Ν. Μ. ν. SAVOY PROPERTIES LIMITED, Αρ. Αίτηση: 617/14, 23/2/2023 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΑΡΝΑΚΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή. Γ. Μιχαηλίδη ) Ν. Κυριάκου ) Μελών. Αρ. Αίτηση: 617/14 Μεταξύ: Ν. Μ. Αιτητή και SAVOY PROPERTIES LIMITED Καθ΄ ων η αίτηση Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου, 2023. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ. Νικολάου Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κα. Χ''Κωσταντή Α Π Ο Φ Α Σ Η Με τους γενικούς λόγους της αίτησης εργατικών διαφορών, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα την 24/6/14 για διερευνώμενη υπόθεση κακοποίησης ζώου, ότι απολύθηκε παράνομα την 16/7/14 με επιστολή ημερ. 24/6/14 και αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση, πληρωμή για προειδοποίηση, διάφορα δεδουλευμένα, νόμιμο τόκο, έξοδα και Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η αίτηση (στο εξής «η Εργοδότρια Εταιρεία») με τους γενικούς λόγους εμφάνισής τους ισχυρίζονται ότι την 24/6/14 υπάλληλοι του Ξενοδοχείου εν γνώσει και με την συγκατάθεση του Αιτητή πέταξαν αδέσποτο σκυλάκι σε μηχάνημα συμπίεσης χαρτοκιβωτίων με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα, ότι αυτό το γεγονός πήρε μεγάλες διαστάσεις, ότι υπέστησαν μεγάλη ζημιά, ότι ο Αιτητής απολύθηκε νόμιμα για τις ευθύνες που είχε και ζητούν απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967, Ν.24/67, (στο εξής «ο Νόμος»): «3.-
(1)Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι΄ οινοδήποτε λόγον άλλον ή των εν των άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ΄ αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα: ....» Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)του Νόμου: «. ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση του εργοδοτουμένου και δεν παρέχουν στον εργαζόμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση, η Εργοδότρια Εταιρεία είναι αυτή που φέρει το βάρος να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή. Ειδικά, η Εργοδότρια Εταιρεία θα πρέπει να αποδείξει ότι με βάση τους λόγους που προβάλλει στο δικόγραφό της, ο άμεσος τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν νόμιμος και δικαιολογημένος, με συνέπεια να μην παρέχεται στον Αιτητή δικαίωμα σε αποζημίωση και προειδοποίηση. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, ακούσαμε μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Η Εργοδότρια Εταιρεία προσκόμισε τη μαρτυρία του κ.Μιχαηλίδη, του κ.Σταυρινίδη, της κ.Τσόκκου και του κ.Αντωνίου. Η πλευρά του Αιτητή για να υποστηρίξει το αίτημά της, προσέφερε τη μαρτυρία του Αιτητή. Εκτός από την προφορική μαρτυρία, ενώπιόν μας υπάρχει η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, στα οποία θα αναφερθούμε, όπου κρίνουμε σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών, τα παραδεκτά γεγονότα και το ενώπιόν μας υλικό, προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: Η Εργοδότρια Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται μεταξύ άλλων με τουριστικές εργασίες και κατά τον ουσιώδη χρόνο διαχειριζόταν το Ξενοδοχείο «Anastasia» (στο εξής: «το Ξενοδοχείο») που βρίσκεται στον Πρωταρά. Ο Αιτητής εργαζόταν στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση από την 5/2/
- Την 16/7/14 οι Καθ' ων η αίτηση παρέδωσαν στον Αιτητή επιστολή ημερ. 24/6/14, Τεκμήριο 2, με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Διά της παρούσης σας πληροφορούμε ότι η εργασία σας στο ξενοδοχεία Αναστασία τερματίζεται άμεσα λόγω σοβαρού παραπτώματος. Σας ευχαριστούμε για την μέχρι σήμερα συνεργασία.» Ο πρώτος μάρτυρας των Καθ' ων η αίτηση ήταν ο κ.Μιχαηλίδης, ο οποίος είναι ο Περιφερειακός Διευθυντής των Ξενοδοχείων των Καθ' ων η αίτηση στον Πρωταρά. Ο κ.Μιχαηλίδης, κατά την κυρίως εξέτασή του, ισχυρίστηκε ότι μεταξύ των καθηκόντων του είναι οι προσλήψεις, μετακινήσεις και χειρισμός προβλημάτων του προσωπικού, ότι την 26/6/14 ειδοποιήθηκε από τον Αιτητή να μεταβεί στο Ξενοδοχείο γιατί αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα, ότι όταν πήγε ο Αιτητής τον ενημέρωσε ότι δύο υπάλληλοι πέταξαν σκυλάκι σε κάδο συμπίεσης, ότι ειδοποιήθηκε η Αστυνομία, ότι το εν λόγω σκυλάκι ήταν αδέσποτο, γεμάτο ψύλλους και περιφερόταν στο ξενοδοχείο, ότι του έκαναν παράπονα οι πελάτες για την άθλια κατάσταση που βρισκόταν και ότι γι' αυτό έδωσε οδηγίες να το διώξουν από το Ξενοδοχείο. Περαιτέρω ο κ.Μιχαηλίδης ισχυρίστηκε ότι ζήτησε να μιλήσει με τους δύο υπάλληλους στην παρουσία του Αιτητή, ότι αυτοί του είπαν ότι ο Αιτητής τους έδωσε οδηγίες να το πετάξουν στο συμπιεστή, ότι αυτό ήταν λόγος άμεσης απόλυσης, ότι οι Καθ' ων η αίτηση έθεσαν τον Αιτητή σε διαθεσιμότητα και ανέμεναν το αποτέλεσμα των ερευνών της Αστυνομίας, ότι περί τα μέσα Ιουλίου ενημερώθηκαν ότι θα καταχωρείτο εναντίον του Αιτητή ποινική υπόθεση και ότι δόθηκε στον Αιτητή η επιστολή απόλυσης, Τεκμήριο
- Όπως ισχυρίστηκε ο κ.Μιχαηλίδης, το εν λόγω γεγονός πήρε μεγάλη διάσταση, έγιναν διαμαρτυρίες από φιλοζωικές οργανώσεις στην είσοδο του Ξενοδοχείου, έλαβαν δύο φορές τηλεφωνήματα για ύπαρξη βόμβας στο Ξενοδοχείο και έλαβαν απειλητικά τηλεφωνήματα. Τέλος, ο κ.Μιχαηλίδης κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο χειρισμός του Αιτητή δεν ήταν ο κατάλληλος, ότι όφειλε να δώσει οδηγίες για να ειδοποιηθούν οι αρμόδιες υπηρεσίες και να δοθεί η απαραίτητη φροντίδα στο σκύλο. Αντεξεταζόμενος ο κ.Μιχαηλίδης ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε κάτι περισσότερο για το συμβάν πέραν από τα όσα άκουσε από τον Αιτητή και τους δύο υπαλλήλους, ότι ο Αιτητής απολύθηκε περί τα μέσα Ιουλίου του 2014 ήτοι μετά την πληροφόρηση που είχαν από την Αστυνομία ότι θα λάμβαναν μέτρα εναντίον του Αιτητή, ότι ο Αιτητής τελικά αθωώθηκε από το Δικαστήριο και ότι ο ένας υπάλληλός τους καταδικάστηκε. Ο δεύτερος μάρτυρας των Καθ' ων η αίτηση ήταν ο κ.Σταυρινίδης, ο οποίος ήταν ο αρχιλογιστής τους. Ο κ.Σταυρινίδης ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι μεταξύ των καθηκόντων του ήταν η εύρυθμη λειτουργία του λογιστηρίου και η καταχώρηση στοιχείων σε σχέση με μισθοδοσία, ημερομηνίες πρόσληψης και απόλυσης. Ήταν η θέση του κ.Σταυρινίδη ότι ο Αιτητής τον Ιούνιο του 2014 ήταν ο Διευθυντής του Ξενοδοχείου, ότι κατά τον τερματισμό των υπηρεσιών του ο μηνιαίος βασικός μισθός ανερχόταν σε €1.708,60 και ότι του καταβάλλονταν μεταφορικά έξοδα τα οποία διαφοροποιούνταν ανά μήνα. Τέλος, ο κ.Σταυρινίδης κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ετοίμασε την επιστολή τερματισμού κατόπιν σχετικών οδηγιών στις 16/7/14, ότι ο λόγος που έβαλε ημερομηνία 24/6/14 ήταν επειδή εκείνη ήταν η ημέρα που τέθηκε ο Αιτητής σε διαθεσιμότητα και ότι αυτή δόθηκε στον Αιτητή την 16/7/
- Αντεξεταζόμενος ο κ.Σταυρινίδης ισχυρίστηκε ότι καταβάλλονταν κοινωνικές ασφαλίσεις μόνο στο βασικό μισθό, ότι σε σχέση με την απόλυση του Αιτητή γνωρίζει μόνο όσα διάβασε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ότι η διεύθυνση των Καθ' ων η αίτηση έλαβε την απόφαση για απόλυση του Αιτητή. Η τρίτη μάρτυρας των Καθ' ων η αίτηση ήταν η κ.Τσόκκου, η οποία είναι η Γενική Διευθύντρια των Καθ' ων η αίτηση. Η κ.Τσόκκου ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή της ότι ενημερώθηκε την 24/6/14 από τον κ.Μιχαηλίδη ότι κλήθηκε από τον Αιτητή να πάει στο Ξενοδοχείο για να τον ενημερώσει για το συμβάν με το σκυλάκι. Η κ.Τσόκκου ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η συμπεριφορά του Αιτητή αποτελούσε λόγο για άμεση απόλυση, ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα, ότι την 15/7/14 ενημερώθηκαν ότι θα καταχωρείτο εναντίον του Αιτητή ποινική υπόθεση και ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέλυσαν τον Αιτητή την 16/7/
- Ήταν περαιτέρω η θέση της κ.Τσόκκου ότι ο λόγος που η επιστολή απόλυσης φέρει ως ημερομηνία την 24/6/14 ήταν επειδή εκείνη την ημέρα ο Αιτητής τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Η κ.Τσόκκου ισχυρίστηκε επίσης ότι έγιναν δύο διαμαρτυρίες από φιλοζωικές οργανώσεις, αναμεταδόσεις σε εκπομπές στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, ότι τους καλούσαν δημοσιογράφοι, ότι έλαβαν δύο τηλεφωνήματα για βόμβα και τηλεφωνήματα που τους έβριζαν και τους απειλούσαν. Τέλος, η κ.Τσόκκου κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής με τον τρόπο που χειρίστηκε το θέμα εξέθεσε τους Καθ' ων η αίτηση και ότι η συμπεριφορά και η παρανομία που έκαμε ο Αιτητής τους προκάλεσε τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά. Αντεξεταζόμενη η κ.Τσόκκου ισχυρίστηκε ότι οι οδηγίες που έδωσε ο Αιτητής ήταν να πεταχτεί το σκυλάκι στο συμπιεστή, ότι αυτό της ανέφερε ο κ.Μιχαηλίδης, ότι οι δύο υπάλληλοι ερωτήθηκαν σχετικά στην παρουσία του Αιτητή και επιβεβαίωσαν ότι αυτές ήταν οι οδηγίες του Αιτητή, ότι οι Καθ' ων η αίτηση έθεσαν τον Αιτητή σε διαθεσιμότητα και ανέμεναν το πόρισμα της Αστυνομίας και ότι μόλις πληροφορήθηκαν ότι ο Αιτητής θα κατηγορείτο αποφάσισαν να τον απολύσουν. Η κ.Τσόκκου ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η ίδια δεν μίλησε με τον Αιτητή, ότι εάν καλείτο το καταφύγιο θα ερχόταν για να παραλάβει το σκυλάκι, ότι δεν γνώριζε εάν η ανακοίνωση Τεκμήριο 11 δόθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, ότι η ίδια δεν θυμόταν εάν πληροφορήθηκε για το ποια ήταν η στάση του Αιτητή όταν συναντήθηκε με τον κ.Μιχαηλίδη και ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο τελικά ο Αιτητής καταδικάστηκε. Επόμενος έδωσε μαρτυρία ο κ.Αντωνίου, ο οποίος είναι Ανώτερος Φοροθέτης στο Τμήμα Φορολογίας. Ο κ.Αντωνίου κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε τις φορολογικές δηλώσεις του Αιτητή για τα έτη 2012 - 2014 ως Τεκμήρια 14, 15 και 16 και ισχυρίστηκε ότι με τις φορολογικές δηλώσεις επισυνάπτεται πιστοποιητικό απολαβών το οποίο εκδίδει ο εργοδότης και αποστέλλεται κατάσταση υπαλλήλων στην οποία αναγράφονται οι απολαβές. Αντεξεταζόμενος ο κ.Αντωνίου ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής λόγω χαμηλών εισοδημάτων δεν υπόκειτο σε φόρο και ότι με βάση τον Νόμο τα οδοιπορικά φορολογούνται. Κατά την επανεξέτασή του ο κ.Αντωνίου ισχυρίστηκε ότι όσοι υποβάλλουν φορολογικές δηλώσεις έχουν καθήκον να αναφέρουν όλα τα εισοδήματά τους συμπεριλαμβανομένων των οδοιπορικών. Ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι αντιλήφθηκε για την ύπαρξη του σκύλου στους χώρους του Ξενοδοχείου μία εβδομάδα πριν το συμβάν, ότι αυτό περιφερόταν στους χώρους στάθμευσης και κήπου, ότι ήταν αδέσποτο, ότι του έδιναν τροφή κάποιοι πελάτες και ότι ο ίδιος έδωσε οδηγίες για να του δίνεται νερό και τροφή μέχρι να το παραλάβει ο ιδιοκτήτης του. Ήταν η θέση του Αιτητή ότι ενημέρωσε τον κ.Μιχαηλίδη για την ύπαρξη του αδέσποτου σκύλου, ότι του έδωσε οδηγίες για να το προστατέψουν μέχρι να έρθει ο ιδιοκτήτης του, ότι την ημέρα που έγινε το συμβάν είδε το σκυλάκι στην είσοδο του Ξενοδοχείου και ότι λίγο πριν το μεσημέρι πληροφορήθηκε ότι ένας Ρώσος πελάτης έκανε παράπονο γιατί ο σκύλος μπήκε στο ισόγειο δωμάτιό του. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είπε στον εν λόγω πελάτη ότι θα το διευθετούσε, ότι κάλεσε αμέσως το καταφύγιο ζώων στη Δερύνεια, ότι δεν απάντησαν στα 2 -3 τηλεφωνήματα που έκαμε, ότι ζήτησε από τον τεχνικό να μεταβεί στο δωμάτιο του πελάτη και να μεταφέρει τον σκύλο στο καταφύγιο ζώων και ότι ο εν λόγω τεχνικός τον διαβεβαίωσε ότι αυτό θα έκανε. Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μετά από μισή ώρα τον επισκέφθηκε ένας κύριος από διπλανή επιχείρηση και τον ενημέρωσε ότι οι τεχνικοί του Ξενοδοχείου έριξαν τον σκύλο στον συμπιεστή, ότι μετέβηκε αμέσως στον συμπιεστή, ότι ο σκύλος δεν ήταν εκεί εφόσον μεταφέρθηκε σε κλινική ζώων και ότι αμέσως ενημέρωσε σχετικά τον κ.Μιχαηλίδη. Στη συνέχεια ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι δύο τεχνικοί ενημέρωσαν τον κ.Μιχαηλίδη ότι οι οδηγίες του Αιτητή ήταν όπως μεταφέρουν τον σκύλο στο καταφύγιο, ότι οι ίδιοι δεν ακολούθησαν τις οδηγίες του, ότι απολογήθηκαν, ότι ο κ.Μιχαηλίδης του είπε να συνεχίσει τη δουλειά του και ότι πριν να σχολάσουν ο κ.Μιχαηλίδης του τηλεφώνησε και του είπε να πει στους τεχνικούς να μην έλθουν την επόμενη ημέρα δουλειά. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε επίσης ότι την επόμενη ημέρα πήγε κανονικά δουλειά, ότι έλαβε το βράδυ τηλεφώνημα από τον κ.Μιχαηλίδη ο οποίος του ζήτησε να μην πάει δουλειά την επόμενη ημέρα, ότι μετά από μία εβδομάδα επισκέφθηκε την κ.Τσόκκου για να ρωτήσει πότε θα επιστρέψει, ότι του ζήτησε να περιμένει ακόμη λίγο, ότι εισήλθε στο γραφείο η θυγατέρα της κ.Τσόκκου και του ζήτησε επιτακτικά και θυμωμένα να δώσει παραίτηση, ότι δεν έδωσε σημασία, ότι την 15/7/14 πήγε στο γραφείο της κ.Τσόκκου εφόσον είχε κληθεί, ότι του είπε ότι θα λάβει επιστολή από τον κ.Σταυρινίδη, ότι την 16/7/14 έλαβε την επιστολή απόλυσης, Τεκμήριο 2, ότι ζήτησε πληρωμή 13ου, 14ου και άδειας και ότι ενημερώθηκε ότι οι οδηγίες της κ.Τσόκκου ήταν να μην τα πληρωθεί. Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δύο ημέρες μετά η κ.Τσόκκου, ο κ.Τσόκκος και η κ.Χρ. Τσόκκου του τηλεφώνησαν για να πάει στην Αστυνομία να δώσει κατάθεση, ότι μετά κλήθηκε από την Αστυνομία, ότι την 26/7/14 έδωσε τελικά κατάθεση στην Αστυνομία, ότι προσάφθηκαν εναντίον του κατηγορίες την 10/10/14 και ότι εν τέλει αθωώθηκε. Σε σχέση με τις απολαβές του ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι λάμβανε περί τα €2.200 καθαρά, ότι λάμβανε οδοιπορικά, ότι ρώτησε τον κ.Σταυρινίδη γιατί στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις δηλωνόταν πιο χαμηλός μισθός και ότι ο τελευταίος του είπε ότι τα υπόλοιπα θα δηλώνονταν ως οδοιπορικά. Τέλος, ο Αιτητής κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι έχει σύζυγο και δύο παιδιά, ότι δηλώθηκε άνεργος και έκανε διάφορες αιτήσεις για δουλειά, ότι περί τα τέλη του 2014 βρήκε δουλειά στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ότι διακόπηκε η εν λόγω εργασία του τον Αύγουστο του 2015 και ότι τώρα είναι εκπαιδευτικός. Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι οι απολαβές του είναι ως οι φορολογικές του δηλώσεις, ότι του φάνηκε καλή η κατάσταση του σκύλου το πρωί πριν το συμβάν, ότι ο σκύλος είχε τσιπ, ότι το Ξενοδοχείο δεν δεχόταν κατοικίδια και ότι πληρώθηκε την αναλογία 13ου μισθού και τις οφειλόμενες άδειες περί τα τέλη του
- Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων. Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτουμένου και κατά συνέπεια απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 5 (ε) και (στ) του Νόμου: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι΄ οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσιν: (α) ............ (β) ............ (γ) ............ (δ) ............ (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως: Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμά του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμά του να απολύση τον εργοδοτούμενον· (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ΄ όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένεται όπως συνεχισθή· (ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του· (iii) διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντός του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότου του· (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του· (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Για να κριθεί η νομιμότητα της απόλυσης του Αιτητή, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων (ε) και (στ) του άρθρου 5 του Νόμου. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτούμενου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για το συγκεκριμένο λόγο βάσει των ενώπιόν του στοιχείων. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη, ως λέχθηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1478, Kynigos Hotels Ltd v. Χρίστου
(2004)1Α Α.Α.Δ. 665 και Galatariotis Telecommunications Ltd v. Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318).[1] Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Εφ. 103/12, ημερ. 7/7/17, τα οποία παραθέτουμε: «Επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς το ερώτημα αφορά το εύλογο της απόφασης των εφεσιβλήτων να τερματίσουν την εργοδότηση του εφεσείοντα, έχοντας το βάρος να αποδείξουν, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι ενήργησαν υπό τις περιστάσεις ως λογικός εργοδότης (Κακοφεγγίτου, ανωτέρω). Το εύλογο της συμπεριφοράς ενός εργοδότη κρίνεται εξ αντικειμένου με μέτρο το «λογικό εργοδότη». Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα απέλυε, υπό τέτοιες περιστάσεις, τον εργαζόμενο, τότε πρόκειται για αδικαιολόγητη απόλυση. Εάν όμως ένας λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει, τότε η απόλυση είναι δικαιολογημένη, όπως ετέθη από τον Lord Denning Μ.R. στην British Leyland (UK) Ltd v. Swing
(1981)1 RLR 91, 93 και υιοθετήθηκε στην L. Papaphilippou, ανωτέρω.» Στην υπόθεση Pattikis a.a. v. The Municipal Committee of Nicosia
(1988)1 C.L.R. 103 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης, δίδει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Η εργασιακή σχέση είναι σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και ο τερματισμός της δικαιολογείται όταν η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν τέτοια που κλόνισε τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου ώστε να καθίσταται για τον εργοδότη αδύνατη η συνέχισή της. Για τη διατήρηση του κλίματος αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργοδοτούμενο, ο δεύτερος έχει την υποχρέωση να τηρεί καλόπιστη συμπεριφορά και οφείλει να επιδεικνύει την πρέπουσα διαγωγή και σεβασμό προς τη διεύθυνση και την προσωπικότητα του εργοδότη και των προϊσταμένων του και οφείλει να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα μπορούσε να επηρεάσει το κύρος και να προσβάλει την προσωπικότητα του εργοδότη του.[2] Καμία διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησής του από τον εργοδότη του κατ' εφαρμογή και του άρθρου 5 του Νόμου. (Βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 A.A.Δ. 919, 935). Στην υπόθεση Κυπριανού & Σία ν. Πετρίδη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 607 αναφέρθηκε ότι δεν είναι αρκετή η υποψία τέλεσης μιας πράξης αλλά απαιτείται ταυτόχρονα και η ύπαρξη συγκεκριμένης διαγωγής που να δικαιολογεί τερματισμό. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Kynigos Hotels Ltd v. Χρίστου (ανωτέρω) όπου λέχθηκε ότι ένα μεμονωμένο περιστατικό δεν δικαιολογεί άμεσο τερματισμό, αφού συνεπεία αυτού ο εργοδοτούμενος χάνει τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Όπως προκύπτει και από την υπόθεση Constantinidou v. F. W. Woolworth & Co. (Cyprus) Ltd
(1980)1 C.L.R. 302 ένα μεμονωμένο επεισόδιο για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις. Στην υπόθεση Pattikis a.a. v. The Municipal Committee of Nicosia (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η σημασία της εργασίας στη ζωή του ανθρώπου έχει αναγνωριστεί ως πολύ σημαντική για την ευημερία του ίδιου του ανθρώπου. Από την απόφαση Kanika Developments Ltd v. Λουκά
(2004)1Α Α.Α.Δ. 603, αναδύεται το γεγονός ότι η απόλυση πρέπει να είναι το έσχατο μέτρο στο οποίο μπορεί να καταλήξει ο εργοδότης, το οποίο πρέπει να ασκείται με φειδώ. Το ερώτημα που πρέπει να τίθεται είναι κατά πόσον ήταν λογικό ο εργοδοτούμενος να έχανε τη δουλειά του, ίσως και τη σταδιοδρομία του. Για την απάντηση του εν λόγω ερωτήματος θα πρέπει να σταθμίζονται από τη μία η επιλήψιμη συμπεριφορά του εργαζομένου, το εργασιακό περιβάλλον, η σταδιοδρομία, τα προτερήματα και οι αδυναμίες του εργαζομένου και από την άλλη οι ανάγκες του εργοδότη. Στη σελ. 607 λέχθηκε: «Πρέπει πάντως να λαμβάνει κανείς πάντοτε υπόψη και το ότι ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος, με τον οποίο ρυθμίζονται αυτές οι σχέσεις, είναι νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου που αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας, δικαίωμα που αποτελεί σημαντική σύγχρονη κατάκτηση.» Η αγγλική νομολογία αναγνωρίζει ότι ο εργαζόμενος συνήθως δεν απολύεται για την πρώτη πειθαρχική παράβαση και αυτό προκύπτει και μέσα από τα λεχθέντα του Lord Denning στην απόφαση Retarded Children's Aid Society v Day [1978] ICR 437 όπου αναφέρθηκε ότι: «good sense and reasonable that in the ordinary way for a first offence you should not dismiss a man on the instant without any warning or giving him a further chance». Όπως αναφέρεται σε σωρεία αποφάσεων, δεν υπάρχει κανόνας ο οποίος να καθορίζει το βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων ώστε να αποφασίζει κατά πόσο η συγκεκριμένη συμπεριφορά ήταν τόσο σοβαρή και στο βαθμό που θα δικαιολογείτο απόλυση. Το Δικαστήριο οφείλει επίσης να λάβει υπόψη του όλες τις συνθήκες που περιβάλλουν την εργατική διαφορά καθώς επίσης και την προηγούμενη υπηρεσία και συμπεριφορά των μερών. Προτού ο εργοδότης καταλήξει στην τελική του απόφαση θα πρέπει να λάβει υπόψη του όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν στο πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου. Τέτοιες περιστάσεις, μεταξύ άλλων, είναι για παράδειγμα η προηγούμενη συμπεριφορά του εργοδοτούμενου, η ευδόκιμη υπηρεσία του, τυχόν εξήγηση που έδωσε για τη συμπεριφορά, τις πράξεις ή παραλείψεις του, τυχόν πρόθεσή του για τέλεση συγκεκριμένης πράξης ή παράλειψη και το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο εργοδοτούμενος έχει κάθε δικαίωμα να λάβει γνώση των στοιχείων που θεμελιώνουν τους λόγους απόλυσης. Ως απόρροια βασικών αρχών του εργατικού δικαίου επισημαίνουμε ότι ο λόγος απόλυσης καθώς και η λογικότητα της απόλυσης εργοδοτουμένου κρίνεται και περιορίζεται στη βάση των τιθέμενων ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχείων, επί των οποίων ο εργοδότης στήριξε κατά τον ουσιώδη χρόνο την απόφασή του. Οποιαδήποτε νέα στοιχεία περιήλθαν εκ των υστέρων σε γνώση του εργοδότη και δεν είχε ενώπιόν του κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση ή οποιαδήποτε γεγονότα ακολούθησαν την απόλυση δεν μπορούν να κρίνουν το νόμιμο ή μη της απόλυσης, όσο σοβαρά και αν φαίνονται. Η κρίση λοιπόν του Δικαστηρίου θα πρέπει να βασιστεί στα στοιχεία που είχε ο εργοδότης κατά το χρόνο λήψης της απόφασης για απόλυση του εργοδοτούμενου. Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου ένας εργοδότης οφείλει να ασκήσει τυχόν δικαίωμά του να απολύσει ένα εργοδοτούμενο εντός λογικού χρόνου από του γεγονότος που του παρέσχε το δικαίωμα. Νομολογιακά, η παράλειψη του εργοδότη να ασκήσει τυχόν δικαίωμά του να απολύσει εργοδοτούμενο για ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα θεωρείται ως εγκατάλειψη του εν λόγω δικαιώματος. Στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1000, αποφασίστηκε ότι ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ' ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19/5/98) ορθά κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσει λόγο απόλυσης του στις 5/10/98 εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Κυπριανού & Σία ν. Πετρίδη (ανωτέρω). Επιπλέον στην υπόθεση L´UNION NATIONALE (Tourism & Sea Resorts) Limited v. Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117, κρίθηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη απρεπούς συμπεριφοράς από τον εργοδοτούμενο μέχρι την απόλυσή του ήταν πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τους εργοδότες το δικαίωμα απόλυσης. Καμία απόλυση δεν μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη για παρελθόντες λόγους, έστω και σοβαρούς, εκτός εάν ο λόγος που επέφερε τη ρήξη της εργασιακής σχέσης είναι από μόνος του τόσο σοβαρός που να μπορεί να δικαιολογήσει απόλυση, ή εάν νέο παράπτωμα επιβεβαιώνει συγκεκριμένη συστηματική συμπεριφορά του εργοδοτουμένου μετά που δόθηκαν σοβαρές προειδοποιήσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, εργαζόμενοι οι οποίοι υπέπεσαν σε παραπτώματα στο παρελθόν, θα κινδύνευαν ες αεί να απολυθούν για παρελθόντες λόγους με αποτέλεσμα να παρατείνεται επ' αόριστον η αβεβαιότητα σε σχέση με την παραμονή τους στην εργασία τους. Η νομολογία, δεν παραλείπει να επισημαίνει ότι οι κυριότερες υποχρεώσεις του συνετού εργοδότη κατά την άσκηση του δικαιώματος της απόλυσης, συνδέονται με την τήρηση μιας σωστής διαδικασίας, όπου υπάρχει πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων του εργαζομένου προτού ληφθεί η απόφαση για απόλυσή του. Το δικαίωμα ακρόασης στον εργοδοτούμενο παρέχεται κυρίως για να δοθεί σε αυτόν η δυνατότητα να ανατρέψει τους λόγους για τους οποίους ο εργοδότης βασίστηκε για να λάβει την απόφαση για απόλυση. Περαιτέρω η άμεση επαφή εργοδότη-εργοδοτούμενου μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση του κλίματος εμπιστοσύνης που για κάποιο λόγο διαταράχθηκε και έτσι να αποφευχθεί η λήψη του μέτρου της απόλυσης. Το εν λόγω δικαίωμα του εργοδοτούμενου δεν είναι απόλυτο, αφού στις περιπτώσεις όπου τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή ομολογούνται από τον εργοδοτούμενο η εν λόγω συζήτηση μπορεί να παραλειφθεί εφόσον δεν θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα. (Βλ. υπόθεση L. Papaphilippou & Co v. Λουκά
(2014)1B A.A.Δ. 1193. Το άρθρο 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμου του 1985, Ν.45/85, έχει ως εξής: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν πρέπει να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με τη συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Καθώς αναφέρθηκε στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (ανωτέρω): «Στη διαπίστωση του ευλόγου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7 καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία.» Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι η τήρηση της σωστής διαδικασίας αποβλέπει ταυτόχρονα και στην προστασία του δικαιώματος εργασίας του εργαζομένου. Τούτο συμβαδίζει και με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Kanika Developments Ltd v. Λουκά (ανωτέρω). Επίσης, στην υπόθεση L´UNION NATIONAL (Tourist & Sea Resorts) Limited v. Χουλιώτη
(2015)1Β Α.Α.Δ. 1874 αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο εργοδότης πρέπει να δώσει στον εργδοδοτούμενο την «ευκαιρία να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή». Τίθεται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο η ενέργεια της Εργοδότριας Εταιρείας να προβεί στον άμεσο τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή την 16/7/14 είναι νόμιμη και δικαιολογημένη. Καθοδηγούμενο λοιπόν το Δικαστήριο από το Νόμο και τη νομολογία, στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο, ο Αιτητής επέδειξε τέτοια διαγωγή ώστε να καθιστά τον εαυτό του υποκείμενο σε απόλυση και ότι η σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου δεν μπορούσε να συνεχιστεί και σε περίπτωση απόδειξης τέτοιας διαγωγής το κατά πόσο η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν επίσης εύλογη. (Βλ. Κακοφεγγίτου v. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ (ανωτέρω)). Αρχικά θα πρέπει να αναφέρουμε ότι παρατηρούμε διάσταση στο δικόγραφο των Καθ' ων η αίτηση και στην προσκομισθείσα από αυτούς μαρτυρία. Συγκεκριμένα, στο δικόγραφο των Καθ' ων η αίτηση αναφέρεται ότι το συμβάν με το σκυλάκι έγινε «εν γνώση και με την συγκατάθεση του Αιτητή» ενώ κατά την ενώπιόν μας μαρτυρία των Καθ' ων η αίτηση αναφέρθηκε ότι ο Αιτητής ήταν που έδωσε οδηγίες για να πεταχτεί το σκυλάκι στο συμπιεστή. Επίσης, ενώ στο δικόγραφο των Καθ' ων η αίτηση αναφέρεται ότι «ο τελευταίος μισθός του Αιτητή ανέρχετο σε 2221 ευρώ μηνιαίως», ο κ.Σταυρινίδης κατά την ενώπιόν μας μαρτυρία του ισχυρίστηκε διαφορετικά. Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Μιχαηλίδη, παρατηρούμε ότι ενώ στην επιστολή απόλυσης, Τεκμήριο 2 αναφέρεται ότι ο Αιτητής απολύθηκε άμεσα, ο κ.Μιχαηλίδης κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν απολύθηκε άμεσα εφόσον περίμεναν το πόρισμα της Αστυνομίας. Επίσης, σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Μιχαηλίδη παρατηρούμε ότι ενώ ήταν γενικά η θέση του ότι ο Αιτητής απολύθηκε τον Ιούλιο, σε ερώτηση κατά την αντεξέτασή του κατά πόσο η ημερομηνία που αναγράφεται στο Τεκμήριο 2 είναι σωστή απάντησε ότι δεν μπορεί να το γνωρίζει αυτό. Πέραν από τη διάσταση στη μαρτυρία του κ.Σταυρινίδη με το δικόγραφο σε σχέση με τις απολαβές του Αιτητή, όπως αναφέρουμε ανωτέρω, παρατηρούμε ότι ο κ.Σταυρινίδης ισχυρίστηκε αρχικά αντεξεταζόμενος ότι τύπωσε τα έγγραφα που κατέθεσε ως Τεκμήρια μετά που προχώρησε δικαστικώς η υπόθεση, αλλά σε άλλο στάδιο της αντεξέτασής του όταν ερωτήθηκε γιατί η κατάσταση μισθοδοσίας του Αιτητή που κατέθεσε για τον Νοέμβριο του 2012, Τεκμήριο 5, είναι διαφορετική από την κατάσταση που έχει ο Αιτητής για τον ίδιο μήνα, Τεκμήριο 6, ισχυρίστηκε ότι «τώρα» τα τύπωσε. Επίσης, παρατηρούμε ότι ο κ.Σταυρινίδης δεν έδωσε καμία εξήγηση για την ύπαρξη δύο διαφορετικών καταστάσεων μισθοδοσίας για τον Νοέμβριο του
- Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ.Αντωνίου παρατηρούμε ότι αυτή περιορίστηκε στην κατάθεση των φορολογικών δηλώσεων του Αιτητή. Δεν μπορούμε να δεχτούμε τον ισχυρισμό του κ.Μιχαηλίδη και της κ.Τσόκκου ότι γνώριζαν ότι ο Αιτητής έδωσε οδηγίες για να ριχτεί ο σκύλος στον συμπιεστή από την 24/6/14 επειδή τα δύο άτομα που έριξαν τον σκύλο στον συμπιεστή ανέφεραν στην παρουσία του κ.Μιχαηλίδη και του Αιτητή ότι ο τελευταίος τους έδωσε τις σχετικές οδηγίες. Από δημοσίευμα εφημερίδας ημερ. 27/6/14, Τεκμήριο 11, προκύπτει ότι η Εργοδότρια Εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία ανέφερε ότι «Ο διευθυντής του ξενοδοχείου έδωσε άμεσα οδηγίες σε δύο υπαλλήλους του ξενοδοχείου να μεταφέρουν το αδέσποτο σκυλάκι σε καταφύγιο, προκειμένου να τύχει της δέουσας περίθαλψης . Οι δύο εργαζόμενοι δεν ακολούθησαν τις οδηγίες του διευθυντή του ξενοδοχείου και προέβησαν σε πράξη απάνθρωπη, ανεπίτρεπτη και καταδικαστέα .». Επίσης, την 1/7/14 σε επιστολή του Τμήματος «Sales & Marketing» των Καθ' ων η αίτηση, Τεκμήριο 12, αναφέρεται ότι «The hotel manager immediately after these complaints, gave instructions to two hotel employees to take the puppy to a local shelter in order to obtain appropriate care. In addition the manager has informed the relevant authorities to address the issue. Unfortunately, the two employees did not follow the instructions of the hotel manager and proceed to an inhuman act». Επίσης, δεν δεχόμαστε τη μαρτυρία τόσο του κ.Μιχαηλίδη, όσο και του κ.Σταυρινίδη και της κ.Τσόκκου σε σχέση με το πότε τέθηκε ο Αιτητής σε διαθεσιμότητα. Παρόλο που και οι τρεις μάρτυρες κατέθεσαν ότι ο Αιτητής τέθηκε σε διαθεσιμότητα την 24/6/14, από τις μηνιαίες καταστάσεις μισθοδοσίας που κατέθεσαν οι Καθ' ων η αίτηση, Τεκμήριο 4, προκύπτει ότι ο Αιτητής τον Ιούνιο του 2014 εργάστηκε 25 ημέρες και όχι
- Συνεπώς δεχόμαστε τη σχετική θέση του Αιτητή, ότι δηλαδή εργάστηκε κανονικά και την επόμενη ημέρα, η οποία συνάδει και είναι σε αρμονία με το εν λόγω Τεκμήριο. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Αιτητή παρατηρούμε ότι δεν εντοπίζουμε σε αυτήν ουσιαστικές αντιφάσεις. Γενικά, η μαρτυρία του Αιτητή μας φάνηκε θετική, φυσική, ειλικρινής και συνάδει με τα κατατεθέντα τεκμήρια και την αποδεχόμαστε. Η θέση του Αιτητή ότι δούλεψε την 25/6/14 και μετά τέθηκε σε διαθεσιμότητα συνάδει με το Τεκμήριο 4, όπως αναφέρουμε ανωτέρω. Παρατηρούμε όμως ότι ενώ η θέση του Αιτητή κατά την ενώπιόν μας μαρτυρία του ήταν ότι ο σκύλος δεν βρισκόταν στον συμπιεστή όταν ο ίδιος μετέβηκε εκεί, στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία την 26/6/14, Τεκμήριο 19, ανέφερε ότι είδε τον σκύλο όταν μετέβηκε στον κάδο και ότι τηλεφώνησε σε κτηνιατρική κλινική. Με βάση τα πιο πάνω θεωρούμε ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι ότι την 24/6/14 ο Αιτητής ανέφερε στον κ.Μιχαηλίδη ότι οι δύο τεχνικοί αντί να μεταφέρουν σε άλλο προορισμό τον σκύλο τον έριξαν στον κάδο συμπίεσης, ότι τα εν λόγω άτομα απολύθηκαν την ίδια ημέρα, ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν θεώρησαν ότι ο Αιτητής ήταν που τους έδωσε οδηγίες, ότι την 25/6/14 ο Αιτητής εργάστηκε μέχρι αργά το απόγευμα που τον ενημέρωσαν ότι τίθεται σε διαθεσιμότητα, ότι έκτοτε οι Καθ' ων η αίτηση δεν έκαμαν οποιαδήποτε άλλη έρευνα, ότι μόλις πληροφορήθηκαν ότι η Αστυνομία θεώρησε, ως αναφέρεται και στο Τεκμήριο 10, ότι «εμπλεκόμενοι φέρονται ο διευθυντής του Ξενοδοχείου και δυο υπάλληλοι» αποφάσισαν να απολύσουν άμεσα τον Αιτητή και ότι την 16/7/14 έδωσαν επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών του Αιτητή ημερ. 24/6/14, Τεκμήριο
- Συνεπώς, θεωρούμε ότι ο λόγος απόλυσης του Αιτητή ήταν το γεγονός ότι η Αστυνομία έκρινε ότι ο Αιτητής ήταν ένα από τα τρία άτομα που φέρονταν ως εμπλεκόμενοι. Όπως αναφέρει ο Duggan[3] στο σύγγραμμά του: «The Courts have made it clear that mere fact that the employee has been charged with a criminal offence will not justify the employer in concluding that the offence has been committed. Indeed this approach has been described as a 'very dangerous doctrine' (Scottish Special Housing Association v Cooke [1979] IRLR 264). As with other offences, the employer must carry out a proper investigation to decide whether or not the employee is guilty of misconduct». Στην πιο πάνω αναφερόμενη αγγλική υπόθεση Scottish Special Housing Association v Cooke το Δικαστήριο (Employment Appeal Tribunal) ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά: «We have no hesitation in stating that the mere fact of a charge of theft being preferred, standing by itself and without any further information available to the employer, is not sufficient to constitute reasonable grounds». Όπως αναφέρουμε ανωτέρω, οι Καθ' ων η αίτηση, μετά τη δική τους έρευνα δεν έκριναν ότι υπήρχαν λόγοι για απόλυση του Αιτητή, τον άφησαν να εργαστεί για ακόμη μία ημέρα, προχώρησαν στη συνέχεια και τον έθεσαν σε διαθεσιμότητα, εξέδιδαν όμως ανακοινώσεις στις οποίες ανέφεραν ότι ο Αιτητής έδωσε οδηγίες τους υπαλλήλους όπως μεταφέρουν τον σκύλο σε καταφύγιο και προχώρησαν και τον απέλυσαν μόλις πληροφορήθηκαν ότι η Αστυνομία τον θεωρούσε ως εμπλεκόμενο, χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη έρευνα και χωρίς να τον ακούσουν. Το γεγονός ότι η Αστυνομία θεώρησε τον Αιτητή να φέρεται ως εμπλεκόμενος στο εν λόγω συμβάν από μόνο του δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει λόγο για νόμιμο τερματισμό των υπηρεσιών του Αιτητή. Πέραν από αυτό, το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση μετά που έλαβαν την απόφαση για απόλυση του Αιτητή δεν τον άκουσαν και τον απέλυσαν χωρίς να του δώσουν δικαίωμα ακρόασης κάνει για ακόμη ένα λόγο την απόλυσή του Αιτητή καταχρηστική. Η απόλυση του Αιτητή θα ήταν καταχρηστική ακόμη και εάν δεχόμασταν τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής απολύθηκε για τα όσα του καταλόγισαν ότι έκανε την 24/6/14 εφόσον θα παρατηρείτο καθυστέρηση στη λήψη της απόφασης για απόλυση του από τα γεγονότα που η ίδια η Εργοδότρια Εταιρεία θεωρεί ότι της έδιδαν αυτό το δικαίωμα. Συγκεκριμένα από την 24/6/14 που οι Καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Αιτητής έδωσε οδηγίες για μεταφορά του σκύλου στον συμπιεστή μέχρι την 16/7/12 που απολύθηκε ο Αιτητής πέρασε διάστημα μεγαλύτερο των τριών εβδομάδων, χρόνος ο οποίος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί υπό τις περιστάσεις και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος απόλυσης, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη το ότι η Εργοδότρια Εταιρεία δεν διεξήγαγε κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα οποιαδήποτε έρευνα. Συνακόλουθα, για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατάφεραν να αποδείξουν τους λόγους που επικαλούνται για την απόλυση του Αιτητή τόσο με τους γενικούς λόγους εμφάνισης όσο και με τη μαρτυρία τους. Ομόφωνα λοιπόν, υπό το φως όλων των πιο πάνω ευρημάτων και συμπερασμάτων μας, καταλήγουμε ότι ο εργοδότης δεν ενήργησε ως λογικός εργοδότης και ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης που τους βαρύνει και κατ' επέκταση δεν κατάφεραν να αποδείξουν οποιοδήποτε λόγο που με βάση το άρθρο 5(ε) και (στ) του Νόμου θα δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτουμένου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία για το επιδικασθησόμενο ποσό. Κατά τον υπολογισμό όμως του επιδικασθησομένου τούτου ποσού το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δέον να λάβει υπόψη του, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: (α) Τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτουμένου˙ (β) την διάρκειαν της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου˙ (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου˙ (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου˙ (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου. Στην υπόθεση Εκδοτικός Οίκος Δίας Δημόσια Λτδ ν. Παπαχριστοδούλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 625, στη σελ. 630, τονίστηκε ότι: «Σύμφωνα με τον πρώτο πίνακα του Ν.24/67, όπως έχει τροποποιηθεί, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει απόλυτη διακριτική εξουσία να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό κρίνει πρέπον (βλέπε επίσης Demades Auto Supplies (Limassol) Ltd v. Ιωαννίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 228) όπου επιβεβαιώθηκε ότι η εξουσία του πρωτόδικου δικαστηρίου να καθορίζει το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης είναι απόλυτη. Δεν είναι έργο του Ανωτάτου Δικαστηρίου να εκτιμήσει τα δεδομένα για να καταλήξει το ίδιο στο ύψος της αποζημίωσης που δικαιολογείται να επιδικαστεί.» Τα πιο πάνω επαναλήφθησαν στην υπόθεση Touchstone Technologies Ltd v. Μαυρομάτη
(2014)1B A.A.Δ. 1829. Περαιτέρω, στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Ηλία
(1992)1 Α.Α.Δ. 98, 105, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4 (δ) του Πίνακα.» Ευθύς εξαρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ποσό της αποζημίωσης που θα επιδικάσει κρίνεται με βάση τα ενώπιόν του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογα συμπεράσματα. Σημειώνουμε ότι η αποζημίωση δεν μπορεί ούτε να υπερβεί τα ημερομίσθια δύο ετών (παράγραφος 3 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε) και ούτε να είναι μικρότερη του ποσού που θα ελάμβανε ο εργοδοτούμενος αν είχε κηρυχθεί ως πλεονάζων (παράγραφος 2 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε). Από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Αιτητής εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ΄ ων η αίτηση για 7 συναπτά έτη. Ο μισθός του Αιτητή ήταν ως η δικογραφημένη θέση των Καθ' ων η αίτηση €2.221 μηνιαίως, θέση η οποία συνάδει με τις μηνιαίες καταστάσεις πληρωμών. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο Αιτητής λάμβανε 13ο και 14ο μισθό. Συνεπώς, οι τελευταίες εβδομαδιαίες απολαβές του Αιτητή για σκοπούς του Νόμου ανέρχοντο σε €568,
- Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλους τους παράγοντες που απαριθμούνται στην παράγραφο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, για τους οποίους έχουμε ενώπιόν μας αξιόπιστη μαρτυρία ήτοι, μεταξύ άλλων, τις απολαβές που λάμβανε ο Αιτητής, τη διάρκεια της υπηρεσίας του που είναι παραδεκτή, αλλά χωρίς να έχουμε οτιδήποτε υπόψη μας σε σχέση με τυχόν απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας του, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε ως αποζημίωση το ποσό των €8,804.93 που αντιστοιχεί με τις απολαβές 15 ½ εβδομάδων. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται πληρωμή αντί προειδοποίηση που αντιστοιχεί με απολαβές 8 εβδομάδων, ήτοι ποσό €4.544.
- Δικαίωμα σε προειδοποίηση παρέχεται και από το άρθρο 11 του περί της Συμβάσεως Περί του Τερματισμού της Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμος του
- Ο Αιτητής απέσυρε τις αξιώσεις τους σε σχέση με πληρωμή μισθού, 13ου και 14ου μισθού καθώς και για πληρωμή αδειών, οι οποίες απορρίπτονται. Εκδίδεται επομένως ομόφωνα απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των €13.349,41 πλέον νόμιμο τόκο. Περαιτέρω επιδικάζονται έξοδα €2.000 πλέον Φ.Π.Α. υπέρ του Αιτητή και εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση. (Υπ.) ................ Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής. (Υπ.) ............................................... (Υπ.) .................................................. Γ. Μιχαηλίδης, Μέλος Ν. Κυριάκου, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ο Lord Donaldson στην αγγλική υπόθεση Piggot Bros & Co Ltd v Jackson [1991] IRLR 309, στις σελ. 310-311, ανέφερε: «In deciding whether the employer has acted reasonably or unreasonably in treating the employee´s conduct, an [employment] tribunal will have to consider what alternative courses of action where open to the employer -should he, for example, not have dismissed at all or should he have taken further steps to persuade the employee to desist from such conduct and only have dismissed if that proved ineffective». [2] Ι. Κουκιάδης , Εργατικό Δίκαιο, Γ' έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2005, σελ. 562-
- [3] Michael Duggan, Unfair Dismissal, Law, Practice & Guidance, 1999, σελ.
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο