← Κύπρος

Σ. Κ. ν. MESOKELEAS LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 107/2017, 27/12/2024

Σ. Κ. ν. MESOKELEAS LIMITED, Αρ. Υπόθεσης: 107/2017, 27/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Α. Λάμπρου & Π. Παναγιώτου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 107/2017 Μεταξύ: Σ. Κ. Αιτητής -και- MESOKELEAS LIMITED Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 27η Δεκεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Μιχάλης Παρασκευάς Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Δημήτρης Καΐλης για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, ο Αιτητής προσβάλλει τόσο τη διαδικασία όσο και τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση τερματισμού της απασχόλησης του. Όσον αφορά τη διαδικασία, είναι η θέση του Αιτητή ότι η εν λόγω απόφαση λήφθηκε από μη ανεξάρτητο και αμερόληπτο όργανο και κατά παράβαση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη. Ότι η όλη διαδικασία στο σύνολο της, είναι μολυσμένη εξ υπαρχής και έχει μολυνθεί ανεπανόρθωτα από το στοιχείο της μεροληψίας και της υποκειμενικότητας και της ταύτισης των Καθ' ων η αίτηση με το όργανο που οι ίδιοι διόρισαν, αμείβουν και εργοδοτούν και ασκούν απόλυτο έλεγχο επ' αυτού και το οποίο ονόμασαν Πειθαρχική Επιτροπή. Ότι ο ίδιος, σε καμία περίπτωση δεν έτυχε μεταξύ άλλων δίκαιης δίκης. Σ' ότι αφορά τους λόγους που οδήγησαν στην επίδικη απόφαση, είναι η θέση του ότι οι Καθ' ων η αίτηση παράνομα, αδικαιολόγητα, αναιτιολόγητα και χωρίς βάσιμους λόγους τερμάτισαν την απασχόληση του, καθώς ο ίδιος δεν προέβη σε καμία αντικανονική ενέργεια ή παράλειψη που να δικαιολογεί την απόλυση του. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι σε κάθε περίπτωση ακόμα και να θεωρηθεί ένοχος για τα πειθαρχικά αδικήματα που του αποδίδουν οι Καθ' ων η αίτηση, η εξοντωτική ποινή του τερματισμού της απασχόλησης του είναι πλήρως δυσανάλογη και παραβιάζει με τον πλέον βάναυσο τρόπο την αρχή της αναλογικότητας. Διατείνεται επίσης ότι η σύμβαση εργοδότησης που υπέγραψε με το Frederick Institute of Technology (στο εξής «το FIT») στις 16.1.2007, με ισχύ από 1.9.2007, κάλυπτε την απασχόληση του στους Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι νομοτύπως και υποχρεωτικώς υπεισήλθαν στη θέση του Εργοδότη του κατ' εφαρμογή των προνοιών της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ και του εναρμονιστικού Ν.104(Ι)/2000. Στη βάση αυτή αξιώνει: (α) Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, (β) Οφειλόμενη Προειδοποίηση, (γ) Αποζημιώσεις για απώλεια ικανότητας εξεύρεσης νέας εργασίας, απώλεια καριέρας και/ή σταδιοδρομίας, (δ) Αναλογούσες άδειες, (ε) Διάταγμα επαναπρόσληψης του, (στ) Τιμωρητικές αποζημιώσεις (ζ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και/ή λογική υπό τις περιστάσεις (η) Νόμιμο Τόκο (Θ) Έξοδα. Οι Καθ' ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, προβάλλουν ότι η διαδικασία που ακολούθησαν ήταν καθόλα νόμιμη και ορθή, σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία, τους Κανονισμούς και τον Καταστατικό Χάρτη που διέπει τη λειτουργία τους και ορίζει σαφώς τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να ενεργήσουν. Ότι στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας παρέδωσαν στον Αιτητή όλο το μαρτυρικό υλικό για την εναντίον του υπόθεση, όπως είχαν υποχρέωση να πράξουν δυνάμει των σχετικών Κανονισμών και έλαβαν όλα τα προβλεπόμενα μέτρα έτσι ώστε να διασφαλιστεί ότι η εν λόγω πειθαρχική διαδικασία πληροί όλες τις προϋποθέσεις οι οποίες διασφαλίζουν το αδιάβλητο της και το δικαίωμα ακρόασης του Αιτητή πριν την επιβολή ποινής. Περαιτέρω ότι η Πειθαρχική Επιτροπή ακολούθησε ως όφειλε τις νενομισμένες διαδικασίες εξασφαλίζοντας παράλληλα με αυτό τον τρόπο την ουδετερότητα και την αμεροληψία της. Ισχυρίζονται δε ότι ο Αιτητής και/ή ο δικηγόρος του ουδέποτε έθεσαν θέμα για την παρουσία και τον ρόλο των κ.κ. Ιωαννίδη και Αποστολίδη στην εν λόγω διαδικασία η οποία διήρκεσε αρκετό χρονικό διάστημα. Αρνούνται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή ήταν παράνομος και/ή αδικαιολόγητος και, επομένως, ότι δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Διατείνονται ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του ήταν καθόλα νόμιμος και δικαιολογημένος για τους λόγους που επικαλούνται και περιέχονται στην ομώνυμη επιστολή, καθώς ο Αιτητής ανάμεσα σε άλλα αρνείτο πεισματικά να αναλάβει ως όφειλε τη διδασκαλία μαθημάτων στα Μεταπτυχιακά Προγράμματα δημιουργώντας δυσχέρειες και/ή ανυπέρβλητα εμπόδια στον καταρτισμό και/ή στην προώθηση του εν λόγω Μεταπτυχιακού Προγράμματος. Αρνείτο επίσης να μεταβεί στη Λεμεσό για να διδάξει ως όφειλε να πράξει. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η Οδηγία 2001/23/ΕΚ και κατ' επέκταση ο εναρμονιστικός Ν.104(Ι)/2000, ουδεμία εφαρμογή και καμία σχέση έχει με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας Αίτησης και ότι η συμφωνία ημερ. 16.01.2007 που αναφέρει ο Αιτητής είναι άσχετη και/ή τα αποτελέσματα που αυτή επιφέρει ουδόλως αφορούν το Frederick University του οποίου εργοδοτούμενος ήταν ο Αιτητής ύστερα από την υπογραφή και αποδοχή πρότασης προσφοράς εργασίας. Το άρθρο 6

(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στους Καθ' ων η αίτηση απόκειται να ανατρέψουν το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξουν ότι δικαιολογημένα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλούνται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσαν για τους Καθ' ων η αίτηση τρείς μάρτυρες, ενώ ο Αιτητής υποστήριξε την υπόθεση του με την προσωπική του μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης η πραγματική μαρτυρία που αποτελείται από 33 συνολικά έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε. Προτού όμως συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία, θα ήταν χρήσιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τα παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, που είναι τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η αίτηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία λειτουργεί, διαχειρίζεται και εκμεταλλεύεται το ιδιωτικό Πανεπιστήμιο "Frederick University". Το εν λόγω Πανεπιστήμιο άρχισε να λειτουργεί τον Σεπτέμβριο 2007 και παρέχει προγράμματα σε πτυχιακό, μεταπτυχιακό και διδακτορικό επίπεδο. Εκτός από τη Λευκωσία, παρατήρημα του Πανεπιστημίου λειτουργεί και στη Λεμεσό. Ο Αιτητής είναι κάτοχος πτυχίου Κοινωνιολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος πτυχίου Κοινωνικής Εργασίας του ΤΕΙ Αθηνών. Είναι επί-σης κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού τίτλου (Magister Artium και PhD) του Πανεπιστημίου Eichstatt της Γερμανίας στο επιστημονικό αντικείμενο της Κοινωνικής Παιδαγωγικής και Κοινωνικής Πολιτικής και μεταπτυχιακού τίτλου του Πανεπιστημίου του Μονάχου στις Πολιτικές Επιστήμες. Εργοδοτήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση τον Σεπτέμβριο 2007 στη θέση του Λέκτορα στη Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών. Της προσλήψεως του προηγήθηκε η υπογραφή συμφωνίας ημερ. 16.1.2007 για εργοδότηση του από το "Frederick Institute of Technology" («FIT») η οποία θα ίσχυε από 01.09.2007 (Τεκ.2Α). Στις 03.02.2016, ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Καθηγητής Γ. Δ. απέστειλε επιστολή στην Αναπληρώτρια Καθηγήτρια κα. Ρ. Π. (Τεκ.1), με την οποία την ενημέρωνε ότι κατόπιν έγγραφης καταγγελίας που είχε λάβει από τον Κοσμήτορα της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών, Δρ. Σωτήρη Θεοχαρίδη, εναντίον του Αιτητή, έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος λόγω άρνησης εκτέλεσης διδακτικού έργου και την διόριζε ως Ερευνούσα Λειτουργό για τη διερεύνηση ενδεχόμενης διάπραξης των αναφερομένων στην ως άνω καταγγελία. Στις 11.2.2016, η κα Π. απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού Ταχυδρομείου, επιστολή στον Αιτητή (Τεκ.3), με την οποία τον ενημέρωνε για τον διορισμό της ως Ερευνούσα Λειτουργός να προβεί σε πειθαρχική έρευνα για το ενδεχόμενο διάπραξης από μέρους του πειθαρχικών παραπτωμάτων για άρνηση εκτέλεσης διδακτικού έργου. Στη συνέχεια η κα Π. προχώρησε στη συγκέντρωση μαρτυρικού υλικού, στη λήψη καταθέσεων και άλλων εγγράφων από το προσωπικό, το οποίο κατά την κρίση της είχε εμπλοκή με τα κατ' ισχυρισμό ενδεχόμενα πειθαρχικά παραπτώματα που καταλογίζονταν στον Αιτητή. Με τη συγκέντρωση του εν λόγω μαρτυρικού υλικού η κα Π. απέστειλε επιστολή στον Αιτητή ημερ. 9.3.2016 (Τεκ.5) με την οποία τον καλούσε να προσέλθει στο γραφείο της για να παραλάβει αντίτυπο του μαρτυρικού υλικού για το υπό διερεύνηση θέμα που τον αφορούσε. Με την ίδια επιστολή τον καλούσε όπως καταθέσει στην ίδια γραπτώς τις δικές του απόψεις επί του θέματος μέχρι τις 17.3.
  1. Στις 11.3.2016 ο Αιτητής παρέλαβε όλες τα έγγραφα και τις πληροφορίες τις οποίες συγκέντρωσε η κα Π., υπογράφοντας και σχετική βεβαίωση παραλαβής (Τεκ.6). Από τη βεβαίωση παραλαβής φαίνεται ότι το υλικό που παραδόθηκε στον Αιτητή περιλάμβανε, αντίτυπα καταθέσεων από 11 άτομα, πρακτικά από διάφορες συνεδριάσεις του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας για την περίοδο από 12.6.2012 μέχρι 22.1.2016, επιστολή του κ. Α. προς Κοσμήτορα της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών ημερ. 27.1.2016, επιστολή κ. Θε. προς Πρύτανη του Πανεπιστημίου ημερ. 1.2.2016 (Τεκ.2), το συμβόλαιο του Αιτητή με το "FIT" (Τεκ.2Α), επιστολές Αιτητή προς κ. Α. ημερ. 12.12.2014 και 28.01.2016 ως και ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων κ. Α. με Αιτητή ημερ. 24.3.
  2. Την ίδια μέρα ο Αιτητής παρέδωσε στην κα Π. επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 10.3.2016, μέσω της οποίας αιτήθηκε όπως του παραχωρηθεί χρόνος 15 ημερών για να υποβάλει τις θέσεις του και να απαντήσει επί του θέματος. Το αίτημα έγινε αποδεκτό με επιστολή προς τον Αιτητή ημερ. 11.3.2016 (Τεκ.7) με την οποία καλείτο όπως καταθέσει γραπτώς τις απόψεις του μέχρι τις 28.3.
  3. Ο Αιτητής παρέθεσε τις απόψεις του σε επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 28.3.2016 (Τεκ.8), με την οποία υπογραμμίζει μεταξύ άλλων ότι δεν υπέπεσε σε κανένα πειθαρχικό παράπτωμα. Πέραν των επισυνημμένων σε αυτή παραρτημάτων, σημειώνει ότι σχετικά με το υπό κρίση ζήτημα θα λάμβαναν άμεσα επιστολές από την καθηγήτρια Μ. Γ., πρώην πρόεδρο Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας, την κα Μ. Ν., υπεύθυνη Πρακτικής Άσκησης Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας και τον κ. Α. Μ. Κοινωνικό Ψυχολόγο, Μέλος Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας, οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο υπό μορφή κατάθεσης (Τεκ.8Α). Στις 15.4.2016 η κα Π. αφού ολοκλήρωσε τη σύνταξη του πορίσματος της υπόβαλε έκθεση με όλα τα στοιχεία και τις εισηγήσεις της στον Πρόεδρο της Πειθαρχικής Επιτροπής (Τεκ.9). Στις 21.6.2016 ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής του Πανεπιστημίου απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος στον Αιτητή επιστολή (Τεκ.11), στην οποία συμπεριλαμβανόταν το Πειθαρχικό Κατηγορητήριο και τον καλούσε όπως εμφανιστεί ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής στις 29.6.2016 για την ακρόαση των εναντίον του Πειθαρχικών κατηγοριών που αφορούσαν άρνηση ή/και παράλειψη εκτέλεσης καθηκόντων κατά τα έτη 2013 -2015 και 2016, άρνηση ή/και παράλειψη συμμετοχής σε επιτροπές, εκδηλώσεις και δραστηριότητες που προάγουν τους σκοπούς του Πανεπιστημίου και συμβάλλουν στην επιτυχία της αποστολής του, καθώς και στη διαδικασία υποβοήθησης της εγγραφής φοιτητών κατά τα έτη 2013 - 2016, παράβαση του καθήκοντος προαγωγής των σκοπών του Πανεπιστημίου, διασφάλιση της αξιοπιστίας του Πανεπιστημίου και συμβολής στην επιτυχία του κατά τα έτη 2014-
  4. Με την ίδια επιστολή ο Αιτητής ενημερώθηκε και για τη διαδικασία που θα ακολουθείτο, τη δυνατότητα του να καλέσει μάρτυρες, να προσκομίσει τυχόν αποδεικτικά στοιχεία και να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο. Επίσης, ότι θα λάμβανε όλο το μαρτυρικό υλικό και τα σχετικά έγγραφα ηλεκτρονικά, μέσω wetransfer. Σύμφωνα με την απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής ημερ. 21.9.2016 (Τεκ.12), η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης διεξήχθη στις 29.6.2016, 30.6.2016 και 12.7.
