ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ν. ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 55/2019, 10/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ν. Σιακαλλή & Κ. Χριστοδούλου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 55/2019 Μεταξύ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ Αιτητής -και- ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Καθ' ης η αίτηση Ημερομηνία: 10η Οκτωβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα. Β. Παντελή Για Καθ' ης η αίτηση: κα. Ε. Κούσιου ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η θέση του Αιτητή, όπως προβάλλει μέσα από τους γενικούς λόγους της Αίτησης, ότι η Καθ' ης η αίτηση παράνομα, αυθαίρετα και κατόπιν προμελετημένης σκέψης τερμάτισε την απασχόληση του, χωρίς εύλογη αιτία και για περιστατικό που έγινε μήνες πριν. Ότι σε κάθε περίπτωση έλαβε όλα τα δέοντα μέτρα, εντόπισε το περιστατικό και εκτέλεσε τα καθήκοντα του με εύλογο ικανοποιητικό τρόπο. Στη βάση αυτή αξιώνει: (α) Αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης του, (β) Οκτώ μήνες μισθούς ως πληρωμή αντί προειδοποίησης πριν τον τερματισμό της απασχόλησης του, (γ) Επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω απώλειας καριέρας, (δ) Νόμιμο τόκο, (ε) Έξοδα και ΦΠΑ. Η Καθ' ης η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον της αξιώσεις ισχυριζόμενη ότι δικαιολογημένα και ή νόμιμα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή καθότι: (α) Μεταξύ άλλων δεν εφάρμοσε τις διαδικασίες, ως Προϊστάμενος Εσωτερικού Ελέγχου και Διασφάλισης Ποιότητας, όπως αυτές αναφέρονται στο σχέδιο υπηρεσίας του και/ή τη συμφωνία εργοδότησης του, για να μπορέσει να προφυλάξει τα συμφέροντα της, (β) Δεν σύνταξε και δεν εφάρμοσε κανονισμούς και διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου για να εφαρμόζονται και να προλαμβάνουν τυχόν λανθασμένες ή κακόβουλες ενέργειες από τους υπαλλήλους, (γ) Δεν προχώρησε στη σύνταξη διαδικασιών οικονομικής διαχείρισης και διοικητικών λειτουργιών για να διεξάγονται οποιεσδήποτε επιθεωρήσεις, (δ) Δεν προέβη σε καμία εισήγηση στο Διοικητικό Συμβούλιο ως όφειλε για διαδικασίες πιστοποίησης και διασφάλισης της ποιότητας υπηρεσιών, (ε) Δεν προέβη σε ενημέρωση προς το Διοικητικό Συμβούλιο ως όφειλε να πράξει για όλα τα γεγονότα. Ισχυρίζεται επίσης ότι πριν την επιστολή απόλυσης ημερ. 14.1.2019, ο Αιτητής είχε λάβει αρκετές προειδοποιήσεις αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του, αλλά και για το ιστορικό της Ι. Κωνσταντίνου, ειδικά για θέματα υπεξαίρεσης χρημάτων. Παρά τις προειδοποιήσεις, δεν έλαβε οποιαδήποτε δραστικά μέτρα αλλά ούτε και εκπλήρωσε τα καθήκοντα του, ως του είχε ζητηθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο, με αποτέλεσμα να φανεί ότι τελικά υπεξαιρέθηκαν χρήματα από την Ι. Κωνσταντίνου, και όχι μόνο. Το άρθρο 6
(1)του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν.24/67, όπως διαμορφώθηκε από τον Τροποποιητικό Νόμο Ν.6/73 (ο «Νόμος»), καθιερώνει νόμιμο μαχητό τεκμήριο υπέρ του εργοδοτούμενου δυνάμει του οποίου: «...ο υπό εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος δια τινά των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων», δηλαδή των λόγων που καθιστούν νόμιμη και δικαιολογημένη την απόλυση και δεν παρέχουν στον εργοδοτούμενο δικαίωμα αποζημίωσης. Συνεπώς, στην Καθ' ης η αίτηση απόκειται να ανατρέψει το καθιερωμένο από το Νόμο μαχητό τεκμήριο και να αποδείξει ότι δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση του Αιτητή για τους λόγους που επικαλείται. Προς ανατροπή του νόμιμου αυτού τεκμηρίου κατέθεσε ο κ. Νίκος Μαντάς, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρξε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Καθ' ης η αίτηση. Ο Αιτητής υποστήριξε την υπόθεση του με την προσωπική του μαρτυρία. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης η πραγματική μαρτυρία που αποτελείται από εννέα
(9)συνολικά έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε εκτενώς, όπου κρίνεται σκόπιμο, κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Τα εν λόγω έγγραφα είναι τα ακόλουθα: - Τεκ.1 - Συμφωνία Εργοδότησης του Αιτητή. - Τεκ.2 - Καθήκοντα της θέσης του Προϊσταμένου Εσωτερικού Ελέγχου και Διασφάλισης Ποιότητας της Καθ' ης η αίτηση. - Τεκ.3 - Επιστολή Απόλυσης ημερ. 14.1.
- - Τεκ.4 - Εγχειρίδιο Κανονισμών & Διαδικασιών (Κανονισμός Εσωτερικού Ελέγχου). - Τεκ.5 - Εγχειρίδιο Κανονισμών & Διαδικασιών (Λογιστήριο - Διαδικασία Διαχείρισης απαιτήσεων) - Τεκ.6 - Πόρισμα Αιτητή προς Πρόεδρο Δ.Σ. ημερ. 30.11.2018 με θέμα: Πιθανή Υπεξαίρεση από την υπάλληλο Ισαβέλλα Κωνσταντίνου. - Τεκ.7 - Συστατική Επιστολή για Αιτητή από τον τότε Πρόεδρο του Δ.Σ. Δρ. Στ. Χατζηστυλλή ημερ. 10.12.
- - Τεκ.8 - Επιστολή Αιτητή προς το Δ.Σ. ημερ. 30.10.2017 με θέμα: Έγκριση διαδικασιών Κυκλώματος Προμηθειών, Τμήματος Ασφαλειών, Καταστατικό και Κανονισμός Εσωτερικού Ελέγχου και Διαδικασίες Λογιστηρίου. - Τεκ.9 - Μηνιαίο Εκκαθαριστικό του Αιτητή από νέο εργοδότη για Μάιο
- Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία, θα ήταν χρήσιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να παραθέσουμε τα παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, που είναι τα ακόλουθα: Η Καθ' ης η αίτηση αποτελεί δημόσια εταιρεία, η οποία ασχολείται με τη λειτουργία και διαχείριση του Απολλώνιου Ιδιωτικού Νοσοκομείου (στο εξής «Το νοσοκομείο»). Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση στις 11.9.2017 ως Προϊστάμενος Εσωτερικού Ελέγχου. Κατά τον χρόνο πρόσληψης του υπεγράφη και σχετική συμφωνία εργοδότησης (Τεκ.1) στην οποία περιλαμβάνονται τα καθήκοντα και οι όροι απασχόλησης του. Τα εν λόγω καθήκοντα περιγράφονται επίσης αναλυτικά στο σχέδιο υπηρεσίας της θέσης του «Προϊσταμένου Εσωτερικού Ελέγχου και Διασφάλισης Ποιότητας» (Τεκ.2), που δόθηκε στον Αιτητή μαζί με την πιο πάνω συμφωνία, τα οποία παραθέτουμε: «Συντάσσει κανονισμούς και διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και συντονίζει την σύνταξη των διαδικασιών οικονομικής διαχείρισης, καθώς και διοικητικών λειτουργιών, με βάση τις οποίες διεξάγει και ανάλογες επιθεωρήσεις, σχέδιο των οποίων εισηγείται ετήσια στο ΔΣ. Συμμετέχει στη Διευθυντική ομάδα, που ορίζει το ΔΣ, στο οποίο αναφέρει κάθε μήνα την πορεία εργασιών του εσωτερικού ελέγχου. Είναι σε καθημερινή επικοινωνία με το Γενικό Διευθυντή και τον Οικονομικό Διευθυντή, και σε εβδομαδιαία με τους Διευθυντές και τους Προϊσταμένους του νοσοκομείου, για συντονισμό της σύνταξης και εφαρμογής των διαδικασιών του τομέα ευθύνης τους, με βάση τις οποίες γίνονται οι καθημερινοί και μηνιαίοι έλεγχοι, με αναφορά στο ΔΣ & σε Επιτροπή Εσωτ. Ελέγχου. Λαμβάνει υπόψη του τις παρατηρήσεις των ετήσιων ελέγχων των εξωτερικών οικονομικών ελεγκτών και πραγματοποιεί το πλάνο που υπέβαλλε στο ΔΣ, συμπεριλαμβανομένων κι αξιολογήσεων διαχείρισης οικονομικών κι άλλων κινδύνων. Υποβάλλει απολογισμό προηγούμενου και προγραμματισμό επόμενου έτους, ενέργεια που επαναλαμβάνεται κι ετήσια κι εφεξής, προς ΔΣ. Ελέγχει την ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών του Νοσοκομείου και διασφαλίζει το υψηλό επίπεδό τους Προχωρά στις διαδικασίες πιστοποίησης και διασφάλισης της ποιότητας εισηγούμενος σχετικά.» Η απασχόληση του Αιτητή τερματίστηκε στις 14.1.2019 με επιστολή ιδίας ημερομηνίας (Τεκ.3) το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουμε αυτούσιο: «Κύριε, Μετά και την πρόσφατη ανακάλυψη κατάχρησης από την πρώην υπάλληλο της εταιρείας Ισαβέλλα Κωνσταντίνου, γεγονός που ως εσωτερικός ελεγκτής θα έπρεπε να είχατε ανακαλύψει και/ή να είχατε εφαρμόσει διαδικασίες που να εντοπίζουν τέτοιες ενέργειες, το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, λαμβάνοντας υπόψιν και την οικονομική ζημιά που υπέστη η εταιρεία λόγω της αμέλειας σας, αποφάσισε να τερματίσει την εργοδότηση σας με άμεση ισχύ. Παρακαλούμε όπως εντός της ημέρας παραδώσετε στην κυρία Ηλιοπούλου όλα τα αντικείμενα, έγγραφα και πληροφορίες της εταιρείας που έχετε στην κατοχή σας. Όλα τα δεδουλευμένα ωφελήματα σας θα σας καταβληθούν στο ακέραιο. Μετά τιμή, ο πρόεδρος του ΔΣ» Οι τελευταίες μηνιαίες ακαθάριστες απολαβές του Αιτητή ανέρχονταν στα €4.064,48 πλέον 13ο μισθό. Μαρτυρία Ο κ. Μαντάς, με τη γραπτή κατάθεση του (Τεκ.Α), ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής, μέχρι και την ημέρα τερματισμού της απασχόλησης του, δεν εκτέλεσε την εργασία του ως όφειλε να εκτελέσει και ειδικότερα (α) δεν συνέταξε και δεν εφάρμοσε κανονισμούς και διαδικασίες Εσωτερικού Ελέγχου, (β) δεν συνέταξε διαδικασίες οικονομικής διαχείρισης και διοικητικών λειτουργιών, ως όφειλε για να γίνονται επιθεωρήσεις, (γ) δεν εισηγήθηκε τίποτα στο Διοικητικό Συμβούλιο για διαδικασίες πιστοποίησης και διασφάλισης ποιότητας. Ισχυρίστηκε ότι τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται από το γεγονός ότι, ενώ στην ομάδα, της οποίας προΐστατο και ήταν επικεφαλής, είχε την κα Ι. Κωνσταντίνου, η οποία εργοδοτήθηκε στις 15.6.2018, μέχρι και τον Αύγουστο 2018, δεν αντιλήφθηκε ότι το εν λόγω πρόσωπο υπεξαίρεσε χρήματα από τα Νοσοκομείο και συγκεκριμένα το ποσό των €74.391,
- Ότι, εάν συνέτασσε και εφάρμοζε τις δέουσες διαδικασίες, ως όφειλε βάσει των όρων εργοδότησης του, τότε θα προλάβαινε τις λανθασμένες και κακόβουλες ενέργειες των υπαλλήλων της ομάδας του που ως προϊστάμενος έφερε ανάλογη ευθύνη. Ισχυρίστηκε ότι μετά την ανακάλυψη της υπεξαίρεσης, ο Αιτητής κλήθηκε από το Δ.Σ. του Νοσοκομείου για εξηγήσεις και οι απαντήσεις που έδωσε δεν ήταν ικανοποιητικές. Ως επακόλουθο, το Δ.Σ. σε συνεδρία του έκρινε ότι η απασχόληση του δεν μπορεί να συνεχιστεί και του παράδωσε επιστολή τερματισμού στις 24.1.2019 (Τεκ.3). Πέραν της γραπτής δήλωσης ανέφερε ότι διορίστηκε μέλος του Δ.Σ. στα τέλη Δεκεμβρίου
- Ότι η Ι. Κωνσταντίνου προσλήφθηκε στο Οικονομικό Τμήμα με καθήκον την επικοινωνία και είσπραξη οφειλόμενων ποσών από κακούς χρεώστες. Ισχυρίστηκε ότι η υπεξαίρεση χρημάτων από την εν λόγω υπάλληλο ανακαλύφθηκε από λειτουργό του λογιστηρίου και όχι από τον Αιτητή. Ότι ο Αιτητής ως εσωτερικός ελεγκτής όφειλε, έστω και δειγματοληπτικά, να ελέγχει τα λεφτά που εισπράχτηκαν, τις αποδείξεις που δόθηκαν και να βρίσκεται σε επικοινωνία με κάποιους ασθενείς, για να εξακριβώσει εάν όντως έγιναν σωστά οι διαδικασίες. Επίσης ότι τόσο ο Αιτητής όσο και ο διευθυντής προειδοποιήθηκαν για το μη λευκό ποινικό μητρώο της Ι. Κωνσταντίνου και ενώ υποσχέθηκαν ότι θα αναλάμβαναν οι ίδιοι, τίποτα δεν έκαναν. Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι η Ι. Κωνσταντίνου αποτέλεσε στέλεχος της Οικονομικής Διεύθυνσης και όχι του Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου. Ισχυρίστηκε ωστόσο ότι οι τρόποι ελέγχου ήταν καθήκον του Αιτητή και ο λόγος που διορίστηκε ήταν ο εσωτερικός έλεγχος στις διαδικασίες αγορών, προμηθειών και εισπράξεων και υπό αυτά τα δεδομένα όφειλε να ελέγχει τους υπαλλήλους στο έργο τους. Και ενώ ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν έκανε καθόλου καλά τη δουλειά του και ότι το περιστατικό της υπεξαίρεσης ανακαλύφθηκε τυχαία από τον λογιστή, ωστόσο δεν αρνήθηκε ότι στον Αιτητή δεν δόθηκε οποιαδήποτε προειδοποιητική επιστολή. Ότι με την εκλογή του νέου Δ.Σ. του οποίου υπήρξε μέλος, ο Αιτητής κλήθηκε σε απολογία από τον Πρόεδρο, παρουσία του Οικονομικού Διευθυντή και αφού συζήτησαν το θέμα και δεν δόθηκαν ικανοποιητικές εξηγήσεις αποφασίστηκε η απόλυση του. Για το τι λέχτηκε στην συνάντηση ενημερώθηκε από τον ίδιο τον Πρόεδρο. Αρνήθηκε ότι αναπτύχτηκαν διαδικασίες ελέγχου σε όλα τα Τμήματα του Νοσοκομείου, αναφέροντας ότι απλώς καταγράφηκαν διαδικασίες χωρίς εφαρμογή. Αφού αναγνώρισε το Εγχειρίδιο Κανονισμών και Διαδικασιών σε σχέση με τον Εσωτερικό Έλεγχο (Τεκ.4), ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για έγγραφο που ο Αιτητής κατέβασε από το Internet, το παρουσίασε, χωρίς ποτέ να εφαρμοστούν στην πράξη οι αναφερόμενες διαδικασίες ή να δοθούν ανάλογες οδηγίες. Το αν ο ίδιος είχε γνώση των γεγονότων που συνέβησαν πριν καταστεί μέλος του Δ.Σ. ισχυρίστηκε ότι ως μέτοχος των Καθ' ων η αίτηση είχε άμεση ενημέρωση από τον Πρόεδρο και τα μέλη του Δ.Σ. για ότι προέκυπτε στο Νοσοκομείο. Αναγνώρισε ότι με την εκλογή του νέου Δ.Σ. απολύθηκε εκτός από τον Αιτητή και ο Γενικός Διευθυντής, των οποίων η εργοδότηση έγινε από το προηγούμενο Δ.Σ. Πλην όμως ισχυρίστηκε ότι απολύθηκαν γιατί δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους και όχι για άλλους λόγους. Επανεξεταζόμενος εντόπισε ότι το Τεκ.4 δεν φέρει ημερομηνία. Καταθέτοντας ο Αιτητής αναφέρθηκε αρχικά στην έννοια και τον σκοπό του εσωτερικού ελέγχου. Ακολούθως, παραπέμποντας στο Τεκ.4 και διευκρινίζοντας ότι είναι οι Κανονισμοί που έχουν εγκριθεί από την Καθ' ης η αίτηση στις 7.11.2017, ανέφερε ότι σ' αυτόν προβλέπονται δύο κατηγορίες ελέγχου, ο προληπτικός και κατασταλτικός εσωτερικός έλεγχος και ότι στην περίπτωση της Ι. Κωνσταντίνου εφαρμόστηκαν και οι δύο έλεγχοι, ο μεν πρώτος για τη λήψη δειγμάτων και ο δεύτερος για την ανακάλυψη της υπεξαίρεσης. Ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση του δόθηκε η οδηγία όπως διενεργηθεί ειδικός έλεγχος σε σχέση με την εν λόγω υπάλληλο η οποία προσελήφθηκε από το Νοσοκομείο, καθώς ο ίδιος δεν είχε καμία εξουσιοδότηση για πρόσληψη προσωπικού και καμία σχέση με την πρόσληψη της. Επίσης, ότι η εν λόγω υπάλληλος ανήκε στην ομάδα της Οικονομικής Διεύθυνσης και ήταν υπό την ιεραρχική επίβλεψη της Προϊστάμενης Λογιστηρίου, της Διευθύντριας Οικονομικής Υπηρεσίας και του Γενικού Διευθυντή, οι οποίοι είχαν και την αποκλειστική ευθύνη παρακολούθησης της. Για υποστήριξη της θέσης του κατάθεσε ως Τεκ.5 το Εγχειρίδιο Κανονισμών και Διαδικασιών σε σχέση με τη διαχείριση απαιτήσεων, όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται και ο υπεύθυνος παρακολούθησης της διαδικασίας. Ήταν η θέση του ότι δυνάμει διεθνών προτύπων, υπάρχουν διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται είτε ο έλεγχος είναι προληπτικός είτε με έκτακτη διαταγή. Και στην προκείμενη περίπτωση, καταλήγοντας ότι υπήρχε υπεξαίρεση, ετοιμάστηκε και διαβιβάστηκε πόρισμα τόσο στον Γ.Δ. όσο και στον Πρόεδρο του Δ.Σ. που είναι το Τεκ.6, επιστολή ημερ. 30.11.
- Και ενώ είχε λάβει όλα τα δέοντα μέτρα κατόπιν λήψης της οδηγίας για έκτακτο έλεγχο, ωστόσο η Καθ' ης η αίτηση επιθυμούσε την απόλυση του επικαλούμενη ότι δήθεν δεν εντόπισε το περιστατικό υπεξαίρεσης, που έλαβε χώρα μήνες πριν την απόλυση του και ο ίδιος συνέχισε να εργάζεται ανελλιπώς. Σημείωσε δε, ότι ουδέποτε τέθηκε υπόψη του ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν ήταν ευχαριστημένη με τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του, ούτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή ή επίπληξη ότι δεν ετοιμάζει διαδικασίες ή δεν προβαίνει σε ελέγχους, εν αντιθέσει με τη συστατική επιστολή ημερ. 10.12.2018 (Τεκ.7) του τότε Προέδρου του Δ.Σ. κ. Χατζηστυλλή, από την οποία επιβεβαιώνονται οι διαδικασίες που αναπτύχθηκαν εκ του μηδενός σε όλα τα τμήματα, μιας και η Καθ' ης η αίτηση δεν είχε προηγουμένως εσωτερικό ελεγκτή. Για υποστήριξη της θέσης του κατέθεσε επιστολή για έγκριση διαδικασιών ημερ. 30.10.2017 (Τεκ.8). Ισχυρίστηκε ότι έγιναν προγραμματισμένοι και έκτακτοι έλεγχοι σε όλα τα Τμήματα και Διευθύνσεις σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου, παρουσιάζοντας τα ευρήματα και καταθέτοντας τις προτάσεις του για διορθωτικές ενέργειες στο Δ.Σ.. Θεωρεί ότι η απόλυση του αποτέλεσε προμελετημένη σκέψη της Καθ' ης η αίτηση, η οποία δύο μήνες μετά την αλλαγή του Δ.Σ., επικαλούμενη την υπεξαίρεση της Ι. Κωνσταντίνου, την οποία ο ίδιος εντόπισε λαμβάνοντας όλα τα δέοντα μέτρα και χωρίς ποτέ να κληθεί ενώπιον του Δ.Σ. να εξηγήσει τις ενέργειες του και να απαντήσει στις εναντίον του κατηγορίες, τερμάτισε την απασχόληση του. Σημείωσε, ότι για κάθε περίπτωση ο λόγος απόλυσης δεν συνάδει ούτε με τη φύση της εργασίας του καθώς οι εσωτερικοί ελεγκτές, όπως προκύπτει και από όρο 1.5 του Τεκ.4, δεν φέρουν καμία ευθύνη για τις δραστηριότητες που ελέγχουν και τις τυχόν παρατυπίες, αδυναμίες ή παραβιάσεις που εντοπίζονται κατά τη διάρκεια του έλεγχου. Απορρίπτοντας τη θέση της άλλης πλευράς, ότι ο ίδιος δεν εισηγήθηκε τίποτε στο Δ.Σ. για διαδικασίες πιστοποίησης και διασφάλισης ποιότητας και παραθέτοντας επί τούτου της θέση του, κατέληξε ότι η μόνη λογική εξήγηση της απόλυσης του έχει να κάνει με την αλλαγή του Διοικητικού Μηχανισμού του Νοσοκομείου, καθώς πέραν του ίδιου απολύθηκαν και άλλα διευθυντικά στελέχη που προλήφθηκαν από το προηγούμενο Δ.Σ., όπως ο Γενικός Διευθυντής και ο Υπεύθυνος Τιμολογίων και παραιτήθηκε η Οικονομική Διευθύντρια και η Προϊστάμενη Λογιστηρίου. Αντεξεταζόμενος ανεγνώρισε το Τεκ.2 ως το έγγραφο επί του οποίου αναγράφονται τα καθήκοντα του «Προϊσταμένου Εσωτερικού Ελέγχου και Διασφάλισης Ποιότητας», μεταξύ των οποίων και η σύνταξη των διαδικασιών οικονομικής διαχείρισης, για την οποία απάντησε ότι έγινε. Διευκρίνισε ότι η δουλειά ενός εσωτερικού ελεγκτή είναι να διαβεβαιώσει την εταιρεία ότι υπάρχουν κάποιες διαδικασίες για μια συγκεκριμένη ιεραρχία. Οπόταν, άμεσα ιεραρχικά εμπλεκόμενοι για τον έλεγχο της Ι. Κωνσταντίνου ήταν η Προϊστάμενη του Λογιστηρίου, η Διευθύντρια της Οικονομικής Υπηρεσίας και ο Γενικός Διευθυντής, βάσει των διαδικασιών που ο ίδιος είχε εισαγάγει. Διευκρίνισε ότι οι κανονισμοί και οι διαδικασίες είναι για να προσφέρουν μια εύλογη ασφάλεια, επειδή κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το τι μπορεί να σκεφτεί ένας υπάλληλος. Επέμεινε ότι η υπεξαίρεση από την Ι. Κωνσταντίνου ανακαλύφθηκε από τον ίδιο, λέγοντας ότι από τη στιγμή που παραιτήθηκε η Οικονομική Διευθύντρια κα Πηλαβάκη, κατάλαβαν ότι λείπει ένας κρίκος από την αλυσίδα του ελέγχου και τότε άρχισε να παρακολουθεί τις συναλλαγές και έτσι ανακαλύφθηκε η υπεξαίρεση. Ερωτηθείς μάλιστα αν αποτελούσε σοβαρό λόγο η υπεξαίρεση για την απόλυση του, ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε καμία έρευνα και ότι ποτέ δεν κλήθηκε από το Δ.Σ. να δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις πριν την απόλυση του η οποία του δόθηκε, μέσω τρίτου προσώπου, σε μη επιστολόχαρτο του Νοσοκομείου. Νομική Πτυχή Οι λόγοι που δικαιολογούν την απόλυση εργοδοτούμενου και κατ' επέκταση απαλλάσσουν τον εργοδότη από την καταβολή οποιασδήποτε αποζημίωσης, αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 5 του Νόμου. Σύμφωνα με τα εδάφια (ε) και (στ) του άρθρου: «
- Τερματισμός απασχολήσεως δι' οιονδήποτε των ακολούθων λόγων δεν παρέχει δικαίωμα εις αποζημίωσίν: (α) ........................................ (β)......................................................................................................................... (γ)......................................................................................................................... (δ)......................................................................................................................... (ε) Όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως. Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκεί το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον. (στ) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας τη αμέσως προηγούμενης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή (ii) διάπραξιν σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του (iii) διάπραξιν ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηράς συγκαταθέσεως του εργοδότη του (iv) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του (v) σοβαρά ή επαναλαμβανομένη παράβασις ή παραγνώρισης κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.» Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου v. Κυπριακών Αερογραμμών,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1478, εξετάστηκε το ζήτημα του εφαρμοστέου κριτηρίου σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτούμενου, με αναφορά στην αγγλική υπόθεση British Leyland (U.K.) Ltd v. Swing
(1981)1RLR 91 (σ.93), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning Μ.R.: «Τhe correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him‽ If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a bank of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view: another quite reasonably take a different view». (Σε ελεύθερη μετάφραση): «Το ορθό κριτήριο είναι αυτό: Ήταν λογικά αναμενόμενο από τον εργοδότη να τον απολύσει; Εάν κανένας λογικός εργοδότης δεν θα τον απέλυε τότε η απόλυση είναι αδικαιολόγητη. Αλλά εάν ένα λογικός εργοδότης μπορούσε να τον απολύσει τότε η απόλυση ήταν δικαιολογημένη. Θα πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη μας ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει μια γραμμή λογικής, στα πλαίσια της οποίας ένας εργοδότης μπορεί δικαιολογημένα να πάρει μια θέση και ένας άλλος εντελώς διαφορετική.» Όπως, δε, κατ' επανάληψη έχει νομολογηθεί, η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν Δικαστήριο θα έκανε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Αντί αυτού, το Δικαστήριο θα πρέπει να ρωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, ο εργοδότης στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση του ότι ο εργοδοτούμενος υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από τον εργοδότη ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Το σωστό επομένως κριτήριο που θα οδηγήσει το Δικαστήριο στην τελική του κρίση, είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη, να προβεί στον τερματισμό της απασχόλησης ενός εργοδοτούμενου υπό συγκεκριμένες περιστάσεις και για συγκεκριμένο λόγο, έχοντας υπόψη ότι το βάρος στον εργοδότη είναι να αποδείξει τούτο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς η απόλυση θα πρέπει να μπορεί να βρίσκεται μέσα στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη - within the band of reasonable responses of a reasonable employer-. Διαφορετικά δεν θα είναι δικαιολογημένη (fair) αν προκύψει ότι ο μέσος λογικός εργοδότης δεν θα προχωρούσε στην απόλυση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης (Galatariotis Tele/cations Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ. 318, Post Office v. Folley & HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden [2001] 1 All ER 550, Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), L. Papaphilippou & Co Ltd v. Δήμητρας Λουκά,
(2014)1 Α.Α.Δ. 1193, Μ. Γεωργίου ν. Columbia World Wide Movers Ltd, Πολ. Έφ. 103/2012 ημερ. 7.7.2017). Η νομολογία δεν αρκείται στην αντικειμενική ύπαρξη και βαρύτητα κάποιου λόγου που θα ήταν ικανός από μόνος του να δικαιολογήσει την απόλυση, αλλά απαιτεί και την ανεπίληπτη τήρηση μιας «δίκαιης διαδικασίας» ("a fair procedure") από πλευράς εργοδότη να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να συγκεντρώσει και αξιολογήσει όσο το δυνατόν περισσότερες και ασφαλέστερες πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν στην απόφαση να θέσει τέρμα στην εργασιακή σχέση. Στην υπόθεση Sainsbury's Supermarkets Ltd v. Hitt
(2003)1 IRLR 23, τονίστηκε ότι το κριτήριο για το εύρος των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότη εφαρμόζεται και στο ερώτημα κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος για ανάρμοστη συμπεριφορά ("misconduct') ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη. Εκεί που διαφαίνεται ότι ο τρόπος με τον οποίο ο εργοδότης διερεύνησε την περίπτωση του απολυθέντος εργοδοτούμενου ήταν τέτοιος που τον εμπόδιζε να εξασφαλίσει πληροφορίες τις οποίες ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει και οι οποίες εύλογα θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα, τότε δεν θεωρείται ότι ο εργοδότης ενήργησε εύλογα υπό τις περιστάσεις. Το είδος και η έκταση της έρευνας εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων τη φύση και τη σοβαρότητα της κάθε υπόθεσης, το μαρτυρικό υλικό που έχει στην κατοχή του ο εργοδότης και τις συνέπειες που θα έχει στον εργοδοτούμενο μια δυσμενής κατάληξη. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, η πρώτιστη υποχρέωση του εργοδότη είναι να καλέσει τον εργοδοτούμενο και να ακούσει τις απόψεις του. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού Απασχολήσεως (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.45/85: «Η απασχόληση εργαζομένου δεν μπορεί να τερματίζεται για λόγους σχετιζόμενους με την συμπεριφορά του ή την εργασία του πριν να του δοθεί η δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του από τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του, εκτός αν δεν μπορεί λογικά να αναμένεται από τον εργοδότη να του δώσει αυτή τη δυνατότητα.» Από το περιεχόμενο της εν λόγω διάταξης καθίσταται φανερό ότι η παροχή του δικαιώματος ακρόασης αποτελεί τον κανόνα. Δεν είναι όμως απόλυτο. Όπως είναι νομολογημένο, η γνωστοποίηση των λόγων της απόλυσης μπορεί ακόμη και να παραλειφθεί, αν ο εργαζόμενος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να γνωρίζει απόλυτα την κατηγορία και, γενικότερα, τους λόγους της απόλυσης (Roberts and Ellison v. Short Bros and Harlon Ltd
(1976)EAT 318/1976). Όπως τέθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην απόφαση West Midlands Cooperative Society Ltd v. Tipton
(1986)W.C.R. 306, 316, η συζήτηση με τον εργοδοτούμενο μπορεί να παραλειφθεί μόνο εάν τα υπάρχοντα εναντίον του στοιχεία ομολογούνται από τον ίδιο ή είναι τόσο έκδηλα, ώστε να μη μπορούν αντικειμενικά να αμφισβητηθούν. Όπως, δε, εντοπίζεται στην Κακοφεγγίτου (ανωτέρω), στις σελίδες 1483-1484: Στη διαπίστωση του εύλογου της απόφασης για απόλυση είναι που έχει τη θέση της η αρχή του άρθρου 7, καθ' όσον συμπέρασμα βασισθέν σε στοιχεία, όσο αδιάσειστα και αν φαίνονται, που δεν έχουν απαντηθεί από τον υπάλληλο με την προβολή και της δικής του θέσης υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Η παροχή της δυνατότητας στον υπάλληλο να υπερασπίσει τον εαυτό του και να προβάλει τη θέση του όμως δεν συναρτάται προς την τήρηση συγκεκριμένης διαδικασίας προνοούμενης σε κανονισμούς ή ταυτιζόμενης με πειθαρχικές διαδικασίες. Είναι, όπως ορθά αντελήφθη το Δικαστήριο, θέμα ουσίας.» Ο Νόμος, ως νομοθέτημα κοινωνικού περιεχομένου, αποβλέπει στην προστασία του δικαιώματος εργασίας. Συνακόλουθα, και ως αποτέλεσμα της ανάγκης για πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων εργοδοτούμενου προτού ληφθεί απόφαση απόλυσης του, είναι επιτακτική η υποχρέωση τήρησης μιας σωστής διαδικασίας, στα πλαίσια της οποίας και θα πρέπει να παραχωρείται στον εργοδοτούμενο το δικαίωμα να ακουστεί και να αναπτύξει τις θέσεις του. [βλ. L. Papaphilippou & Co Ltd (ανωτέρω)]. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Κρις Ιακωβίδης ως εκκαθαριστής της Euro-cypria Airlines Ltd ν. Σουρουλλά, Πολ. Εφ. 188/2012 ημερ. 20.11.2018: «. Επισημαίνεται δε στην Beedell v West Ferry Printers Ltd [2001] EWCA Civ 400, στην οποία εφαρμόστηκαν η Swift και Iceland Frozen Foods Ltd v Jones
(1983)ICR 17, ότι δεν είναι για το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να επανακδικάσει τα πραγματικά ζητήματα τα οποία ήταν ενώπιον του εργοδότη κατά το χρόνο της απόλυσης (".it is not for the employment tribunal to retry the factual issues before the employer at the dismissal (including appeal) stage"). Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να υποκαταστήσει τη δική του αξιολόγηση ενός μάρτυρα με εκείνη του εργοδότη ("an ET. may not substitute its own evaluation of a witness for that of the employer at the time of its investigation and dismissal", Orr v Milton Keynes Council [2011] EWCA Civ 62). Δηλαδή, το Δικαστήριο επικεντρώνεται στο εύλογο της διαδικασίας της έρευνας που διεξήγαγε ο εργοδότης σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό μεμπτή συμπεριφορά του εργοδοτούμενου και στο εύλογο των πεποιθήσεων του (beliefs) κατά το χρόνο της απόλυσης και όχι στο κατά πόσο η συμπεριφορά του εργοδοτούμενου ήταν πράγματι μεμπτή.» Εξετάζοντας το Δικαστήριο εάν και κατά πόσο ένας εργοδότης ενέργησε στα πλαίσια των λογικών αντιδράσεων ενός λογικού εργοδότης, οφείλει να εξετάζει την κάθε περίπτωση στα πλαίσια των δικών της γεγονότων. Οφείλει επίσης να λαμβάνει υπόψη και όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν τη συγκεκριμένη περίπτωση (the surrounding circumstances), περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν το πρόσωπο του υπό απόλυση εργοδοτούμενου, όπως, η προηγούμενη συμπεριφορά του, το είδος των καθηκόντων που του εμπιστεύθηκε ο εργοδότης, η ευδόκιμη και μακρά υπηρεσία του, η εξήγησε που έδωσε για την πράξη του, η πρόθεση του για την τέλεση της πράξης∙ κατά πόσο δηλαδή ήταν ηθελημένη και εσκεμμένη, η μεταμέλεια του κλπ. (Anderman, The Law of Unfair Dismissal 3rd Edition p. 198, Δ. Ζερδελή, Το Δίκαιο της Καταγγελίας 2η έκδοση σ.185). Στην Pattikis v. Nicosia Municipal Committee
(1988)1 CLR 103, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχέση εργασίας θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη ενός κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο μερών. Οποιαδήποτε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδό εμπιστοσύνης δίνει το δικαίωμα στον εργοδότη να τερματίσει την εργασιακή σχέση. Με δεδομένο βέβαια ότι το μέτρο της άμεσης απόλυσης είναι δραστικό μέτρο, αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Ένα μεμονωμένο περιστατικό για να δικαιολογήσει απόλυση θα πρέπει να συνδέεται με σοβαρές συνέπειες και επιπτώσεις (βλ. Avghi Constantinidou v. F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd
(1980)1 CLR 302, Kanika Development Ltd v. Λουκά
(2004)1 ΑΑΔ 603, Κynigos Hotels Ltd v. Γ. Χρίστου
(2004)1ΑΑ.Α.Δ.665, Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ v. Γ. Κόγια
(2006)1 ΑΑΔ 1227). Νομολογιακά δεν τίθεται κανόνας που να καθορίζει τον βαθμό της επιλήψιμης συμπεριφοράς. Το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ποικίλει ανάλογα με τη φύση της επιχείρησης και τη θέση που κατέχει ο εργοδοτούμενος. Να σημειωθεί, ότι με βάση την επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου, ο εργοδότης θα πρέπει να ασκεί το δικαίωμα για απόλυση του εργοδοτούμενου εντός λογικού χρονικό διαστήματος από του γεγονότος που του παρείχε αυτό το δικαίωμα. Στην υπόθεση L' Union National (Tourism & Sea Resorts) Ltd v. Ανδρέα Αγαθοκλέους
(2000)1 Α.Α.Δ. 2117 αποφασίστηκε ότι η πάροδος σχεδόν ενός μηνός από την επίδειξη εκ μέρους του Αιτητή της απρεπούς συμπεριφοράς (10.10.1997) μέχρι την απόλυση του (6.11.1997) είναι πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από τον εργοδότη το δικαίωμα απόλυσης. Στην Thanos Hotels Ltd v. Ανδρέα Ανδρέου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1000, ο χρόνος που παρήλθε από το τελευταίο κατ' ισχυρισμό παράπτωμα του εργοδοτούμενου (19.5.1998) κρίθηκε πως δεν μπορούσε να θεμελιώσεις λόγο απόλυσης του στις 5.10.1998, εφόσον το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως λογικό χρονικό διάστημα για την άσκηση του δικαιώματος κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου (βλ επίσης Ηλίας Πατσαλίδης ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 194, Κυπριανού & Σια ν. Πετρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 607). Ανάλυση - Συμπεράσματα Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον κ. Ν. Μαντά όσο και τον Αιτητή να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, όπως επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Τόσο η εικόνα που αποκομίσαμε, όσο και η σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων, μας οδηγεί στην, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδοχή της μαρτυρίας του Αιτητή και στην κατάληξη ότι σε αυτή αποτυπώνεται η πραγματικότητα και μόνο. Αιτιολογώντας την προσέγγιση αυτή του Δικαστηρίου καταγράφουμε τα ακόλουθα: Η θέση του κ. Μαντά ότι ο Αιτητής μέχρι και την ημερά τερματισμού της απασχόλησης του δεν εκτέλεσε την εργασία του ως όφειλε να εκτελέσει με βάση τους όρους απασχόλησης του, δεν επιβεβαιώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, αλλά ούτε και θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί με βάση την ισχνή μαρτυρία που προσφέρθηκε. Πλην της γενικής και αόριστης κατάθεσης του μάρτυρα, κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, που να υποστηρίζει έστω και αμυδρά, ότι ο Αιτητής δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες των εργοδοτών του και δεν ενήργησε σύμφωνα με τα περιγραφόμενα στα Τεκ.1 και 2 καθήκοντα του και δη δεν σύνταξε και δεν εφάρμοσε κανονισμούς και διαδικασίες Εσωτερικού Ελέγχου και/ή δεν σύνταξε διαδικασίες οικονομικής διαχείρισης και διοικητικών λειτουργιών, ως όφειλε για να γίνονται επιθεωρήσεις και/ή δεν εισηγήθηκε τίποτα στο Δ.Σ. για διαδικασίες πιστοποίησης και διασφάλισης ποιότητας. Περαιτέρω, οι θέσεις του εν λόγω μάρτυρα, δεν συνάδουν και καταρρίπτονται από το περιεχόμενο διαφόρων Τεκμηρίων που ο Αιτητής επικαλέστηκε για υποστήριξη των θέσεων του και τα οποία, σε κάθε περίπτωση, παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση. Ειδικότερα, από το περιεχόμενο των Τεκ.4 και 5 επιβεβαιώνεται η εισήγηση του Αιτητή ότι από την αρχή της εργοδότησης του συνέταξε διαδικασίες και κανονισμούς Εσωτερικού Ελέγχου, ως και διαδικασίες οικονομικής διαχείρισης και διοικητικών λειτουργιών, τις οποίες με βάση το Τεκ.8 κατέθεσε ενώπιον του Δ.Σ. για έγκριση. Πρόσθετα, από το περιεχόμενο του Τεκ.6, υποστηρίζεται η θέση του Αιτητή ότι, για το θέμα της υπεξαίρεσης χρημάτων από την Ι. Κωνσταντίνου, διενήργησε ελέγχους και κατέληξε σε πόρισμα το οποίο διαβίβασε γραπτώς στον τότε Πρόεδρο του Δ.Σ. της Καθ' ης η αίτηση. Επιστέγασμα δε, των όσων περί αντιθέτου προέβαλε ο κ. Μαντάς, αποτελεί η συστατική επιστολή του τότε Προέδρου του Δ.Σ. Δρ. Στέλιου Χατζηστυλλή, με την οποία η διεύθυνση της Καθ' ης αίτηση επικροτεί το έργο και την προσφορά του Αιτητή κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του, όπου ανέλαβε πρωτοβουλίες και σημαντικό έργο σε μια σειρά θεμάτων που κυρίως αφορούσαν πολιτικές, διαδικασίες οδηγίες για διάφορα θέματα και τμήματα του Νοσοκομείου. Ότι με την έγκριση του Δ.Σ. ανέπτυξε και εφάρμοσε νέες διαδικασίες, οδηγίες και πολιτικές ή αξιολόγησε και στη συνέχεια επικαιροποίησε ήδη υπάρχουσες για διάφορα τμήματα και διευθύνσεις του Νοσοκομείου. Επιπλέον πραγματοποίησε προγραμματισμένους και έκτακτους ελέγχους στα διάφορα τμήματα και διευθύνσεις, σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Εσωτερικού Ελέγχου, παρουσιάζοντας τα ευρήματα και καταθέτοντας τις προτάσεις του στο Δ.Σ., συμβάλλοντας ουσιαστικά στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του Νοσοκομείου και εναρμόνισης του με τις σύγχρονες αρχές της Διοίκησης Μονάδων Υγείας. Πρόσθετα, ότι επέδειξε υψηλό επαγγελματισμό, ανταποκρινόμενος με πλήρη συνέπεια και υψηλή ευθύνη στα καθήκοντα του. Ως επακόλουθο όλων των πιο πάνω και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των Τεκ.4 όπου γίνεται αναφορά στην ευθύνη του Εσωτερικού Ελεγκτή για τις δραστηριότητες τις οποίες ελέγχει, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του Τεκ.5, όπου μεταξύ άλλων, αναφέρεται και ο υπεύθυνος παρακολούθησης της διαδικασίας είσπραξης των οφειλών, βρίσκουμε ότι ο Αιτητής, από τη θέση που κατείχε, δεν έφερε καμία ευθύνη για τις πράξεις της Ι. Κωνσταντίνου, η οποία ως υπάλληλος που ανήκε στην ομάδα Οικονομικής Διεύθυνσης, ήταν κάτω από την ιεραρχική επίβλεψη της Προϊσταμένης Λογιστηρίου, της Διευθύντριας Οικονομικής Υπηρεσίας και του Γενικού Διευθυντή, οι οποίοι είχαν και την αποκλειστική ευθύνη παρακολούθησης της. Γεγονός μάλιστα που προκύπτει και από τη μαρτυρία του κ. Μαντά, ο όποιος κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι η Ι. Κωνσταντίνου αποτελούσε στέλεχος της Οικονομικής Διεύθυνσης και όχι του Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου. Πέραν των πιο πάνω, ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκαν οποιαδήποτε απτά και συγκεκριμένα στοιχεία που να υποστηρίζουν τη θέση του κ. Μαντά, ότι πριν τη λήψη της τελικής απόφασης δόθηκε στον Αιτητή το δικαίωμα να ακουστεί και να θέσει τις απόψεις του. Τα όσα ο μάρτυρας κατέθεσε επί τούτου, αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που δεν συνάδουν μεταξύ τους. Ενώ στην κυρίως εξέταση ισχυρίστηκε ότι μετά την ανακάλυψη της υπεξαίρεσης ο Αιτητής κλήθηκε από το Δ.Σ. του Νοσοκομείου για εξηγήσεις και οι απαντήσεις που έδωσε δεν ήταν ικανοποιητικές, εντούτοις υπό το βάρος της αντεξέτασης διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι κλήθηκε από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. παρουσία του Οικονομικού Διευθυντή. Περαιτέρω ο μάρτυρας δεν έδωσε καμία εξήγηση για το πότε έγινε και τι διημείφθη στην εν λόγω συνάντηση, παρόλο που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι είχε πλήρη ενημέρωση από τον Πρόεδρο του Δ.Σ.. Σε τελική ανάλυση, αποδεχόμενοι τη θέση του Αιτητή, κρίνουμε ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν έδωσε στον Αιτητή τη δυνατότητα να απαντήσει στις εναντίον του κατηγορίες, οι οποίες, απ' ότι φαίνεται, του γνωστοποιήθηκαν για πρώτη φορά με την επιστολή απόλυσης (Τεκ.3). Σε κάθε περίπτωση, όπως αποτυπώθηκε από τη μαρτυρία του κ Μαντά, το περιστατικό της υπεξαίρεσης χρημάτων από την Ι. Κωνσταντίνου ανακαλύφθηκε τον Αύγουστο 2018 και ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή έγινε πέντε μήνες μετά, στις 24.1.2019. Καθομολογία μάλιστα του κ. Μαντά, ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του, δεν έγινε δέκτης οποιασδήποτε προειδοποίησης ή παρατήρησης ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του. Εν όψει όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία του κ. Μαντά δεν γίνεται αποδεχτή και απορρίπτεται σε όσα σημεία είναι αντίθετη με την ανάλογη μαρτυρία του Αιτητή. Αποδεχόμαστε λοιπόν, ότι η μαρτυρία του Αιτητή αποδίδει πλήρως την αλήθεια και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω και θέτοντας τα γεγονότα της υπόθεσης υπό το φως των πιο πάνω αρχών, κρίνουμε ότι η Καθ' η ης η αίτηση απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων που επικαλείται και δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει οποιεσδήποτε λογικές αιτίες, οι οποίες, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα οδηγούσαν ένα λογικό εργοδότη στην εύλογη κατάληξη ότι ο Αιτητής υπήρξε ένοχος σοβαρού παραπτώματος, ή υπέπεσε σε σοβαρή παράβαση ή παραγνώριση κανόνων της εργασίας του και/ή του καθήκοντος του σε σχέση με την απασχόληση του και/ή επέδειξε συμπεριφορά ασυμβίβαστη με το επίπεδο εμπιστοσύνης που πρέπει να καλλιεργείται στις σχέσεις εργοδότη και εργοδοτούμενου, έτσι ώστε να δικαιολογείται η απόλυση του. Περαιτέρω, για τη λήψη της επίδικης απόφασης, η Καθ' ης η αίτηση απέτυχε να αποδείξει την τήρηση μιας σωστής και δίκαιης διαδικασίας, καθώς ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε, την εμπόδισε στο να εξασφαλίσει τις πρέπουσες και αναγκαίες πληροφορίες που ένας λογικός εργοδότης όφειλε να γνωρίζει για να καταλήξει σε μια στοιχειοθετημένη αντικειμενική απόφαση. Στα πλαίσια μάλιστα αυτής της διαδικασίας, στηριζόμενη η Καθ' ης η αίτηση επί στοιχείων τα οποία ο Αιτητής δεν είχε τη δίκαιη ευκαιρία να σχολιάσει και/ή να αμφισβητήσει, στέρησε από τον Αιτητή τη δυνατότητα να θέσει ενώπιον της τις δίκες του απόψεις και εξηγήσεις που τυχόν θα έδιδε για όσα του καταλόγισε, με επακόλουθο τα στοιχεία επί των οποίων στήριξε την απόφαση της να υπόκεινται σε ανάλογη αδυναμία και αμφιβολία. Σε τελική ανάλυση η Καθ' ης η αίτηση απέτυχε να στοιχειοθετήσει στον απαιτούμενο βαθμό το εύλογο της επίδικης απόφασης για τους λόγους που επικαλείται και οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν έχουν αποδειχθεί. Πρόσθετα λαμβάνοντας υπόψη το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ανακάλυψη της υπεξαίρεσης (Αύγουστο 2018), μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή (14.1.2019) κρίνουμε ότι ήταν πέραν του λογικού χρόνου εντός του οποίου θα έπρεπε να ασκηθεί από την Καθ' ης η αίτηση το δικαίωμα απόλυσης κατά τα προβλεπόμενα στην επιφύλαξη του άρθρου 5(ε) του Νόμου. Για όλα τα πιο πάνω ομόφωνα καταλήγουμε ότι η Καθ' ης η αίτηση δεν ενήργησε ως ένας λογικός εργοδότης με αποτέλεσμα η απόλυση του Αιτητή να κρίνεται παράνομη και αδικαιολόγητη. Υπολογισμός Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Σημειώνουμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην Θ. Θεμιστοκλέους ν. Elysee Irrigation Ltd, Πολ. Έφεση 131/2012, ημερ. 22.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:A312: «Η αποζημίωση του εργοδοτουμένου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το οποίο πρέπει κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να λάβει υπόψη τους παράγοντες που απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ των οποίων και η απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, στην τερματισθείσα εργασία. Επίσης στην υπόθεση Louis Tourist Agency Λτδ v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 98 σελ.104-105 σημειώθηκαν τ' ακόλουθα: «Το κριτήριο της αποζημίωσης βάσει του άρθρου 4 του Ν.24/67 δεν συναρτάται με το συμβατικό που καθορίζεται από το ΚΕΦ.149, και γενικά τις αρχές του δικαίου των συμβάσεων, δηλαδή ζημιά η οποία έπεται κατά λογική πρόβλεψη της διάρρηξης της συμφωνίας. Το θέμα των αποζημιώσεων επαφίεται στην απόλυτη κρίση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με μόνο περιορισμό εκείνο που τίθεται από το άρθρο 3 του Πίνακα, η αποζημίωση να μην υπερβαίνει τα ημερομίσθια των δύο ετών (Ν.92/79). Η υλική ζημιά την οποία υφίσταται από τον τερματισμό ο εργοδοτούμενος είναι αναμφίβολα παράγοντας σχετικός, αλλά όχι ο μόνος ο οποίος λαμβάνεται υπόψη. Η διαγωγή των μερών είναι άλλος σχετικός παράγοντας, όπως συνάγεται από την παράγραφο 4(δ) του Πίνακα. Η απαρίθμηση των παραγόντων, που είναι σχετικοί με την αποζημίωση, θα ήταν αντινομική προς τον απόλυτο χαρακτήρα της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Δ.Σ. ν. Argosy Trading Company Limited, Πολιτική Έφεση αρ. 310/2012, ημερ. 13.2.2019, ECLI:CY:AD:2019:A39, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιδίκαση αποζημιώσεων ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου: «Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης της εφεσείουσας, με αναφορά, κυρίως, στο περιεχόμενο των δύο πιο πάνω επιστολών, διαπίστωσε, κατ' αρχάς, το άμεσο της εφαρμογής του, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε παρατήρηση ως προς το κατά πόσο η ίδια είχε επιδείξει μεμπτή διαγωγή κατά την εκτέλεση της εργασίας της ως ταμίας. Επιπρόσθετα, επεσήμανε το γενικό και αόριστο τρόπο της αποδιδόμενης σε αυτήν επιλήψιμης συμπεριφοράς, που, κατά τους εφεσίβλητους, αποτέλεσε την αιτία για την απόλυσή της. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω παρατηρήσεων, οδηγήθηκε στο εύρημα ότι οι εφεσίβλητοι αποστέρησαν από την εφεσείουσα το δικαίωμα της προτέρας ακρόασης, δυνάμει του άρθρου 7 του περί της Συμβάσεως περί του Τερματισμού της Απασχολήσεως (Κυρωτικός) Νόμου του 1985, (Ν. 45/1985). Ωστόσο, το Δικαστήριο διαπίστωσε, επίσης, ότι η εφεσείουσα δεν απέδειξε «απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας» και ότι δεν κατέβαλε εύλογες προσπάθειες εξεύρεσης άλλης κατάλληλης εργασίας. Στη βάση δε των ευρημάτων του, ανωτέρω, καθόρισε την καταβλητέα αποζημίωση στο ποσό των €2.750,00. Δε φαίνεται, όμως, να απασχόλησε το Δικαστήριο το περιεχόμενο των ισχυρισμών των εφεσιβλήτων στις προαναφερθείσες δύο επιστολές τους και, ειδικά, η σημασία που μπορεί να είχαν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, τους οποίους οι εφεσίβλητοι, αστήριχτα, πρόβαλαν σε βάρος της εφεσείουσας, ως λόγο απόλυσής της. Με αυτούς, της αποδιδόταν αμέλεια και άρνηση εκτέλεσης καθήκοντος, καθώς, επίσης, μη τήρηση προβλεπομένων διαδικασιών στο πλαίσιο της εργασίας της ως ταμίας. Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς, οι οποίοι μετέδιδαν το σαφές μήνυμα ότι αυτή μειονεκτούσε ως προς την ικανότητά της να λειτουργεί με επιμέλεια και να εφαρμόζει σωστά το σύστημα εργασίας των εργοδοτών της. Την στιγμάτισαν, έτσι, ως ανίκανη στην εκτέλεση της εργασίας της, με, αναμφίβολα, αρνητική επίδραση στην εργασιακή της φήμη και στη μελλοντική εργοδότησή της, ειδικά, ως ταμίας. Η παράλειψη του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη του τις πιο πάνω πραγματικές περιστάσεις επί των οποίων στηρίχτηκε ευθέως ο λόγος απόλυσης της εφεσείουσας και τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις από αυτές σε βάρος της αποτελεί σοβαρό σφάλμα, εκ μέρους του. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος έφεσης επιτυγχάνει. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης, δικαιολογείται η επέμβαση του Δικαστηρίου τούτου, προς αύξηση της επιδικασθείσας αποζημίωσης. Κρίνεται δε ως δίκαιη αποζημίωση το ποσό των €4.125,00, στο οποίο και αυξάνεται η επιδικασθείσα, πρωτόδικα, αποζημίωση.» Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε ο Αιτητής, η αλλαγή του Δ.Σ. της Καθ' ης αίτηση οδήγησε στην απομάκρυνση ή παραίτηση όλων των στελεχών που προσλήφθηκαν από το προηγούμενο Δ.Σ., μηδενός εξαιρουμένου. Στη δική του περίπτωση ωστόσο, ο τερματισμός της απασχόλησης του, του επέφερε σημαντικότητα οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα, καθώς με την πρόσληψη του και ως Έλληνας υπήκοος μετακόμισε στην Κύπρο αφήνοντας την προηγούμενη εργασία του ως ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ενόψει αυτού του μεγάλου ρίσκου που λάμβανε, τέθηκε στη συμφωνία εργοδότησης του (Τεκ.1) ο όρος 3 που προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι δεν μπορεί να τεθεί θέμα διακοπής της παρούσας συμφωνίας από μέρους του Εργοδότη πριν την παρέλευση δύο
(2)ετών από την ημέρα υπογραφής της από τα Συμβαλλόμενα μέρη. Σε περίπτωση που ο Εργοδότης απολύσει αιφνιδίως τον Εργοδοτούμενο, χωρίς σοβαρό λόγο, θα είναι υπόχρεος όπως καταβάλει σε αυτόν αποζημίωση για το υπόλοιπο και έως του ύψους μισθών ενός
(1)έτους..» Επίσης, κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης του ήταν 45 ετών, παντρεμένος με δύο ανήλικα τέκνα ηλικίας 11 και 14 ετών. Λόγω της απόλυσης του εγγράφηκε ως άνεργος στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, προσπαθώντας να εξασφαλίσει νέα εργοδότηση, τηρώντας όλες τις νόμιμες διαδικασίες χωρίς αποτέλεσμα λόγω της υψηλής εξειδίκευσης του και της μικρής ανάλογης αγοράς. Μετά από αρκετούς μήνες και αφού προσπάθησε να βρει κάποια απασχόληση ανάλογη των προσόντων του, μετακόμισε πίσω στην Ελλάδα. Τα επαγγελματικά του προσόντα δεν τεθήκαν ποτέ υπό αμφισβήτηση από κανέναν εργοδότη του, παρά μόνο από την Καθ' ης η αίτηση. Ως απόδειξη των λεγομένων του, μετά από λίγο καιρό από την επιστροφή του στην Ελλάδα και συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο 2019 εργοδοτήθηκε ως σύμβουλος στο Υπουργείο Υγείας της Ελλάδας μέχρι το τέλος του 2022 με απολαβές ύψους €1.977 μηνιαίως (Τεκ.9). Ακολούθως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εμπιστεύτηκε την εμπειρία και τα προσόντα του και τον προσέλαβε στο Ευρωπαϊκό Γραφείο για την Ποιότητα και Ασφάλεια Ασθενών με έδρα την Αθήνα. Για όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη: (α) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση του Αιτητή και ειδικότερα το γεγονός ότι η Καθ' ης η αίτηση, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε παρατήρηση ή προειδοποίηση και χωρίς να δοθεί στον Αιτητή το δικαίωμα της προτέρας ακρόασης, τερμάτισε την απασχόληση του, αποδίδοντας του αμέλεια και άρνηση εκτέλεσης της εργασίας του, όπως επίσης, μη σύνταξη και μη τήρηση συγκεκριμένων διαδικασιών στο πλαίσιο των καθηκόντων του ως Εσωτερικός Ελεγκτής. Πρόκειται για σοβαρούς ισχυρισμούς οι οποίοι μετέδιδαν το σαφές μήνυμα ότι ο Αιτητής μειονεκτούσε ως προς την ικανότητα του να ενεργήσει με επιμέλεια, να συντάξει και να εφαρμόσει σωστά τους κανονισμούς και τις διαδικασίες ελέγχου σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Ταυτόχρονα έθεταν σε δοκιμασία τα επαγγελματικά του προσόντα και την εργασιακή του φήμη για μελλοντική εργοδότηση από τη θέση που κατείχε, (β) τη διάρκεια της απασχόλησης του, σε συνάρτηση με τον συμβατικό όρο για αυξημένες αποζημιώσεις σε περίπτωση διακοπής της απασχόλησης του πριν τα δυο έτη από την υπογραφή της συμφωνίας, ο οποίος, όρος, σε κάθε περίπτωση αποτελεί ένα από τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, (γ) τα ημερομίσθια του (€1016,12 εβδομαδιαίως), (δ) την ηλικία του (45 ετών κατά τον επίδικό χρόνο), (ε) την οικογενειακή του κατάσταση και (στ) την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας, με τα όσα έχουμε ήδη παραθέσει, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να του επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €29.467,48 που αντιστοιχεί με απολαβές 29 βδομάδων (29 Χ €1016,12). Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9(β) του Νόμου ο Αιτητής δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 2 βδομάδων, ήτοι ποσό €2.032,24. Συνακόλουθα των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση για το συνολικό ποσό των €31.499,72 πλέον νόμιμο τόκο από 22.2.2019 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω η Καθ' ης η αίτηση διατάσσεται όπως καταβάλει στον Αιτητή έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ν. Σιακαλλής, Μέλος Κ. Χριστοδούλου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο