ΕΛΠΙΔΑ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ ν. ELVA MEDICAL IMPORTS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 297/2008, 30/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Ν. Σατσιά, Μελών. Αρ. Υπόθεσης: 297/2008 Μεταξύ: ΕΛΠΙΔΑ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ Αιτήτρια -και- 1. ELVA MEDICAL IMPORTS LTD, από τη Λευκωσία 2. ΜΑΡΙΑ Χ''ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από την Αγλαντζιά 3. ΕΡΡΙΚΟΣ Χ''ΓΕΩΡΓΙΟΥ, από την Αγλαντζιά Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Οκτωβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα. Ε. Ερωτοκρίτου για Κ.Π. Ερωτοκρίτου & Σια Για Καθ' ων η αίτηση: κα Χρ. Λειβαδιώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σε ενδιάμεση αίτηση ημερ. 23.2.2024 Στις 31.5.2011 εκδόθηκε τελική απόφαση στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο (στο εξής «η Αίτηση»), με την οποία απορρίπτετο η Αίτηση με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα ως έχουν υπολογιστεί και εγκριθεί από το Δικαστήριο εμφαίνονται στην συνταγμένη απόφαση (Drawn up judgment) ημερ. 12.5.2023. Με την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση («η αίτηση») η Αιτήτρια αξιώνει τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου για τη συγκεκριμενοποίηση και/ή αποσαφήνιση ή απόδοση και/ή τον καθορισμό της περιόδου επιβολής τόκου και του εκάστοτε ποσοστού τόκου επί των υπολογισθέντων εξόδων ποσού €3056.- που καταγράφονται στη συνταγμένη απόφαση (drawn up judgment) ημερομηνίας 12.5.23, ως αποτέλεσμα της καθυστέρησης 12 χρόνων μεταξύ της έκδοσης απόφασης στις 31.5.11 και της καταχώρησης στις 22.2.2023 καταλόγου για υπολογισμό των εξόδων που οδήγησε στη σύνταξη της απόφασης 12.5.23 και συνεπακόλουθης αδικίας που δημιουργείται στην πλευρά της Αιτήτριας σχετικά με το ποσό τόκων επί των υπολογισθέντων εξόδων που προκύπτει. Β. Διαζευκτικά με το Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει και να διατάσσει: (
- i)τη διαγραφή επιβολής τόκου επί των υπολογισθέντων εξόδων €3056.- από τη συνταγμένη απόφαση (drawn
- up)ημερομηνίας 12.5.23, για την περίοδο από την έκδοση της απόφασης 31.5.11 μέχρι τις 22.2.23 ημερομηνία που καταχωρήθηκε ο κατάλογος υπολογισμού των εξόδων των καθ' ων η αίτηση με Α/Α 11/23. ή (
- ii)όπως τα υπολογισθέντα έξοδα ποσού €3056.- φέρουν τόκο 5.5% από 23.10.08 μέχρι την έκδοση απόφασης 31.5.2011 και νόμιμο τόκο για περαιτέρω περίοδο από 22.2.23, ημερομηνία καταχώρησης καταλόγου για υπολογισμό των εξόδων μέχρι και την ημερομηνία σύνταξης της απόφασης στις 12.5.23. Γ. Διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την προσαρμογή και επανασύνταξη της συνταγμένης απόφασης (drawn up judgment) ημερομηνίας 12.5.23 ώστε να συμπεριληφθεί ακριβώς η απόδοση τόκου επί των υπολογισθέντων εξόδων €3056.- αφού προηγηθεί η συγκεκριμενοποίηση και/ή αποσαφήνιση και/ή καθορισμός της περιόδου επιβολής τόκου και το ποσοστό τόκου επί των υπολογισθέντων εξόδων από το Δικαστήριο ως τα αιτούμενα διατάγματα Α ή Β(
- i)ή Β(
- ii)πιο πάνω της αίτησης. Δ. Όπως ανασταλεί η εκτέλεση της συνταγμένης απόφασης (drawn up judgment) ημερομηνίας 12.5.23 ως προς τους τόκους μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου στην παρούσα αίτηση. Ε. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις. Στ. Έξοδα πλέον έξοδα επίδοσης πλέον ΦΠΑ. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.30 Θ10
(5), Δ.25 θθ.5-7, Δ.40 ΘΘ7, 11, Δ.48 θθ.1-11, Δ.59 ΘΘ.1, 19, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και άρθρο 33(1-4) και άρθρο 43, στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999, Καν. 1, 2, 10, 17, στις Συμφυείς εξουσίες και Γενική Πρακτική των Δικαστηρίων, στο Κοινοδίκαιο, στο Δίκαιο Επιείκειας και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην συνημμένη ένορκη δήλωση της δικηγόρου της Αιτήτριας κας Έλενας Ερωτοκρίτου, η οποία δηλώνει εξουσιοδοτημένη και γνώστης των γεγονότων που περιβάλουν την υπό κρίση αίτηση. Ισχυρίζεται ότι ενώ η τελική απόφαση εκδόθηκε στις 31.5.2011 ωστόσο ο κατάλογος υπολογισμού εξόδων καταχωρήθηκε στις 22.2.2023 και δη με καθυστέρηση 12 χρόνων για λόγους που δεν ευθύνεται η Αιτήτρια, το δε drawn up judgment της κοινοποιήθηκε στις 12.2.2024. Και ενώ δεν αμφισβητεί το ποσό υπολογισμού των εξόδων το οποίο η Αιτήτρια είναι έτοιμη να καταβάλει άμεσα, αμφισβητεί ωστόσο την καταβολή τόκου επί των υπολογισθέντων εξόδων για το διάστημα των 12 χρόνων. Πιστεύει ότι προκύπτει ένα σοβαρό ζήτημα που δημιουργεί τεράστια αδικία με δυσμενείς οικονομικές συνέπειες στην Αιτήτρια σε σχέση με τους τόκους από 23.10.2008 που καταχωρήθηκε η Αίτηση. Επικαλείται τις διαφοροποιήσεις στο ανώτερο όριο του επιτρεπόμενου νόμιμου τόκου από το 2008, όπως προκύπτουν από τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 ως έχει τροποποιηθεί και είναι η θέση της ότι υπό τις ιδιάζουσες αυτές περιστάσεις, η συνταχθείσα απόφαση (drawn up judgement) θα πρέπει να αποσαφηνιστεί από το Δικαστήριο καθώς δημιουργείται τεράστια αδικία για την Αιτήτρια σχετικά με τους τόκους που καλείται να καταβάλει για περίοδο 12 χρόνων και τούτο λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή καταλόγου εξόδων από τη δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση, για την οποία καμία απολύτως ευθύνη φέρει η Αιτήτρια. Η αίτηση αντίκρισε την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ. 1 - 11, Δ.30 Θ.10
(5), Δ.35, Δ.25, Δ.40 Θ. 7 - 11, Δ.59, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και άρθρο 33 (1-4) και άρθρο 43, στους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999, Καν. 1, 2, 10, 17, στη Γενική Πρακτική των Δικαστηρίων, στο Κοινοδίκαιο, στο Δίκαιο Επιείκειας και στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, επί των αρχών της Δικαιοσύνης, επί της Νομολογίας και των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου Οι λόγοι επί των οποίων βασίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι: - Προδικαστικός λόγος προς απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας είναι, ότι το παρόν Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να εξετάσει τα θέματα τα οποία θίγονται δια της παρούσης αίτησης, καθ' ότι η εν λόγω αίτηση δεν βασίζεται επί οποιοσδήποτε Διάταξης ή Νόμου που να του δίνει το δικαίωμα στο παρόν Δικαστήριο να τροποποιήσει την παρούσα απόφαση στο παρόν στάδιο, διαζευκτικά δε και επιπρόσθετα η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα διαδικασία και τούτο τίθεται άνευ βλάβης με οποιουσδήποτε άλλους λόγους. - Τα γεγονότα στα οποία η Αιτήτρια έχει βασίσει την αίτηση της είναι άστοχα και /ή αδικαιολόγητα και/ ή δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις της προς καταβολή των εξόδων δυνάμει του Νόμου των Κανονισμών και της Νομολογίας. - Ουδέν εκ των ζητουμένων θεμάτων αποτελεί και /ή δύναται να θεωρηθεί ως παρατυπία και να καταστήσει άκυρη την εκδοθείσα απόφαση ή διάταγμα ή εν πάση περιπτώσει να το τροποποιήσει με αυτή με την παρούσα αίτηση. - Η εκδοθείσα απόφαση κατά την 31.05.2011 ουδέν περιορισμό έθεσε επί του τόκου, πράγμα που καθιστούσε αναμενόμενο την μετέπειτα εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 14/60 επί τούτου, και ουδεμία έφεση είχε ασκηθεί επί του θέματος, εν όψει του ότι ουδέποτε χρονικά η εκδοθείσα απόφαση αναμένεται να συμπίπτει με την έκδοση του drawn up της απόφασης το οποίο δυνατό να ζητηθεί σε οποιοδήποτε μετέπειτα στάδιο. Ως επίσης βέβαια δεν δύναται να συμπίπτει με τον υπολογισμό των εξόδων ο οποίος γίνεται σε πολύ μετέπειτα στάδιο ως εκ της πρακτικής. - Η αίτηση είναι γενικά νομικά αστήρικτη και ουσιαστικά αδικαιολόγητη. - Η παρούσα αίτηση, είναι εντελώς παράτυπη, στοιχειοθετεί κατάχρηση διαδικασίας και αντιστρατεύεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και δη στις Διαταγές 48 και 64 όπως και στις Διατάξεις
(33)1 & 2 του Ν 14/60 και /ή άλλων Νόμων και Κανονισμών, ως επίσης φανερώνει κακή πρόθεση και καταστρατήγηση των Νόμων, των Θεσμών και της Φυσικής Δικαιοσύνης. - Επίσης η παρούσα διαδικασία και το παρόν αίτημα επί των συγκεκριμένων θεμάτων αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας το δε αίτημα είναι επίσης καταχρηστικό και δόλιο, καθότι ζητά με την παρούσα αίτηση να πετύχει την έκδοση διατάγματος για τροπο-ποίηση της απόφασης μετά από έφεση η οποία απορρίφθηκε προ πολλών ετών και ούτε καν αφορούσε τα παρόντα θέματα. - Τα παρόντα αιτήματα δεν είναι δίκαια και/ ή αντικρούονται με την δικαιοσύνη. - Ο λόγος που προβάλλεται ως αναγκαιότητα για τις αιτούμενες θεραπείες, καταρρίπτεται από το περιεχόμενο των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης. - Η ένορκη δήλωση επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, είναι ελλιπής δυνάμει του Νόμου και των Κανονισμών για να στηρίξει τις αιτούμενες θεραπείες και δεν δίνει επίσης εύλογη αιτία και αναγκαιότητα για τις αιτούμενες θεραπείες και γενικά η ένορκη δήλωση της κ. Ε. Ερωτοκρίτου δεν μπορεί να στηρίξει την Αίτηση. - Τα γεγονότα τα οποία αποκαλύπτονται με την ένορκη δήλωση δεν είναι τέτοιας υφής που να μπορούν να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες και είναι παραπλανητικά επίσης. - Η απαίτηση αφορά την τροποποίηση της απόφασης με αντικανονικό τρόπο. - Οι Καθ'ων η αίτηση ουδεμία ευθύνη φέρουν για την ισχυριζόμενη καθυστέρηση έκδοσης του υπολογισμού των εξόδων. - Περαιτέρω η Αιτήτρια καμιά ουσιαστική αναγκαιότητα αποκαλύπτει προς τον σκοπό αιτιολόγησης των ζητηθέντων θεμάτων και τα γεγονότα τα οποία αποκαλύπτει με την ένορκη δήλωση δεν στοιχειοθετούν οποιαδήποτε αναγκαιότητα και εν πάση περιπτώσει δεν δίδουν οποιαδήποτε εύλογη δικαιολογία βάση της οποίας να στηρίζει τα αιτήματα του και/ή η αιτουμένη θεραπεία είναι αχρείαστη γιατί η το μόνο συμπέρασμα που εξάγεται είναι η άρνηση της για την καταβολή τόκων επί της απόφασης. - Τα γεγονότα στα οποία η Αιτήτρια έχει βασίσει την αίτηση της είναι άστοχα και /ή αδικαιολόγητα και/ ή δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις της προς καταβολή των εξόδων δυνάμει του Νόμου των Κανονισμών και της Νομολογίας και/ή προσπαθεί να προβεί σε μείωση των εξόδων εναντίον της αφού μετά παρέλευση ετών και μέχρι σήμερα ουδέποτε ενδιαφέρθηκε προς καταβολή οποιωνδήποτε εξόδων της πρωτόδικης απόφασης. - Ουδέν μεμπτό έχει προκύψει επί του χρόνου υπολογισμού των εξόδων και ως εκ τούτου της εφαρμογής του τόκου επί του εν λόγω υπολογισμού ως ορίζει ο Νόμος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Καθ' ης αίτηση 2 κας Μαρίας Χ'' Γεωργίου και με αυτή ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών αποτυπώνονται και οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις ως προς την όλη διάσταση της αίτησης και της ένστασης, τις οποίες έχουμε εξετάσει. Έχουμε επίσης διεξέλθει του φακέλου της υπόθεσης. Με την αγόρευση της, η ευπαίδευτη συνήγορος για τους Καθ' ω η αίτηση, θέτει ως προδικαστικό λόγο την αδυναμία του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει τα θέματα που η Αιτήτρια θέτει με την αίτηση της. Είναι η εισήγηση της ότι οι θεραπείες που ζητά η Αιτήτρια δεν συνάδουν με οποιοδήποτε Θεσμό ή Νόμο που επικαλείται και σε κάθε περίπτωση ότι οι θεραπείες αυτές είναι αυθαίρετες. Παραθέτοντας μια προς μία τις πρόνοιες Νόμων και Κανονισμών επί των οποίων η Αιτήτρια βασίζει την αίτηση της, καταλήγει ότι η εκδοθείσα απόφαση δεν θέτει οποιοδήποτε περιορισμό επί του τόκου και ότι στην ουσία οι θεραπείες που αιτείται η Αιτήτρια αφορούν την τροποποίηση της εκδοθείσας απόφασης με αντικανονικό τρόπο. Αντίθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος για την Αιτήτρια απαντώντας στον προδικαστικό λόγο ένστασης ισχυρίζεται ότι το παρόν Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να επιληφθεί του θέματος και ότι με την παρούσα αίτηση ζητούνται Οδηγίες στη βάση της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ως προς τη συγκεκριμενοποίηση ή απόδοση των τόκων και τον καθορισμό της περιόδου επιβολής τους. Προς υποστήριξη των θέσεων της αναφέρθηκε σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αναφορά στο Δ.25 θ.6 και στο άρθρο 33
(2)του περί Δικαστηρίου Νόμου (Ν.14/60), υποστηρίζοντας ότι οι αιτούμενες θεραπείες αφορούν τη διόρθωση απόφασης στο μέρος που αφορά τόκους και πρέπει να επιτύχουν στη βάση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ώστε να μεταφερθεί ορθά το μήνυμα τους ή να τα αποσαφηνίσει. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ρυθμίζεται από τους περί Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1999 («Οι Κανονισμοί»). Με τον Καν. 11 παρέχεται στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια «να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αναγκαίο για τους σκοπούς της υπόθεσης ή την ολοκλήρωση της». Σύμφωνα με τον Καν. 12
(1)«ενδιάμεση αίτηση υποβάλλεται εγγράφως, είναι σύμφωνη και περιέχει τις λεπτομέρειες που περιγράφονται στον Τύπο 6». Ως προς την διόρθωση απόφαση ή διατάγματος ο Καν.10
(4)των Κανονισμών αναφέρει τα ακόλουθα: «Γραμματικά λάθη σε αποφάσεις ή διάταγμα ή οποιαδήποτε λάθη τα οποία εγείρονται από τυχαίο ολίσθημα ή παράλειψη μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν από το Δικαστήριο μετά από αίτηση.» Προς συμπλήρωση του θεσμικού πλαισίου που καθιερώνουν οι εν λόγω Κανονισμοί στον Καν. 17 αναφέρεται ότι, «Για οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στον παρόντα Κανονισμό για την ακολουθητέα διαδικασία και λαμβανομένου πάντοτε υπόψη του συνοπτικού χαρακτήρα της διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Κανονισμό, θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, οι σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού.» Οι πρόνοιες του Καν.10
(4)των Κανονισμών προσομοιάζουν με τις αντίστοιχες πρόνοιες της Δ.25 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτή ερμηνεύεται μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Ευαγγελίδη ν. Aegeas Navig. Ltd κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1293, 1296, αναφέρεται ότι: «Σύμφωνα με τη Διαταγή 25, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παρέχεται η δυνατότητα διόρθωσης γραμματικών λαθών ή λαθών που προκύπτουν από τυχαία παράλειψη σε δικαστικές αποφάσεις ή διατάγματα. Στην υπόθεση Σιβιτανίδης ν. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 179 προσδιορίστηκε ότι αντικείμενο της Δ.25, θ.6 καθώς και της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου για διόρθωση λαθών σε δικαστικές αποφάσεις είναι η προσαρμογή ατελούς κειμένου στην έκδηλη κατά τα άλλα πρόθεση του δικαστηρίου. Γραμματικό λάθος είναι λάθος στη διατύπωση και όχι στον προσδιορισμό της ουσίας της πρότασης (Γεωργίου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1043). Όπως επίσης επισημαίνεται, γραμματικά λάθη προκύπτουν οποτεδήποτε το δικαστήριο παραλείπει ή αποτυγχάνει να δώσει σωστή λεκτική έκφραση στις εμφανείς προθέσεις του (βλέπε επίσης Koumi v. Republic
(1987)3 C.L.R. 1519 και Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 664).» Τέτοιο ζήτημα έχει εξεταστεί σε σειρά υποθέσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Altius Insurance Ltd, Πολ. Αίτηση Αρ.2/2018, ημερ.25.1.2018, στην οποία παρατίθεται η ορθή διαδικασία, το Εφετείο είχε εκδώσει απόφαση υπέρ της εφεσείουσας για συγκεκριμένο ποσό, χωρίς ρητή αναφορά στον τόκο. Το ίδιο έπραξε και η Πρωτοκολλητής κατά τη σύνταξη του διατάγματος. Οι δικηγόροι της εφεσείουσας με επιστολή τους προς την Πρωτοκολλητή ήγειραν το ζήτημα του τόκου και αυτή επανασύνταξε το διάταγμα ώστε να περιλαμβάνει τον νόμιμο τόκο, αφού η απουσία αναφοράς σε άλλη διαταγή ως προς τον τόκο στην απόφαση του Εφετείου, σήμαινε την επιδίκαση του τόκου που προβλέπεται από το νόμο. Καταχωρήθηκε από τον εφεσίβλητο αίτηση για άδεια για καταχώρηση αίτησης με κλήση για έκδοση προνομιακού εντάλματος certiorari για την ακύρωση της ενέργειας της Πρωτοκολλητού να επανασυντάξει το διάταγμα. Η επιχειρηματολογία του αιτητή (εφεσίβλητου) ήταν ότι δεν επιτρέπεται μετά τη σύνταξη και παράδοση του συνταγμένου κειμένου οποιαδήποτε τροποποίηση ή διαφοροποίηση, εκτός και εάν το επιληφθέν της αποφάσεως Δικαστήριο εκδώσει σχετικό διάταγμα μετά από αίτηση ενδιαφερομένου μέρους σύμφωνα με τη Δ.25 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την αίτηση για άδεια ανέφερε ότι δεν διαπιστωνόταν ούτε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και εξήγησε ότι, «η αρμόδια Πρωτοκολλητής όφειλε να συνέτασσε την απόφαση κατά τρόπο που να εμφαίνετο καθαρά επί του πρώτου συνταγμένου κειμένου ότι η απόφαση έφερε τον ανάλογο τόκο. . Έπεται ότι η αρμόδια Πρωτοκολλητής δεν υπερέβη εξουσία με το να επανασυντάξει το κείμενο της απόφασης κατά τον προβλεπόμενο νομοθετικό τρόπο.» Στην Γ.Ν. ν. Μ.Μ.Χ. Πολ. Έφεση 24/2022 ημερ. 23.3.2023, αναφερόμενο το Δικαστήριο στις αποφάσεις Ευαγγελίδη και Altius Insurance Ltd (ανωτέρω) και διαπι-στώνοντας ότι η περίπτωση δεν αφορούσε γραφικό λάθος ή σφάλμα ή παράλειψη στο διάταγμα του Δικαστηρίου για το οποίο θα απαιτείτο η παρέμβαση του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25 θ.6 των Θεσμών, περαιτέρω απέρριψε τον λόγο έφεσης που προσέβαλλε την κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι στην περίπτωση που δεν εφαρμοζόταν η Δ.25 θ.6 η αιτούμενη θεραπεία θα μπορούσε να χορηγηθεί στη βάση των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, τονίζοντας ότι: «οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του, ως Δικαστήριο της δικαιοσύνης, χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών. Η σύμφυτη εξουσία δεν έχει απεριόριστο εύρος και δεν υφίσταται όταν υπάρχει πρόσφορη διαδικασία και αυτή δεν ακολουθείται. Η Εφεσίβλητη έχοντας μετά από την έρευνα που έκαμε στο Δικαστικό φάκελο διαπιστώσει ότι στο στενογραφημένο πρακτικό της 17.6.2021 καταγραφόταν ότι πραγματικά, κατά τη θέση της, είχε διαταχθεί, αυτό που θα μπορούσε να κάμει ήταν να αποταθεί στον Πρωτοκολλητή και να ζητήσει την εκ νέου σύνταξη του διατάγματος, ώστε το συνταγμένο κείμενο να συνάδει με ότι ακριβώς το Δικαστήριο είχε διατάξει.» Στην Θεόδωρος Λαζάρου ν. Νέμεσις Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α.
(2012)1 ΑΑΔ 1101 οι εφεσίβλητοι ερμήνευσαν την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως επιβάλλουσα υποχρέωση σε αυτούς να καταβάλουν επί των ποσών που επιδικάσθηκαν νόμιμο τόκο 8% μέχρι 14.10.2008 και μετέπειτα 5.5% από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Υπό το φως της διαφοράς που προέκυψε, ο εφεσείων υπέβαλε στις 4.10.2011 την κριθείσα αίτηση με την οποία ζητήθηκε τροποποίηση της απόφασης του Εφετείου δια της συμπερίληψης σ' αυτήν υπολογισμού του νόμιμου τόκου στη βάση 8% επί όλων των επιδικασθέντων ποσών μέχρι εξόφλησης. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι η Έφεση θα έπρεπε να επιτύχει όχι όμως στη βάση της Δ.25Θ.6 αλλά στη βάση της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, τονίζοντας ότι υπάρχει πάντοτε η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί τις αποφάσεις ή τα διατάγματα του ώστε να μεταφερθεί ορθά το μήνυμα τους ή να αποσαφηνιστεί. Καταλήγοντας το Δικαστήριο ανέφερε ότι, με την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, ήταν σαφές ότι η πρωτόδικη απόφαση αντικαταστάθηκε σε ένα μεγάλο βαθμό και βεβαίως η διαφοροποίηση που είχε γίνει στην πρωτόδικη απόφαση ανέτρεχε πίσω στο χρόνο έκδοσης της. Αντικαθιστούσε δηλαδή την πρωτόδικη απόφαση ως εάν αυτή είχε εκδοθεί εξ υπαρχής κατά τον τρόπο που τη διαφοροποίησε η κρίση του Εφετείου. Διευκρίνισε δε, ότι ο περί Δικαστηρίων τροποποιητικός Νόμος (Ν.81(Ι) /2008), δεν εφαρμόζεται στα υπό κρίση δεδομένα εφόσον αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ και η πρόνοια που έγινε αφορά μόνο εκκρεμούσες αγωγές και όχι εκκρεμούσες εφέσεις επί αποφάσεων πρωτόδικων αποφάσεων. Το λεκτικό είναι σαφές ως προς το ότι είναι από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της τροποποίησης μέχρι την τελική αποπληρωμή του χρέους με αναφορά σε εκκρεμούσες αγωγές που θα ισχύει ο διαφοροποιημένος τόκος προς 5.5% ετησίως. Η αγωγή που εκδικάστηκε με την ως άνω τίτλο έφεση αποπερατώθηκε με τη έκδοση της απόφασης στις 21.2.2008 και επομένως δεν ήταν εκκρεμούσα εν τη εννοία του τροποποιητικού Νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση, το παρόν Δικαστήριο με την απόφαση του ημερ. 31.5.2011 απέρριψε την Αίτηση με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο, χωρίς ρητή αναφορά ως προς τον τόκο. Τα έξοδα υπολογίστηκαν από το Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των €3.056,00. Ο Πρωτοκολλητής συνέταξε την απόφαση (drawn up judgment) ημερ. 12.5.2023, περιλαμβάνοντας τον νόμιμο τόκο που ίσχυε κατά την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης ήτοι 5.5% από 23.10.2008 μέχρι τελικής εξόφλησης, καθώς η απουσία αναφοράς σε άλλη διαταγή ως προς τον τόκο, σήμαινε την επιδίκαση του τόκου που προβλέπεται από τον περί Δικαστηρίων Τροποποιητικό Νόμο 81(Ι)/2008. Το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, ως προς το ότι ο τόκος προς 5.5% ετησίως θα ίσχυε σε εκκρεμούσες αγωγές από την ημερομηνία έναρξης της τροποποίησης ήτοι 15.10.2008 μέχρι την τελική αποπληρωμή του χρέους. Συνεπώς στην παρούσα περίπτωση που η υπόθεση αποπερατώθηκε στις 31.5.2011, ο νόμιμος τόκος που ίσχυε ήταν ο προβλεπόμενος από τον Ν.81(Ι)/2008 ήτοι 5.5% από της καταχωρήσεως της Αίτησης μέχρι τελικής εξόφλησης. Μεταγενέστερη τροποποίηση του Νόμου δεν ισχύει στα υπό κρίση δεδομένα, εφόσον δεν έχει αναδρομική ισχύ και αφορά μόνο εκκρεμούσες αγωγές. Ως επακόλουθο, σωστά ο Πρωτοκολλητής έπραξε με το να θέσει τον νόμιμο αυτό τόκο επί της συνταγμένης απόφασης (drawn up judgment). Διαπιστώνουμε επομένως, ότι στην προκείμενη περίπτωση το ζητούμενο δεν αφορά γραμματικά λάθη στην απόφαση του Δικαστηρίου ή οποιαδήποτε λάθη που εγείρονται από τυχαίο ολίσθημα ή παράλειψη για το οποίο απαιτείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου δυνάμει του Καν. 10
(4)των Κανονισμών (αντίστοιχη η Δ.25, Θ.6 των Θεσμών), καθώς το λεκτικό της καταληκτικής απόφασης του Δικαστηρίου είναι σαφέστατο και δεν αφήνει περιθώρια εφαρμογής του Καν.10
(4)των Κανονισμών. Περαιτέρω, από τη στιγμή που υπάρχει πρόσφορη διαδικασία αποσαφήνισης του ζητούμενου που εν προκειμένω είναι ο υπολογισμός των τόκων που δικαιούνται οι Καθ' ων η αίτηση δυνάμει νόμου, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου που επικαλείται η πλευρά της Αιτήτριας, δεν υφίσταται. Για όλα τα πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Ν. Σατσιάς, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο