← Κύπρος

Α. Α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ, Αρ. Υπόθεσης: 96/2019, 25/10/2024

Α. Α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ, Αρ. Υπόθεσης: 96/2019, 25/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Ντ. Ντεμιρτζιάν και Ν. Ανδρέου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 96/2019 Μεταξύ: Α. Α. Αιτήτρια -και- ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 25η Οκτωβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα. Ρίτσα Πεκρή Για Καθ' ου η αίτηση: κα. Ιωάννα Παπαμιλτιάδους ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια αξιώνει τις πιο κάτω θεραπείες: Α) Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η μεταξύ των διαδίκων σχέση είναι σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου. Β) Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία που συνάφθηκε κατά ή περί την 23/12/2013 είναι σύμβαση εργοδότησης και δήλωση ή διάταγμα ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται ο Καθ' ου η αίτηση να αναγνωρίσει την Αιτήτρια και της καταβάλει αναδρομικά όλα τα δικαιώματα και ωφελήματα εργαζομένου και ειδικότερα: (
  2. i)Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η αίτηση όπως εγγράψει την Αιτήτρια στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. (
  3. ii)Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η αίτηση όπως καταβάλει, προς όφελος της Αιτήτριας, ασφαλιστικές εισφορές, για την περίοδο απασχόλησης της από 01/01/2014 μέχρι σήμερα. (iii) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η αίτηση να καταβάλει στην Αιτήτρια Τιμαριθμικό επίδομα και 13ο μισθό του ιδίου ύψους και υπό τους ιδίους όρους όπως ισχύει στην περίπτωση των υπαλλήλων του Καθ' ου η αίτηση και όπως προβλέπεται από τους περί Κυπριακού Πρακτορείων Ειδήσεων (Διάρθρωση και Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμός του 2000 (ΚΔΠ336/2000) ή οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία ή/και συλλογική σύμβαση ισχύει αναφορικά με τους υπαλλήλους του Καθ' ου η αίτηση, αναδρομικά από την ημέρα της έναρξης της εργοδότησής της. (
  4. iv)Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η αίτηση να καταβάλει στην Αιτήτρια προσαύξηση για ικανοποιητική εκτέλεση καθηκόντων και/ή επίδομα συντήρησης και/ή πληρωμή οφειλόμενων αδειών αναδρομικά από την αρχή της εργοδότησης της μέχρι σήμερα και/ή οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από το καθεστώς της Αιτήτριας ως εργοδοτούμενης του Καθ' ου η αίτηση στη βάση της αρχής της ίσης μεταχείρισης με τους άλλους υπαλλήλους του Καθ' ου η αίτηση αορίστου διαρκείας. Γ) Δήλωση και/ή Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αποφασίζεται και να αναγνωρίζεται ότι η εργοδότηση της Αιτήτριας στην υπηρεσία του Καθ' ου η αίτηση κατέστη αορίστου χρόνου, από την ημερομηνία που συμπλήρωσε περίοδο απασχόλησης τριάντα

(30)μηνών με βάση τον περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (98(Ι)/2003) και με την οποία να διατάσσεται η τοποθέτησή της σε σχετική κλίμακα όπως και το υπόλοιπο προσωπικό του Καθ' ου η αίτηση και να της αναγνωριστούν και της καταβληθούν αναδρομικά όλα τα δικαιώματα και ωφελήματα εργαζομένου αορίστου χρόνου. Δ) Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση του περί Ενημέρωσης του Εργοδοτούμενου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμου του 2000 (100