  5. Παρόντες στη διαδικασία ήταν τα τρία μέλη της Πειθαρχικής Επιτροπής, μεταξύ των οποίων και ο κ. Κ. Μ. που προέδρευε της Επιτροπής, ο δικηγόρος κ. Π. Ι. ως νομικός σύμβουλος της Επιτροπής, ο δικηγόρος κ. Α. Αποστολίδης, που ασκούσε καθήκοντα κατηγόρου για τις πειθαρχικές καταγγελίες και ο Αιτητής μαζί με τον δικηγόρο του, ο οποίος και αντεξέτασε όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν εκ μέρους του Πανεπιστημίου. Παρούσα ήταν και η κα Χ. Χ. ως γραμματειακό προσωπικό για τήρηση των πρακτικών. Ο Αιτητής αρνήθηκε όλες τις εναντίον του κατηγορίες με επακόλουθο η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Για το Πανεπιστήμιο κατέθεσαν ενώπιον της Επιτροπής 10 συνολικά πρόσωπα. Κατέθεσε επίσης ο Αιτητής ο οποίος αντεξετάστηκε από το δικηγόρο της καταγγέλλουσας αρχής. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η Πειθαρχική Επιτροπή προχώρησε στην έκδοση απόφασης κρίνοντας τον Αιτητή ένοχο διάπραξης του πειθαρχικού αδικήματος της άρνησης ή/και παράλειψης εκτέλεσης καθηκόντων κατά παράβαση των άρθρων 11, 12, 13, 70
(1)και 70
(8)α)(β) των περί Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Εσωτερικών Κανονισμών του 2006, λόγω άρνησης και/ή παράλειψης να αναλάβει μαθήματα στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τις σελίδες 6-8 της απόφασης της Επιτροπής (Τεκ.12): Με βάση το άρθρο 13
(1)Περί Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Frederick Εσωτερικούς Κανονισμούς 2006), η ανάθεση διδακτικού έργου γίνεται για κάθε μέλος ΔΕΠ από το κάθε Τμήμα ξεχωριστά και υποβάλλεται για επικύρωση και έγκριση. Όπως ανέφερε και στη μαρτυρία του ο κ. Α. Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας και συντονιστής του προπτυχιακού και μεταπτυχιακού προγράμματος του τμήματος, στο πλαίσιο συντονισμού του προγράμματος του τμήματος και ανάθεσής μαθημάτων έγινε πρόταση στον καταγγελλόμενο να διδάξει στο μεταπτυχιακό. Ο κ. Κ. εξέφρασε την άρνησή του και ως λόγο επικαλέστηκε τη δήθεν μη ανέλιξή του. Το ίδιο επαναλήφθηκε και στα επόμενα εξάμηνά κατά τα έτη από το 2013 έως το 2015 αλλά και εντός του
  1. Τον ίδιο λόγο άρνησης του καταγγελλόμενου για την ανάληψη διδασκαλίας των μαθημάτων του μεταπτυχιακού επιβεβαιώνει και ο Λέκτορας κ. Π., η κα. Ε. (επόπτης στο Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας), ο κ. Χ'' Χ., η κα. Α. και ο κ. Σ. Η. Ο καταγγελλόμενος, κατά την μαρτυρία του υπεραμύνθηκε της απόφασής του, να αρνηθεί την ανάληψη διδασκαλίας μεταπτυχιακού προγράμματος για το λόγο ότι κατέχει πολλά χρόνια τη βαθμίδα του Λέκτορα και δεν έχει τύχει ανέλιξης. Γι' αυτό το λόγο, εξάλλου, έχει καταχωρίσει, όπως ο ίδιος ανέφερε, εναντίον του Πανεπιστημίου την υπ' αριθμό 957/14 αίτηση εργατικής διαφοράς στο Εργατικό Δικαστήριο Λευκωσίας, με την οποία επιζητεί δικαστική απόφαση για την ανέλιξή του διαδοχικά στη βαθμίδα του Επίκουρου και του Καθηγητή. Η μη ανέλιξή του επομένως είναι, κατά τον κ. Κ., αποφασιστικής σημασίας για τη μη ανάληψη από μέρους του διδασκαλίας μεταπτυχιακού. Περαιτέρω στη συνεδρίαση του Τμήματος στις 25/9/2014 (ΑΠ.Ε.5311, Α.Φ. 32.13.03 ο κ. Κ. (τεκμήριο 32) επανέλαβε την άρνηση του να αναλάβει μάθημα στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα με την ίδια αιτιολόγηση που κατέθεσε και το προηγούμενο εξάμηνο και αφορά στις προσωπικές του εκκρεμότητες με τη Διοίκηση του Πανεπιστημίου. Επίσης στη συνεδρίαση του Τμήματος στις 24/09/2015 (Α.Π. Ε. 6090, Α.Φ. 32.13.03), στο θέμα 2 (τεκμήριο 33), όταν τέθηκε το θέμα ανάθεσης μεταπτυχιακού μαθήματος στον κ. Κόφφα, ο ίδιος απάντησε ότι δεν υπάρχει καμία απάντηση - αλλαγή από τη διοίκηση του ιδρύματος, δηλαδή δεν έχουν αρθεί τα ζητήματα για τη μη εφαρμογή της νομοθεσίας για τις ανελίξεις, όπως και για την ανάθεση μαθημάτων σύμφωνα με τα γνωστικά αντικείμενα, για τα οποία έχει προσφύγει δικαστικά εναντίον της Διοίκησης του Πανεπιστημίου. Είχαμε την ευκαιρία να διεξέλθουμε με προσοχή τους Κανονισμούς του Πανεπιστημίου. Παρατηρούμε ότι πουθενά σε αυτούς δεν υπάρχει αναφορά ότι απαγορεύεται ή ότι δεν ενδείκνυται σε Λέκτορα να διδάξει σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Αντίθετα, θεωρούμε ότι ο καταγγελλόμενος ως ένας εκ των αρχαιότερων διδασκόντων στο Τμήμα του, είχε υποχρέωση να συμμορφωθεί με τις εντολές του Τμήματός του και τον προγραμματισμό αυτού και να αναλάβει τη διδασκαλία του μεταπτυχιακού, επί ενός αντικειμένου, μάλιστα, που ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην επιστολή του Προεδρεύοντα του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας προς τον Κοσμήτορα της Σχολής (τεκμήριο 22), σε συνεδρίαση του Τμήματος με ημερ. 22.01.2016 ρωτήθηκαν τα μέλη για τη διαθεσιμότητα τους για κάλυψη εκπαιδευτικών αναγκών για το εαρινό εξάμηνο
  2. Όλοι δήλωσαν θετική διάθεση εκτός από τον καταγγελλόμενο, ο οποίος αρνήθηκε την ανάληψη εκπαιδευτικού έργου στο Μεταπτυχιακό της Κοινωνικής Εργασίας. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται και από τα πρακτικά του Τμήματος ημερομηνίας 26/01/2016 (τεκμήριο 23). Ως εκ των πιο πάνω, η Επιτροπή κρίνει ότι ο καταγγελλόμενος, που είχε την ειδικότητα στην Κοινωνική Εργασία και κρίνεται από το Τμήμα του ως ικανός και κατάλληλος να διδάσκει στο προπτυχιακό πρόγραμμα της Κοινωνικής Εργασίας, σίγουρα έχει όλα τα εφόδια για να διδάξει και στο αντίστοιχο μεταπτυχιακό πρόγραμμα και κατά συνέπεια το πειθαρχικό αδίκημα της άρνησης ανάληψης της διδασκαλίας των μαθημάτων στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών έχει αποδειχθεί και η Επιτροπή βρίσκει τον κ. Κ. ένοχο διάπραξης του σχετικού πειθαρχικού αδικήματος στο οποίο αφορά η πρώτη κατηγορία. Περαιτέρω ο Αιτητής κρίθηκε ένοχος διάπραξης του πειθαρχικού αδικήματος της άρνησης να αναλάβει τη διδασκαλία μαθημάτων σε ομάδα φοιτητών του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας στη Λεμεσό κατά παράβαση των άρθρων 11, 12, 13, 70
(1)και 70
(8)(α)(β) των περί Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Εσωτερικών Κανονισμών του 2006 (στο εξής «οι Εσωτερικοί Κανονισμοί»). Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τις σελίδες 6-8 της απόφασης της Επιτροπής (Τεκ.12): [.] Παρατηρούμε ότι ο κ. Κ. ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε τα πιο κάτω γεγονότα και συγκεκριμένα: Ήταν κοινή θέση των μαρτύρων κατηγορίας (Α., Π., Κ., Η. και Α.) ότι παρά το γεγονός ότι οι ανάγκες του Πανεπιστημίου επέβαλλαν τη διεξαγωγή διδασκαλίας στη Λεμεσό, ο κ. Κ. αρνήθηκε επανειλημμένως να αναλάβει την διδασκαλία προπτυχιακού και μεταπτυχιακού στη Λεμεσό με την δικαιολογία πως, με βάση τη σύμβαση εργοδότησης του, έδρα της εργασίας του θα είναι κατ' αποκλειστικότητα η Λευκωσία. Το ίδιο υποστήριξε και ο κ. Κ. κατά την δική παρουσίαση της εκδοχής των γεγονότων. Επικαλέστηκε μάλιστα το τεκμήριο 25 που είναι η σύμβαση εργοδότησης του ίδιου με το Frederick Institute of Technology. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω σύμβαση που επικαλείται ο κ. Κ. ουδεμία σχέση έχει με το Πανεπιστήμιο και είναι προγενέστερη από την έναρξη λειτουργίας του Πανεπιστημίου. Εν πάση περιπτώσει ακόμα και στη περίπτωση που υποθετικά δεχτούμε ότι η εν λόγω σύμβαση (τεκμ. 25) είναι σε ισχύ ο όρος 5 αυτής που επικαλείται ο κ. Κ. δεν συνάδει με τις θέσεις του. Ο εν λόγω όρος αναφέρει:
  1. Place of work Initially the Employee will be based at the Nicosia Campus. However the appointment is on the basis that, where the situation so demands, the Employer may from time to time require the Employee to undertake duties and/or at the Campus". Σε μετάφραση:
  2. Τόπος Εργασίας Αρχικά ο Εργαζόμενος θα τοποθετείται στη Πανεπιστημιούπολη της Λευκωσίας. Εντούτοις η τοποθέτηση αυτή είναι με την προϋπόθεση ότι, όπου η περίσταση έτσι επιβάλλει, ο Εργοδότης μπορεί από χρόνο σε χρόνο να ζητήσει από τον Εργοδοτούμενο να αναλάβει καθήκοντα στη Πανεπιστημιούπολη του/της ....................................................................................................................... Θεωρούμε ότι από το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης αυτό που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ο κ. Κ. αν οι ανάγκες του εργοδότη επιβάλλουν μπορούσε να μετακινηθεί εκτός του τόπου τοποθέτησής του. Συνεπώς η θέση του περί αποκλειστικής κατά τόπο απασχόλησης του στη Λευκωσία κατά το τεκμήριο 25 δεν ισχύει. Ο κ. Κ. αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε ότι στις 4.12.2007 είχε αποδεχτεί, δια της υπογραφής του, την προσφορά τοποθέτησής του στη βαθμίδα του Λέκτορα με το Πανεπιστήμιο στην οποία μάλιστα, ουδεμία ειδική αναφορά γίνεται για αποκλειστική εργασία του στη Λευκωσία. Η επιστολή ημερ. 4.1.2015 του Υπουργείου Εργασίας, που παρουσίασε ο κ. Κ., δεν τυγχάνει εφαρμογής στη παρούσα γιατί απλά ενημερώνει το εργοδοτούμενο για τις νομικές επιλογές που έχει σε περίπτωση μονομερούς αλλαγής του τόπου εργοδότησης, ενώ στη προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει όρος σε συμβόλαιο του κ. Κ. που να περιορίζει την άσκηση καθηκόντων στη Λευκωσία. Η διδασκαλία στη Λεμεσό είναι εύλογη στα πλαίσια των λειτουργικών αναγκών του Πανεπιστημίου. Με βάση τα πιο πάνω θεωρούμε ότι έχει αποδειχτεί και η δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει ο καταγγελλόμενος. Ο κ. Κ. είχε ρητή υποχρέωση όπως αυτό περιγράφεται και στο τεκμήριο 18 να μεταβεί στη Λεμεσό και δεν το έπραξε κατά παράβαση των κανονισμών που αναφέρονται στην κατηγορία. Η δε άρνηση του κ. Κ. επιβαρύνει το έργο των συναδέλφων του οι οποίοι, με βάση τις καταθέσεις τους, καλούνται είτε οι ίδιοι είτε επισκέπτες καθηγητές να καλύψουν τις πρόσθετες διδακτικές ανάγκες, ενώ την ίδια στιγμή αναλαμβάνουν την επίβλεψη πρόσθετων μεταπτυχιακών διατριβών. Σημειώνεται, ότι κάθε Πανεπιστήμιο, ως ζωντανός οργανισμός, επεκτείνεται, διαμορφώνει νέα προγράμματα σπουδών και τα προσφέρει σε ομάδες φοιτητών. Με βάση το άρθρο 11 του καταστατικού χάρτη αναμένεται οι ακαδημαϊκοί να αναλαμβάνουν οι ίδιοι ως μέλη θεσμικών οργάνων την περαιτέρω ανάπτυξη των προγραμμάτων και των Τμημάτων τους. Σύμφωνα με τις καταθέσεις των Α., Α., Κ. και Η. τόσο το μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών, όσο και η πρόταση για εξ' αποστάσεως πρόγραμμα σπουδών (που τελικά δεν προχώρησε), αλλά και η προσφορά του προπτυχιακού προγράμματος σε ομάδα της Λεμεσού ήταν μία ανάγκη που προέκυψε από το ίδιο το Τμήμα. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κ. Κ. είναι ένοχος διάπραξης πειθαρχικού αδικήματος, ως η δεύτερη κατηγορία εναντίον του. [.] Ως εκ των ανωτέρω, η Επιτροπή προτού προχωρήσει στην επιβολή ποινής κάλεσε τον Αιτητή όπως εντός τεσσάρων ημερών από τη λήψη της απόφασης εκθέσει γραπτώς τις απόψεις του, σύμφωνα με το άρθρο 73
(8)των περί Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Εσωτερικούς Κανονισμούς του 2006 (Τεκ.15). Στις 28.9.2016 ο Αιτητής, μέσω του δικηγόρου του, απέστειλε επιστολή με την οποία ηρνείτο τη διάπραξη των πειθαρχικών αδικημάτων, σημειώνοντας ότι δεν ανέλαβε τη διδασκαλία μεταπτυχιακού προγράμματος του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας για το λόγο ότι δεν σχετιζόταν με το γνωστικό αντικείμενο του ιδίου, ενώ για την άρνηση ανάληψης μαθήματος στη Λεμεσό επέμενε στην εφαρμογή του συμβολαίου εργασία ημερ. 16.1.2007 (Τεκ. 2Α). Στις 3.10.2016 η Πειθαρχική Επιτροπή εξέδωσε απόφαση για την επιβολή ποινής, θέτοντας και στις δύο περιπτώσεις ως αρμόζουσα ποινή τον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή. Παραθέτουμε αυτούσιο το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης (Τεκ.17): «[...] Οι εισηγήσεις του κ. Κ., ως εξηγούνται στην πιο πάνω επιστολή του σε σχέση με την 1η κατηγορία της άρνησης ή/και της παράλειψης διδασκαλίας μαθημάτων στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών του Τμήματος της Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου, συνοψίζονται στο ότι ο κ. Κ. εμμένει στην άρνηση του να αναλάβει καθήκοντα διδασκαλίας στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Η Επιτροπή σημειώνει ότι ενώ κατά την ακρόαση της υπόθεσης ο κ. Κ. προέβαλε προς υπεράσπισή του ότι η άρνηση ανάληψης διδασκαλίας μεταπτυχιακού είναι κατά τον ίδιο «δικαιολογημένη» αφού το μεταπτυχιακό διδάσκεται μόνο από διδάσκοντα κατέχοντα Βαθμίδα ανώτερη του λέκτορα, τώρα δια τις θέσεις του επί της ποινής ισχυρίζεται ότι η άρνηση του οφείλεται στο ότι το γνωστικό αντικείμενο του ιδίου είναι Κοινωνική Πολιτική και Κοινωνική Εργασία και δεν έχει σχέση με το γνωστικό αντικείμενο που κλήθηκε να διδάξει στο μεταπτυχιακό. Η Επιτροπή έχει ήδη αποφασίσει, με την απόφαση της στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, ότι στη βάση του 13
(1)του Περί Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Frederick εσωτερικοί κανονισμοί του 2006 η ανάθεση του διδακτικού έργου μαζί με άλλες δραστηριότητες για κάθε μέλος ΔΕΠ γίνεται από το κάθε Τμήμα ξεχωριστά και σύμφωνα με τις ανάγκες του Πανεπιστημίου. Επίσης το άρθρο 12
(2)στις γενικές ευθύνες των μελών ΔΕΠ δεν κάνει διάκριση για διδασκαλία των φοιτητών του Πανεπιστημίου σε προ-πτυχιακούς ή μεταπτυχιακούς. Περαιτέρω η Επιτροπή κρίνει ότι ο καταγγελλόμενος με ειδικότητα στην Κοινωνική Εργασία ανεξαρτήτως της διατριβής του, από τη στιγμή που έχει κριθεί από το Τμήμα του ως ικανός για διδασκαλία στο προπτυχιακό πρόγραμμα της Κοινωνικής Εργασίας, είχε όλα τα εφόδια να διδάξει και στο αντίστοιχο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του ιδίου γνωστικού αντικειμένου και επιπλέον από τη στιγμή που οι ανάγκες του Πανεπιστημίου επέβαλλαν διδασκαλία στο μεταπτυχιακό ο καταγγελλόμενος ως μέλος της ΔΕΠ όφειλε να συμμορφωθεί με αυτές. Δεν έχει σχέση επομένως η Βαθμίδα του κ. Κ. είτε το γνωστικό αντικείμενο της διατριβής του, αλλά οι ανάγκες του Τμήματος επί ενός επιστημονικού πεδίου που ήδη δίδασκε ο κ. Κ. στο προπτυχιακό πρόγραμμα για όλα τα χρόνια της υπηρεσίας του. Η άρνηση επομένως του κ. Κ. να αναλάβει καθήκοντα διδασκαλίας στο μεταπτυχιακό παραβιάζει ευθέως το άρθρο 11, το άρθρο 12
(1)και
(2)καθώς και το άρθρο 70 των Περί Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Frederick Εσωτερικοί Κανονισμοί του
  1. Με τις ενέργειες και/ή παραλείψεις του ο καταγγελλόμενος επέφερε πολλαπλή αναστάτωση στην ορθή και εύρυθμη οργάνωση του Τμήματός του και αρκετοί συνάδελφοί του αναγκάστηκαν να επωμιστούν επιπλέον φόρτο εργασίας σε αντικατάσταση του ιδίου. Ο κ. Κ. δια των ενεργειών ταυ και/ή των παραλείψεων του, επέδειξε εσκεμμένη ανυπακοή σε νόμιμη και λογική οδηγία του Πανεπιστημίου για ανάληψη καθήκοντος διδασκαλίας στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα του Τμήματός του σε πλήρη παραγνώριση των Κανονισμών και των καθηκόντων του. Η Πειθαρχική Επιτροπή κρίνει ότι λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων αυτών και της ηθελημένης άρνησης και εσκεμμένης παρακοής του καταγγελλόμενου για ανάληψη καθήκοντος στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα η αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της απόλυσης (άρθρο 71 (α)). Αναφορικά με τη 2η πειθαρχική κατηγορία στην οποία βρέθηκε ένοχος ο καταγγελλόμενος, ο κ. Κ. εμμένει, μέσω της ως άνω επιστολής του δικηγόρου του, στη θέση ότι με Βάση το συμβόλαιο εργασίας του αποκλειστικός τόπος εργασίας του είναι η Λευκωσία. Η Επιτροπή, ως αποφάσισε με την απόφαση της στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, απέρριψε αυτή τη θέση του κ. Κ. Η συμβατική σχέση του με το Πανεπιστήμιο δεν καθορίζει ως μοναδικό τόπο απασχόλησης του τη Λευκωσία και η ανάθεση σε αυτόν κάποιων καθηκόντων στη Λεμεσό ήταν νόμιμη και συνεπώς θα έπρεπε ο κ. Κ. να ανταποκριθεί. Ο καταγγελλόμενος δια της ανυπακοής του να αναλάβει την διδασκαλία μαθημάτων του Τμήματος του στη Λεμεσό παραβιάζει τα άρθρα 11, 12 και 70 των προαναφερθέντων Κα-νονισμών και λόγω της συνεχιζόμενης άρνησης του να αναλάβει καθήκοντα στη Λεμεσό αλλά και της σοβαρότητας του πειθαρχικού αδικήματος, η αρμόζουσα ποινή και σε αυτή την κατηγορία είναι η απόλυση του από την υπηρεσία του Πανεπιστημίου. [.]» Η απόφαση επί της ποινής κοινοποιήθηκε αυθημερόν στον Αιτητή με σχετική επιστολή (Τεκ.18), στην οποία επισημαινόταν και το δικαίωμα του να υποβάλει γραπτή ένσταση στη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου εντός 15 ημερών από της κοινοποιήσεως της απόφασης. Ο Αιτητής υπέβαλε ένσταση στην πιο πάνω απόφαση. Η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου στην συνεδρίαση της ημερ. 19.10.2016 αποφάσισε την επικύρωση της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής και την επιβολή στον Αιτητή της ποινής τερματισμού της απασχόλησης του με 14 ψήφους υπέρ και μία αποχή (Τεκ.21). Ακολούθως το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου στη συνεδρίαση του ημερ. 25.11.2016 επικύρωσε την απόφαση της Συγκλήτου (Τεκ.22), ενημερώνοντας τον Αιτητή με σχετική επιστολή ημερ. 28.11.2016 (Τεκ.23). Για ολοκλήρωση του παραδεκτού ή αδιαμφισβήτητου πλαισίου της υπόθεσης να σημειώσουμε ότι οι τελευταίες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στα €3.954,80 πλέον 13ο μισθό (Τεκ.24). Μαρτυρία Πλείστα σημεία της μαρτυρίας των μαρτύρων των Καθ' ων η αίτηση έχουν περιληφθεί στα παραδεκτά ή μη επιδεχόμενα αμφισβήτησης γεγονότα και, επομένως, η προσοχή του Δικαστηρίου θα στραφεί σε εκείνα τα σημεία της μαρτυρίας τους που έτυχαν αμφισβήτησης. Η κα Α. Π., με τη γραπτή δήλωση της (Τεκ.Α), αναφέρθηκε στο διορισμό της ως Ερευνούσα Λειτουργός και στη διαδικασία που ακολούθησε για ολοκλήρωση της ανατεθείσας έρευνας. Ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής είχε γίνει δέκτης παραπόνων για τη συμπεριφορά του, τόσο από συναδέλφους ακαδημαϊκούς οι οποίοι εξέφρασαν σε αρκετές περιπτώσεις τη δυσφορία τους για τη στάση του Αιτητή, όσο και στις συνεδρίες του Τμήματος στο οποίο ανήκε. Υποστήριξε ότι οι καταθέσεις ή δηλώσεις των κ.κ. Α. Μ., Γ. και Μ. Ν. δεν διενεργήθηκαν από την ίδια, αλλά ούτε και ήταν παρούσα κατά τη λήψη τους, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να γνωρίζει τις περιστάσεις και τις συνθήκες κάτω από οποίες είχαν ληφθεί. Σημείωσε δε, ότι οι εν λόγω καταθέσεις συμπεριλήφθηκαν στο πόρισμα που παραδόθηκε στην Πειθαρχική Επιτροπή. Ο Αιτητής, πλην της επιστολής του δικηγόρου του (Τεκ.8), ουδέποτε κατέθεσε στην ίδια γραπτώς ή προφορικώς για τα πειθαρχικά παραπτώματα που του καταλογίζονται. Αντεξεταζόμενη, επέμενε ότι η διαδικασία διορισμού της ήταν νόμιμη και έγινε από το αρμόδιο δυνάμει του καταστατικού εκλεγόμενο όργανο. Επί της ουσίας ανέφερε ότι για τη σύνταξη του πορίσματος, στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στις καταθέσεις που έλαβε από τον Κοσμήτορα, την Αναπληρώτρια Κοσμήτορα και από μέλη του Συμβουλίου του Τμήματος στο οποίο ανήκε ο Αιτητής, μη συμπεριλαμβανομένου των φοιτητών, και στα πρακτικά του Συμβουλίου του Τμήματος που της είχαν δοθεί. Για τις τρεις καταθέσεις που λήφθηκαν από τον δικηγόρο του Αιτητή (Τεκ.8 και 8Α), διευκρίνισε ότι τα δύο από τους τρεις δεν ήταν πλέον μέλη του Διδακτικού Προσωπικού για να δώσουν οποιεσδήποτε εξηγήσεις στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε ο Αιτητής, ενώ για τον κ. Μ. που συνέχισε να ανήκει στο Ειδικό Διδακτικό Προσωπικό, έκρινε ότι δεν θα πρόσθετε κάτι περισσότερο αν τον καλούσε. Διαφώνησε με την εισήγηση της άλλης πλευράς ότι στέρησαν από τον Αιτητή το δικαίωμα υπεράσπισης, λέγοντας ότι του ζήτησε να καταθέσει στην ίδια είτε γραπτώς είτε προφορικώς και δεν το έπραξε. Για το συμβόλαιο (Τεκ.2Α) ισχυρίστηκε ότι είχε αντικατασταθεί από συμβόλαιο που του δόθηκε με τον διορισμό του στο Πανεπιστήμιο και που αφορούσε όλους τους τότε διδάσκοντες στο Ίδρυμα κατόχους Διδακτορικού. Ισχυρίστηκε ότι ο κάθε ακαδημαϊκός υπηρετώντας στο Πανεπιστήμιο, γνώριζε και αποδέχθηκε από της ιδρύσεως το 2007, ότι έδρα του Πανεπιστημίου ήταν η Λευκωσία και η Λεμεσός. Όσον αφορά την άρνηση του Αιτητή να διδάξει στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών ισχυρίστηκε ότι η ανάθεση των μαθημάτων γίνεται με απόφαση του Συμβούλιου του Τμήματος που λαμβάνεται στη βάση της πλειοψηφίας κατόπιν εισηγήσεως του Προέδρου και οποιαδήποτε διαφωνία μέλους καταγράφεται. Ο κ. Κ. Μ., είναι μέλος του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού των Καθ' ων η αίτηση από το
  2. Ευρίσκεται στη βαθμίδα του Καθηγητή και κατέχει τα θέση Κοσμήτορα της Σχολής Τεχνών, Επικοινωνίας και Πολιτισμικών Σπουδών. Αναφερόμενος με τη γραπτή δήλωση του (Τεκ.Β) στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε ο διορισμός της Ερευνούσας Λειτουργού και τη διαδικασία που ακολούθησε η Πειθαρχική Επιτροπή, της οποίας προΐστατο, για να καταλήξει στην τελική της απόφαση, υποστήριξε ότι ο Αιτητής κατά το στάδιο υποβολής των θέσεων του, μετά την απόφαση επί της ενοχής του στις δύο πρώτες κατηγορίες και πριν την επιβολή ποινής, είχε την ευκαιρία να απολογηθεί για τη συμπεριφορά του και την άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος και να ενημερώσει την Επιτροπή ότι θα επεδείκνυε τη δέουσα προθυμία και σε συνεννόηση με το Τμήμα του θα αναλάμβανε τη διδασκαλία μεταπτυχιακού προγράμματος στη Λεμεσό. Αντί αυτού όχι μόνο επέμενε στο αιτιολογημένο της άρνησης του, το οποίο η Επιτροπή απέρριψε με την απόφαση της, αλλά προσπάθησε συν τοις άλλοις να αλλάξει την υπερασπιστική του θέση που προώθησε κατά την ακροαματική διαδικασία. Είναι η θέση του ότι η Πειθαρχική Επιτροπή ακολούθησε όλες τις νενομισμένες διαδικασίες σύμφωνα με τους Εσωτερικούς Κανονισμούς και ότι η πλευρά του Αιτητή σε καμία περίπτωση και σε κανένα στάδιο της διαδικασίες δεν έθεσε οποιοδήποτε διαδικαστικό ή άλλο ζήτημα σε σχέση με την παρουσία των νομικών συμβούλων των Καθ' ων η αίτηση στην Πειθαρχική Διαδικασία. Αντεξεταζόμενος διαφώνησε με τη θέση της άλλης πλευράς ότι ο Αιτητής ως Λέκτορας δεν μπορούσε να διδάξει στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών, σημειώνοντας ότι όλοι οι καθηγητές οποιαδήποτε βαθμίδας μπορούν να διδάξουν στο μεταπτυχιακό της ειδικότητας τους. Ο μάρτυρας εξέφρασε άγνοια στην υποβολή που δέχθηκε ότι ο συνήγορος που ασκούσε καθήκοντα κατηγόρου στην πειθαρχική δίκη ήταν υπάλληλος του νομικού συμβούλου της Πειθαρχικής Επιτροπής, λέγοντας ότι δεν τους γνωρίζει και ούτε τους ξαναείδε. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ζήτησε όπως σε όλες τις ακροάσεις υπάρχουν νομικοί σύμβουλοι του Πανεπιστημίου για υποστήριξη, διότι η Πειθαρχική Επιτροπή δεν αποτελείται από άτομα που είναι γνώστες νομικών θεμάτων. Ενώ ανέφερε ότι κατά την πειθαρχική δίκη βγήκαν στη φόρα πάρα πολλά αρνητικά στοιχεία μη συμμόρφωσης, τα οποία ουσιαστικά δεν περιλήφθησαν στο κατηγορητήριο, ωστόσο η Επιτροπή έλαβε υπόψη τη Λεμεσό και το Μεταπτυχιακό μόνο, τονίζοντας ότι οι δυο κατηγορίες μη συμμόρφωσης, να μην πηγαίνει Λεμεσό και να μην διδάσκει στο μεταπτυχιακό, για τον ίδιο ήταν σοβαρές. Επανεξεταζόμενος σε σχέση με ευκαιρία που δόθηκε στον Αιτητή να θέσει ξανά τις θέσεις του μετά την έκδοση της απόφασης για την ενοχή του, ανέφερε ότι με την επιστολή του (Τεκ.16) δεν έθεσε οποιονδήποτε ισχυρισμό που θα βοηθούσε στον μετριασμό της ποινής, αλλά αντιθέτως ακολούθησε την ίδια στάση που τήρησε κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο κ. Χ. Χ., ένας εκ των Διευθυντών των Καθ' ων η αίτηση, κατέχει τη θέση του Διευθυντή Διοίκησης και Οικονομικών και του Αντιπρόεδρου του Συμβουλίου των Καθ' ων η αίτηση. Καταθέτοντας τη γραπτή δήλωση του (Τεκ.Γ) υποστήριξε ότι η όλη δομή και ο τρόπος λειτουργίας των Καθ' ων η αίτηση διέπεται από τον σχετικό Νόμο, τον Καταστατικό Χάρτη της ίδρυσης του Πανεπιστημίου και τους εκάστοτε Εσωτερικούς Κανονισμούς. Ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ουδεμία σχέση είχαν με το "FIT" το οποίο λειτουργού-σε ως ιδιωτική Σχολή Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Κολλέγιο) και όχι ως αναγνωρισμένο Ιδιωτικό Πανεπιστήμιο. Ότι το Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε σύμφωνα με τον Νόμο ως ένας νεοσύστατος ιδιωτικός οργανισμός, ενώ το FIT συνέχισε κανονικά τη λειτουργία του. Ότι πρόκειται για δύο ανεξάρτητους μεταξύ τους οργανισμούς, με διαφορετικό προϋπολογισμό, διαφορετικές εσωτερικές διαδικασίες, οργάνωση και προσωπικό. Σημείωσε ότι τα προγράμματα που λειτουργούσαν στο FIT και υπάρχουν στο Πανεπιστήμιο αξιολογήθηκαν εκ νέου κατά τη διαδικασία ίδρυσης του Πανεπιστημίου από αρμόδιο όργανο (ΕΑΙΠ), ανεξαρτήτως εάν υπήρχαν ή αν ήταν αξιολογημένα από το FIT. Το προσωπικό επίσης που υπηρετούσε στο FIT και επιθυμούσε να ενταχθεί στο Πανεπιστήμιο, αξιολογήθηκε από ειδικές Επιτροπές και κατατάχθηκε σε βαθμίδα. Ανάλογα δε με την αξιολόγηση του προσφέρθηκε διορισμός τον οποίο ο κάθε ακαδημαϊκός θα έπρεπε να απαντήσει εάν τον αποδεχόταν. Ισχυρίστηκε ότι ως δύο διαφορετικές οντότητες δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους και η ίδρυση του Πανεπιστημίου δεν αποτέλεσε μετεξέλιξη του Κολλεγίου το οποίο συνέχισε κανονικά τη λειτουργία του. Ως επακόλουθο, ισχυρίστηκε, ότι οι ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση, όπως η πρόσληψη, η υπηρεσία και ο τερματισμός της απασχόλησης μέλους του ερευνητικού προσωπικού θα πρέπει να συνάδουν με τον Νόμο, τον Καταστατικό Χάρτη της Ίδρυσης του Πανεπιστημίου και τους Εσωτερικούς Κανονισμούς του, όπως και με τους όρους υπηρεσίας που προσφέρθηκαν από το Πανεπιστήμιο στο μέλος και έγιναν αποδεκτοί. Έτσι και στην περίπτωση του Αιτητή, αρχίζοντας το Πανεπιστήμιο τη λειτουργία του από τον Σεπτέμβριο 2007, του προσέφερε διορισμό τον οποίο αποδέχθηκε στις 6.9.2007 (Τεκ.20). Ακολούθως, η προσωρινή διοικούσα Επιτροπή αφού επικύρωσε τις αξιολογήσεις του ακαδημαϊκού προσωπικού, τοποθέτησε τον Αιτητή στη βαθμίδα του Λέκτορα, ενημερώνοντας τον γι' αυτή της την απόφαση με επιστολή του Πρύτανη ημερ. 4.12.2007 (Τεκ.13). Ισχυρίστηκε ότι οι όροι απασχόλησης του Αιτητή προκύπτουν από τους εκάστοτε εν ισχύ Εσωτερικούς Κανονισμούς και όχι από τη συμφωνία ημερ. 16.1.2016 (Τεκ.2Α), την οποία επικαλείται και η οποία δεν σχετίζεται με την εργοδότηση του στους Καθ' ων η αίτηση. Τέλος αναφέρθηκε στην απόφαση της Συγκλήτου και του Συμβουλίου των Καθ' ων η αίτηση για απόλυση του Αιτητή θέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήρια τις αντί-στοιχες αποφάσεις και την σχετική επιστολή ενημέρωσης του Αιτητή (Τεκ.21-23). Πέραν της γραπτής δήλωσης του διευκρίνισε ότι με βάση το Εσωτερικό Κανονισμό ο διορισμός Ερευνώντα Λειτουργού είναι ευθύνη του Πρύτανη. Επίσης, σύμφωνα με τα πρακτικά της συνεδρίας της Συγκλήτου ημερ. 23.5.2016 (Τεκ.27), που ήταν η πρώτη μετά την εκλογή μερικών εκπροσώπων, καθώς η Σύγκλητος αποτελείται από εκλεγμένα και από ex officio μέλη όπως οι Κοσμήτορες, οι αποφάσεις τόσο της πειθαρχικής όσο και της Συγκλήτου για απόλυση του Αιτητή λήφθηκαν με τον διορισμό και την εκλογή. Αντεξεταζόμενος ενώ του υπεβλήθη ότι υπήρχε καθυστέρηση στη διαδικασία αξιολόγησης του Αιτητή για ανέλιξη ο μάρτυρας ανέφερε ότι η διαδικασία αυτή δεν αφορούσε μόνο τον Αιτητή αλλά όλους τους Λέκτορες και αυτό δεν έγινε μόνο για τον Αιτητή. Σε νέα υποβολή ότι στην προκείμενη περίπτωση χρήζει εφαρμογής η Οδηγίας και ο εναρμονιστικός με αυτή Ν.104(Ι)/2000, ο μάρτυρας διαφώνησε σημειώνοντας ότι το FIT συνέχισε και συνεχίζει να λειτουργεί ως άλλη νομική οντότητα και ως άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα και ότι η σύμβαση (Τεκ. 2Α) τερματίστηκε επειδή ο Αιτητής έπαυσε να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες στο FIT. Ο Αιτητής, με την γραπτή δήλωση του (Τεκ.Δ), ουσιαστικά επανέλαβε τις θέσεις που διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε, ότι τον Ιανουάριο 2007, ερχόμενος σε επικοινωνία με τους αρμόδιους του Frederick συμφώνησαν για τη συνεργασία τους και στις 16.01.2007 υπέγραψαν το συμβόλαιο (Τεκ.2Α), στο οποίο αναγράφονται οι συμφωνημένοι όροι εργοδότησης του, όπως η μισθοδοσία, το ωράριο εργασίας, ο τόπος παροχής των υπηρεσιών του, όπου ρητά καταγράφεται αποκλειστικά η Λευκωσίας, τα καθήκοντα του ως διδακτικό προσωπικό στη θέση Λέκτορα στο Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας για το πρόγραμμα σπουδών πτυχίο στην Κοινωνική Εργασία της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών με αντισυμβαλλόμενο μέρος το FIT που είναι εμπορική επωνυμία ιδιοκτησίας της εταιρείας «Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ». Ότι με τη σύσταση και λειτουργία του Πανεπιστημίου, περί τον Νοέμβριο 2007, οι Καθ' ων η αίτηση υπεισήλθαν νομοτύπως και υποχρεωτικώς στη θέση του Εργοδότη και ανέλαβαν όλες τις υποχρεώσεις και δικαιώματα του σύμφωνα με το ως άνω συμβόλαιο εργοδότησης του κατ' εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας 2001/23/ΕΚ και του εναρμονιστικού με αυτή Νόμου (Ν.204(Ι)/2000). Για να επιβεβαιώσει τη θέση του επικαλέστηκε τα αναγραφόμενα στο εισαγωγικό σημείωμα μέρος Α' του Καταστατικού Χάρτη του Πανεπιστημίου και ενδεικτικά την παράγραφο 11: «Με την διαδοχή του FIT από το Πανεπιστήμιο Frederick, ολοκληρώνεται ο κύκλος μιας μακρόχρονης και επίπονης προσπάθειας για συνεχή ποιοτική αναβάθμιση και διάκριση στον τομέα της εκπαίδευσης.» Για την πειθαρχική διαδικασία που ακολούθησαν οι Καθ' ων η αίτηση, ισχυρίστηκε ότι στην επιστολή της κα Ρ. Π. ημερ. 11.2.2016 (Τεκ.3) με την οποία τον ενημέρωνε για τον διορισμό της ως Ερευνούσα Λειτουργός, δεν γίνεται καμία αναφορά σε γεγονότα και στον χρόνο διάπραξης τους, ότι είναι πλήρως αόριστη και για τον ίδιο αποτέλεσε έκπληξη και αιφνιδιασμό εφόσον στα εννέα χρόνια εργοδότησης του δεν δέχθηκε την παραμικρή επίπληξη. Από τα αντίτυπα του μαρτυρικού υλικού που του παράδωσαν οι Καθ' ων η αίτηση, φαίνεται ότι η επιστολή / κατηγορητήριο δεν πληροί κανένα κριτήριο, προϋπόθεση και εχέγγυο δίκαιης δίκης και ότι ουδεμία γνωστοποίηση γεγονότων δόθηκε η οποία να στοιχειοθετεί τη διάπραξη οποιουδήποτε πειθαρχικού αδικήματος. Περαιτέρω για τις διαδικασίες της λεγόμενης, κατά τον ίδιο, πειθαρχικής δίκης που ακολούθησαν οι Καθ' ων η αίτηση, θεωρεί ότι ήταν παράνομες, παράτυπες και κατά παράβαση του νόμου περί ιδιωτικών Πανεπιστημίων, του Καταστατικού Χάρτη, των Κανονισμών και του δικαιώματος για δίκαιη δίκη, καθώς το δικάζον όργανο το ονομαζόμενο Πειθαρχική Επιτροπή δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις και απαιτήσεις της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Ότι ο νομικός σύμβουλος του εν λόγω οργάνου το οποίο εξέτασε και δίκασε τα λεγόμενα εναντίον του πειθαρχικά παραπτώματα υπήρξε κατά τον ουσιώδη χρόνο ο εργοδότης του δικηγόρου που ασκούσε καθήκοντα συνηγόρου κατά την λεγόμενη πειθαρχική δίκη. Επίσης τα πειθαρχικά αδικήματα τα οποία του καταλόγισαν, ποτέ δεν καταγράφηκαν με απαραίτητη επάρκεια και λεπτομέρεια γνωστοποίησης, με σαφή και απλό τρόπο ώστε να μπορέσει να προστατεύσει τα δικαιώματα του. Είναι η θέση του ότι η εκδίωξη του από το Πανεπιστήμιο είχε ως συνέπεια τη διακοπή της ακαδημαϊκής του σταδιοδρομίας, την προσβολή της προσωπικότητας του ως ακαδημαϊκού, την ανεργία, την απώλεια εισοδήματος και τη στέρηση κοινωνικών ασφαλίσεων για τέσσερα χρόνια, ψυχικό και συναισθηματικό κόστος. Για τις εναντίον του κατηγορίες επέμεινε στη θέση του ότι η γενική πρακτική που εφαρμόζεται κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα και ειδικότερα στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι ότι οι λέκτορες από μόνοι τους δεν μπορούν να έχουν αυτόνομη διδασκαλία μαθημάτων σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Για τη δεύτερη κατηγορία επέμεινε στους όρους του συμβολαίου (Τεκ.2Α), σημειώνοντας ότι με τη μεταφορά του στο Πανεπιστήμιο κανένα άλλο συμβόλαιο εργοδότησης δεν υπέγραψε με τους Καθ' ων η αίτηση. Πέραν της γραπτής δήλωσης, ο Αιτητής αναφέρθηκε στη διαδικασία καθορισμού του γνωστικού αντικειμένου, επικαλούμενος σχετικό έγγραφο (Τεκ.29) καθώς και πρακτικά συνεδρίας του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας ημερ. 8.4.2014 (Τεκ.30) και 13.12.2013 (Τεκ.31). Αναφέρθηκε επίσης σε καταγγελία του στο Υπουργείο Παιδείας με θέμα, εφαρμογή νομοθεσίας σε ιδιωτικά Πανεπιστήμια (Τεκ.32) και σε πρόσκληση για προκήρυξη εκλογών από Πρύτανη ημερ.3.3.2016 (Τεκ.33). Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι ξεκίνησε εργασία στο Πανεπιστήμιο τον Σεπτέμβριο 2007 και ότι έκτοτε δεν προσέφερε καμία υπηρεσία στο FIT. Ενώ αναγνώρισε την υπογραφή του επί της επιστολής αξιολόγησης ακαδημαϊκού προσωπικού (Τεκ.13) και τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 4 ότι, «Τα καθήκοντα, οι ευθύνες, οι υποχρεώσεις και τα ωφελήματα των μελών του Δ.Ε.Π. του Πανεπιστημίου καθορίζονται αναλυτικά στους περί Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Frederick Εσωτερικούς Κανονισμούς», ισχυρίστηκε ωστόσο ότι το εν λόγω έγγραφο δεν έχει να κάνει με τον τόπο εργασίας ή άλλα ωφελήματα. Πρόσθετα αναγνώρισε την υπεύθυνη δήλωση αποδοχής της προσφοράς του Πανεπιστημίου για διορισμό του ως μέλους του ακαδημαϊκού προσωπικού σε θέση που θα καθοριστεί από τη Διοικούσα Επιτροπή (Τεκ.20), ισχυριζόμενος ότι αυτό δεν αποτελεί συμβόλαιο εργασίας. Διαφώνησε επίσης με την υποβολή που δέχθηκε ότι οι όροι απασχόλησης του προβλέπονται στους εκάστοτε κανονισμούς του Πανεπιστημίου. Σε σχέση με την έκπληξη και τον αιφνιδιασμό που ισχυρίστηκε ότι του προκάλεσε η ενημέρωση για την πειθαρχική διαδικασία ανέφερε ότι λόγω του ότι δεν διαθέτει νομικές γνώσεις όλες τις ενέργειες ανέλαβε ο δικηγόρος του, ότι του δόθηκε ο χρόνος να παραθέσει τις θέσεις του τις οποίες ο ίδιος δεν έδωσε γραπτώς ή προφορικώς στην κα Π., αλλά μέσω του δικηγόρου του. Ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν αρνήθηκε να διδάξει στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα και ότι απέστειλε επανειλημμένες επιστολές στα αρμόδια όργανα του ιδρύματος για ποια μαθήματα ήταν πρόθυμος να διδάξει, χωρίς ποτέ να λάβει απάντηση. Ότι μια απ' αυτές παρουσιάστηκε από την κα Π. και αφορά το μάθημα της κοινωνιολογίας. Όσον αφορά τη διδασκαλία στη Λεμεσό επικαλέστηκε εκ νέου το συμβόλαιο (Τεκ.2Α). Ισχυρίστηκε ότι για να μπορέσει να αναλάβει διδασκαλία μεταπτυχιακού θα πρέπει να έχει συγκεκριμένα προσόντα, γνωστικό αντικείμενο, συνάφεια με το μάθημα και αποδεδειγμένη και τεκμηριωμένη πείρα και ερευνητική δραστηριότητα, κάτι που ισχύει πανευρωπαϊκά. Όταν του υποβλήθηκε ότι η άρνηση του στηρίχθηκε στη μη ανέλιξη του και τη δικαστική διαμάχη που είχε με το Πανεπιστήμιο, ο Αιτητής αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι τις θέσεις του τις ανέπτυξε κατά την πειθαρχική διαδικασία. Αφού του υποδείχθηκε ότι με βάση τα πρακτικά ημερ. 25.9.2014 που αποτελούν μέρος του Τεκ.6, εξέφρασε την άρνηση του να διδάξει στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα λόγω των προσωπικών του εκκρεμοτήτων με τη διοίκηση του Πανεπιστημίου, ο Αιτητής επικαλέστηκε καταγγελία του στο Υπουργείο το 2013 σε σχέση με το γνωστικό αντικείμενο. Ενώ επικαλέστηκε την κατάθεση των τριών προσώπων που κοινοποίησε μέσω του δικηγόρου του στην Ερευνούσα Λειτουργό, εν τέλει παραδέχθηκε ότι τα εν λόγω πρόσωπα στην κατάθεση τους δεν σχολιάζουν και δεν αναφέρονται στις κατηγορίες για τις οποίες βρέθηκε ένοχος. Νομική Πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του άρθρου: «
  3. Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) ........................................ (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, το Δικαστή-ριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο περιστατικό για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Καμιά διαγωγή ή συμπεριφορά εκ μέρους του εργοδοτούμενου η οποία δεν ενέχει το στοιχείο του σοβαρού παραπτώματος, δεν είναι δυνατό να λεχθεί ότι δικαιολογεί τον άμεσο και χωρίς προειδοποίηση τερματισμό της απασχόλησης του (βλ. Κασάπη ν. Technoplastics Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 919, 925). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Σύμφωνα με την αγγλική νομολογία, η οποία αποτέλεσε καθοδήγηση στην έκδοση των πιο πάνω από-φάσεων, μια ανάρμοστη συμπεριφορά για να δικαιολογεί άμεση απόλυση θα πρέπει να είναι σοβαρή και εσκεμμένη (gross misconduct). Επίσης ορισμένες κατηγορίες, όπως, η διάπραξη ποινικού αδικήματος (κλοπή, απάτη, βία, σοβαρή αμέλεια), η ηθελημένη ανυπακοή σε νόμιμη και λογική εντολή του εργοδότη, η υποχρέωση εχεμύθειας, η εκτέλεσης πράξεων ανταγωνισμού σε βάρος του εργοδότη, συνιστούν αναγνωρισμένη μορφή ασύγγνωστης συμπεριφοράς καθώς συνδέονται άμεσα με το καθήκον πίστης, τιμιότητας και επιμέλειας του εργοδοτούμενου να ενεργεί κατά τρόπο που να εξυπηρετεί και να μην βλάπτει τα συμφέροντα του εργοδότη του. Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, κατ' επανάληψη έχει νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, ο εργοδότης στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και για συγκεκριμένο λόγο, έχοντας υπόψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer -. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος λογικός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στη απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σ. Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550, Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά,
(2014)1 Α.Α.Δ. 1193, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, η προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, η μεταμέλεια για τις πράξεις του κλπ. (Anderman, The Law of Unfair Dismissal 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας 2η έκδοση σ.185). Η αναγνώριση από ένα εργοδοτούμενο του ανεπίτρεπτου των πράξεων του θα τον θέσει σε ευμενέστερη αντιμετώπιση από ένα άλλο ο οποίος επίμονα αρνείται να αποδεχθεί ευθύνη ή ευρίσκεται σε αντιπαράθεση με τους προϊσταμένους του, κατηγορεί αβάσιμα συναδέλφους του ότι συνωμότησαν εναντίον του και/ή τον κατηγόρησαν άδικα και λανθασμένα. [Paul v. East Surrey Discrict Hearth Authority
(1995)IRLR 305]. Η νομολογία ωστόσο, δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν ικανός από μόνος του να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") από πλευράς εργοδότη να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να καλέσει τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Από το περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης καθίσταται φανερό ότι η παροχή του δικαιώματος ακρόασης αποτελεί τον κανόνα. Δεν είναι όμως απόλυτο. Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd
(1976)EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσης του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)]. Στην αγγλική επίσης υπόθεση Louies v. Coventry Hood and Seating Co Ltd [1990] IRLR 324, [1990] ICR 54, ο εργοδότης απέλυσε τον εργοδοτούμενο βασιζόμενος ουσιαστικά, σε δύο γραπτές καταθέσεις που υποστήριζαν ότι ο εργοδοτούμενος εμπλεκόταν σε κλοπή. Το ΕΑΤ, επαναλαμβάνοντας τα όσα λέχθηκαν από τον δικαστή Harman στην υπόθεση Byrne ότι «η φυσική δικαιοσύνη προέχει των λέξεων που αναφέρονται», σημείωσε ότι είναι πολύ σπάνιο οι διαδικασίες να θεωρηθούν δίκαιες εκεί που ο εργοδότης βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου σε μαρτυρία ατόμων τις οποίες παραλείπει να δώσει ή να μεταφέρει στον εργοδοτούμενο το περιεχόμενο τους με επάρκεια, όπως κρίθηκε στην υπόθεση Vauxhall Motors Ltd v Ghafoor [1993] ICR 376. Στην υπόθεση Fuller v. Lloyds Bank plc [1991] IRLR 36, η απόλυση του εργοδοτούμενου οφείλετο σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα σε δημόσιο σπίτι την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν ένας από τους συναδέλφους του τραυματίστηκε σοβαρά στο πρόσωπο, από ποτήρι που κρατούσε ο εργοδοτούμενος. Κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας, ενώ λήφθηκαν καταθέσεις επί των οποίων ο εργοδότης στήριξε την απόφαση του, ωστόσο ποτέ δεν αποκαλύφθηκαν στον εργοδοτούμενο ή τον εκπρόσωπο του. Επικαλούμενο το Δικαστήριο προηγούμενες αποφάσεις του και θέτοντας ως επιθυμητή την παροχή στο εργοδοτούμενο του υλικού επί του οποίου στηρίχθηκε η εναντίον του πειθαρχική διαδικασία, κατέληξε ότι η μη παροχή του υλικού δεν καθιστά οριστικά παράνομη την απόλυση. Τυχόν ελάττωμα στην πειθαρχική διαδικασία θα πρέπει να εξεταστεί εντός του πλαισίου διεξαγωγής της και το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι εάν και κατά πόσο η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης ήταν συνολικά δίκαιη. Καταλήγοντας το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η μη παροχή των καταθέσεων δεν ξεφεύγει του πλαισίου των εύλογων διαδικασιών που όφειλε να ακολουθήσει ο εργοδότης, επισήμανε μεταξύ άλλων ότι ο εργοδοτούμενος γνώριζε επακριβώς τι επρόκειτο να αντιμετωπίσει, καθώς (α) γνώριζε αρκετούς από τους μάρτυρες που είχαν καταθέσει στην πειθαρχική διαδικασία (β) εξασφάλισε καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν από την αστυνομία, και (γ) οι καταθέσεις στην αστυνομία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο περιείχαν τους ίδιους βασικούς ισχυρισμούς με τις καταθέσεις που λήφθηκαν κατά την πειθαρχική διαδικασία. Όπως εντοπίζεται στην πρόσφατη απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Eurocypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018: «Με βάση τη νομολογία, λοιπόν, το εύλογο ή όχι της κατάληξης του εργοδότη, ο οποίος φέρει το βάρος να αποδείξει το δικαιολογημένο της απόλυσης επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, συναρτάται με τα στοιχεία που αυτός είχε ενώπιον του κατά το χρόνο της απόλυσης, στα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνονται και οι όποιες θέσεις του αιτητή. Να αναφέρουμε εδώ, παρενθετικά, ότι για τον κανόνα αναφορικά με την αξιολόγηση του εύλογου της έρευνας του εργοδότη και της κατάληξης του περί ύπαρξης μεμπτής συμπεριφοράς, σχετική είναι η υπόθεση British Home Stores Ltd v Burchell [1978] IRLR 379, EAT. Η εστίαση της νομολογίας στην απόφαση απόλυσης που λαμβάνει ο εργοδότης κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπό το φως των περιστάσεων που έχει υπόψη του, σημαίνει ότι στοιχεία που έρχονται στο φως μετά την απόλυση δεν μπορούν να επηρεάσουν το ζήτημα της νομιμότητας της. Έτσι, λοιπόν, απόλυση η οποία είναι δίκαια και δικαιολογημένη και, επομένως, νόμιμη επειδή ο εργοδότης εύλογα πίστευε στη βάση των ενώπιον του στοιχείων κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, θα εξακολουθήσει να θεωρείται δίκαιη και δικαιολογημένη ακόμα και αν μετά την απόλυση έρθουν στο φως στοιχεία που καταδεικνύουν ότι ο εργοδοτούμενος δεν ήταν ένοχος μεμπτής συμπεριφοράς, (Βλ. Devis & Sons Ltd v Atkins [1977] AC 931 και Polkey v AE Dayton Services Ltd [1988] AC 344). Επισημαίνεται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd v Jones
(1983)ICR 17, ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να επανακδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage"). Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη ("an ET. may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ 62). Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτουμένου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή.» Η διαδικασία που ακολούθησε ο εργοδότης για την απόλυση του εργοδοτούμενου δεν εξετάζεται ξεχωριστά και από μόνη της αλλά σε συνάρτηση με τους λόγους απόλυσης. Μολονότι η παραβίαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης δεν συνιστά ανεξάρτητο λόγο απόλυσης, αποτελεί ωστόσο ένα από τα σημαντικά γεγονότα που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όταν εξετάζει στο σύνολο της μια απόφαση απόλυσης καθώς σε περίπτωση ουσιαστικής παράβασης του δικαιώματος του εργοδοτούμενου να πληροφορηθεί την κύρια βάση της υπόθεσης του εργοδότη και της ευκαιρίας να την αντικρούσει, μια τέτοια απόφαση απόλυσης μπορεί να κριθεί παράνομη (Anderman, "The Law of Unfair Dismissal" 3rd Edition p. 173-174) Αξιολόγηση - Συμπέρασμα Από τη θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι πρόδηλο ότι τα γεγονότα στη βάση των οποίων θα κριθεί το πρώτο επίδικο θέμα της διαδικασίας την οποία ακολούθησαν οι Καθ' ων η αίτηση για να καταλήξουν στην απόφαση τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή, παρέμειναν αδιαμφισβήτητα και περιέχονται στα σχετικά γεγονότα που παραθέτουμε ανωτέρω. Ο κ. Παρασκευά εισηγήθηκε στην τελική του αγόρευση, ότι το υπόβαθρο της διαδικασίας που τηρήθηκε και οδήγησε στην απόλυση του Αιτητή, την καθιστά εξ υπαρχής άκυρη καθώς δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία από τους Καθ' ων η αίτηση, για υποστήριξη των όσων υπόβαλε προς τους μάρτυρες τους, ότι από το 2010 δεν είχαν γίνει εκλογικές διαδικασίες για τη νομιμότητα όλων των οργάνων των Καθ' ων η αίτηση, ανάμεσα στα οποία και του πειθαρχικού οργάνου που αποφάσισε την απόλυσης του Αιτητή. Επίσης ότι οι Καθ' ων η αίτηση παραβίασαν με τον πλέον εξόφθαλμο τρόπο το δικαίωμα του Αιτητή για δίκαιη δίκη καθότι το δικάσαν όργανο δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και δεν παρείχε τις κατάλληλες εγγυήσεις δια-σφάλισης της ουδετερότητας του από τις εξωτερικές πιέσεις των Καθ' ων η αίτηση. Προς τούτο επικαλέστηκε αναφορές σε αποφάσεις του ΔΕΕ σε σχέση με τη διασφάλιση της αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων που προβλέπει η οδηγία 98/5, ότι «το όργανο που καλείται να επιληφθεί των προσφυγών, πρέπει να ανταποκρίνεται στην έννοια του δικαστηρίου, όπως η έννοια αυτή έχει οριστεί στο κοινοτικό δίκαιο». Περαιτέρω, με την καταγραμμένη παραδοχή των Καθ' ων η αίτηση, νομικός σύμβουλος της ονομαζόμενης Πειθαρχικής Επιτροπής ήταν ο δικηγόρος Π. Ιωαννίδης ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο εργοδότης του δικηγόρου Α. Αποστολίδη, ο οποίος ασκούσε καθήκοντα κατηγόρου για τις λεγόμενες πειθαρχικές καταγγελίες. Πρόσθετα, ότι υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος δίκαιης δίκης συνεπεία της αοριστίας και γενικολογίας των κατηγορών. Αντίθετα, ο κ. Κ. αντέτεινε ότι οι Καθ' ων η αίτηση κατά την πειθαρχική διαδικασία ενήργησαν με βάση τον Νόμο και τους Εσωτερικούς Κανονισμούς, διορίζοντας Ερευνούσα Λειτουργό η οποία ενημέρωσε πλήρως τον Αιτητή για τις εναντίον του καταγγελίες και το σύνολο της μαρτυρικού υλικού, καλώντας τον όπως καταθέσει γραπτώς ή προφορικώς τις απόψεις του. Στον Αιτητή δόθηκε επίσης το δικαίωμα να παραστεί ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής μαζί με τον δικηγόρου του, να παρουσιάσει εκ νέου τις απόψεις του και να αντεξετάσει τους μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω πριν την επιβολή της ποινής του δόθηκε η δυνατότητα να θέσει εκ νέου τις θέσεις του και τέλος να εκφράσει τις απόψεις του μέσω της γραπτής ένστασης προς τη Σύγκλητο, οι οποίες εξετάστηκαν εκ νέου για να καταλήξει στην απόφαση της απόλυσης η οποία κατέστη τελική με την έγκριση της από το Συμβουλίου του Πανεπιστημίου. Όσον αφορά τη θέση της άλλης πλευράς ότι οι διαδικασίες και αποφάσεις πάσχουν επειδή λήφθηκαν από μη νόμιμα όργανα, λόγω μη διενέργειας εκλογών από το 2010, είναι η θέση του ότι δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτύρια από πλευράς του Αιτητή, αλλά ούτε και αποτελεί μέρος της δικογραφίας για να αποτελέσει ζήτημα εξέτασης από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση επικαλέστηκε τη θέση των μαρτύρων των Καθ' ων η αίτηση ότι εκλογές διεξήχθησαν τον Απρίλιο 2016 και οι αποφάσεις λήφθηκαν από τα αρμόδια όργανα μετά την εκλογή τους. Τέλος, για τη εισήγηση της πλευράς του Αιτητή περί μεροληψίας της Πειθαρχικής Επιτροπής λόγω συμμετοχής του δικηγόρου κ. Αποστολίδη, εισηγήθηκε ότι τέτοιος ισχυρισμός ουδέποτε τέθηκε από τον Αιτητή ή τον δικηγόρο του κατά την πειθαρχική διαδικασία ή κατά τη διαδικασία ένστασης που ακολούθησε. Είναι φανερό ότι οι θέσεις του κ. Παρασκευά, όπως προβάλλονται μέσα από την γραπτή αγόρευση του, προσεγγίζουν την αντίληψη ότι η κλήση του Αιτητή ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής αφορά διαδικασία ενώπιον δημόσιας αρχής όπου θα πρέπει να εφαρμοστούν αρχές που ισχύουν στο δημόσιο δίκαιο. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι με βάση τις νομολογιακές αρχές που ισχύουν στην περίπτωση πειθαρχικών απολύσεων το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο να διασφαλιστεί η αμερόληπτη κρίση του προσώπου ή του οργάνου που θα εξετάσει τον εργοδοτούμενο. Έτσι, γίνεται δεκτό ότι τα πρόσωπα που θα παρίστανται στη συζήτηση από πλευράς του εργοδότη δεν πρέπει να είναι μεταξύ εκείνων που έλαβαν την πρωτοβουλία της πειθαρχικής δίωξης (λ.χ. ο άμεσος προϊστάμενος του διωκόμενου). Αντίθετα, με βάση καλά καθιερωμένες αγγλικές αρχές, κατά την πειθαρχική διαδικασία θα πρέπει να προσδιορίζεται ποια πρόσωπα έχουν εξουσία να προβούν στη λήψη πειθαρχικών μέτρων και να διασφαλίζεται ότι οι άμεσα προϊστάμενοι δεν θα έχουν την εξουσία της απόλυσης χωρίς την έγκριση των ανωτέρων τους. (R. v. Leicestershire Fire Authority ex parte Thomprson [1979] IRLR 166). Η κρινόμενη περίπτωση δεν εμπίπτει στον τομέα του δημοσίου αλλά του ιδιωτικού δικαίου. Αφορά ιδιωτική σύμβαση εργοδότησης διεπόμενη από τον Καταστατικό Χάρτη (Τεκ.25) και τους περί Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού του Πανεπιστημίου Εσωτερικούς Κανονισμούς (Τεκ.14). Προσεκτική ανάλυση όλων των δεδομένων, επιβεβαιώνει, κατά την κρίση μας, ότι οι Καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν κατά γράμμα τους Εσωτερικούς Κανονισμούς και ειδικότερα τις πρόνοιες των Καν. 69-75, υπό τον τίτλο «Πειθαρχικός Έλεγχος», για να καταλήξουν στην τελική τους απόφαση. Όπως προκύπτει από το σύνολο των παραδεκτών γεγονότων, μετά από έγγραφη καταγγελία που υπέβαλε ο Κοσμήτορας της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών εναντίον του Αιτητή, ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου, αφού έκρινε ότι υπήρχε εκ πρώτης όψεως υπόθεση διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος, παρέπεμψε την καταγγελία στον Πρόεδρο της Πειθαρχικής Επιτροπής και ταυτόχρονα διόρισε ως Ερευνούσα Λειτουργό την κα Ρ. Π., η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση της Αναπληρώτριας Κοσμήτορος της Σχολής Επιστημών της Αγωγής. Η κα Π., αφού ενημέρωσε τον Αιτητή για τον διορισμό της με σκοπό «Να προβεί σε πειθαρχική έρευνα για το ενδεχόμενο διάπραξης από μέρους του πειθαρχικών παραπτωμάτων για άρνηση διδακτικού έργου», προχώρησε στη συγκέντρωση μαρτυρικού υλικού λαμβάνοντας καταθέσεις από 11 άτομα τα οποία κατά την κρίση της εμπλέκονταν στα υπό διερεύνηση πειθαρχικά παραπτώματα. Ακολούθως παρέδωσε στον Αιτητή αντίτυπο του ληφθέντος μαρτυρικού υλικού και των καταθέσεων για να υποβάλει τις απόψεις του, τις οποίες παρέθεσε με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 28.3.2016. Στην εν λόγω επιστολή επισύναψε κατάθεση της πρώην Προέδρου του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας κα. Μ. Γ. και δυο μελών του ειδικού διδακτικού προσωπικού, της κας Μ. Ν. και του κ. Α. Μ. Η κα Π. αφού ολοκλήρωσε τη σύνταξη του πορίσματος, στις 15.4.2016 υπόβαλε έκθεση με όλα τα στοιχεία και τις εισηγήσεις της προς τον Πρόεδρο της Πειθαρχικής Επιτροπής. Στις 21.6.2016 ο Πρόεδρος της Πειθαρχικής Επιτροπής κοινοποίησε στον Αιτητή επιστολή με τις εναντίον του κατηγορίες και τον καλούσε να εμφανιστεί ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής για ακρόαση. Με την ίδια επιστολή ενημέρωσε τον Αιτητή για τη διαδικασία που θα ακολουθείτο, τη δυνατότητα να καλέσει μάρτυρες, να προσκομίσει τυχόν αποδεικτικά στοιχεία και να εκπροσωπηθεί από δικηγόρο. Έθετε επίσης στη διάθεση του όλο το μαρτυρικό υλικό και τα σχετικά έγγραφα ηλεκτρονικά μέσω wetransdfer. Ακολούθως κατά την ακροαματική διαδικασία δεν παρέλειψαν να δώσουν στον Αιτητή το δικαίωμα να ακουστεί και να αντεξετάσει τους μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση. Επίσης με την έκδοση της απόφασης της Πειθαρχικής Επιτροπής και πριν την επιβολή της ποινής δόθηκε στον Αιτητή το δικαίωμα να εκθέσει της απόψεις του, κάτι που έπραξε μέσω του δικηγόρου του με την κοινοποίηση σχετικής επιστολής. Τέλος, με την επιβολή της ποινής δόθηκε στον Αιτητή το δικαίωμα να υποβάλει γραπτή ένσταση στη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου. Υπό αυτά τα δεδομένα δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι οι Καθ' ων η αίτηση ακολουθώντας πιστά τους Εσωτερικούς Κανονισμούς του Πανεπιστημίου, διερεύνησαν τις εναντίον του Αιτητή καταγγελίες και τήρησαν μια δίκαιη και εύλογη διαδικασίας ("a fair procedure"), πριν καταλήξουν στην τελική τους απόφαση, αφού προηγουμένως του παρείχαν τη δυνατότητα να εξασφαλίσει πλήρη ενημέρωση, ως προς όλες τις κατηγορίες που του επιρρίπτονταν, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να προετοιμάσει κατάλληλα την υπεράσπιση του και να αναπτύξει τις απόψεις του με κάθε λεπτομέρεια. Ο ισχυρισμός του Αιτητή περί μεροληψίας της Πειθαρχικής Επιτροπής και παραβίασης του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη κατά την ενώπιον της διαδικασία, για το λόγο ότι ο νομικός σύμβουλος των Καθ' ων η αίτηση ήταν ο εργοδότης του κ. Α. Αποστολίδη ο οποίος ασκούσε καθήκοντα συνηγόρου, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Κατά πρώτο λόγο τέτοιος ισχυρισμός δεν τέθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής, αλλά ούτε και στην γραπτή ένσταση που υπέβαλε ο Αιτητής στη Σύγκλητο του Πανεπιστημίου. Κατά δεύτερο λόγο δεν τέθηκαν ενώπιον μας οποιαδήποτε στοιχεία που έτειναν να καταδείξουν ότι η παρουσία του κ. Αποστολίδη επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση να απολύσουν τον Αιτητή, καθώς τα γεγονότα που υπέβαλε ο Αιτητής πριν την επιβολή της ποινής ή κατά την ένσταση του στην Σύγκλητο προς υπεράσπιση των θέσεων του, δεν φαίνεται να δέχθηκαν οποιοδήποτε επηρεασμό. Ισχυρίζεται επίσης ο Αιτητής ότι οι αποφάσεις της Συγκλήτου πάσχουν λόγω μη διενέργειας εκλογών στο Πανεπιστήμιο από το 2010. Οι Καθ' ων η αίτηση εισηγούνται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει τέτοιο ισχυρισμό ο οποίος μάλιστα δεν προκύπτει ούτε κι από τις έγγραφες προτάσεις του Αιτητή. Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε για τη σημασία των δικογράφων (Βοσκού κ.α. ν. Ζήνωνος
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 695). Αυτά είναι χιλιοειπωμένα. Συμφωνούμε με τη θέση των Καθ' ων η αίτηση με συνέπεια να μη τίθεται θέμα εξέτασης τέτοιου ζητήματος, το οποίο ξεφεύγει των επιδίκων θεμάτων. Παρενθετικά, να σημειώσουμε, ότι με παραδοχή του Αιτητή, οι καταθέσεις των τριών προσώπων που παρουσίασε ο ίδιος μέσω του δικηγόρου του στην Ερευνούσα Λειτουργό, δεν μπορούν να επηρεάσουν με οποιοδήποτε τρόπο την διαδικασία ή το εύλογο της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση, καθώς δεν αναφέρονται στους λόγους ή τις κατηγορίες για τις οποίες βρέθηκε ένοχος. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, δηλαδή αν ήταν ή όχι εύλογη η απόφαση για απόλυση του Αιτητή. Όπως έχει επισημανθεί, η απόφαση για απόλυση του Αιτητή έχει στο επίκεντρο της, κατά πρώτο λόγο, την άρνηση του να αναλάβει κατά τα έτη 2013-2015 τη διδασκαλία μαθημάτων στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας κατά παράβαση των Καν. 11, 12, 13, 70
(1)
(8)(α)(β) των Εσωτερικών Κανονισμών και, κατά δεύτερο λόγο, την άρνηση του να αναλάβει τη διδασκαλία μαθημάτων σε ομάδα φοιτητών του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας στη Λεμεσό κατά παράβαση των Καν. 11, 12, 13, 70
(1)
(8)(α)(β) των Εσωτερικών Κανονισμών. Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τους μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, όπως επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες των Καθ' ων η αίτηση ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια σε αντίθεση με αυτά που κατέθεσε ο Αιτητής. Τόσο η εικόνα που αποκομίσαμε, όσο και η σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων, μας οδηγεί στην, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδοχή της μαρτυρίας των μαρτύρων των Καθ' ων η αίτηση και στην κατάληξη ότι σε αυτές αποτυπώνεται η πραγματικότητα και μόνο. Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου καταγράφουμε τα ακόλουθα: Ως προς τον πρώτο λόγο, από τις καταθέσεις που λήφθηκαν από την Ερευνούσα Λειτουργό και ειδικότερα τις καταθέσεις του κ. Π. Α. - Πρόεδρου του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας, της κας Κ. Ερωτοκρίτου - Επόπτη του ιδίου Τμήματος, των κ.κ. Στ. Π. - Λέκτορα, Δ. Χ. - ΕΔΠ και Επόπτη Πρακτικής Άσκησης, Στ. Η. - Λέκτορα και της κας Α. Α. -ΕΔΠ, φαίνεται ότι κατά τις συνεδρίες του Τμήματος ημερ. 13.12.2013, 25.9.2014, 24.9.2015, 22.1.2016 (Τεκ.6), ο Αιτητής επανειλημμένως ηρνείτο να αποδεχθεί τη διδασκαλία σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών, επικαλούμενος τη μη ανέλιξη του από τη βαθμίδα του Λέκτορα σε Επίκουρο Καθηγητή και ακολούθως Καθηγητή, θέση την οποία ο ίδιος επιβεβαίωσε με τη μαρτυρία του ενώπιον της Πειθαρχικής Επιτροπής, αναφέροντας, μεταξύ άλλων ότι για το συγκεκριμένο ζήτημα καταχώρησε την αίτηση 957/2014 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Ακολούθως όταν η Ερευνούσα Λειτουργός παρέδωσε στον Αιτητή όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που είχε συλλέξει για τις εναντίον του κατηγορίες και του ζήτησε όπως καταθέσει στην ίδια γραπτώς τις δικές του απόψεις (Τεκ.5), ο Αιτητής απάντησε με επιστολή του δικηγόρου του (Τεκ.8) προβάλλοντας μια εντελώς διαφορετική εκδοχή ότι «έχει σπουδάσει Κοινωνική Εργασία, έχει ως γνωστικό αντικείμενο Κοινωνική Εργασία και Κοινωνική Πολιτική και δεν είναι αρμόδιος για αξιολόγηση προγραμμάτων, προσελήφθη για το πρόγραμμα σπουδών για πτυχίο στην Κοινωνική Εργασία και όχι για μεταπτυχιακό..» Υπό αυτά τα δεδομένα η Πειθαρχική Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση της (Τεκ.12), ότι στους Κανονισμούς δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ότι απαγορεύεται ή δεν ενδείκνυται σε Λέκτορα να διδάξει σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα. Ότι ο Αιτητής, ως ένας εκ των αρχαιότερων διδασκόντων στο Τμήμα του, είχε υποχρέωση να συμμορφωθεί με τις εντολές του Τμήματος του και να αναλάβει τη διδασκαλία του μεταπτυχιακού επί ενός αντικειμένου που ο ίδιος μάλιστα γνώριζε πολύ καλά. Και ενώ η Πειθαρχική Επιτροπή έκρινε ένοχο τον Αιτητή και τον κάλεσε όπως εκθέσει γραπτώς τις απόψεις του πριν την επιβολή της ποινής, ο Αιτητής με επιστολή του δικηγόρου του (Τεκ.16), προέβαλε μια νέα εκδοχή για τη μη ανάληψη διδακτικών μαθημάτων στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα, ισχυριζόμενος ότι δεν σχετιζόταν με το γνωστικό του αντικείμενο. Η Επιτροπή ωστόσο διαφωνώντας με τη θέση του Αιτητή, σημείωσε ότι είχε υποχρέωση να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Τμήματος του, το οποίο τον έκρινε ικανό να διδάξει στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα τού αυτού γνωστικού αντικειμένου της ειδικότητας του στην κοινωνική εργασία. Περαιτέρω ενώ με τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου προέβαλε τον ισχυρισμό ότι με βάση τη γενική πρακτική που εφαρμόζεται κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα και ειδικότερα στα ελληνικά πανεπιστήμια οι Λέκτορες από μόνοι τους δεν μπορούν να έχουν αυτόνομη διδασκαλία μαθημάτων στο μεταπτυχιακό επίπεδο, ωστόσο ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν υποστηρίζεται από τους Εσωτερικούς Κανονισμούς αλλά ούτε και επιβεβαιώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, με βάση την ισχνή μαρτυρία που προσφέρθηκε. Πλην της γενικής και αόριστης μαρτυρίας, κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, που να υποστηρίζει έστω και αμυδρά μια τέτοια εκδοχή ή ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση με βάση τα προσόντα του να διδάξει σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα, κάτι που δεν αρνήθηκαν να πράξουν οι υπόλοιποι συνάδελφοι του, οι οποίοι μάλιστα αναγνώρισαν και θεώρησαν υποχρέωση τους την ανάληψη διδακτικού έργου που ανατίθεται από το Τμήμα τους, σύμφωνα με τις προκύπτουσες ανάγκες του Πανεπιστημίου. Σε τελική ανάλυση, ο Αιτητής δεν έδωσε μια σταθερή και πειστική αναφορά κατά την Πειθαρχική διαδικασία, σε σχέση με την άρνηση του να διδάξει σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα, αλλά ούτε και ενώπιον του Δικαστηρίου κατάφερε να το πράξει. Αντίθετα οι αντιφατικές και ατεκμηρίωτες αναφορές του θέτουν σε δοκιμασία τη μαρτυρία του επί του συγκεκριμένου λόγου, την οποία κρίνουμε αναξιόπιστη. Ως επακόλουθο κρίνουμε λογική και εύλογη την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής ως μέλος του ΔΕΠ στη θέση Λέκτορα είχε υποχρέωση να συμμορφωθεί με τις εντολές του Τμήματος του και να αναλάβει τη διδασκαλία του μεταπτυχιακού επί ενός αντικειμένου που ο ίδιος μάλιστα γνώριζε πολύ καλά. Ως προς τον δεύτερο λόγο απόλυσης, ο Αιτητής αρνήθηκε να αναλάβει τη διδασκαλία μαθημάτων στη Λεμεσό, με τον ισχυρισμό ότι η σύμβαση εργασίας που υπέγραψε με το FIT αναφέρει ως τόπο απασχόλησης του τη Λευκωσία. Είναι κοινή συνισταμένη των θέσεων των διαδίκων, ότι της προσλήψεως του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση προηγήθηκε η υπογραφή συμφωνίας ημερ. 16.1.2007 για εργοδότηση του από το FIT από 1.9.2007 (Τεκ.2Α). Παραμένει επίσης αδιαμφισβήτητο ότι με την έναρξη λειτουργίας του Πανεπιστημίου, τον Σεπτέμβριο 2007, οι Καθ' ων η αίτηση προσέφεραν στον Αιτητή διορισμό τον οποίο αποδέχθηκε στις 6.9.2007, υπογράφοντας σχετική υπεύθυνη δήλωση αποδοχής της προσφοράς του Πανεπιστημίου για διορισμό ως μέλους του Ακαδημαϊκού Προσωπικού σε θέση που θα καθοριστεί από την Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή σύμφωνα με τον περί Ιδιωτικών Πανεπιστημίων Νόμο και τους Εσωτερικούς Κανονισμούς του Πανεπιστημίου Frederick, με καθεστώς εργοδότησης πλήρους απασχόλησης (Τεκ.20). Ακολούθως, με την επικύρωση των αξιολογήσεων του Ακαδημαϊκού Προσωπικού, οι Καθ' ων η αίτηση, με επιστολή ημερ. 4.12.2007 (Τεκ.13), ενημέρωσαν τον Αιτητή ότι με βάση την απόφαση της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής, τοποθετείτο στη βαθμίδα Λέκτορα. Επίσης ότι τα καθήκοντα, οι ευθύνες, οι υποχρεώσεις και τα ωφελήματα του ως μέλος ΔΕΠ του Πανεπιστημίου καθορίζονται αναλυτικά στους Εσωτερικούς Κανονισμούς του Πανεπιστημίου. Ο Αιτητής αποδέχθηκε την πιο πάνω θέση απαντώντας γραπτώς εντός του καθοριζομένου χρόνου. Και ενώ αποδέχθηκε την προσφορά του Πανεπιστημίου για διορισμό ως μέλους του Ακαδημαϊκού Προσωπικού στη βαθμίδα Λέκτορα και συμφώνησε ότι τα καθήκοντα, οι ευθύνες, οι υποχρεώσεις και τα ωφελήματα του ως μέλος ΔΕΠ θα καθορίζονταν πλέον από τους Εσωτερικούς Κανονισμούς του Πανεπιστημίου (Τεκ.14), εν τούτοις ισχυρίζεται ότι στην κρινόμενη περίπτωση χρήζουν εφαρμογής η Οδηγία και ο Εναρμονιστικός με αυτή Ν.104(Ι)/2000, λόγω μεταβίβασης επιχείρησης από το FIT στο Πανεπιστήμιο με επακόλουθο η σύμβαση εργοδότησης που υπέγραψε με το FIT στις 16.1.2016 (Τεκ.2Α) να συνεχίσει να ευρίσκεται σε ισχύ και μετά την αποδοχή της πιο πάνω προσφοράς. Τον κανόνα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων και της δια-τήρησης αμετάβλητων των όρων εργασίας, κατοχύρωσε ρητά ο νομοθέτης με τον Ν.104(Ι)/2000, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων σε άλλο εργοδότη, που προκύπτουν από νομική μεταβίβαση ή συγχώνευση [άρθρο 3
(1)]. Ο Νόμος αυτός ψηφίστηκε, προκειμένου να εναρμονισθεί η κυπριακή νομοθεσία με το κοινοτικό δίκαιο και συγκεκριμένα, με τις Οδηγίες 77/187 και 98/50/ΕΚ. Ακολούθησε η Οδηγία 2001/23/ΕΚ η οποία κωδικοποίησε απλώς τις δύο προηγούμενες. Σύμφωνα με το ΔΕΕ,[1] σκοπός της Οδηγίας 2001/23 είναι «να διασφαλίσει τη συνέχιση των εργασιακών σχέσεων που υφίστανται στο πλαίσιο μιας οικονομικής οντότητας, ανεξαρτήτως της μεταβολής του εργοδότη, και, επομένως να προστατεύσει τους εργαζόμενους σε περίπτωση επελεύσεως τέτοιας μεταβολής». Με το άρθρο 1§1 της Οδηγίας και 3
(2)του Ν. 104(Ι)/2000 προσδιορίζεται η έννοια της «μεταβίβασης», ως μια βασική και θεμελιώδης έννοια για την εφαρμογή της Οδηγίας. Ως τέτοια, «.θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητα της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, ανεξάρτητα εάν αυτή η δραστηριότητα είναι κύρια ή δευτερεύουσα.»[2] Από τον ορισμό αυτό προκύπτουν τα εξής δύο κρίσιμα για την εφαρμογή της Οδηγίας και του Νόμου στοιχεία: (α) Η μεταβιβαζόμενη μονάδα, θα πρέπει ήδη πριν από τη μεταβίβαση να συνιστά «οικονομική οντότητα» κατά την έννοια της Οδηγίας και του Νόμου. (β) ως προς την οικονομική αυτή οντότητα θα πρέπει να λάβει χώρα μεταβίβαση, η οποία προϋποθέτει αλλαγή του φορέα της και διατήρηση της ταυτότητας της. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΚ[3] για να θεωρηθεί ότι συντρέχει «μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης» κατά την έννοια της Οδηγίας και του Νόμου, θα πρέπει η μεταβιβαζόμενη οντότητα να διατηρεί την ταυτότητα της και υπό τον νέο φορέα της. Όπως επισημαίνει το ΔΕΚ[4], η προϋπόθεση αυτή προκύπτει από τον σκοπό της Οδηγίας, στόχος της οποίας είναι η διατήρηση και συνέχιση των εργασιακών σχέσεων στο πλαίσιο μιας υφιστάμενης οικονομικής οντότητας, μιας οντότητας δηλαδή η οποία, ανεξάρτητα από τη μεταβολή του προσώπου που τη διευθύνει και ελέγχει, διατηρεί την ταυτότητα της κατά και αμέσως μετά το πέρας της μεταβίβασης. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι την ίδια. Με τη διατήρηση της ταυτότητας της, σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Οι βασικότερες ενδείξεις που καθορίζουν, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ, το αν έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης είναι: (α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κλπ), (β) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών καθώς και η αξία τους κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (σήμα, διπλώματα ευρεσιτεχνίας, διακριτικοί τίτλοι και γνωρίσματα κ.α.), (γ) η πρόσληψη ή μη σημαντικού μέρους του προσωπικού από τον νέο επιχειρηματία, (δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, (ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, (στ) η διάρκεια της τυχόν διακοπής των δραστηριοτήτων της. Τα στοιχεία αυτά, δεν πρέπει να εκτιμώνται μεμονωμένα. Η βαρύτητα των διαφόρων στοιχείων που πρέπει ο εθνικός δικαστής να λάβει υπόψη, προκειμένου να εκτιμήσει αν υπάρχει μεταβίβαση κατά την έννοια της οδηγίας, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό, από το είδος της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για την οποία πρόκειται και από τις εφαρμοζόμενες μεθόδους παραγωγής και εργασίας[5]. Όπως επισημαίνει το ΔΕΚ: «η διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων δεν μπορεί να εξαρτάται από την εκτίμηση ενός μόνον παράγοντα[6], ακόμη και αν πρόκειται για παράγοντα με βαρύνουσα σημασία για την εκτίμηση αν συντρέχει η όχι μεταβίβαση επιχείρησης». Για την ύπαρξη μεταβίβασης, αξιολογείται και μάλιστα ως ουσιώδες στοιχείο το «αν ο νέος επιχειρηματίας, συνεχίζει πράγματι ή αρχίζει εκ νέου την εκμετάλλευση της εν λόγω μονάδας, με τις ίδιες ή ανάλογες οικονομικές δραστηριότητες»[7], οπότε και απευθύνεται στον ίδιο, κατά βάση, κύκλο πελατείας. Στην κρινόμενη περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση αποτελούν ιδιωτική εταιρεία της οποίας το νομικό καθεστώς και το πλαίσιο λειτουργίας καθορίζεται από τον περί Ιδιωτικών Πανεπιστημίων (Ίδρυση, Λειτουργία και Έλεγχος ) Νόμο του 2005, τον θεσπισθέντα δυνάμει αυτού Καταστατικό Χάρτη ίδρυσης του Πανεπιστημίου (Τεκ.25) και τους Εσωτερικούς Κανονισμούς. Οι Καθ' ων η αίτηση ως Ιδιωτικό Πανεπιστήμιο ιδρύθηκαν το 2005 δυνάμει του προρρηθέντος Νόμου και άρχισαν τη λειτουργία τους το 2007, παρέχοντας προγράμματα σπουδών σε πτυχιακό, μεταπτυχιακό και διδακτορικό επίπεδο. Το FIT αποτελεί εμπορική επωνυμία, της οποίας ιδιοκτήτης κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οι Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ. Παραμένει αδιαμφισβήτητο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ουδεμία σχέση υπήρχε μεταξύ Πανεπιστημίου και FIT. Επίσης ότι το FIT και μετά τη ίδρυση του Πανεπιστημίου, συνέχισε κανονικά τη λειτουργία του, ως ιδιωτική Σχολή Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Κολλέγιο), διατηρώντας τη δική του δομή και ταυτότητα ως ξεχωριστός οργανισμός με διαφορετικό προϋπολογισμό, διαφορετικές εσωτερικές διαδικασίες, οργάνωση και προσωπικό. Σε τελική ανάλυση, συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον μας στοιχεία, καταλήγουμε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση ξεφεύγει των πλαισίων των προστατευτικών δια-τάξεων της Οδηγίας και του Ν.104(Ι)/2000. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από το FIT στους Καθ' ων η αίτηση καθώς το FIT αποτελεί ένα ξεχωριστό οργανισμό που συνέχισε να διατηρεί την οντότητα του και να ασκεί τις δραστηριότητες του και μετά την ίδρυση του Πανεπιστημίου, ενώ το Πανεπιστήμιο ιδρύθηκε με βάση τον Πανεπιστημίου Νόμο ως ένας νεοσύστατος οργανισμός με δραστηριότητες και προγράμματα σπουδών σε ανώτατο επιπέδου τις οποίες δεν παρείχε το FIT και οι οποίες καθορίζονται στον προρρηθέντα Νόμο και τον Καταστατικό Χάρτη του Πανεπιστημίου. Συνεπώς η θέση του Αιτητή ότι η σύμβαση που υπέγραψε με το FIT συνέχισε να υφίσταται και να καθορίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης του στους Καθ' ων η αίτηση λόγω μεταβίβασης επιχείρησης, δεν υφίσταται. Σε κάθε περίπτωση όμως, είμεθα της γνώμης, ότι και στην περίπτωση ακόμη που έχρηζαν εφαρμογής η Οδηγίας και ο Ν.104(Ι)/2000 και πάλι οι όροι της εν λόγω συμφωνίας (Τεκ.2Α) δεν θα υφίσταντο και δεν θα μπορούσαν να προσδιορίσουν τους όρους απασχόλησης του Αιτητή, οι οποίοι με την αποδοχή της θέσης στο Πανεπιστήμιο έπαυσαν πλέον να υφίστανται ως μη συνάδοντες με τον Νόμο, το Καταστατικό Χάρτη και τους Εσωτερικούς Κανονισμούς του Πανεπιστημίου. Περαιτέρω, προσεκτική ερμηνευτική προσέγγιση του επίδικου όρους
(5)της συμφωνίας (Τεκ.2Α) τον οποίο επικαλείται ο Αιτητής για υποστήριξη της άρνησης του να αναλάβει τη διδασκαλία μαθημάτων στο Παράρτημα του Πανεπιστημίου στη Λεμεσό, δεν επιβεβαιώνει τη θέση του Αιτητή. Αντιθέτως παραμένει ανοικτό το δικαίωμα του εργοδότη και η υποχρέωση του Αιτητή να αποδεχθεί την ανάληψη καθηκόντων και σε άλλη πόλη όταν οι ανάγκες το απαιτούν. Άλλωστε όπως αναφέρει η Ερευνούσα Λειτουργός στο Πόρισμα της προς τον Πρόεδρο της Πειθαρχικής Επιτροπής (Τεκ.9), «Όταν πάρθηκε η απόφαση προσφοράς μαθημάτων για ομάδα φοιτητών στη Λεμεσό, ο κ. Κ. δεν είχε εκφράσει την αντίθεση του, σύμφωνα με τις καταθέσεις των μελών του Συμβουλίου του Τμήματος. Η άρνηση του διατυπώθηκε στο τρέχον εξάμηνο όταν κλήθηκε να διδάξει ο ίδιος στη Λεμεσό τον Ιανουάριο 2016». Για όλα τα πιο πάνω και επί του δεύτερου λόγου απόλυσης οι θέσεις του Αιτητή αναιρούνται ως μη συνάδουσες με την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία και τη εν γένει συμπεριφορά του. Ως επακόλουθο κρίνουμε λογική και εύλογη την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής ως μέλος του ΔΕΠ στη θέση Λέκτορα είχε υποχρέωση να συμμορφωθεί με τις εντολές του Τμήματος του και να αναλάβει τη διδασκαλία μαθημάτων στο Παράρτημα του Πανεπιστημίου στη Λεμεσό. Για όλα τα πιο πάνω, καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από τον Νόμο και τη νομολογία, θα πρέπει να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, στο μέτρο του λογικού εργοδότη, οι Καθ' ων η αίτηση στοιχειοθέτησαν λογικές αιτίες για την πεποίθηση τους ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και/ή σοβαρού παραπτώματος κα/ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση των κανόνων εργασίας του και/ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και/ή παράκουσε τις λογικές και εύλογες εντολές τους και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου. Επίσης κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τους Καθ' ων η αίτηση, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Τονίζουμε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό και σε καμία περίπτωση δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης επισημαίνουμε ότι ο Αιτητής κρίθηκε ένοχος διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος λόγω άρνησης του να αναλάβει τη διδασκαλία μαθημάτων στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών του Πανεπιστημίου. Επίσης κρίθηκε ένοχος λόγω άρνησης του να αναλάβει τη διδασκαλία μαθημάτων σε ομάδα φοιτητών του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας στη Λεμεσό, όπου λειτουργεί Παράρτημα του Πανεπιστημίου. Και στις δύο περιπτώσεις, κρίνουμε σωστή και εύλογη την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση, καθώς ο Αιτητής ενεργώντας κατά παράβαση των Εσωτερικών Κανονισμών του Πανεπιστημίου, αρνήθηκε την εκτέλεση διδακτικού έργου και δεν συμμορφώθηκε με τις διδακτικές του υποχρεώσεις. Ταυτόχρονα αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις νόμιμες και εύλογες εντολές και/ή αποφάσεις του Τμήματος του να αναλάβει την ανάθεση διδακτικού έργου σύμφωνα με τις ανάγκες του Πανεπιστημίου, παραβιάζοντας τοιουτοτρόπως το θεμελιώδες καθήκον του ως μέλος του ΔΕΠ, να προάγει τους σκοπούς του Πανεπιστημίου και να συμβάλει στην επιτυχία της αποστολής του. Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην απόφαση της Πειθαρχικής Επιτροπής, «η άρνηση του κ. Κ. (Αιτητή) επιβαρύνει το έργο των συναδέλφων του οι οποίοι, με βάση τις καταθέσεις τους, καλούνται είτε οι ίδιοι είτε επισκέπτες καθηγητές να καλύψουν τις πρόσθετες διδακτικές ανάγκες, ενώ την ίδια στιγμή αναλαμβάνουν την επίβλεψη πρόσθετων μεταπτυχιακών διατριβών». Ο Αιτητής ωστόσο μέχρι την τελευταία επέμεινε στις πράξεις του χωρίς να δείξει το παραμικρό σημείο μεταμέλειας. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω, ομόφωνα καταλήγουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση ενέργησαν υπό τις περιστάσεις ως λογικοί εργοδότες και ότι νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισαν την απασχόληση του Αιτητή, ικανοποιώντας έτσι τους όρους του άρθρου 5 (ε) και (στ) του Νόμου. Ως επακόλουθο η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Α. Λάμπρου, Μέλος Π. Παναγιώτου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] C-466/07 Klarenberg 12.2.2009 [2] Το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε μέσα από τον ορισμό της «οικονομικής μονάδας» για την οποία γίνεται στην απόφαση C-13/95 Suzen [1997] ECR I-1259 και την οποία ορίζει ως ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων και πραγμάτων για την άσκηση ορισμένης οικονομικής δραστηριότητας που επιδιώκει δικούς της σκοπούς. [3] C-24/85 Spijkers [1986] ECR 1119. C-29/91 Stichting [1992] ECR 3189. C-392/92 Schmidt [1994] ECR I-1326. [4] C-51/00 Tempo Service Industries [2002] ECR I- 969. [5] C-287/86 Ny Molle Kro
(1987), 5479. C-13/95 Suzen
(1997), 1275. C-172/99 Oy LiiKenne (25.1.2001). C-51/00 Temco Service Industries
(2002), 969 [6] C-392/92 Schmidt [1994] ECR I-1326. [7] C-287/86 Ny Molle Kro [1987] ECR 5479 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.