Ν. Σ. ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, Αρ. Αίτηση: 409/19, 29/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστή. Ι. Νεοφύτου ) Χ. Κυλίλη ) Μελών. Αρ. Αίτηση: 409/19 Μεταξύ: Ν. Σ. Αιτήτριας και Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Καθ΄ ης η Αίτηση Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Παναγιώτου Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κα. Καλαϊτζάκη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με τους γενικούς λόγους της αίτησης εργατικής διαφοράς, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης η Αίτηση από τον Μάιο του 2019 καταβάλλει τις απολαβές της με βάση χαμηλότερο ωρομίσθιο από αυτό που προβλέπεται στη Συμφωνία για Ανανέωση της Συλλογικής Σύμβασης η οποία υπεγράφη την 25/4/19 και ότι το ίδιο ισχύει και για τις αναδρομικές πληρωμές για τους μήνες Ιανουάριο μέχρι Απρίλιο του 2019 και ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Καθ' ης η αίτηση να της καταβάλει τη διαφορά και που να την τοποθετεί στη συμφωνημένη κλίμακα μισθοδοσίας όπως αυτή προκύπτει από την πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία. Η Καθ' ης η Αίτηση (στο εξής «η Αρχή») εγείρει προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της διαφοράς. Με το δικόγραφό της η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται ότι απέδωσε στην Αιτήτρια τα όσα δικαιούτο υπολογιζόμενα με βάση τη συλλογική σύμβαση ημερ. 25/4/19 και τον περί Μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου, Ν. 129(I)/2011 (στο εξής: «ο Νόμος») και ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ της. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία από τις δύο πλευρές οι οποίες και περιορίστηκαν στη δήλωση των ακόλουθων παραδεκτών γεγονότων: 1 Η Καθ' ης η Αίτηση είναι Οργανισμός που εγκαθιδρύθηκε και λειτουργεί με βάση τον περί Υπηρεσίας Τηλεπικοινωνιών Νόμο (Κεφ.302, όπως τροποποιήθηκε). Η Καθ΄ ης η Αίτηση αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου που διέπεται από τον περί της Δημοσιονομικής Ευθύνης και του Δημοσιονομικού Πλαισίου Νόμο του 2014 (Ν. 20(I)/2014).
- Η απρόσκοπτη λειτουργία του μόνιμου προσωπικού της Καθ' ης η Αίτηση ρυθμίζεται από τον περί των Οργανισμών Δημοσίου Δικαίου (Ρύθμισης Θεμάτων Προσωπικού) Νόμο του 1970 (Ν. 61/1970), τους περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικούς Κανονισμούς του 1982 ως αυτοί έχουν τροποποιηθεί (Κ.Δ.Π. 220/1982) και τον περί Διορισμού στην Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Υπαλλήλων που Υπηρετούν επί Συμβάσει Νόμο του 1997 (Ν. 44(I)/1997).
- Κατά πάντα ουσιώδη με τις επίδικες αιτήσεις χρόνο, η Καθ' ης η Αίτηση απασχολούσε προσωπικό που εργαζόταν και λάμβανε αμοιβή στη βάση συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου και το οποίο ονομαζόταν ως ωρομίσθιο προσωπικό. Η Αιτήτρια απασχολείτο στην Καθ΄ ης η Αίτηση ως ωρομίσθιο προσωπικό στην κατηγορία Βοηθού Τηλεξυπηρέτησης.
- Κατά πάντα ουσιώδη με τις επίδικες αιτήσεις χρόνο, το ωρομίσθιο προσωπικό, στο οποίο περιλαμβάνετο και η Αιτήτρια ως Βοηθός Τηλεξυπηρέτησης, διαχωριζόταν στις πιο κάτω κατηγορίες: 4.
- Βοηθός Καταστήματος 4.
- Βοηθός Τηλεξυπηρέτησης 4.
- Κλητήρας 4.
- Εργάτης (με ρόλο φακελλωτή) 4.
- Εργατοτεχνίτης (με ρόλο αναρριχητή) 4.
- Εργατοτεχνίτης (Βοηθός Τεχνικής Εργασίας) 4.
- Καθαριστής 4.
- Κηπουρός
- Κατά την 25/04/2019 η Καθ' ης η Αίτηση υπέγραψε με τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις ΕΠΟΕΤ (ΟΗΟ - ΣΕΚ), ΠΑΣΕ - ΑΤΗΚ, ΣΗΔΗΚΕΚ (ΠΕΟ) και ΑΣΕΤ - Cyta τη Συλλογική Σύμβαση με τίτλο «Συμφωνία για Ανανέωση της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Ωρομίσθιου Προσωπικού». Με βάση την εν λόγω Συμφωνία, συμφωνήθηκε όπως για τη μισθοδοσία του ωρομίσθιου προσωπικού εφαρμοστούν οι τρεις πίνακες που επισυνάπτονταν σε αυτήν. Αντίγραφο της εν λόγω Συλλογικής Σύμβασης κατατέθηκε ως Παράρτημα 1 του Τεκμηρίου
- Ειδικότερα, οι τρείς πίνακες ήταν οι ακόλουθοι: 6.1.
- Πρώτος Πίνακας με τίτλο «Κλίμακες Μισθοδοσίας Ωρομίσθιου Προσωπικού - Προσαύξηση κάθε χρόνο - προσλήψεις μέχρι 31/12/2012 (περιλ. ΑΤΑ 1/1/2019)» και αφορούσε το ωρομίσθιο προσωπικό που είχε προσληφθεί στην Καθ' ης η Αίτηση μέχρι την 31/12/
- 6.1.
- Δεύτερος Πίνακας με τίτλο «Κλίμακες Μισθοδοσίας Ωρομίσθιου Προσωπικού - 1 παγοποίηση - προσλήψεις 1/1/2013 - 31/12/2018 (περιλ. ΑΤΑ 1/1/2019)» και αφορούσε το ωρομίσθιο προσωπικό που είχε προσληφθεί στην Καθ' ης η Αίτηση από την 01/01/2013 μέχρι την 31/12/
- 6.1.