(1)/2000). Ε) Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμέ-νου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (98(Ι)/2003). ΣΤ) Γενικές αποζημιώσεις για παράβαση του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας Νόμου του 2002 (63(Ι)/2002) ως έχει τροποποιηθεί. Ζ) Γενικές αποζημιώσεις για στέρηση των δικαιωμάτων της ως αορίστου χρόνου απασχόληση. Η) Οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο ως συσσωρευμένη ετήσια άδεια της οποίας η Αιτή-τρια δεν έκανε χρήση. Θ) Οποιοδήποτε άλλο ωφέλημα δικαιούται η Αιτήτρια ως εργοδοτούμενη βάσει νόμου, συλλογικής σύμβασης, πρακτικής, εθίμου ή άλλως πως. Ι) Οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία, την οποία το Δικαστήριο θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Κ) Νόμιμο τόκο σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αναφερόμενες απαιτήσεις. Λ) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Το Καθ' ου η αίτηση Πρακτορείο (στο εξής «το ΚΥΠΕ») αρνείται και απορρίπτει τις εναντίον του αξιώσεις ισχυριζόμενο ότι: (α) Η σχέση μεταξύ αυτού και της Αιτήτριας είναι συνεργασία για παροχή υπηρεσιών Ανταποκριτή εκ μέρους της Αιτήτριας ως αυτοεργοδοτούμενης με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 23.12.2013, τους όρους της οποίας η Αιτήτρια έχει αποδεχθεί. (β) Στην εν λόγω συμφωνία δεν προβλέπεται και δεν εφαρμόζεται οποιοδήποτε σχέδιο για άδεια ανάπαυσης ή άδεια ασθενείας. Όταν η Αιτήτρια ήθελε απουσιάσει από την έδρα της, απλά ενημερώνει για την απουσία της. (γ) Όταν της ανατίθεται ειδική αποστολή για δημοσιογραφική κάλυψη εκτός έδρας, προεγκρίνονται οποιαδήποτε έξοδα για μετάβαση και διαμονή της, τα οποία καλύπτονται εξ ημισείας από το ΚΥΠΕ και το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ), του οποίου επίσης είναι ανταποκρίτρια. (δ) Δεν έχει συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, ούτε και συγκεκριμένο όριο εργασίμων ωρών. Η Αιτήτρια αποδέχθηκε να απασχολείται οποιαδήποτε ώρα του 24ώρου και αυτή είναι η φύση της εργασίας όλων των ανταποκριτών. (ε) Περαιτέρω η Αιτήτρια ουδέποτε ζήτησε την αλλαγή οποιουδήποτε από τους όρους της συμφωνίας απασχόλησης της. (στ) Άνευ βλάβης των πιο πάνω αναφερομένων και/ή επιπροσθέτως αυτών, ισχυρίζεται ότι η απασχόληση της Αιτήτριας δεν μπορεί να καταστεί αορίστου χρόνου, καθότι υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι όπως η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας, η φύση των καθηκόντων και ο χαρακτήρας της εν λόγω απασχόλησης. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατέθεσε μόνο η Αιτήτρια. Το ΚΥΠΕ δεν προσέφερε μαρτυρία. Κατατέθηκαν επίσης ως Τεκμήρια διάφορα έγγραφα στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Προτού συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία, θα ήταν χρήσιμο, για σκοπούς πλαισίωσης της υπόθεσης, να αναφερθούμε στα παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά προκύπτουν από τις έγγραφες προτάσεις, τις δηλώσεις των μερών και το ενώπιον μας μαρτυρικό υλικό, που είναι τα ακόλουθα: Το ΚΥΠΕ είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο διέπεται από τον περί Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων Νόμο του 1989, Ν.87/1989 και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς. Σκοπός του είναι να παρέχει τη δημόσια υπηρεσία ενημέρωσης σχετικά με την Κύπρο. Με επιστολή ημερ. 23.12.2013 (Τεκ.1) το ΚΥΠΕ προσέφερε στην Αιτήτρια διορισμό στη θέση ανταποκριτή στην Τουρκία, με έδρα την Κωνσταντινούπολη υπό τους εξής όρους: - Δοκιμαστική απασχόληση διάρκειας έξι μηνών, με έναρξη από 1.1.
  1. Στο τέλος της εξάμηνης δοκιμής, θα γινόταν αξιολόγηση της εργασίας της από τον Αναπληρωτή Διευθυντή του ΚΥΠΕ, στην οποία θα στηριζόταν η οριστική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. - Ο μισθός της θα ανερχόταν στα €1.000 μηνιαίως και θα υπήρχε κάλυψη τυχόν εξόδων μετά από προσυνεννόηση. - Η εργασία της θα ήταν οποιαδήποτε ώρα του 24ώρου. - Θα προέβαινε σε επί τόπου κάλυψη γεγονότων, όταν χρειαζόταν. - Θα κάλυπτε ειδήσεις/ρεπορτάζ που αφορούν την Κύπρο και σημαντικές εξελίξεις στην Τουρκία. - Θα εξασφάλιζε αποκλειστικές συνεντεύξεις για το ΚΥΠΕ - Θα απέστελλε τις ειδήσεις/ρεπορτάζ μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και δια τηλεφώνου στις επείγουσες περιπτώσεις - φλας. - Θα εκπροσωπούσε το ΚΥΠΕ. - Θα εκτελούσε οτιδήποτε άλλο της ανατίθετο, σε συνεννόηση με το ΚΥΠΕ. Αποδεχόμενη η Αιτήτρια την πιο πάνω προσφορά την 1.1.2014 άρχισε να εργάζεται στην υπηρεσία του ΚΥΠΕ. Διανύοντας τη δοκιμαστική περίοδο των έξι μηνών συνεχίζει μέχρι σήμερα να προσφέρει τις υπηρεσίες της συστηματικά και ανελλιπώς με τους ίδιους όρους. Στις 31.10.2018, η Αιτήτρια απέστειλε επιστολή μέσω των δικηγόρων της στο ΚΥΠΕ, απαιτώντας την αναγνώριση και απόδοση των δικαιωμάτων της αναδρομικά από την ημέρα έναρξης της απασχόληση της. Ο ΚΥΠΕ, με απαντητική επιστολή μέσω των δικηγόρων του, ημερ. 18.12.2018, απέρριψε τις αξιώσεις της Αιτήτριας ως ουσία και νόμω αβάσιμες για τον λόγο ότι η μεταξύ τους σχέση αφορούσε σύμβαση παροχής υπηρεσιών και όχι σύμβαση απασχόλησης (Τεκ.3). Η Αιτήτρια με την γραπτή δήλωση της (Έγγραφο Α) επανέλαβε ουσιαστικά τις θέσεις που διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ενημερώθηκε γραπτώς για τους ουσιώδεις όρους της σύμβασης ή σχέσης εργασίας της με το ΚΥΠΕ. Επίσης, ενώ είναι υποχρεωμένη να προσφέρει εργασία οποιαδήποτε ώρα του 24ώρου, εν τούτοις δεν της χορηγείται αντισταθμιστική ανάπαυση ή η κατάλληλη προστασία. Τόνισε ότι καθημερινώς τροφοδοτεί το ΚΥΠΕ με ειδήσεις από την Τουρκία, ακόμη και τα Σαββατοκύριακα όταν υπάρχουν σοβαρές ειδήσεις, σε σημείο που η εργασία της υπερβαίνει σε όγκο την εργασία ενός μόνιμου εργαζόμενου στο ΚΥΠΕ. Οι ειδήσεις που στέλνει μεταδίδονται καθημερινώς από τα μέσα ενημέρωσης της Κύπρου και της Ελλάδας, καθώς κατά τον ουσιώδη χρόνο το ΚΥΠΕ είχε συμφωνία με το Αθηναίικό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ). Ότι η εργασία της ισοδυναμεί με εργασία ειδησεογραφικών πρακτορείων άλλων χωρών για τα οποία απαιτούνται 2-3 άτομα για να καλυφθεί. Τονίζει περαιτέρω ότι δυνάμει της συμφωνίας της με το ΚΥΠΕ δεν δικαιούται να εκχωρήσει την εργασία της ή τις υποχρεώσεις της σε τρίτα πρόσωπα. Θεωρεί τη σχέση αυτή, ως σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου καθώς τελεί κάτω από τις οδηγίες του ΚΥΠΕ και δέχεται παρατηρήσεις και υποδείξεις για την εκτέλεση των εργασιών της (Τεκ.5), της κατά-βάλλεται μηνιαίος μισθός κάθε δύο μήνες και δεν μπορεί να εργάζεται οπουδήποτε αλλού χωρίς την προηγούμενη αδείας του. Ανέφερε δε, ότι μέχρι σήμερα το ΚΥΠΕ συμφώνησε με την ταυτόχρονη απασχόληση της στο ΡΙΚ, στο οποίο ούτως ή άλλως ασχολείτο πριν ξεκινήσει εργασία κοντά του (Τεκ.4). Περαιτέρω, λόγω των δυσκολιών που αντιμετωπίζει στην ανανέωση της δημοσιογραφικής της διαπίστωσης από τις τουρκικές αρχές, για κάλυψη των ειδησεογραφικών αναγκών του ΚΥΠΕ, τα τελευταία χρόνια άρχισε να συνεργάζεται με τον ΑΝΤ1 Ελλάδος ως ανταποκρίτρια τους στην Τουρκία. Τούτο, επειδή προέκυψε η ανάγκη λόγω της πίεσης που δέχθηκε από τις τουρκικές αρχές, να μην ανανεώσουν την άδεια παραμονής της στην Τουρκία ως ανταποκρίτρια της Κύπρου και ο μόνος τρόπος για την ανανέωση ήταν να δηλώσει ότι εργάζεται σε ελληνικό μέσο μαζικής ενημέρωσης. Όσον αφορά την άδεια ανάπαυσης ισχυρίστηκε ότι ενώ αρχικά δεν της παραχωρείτο, στη συνέχεια το ΚΥΠΕ αναγνώρισε το δικαίωμα να λαμβάνει ετήσια άδεια 3-4 βδομάδες. Σημείωσε επίσης ότι από του διορισμού της δεν έλαβε οποιαδήποτε αύξηση και ούτε της πληρώνονται κοινωνικές ασφαλίσεις. Επιπλέον, όταν πρόκειται να μεταβεί σε άλλη πόλη για ρεπορτάζ, το ΚΥΠΕ της καλύπτει τα έξοδα ήτοι εισιτήρια, ξενοδοχείο και μεταφορικά. Αντεξεταζόμενη αφού αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά της προσόντα, ανέφερε επίσης ότι διαμένει στην Τουρκία από την 1.2.2004 και ότι η συνεργασία της με το ΡΙΚ άρχισε γύρω στο
  2. Κοινωνικές Ασφαλίσεις πάντοτε της έβαζαν γιατί δούλευε ως ανταποκρίτρια στον «Πολίτη» και συνέχιζαν να της βάζουν κανονικά. Το ΚΥΠΕ δεν της βάζει παρόλο που το ζήτησε. Ενώ συμφώνησε ότι ως ανταποκρίτρια δεν ακολουθεί συγκεκριμένο ωράριο, ισχυρίστηκε ωστόσο ότι η περίπτωση της διαφέρει από τους ανταποκριτές άλλων χωρών που στέλνουν μια είδηση κάθε τόσο, διότι οι ειδήσεις από την Τουρκία που ενδιαφέρουν την Κύπρο είναι πολλές. Για τις ειδήσεις ενημερώνει πρώτα το ΚΥΠΕ και μετά το ΡΙΚ διότι το ΚΥΠΕ είναι ροή συνεχόμενη. Αρνήθηκε ότι το ΚΥΠΕ δεν ασκεί έλεγχο στα καθήκοντα της, ισχυριζόμενη ότι ευρίσκεται σε επαφή μαζί τους όλη τη μέρα και σε συνεχή επικοινωνία με όλο το προσωπικό, μέσω τηλεφώνου, mail και WhatsApp στο οποίο φαίνονται όλοι οι εργαζόμενοι με τους οποίους επικοινωνεί. Επίσης όλες οι ειδήσεις που αποστέλλει περνούν από έλεγχο και η ίδια προσωπικά δέχεται ανάλογες παρατηρήσεις όταν για κάποιο λόγο καθυστερήσει να αποστείλει κάποια είδηση. Ισχυριζόμενη ότι για την εργασία που έχει να καλύψει καθημερινώς θα έπρεπε να εργάζονται τρία άτομα, όπως έχουν τα άλλα πρακτορεία, δεν αρνήθηκε ότι της προτάθηκε αύξηση των απολαβών της κατά €250 με την υπογραφή νέου συμβολαίου που θα αναφερόταν σε παροχή υπηρεσιών. Ανάλυση Η όλη υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί με την εξέταση δύο βασικών ζητημάτων: (i) Ο νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης συμβατικής σχέσης. Κατά πόσο δηλαδή υφίσταται σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου κατά τα προβλεπόμενα στον Νόμο και τη νομολογία, ή συμφωνία παροχής υπηρεσιών. (ii) Αν υφίσταται σχέση εργοδότη εργοδοτουμένου, κατά πόσο αυτή έχει καταστεί σύμβαση εργασίας αορίστου διαρκείας σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Ν.98(Ι)/ 2003. Προτού εξετασθούν τα δύο πιο πάνω σημεία σε βάθος, θα πρέπει να γίνει η σχετική αξιολόγηση της μαρτυρίας ώστε να τεθεί η νομική ανάλυση σε συγκεκριμένο και στέρεο υπόβαθρο γεγονότων. Είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερη προσοχή την Αιτήτρια να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία της, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, όπως επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Τόσο η εικόνα που αποκομίσαμε, όσο και η σύγκριση της προφορικής μαρτυρίας με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων, μας οδηγεί στην, χωρίς κανένα δισταγμό, αποδοχή της μαρτυρίας της Αιτήτριας και στην κατάληξη ότι σε αυτή αποτυπώνεται η πραγματικότητα και μόνο. Τα όσα ανέφερε βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση μεταξύ τους και παρέμειναν αναντίλεκτα. Οι δικογραφημένες θέσεις του ΚΥΠΕ παρέμειναν μετέωρες. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από το ΚΥΠΕ για θεμελίωση των οποιωνδήποτε ισχυρισμών του. Αποδεχόμενοι τη μαρτυρία της Αιτήτριας ως ανταποκρινόμενη πλήρως προς την αλήθεια, ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί τη βάσει των οποίων θα εξεταστούν τα δύο ζητήματα που τέθηκαν στην αρχή. (i) Ο νομικός χαρακτηρισμός της σχέσης μεταξύ των μερών Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου: «Εργοδοτούμενος» σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον δι' έτερον πρόσωπον είτε δυνάμει συμβάσεως εργασίας ή μαθητείας είτε υπό τοιαύτας περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθή η ύπαρξις σχέσεως εργοδότου εργοδοτούμενου, ο δε όρος «εργοδότης» θα ερμηνεύηται αναλόγως και θα περιλαμβάνη την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας. Νοείται ότι ο όρος «εργοδοτούμενος» περιλαμβάνει και κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέτοχος σε ιδιωτική εταιρεία, όπως ο όρος αυτός καθορίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο και εργάζεται στην εταιρεία αυτή όχι όμως με σύμβαση εργασίας ή κάτω από περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου». Δικαστικό προηγούμενο για τον προσδιορισμό της επίδικης σχέσης, είναι η υπόθεση Christofides v. Redundant Employees Fund
(1978)1C.L.R. 208. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφερόμενο στους παράγοντες που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να διακριθεί μια σύμβαση εργασίας (contract of service) από μια σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών (contract for services), υιοθέτησε τη θέση των αγγλικών δικαστηρίων παραθέτοντας σχετικά αποσπάσματα από αγγλικές αποφάσεις, για να επισημάνει ότι πέραν του βαθμού ελέγχου που ασκείται από τον υποτιθέμενο εργοδότη, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες για τη διάκριση μιας εργασιακής σχέσης από μια σχέση παροχής υπηρεσιών (Global Plant Ltd., v. Secretary of State for Healthy and Social Security [1971] 3 All E.R. p.385, 389). Για το πρωταρχικό test που εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις αναφέρθηκε στην υπόθεση Market Investigation Ltd v. Minister of Social Security [1968] 3 All E.R. σ. 732, 737, επισημαίνοντας τα ακόλουθα: Ελεύθερη απόδοση «Οι παρατηρήσεις των Λόρδων Wright και Denning, L.J., και των δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. υποδηλώνουν ότι το βασικό test που θα πρέπει να εφαρμοστεί είναι το εξής: το πρόσωπο που έχει δεσμευτεί να εκτελέσει αυτές τις υπηρεσίες τις εκτελεί ως πρόσωπο εργαζόμενο για δικό του λογαριασμό; Αν η απάντηση είναι καταφατική τότε πρόκειται για σύμβαση υπηρεσιών. Αν είναι αρνητική τότε είναι σύμβαση εργασίας. Εξαντλητικός κατάλογος στοιχείων που είναι σχετικά με τον καθορισμό της ερώτησης αυτής δεν έχει συνταχθεί και ίσως ούτε να μπορεί να συνταχθεί ούτε και μπορούν να τεθούν αυστηροί κανόνες ως προς το σχετικό βάρος το οποίο έχουν τα διάφορα στοιχεία σε συγκεκριμένες υποθέσεις. Το περισσότερο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι το στοιχείο άσκησης ελέγχου χωρίς αμφιβολία θα πρέπει πάντα να εξετάζεται αλλά δεν μπορεί πια να εκλαμβάνεται ως ο μόνος καθοριστικός παράγοντας. Τέτοιοι άλλοι παράγοντες που μπορεί να έχουν σημασία είναι θέματα όπως κατά πόσο το πρόσωπο που εκτελεί τις υπηρεσίες προμηθεύει τα δικά του μηχανήματα/εξοπλισμό, κατά πόσο προσλαμβάνει τους δικούς του βοηθούς, τι βαθμό οικονομικού κινδύνου αναλαμβάνει, τι βαθμό ευθύνης για επένδυση και διεύθυνση/διοίκηση έχει και κατά πόσο, όπως και σε ποια έκταση, έχει την ευκαιρία να ωφεληθεί από την ορθή διεύθυνση της επιτέλεσης του καθήκοντος του». Αναφερόμενο επίσης στην υπόθεση Ferguson v. John Dawson & Partners (Contractors) Ltd., [1976] 3 All E.R. 817, 824 αποφάνθηκε τα ακόλουθα: «Αν και η εκφρασθείσα πρόθεση των μερών θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα για να αποφασισθεί η πραγματική φύση της σύμβασης, ωστόσο, δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας. Θα πρέπει να εξετάζεται η συμφωνία στο σύνολο της και ειδικότερα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών ........... Μια δήλωση των μερών, ακόμη κι αν έχει ενσωματωθεί στη μεταξύ τους σύμβαση, ότι ο εργάτης θα είναι ή θα θεωρείται αυτοεργοδοτούμενος ή ανεξάρτητος εργολάβος, θα πρέπει αν αγνοηθεί πλήρως κα όχι απλώς να μη ληφθεί υπόψη ως καθοριστικός παράγοντας, εάν οι υπόλοιποι συμβατικοί όροι υποδηλώνουν στην πραγματικότητα σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου» «Η σχέση των μερών καθορίζεται από τον Νόμο και όχι από την ετικέτα που επιλέγουν να τοποθετήσουν σ' αυτή.» Παρεμφερή θέση έχουν υιοθετήσει και νεότερες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων, οι οποίες, αν και επισημαίνουν ότι το κριτήριο του ελέγχου παραμένει κυρίαρχο, θεωρούν ότι πρέπει να αξιολογηθούν και άλλοι παράγοντες για τη διαπίστωση της σχέσης που υφίσταται μεταξύ των μερών. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Tsapaco Catering Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 796, 800-801: «Η κατηγορία των μισθωτών συμπεριλαμβάνει πρόσωπα των οποίων η απασχόληση καθορίζεται από σύμβαση εργασίας που παρέχεται κάτω από συνθήκες που υποδεικνύουν σχέση εργοδότη και εργοδοτούμενου (master and servant). Δεν υπάρχει συγκεκριμένος καθορισμός της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου και η ύπαρξη της εξαρτάται από διάφορα ενδεικτικά στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα κατά πόσο ένα συμβόλαιο είναι συμβόλαιο που καθιερώνει τη σχέση εργοδότη εργοδοτουμενου (master and servant) ή είναι ένα συμβόλαιο παροχής υπηρεσιών (contract of service). Μπορεί να λεχθεί ότι η σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου προϋποθέτει μεταξύ άλλων το δικαίωμα εκλογής του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη, την απασχόληση για συγκεκριμένες ώρες σε συγκεκριμένο χώρο, την ύπαρξη κάποιου ελέγχου, τη διασφάλιση της συνέχισης της εργοδότησης και την καταβολή απολαβών (Chitty on Contracts (Specific Contracts) 27th Edition p.698). Ο καθορισμός της ανταμοιβής για τις υπηρεσίες που προσφέρονται είναι ένα στοιχείο που μπορεί να υποστηρίξει την ύπαρξη της σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου, χωρίς όμως από μόνο του να θεμελιώνει τη σχέση. Η σχέση μπορεί να αποδειχθεί κατά κύριο λόγο, (α) από την υποχρέωση του εργοδοτούμενου να παρέχει τις υπηρεσίες του (β) από το δικαίωμα του εργοδότη να ελέγχει την εργασία του εργοδοτούμενου». Στην υπόθεση Prousi v. Redundant Employees Fund
(1988)1 C.L.R. 363 το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτούμενου αποτελεί πραγματικό ζήτημα που εξετάζεται υπό το πρίσμα του συνόλου των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Η πληρωμή μισθού από τον εργοδότη για την παροχή υπηρεσιών δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο. Πρέπει, επίσης, να μπορεί να θεμελιωθεί ότι ο εργοδότης ασκεί έλεγχο στην εργασία του εργοδοτούμενου. Καθοδηγούμενο απ' αυτή τη νομολογία στην υπόθεση Προική ν. Φιλική Ασφαλιστική
(2002)1 Α.Α.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία βασίστηκε στο γεγονός ότι οι ίδιοι οι Αιτητές, σε γραπτή συμφωνία με τους εργοδότη, χαρακτήριζαν τους εαυτούς τους ανεξάρτητους συνεργάτες/αντιπροσώπους ασφαλειών. Επισήμανε δε ότι με βάση τους όρους της συμφωνίας, (α) οι Αιτητές υποχρεούντο να διαθέτουν όλο το χρόνο τους για την προώθηση των εργασιών του εργοδότη, ο οποίος τους παρείχε τα γραφεία και τα μέσα προς τούτο, (β) οι Αιτητές είχαν υποχρέωση συμμόρφωσης προς τους όρους του εργοδότη και δεν συμμετείχαν στους κινδύνους της επιχείρησης, (γ) ο εργοδότης είχε το δικαίωμα τερματισμού της απασχόλησης, εάν οι Αιτητές δεν προσκόμιζαν νέες εργασίες για περίοδο 60 ημερών και (δ) ο εργοδότης κατέβαλλε στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στο Ταμείο Προνοίας το εκάστοτε καθοριζόμενο από τη νομοθεσία ποσοστό επί των απολαβών των Αιτητών. Ομοίως στην υπόθεση Lounic Confectionery Ltd v. Θ. Θεοδώρου
