← Κύπρος

Π. Χ. ν. M.E.S.C.O. LIMITED, Αρ. Αίτησης: 222/20, 26/9/2023

Π. Χ. ν. M.E.S.C.O. LIMITED, Αρ. Αίτησης: 222/20, 26/9/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΑΡΝΑΚΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή. Γ. Μιχαηλίδη ) Γ. Ιουλιανού ) Μελών Αρ. Αίτησης: 222/20 Μεταξύ: Π. Χ. Αιτητή και M.E.S.C.O. LIMITED Καθ΄ ων η αίτηση Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου, 2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή - Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Λουκαΐδης Για τους Καθ' ων η αίτηση - Αιτητές: κ. Λαζάρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση επιζητείται ο παραμερισμός της απόφασης (set aside) που εκδόθηκε εναντίον των Καθ' ων η αίτηση - Αιτητών (στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση») στην απουσία των στις 19/7/21. Η αίτηση βασίζεται στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Κανονισμούς του 1999, Κ.Κ. 11

(1)(β), 12
(1), 13 και 17, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.39 Θ. 2, Δ.48 Θ. 9(h), στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο κοινοδίκαιο, στο δίκαιο της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και στην Ένορκη Δήλωση του κ.Αντωνιάδη, ο οποίος είναι Διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση. O κ.Αντωνιάδης ισχυρίστηκε ότι την 10/9/20 επιδόθηκε στον ίδιο η αίτηση εργατικής διαφοράς, ότι λόγω παράλειψής του να καταχωρήσει απάντηση ο Αιτητής εξασφάλισε απόφαση στην απουσία των Καθ' ων η αίτηση στις 19/7/21 και ότι η εν λόγω απόφαση ήρθε σε γνώση του τον Απρίλιο του 2022 όταν παραλήφθηκε ταχυδρομικώς η επιστολή του δικαστικού επιδότη ημερ. 18/2/
  1. Ο κ.Αντωνιάδης ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι μετά τη λήψη της εν λόγω επιστολής επισκέφθηκε το Δικαστήριο για να λάβει αντίγραφο της δικογραφίας και μετά τους δικηγόρους τους στους οποίους εξήγησε το πως ξεγελάστηκε από τον Αιτητή. Ήταν περαιτέρω η θέση του κ.Αντωνιάδη ότι ο Αιτητής ήταν υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση για πολλά χρόνια, ότι συζήτησαν για πρώτη φορά το θέμα του τερματισμού των υπηρεσιών του το 2014, ότι τελικά δεν απολύθηκε τότε, ότι 4 χρόνια μετά επανέφερε ο Αιτητής τη συζήτηση για απόλυσή του για λόγους πλεονασμού, ότι ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος εάν το Ταμείο Πλεονασμού θα ενέκρινε την αίτηση, ότι ο Αιτητής επέμενε ότι μπορούσε να απολυθεί εφόσον δεν είχε δουλειά, ότι πείστηκε ο ίδιος και ότι ζήτησε συνδρομή από συντεχνιακό υπάλληλο ο οποίος τους είπε ότι μπορούσε να απολυθεί ο Αιτητής για λόγους πλεονασμού και τους βοήθησε να ετοιμάσουν τα σχετικά έγγραφα. Περαιτέρω, ο κ.Αντωνιάδης ανέφερε στην Ένορκη Δήλωσή του ότι ο ίδιος προβληματιζόταν επειδή εάν το Ταμείο Πλεονασμού δεν πλήρωνε τον Αιτητή οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα μπορούσαν να πληρώσουν αποζημίωση, ότι γι' αυτό το λόγο δεν προχωρούσαν με την απόλυση του Αιτητή, ότι ο Αιτητής πίεζε για την αποδέσμευσή του, ότι κατέληξαν στην απόφαση να απολύσουν τον Αιτητή ως πλεονάζον προσωπικό και ότι ο Αιτητής ανέλαβε να μην διεκδικήσει αποζημιώσεις από τους Καθ' ων η αίτηση εάν το Ταμείο Πλεονασμού απέρριπτε την αίτησή του. Ήταν περαιτέρω η θέση του κ.Αντωνιάδη ότι την 19/12/18 ο Αιτητής απολύθηκε για λόγους πλεονασμού και ότι ο Αιτητής υπέγραψε βεβαίωση ημερ. 14/1/19, Τεκμήριο Ζ, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Διά της παρούσης μετά την αίτηση μου για πλεονασμό δηλώνω ότι σε περίπτωση μη έγκρισης δεν θα έχω όποιες απαιτήσεις από την εταιρεία που εργοδοτούμουν». Ο κ.Αντωνιάδης ισχυρίστηκε ακόμη ότι από την έρευνα που έκαμε αντιλήφθηκε ότι ο Αιτητής δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο πριν την έκδοση απόφασης την εν λόγω δήλωσή του, ότι δεν προώθησε τη διαδικασία εναντίον του Ταμείου Πλεονασμού και ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία αφού ήταν με την εντύπωση ότι η διαδικασία ήταν σε σχέση με τα δικαιώματά του Αιτητή από το Ταμείο Πλεονασμού. Ο κ.Αντωνιάδης ανέφερε επίσης ότι προσπάθησε να μιλήσει προσωπικά με τον Αιτητή, ότι αυτό ήταν μάταιο εφόσον ο Αιτητής άλλαξε γνώμη και δεν αναγνώριζε τη δήλωσή του, ότι ενημέρωσε σχετικά τους δικηγόρους τους οι οποίοι μίλησαν με τους δικηγόρους του Αιτητή και ότι εν τέλει έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης. Τέλος, ο ομνύον ισχυρίστηκε ότι η παράλειψη των Καθ' ων η αίτηση να εμφανιστούν στο Δικαστήριο δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ανεπίτρεπτη συμπεριφορά ή ασέβεια προς το Δικαστήριο. Η αντίθετη θέση προβάλλεται μέσα από την ένσταση και τη συνοδευτική ένορκη δήλωση του Αιτητή. Στην ειδοποίηση ένστασης αναφέρονται οι εξής λόγοι ένστασης: «
  2. Η Αιτήτρια ενήργησε με υπέρμετρη καθυστέρηση και υπέδειξε αμέλεια τέτοιου βαθμού που καθιστούν την παρούσα διαδικασία καταφρόνηση Δικαστηρίου. 2.Η Αιτήτρια δεν δικαιολογεί ή και δεν δικαιολογεί επαρκώς την αμέλεια της να καταχωρήσει εμφάνιση και την καθυστέρησή της να αντιδράσει στην έκδοση απόφασης εναντίον της. 3.Η κυρίως Αίτηση επιδόθηκε ορθά και νομότυπα και η Αιτήτρια έλαβε γνώση. 4.Η Αιτήτρια δεν έχει καλή ή οποιαδήποτε υπεράσπιση. 5.Η Αίτηση είναι παράτυπη και δεν στηρίζεται στη σωστή νομική βάση. 6.Δεν εκκρεμεί έφεση και η απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη. 7.Τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια όφειλε να τα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης και κωλύεται να τα προωθεί σε αυτό το στάδιο. 8.Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του Αιτούμενου διατάγματος. 9.Η Καθ' ης η Αίτηση παραδέχεται από μόνη της ότι βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και σε περίπτωση που απορριφθεί η Αίτηση για παραμερισμό της απόφασης, δεν θα είναι σε θέση να συμμορφωθεί με τις εξ αποφάσεως υποχρεώσεις της. 10.Τα γεγονότα που προβάλλει η Αιτήτρια ήταν εις γνώση της από το 2019, σύμφωνα με τη δική της μαρτυρία. 11.Η Αιτήτρια παραδέχεται ότι έλαβε νομότυπη επίδοση της Κυρίως Αίτησης και ενώ ήταν εις γνώση της όλα τα γεγονότα τα οποία προσπαθεί να εκθέσει 3 χρόνια αργότερα, επέλεξε να μην εμφανιστεί. 12.Ακόμα και να έθετε τα όσα αναφέρει τώρα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης, αυτά δεν θα αποτελούσαν υπεράσπιση. 13.Η Αιτήτρια ουσιαστικά ζητά από το Δικαστήριο να ενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού του. 14.Τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια ενδεχομένως να συνιστούν ποινικά αδικήματα.» Η ακρόαση της παρούσας αίτησης προχώρησε με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους με τις αγορεύσεις τους. Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία κατ΄ αναλογία εφαρμόζεται και σε διαδικασίες ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με βάση τον Κανονισμό 17 του περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση και να παραμερίσει αποφάσεις οι οποίες εξεδόθηκαν ερήμην. Γνώμονα άσκησης της εξουσίας αυτής αποτελεί η ανάγκη να εξισορροπηθούν αφ' ενός το δικαίωμα κάθε διάδικου να ακουσθεί και αφ' ετέρου η ανάγκη προόδου και αποπεράτωσης της δίκης. Το διάταγμα ακύρωσης μπορεί να δοθεί υπό όρους εφόσον το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση αιτήσεως παραμερισμού απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης έχουν εκτεθεί επανειλημμένα σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα Αγγλικά Δικαστήρια, όπου ισχύουν παρόμοιοι θεσμοί. (Βλ. Phylactou a.o. v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd. v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1B Α.Α.Δ. 941, Σκάρος v. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Λουκαϊδου v. Γερολέμου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 333, Γιωργαλλίδης v. Ταπελλ. Κώστα Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1Β Α.Α.Δ. 1101, Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βοθροτεξ» Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339, Bush κ.α. v. Γιαννή
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1342, Alpha Bank Ltd v. Στεφάνου
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1101, Ευσταθίου κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1007, Αργυρού v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2005)1Α Α.Α.Δ. 229, Τεγκεράκης v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 289, Siberia Air v. Πούλλικα
(2005)1Β Α.Α.Δ. 893, Zehil v. Roberts
(2009)1A Α.Α.Δ. 678 και Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd
(2012)1A A.A.Δ. 647). Οι αρχές που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εξηγούνται λεπτομερώς στην απόφαση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), στη σελ. 210. Σε μετάφραση όπως υιοθετήθηκε στην υπόθεση Milouca v. Κούρτη (ανωτέρω) αυτές έχουν ως εξής: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απολεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Siberia Air (ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 897: «Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό.» Στην υπόθεση Τσεσμελόγλου v. Σοφοκλέους
(2013)1Α Α.Α.Δ. 64 αναφέρθηκε ότι: «Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του.» Στην υπόθεση Eurocypria Airlines (υπό εκκαθάριση) μέσω του εκκαθαριστή αυτής κ. .... Ιακωβίδη ν. Χριστοφορίδου, Π. Ε. 438/12, ημερ. 8/6/18, ECLI:CY:AD:2018:A281, λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Κατά πάγια νομολογία επέμβαση του Εφετείου στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας, προσδιοριστικής του αυτεξούσιου της δικαστικής κρίσης, δικαιολογείται στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι η άσκηση της (α) έγινε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το νόμο, (β) οδηγεί σε πασιφανή αδικία και (γ) είναι προϊόν πλάνης ως προς τα γεγονότα, σφάλμα νόμου, εφαρμογή λανθασμένων αρχών δικαίου, λήψη υπόψη άσχετων στοιχείων ή μη λήψη υπόψη σχετικών στοιχείων (βλ. Λυσιώτης (ανωτέρω), APL Alexander Promotions Ltd v. Gerlington Ltd κ.α., Πολ. Εφ. Ε40/15 ημερ. 31.1.18 και Chr. Petrides Tradelings Ltd v. Πετρίδου, Πολ. Εφ. 201/12 ημερ. 7.2.18 που παραπέμπουν στη σχετική επί του θέματος προηγούμενη νομολογία). ........ Προς τούτο είναι αρκετό να επισημάνουμε ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι επέδειξαν αδιαφορία για την πορεία της υπόθεσης τους και τη δικαστική διαδικασία δικαιολογείται πλήρως ως αποτέλεσμα της εν τέλει μη εμφάνισής τους στο Δικαστήριο για ακρόαση της υπόθεσης στις 30.5.11, ημερομηνία που γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν από 11.4.11. Επιπρόσθετα το γεγονός ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους το πληροφορήθηκαν με τηλεομοιότυπο που αποδεδειγμένα απέστειλαν οι δικηγόροι της εφεσίβλητης στον Εκκαθαριστή και ο ισχυρισμός του Εκκαθαριστή ότι δεν το έλαβε ή (αμελής) υπάλληλος του γραφείου του δεν το έθεσε υπόψη του, είναι στοιχείο που δεν μπορούσε να έχει επιπτώσεις στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε 11.10.11 και οι δικαιολογίες των εφεσειόντων για την 4μηνη καθυστέρηση στην καταχώρισή της δεν ήταν πειστικές.» Στην υπόθεση NTR Beach Diners Ltd κ.α. ν. Adamou Construction and Maintenance Ltd, Π. Ε. 373/12, ημερ. 15/1/18 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Είναι δε εξίσου νομολογιακά εδραιωμένο ότι, αίτηση για παραμερισμό μπορεί να απορριφθεί, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. (Βλ. Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 941). Ακριβώς η επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η στάθμιση αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και αφετέρου η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με τη διασφάλιση της τελεσιδικίας. Όπως τονίστηκε στη NSM Democars Ltd κ.ά. και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ.εφ.121/2010, ημερ. 14.10.2015, το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο δύναται, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης. Πρέπει συναφώς να ομιλούμε όχι απλώς για καθυστέρηση που θα μπορούσε να κριθεί, μέσα σε θεμιτά πλαίσια, δικαιολογημένη. ΄Οσο δε μεγαλύτερη χρονικά είναι η καθυστέρηση, τόσο πιο εύκολα μπορούμε να ομιλούμε για αδιαφορία, η οποία, εξ ορισμού, προσλαμβάνει τη μορφή της περιφρόνησης στο δικαίωμα του άλλου αλλά και στην δικαστική διαδικασία, αυτή καθ΄εαυτή. ....................................... Με βάση τις πιο πάνω παραμέτρους κρίνουμε ότι δεν υπάρχει περιθώριο επέμβασης μας στον τρόπο που το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Όπως εύστοχα λέχθηκε στη Τσεσμελόγλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1Α Α.Α.Δ. 64, η χωρίς επαρκή λόγο παράλειψη εμφάνισης αποτελεί βάσιμο λόγο για απόρριψη της αίτησης παραμερισμού, διαφορετικά η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια των επιλογών του εναγομένου.» Στην υπόθεση Κοτσώνης ν. Δήμος Γερίου, Πολ. Εφ. 254/13 ημερ. 31/10/19, ECLI:CY:AD:2019:A452, όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι εγείρετο συζητήσιμη υπόθεση, ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και ότι η παράλειψη της απαλλοτριούσας αρχής να εμφανιστεί έγκαιρα δεν απολήγει σε ασέβεια και κατάχρηση της διαδικασίας, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά: «Είναι φανερό από το πιο πάνω απόσπασμα ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ έκρινε ως αδικαιολόγητη την αδιαφορία του Προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου και των λοιπών αρμοδίων να ενδιαφερθούν για την ειδοποίηση παραπομπής, δεν θεώρησε ότι η συμπεριφορά τους αποτελεί ασυγχώρητη αμελή συμπεριφορά, η οποία απολήγει σε ασέβεια και κατάχρηση της διαδικασίας. Με όλο το σεβασμό προς την πρωτόδικη απόφαση, με βάση τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα ως προς τις ενέργειες των εφεσιβλήτων, δεν συμμεριζόμαστε την κατάληξή του ότι η απαλλοτριούσα αρχή δεν επέδειξε ασυγχώρητη αμέλεια ή ασέβεια στη διαδικασία. Η αδιαφορία που επέδειξε, τόσο ο Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου όσο και οι λοιποί αρμόδιοι είναι ανεπίτρεπτη. Με δεδομένο δε ότι πρόκειται για δημόσια αρχή, η οποία έχει υποχρέωση να ενεργεί για το δημόσιο συμφέρον, η συμπεριφορά που επεδείχθη από αυτήν είναι αδικαιολόγητη και ισοδυναμεί με αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε. Ως