- Τρίτος Πίνακας με τίτλο «Κλίμακες Μισθοδοσίας Ωρομίσθιου Προσωπικού - 2 παγοποιήσεις - προσλήψεις από 1/1/2019 + (περιλ. ΑΤΑ 1/1/2019)» και αφορούσε το ωρομίσθιο προσωπικό που θα προσλαμβανόταν στη βάση προκήρυξης που είχε δημοσιευτεί πριν τις 25/04/2019 και το ωρομίσθιο προσωπικό που θα προσλαμβανόταν στη βάση προκήρυξης που θα δημοσιευόταν μετά τις 25/04/
- Με βάση το Παράρτημα 1 του Τεκμηρίου 2 η αμοιβή που θα καταβαλλόταν στο ωρομίσθιο προσωπικό από την Καθ' ης η Αίτηση ως αντάλλαγμα των υπηρεσιών τους θα υπολογιζόταν σύμφωνα, μεταξύ άλλων, με τον σχετικό πίνακα που εφαρμοζόταν για τον κάθε ωρομίσθιο υπάλληλο.
- Μετά την υπογραφή της Συλλογικής Σύμβασης η Καθ' ης η Αίτηση κατέβαλε και καταβάλει στο ωρομίσθιο προσωπικό αμοιβή υπολογίζοντας το ωρομίσθιό του με βάση τον πίνακα που εφαρμοζόταν για κάθε υπάλληλο. Για σκοπούς καταβολής της αμοιβής αυτής η Καθ' ης η Αίτηση δεν προσμέτρησε τα χρόνια υπηρεσίας του ωρομίσθιου προσωπικού αναφορικά με την περίοδο από την 01/01/2012 έως την 31/12/
- Μετά την υπογραφή του Παραρτήματος 1 του Τεκμηρίου 2 στις 27/05/2019 ο Γενικός Γραμματέας ΕΠΟΕΤ (ΟΗΟ ΣΕΚ) απέστειλε προς την Διευθύντρια Υπηρεσιών Προσωπικού επιστολή με την οποία της έθεσε πιθανά ερωτήματα. Εντός των πιθανών ερωτημάτων ήταν «
- Θα ισχύει η νομοθεσία των παγιοποιήσεων για τις προσαυξήσεις στην τοποθέτηση τους στις κλίμακες ανέλιξης.». Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής κατατέθηκε ως Παράρτημα 2 του Τεκμηρίου
- Μετά την υπογραφή του Παραρτήματος 1 του Τεκμηρίου 2 οι Συνδικαλιστικές Οργανώσεις ΕΠΟΕΤ (ΟΗΟ - ΣΕΚ), ΠΑΣΕ - ΑΤΗΚ, ΣΗΔΗΚΕΚ (ΠΕΟ) και ΑΣΕΤ - Cyta συμμετείχαν στη Συνεδρία της Ανωτέρας Μικτής Επιτροπής Προσωπικού ημερομηνίας 02/10/2019, κατά την οποία δόθηκε απάντηση στο ερώτημα της επιστολής ημερομηνίας 27/05/
- Συγκεκριμένα απαντήθηκε ότι, για την τοποθέτηση του ωρομίσθιου προσωπικού στις κλίμακες μισθοδοσίας εφαρμόζεται η νομοθεσία βάσει της οποίας δεν παραχωρήθηκαν προσαυξήσεις. Τα πρακτικά της Συνεδρίας ημερομηνίας 02/10/2019 υπογράφηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση και τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις ΕΠΟΕΤ (ΟΗΟ - ΣΕΚ), ΠΑΣΕ - ΑΤΗΚ, ΣΗΔΗΚΕΚ (ΠΕΟ) και ΑΣΕΤ - Cyta. Αντίγραφο των πρακτικών της εν λόγω Συνεδρίας ημερομηνίας 02/10/2019 κατατέθηκαν ως Παράρτημα 3 του Τεκμηρίου
- Οι δικηγόροι της Αιτήτριας απέστειλαν προς την Καθ' ης η Αίτηση επιστολές ημερομηνίας 21/08/2019 και 03/12/2019 με τις οποίες, μεταξύ άλλων, εξέφρασαν τη διαμαρτυρία τους για το γεγονός αυτό. Αντίγραφα των εν λόγω επιστολών κατατέθηκαν ως Παραρτήματα 4 και 5 του Τεκμηρίου
- Η Διευθύντρια Υπηρεσιών Προσωπικού της Καθ' ης η Αίτηση με απαντητική επιστολή ημερομηνίας 09/12/2019 δήλωσε ότι το ωρομίσθιο προσωπικό τοποθετήθηκε στο ανάλογο σημείο μισθολογικής κλίμακας από την 01/01/2019 με βάση τα χρόνια υπηρεσίας σύμφωνα με την ημερομηνία πρόσληψης και τον περί της μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων και Τιμαριθμικών Αυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμο του
- Σημείωσε επίσης, την θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι δεν επιτρέπετο, κατ' εφαρμογή της προαναφερόμενης νομοθεσίας, να αναγνωριστεί για την τοποθέτηση στο ανάλογο σημείο μισθολογικής κλίμακας ωρομίσθιου προσωπικού, η περίοδος από την 01/01/2012 έως την 31/12/2016, κατά την οποία δεν παραχωρούνταν αυξήσεις. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής κατατέθηκε ως Παράρτημα 6 του Τεκμηρίου
- Η επίδικη διαφορά μεταξύ της Αιτήτριας και της Καθ' ης η Αίτηση έγκειται στο κατά πόσον έπρεπε ή όχι, να αναγνωριστεί για την τοποθέτηση στο ανάλογο σημείο μισθολογικής κλίμακας ωρομίσθιου προσωπικού, η περίοδος από την 01/01/2012 έως την 31/12/2016 κατά την οποία δεν παραχωρούνταν αυξήσεις βάσει του Ν. 192(Ι)/
- Η Αιτήτρια απασχολείται στην Καθ' ης η Αίτηση ως «ωρομίσθιο προσωπικό» από την 6/9/2010 μέχρι και σήμερα.
- Η Αιτήτρια κατά την 25/4/2019 και σε κάθε ουσιώδη χρόνο με την επίδικη Αίτηση εκτελούσε ρόλο Βοηθού Τηλεξυπηρέτησης.
- Με βάση την ημερομηνία πρόσληψης της Αιτήτριας και την κατηγορία - ρόλο της για το ωρομίσθιο της Αιτήτριας εφαρμόζετο ο πρώτος πίνακας της Συλλογικής Σύμβασης ημερομηνίας 25/4/
- Η Καθ' ης η Αίτηση υπολόγισε το ωρομίσθιο της Αιτήτριας για την περίοδο μετά την 1/1/2019 χωρίς να λάβει υπόψη την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2012 έως 31η Δεκεμβρίου 2016, δηλαδή τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και 2016, για την τοποθέτηση της στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα. Ως εκ τούτου: 17.
- Για την περίοδο από 1/1/2019 - 31/8/2019 η Καθ΄ ης η Αίτηση για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα, υπολόγισε 4 χρόνια, δηλαδή τα χρόνια 2010, 2011, 2017, 2018 και κατέβαλε πληρωμή με υπολογιζόμενο ωρομίσθιο ύψους €7,
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν υπολόγισε τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 1.431,88 εργατοώρες με αποτέλεσμα να λάβει απολαβές (περιλαμβανομένων υπερωριών και άλλων επιδομάτων και ωφελημάτων) ύψους €11.649,32 (φορολογητέες απολαβές). 17.2 Για την περίοδο από 1/9/2019 (μήνας ετήσιας προσαύξησης) - 31/12/2019 η Καθ΄ ης η Αίτηση για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα, υπολόγισε 5 χρόνια, δηλαδή τα χρόνια 2010, 2011, 2017, 2018 και 2019 και κατέβαλε πληρωμή με υπολογιζόμενο ωρομίσθιο ύψους €7,
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν υπολόγισε τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 698,88 εργατοώρες με αποτέλεσμα να λάβει απολαβές (περιλαμβανομένων υπερωριών και άλλων επιδομάτων και ωφελημάτων) ύψους €7.399,97 (φορολογητέες απολαβές). 17.3 Για την περίοδο από 1/1/2020 - 31/8/2020 η Καθ΄ ης η Αίτηση για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα, υπολόγισε 5 χρόνια, δηλαδή τα χρόνια 2010, 2011, 2017, 2018 και 2019 και κατέβαλε πληρωμή με υπολογιζόμενο ωρομίσθιο ύψους €7,
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν υπολόγισε τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 1.766,48 εργατοώρες με αποτέλεσμα να λάβει απολαβές (περιλαμβανομένων υπερωριών και άλλων επιδομάτων και ωφελημάτων) ύψους €16.231,33 (φορολογητέες απολαβές). 17.4 Για την περίοδο από 1/9/2020 (μήνας ετήσιας προσαύξησης) - 31/8/2021 η Καθ΄ ης η Αίτηση για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα, υπολόγισε 6 χρόνια, δηλαδή τα χρόνια 2010, 2011, 2017, 2018, 2019 και 2020 και κατέβαλε πληρωμή με υπολογιζόμενο ωρομίσθιο ύψους €7,
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν υπολόγισε τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 2.523,19 εργατοώρες με αποτέλεσμα να λάβει απολαβές (περιλαμβανομένων υπερωριών και άλλων επιδομάτων και ωφελημάτων) ύψους €25.656,98 (φορολογητέες απολαβές). 17.5 Για την περίοδο από 1/9/2021 (μήνας ετήσιας προσαύξησης) - 31/12/2021 η Καθ΄ ης η Αίτηση για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα, υπολόγισε 7 χρόνια, δηλαδή τα χρόνια 2010, 2011, 2017, 2018, 2020 και 2021 και κατέβαλε πληρωμή με υπολογιζόμενο ωρομίσθιο ύψους €8,
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν υπολόγισε τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 828,25 εργατοώρες με αποτέλεσμα να λάβει απολαβές (περιλαμβανομένων υπερωριών και άλλων επιδομάτων και ωφελημάτων) ύψους €9.426,64 (φορολογητέες απολαβές). 17.6 Για την περίοδο από 1/1/2022 (ΑΤΑ) - 31/8/2022 η Καθ΄ ης η Αίτηση για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα, υπολόγισε 7 χρόνια, δηλαδή τα χρόνια 2010, 2011, 2017, 2018, 2019, 2020 και 2021 και κατέβαλε πληρωμή με υπολογιζόμενο ωρομίσθιο ύψους €8,
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν υπολόγισε τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 1.533,36 εργατοώρες με αποτέλεσμα να λάβει απολαβές (περιλαμβανομένων υπερωριών και άλλων επιδομάτων και ωφελημάτων) ύψους €16.148,22 (φορολογητέες απολαβές). 17.7 Για την περίοδο από 1/9/2022 (μήνας ετήσιας προσαύξησης)- 31/12/2022 η Καθ΄ ης η Αίτηση για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα, υπολόγισε 8 χρόνια, δηλαδή τα χρόνια 2010, 2011, 2017, 2018, 2019, 2020, 2021 και 2022 και κατέβαλε πληρωμή με υπολογιζόμενο ωρομίσθιο ύψους €8,
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν υπολόγισε τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 952,1 εργατοώρες με αποτέλεσμα να λάβει απολαβές (περιλαμβανομένων υπερωριών και άλλων επιδομάτων και ωφελημάτων) ύψους €10.600,76 (φορολογητέες απολαβές). 17.8 Για την περίοδο από 1/1/2023 (ΑΤΑ) - 31/5/2023 η Καθ΄ ης η Αίτηση για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα, υπολόγισαν 8 χρόνια, δηλαδή τα χρόνια 2010, 2011, 2017, 2018, 2019, 2020, 2021 και 2022 και κατέβαλε πληρωμή με υπολογιζόμενο ωρομίσθιο ύψους €8,
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν υπολόγισε τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 1.015,91 εργατοώρες με αποτέλεσμα να λάβει απολαβές (περιλαμβανομένων υπερωριών και άλλων επιδομάτων και ωφελημάτων) ύψους €9.740,51 (φορολογητέες απολαβές). 17.9 Για την περίοδο από 1/6/2023 (ΑΤΑ) - 31/8/2023 η Καθ΄ ης η Αίτηση για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα, υπολόγισε 8 χρόνια, δηλαδή τα χρόνια 2010, 2011, 2017, 2018, 2019, 2020, 2021 και 2022 και κατέβαλε πληρωμή με υπολογιζόμενο ωρομίσθιο ύψους €8,
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν υπολόγισε τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 535,94 εργατοώρες με αποτέλεσμα να λάβει απολαβές (περιλαμβανομένων υπερωριών και άλλων επιδομάτων και ωφελημάτων) ύψους €6.707,25(φορολογητέες απολαβές). 17.10 Για την περίοδο από 1/9/2023 (μήνας ετήσιας προσαύξησης) - 31/12/2023 η Καθ΄ ης η Αίτηση για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα, υπολόγισε 9 χρόνια, δηλαδή τα χρόνια 2010, 2011, 2017, 2018, 2019, 2020, 2021, 2022 και 2023 και κατέβαλε πληρωμή με υπολογιζόμενο ωρομίσθιο ύψους €9,
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν υπολόγισε τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 1.043,00 εργατοώρες με αποτέλεσμα να λάβει απολαβές (περιλαμβανομένων υπερωριών και άλλων επιδομάτων και ωφελημάτων) ύψους €10.145,00 (φορολογητέες απολαβές). 17.11 Για την περίοδο από 1/1/2024 (ΑΤΑ) μέχρι 31/3/2024 η Καθ΄ ης η Αίτηση για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα, υπολόγισε 9 χρόνια, δηλαδή τα χρόνια 2010, 2011, 2017, 2018, 2019, 2020, 2021, 2022 και 2023 και κατέβαλε πληρωμή με υπολογιζόμενο ωρομίσθιο ύψους €9,
- Η Καθ' ης η Αίτηση δεν υπολόγισε τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 731 εργατοώρες με αποτέλεσμα να λάβει απολαβές (περιλαμβανομένων υπερωριών και άλλων επιδομάτων και ωφελημάτων) ύψους €7.318,02 (φορολογητέες απολαβές, περιλαμβάνει πρόβλεψη για 13ο μισθό με βάση τις πραγματικές ώρες κατά αναλογία 3/12).
- Εάν για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα υπολογίζονταν και τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και 2016, τότε: 18.1 Για την περίοδο από 1/1/2019 - 31/8/2019 θα ελάμβανε ωρομίσθιο για υπηρεσία 9 χρόνων ήτοι ωρομίσθιο ύψους €8,
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 1.431,88 εργατοώρες με αποτέλεσμα να έχει να λαμβάνει απολαβές ύψους €14.593,14 (φορολογητέες απολαβές). 18.2 Για την περίοδο από 1/9/2019 (μήνας ετήσιας προσαύξησης) - 31/12/2019 θα ελάμβανε ωρομίσθιο για υπηρεσία 10 χρόνων ήτοι ωρομίσθιο ύψους €8,
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 698,88 εργατοώρες με αποτέλεσμα να έχει να λαμβάνει απολαβές ύψους €7.455,51 (φορολογητέες απολαβές). 18.3 Για την περίοδο από 1/1/2020 - 31/8/2020 θα ελάμβανε ωρομίσθιο για υπηρεσία 10 χρόνων ήτοι ωρομίσθιο ύψους €8,
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 1.766,48 εργατοώρες με αποτέλεσμα να έχει να λαμβάνει απολαβές ύψους €20.444,31 (φορολογητέες απολαβές). 18.4 Για την περίοδο από 1/9/2020 (μήνας ετήσιας προσαύξησης) - 31/8/2021 θα ελάμβανε ωρομίσθιο για υπηρεσία 11 χρόνων ήτοι ωρομίσθιο ύψους €9,
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 2.523,19 εργατοώρες με αποτέλεσμα να έχει να λαμβάνει απολαβές ύψους €29.519,45 (φορολογητέες απολαβές). 18.5 Για την περίοδο από 1/9/2021 (μήνας ετήσιας προσαύξησης) - 31/12/2021 θα ελάμβανε ωρομίσθιο για υπηρεσία 12 χρόνων ήτοι ωρομίσθιο ύψους €9,
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 828,25 εργατοώρες με αποτέλεσμα να έχει να λαμβάνει απολαβές ύψους €9.729,70 (φορολογητέες απολαβές). 18.6 Για την περίοδο από 1/1/2022 (ΑΤΑ) - 31/8/2022 θα ελάμβανε ωρομίσθιο για υπηρεσία 12 χρόνων ήτοι ωρομίσθιο ύψους €9,
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 1.533,36 εργατοώρες με αποτέλεσμα να έχει να λαμβάνει απολαβές ύψους €20.200,65 (φορολογητέες απολαβές). 18.7 Για την περίοδο από 1/9/2022 (μήνας ετήσιας προσαύξησης) - 31/12/2022 θα ελάμβανε ωρομίσθιο για υπηρεσία 13 χρόνων ήτοι ωρομίσθιο ύψους €9,
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 952,10 εργατοώρες με αποτέλεσμα να έχει να λαμβάνει απολαβές ύψους €10.918,13 (φορολογητέες απολαβές). 18.8 Για την περίοδο από 1/1/2023 (ΑΤΑ) - 31/5/2023 θα ελάμβανε ωρομίσθιο για υπηρεσία 13 χρόνων ήτοι ωρομίσθιο ύψους €10,
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 1.015,91 εργατοώρες με αποτέλεσμα να έχει να λαμβάνει απολαβές ύψους €12.442,75 (φορολογητέες απολαβές). 18.9 Για την περίοδο από 1/6/2023 (ΑΤΑ) - 31/8/2023 θα ελάμβανε ωρομίσθιο για υπηρεσία 13 χρόνων ήτοι ωρομίσθιο ύψους €10,
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 535,94 εργατοώρες με αποτέλεσμα να έχει να λαμβάνει απολαβές ύψους €8.259,95 (φορολογητέες απολαβές). 18.10 Για την περίοδο από 1/9/2023 (μήνας ετήσιας προσαύξησης) - 31/12/2023 θα ελάμβανε ωρομίσθιο για υπηρεσία 14 χρόνων ήτοι ωρομίσθιο ύψους €10,
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 1.043 εργατοώρες με αποτέλεσμα να έχει να λαμβάνει απολαβές ύψους €10.533,53 (φορολογητέες απολαβές). 18.11 Για την περίοδο από 1/1/2024 (ΑΤΑ) - 31/3/2024 θα ελάμβανε ωρομίσθιο για υπηρεσία 14 χρόνων ήτοι ωρομίσθιο ύψους €10,
- Η Αιτήτρια για την περίοδο αυτή εργάστηκε συνολικά 731 εργατοώρες με αποτέλεσμα να έχει να λαμβάνει απολαβές ύψους €8.234,69 (φορολογητέες απολαβές, περιλαμβάνει πρόβλεψη για 13ο μισθό με βάση τις πραγματικές ώρες κατά αναλογία 3/12).
- Ενόψει των πιο πάνω η διαφορά αναφορικά με τις πιο κάτω περιόδους έχει ως εξής: 19.1 Περίοδος από 1/1/2019 μέχρι 31/12/2019: Με βάση τους υπολογισμούς της Καθ' ης η Αίτηση, η Αιτήτρια θα λάμβανε τη διαφορά των €2.999,36 όπως προκύπτει από την αναθεωρημένη ωριαία αμοιβή. 19.2 Περίοδος από 1/1/2020 μέχρι 31/12/2021: Με βάση τους υπολογισμούς της Καθ' ης η Αίτηση, η Αιτήτρια θα λάμβανε τη διαφορά των €8.378,51 όπως προκύπτει από την αναθεωρημένη ωριαία αμοιβή. 19.3 Περίοδος από 1/1/2022 μέχρι 31/12/2022: Με βάση τους υπολογισμούς της Καθ' ης η Αίτηση, η Αιτήτρια θα λάμβανε τη διαφορά των €4.369,80 όπως προκύπτει από την αναθεωρημένη ωριαία αμοιβή. 19.4 Περίοδος από 1/1/2023 (μήνας ετήσιας προσαύξησης) μέχρι 31/12/2023: Με βάση τους υπολογισμούς της Καθ' ης η Αίτηση, η Αιτήτρια θα λάμβανε τη διαφορά των €4.643,48 όπως προκύπτει από την αναθεωρημένη ωριαία αμοιβή. 19.5 Περίοδος από 1/1/2024 (μήνας ετήσιας προσαύξησης) μέχρι 31/3/2024: Με βάση τους υπολογισμούς της Καθ' ης η Αίτηση, η Αιτήτρια θα λάμβανε τη διαφορά των €916,57 όπως προκύπτει από την αναθεωρημένη ωριαία αμοιβή.
- Μεταξύ των ποσών που καταβλήθηκαν στην Αιτήτρια ως απολαβές από την Καθ΄ ης η Αίτηση για την περίοδο μετά την 1/1/2019 μέχρι 31/3/2024, χωρίς να ληφθεί υπόψη η περίοδος από 1η Ιανουαρίου 2012 έως 31η Δεκεμβρίου 2016 (δηλαδή τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και 2016) για την τοποθέτηση της στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα και των ποσών που θα ελάμβανε η Αιτήτρια ως απολαβές εάν για σκοπούς τοποθέτησης της Αιτήτριας στη σχετική βαθμίδα του Πίνακα υπολογίζονταν και τα χρόνια 2012, 2013, 2014, 2015 και 2016 προκύπτει συνολική διαφορά. Η διαφορά αυτή στην περίπτωση της Αιτήτριας ανέρχεται σε €21.307,
- Τα πιο πάνω αφορούν συνολικά (μεικτά) εισοδήματα από τα οποία απορρέουν και αυξημένες αποκοπές από μισθοδοσία οι οποίες δεν περιλήφθηκαν (π.χ. αυξημένη μείωση απολαβών, εισφορές στις κοινωνικές ασφαλίσεις, αυξημένος φόρος εισοδήματος). Επιπρόσθετα, απορρέουν και συνεπάγονται συνεισφορές από τον εργοδότη που επίσης δεν περιλήφθηκαν. H πλευρά της Αιτήτριας θεωρεί ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την αίτησή της με βάση τον περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμο, Ν.8/67 και με βάση τον περί Προστασίας των Μισθών Νόμο, Ν.35(I)/
- Θεωρεί επίσης ότι ο Ν.192(I)/11 έπαυσε να έχει ισχύ και δεν μπορεί να έχει σχέση με τη συμβατική διευθέτηση που έγινε μεταξύ των διαδίκων, ότι εφαρμόζεται το ιδιωτικό δίκαιο και ότι η επίδικη διαφορά έγκειται στον καθορισμό μισθού και όχι σε καταβολή προσαύξησης εντός της έννοιας του Ν.192(I)/
- Από την άλλη, η Καθ' ης η Αίτηση θεωρεί ότι με βάση τον Ν.192(I)/11 τα έτη 2012 - 2016 δεν μπορούν να συνυπολογιστούν για τον καθορισμό των απολαβών της Αιτήτριας. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι εάν συνυπολογιστούν τα εν λόγω έτη ο μισθός της Αιτήτριας αυξάνεται, ότι μια τέτοια αύξηση θα αποτελούσε παρακοή της απαγόρευσης που τίθεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 3 του Νόμου, ότι σε περίπτωση επιτυχίας της Αιτήτριας αυτόματα δημιουργούνται δυο ξεχωριστές ομάδες εντός της Αρχής εφόσον ούτε για τους μόνιμους υπάλληλους η εν λόγω περίοδος υπηρεσίας προσμετράται, ότι με αυτό τον τρόπο αντιστρατεύεται η αρχή της ισότητας και παραβιάζονται τα Άρθρα 20, 21 και 28 του Συντάγματος, ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει νομοθετική υποχρέωση και δεν μπορεί να μην εφαρμόσει τον Νόμο ο οποίος θεσπίστηκε με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και την αδήριτη ανάγκη για περιορισμό των δαπανών του ευρύτερου δημόσιου τομέα και ότι τυχόν επιτυχία της αίτησης θα αποτελούσε καίριο πλήγμα στα δημοσιοοικονομικά του κράτους εφόσον θα επηρεαζόταν ο προϋπολογισμός της Αρχής. Είναι περαιτέρω η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι το γεγονός ότι η μη αναφορά του Νόμου στη συλλογική σύμβαση δεν σημαίνει ότι δεν εφαρμόζεται, ότι ο κάθε νόμος δύναται να αποτελέσει εξυπακουόμενο όρο σε σύμβαση και ότι ακόμη και εάν ρητά αναφέρετο στη συλλογική σύμβαση η παρέκκλιση από το νόμο θα έπρεπε να κριθεί παράνομη και να μην εφαρμοστεί. Η Καθ' ης η Αίτηση θεωρεί ότι στην επιστολή της Συντεχνίας προς την ίδια ημερ. 27/5/19, Παράρτημα 2 του Τεκμηρίου 2, καταγράφεται ως κατάφαση το ότι εφαρμόζεται η παγοποίηση για τα εν λόγω έτη και όχι ως ερώτημα και ότι σε κάθε περίπτωση η διαφορά δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με βάση το άρθρο 12
(1)(ε) του Ν.8/67 εφόσον η αξίωση της Αιτήτριας δεν αφορά σε μη καταβολή μισθού αλλά αφορά σε διαφορά τρόπου καθορισμού ημερομισθίου. Συνεπώς, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο είναι αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα διαφορά και εάν ναι το κατά πόσο η υπηρεσία της Αιτήτριας από το 2012 - 2016 πρέπει να συνυπολογιστεί και να προσμετρήσει στα χρόνια υπηρεσίας για τον υπολογισμό των απολαβών της. Θεωρούμε σκόπιμο να προχωρήσουμε πρώτα με την εξέταση των δικογραφημένων προδικαστικών ενστάσεων της Καθ' ης η Αίτηση σε σχέση με την ισχυριζόμενη έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να εκδικάσει τις εν λόγω αιτήσεις. Το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών καθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 12
(1)του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967, Ν.8/67, με αποκλειστική δικαιοδοσία τη διάγνωση και απόφαση επί των διαφορών που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο, ως τροποποιήθηκε, έχει ως εξής: «12.—
(1)Καθιδρύεται Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών, (εν τω παρόντι Νόμω καλούμενον «Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών») εις την αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν του οποίου υπάγεται η διάγνωσις και απόφασις επί των ακολούθων διαφορών: (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος· (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παραπεμπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων· (γ) πάσης εργατικής διαφοράς παραπεμπομένης αυτώ υπό του Υπουργού, είτε κοινή συναινέσει αμφοτέρων των μερών, είτε δυνάμει οιασδήποτε εν ισχύϊ συλλογικής συμβάσεως ή διευθετήσεως αφορώσης την επίλυσιν εργατικών διαφορών διά διαιτησίας· (δ) οιασδήποτε ετέρας διαφοράς, συμπεριλαμβανομένης και οιασδήποτε απαιτήσεως διά παροχήν ή αποφάσεως αρμοδίου λειτουργού, δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων ισχύοντος Νόμου, ήτις ήθελε παραπεμφθή αυτώ, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή διά νόμου ή διά κανονισμών εκδοθέντων κατ' εφαρμογήν του εδαφίου τούτου. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση. (στ) οποιωνδήποτε διαφορών αστικής φύσεως αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του περί Προστασίας της Μητρότητας Νόμου». Συνεπώς, κατά πρώτον, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έχει καθ' ύλη αρμοδιότητα να εκδικάσει εργατικές διαφορές που αναφύονται συνεπεία της εφαρμογής του Ν. 8/67 (εδάφιο (α)), αλλά και όλες τις εργατικές διαφορές που παραπέμπονται στο Δικαστήριο δυνάμει ρητής διατάξεως οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών (εδάφιον (β)), όπως και αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας (εδάφιον (ε)). Με βάση τα πιο πάνω, η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αφορούν σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εντάσσονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών.[1] Στην προκειμένη, η αξίωση της Αιτήτριας αφορά καταβολή χρηματικής οφειλής που προέκυψε από «τη μη πληρωμή και/ή αποκοπή ποσών από τις απολαβές κα/ή μισθούς της». Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, στην προκειμένη περίπτωση θεωρούμε ότι οι αξιώσεις της Αιτήτριας εμπίπτουν στον όρο «αυτοτελής αξίωση» εν τη εννοία του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67, εφόσον ουσιαστικά αφορούν σε αξιώσεις υπόλοιπου μισθού συνεπεία διαφοράς ως προς τον υπολογισμό. Πέραν από τη σαφή πρόνοια του άρθρου 12
(1)του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967, στο άρθρο 19
(1)του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν.35(I)/07 αναφέρεται ότι «αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση οποιασδήποτε αστικής φύσεως διαφοράς, μέσα στα πλαίσια του παρόντος Νόμου, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών» και στο άρθρο 2 ότι «'μισθός' σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόλησης εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex gratia) πληρωμές». Συνακόλουθα, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αίτηση. Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο αποτελεί ερμηνευτικό αξίωμα ότι, όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, ο Νόμος πρέπει να εφαρμόζεται ως έχει.[2] Στην απόφαση πλειοψηφίας στην υπόθεση Γεωργίου v. Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων
(1999)1 Α.Α.Δ. 384, 389 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπου το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη (Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση, σελ. 2, Income Tax Commissioners v. Pamsel [1891] A.C. 531, 543, Pilabakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1963)2 C.L.R. 429). Εφόσον το νόημα ενός νόμου είναι απλό το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διερευνήσει την σοφία του. Δεν είναι καθήκον του δικαστηρίου να καταστήσει τον Νόμο λογικό αλλά να τον ερμηνεύσει όπως έχει σύμφωνα με το ορθό νόημα του λεκτικού του (Sutters v. Briggs [1922] 1 A.C. 1, 8, Kanaris v. Tosoum
(1969)1 C.L.R. 637, 643). Δεν είναι επιτρεπτή η προσθήκη λέξεων στο κείμενο του Νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στο Νόμο (Papaneophytou v. Republic
(1973)3 C.L.R. 191, 204)».[3] Στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, τονίστηκε στη σελ. 533 ότι: «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη».[4] Άλλωστε, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59, 64: «Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου. . Η ερμηνεία πρέπει να είναι τέτοια που να μην οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, αλλά στη λειτουργικότητα των νόμων. (Βλ. Δημοκρατία v. Αντωνίου και Άλλων)». Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ματθαίου
(1990)3Δ Α.Α.Δ. 2452 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη σωστή ερμηνεία νόμου στις σελ.2473 - 2474: «Όπου το λεκτικό είναι σαφές, το Δικαστήριο ερμηνεύει το νόμο με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Όπου υπάρχει ασάφεια, ολόκληρο το σχετικό μέρος του νόμου ή ολόκληρος ο νόμος εξετάζονται. Λαμβάνονται υπόψη η κατάσταση της νομοθεσίας το χρόνο θέσπισης του νόμου και η ανάγκη ή το κακό που σκόπευε να ικανοποιήσει ή θεραπεύσει. Η χρήση λεξικών δεν είναι επιτρεπτή στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο ερμηνεύει νομοθετική διάταξη με αναφορά στο κακό ή την ανάγκη που ο νομοθέτης επιδίωξε να ικανοποιήσει ή θεραπεύσει. Παρόλον ότι οι λέξεις σε ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη σημασία τους, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το αντικείμενο και ο σκοπός του νόμου, οπότε και οι λέξεις ερμηνεύονται με βάση τα συμφραζόμενα, παρά με την αυστηρή ετυμολογική ή συνήθη σημασία τους. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 44, παράγραφοι 863-873)». Επίσης χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 89: «Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας, ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη». Στη Συμφωνία για Ανανέωση της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας Ωρομίσθιου Προσωπικού, Παράρτημα 1 του Τεκμηρίου 2 (στο εξής: «η Συμφωνία»), αναφέρεται ότι «Συμφωνείται όπως για την μισθοδοσία του ωρομίσθιου προσωπικού για κάθε κατηγορία/ρόλο και περίοδο πρόσληψης εφαρμοστούν οι κλίμακες που φαίνονται στους πίνακες στο Συνημμένο 1. . Το κάθε σημείο θα προσαρμόζεται με βάση τις γενικές αυξήσεις που συμφωνούνται και με βάση την εκάστοτε μεταβολή του τιμαριθμικού επιδόματος και θα στρογγυλοποιείται σε δύο δεκαδικά ψηφία». Ο πρώτος συνημμένος πίνακας, που αφορά σε προσλήψεις που έλαβαν χώρα μέχρι την 31/12/12, φέρει τίτλο «Κλίμακες Μισθοδοσίας Ωρομίσθιου Προσωπικού - Προσαύξηση κάθε χρόνο- προσλήψεις μέχρι 31-12-2010 (περιλ. ΑΤΑ 1/1/2019)». Συνεπώς, η Συμφωνία προνοεί για τον καθορισμό ωρομίσθιας μισθοδοσίας ήτοι για τις «Κλίμακες Μισθοδοσίας Ωρομίσθιου Προσωπικού - Προσαύξηση κάθε χρόνο». Όπως προκύπτει από τους εν λόγω πίνακες και συγκεκριμένα από τον Πρώτο Πίνακα που εφαρμόζεται στην παρούσα, για τον υπολογισμό της μισθοδοσίας, λαμβάνονται υπόψη μόνο τα χρόνια υπηρεσίας του κάθε εργαζομένου καθώς και η θέση που κατέχει.[5] Δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς είναι παραδεκτό ότι η Καθ' ης η Αίτηση αποτελεί μέρος του ευρύτερου δημόσιου τομέα και ότι η Αιτήτρια συμπεριλαμβάνετο στο ωρομίσθιο προσωπικό.[6] Το άρθρο 3 του περί Μη Παραχώρησης Προσαυξήσεων στους Μισθούς των Αξιωματούχων και Εργοδοτουμένων και στις Συντάξεις των Συνταξιούχων της Κρατικής Υπηρεσίας και του Ευρύτερου Δημόσιου Τομέα Νόμου, Ν. 129(I)/2011, προβλέπει τα ακόλουθα: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόµου ή Κανονισµών ή διοικητικών ρυθµίσεων ή πρακτικών που ρυθµίζουν θέµατα καταβολής απολαβών και σύνταξης, κατά την περίοδο ισχύος του παρόντος Νόµου, οι µισθοί των αξιωµατούχων και των εργοδοτουµένων παραµένουν στο ύψος της 31ης Δεκεµβρίου 2011 και, τηρουµένων των διατάξεων του παρόντος Νόµου, η περίοδος από 1η Ιανουαρίου 2012 έως 31η Δεκεµβρίου 2016 δεν λαµβάνεται υπόψη για σκοπούς συµπλήρωσης της απαραίτητης υπηρεσίας για σκοπούς παραχώρησης προσαυξήσεων: Νοείται ότι, η περίοδος υπηρεσίας αξιωµατούχου ή εργοδοτούµενου πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόµου λαµβάνεται υπόψη για σκοπούς συµπλήρωσης δωδεκάµηνης υπηρεσίας, ώστε να παραχωρηθεί προσαύξηση µετά τη λήξη της ισχύος του παρόντος Νόµου, σύµφωνα µε τον κατά περίπτωση νόµο ή Κανονισµό ή διοικητική ρύθµιση ή πρακτική». Όπως προνοείται από τον Νόμο οι μισθοί παραμένουν στο ύψος της 31/12/11 και η υπηρεσία για τα έτη 2012 - 2016 δεν προσμετρά για σκοπούς συμπλήρωσης υπηρεσίας για παραχώρηση προσαυξήσεων. Η θέση της Αιτήτριας ότι η αξίωση της δεν αφορά προσαύξηση αλλά μισθολογική τοποθέτηση δεν μπορεί να ξεφεύγει από τα πιο πάνω, εφόσον είναι παραδεκτό ότι σε περίπτωση προσμέτρησης των ετών 2012 - 2016 οι απολαβές της Αιτήτριας αυξάνονται. Στο άρθρο 2 του Νόμου αναφέρεται ότι ««μισθοδοσία» σημαίνει το μισθό που καταβάλλεται στον εργοδοτούμενο και περιλαμβάνει οποιαδήποτε γενική αύξηση μισθών καθώς και το τιμαριθμικό επίδομα». Στο άρθρο 4
(4)του Νόμου αναφέρεται ότι «μόνο για σκοπούς διορισμού ή προαγωγής . εργοδοτούμενος ..θα λογίζεται ότι υπηρέτησε στην ανώτερη μισθολογική κλίμακα . ως να μην ετύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 3 . ». Η Αιτήτρια θεωρεί ότι ο Νόμος δεν αφορά και δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη διότι υπήρξε συμβατική διευθέτηση. Τονίζουμε την ξεκάθαρη αναφορά του Νόμου για εφαρμογή «ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόµου ή Κανονισµών ή διοικητικών ρυθµίσεων ή πρακτικών που ρυθµίζουν θέµατα καταβολής απολαβών και σύνταξης, κατά την περίοδο ισχύος του . Νόµου». Άλλωστε, αποτελεί αρχή του δικαίου ότι παρανομία σε σύμβαση καθιστά τα συμφωνηθέντα ανεφάρμοστα και ότι κανένα Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να εφαρμόσει σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα είναι απαγορευμένη από τον νόμο. (Βλ. υπόθεση Αρκαδίου ν. Porto Lara Estates
(2010)1 A.A.Δ.2035[7]). Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο Νόμος θεσπίστηκε με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, προς αποφυγή περαιτέρω επιδείνωσης της δημοσιονομικής κατάστασης και επειδή «κρίθηκε σκόπιμο όπως μη επιβαρυνθούν με οποιοδήποτε τρόπο οι αντίστοιχοι προϋπολογισμοί από τη μισθοδοσία». Η θέση της Αιτήτριας ότι μεταξύ των διαδίκων ισχύει το ιδιωτικό δίκαιο και συνεπώς ο εν λόγω Νόμος δεν εφαρμόζεται δεν ισχύει. Ο Νόμος κάνει ρητή αναφορά σε συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου και συγκεκριμένα στο άρθρο 2 αναφέρεται ότι στον όρο «εργοδοτούµενος» συμπεριλαμβάνονται και οι ωροµίσθιοι εργάτες «είτε δυνάµει σύµβασης εργασίας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες µπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης µεταξύ εργοδότη και εργοδοτούµενου». Παρόμοια προσέγγιση διέπει και την ερμηνεία του όρου απόλαβες στις οποίες συμπεριλαμβάνετε το ωρομίσθιο. Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση της Αιτήτριας ότι ο εν λόγω Νόμος έπαυσε να έχει ισχύ και ότι τα όσα προνοούσε δεν εφαρμόζονται πλέον. Θεωρούμε λοιπόν ότι η πρόνοια του άρθρου 3 του Νόμου είναι καθαρή και δεν αφήνει να προσμετρήσει η περίοδος από 1η Ιανουαρίου 2012 έως 31η Δεκεμβρίου 2016 στον υπολογισμό των ετών υπηρεσίας της Αιτήτριας για τον καθορισμό της μισθοδοσίας της εφόσον «οι µισθοί των αξιωµατούχων και των εργοδοτουµένων παραµένουν στο ύψος της 31ης Δεκεµβρίου 2011 και, τηρουµένων των διατάξεων του . Νόµου, η περίοδος από 1η Ιανουαρίου 2012 έως 31η Δεκεµβρίου 2016 δεν λαµβάνεται υπόψη για σκοπούς συµπλήρωσης της απαραίτητης υπηρεσίας για σκοπούς παραχώρησης προσαυξήσεων». Συνεπώς κρίνουμε ότι η εν λόγω χρονική περίοδος δεν μπορεί να συνυπολογιστεί και να προσμετρήσει ως υπηρεσία που λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς συμπλήρωσης της απαραίτητης υπηρεσίας για παραχώρηση μισθολογικών αυξήσεων. Εν κατακλείδι, στην κρινόμενη περίπτωση το λεκτικό της σχετικής διάταξης είναι απλό, καθαρό και σαφές και ως εκ τούτου είναι καθήκον μας να το ερμηνεύσουμε σύμφωνα με τη φυσική και συνήθη έννοιά του, όπως αυτή αναφέρεται ανωτέρω. Θεωρούμε λοιπόν ότι ορθά έπραξε η Καθ' ης η Αίτηση και δεν προσμέτρησε τα έτη 2012 - 2016 στον υπολογισμό των χρόνων υπηρεσίας της Αιτήτρια για σκοπούς υπολογισμού της μισθοδοσίας της εφόσον αυτό αντίκειται ξεκάθαρα στις πρόνοιες του Νόμου. Κατά συνέπεια, η Αιτήτρια δεν δικαιούται στις αξιώσεις της. Ομόφωνα απορρίπτουμε την αίτηση. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χ. Παπαγεωργίου, Δικαστής. (Υπ.) ........... (Υπ.) ............. Ι. Νεοφύτου, Μέλος. Χ. Κυλίλης, Μέλος. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. υποθέσεις Elbee Ltd
(1999)1 A.A.Δ 149 και Toni & Guy Limassol Ltd κ. ά. ν. Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496. [2] Βλ. υποθέσεις The Cyprus Cement Company Limited v. Republic
(1974)3 C.L.R. 514, Μακεδόνας v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348 και Κυριακίδης κ.α. v. Δικηγοροπούλου κ.α.
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1164). [3] Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Κλεοβούλου v. Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων
(2013)1Α Α.Α.Δ. 480. Στην υπόθεση Νικολάου v. Βασιλείου
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1566, 1574 λέχθηκαν τα εξής: «Η διατύπωση του Νόμου είναι σαφής. Ο Νομοθέτης με απλή και καθαρή γλώσσα έχει θέσει σαν προϋπόθεση για την έγκυρη έγερση αγωγής την αποστολή έγγραφης γνωστοποίησης προς το Γενικό Εισαγγελέα. Το λεκτικό του Νόμου είναι τόσο καθαρό που δεν επιδέχεται οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να το ερμηνεύσει και εφαρμόσει σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη έννοιά του». [4] Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.α.
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1358, όπου αναφέρθηκε ότι: «Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες». [5]Είναι ξεκάθαρο από το περιεχόμενο της εν λόγω Συμφωνίας ότι ο υπολογισμός της μισθοδοσίας για το ωρομίσθιο προσωπικό δεν βασίζεται στα προσόντα εφόσον ρητά αναφέρεται ότι με την εφαρμογή της «καταργείται η εφαρμογή του Συστήματος Μισθοδοσίας το οποίο συμφωνήθηκε . σύμφωνα με το οποίο δινόταν στο ωρομίσθιο προσωπικό επιπρόσθετη αμοιβή με βάση τα χρόνια υπηρεσίας και την απόδοση, και ο Οργανισμός κατά το 2019 θα εφαρμόσει σύστημα πρόσθετης αμοιβής βάση την απόδοση, τα κριτήρια και οι παραμέτροι του οποίου θα καθοριστούν από τον Οργανισμό σύμφωνα με τα υπηρεσιακά δεδομένα, αφού προηγηθεί διαβούλευση με τις Συνδικαλιστικές Οργανώσεις». [6] Στο άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου αναφέρεται ότι ««ευρύτερος δηµόσιος τοµέας» σηµαίνει κάθε ανεξάρτητη υπηρεσία ή αρχή ή γραφείο ανεξάρτητου αξιωµατούχου, κάθε νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου ή οργανισµό δηµοσίου δικαίου, περιλαµβανοµένων των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης ή των σχολικών εφορειών ή οποιοδήποτε άλλο οργανισµό δηµοσίου δικαίου χωρίς νοµική προσωπικότητα που ιδρύεται µε νόµο προς το δηµόσιο συµφέρον και τα κεφάλαια του οποίου είτε παρέχονται είτε είναι εγγυηµένα από τη Δηµοκρατία, καθώς και κάθε Οργανισµό ή Ίδρυµα που αναφέρεται ονοµαστικά στο επισυνηµµένο στον παρόντα Νόµο Παράρτηµα·», ότι ««εργοδοτούµενος» σηµαίνει πρόσωπο που εργάζεται στην κρατική υπηρεσία ή στον ευρύτερο δηµόσιο τοµέα, είτε ως υπάλληλος, είτε ως ωροµίσθιος εργάτης, είτε δυνάµει σύµβασης εργασίας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες µπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης µεταξύ εργοδότη και εργοδοτούµενου» και ότι ««ωρομίσθιος εργάτης» σημαίνει εργάτη που αμείβεται σε ωριαία βάση». [7] Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε περαιτέρω ότι: «Αυτό είναι και το νόημα της κωδικοποιημένης αρχής στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, το οποίο προνοεί ότι όπου η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι απαγορευμένος από νόμο, η συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη. (δέστε Perihan Mustafa Korkut v. Γεωργίου
(2008)1 Α.Α.Δ. 905). Η παρανομία δεν εξαρτάται από την πρόθεση των μερών να παραβούν ή όχι το νόμο, η δε παρανομία αναδύεται κατ' αντικειμενικό τρόπο και ανεξάρτητα από την έκταση συμμετοχής εκάστου των συμβαλλομένων κατά την επίτευξη της. (Alam v. Τουμαζίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 968, Glamor Development v. Christodoulou
(1984)1 C.L.R. 444 και St. John Shipping Corporation v. Joseph Rand Ltd [1956] 3 All E.R. 68)». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο