← Κύπρος

Μ. Α. ν. Πέτρος Ιωαννίδης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της περιουσίας της FBME BANK LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 139/2017, 22/11/2024

Μ. Α. ν. Πέτρος Ιωαννίδης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της περιουσίας της FBME BANK LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 139/2017, 22/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ι. Νεοφύτου και Ν. Σατσιά, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 139/2017 Μεταξύ: Μ. Α. Αιτητής -και- FBME BANK LIMITED Καθ' ων η αίτηση Ως έχει τροποποιηθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 30.4.2024 Μεταξύ: Μ. Α. Αιτητής -και- Πέτρος Ιωαννίδης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της περιουσίας της FBME BANK LIMITED Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 22α Νοεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: Στ. Σκορδής Για Καθ' ων η αίτηση: Λ. Παπαχαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση ο Αιτητής αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση το ποσό των €229,067,90 και ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει ως δεδουλευμένο ωφέλημα και/ή βάσει των όρων εργοδότησης του, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Καθ' ων η αίτηση και/ή τους αντιπροσώπους τους όπως του καταβάλουν το εν λόγω ποσό, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Καθ' ων η αίτηση και/ή τον ειδικό διαχειριστή τους να τηρεί τους όρους εργοδότησης του και ειδικότερα τους όρους εργοδότησης που αφορούν το επίδικο ωφέλημα και/ή την καταβολή του εν λόγω επίδικου ωφελήματος, Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις, Νόμιμο Τόκο επί παντός επιδικασθέντος ποσού, Έξοδα συν ΦΠΑ. Σύμφωνα με τους Γενικούς Λόγους της Αίτησης, ο Αιτητής εργοδοτείτο κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση FBME Bank Ltd, που είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Τανζανία και αλλοδαπή εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη ως τέτοια στην Κύπρο με έδρα τη Λευκωσία και τελούν υπό εκκαθάριση βάσει διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 29.6.2023, με το οποίο Π. Ιωαννίδης διορίστηκε εκκαθαριστής της περιουσίας τους. Δυνάμει των όρων απασχόλησης του Αιτητή, ο μισθός του συναποτελείτο από βασικό μέρος μισθού και κυμαινόμενο μέρος μισθού, ενώ επιπρόσθετα δικαιούταν και λάμβανε σε τακτή βάση μπόνους και/φιλοδώρημα το οποίο υπολογιζόταν από τους Καθ' ων η αίτηση. Ο Αιτητής δικαιούται σε ειδικό ωφέλημα βάσει των γραπτών όρων εργοδότησης του και/ή γραπτού παραρτήματος του συμβολαίου του και/ή της πρακτικής το οποίο ονομάζεται "indemnity fund" και το οποίο ήταν πληρωτέο με την αποχώρηση του και/ή σε πρώτη ζήτηση και/ή σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ο Αιτητής ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του και μέχρι σήμερα ενημερωνόταν εγγράφως από τους Καθ' ων η αίτηση και/ή γνώριζε και γνωρίζει το ποσό που δικαιούται να λάβει για το εν λόγω δεδουλευμένο ωφέλημα του. Οι Καθ' ων η αίτηση με τους γενικούς λόγους εμφάνισης απορρίπτουν τις εναντίον τους αξιώσεις και ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται στην καταβολή κυμαινόμενου μισθού και/ή μπόνους και/ή φιλοδωρήματος καίτοι κατά καιρούς τα λάμβανε, αλλά τούτο αφορούσε ζήτημα που ενέπιπτε στη διακριτική ευχέρεια των Καθ' ων η αίτηση από χρόνο σε χρόνο. Επίσης ότι το φιλοδώρημα και/ή μπόνους αποτελεί μια πρόσθετη αμοιβή η οποία συνδέεται με την απόδοση και τα αποτελέσματα της εργασίας. Αρνούνται δε ότι ο Αιτητής δικαιούται οποιαδήποτε άλλα ποσά είτε αυτά εμπίπτουν στην περιγραφή της παραγράφου 5(γ) των γενικών λόγων της Αίτησης που αφορά το ως άνω ειδικό ωφέλημα "indemnity fund" είτε άλλως πως. Τα όσα ο Αιτητής παραθέτει στους γενικούς λόγους της Αίτησης, ανέπτυξε και ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την κυρίως εξέτασης του. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι βάσει των ρητών όρων εργοδότησης του και ή πρακτικής δικαιούταν ειδικό ωφέλημα το οποίο ονομαζόταν "indemnity fund" και ήταν πληρωτέο με την λήξη της σύμβασης αλλά συνήθως και ως προπληρωμή μετά από αίτημα του εργοδοτούμενου που το εδικαιούτο. To "indemnity fund" είχε παρόμοια φιλοσοφία, σχεδίασμα και πρόνοιες με το «εφ' άπαξ» ωφέλημα που προσφέρεται σε κυβερνητικούς και άλλους υπαλλήλους. Για τον υπολογισμό του ωφελήματος λαμβάνονταν υπόψη (α) ο συνολικός ετήσιος μισθό με βάση τα υψηλότερα επιμέρους στοιχεία (βασικό μισθό, άλλα ωφελήματα, κυμαινόμενο μισθό "Bonus"), (β) πολλαπλασιαστικό ποσοστό ανάλογα με τα χρονιά υπηρεσίας που έφτανε στο 11% μετά το 7° έτος υπηρεσίας, και (γ) τα χρόνια υπηρεσίας στους Καθ' ων η αίτηση, που ενεργούσαν ως πολλαπλασιαστής. Οι υπολογισμοί γίνονταν σε πολύ τακτά / μηνιαία διαστήματα, και το αυξητικό ποσό που υπολογιζόταν, κατατίθετο και φυλασσόταν προς όφελος του δικαιούχου, εκτός των Καθ' ων η αίτηση. Λόγω του ότι οι υπολογισμοί γίνονταν με βάση τον υψηλότερο ετήσιο μισθό, πολλαπλασιαζόμενο με τα χρόνια υπηρεσίας, η οποιαδήποτε αύξηση στον ετήσιο μισθό δημιουργούσε αντανακλαστική αύξηση για όλα τα προηγούμενα χρόνια υπηρεσίας "waterfall", ποσό το οποίο προστίθετο στο ποσό που κατατίθετο για τη συγκεκριμένη περίοδο. Καθώς ανέφερε τα ποσά που του οφείλονται και για τα οποία ζητεί θεραπείες αφορούν την περίοδο από Ιούλιο 2014 μέχρι Οκτώβριο 2019, κατά την οποία απασχολείτο στους Καθ' ων η αίτηση. Ότι ανά πάσα στιγμή κατά την διάρκεια της εργοδότησης του ενημερωνόταν εγγράφως από τους Καθ' ων η αίτηση και γνώριζε και γνωρίζει το ποσό που δικαιούται να λάβει σε σχέση με το εν λόγω ωφέλημα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το εν λόγω ωφέλημα θεωρείτο από όλους τους εργοδοτούμενους που ευρίσκονταν σε ψηλές / διευθυντικές θέσεις ως μέρος των απολαβών τους. Ως τέτοιο παρουσιαζόταν και σε όλους τους νέους εργοδοτούμενους που προσλαμβάνονταν στους Καθ' ων η αίτηση για υψηλές / διευθυντικές θέσεις ακόμα και στις συνεντεύξεις πρόσληψης. Τονίζει ότι δεν τίθετο και ούτε τέθηκε ποτέ θέμα διακριτικής ευχέρειας στην καταβολή του εν λόγω ωφελήματος και ότι όλοι οι ευρισκόμενοι σε υψηλές / διευθυντικές θέσεις που αποχώρησαν από τους Καθ' ων η αίτηση το έλαβαν ενώ πολλοί απ' αυτούς έλαβαν και προπληρωμές κατά την διάρκεια της εργοδότησης τους για το εν λόγω ωφέλημα. Και ο ίδιος είχε λάβει σε κάποιες περιπτώσεις ως προπληρωμή κάποια ποσά έναντι του εν λόγω ωφελήματος. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι το εν λόγω ωφέλημα στην αρχική του μορφή αποτελούσε ένα είδος αποζημίωσης για μη Κύπριους εργοδοτούμενους και ότι εν τέλει οι όροι τροποποιήθηκαν στην πράξη για να συμπεριλάβει και τους Κύπριους εργοδοτούμενους που κατείχαν υψηλές / διευθυντικές θέσεις. Επίσης, ενώ με βάση τους όρους του εν λόγω ωφελήματος, το ποσό καταβαλλόταν σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, στη συνέχεια μπορούσαν να το λάβουν και κατά τη διάρκεια της απασχόλησης τους. Προς επιβεβαίωση των θέσεων του κατέθεσε το σχέδιο του εν λόγω ωφελήματος (Τεκ.1), όπου στην πρώτη παράγραφο αναφέρει ρητά ότι αποτελεί σύστημα ωφελήματος για μη Κύπριους εργοδοτούμενους. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και κάτω από τον τίτλο "Eligibility" όπου παρατίθενται και οι περιπτώσεις καταβολής του ωφελήματος. Ειδικότερα το ωφέλημα που συσσωρεύεται μετά την 31.12.1992 καταβάλλεται (α) όταν ο δικαιούχος εργοδοτούμενος εγκαταλείψει την Τράπεζα, (β) όταν φθάσει στο όριο της συνταξιοδότησης των 65 ετών και, (γ) σε περίπτωση θανάτου ή μόνιμης ανικανότητας του δικαιούχου εργοδοτούμενου. Αφού ακούσαμε την κυρίως εξέταση του Αιτητή, ο κ. Παπαχαραλάμπους ήγειρε εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση το θέμα της καθ' ύλη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της παρούσας υποθέσεως. Εισηγήθηκε ότι η αξίωση του Αιτητή δεν εμπίπτει στο δικαιοδοτικό πλαίσιο του Δ.Ε.Δ. ως προσδιορίζεται στο άρθρο 12

(1)του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου (Ν.8/67) και δη ότι δεν αποτελεί αυτοτελή αξίωση που προκύπτει από σύμβαση εργασίας με βάση το άρθρο 12
(1)(ε) του Ν.8/67, αλλά τέτοια που εμπίπτει στην καθ' ύλην δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστηρίου [βλ. Toni & Guy Limassol Ltd κ.α. ν. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)1 Α.Α.Δ. 496], καθώς το εν λόγω ωφέλημα, σύμφωνα πάντοτε με την εισήγηση του, ήταν πληρωτέο από τον τερματισμό ή τη λήξη της σύμβασης εργασίας, καθ' ομολογία το ιδίου του Αιτητή. Για ενίσχυση της θέσεως του ανέφερε επίσης ότι αποτελεί γενικό κανόνα του δικαίου της απόδειξης ότι η παράθεση εξωγενούς μαρτυρίας που αντικρούει, αλλοιώνει, αφαιρεί, προσθέτει, τροποποιεί ή επιφέρει διαφοροποιήσεις στο περιεχόμενο των όρων έγγραφης συμφωνίας είναι απαράδεκτη (Χρ. Πόκουρου κ.α. ν. Κώστα
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1618). Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση του κ. Σκορδή. Αφού αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις και στα όσα υποστήριξε ο Αιτητής, εισηγήθηκε ότι δυνάμει του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67 η αξίωση του Αιτητή είναι αυτοτελής καθώς το επίδικο ωφέλημα που αξιώνει εγείρεται από την σύμβαση εργασίας και ειδικότερα από όρο εργασίας και όχι από άλλη συμφωνία. Ότι το εν λόγω ωφέλημα αποκρυσταλλώθηκε και μπορούσε να πληρωθεί κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του Αιτητή και όχι με την αποχώρηση του. Ότι δεν τίθεται θέμα εξωγενούς μαρτυρίας αφού ναι μεν το Τεκ.1 ήταν το αρχικό κείμενο του ωφελήματος, εν τούτοις συν τω χρόνω οι τελικοί όροι διαπλάστηκαν μέσω της πρακτικής και κατέληξαν σε κάτι διαφορετικό, σε αυτούς τους όρους που ανέφερε ο Αιτητής με τη μαρτυρία του. Εισηγήθηκε δε, ότι τα γεγονότα της παρούσα υπόθεσης δεν προσομοιάζουν με αυτά της Toni & Guy Limassol td (ανωτέρω) η οποία δεν χρήζει εφαρμογής. Έχουμε μελετήσει προσεκτικά το υπό κρίση δικαιοδοτικό ζήτημα, καθώς και την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία των δικηγόρων και καταλήγουμε ως ακολούθως: Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι θέμα δημοσίας τάξης και μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και κατ' έφεση (βλ. Παναγιώτου v. Χ" Κυριάκου
(1991)1 Α.Α.Δ. 362, Γεωργίου ν. Γεωργίου
(2001)1
(1)ΑΑΔ 1592) ). Λόγω της φύσης και της σοβαρότητας του, το ζήτημα μπορεί να εγερθεί και να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ελλείψει δικαιοδοσίας κάθε απόφαση είναι εξ υπαρχής άκυρη (βλ. Μιχαηλίδης v. Γρηγορίου κ.ά.
(1988)1 Α.Α.Δ. 88). Στην υπόθεση Ελευθέριος Κούρου ν. Αντωνίας Ξενή Κόνου, Πολιτική Έφεση Αρ. 325/2009, ημερ. 10/10/2014, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «.Όπως αποφασίστηκε στη Thermofast Limited
(2005)1 Α.Α.Δ. 567, το ζήτημα της δικαιοδοσίας είναι ζήτημα δημόσιας τάξης, εγείρεται και αυτεπαγγέλτως, αποτελεί δε υποχρέωση του Δικαστηρίου να ακυρώσει διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς δικαιοδοσία. Το ζήτημα δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων, ούτε στη συμπεριφορά ή στην τυχόν καθυστέρηση που επιδεικνύεται. Όπως αποφασίστηκε στη Michaelidou v. Gregoriou
(1968)1 C.L.R. 88, οι διάδικοι δεν μπορούν να συναινέσουν να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει. Μάλιστα ενδείκνυται το ζήτημα της έλλειψης κατά τόπο ή καθ' ύλην δικαιοδοσίας να εγείρεται και να εξετάζεται το συντομότερο δυνατόν ώστε να μην προχωρά η διαδικασία χωρίς αρμοδιότητα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία να εξετάσει τη δικαιοδοσία του, ένας απόλυτα θεμιτός τρόπος ενέργειας. Η εξέταση της δικαιοδοσίας υπό το φως του ευρύτερου πλαισίου της διαφοράς των διαδίκων ιδωμένης ως εμπίπτουσας στο οικογενειακό δίκαιο, πρόβαλλε επιτακτική. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Words and Phrases Legally Defined, 2η Έκδ., Τόμος 3, σελ. 113: "Where a court takes it upon itself to exercise a jurisdiction which it does not possess, its decision amounts to nothing. Jurisdiction must be acquired before judgment is given."». Η έννοια της δικαιοδοσίας και πότε ένα Δικαστήριο ενεργεί εντός της δικαιοδοσίας του, αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτερης νομολογιακής ανάλυσης. Ενδεικτική είναι η αναφορά που γίνεται στην υπόθεση R.C.K. Sports Ltd (αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 618, την οποία το Δικαστήριο υιοθέτησε και στην υπόθεση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718: «Δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα σημαίνει την εξουσία την οποία έχει ένα δικαστήριο να αποφασίζει θέματα τα οποία παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται, σύμφωνα με Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση. Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης». Το Δ.Ε.Δ καθιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' απολαβών Νόμου 1967 (Ν.8/67) ως έχει τροποποιηθεί. Στο άρθρο 12 του Νόμου, (όπως τροποποιήθηκε ειδικά με τον Ν.5/73) προσδιορίζεται το εύρος της δικαιοδοσίας του που περιορίζεται στην επίλυση εργατικών διαφορών. Προβλέπει ως υπαγόμενα στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ., τη διάγνωση και απόφαση, μεταξύ άλλων, των ακολούθων διαφορών ως προσδιορίζονται στις υποπαραγράφους (α), (β) και (ε): (α) απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος. (β) απασών των εργατικών διαφορών, συμπεριλαμβανομένου και παντός συμπληρωματικού ή παρεμπίπτοντος θέματος παρεπομένου αυτώ δυνάμει ρητής διατάξεως οιουδήποτε ετέρου νόμου ή κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων. (γ) ............................................. (δ) ............................................. (ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση· Η «εργατική διαφορά» καθορίζεται ως εξής στις ερμηνευτικές διατάξεις των Νόμων 8/67 και 24/67: «"Εργατική διαφορά" σημαίνει οιανδήποτε διαφοράν μεταξύ εργοδοτών και εργοδοτουμένων ή μεταξύ εργοδοτουμένων και εργοδοτουμένων, εν σχέσει προς την απασχόλησιν ή την μη απασχόλησιν ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων είτε εργοδοτουμένων υπό του εργοδότου μετά του οποίου εγείρεται διαφορά είτε μη». Ο νομικός καθορισμός στο Κυπριακό Δίκαιο του όρου «εργατική διαφορά», αποτελεί κατά λέξη μεταφορά του αντίστοιχου όρου του Αγγλικού Δικαίου, όπως αυτός αποτυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 5
(3)του Trade Disputes Act 1906. Όπως εντοπίσθηκε από τον Lord Diplock στην απόφαση NWL Ltd v. Woods
(1979)3 All E.R. 614, 621, η διαφορά καθορίζεται, πρώτον, με αναφορά στα μέρη που εμπλέκονται και, δεύτερον, στο περιεχόμενο της. Η οποιαδήποτε διαφορά για να εμπίπτει στα πλαίσια του ορισμού του Νόμου θα πρέπει να σχετίζεται «προς την απασχόληση ή την μη απασχόληση ή τας συνθήκας απασχολήσεως ή τους όρους απασχολήσεως». Κατά την εκτίμηση μας το πεδίο έκτασης των εργατικών διαφορών που καλύπτει ο Νόμος 8/67 είναι περιορισμένης εμβέλειας. Εξαντλείται στα πλαίσια του άρθρου 12
(1)του Νόμου. Έχει ήδη καταγραφεί ανωτέρω η ερμηνεία του όρου «εργατική διαφορά», η οποία αποτυπώνεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου 8/67, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2(β) του Νόμου 5/73. Ως θέμα γραμματικής ερμηνείας προκύπτει ότι οριοθετείται και συσχετίζεται από την ίδια την απασχόληση ή τις συνθήκες ή τους όρους απασχόλησης. Η ανάγκη ακριβώς που προέκυψε για προσθήκη, μέσω της υποπαραγράφου (ε) και δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου 79(Ι)/96, των αυτοτελών αξιώσεων στις διαφορές που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δ.Ε.Δ., επιμαρτυρεί και το περιορισμένο εύρος του πεδίου που καλύπτει ο όρος «εργατική διαφορά». Η δικαιοδοτική αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ. πριν την τροποποίηση του άρθρου 12 του Ν.8/67, περιοριζόταν στις διαφορές που σχετίζονται με τον τερματισμό απασχόλησης. Διαφορές άλλες, αποσυναρτημένες από το συνδετικό αυτό στοιχείο, όπως λ.χ. οι δεδουλευμένοι μισθοί, έμεναν εκτός της υλικής αρμοδιότητας του. (Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείον Λτδ
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1381, 1387). Ως εκ τούτου ήταν αδύνατη η διεκδίκησε ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου ποσών πληρωτέων ως εκ της εργοδοτήσεως και όχι ως εκ του τερματισμού της. Τέτοιες αξιώσεις κρίθηκαν ότι δεν ενέπιπταν στα πλαίσια εργατικής διαφοράς που ανεφύη κατά την εφαρμογή του Νόμου. Οι αξιώσεις αυτής της μορφής στην απουσία νομοθετικής πρόνοιας, υπάγονταν στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δυνάμει των γενικών διατάξεων του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960, Ν.14/60 [Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1ΑΑΔ, 447, Χριστόδουλος Κυριάκου ν. Ταμείο για Πλεονάζον Προσωπικό
(1993)1 ΑΑΔ, 1020 και Ηλίας Ηλία ν. Αλωνεύτη
(1995)1CLR, 938]. Σημειωτέον ότι οι εν λόγω νομολογιακές προσεγγίσεις αποτέλεσαν τη γενεσιουργό αιτία τροποποίησης του άρθρου 12
(1)με την προσθήκη της υποπαραγράφου (ε). Έτσι, με την τροποποίηση, η επίλυση αυτοτελών αξιώσεων που αναφέρονται σε δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης και εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας εντάσσονται πλέον στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δ.Ε.Δ. (Elbee Ltd
(1999)1(A) ΑΑΔ 149, 154-155). Η έννοια της «αυτοτελούς αξίωσης» και πότε μια αυτοτελής αξίωση εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 12
(1)(ε) του Ν.8/67, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Toni & Guy Limassol Ltd (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «Για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση, όπως αυτή που περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται «από τη σύμβαση εργασίας». Κατά την κρίση μας ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας, εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Αυτό άλλωστε δείχνουν και οι υπόλοιπες πρόνοιες της παραγράφου 12
(1)(ε) οι οποίες αναφέρονται στο τι μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν τέτοιες αξιώσεις και αναφέρουν συγκεκριμένα απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο και ατομική ή συλλογική σύμβαση. Κατά την εκτίμηση μας η φράση «και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα.» θα πρέπει να ερμηνευτεί ejusdem generis, δηλαδή σε συνάρτηση και κατ' αναλογία προς ότι προηγείται της φράσης αυτής, που είναι διάφορα δικαιώματα που αφορούν στην εργασιακή σχέση.» Από το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης φαίνεται, ότι στον όρο «αυτοτελής αξίωση», όπως συναντάται στο άρθρο 12
(1)(ε) του Ν.8/67, εμπίπτουν αξιώσεις που εγείρονται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας και αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποκρυσταλλώθηκαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης, ενώ δεν εμπίπτουν αξιώσεις που προέκυψαν από τον τερματισμό ή τη λήξη της σύμβασης εργασίας. Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από τις έγγραφες προτάσεις και την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, οι αρχικοί όροι του ωφελήματος διαμορφώθηκαν και το επίδικο ωφέλημα καθίστατο απαιτητό τόσο πριν όσο και μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας. Πρόκειται δηλαδή για ωφέλημα που είχε αποκρυσταλλωθεί κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του Αιτητή και μπορούσε να ληφθεί από τον δικαιούχο του όχι αποκλειστικά σύμφωνα με τους όρους που θέτει το Τεκ.1. Η θέση του Αιτητή ότι το επίδικο ωφέλημα συνδεόταν με του όρους απασχόλησης του δεν φαίνεται να αμφισβητείται από τους Καθ' ων η αίτηση. Τα όσα αναφέρονται στους γενικούς λόγους εμφάνισης αποτελούν μια γενική άρνηση αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του παρόντος Δικαστηρίου, οι οποίοι απαιτούν όπως ο Καθ' ου η αίτηση προσδιορίσει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους αμφισβητεί το αίτημα και την παροχή της θεραπείας ή των θεραπειών που εξαιτείται ο Αιτητής (Κ.5
(1)των Διαδικαστικών Κανονισμών). Ως επακόλουθο των πιο πάνω κρίνουμε ότι η απαίτηση του Αιτητή σε σχέση με το επίδικο ωφέλημα δεν ενεργοποιείτο μόνο στην περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργασία αλλά και κατά τη διάρκεια της. Συνεπώς δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τους όρους της εργασιακής σχέσης και να θεωρηθεί ως καθαρό θέμα αθέτησης συμφωνίας. Υπό αυτά τα δεδομένα είναι κατάληξη μας ότι η αξίωση του Αιτητή σε σχέση με το επίδικο ωφέλημα εμπίπτει στην έννοια της «αυτοτελούς αξίωση» όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 12
(1)(ε) του Ν. 8/67, με επακόλουθο το παρόν Δικαστήριο να είναι το αποκλειστικά αρμόδιο να εκδικάσει την υπό κρίση διαφορά. (υπ)...................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ι. Νεοφύτου, Μέλος Ν. Σατσιάς, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.