσοκομειακή περίθαλψη. Παρ' όλο τούτο σ' αυτήν την περίπτωση o αριθμός των εργάσιμων ημερών/βάρδιων για λόγους ασθένειας δεν θα υπερβαίνουν τις
  6. Σε περίπτωση που ο εργοδοτούμενος ή η Συντεχνία διαφωνεί με την εφαρμογή οποιωνδήποτε των πιο πάνω πειθαρχικών μέτρων τότε θα εφαρμόζονται οι πρόνοιες του 'Κώδικα Βιομηχανικών Σχέσεων'». Με βάση τα όσα αναφέραμε ανωτέρω αλλά και τα όσα προκύπτουν από τα κατατεθέντα Τεκμήρια θεωρούμε ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν πληροφορίες για μεταφορά βενζίνης εκτός του Τερματικού από υπαλλήλους τους, ότι την 7/7/13 ο επί καθήκοντι Αστυνομικός ειδοποίησε την Αστυνομία επειδή υποψιάστηκε ότι συνέβαινε κάτι μεμπτό, ότι η Αστυνομία ήρθε και ότι εντοπίστηκαν 20 μπιτόνια βενζίνης στο όχημα του κ.Παλέσιη και 5 στο όχημα του Αιτητή, ότι ο Αιτητής δεν είχε σχέση με μεταφορά και οικειοποίηση καυσίμων, ότι ο κ.Παλέσιης ανέλαβε πλήρως την ευθύνη, ότι η Αστυνομία δεν καταλόγισε οτιδήποτε εναντίον του Αιτητή, ότι την 12/7/13 ο κ.Λοΐζου έδωσε οδηγίες στον κ.Θεοδότου να διεξάγει έρευνα σε σχέση με την παράνομη μεταφορά εκτός Τερματικού βενζίνης και ότι έθεσε έκτοτε τον Αιτητή σε διαθεσιμότητα με σχετική επιστολή, Τεκμήριο 2, ότι ο κ.Θεοδότου διεξήγαγε σχετική έρευνα και ότι την 26/7/13 ο κ.Θεοδότου ετοίμασε το Τεκμήριο 4 το οποίο και έδωσε στον κ κ.Λοΐζου για να το παραδώσει στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εργοδότριας Εταιρείας. Ακολούθως την 11/9/13 οι Καθ' ων η αίτηση έλαβαν επιστολή ημερ. 10/9/13 από το δικηγόρο του Αιτητή, Τεκμήριο 5, με την οποία γινόταν αναφορά για αναμονή από την πλευρά του Αιτητή για άμεση επιστροφή στα καθήκοντά του και την 17/9/13 οι Καθ' ων η αίτηση κάλεσαν τον Αιτητή σε συνεδρία του Διοικητικού τους Συμβουλίου ημερ. 19/9/
  7. Ο Αιτητής παρέστη στην εν λόγω συνεδρία και ανέφερε μέσω συντεχνιακού εκπροσώπου αλλά και αυτοπροσώπως ότι ο λόγος που τέθηκε σε διαθεσιμότητα δεν υφίστατο πλέον σύμφωνα με την αστυνομία, αρνήθηκε την κατηγορία της κλοπής ενώ ταυτόχρονα έδωσε τις θέσεις του για τα υπόλοιπα θέματα που ερωτήθηκε. Οι Καθ' ων η αίτηση την 24/9/13 με νέα επιστολή τους κάλεσαν τον Αιτητή να παραστεί εκ νέου ενώπιον του Διοικητικού τους Συμβουλίου, Τεκμήριο 10, ο Αιτητής ειδοποίησε ότι δεν μπορούσε ο δικηγόρος του να τον συνοδεύσει την 26/9/13 που είχε κληθεί και το Διοικητικό Συμβούλιο στη συνεδρία του ημερ. 26/9/13 αποφάσισε την άμεση απόλυση του Αιτητή εφόσον είχε ικανοποιηθεί ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε όσα του καταλόγισαν με την επιστολή ημερ. 17/9/13, Τεκμήριο
  8. Οι Καθ' ων η αίτηση απέλυσαν τον Αιτητή με σχετική επιστολή ημερ. 30/9/13, Τεκμήριο
  9. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν αποδείξει ότι ο Αιτητής επέδειξε διαγωγή σε σχέση με μεταφορά και οικειοποίηση καυσίμων εκτός Τερματικού που να τους επιτρέπει να τον απολύσουν και συνεπώς απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους βάρυνε και να αποδείξουν ότι υπό τις περιστάσεις ενήργησαν εύλογα ως ένας λογικός εργοδότης και ότι νόμιμα και δικαιολογημένα απέλυσαν τον Αιτητή εντός των πλαισίων του Νόμου και των αρχών που καθιέρωσε η νομολογία, εφόσον δεν αποδείχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικά γεγονότα που να δικαιολογούν την άμεση απόλυση του Αιτητή. Άλλωστε, ο κ.Λοΐζου αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει ποιος έβαλε τα μπιτόνια βενζίνης στο όχημα του Αιτητή. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κυπριανού & Σία (ανωτέρω), υποψία τέλεσης μιας πράξης δεν μπορεί να αποτελέσει από μόνη της λόγο για άμεση απόλυση αλλά απαιτείται ταυτόχρονα και η ύπαρξη συγκεκριμένης διαγωγής που να δικαιολογεί τερματισμό. Επίσης, το ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν ενήργησαν λογικά και καλόπιστα κατά τη λήψη της απόφασης για απόλυση του Αιτητή προκύπτει και από το γεγονός ότι δεν ενήργησαν άμεσα αλλά περίμεναν περί τους δύο μήνες και απέλυσαν τον Αιτητή όταν πλέον ολοκληρώθηκε η αστυνομική έρευνα από την οποία δεν προέκυψε οτιδήποτε εναντίον του Αιτητή[3], όπως αναφέρουμε κατωτέρω. Περαιτέρω, θεωρούμε ότι τα υπόλοιπα παραπτώματα που καταλογίστηκαν στον Αιτητή δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο άμεσης απόλυσης περί τους 2 ½ μήνες μετά που οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι ήρθαν στην αντίληψη τους. (Βλ. υπόθεση L?UNION NATIONALE (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Αγαθοκλέους (ανωτέρω). Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης υπηρεσίας του στους Καθ' ων η αίτηση δεν υπέπεσε στο παρελθόν σε οποιοδήποτε παράπτωμα και δεν προειδοποιήθηκε ποτέ για ανάρμοστη συμπεριφορά ή για οτιδήποτε άλλο αλλά και το ότι οι Καθ' ων η αίτηση γνώριζαν και αποδέχονταν τη μεταφορά των υπαλλήλων τους εκτός του Τερματικού είτε για να φέρουν φαγητό είτε για να ποτίσουν. Επίσης, δεν διαφεύγει της προσοχής μας το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση βάσισαν τα όσα καταλόγισαν στον Αιτητή σε σχέση με κατοχή κινητού τηλεφώνου, διαγωγή την οποία ο κ.Θεοδότου ιεράρχησε ως την πιο σοβαρή, στην αναφορά του κ.Παλέσιη ότι ο Αιτητής είχε τηλέφωνο στην τσέπη του αγνοώντας ταυτόχρονο ισχυρισμό του κ.Παλέσιη ότι ενδεχομένως ο Αιτητής να βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης. Είναι γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση παρόλο που διαπίστωσαν από την 7/7/13 την παράνομη μεταφορά βενζίνης εκτός του Τερματικού, έδωσαν άμεσα οδηγίες για διεξαγωγή πειθαρχικής έρευνας την 12/7/13 ότε και τέθηκε ο Αιτητής σε διαθεσιμότητα και άμεσα ολοκλήρωσαν την έρευνα τους, ήτοι την 26/7/13, δεν έκαναν οτιδήποτε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ήτοι μέχρι που να επικοινωνήσει ο Αιτητής μαζί τους και να ζητήσει ουσιαστικά την επιστροφή του στην εργασία του. Συνεπώς, για όλα αυτά θεωρούμε ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την 7/7/13 που υποψιάστηκαν τη διάπραξη πολύ σοβαρού παραπτώματος και την 18/7/13 που ο Αιτητής έδωσε κατάθεση στον κ.Θεοδότου, μέχρι την 30/9/13 που απολύθηκε, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τα ενώπιόν μας στοιχεία. Δεν τέθηκε ενώπιόν μας οτιδήποτε που να δικαιολογεί την καθυστέρηση από την ολοκλήρωση της έρευνας μέχρι και την 17/9/13 που κλήθηκε ο Αιτητής για να πει τη θέση του σε σχέση με τα όσα του καταλόγισαν στην επιστολή ημερ.17/9/13 και όπως αναφέρουμε ανωτέρω όλες οι συναντήσεις και συνεντεύξεις φαίνεται να ολοκληρώθηκαν σε 2 εβδομάδες περίπου. Δεν έχουμε οποιοδήποτε στοιχείο για το τι έγινε από την 26/7/13 μέχρι την 17/9/
  10. Θεωρούμε λοιπόν ότι το χρονικό διάστημα από τη διαπίστωση πιθανών παρατυπιών μέχρι την κλήση του Αιτητή την 17/9/13 για να προβεί ο τελευταίος σε παραστάσεις ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου των Καθ' ων η αίτηση, δεν είναι δικαιολογημένο και συνεπώς θεωρούμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν ενήργησαν εντός ευλόγου χρόνου. Με λίγα λόγια, θεωρούμε ότι η απόλυση του Αιτητή δεν μπορεί να κριθεί νόμιμη και για το λόγο ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν απέλυσαν τον Αιτητή εντός λογικού χρονικού διαστήματος από τα γεγονότα που οι ίδιοι επικαλούνται ότι τους παρείχαν αυτό το δικαίωμα χωρίς να δικαιολογούν την καθυστέρηση που παρατηρείται στη λήψη της απόφαση για απόλυση του Αιτητή από τα γεγονότα που η ίδια η Εργοδότρια Εταιρεία θεωρεί ότι της έδιναν αυτό το δικαίωμα. Ομόφωνα λοιπόν καταλήγουμε ότι ο εργοδότης δεν ενήργησε ως λογικός εργοδότης και ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης που τους βαρύνει και κατ' επέκταση οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν κατάφεραν να αποδείξουν οποιοδήποτε λόγο που με βάση το άρθρο 5 (ε) και (στ) του Νόμου θα δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Συνεπώς, η απόλυση του Αιτητή κρίνεται παράνομη. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτουμένου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία για το επιδικασθησόμενο ποσό. Κατά τον υπολογισμό όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δέον να λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «(α) Τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου? (β) την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου? (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου? (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου? (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου.» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικάσει κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα.[4] Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε). Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλους τους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και στο άρθρο 3 του Νόμου, για τους οποίους ακούσαμε και αξιολογήσαμε μαρτυρία, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να επιδικάσουμε ως αποζημίωση το ποσό των €22.030,72 που αντιστοιχεί με απολαβές 32 εβδομάδων. Εκδίδεται επομένως ομόφωνα απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €22.030,72 πλέον νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση έξοδα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής. (Υπ.) ............................................... (Υπ.) .................................................. Ζ. Αποστόλου, Μέλος. Γρ. Γρηγόρη, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ιωάννης Δ. Κουκιάδης , Εργατικό Δίκαιο, Γ' έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562-
  11. [2] Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Vol. 16 (1B), σελ. 103, παρ.
  12. [3] Στο αγγλικό σύγγραμμα Smith & Wood's Employment Law, 10η έκδοση σελ. 469 οι Ian Smith και Aaron Baker αναφέρουν ότι το Δικαστήριο πρέπει να κοιτάξει «into the bona fides and reasonableness of the employer's claimed belief». [4] Βλ. υπόθεση Touchstone Technologies Ltd v. Μαυρομμάτη
(2014)1B A.A.Δ. 1829. Στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 625, στη σελ. 630, τονίστηκε ότι: «Σύμφωνα με τον πρώτο πίνακα του Ν.24/67, όπως έχει τροποποιηθεί, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό κρίνει πρέπον (βλέπε επίσης Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd v. Ιωαννίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 228) όπου επιβεβαιώθηκε ότι η εξουσία του πρωτόδικου δικαστηρίου να καθορίζει το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης είναι απόλυτη.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία
(1992)1 Α.Α.Δ. 98, 105, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4 (δ) του Πίνακα.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.