εκ τούτου, ανεξάρτητα του κατά πόσο έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα έπρεπε να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης.» Η αξίωση του Αιτητή όπως προσδιορίζεται στους γενικούς λόγους της αίτησής του αφορά σε αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση ή πληρωμή λόγω πλεονασμού, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και έξοδα. Λόγω της παράλειψης των Καθ' ων η αίτηση να εμφανιστούν στη διαδικασία, το Δικαστήριο την 19/7/21 εξέδωσε απόφαση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση και προς όφελος του Αιτητή δια ποσό €39.535,58 με νόμιμο τόκο, με οδηγίες όπως ποσό €27.229,80 που αντιστοιχεί σε ημερομίσθια ενός έτους πληρωθεί από τους Καθ' ων η αίτηση και το υπόλοιπο ποσό των επιδικασθέντων αποζημιώσεων, ήτοι το ποσό των €12,305.78 να πληρωθεί απευθείας από το Ταμείο Πλεονασμού, με βάση το άρθρο 3
(2)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου και επιδικάστηκαν €1.115 έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, πλέον Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η αίτηση απαιτείται να δείξουν σοβαρούς λόγους γιατί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για ακύρωση της πιο πάνω απόφασης θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ τους. Οι Καθ' ων η αίτηση έχουν καθήκον να αποδείξουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που είναι η μία από τις δύο προϋποθέσεις για να επιτύχουν ακύρωση της ερήμην εκδοθείσας εναντίον τους απόφασης. Θα προχωρήσουμε πρώτα να εξετάσουμε κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Άλλωστε όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τεγκεράκη v. Δήμου Λευκωσίας (ανωτέρω): «Το πρωταρχικό καθήκον του Δικαστή, ο οποίος εξετάζει αίτηση παραμερισμού αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην .... είναι να διαπιστώσει κατά πόσο ο Αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση, δηλαδή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να στηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Kokkinos v. WYN Developments Ltd
(2014)1A Α.A.Δ.223, αναφέρθηκε, στη σελ.229, ότι: «... το Δικαστήριο, για κατάληξη σε συμπέρασμα ότι προκύπτει τέτοια υπεράσπιση, δεν πρέπει να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού ..., αλλά περιορίζεται σε εξέταση κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι λογικοφανής ως βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη ..» Στην υπόθεση Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Όπως έχει ορθά τονιστεί στην απόφαση Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου), Π.Ε. 8041, ημερομηνίας 28/1/93, η εξουσία του Δικαστηρίου σε παρόμοια ζητήματα έχει διακριτικό χαρακτήρα. Για να ακυρωθεί εκδοθείσα απόφαση ο Αιτητής οφείλει να πείσει πως διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Θα πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού (Land Securities P.L.C. v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R. 439 Και Sidnell v. Wilson
(1966)2 Q.B. 67).» Επίσης στην υπόθεση Νεάρχου v. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 954, αναφέρθηκαν τα εξής, στη σελίδα 961: «Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνον εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ίδιος ο Αιτητής τους ζήτησε όπως απολυθεί για λόγους πλεονασμού, ότι αυτοί συμφώνησαν και απέλυσαν τον Αιτητή την 19/12/18, Τεκμήριο Ε, ότι ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση στο Ταμείο Πλεονασμού την 14/1/19, Τεκμήριο Στ, ότι ο Αιτητής υπέγραψε βεβαίωση την 14/1/19 με την οποία δήλωνε ότι δεν θα είχε απαιτήσεις από τους Καθ' ων η αίτηση εάν δεν εγκρίνετο η αίτηση του από το Ταμείο Πλεονασμού και ότι ο Αιτητής αποποιήθηκε των δικαιωμάτων του για πληρωμή αποζημιώσεων από τους Καθ' ων η αίτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν ισχυρίστηκαν ότι ο Αιτητής απολύθηκε για λόγους πλεονασμού και συνεπώς δεν παρέθεσαν οποιαδήποτε σχετική υπεράσπιση. Ισχυρίστηκαν όμως ότι με βάση δήλωση που υπέγραψε ο Αιτητής, ο τελευταίος αποποιήθηκε των δικαιωμάτων του για αποζημίωση από τους Καθ' ων η αίτηση. Ο εν λόγω ισχυρισμός κατόρθωσε να πείσει το Δικαστήριο πως οι Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με την αξίωση του Αιτητή για αποζημιώσεις συνεπεία παράνομης απόλυσης διαθέτουν εν τέλει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Προκύπτει από τη μακρά νομολογία που υπάρχει στο θέμα, ότι οι Καθ' ων η αίτηση πρέπει επίσης να πείσουν το Δικαστήριο ότι υπήρχε πραγματικός, σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη παρουσία τους στο Δικαστήριο. Είναι παραδεκτό ότι η επίδοση έγινε νομότυπα. Οι Καθ' ων η αίτηση, ως η θέση τους, δεν καταχώρησαν έγκαιρα εμφάνιση συνεπεία της συμφωνίας τους με τον Αιτητή και της γραπτής διαβεβαίωσης που έλαβαν από τον Αιτητή ότι δεν θα διεκδικούσε οτιδήποτε εναντίον τους σε περίπτωση που το Ταμείο Πλεονασμού απέρριπτε την αίτησή του. Οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκαν επίσης ότι δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο ως όφειλαν επειδή ήταν υπό την εντύπωση ότι η διαδικασία ήταν προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων του Αιτητή από το Ταμείο Πλεονασμού και όχι από τους ίδιους. Δεν μπορούμε να πιστέψουμε τον ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση ότι δεν καταχώρησαν εμφάνιση στην αίτηση εργατικής διαφοράς που τους επιδόθηκε νομότυπα, επειδή ήταν υπό την εντύπωση ότι η διαδικασία ήταν προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων του Αιτητή από το Ταμείο Πλεονασμού και όχι από τους Καθ' ων η αίτηση, εφόσον, η αίτηση εργατικής διαφοράς στρέφεται μόνο εναντίον τους. Από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης φαίνεται ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση από πλευράς των Καθ΄ ων η αίτηση να αποταθούν στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση NTR Beach Diners κ.α. (ανωτέρω) όσο μεγαλύτερη χρονικά είναι η καθυστέρηση τόσο πιο εύκολα μπορούμε να μιλούμε για αδιαφορία, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή της περιφρόνησης στο δικαίωμα του άλλου αλλά και για την ίδια τη δικαστική διαδικασία. Η επίδοση της αίτησης εργατικής διαφοράς έγινε την 10/9/20, δηλαδή περί τους 20 μήνες πριν την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης. Ακόμη και μετά την έκδοση της απόφασης πέρασε περί το 1 έτος για να καταχωρηθεί η αίτηση παραμερισμού. Επίσης, η επιστολή του δικαστικού επιδότη την οποία οι Καθ' ων η αίτηση παραδέχονται ότι έλαβαν φέρει ημερομηνία 18/2/22, δηλαδή προηγήθηκε περί τους 5 μήνες από την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτηση. Ακόμη όμως και να δεχόμαστε τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι έλαβαν γνώση της εν λόγω επιστολής περί τον Απρίλιο του 2022, οι Καθ' ων η αίτηση καθυστέρησαν πέραν των 2 μηνών να προχωρήσουν με την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης. Το ότι οι Καθ' ων η αίτηση έλαβαν σχετική γνώση τον Απρίλιο του 2022 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό όμως εφόσον, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, οι Καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα του φακέλου και έλαβαν αντίγραφα της αρχικής αίτησης, της επίδοσης και της απόφασης την 30/3/22. Επίσης, ενώ οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίστηκαν ότι μόλις τους ενημέρωσε ο δικηγόρος του Αιτητή ότι επέμενε με την εκτέλεση της απόφασης έδωσαν εντολή στους δικηγόρους τους να προχωρήσουν, από τη σχετική αλληλογραφία που κατέθεσαν στο Δικαστήριο, Τεκμήριο Η, προκύπτει ότι οι δικηγόροι του Αιτητή τους ενημέρωσαν σχετικά την 28/4/22, ότε ζήτησαν καταβολή του επιδικασθέντος ποσού, ενώ η αίτηση καταχωρήθηκε μετά από περισσότερο από 2 μήνες. Μάλιστα, από το Τεκμήριο Η προκύπτει ότι η τελευταία αλληλογραφία των μερών έλαβε χώρα την 17/5/22, δηλαδή περί τον 1 ½ μήνα πριν την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης. Εν κατακλείδι, η καθυστέρηση που παρουσιάζεται είναι στις συνθήκες της υπόθεσης μεγάλη και δεν δικαιολογείται. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδη (ανωτέρω), καθυστέρηση δυόμιση μηνών κρίθηκε να ήταν χωρίς δικαιολογία και συνεπώς δεν μπορούσε να στηρίξει το αίτημα παραμερισμού. Στην υπόθεση Bush v. Γιαννάκη (ανωτέρω) το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη μακρά καθυστέρηση στην καταχώρηση αίτησης παραμερισμού, δηλαδή ενός έτους από την έκδοση της απόφασης απέρριψε την έφεση προσθέτοντας ότι ο χρόνος καταχώρησης αίτησης παραμερισμού δεν πρέπει να απέχει πολύ από την έκδοση της απόφασης. Περαιτέρω στην υπόθεση Ανδρέου v. Severis & Athienitis Securities Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1694 το Εφετείο υιοθέτησε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο απέρριψε αίτηση παραμερισμού απόφασης που καταχωρήθηκε έξι μήνες μετά την έκδοση της απόφασης χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για αυτή την καθυστέρηση. Στη Milouca (ανωτέρω) οι Εναγόμενοι παρέλαβαν αίτηση για απόφαση την οποία καταχώρησαν σε φάκελο και ξεχάστηκε με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον τους απόφαση λόγω της παράλειψης τους να εμφανιστούν. Στη σελ. 944 λέχθηκε: «Ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η παροχή εξηγήσεων για την παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί δεν ισοδυναμεί με την αιτιολόγηση της καθυστέρησης, πολύ δε λιγότερο με τη συγχώρησή της. ................ Ευσταθεί η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι δεν αποκαλύφθηκε οποιοδήποτε στοιχείο, το οποίο να μετριάζει την αδιαφορία των εφεσειόντων για την τύχη της αγωγής. Το ενδιαφέρον τους ζωπυρώθηκε όταν ήλθαν αντιμέτωποι με την εκτέλεση της απόφασης. Τότε είναι που αποτάθηκαν για τον παραμερισμό της. Κέντρισμα αποτέλεσε η επιθυμία για την αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης.» Παρόλο που όπως αναφέρουμε πιο πάνω δικαιολογείται η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, η μη παροχή ικανοποιητικών εξηγήσεων για τη μη εμφάνιση των Καθ' ων η αίτηση στη διαδικασία για μεγάλο χρονικό διάστημα και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την πλευρά τους να αποταθούν στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης για αρκετούς μήνες μετά που οι ίδιοι παραδέχονται ότι έμαθαν για την έκδοση της απόφασης, αποτελούν λόγους απόρριψης της αίτησης παραμερισμού γιατί διαφορετικά, καθώς ελέχθη τόσο στην υπόθεση Milouca (ανωτέρω) όσο και στην υπόθεση NTR Beach Diners Ltd κ.α (ανωτέρω) αλλά και στην υπόθεση Τσεσμέλογλου (ανωτέρω), η όλη πορεία της δικαστικής διαδικασίας θα άφηνε αιωρούμενα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και θα ήταν δέσμια της κρίσης και των επιλογών των Καθ΄ ων η αίτηση σε σχέση με το χρόνο που οι ίδιοι θα επέλεγαν για την καταχώρηση της αίτησης. Ενώ το δικαίωμα ακρόασης σε υπόθεση δεν πρέπει να αποστερείται από διάδικο, εντούτοις το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνείται την επαναφορά αν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που βλάπτονται τα θεμέλια της δικαιοσύνης, κάτι που ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Δεν συμφωνούμε με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae για το λόγο ότι η περίπτωση αυτή αφορά απόφαση η οποία εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης εφόσον ο Αιτητής δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο Ζ και συνεπώς δεν παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για παραμερισμό ή όχι. Θεωρούμε ότι η εκδοθείσα απόφαση δεν πάσχει από θεμελιακό ελάττωμα για να παραμεριστεί ex debito justitiae (βλ. υπόθεση Τρύφωνος ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολ. Εφ. 411/12 ημερ. 27/3/18).[1] Συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται ομόφωνα με έξοδα σε βάρος των Καθ΄ ων η αίτηση και υπέρ του Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής. (Υπ.) ................................................. (Υπ.) ................................................. Γ. Μιχαηλίδης, Μέλος. Γ. Ιουλιανός, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στην πρόσφατη υπόθεση Δημοκρατίας ν. Νικολάου, Ποιν. Εφ. 59/20, ημερ. 26/1/22, λέχθηκαν τα ακόλουθα:«Έχουν όμως αναγνωριστεί[1] περιορισμένα περιθώρια παραμερισμού μιας τελεσίδικης απόφασης στις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις όπου ενεργοποιούνται οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου ως «δικαστηρίου της δικαιοσύνης» (court of law). Τούτο προϋποθέτει πως η διεξαχθείσα δίκη είναι άκυρη λόγω παράβασης των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης. Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο δεν λειτουργεί προς αναθεώρηση προηγούμενης απόφασης του, αλλά αναγνωρίζει και διακηρύττει ότι η προηγούμενη απόφαση του είναι άκυρη και προχωρεί στην ακύρωση της ως χρέος προς την αποκατάσταση της δικαιοσύνης (ex debito justitiae). Χαρακτηριστικό παράδειγμα παραμερισμού απόφασης ως άκυρης υπ΄ αυτή την έννοια, παρά την τελεσιδικία, παρέχει η υπόθεση Δημοκρατία ν. Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ 1060 στην οποία παραμερίστηκε απόφαση της Ολομέλειας επειδή η αναθεωρητική έφεση δεν είχε επιδοθεί σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, με αποτέλεσμα τούτο να μην ακουστεί στην ακρόαση της. Πρόκειται για εξουσία που ασκείται με φειδώ, όταν η περίπτωση κρίνεται κατάλληλη (appropriate) (Αναφορικά με την Αίτηση Κλεάνθους, Πολ. Αιτ. 145/15, ημερ. 22.12.2016), εφόσον οι εγγενείς εξουσίες του δικαστηρίου δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία του, αλλά εξυπακούονται από τη φύση του ως δικαστήριο της δικαιοσύνης, χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και προς αποτροπή κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών (Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1 ΑΑΔ 724). Υπ΄ αυτό το πρίσμα δεν έγινε ποτέ δεκτή η διόρθωση ή ο παραμερισμός απόφασης για κατ΄ ισχυρισμόν λάθη στη θεώρηση του νόμου ή στα γεγονότα σε εφετειακές αποφάσεις[2] παρά μόνο, ως άνω, στις περιπτώσεις που το λάθος είναι τέτοιας φύσεως ώστε η διεξαχθείσα δίκη να καθίσταται αδιαμφισβήτητα άκυρη.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.