(2015)1 Α.Α.Δ. 2247, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε το κριτήριο του ελέγχου αναλύοντας μια σειρά από στοιχεία που συνθέτουν το περιεχόμενο του όπως, μεταξύ άλλων: (α) η εταιρεία παρείχε τον εξοπλισμό (αυτοκίνητο, γραφική ύλη, φαξ) που ήταν απαραίτητος για την εκτέλεση της εργασίας του Αιτητή, και ήταν υπεύθυνη για τα έξοδα συντήρησης του και την φθορά του, (β) υπήρχε αυτοπρόσωπη παροχή υπηρεσιών από τον Αιτητή, (γ) για να απουσιάζει από την εργασία ο Αιτητής έπρεπε να εξασφαλίσει άδεια, (δ) η εταιρεία καθόριζε τον τρόπο και είδος παροχής της εργασίας του Αιτητή (ε) το γεγονός ότι η εταιρεία δεν κατέβαλλε στον Αιτητή κοινωνικές ασφαλίσεις και οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα, που συνήθως καταβάλλονται στους εργοδοτούμενους, δεν αναιρεί τον χαρακτηρισμό του ως εργοδοτούμενου Παρόμοιες είναι επίσης οι αντιλήψεις που επικρατούν στην Ελλάδα. Το Ανώτατο Δικαστήριο στις παραπάνω αποφάσεις, Prousi, Tsapaco και Lounic, υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα από το Ελληνικό σύγγραμμα των Τούση και Σταυρόπουλου, «Εργατικό Δίκαιο»
(1967)σελ. 35, όπου καθορίζει το στοιχείο του ελέγχου ως κυρίαρχο κριτήριο της προσωπικής εξάρτησης του εργοδοτούμενου από τον εργοδότη: «Κριτήριον της διαστολής μεταξύ της παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και της ειδικώς υπό της κοινωνικής νομοθεσίας προστατευομένης συμβάσεως εργασίας, αποτελεί η προσωπική εξάρτησις του εργαζομένου από τον εργοδότην, ήτοι το δικαίωμα του εργοδότου προς διεύθυνσιν και εποπτείαν της εργασίας του μισθωτού και η αντίστοιχος υποχρέωσις του τελευταίου τούτου να υπακούει εις τας οδηγίας του εργοδότου.» Σύμφωνα με τον Δ. Ζερδελής, «Το Δίκαιο της Καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας»,
(2002), σελ.247, «σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο και στον μισθό που συμφωνήθηκε, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, και ακόμη ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες δεσμευτικές για τον εργαζόμενο αναφορικά με τον χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο κατά την εκτέλεση της προς διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζόμενου προς τις οδηγίες του. Αντίθετα δεν έχουμε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι κανόνες του εργατικού δικαίου, όταν ο εργαζόμενος αναλαμβάνει μεν να παράσχει την εργασία του για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, άσχετα από το έργο που θα εκτελέσει, χωρίς όμως το στοιχείο της εξάρτησης, όταν δηλαδή διατηρεί την ελευθερία του να προσδιορίζει τον τρόπο και κυρίως τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και δεν υπόκειται σε εποπτεία και έλεγχο από τον εργοδότη.» Όπως εντοπίζεται στο εν λόγω σύγγραμμα, κριτήριο για τη διάκριση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών και, επομένως τον χαρακτηρισμό του παρέχοντος τις υπηρεσίες του ως μισθωτού, είναι η προσωπική εξάρτηση του από τον αντισυμβαλλόμενο του. Σύμφωνα με τη θεωρία της προσωπικής εξάρτησης, η εξαρτημένη εργασία εκδηλώνεται με τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Τη δέσμευση του παρέχοντος τις υπηρεσίες του ως προς τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας, στοιχείο κατ' εξοχήν δηλωτικό της προσωπικής εξάρτησης, (β) την υποχρέωση του να ακολουθεί τις οδηγίες του άλλου μέρους, όσον αφορά τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας και να δέχεται τον έλεγχο του προς διαπίστωση της συμμόρφωσης προς αυτές, (γ) την παροχή της εργασίας στο πλαίσιο μιας οργάνωσης εργασίας, την οποία καθορίζει και διευθύνει ένας τρίτος και στην οποία εντάσσεται ο εργαζόμενος, (δ) την υποχρέωση του εργαζόμενου να εκτελέσει αυτοπροσώπως την οφειλόμενη εργασία. Στο ίδιο σύγγραμμα (σελ.252 κ.ε.) αναφέρεται επίσης ότι η επιλογή των κριτηρίων της προσωπικής εξάρτησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ιδιαιτερότητες της δραστηριότητας για την οποία πρόκειται. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των «περιοδευόντων πωλητών». Τα πρόσωπα αυτά παρέχουν τις υπηρεσίες τους εκτός και πολλές φορές μακριά από τον τόπο εγκατάστασης της επιχείρησης και λόγω της φύσης της εργασίας τους αναπτύσσουν σημαντική πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της. Η σημαντική ελευθερία που διαθέτουν στον καθορισμό του χρόνου και του τόπου παροχής της εργασίας τους έχει ως συνέπεια τα «κλασσικά» στοιχεία της προσωπικής εξάρτησης να εμφανίζονται αρκετά εξασθενημένα. Όπως σε κάθε άλλη περίπτωση, έτσι και εδώ βαθμός προσωπικής εξάρτησης θα προκύψει από τη συνολική εκτίμηση και αξιολόγηση των συνθηκών απασχόλησης του συγκεκριμένου εργαζόμενου. Έτσι συνεκτιμώνται ως ενδείξεις για την παροχή εξαρτημένης εργασίας η υποχρέωση αυτοπρόσωπης εκτέλεσης της εργασίας, η μη απασχόληση βοηθητικού προσωπικού και γενικά το γεγονός ότι ο εργαζόμενος δεν διαθέτει δική του επιχειρηματική οργάνωση. Η σημασία του στοιχείου της ασφάλισης στο Ι.Κ.Α., είναι εντελώς επουσιώδης, επειδή πρόκειται για στοιχείο το οποίο δεν έχει σχέση με τους όρους και τις συνθήκες παροχής της εργασίας, οι οποίες και μόνο είναι κρίσιμες. Η Ασφάλιση στο Ι.Κ.Α. (Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων), προϋποθέτει την παροχή εξαρτημένης εργασίας και επομένως δεν μπορεί να αποτελεί στοιχείο κρίσιμο για τον προσδιορισμό της. Από τα όσα παραθέτουμε ανωτέρω, διαπιστώνουμε ότι η Αιτήτρια, πτυχιούχος του Τμήματος Διεθνών Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πάντειου Πανεπιστημίου Αθηνών, διπλωματούχος γνώστης της τουρκικής γλώσσας και επαγγελματίας δημοσιογράφος, αποδέχθηκε, κατά τον Δεκέμβριο 2013, την προσφορά διορισμού της στη θέση Ανταποκριτή του ΚΥΠΕ στην Τουρκία, με έδρα την Κωνσταντινούπολη, αρχομένου του διορισμού την 1.1.2014, υπό τους όρους και συνθήκες που αναφέρονται στην σχετική επιστολή προσφοράς ημερ. 23.12.2013 (Τεκ.1). Έκτοτε, διανύοντας η Αιτήτρια τη δοκιμαστική περίοδο των έξι μηνών, συνεχίζει μέχρι σήμερα να προσφέρει τις υπηρεσίες της, συστηματικά και ανελλιπώς, από την ίδια θέση και με τους ίδιους όρους. Η Αιτήτρια ως ανταποκρίτρια του ΚΥΠΕ στην Τουρκία, έχει την υποχρέωση να ανευρίσκει ειδήσεις, να καλύπτει ειδήσεις/ρεπορτάζ που αφορούν την Κύπρο και σημαντικές εξελίξεις στην Τουρκία, να καλύπτει επί τόπου γεγονότα, να λαμβάνει αποκλειστικές συνεντεύξεις για το ΚΥΠΕ και εν γένει να προσφέρει εργασία οποιαδήποτε ώρα του 24ώρου. Επί των θεμάτων αυτών, που είτε της έχουν εξ αρχής ζητηθεί, είτε λαμβάνει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις την ειδικότερη εντολή να ασχοληθεί, συντάσσει τις ανταποκρίσεις της, τις οποίες στέλνει στο ΚΥΠΕ, είτε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, είτε μέσω τηλεφώνου σε επείγουσες περιπτώσεις. Από την ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ ΚΥΠΕ και Αιτήτριας (Τεκ.5) επιβεβαιώνεται η θέση της ότι εκτελεί οδηγίες και δέχεται ανάλογες παρατηρήσεις και υποδείξεις για την εκτέλεση των εργασιών της. Η ενασχόληση της είναι καθημερινή, ενίοτε πολλές ώρες την ημέρα λόγω της πληθώρας των θεμάτων, ή και της ανάγκης να μεταβεί, κατ' εντολή του ΚΥΠΕ και ειδικότερα του διευθυντή ή της ομάδας που είναι επιφορτισμένη με τον έλεγχο και την εποπτεία όλων των δημοσιογράφων, σε άλλες πόλεις της Τουρκία, προκειμένου να καλύψει συγκεκριμένο γεγονός. Οι εντολές δε που έχει, είναι η πλήρης ειδησεογραφική κάλυψη των γεγονότων που αφορούν την Κύπρο και τις σημαντικές ειδήσεις και εξελίξεις στην Τουρκία, στην οποία δεν υπάρχει άλλος ανταποκριτής ή συνεργάτης του ΚΥΠΕ. Τα γεγονότα, εξάλλου, του ενδιαφέροντος του ΚΥΠΕ, με τα οποία οφείλει να ασχοληθεί η Αιτήτρια, απαιτούν άμεση δημοσιογραφική κάλυψη, ταχύτητα ενεργειών εκ μέρους της, ώστε να ετοιμάσει τις ανταποκρίσεις μέσα σε στενά χρονικά πλαίσια, να τις αποστείλει στα αρμόδια πρόσωπα, με τα οποία συνεννοείται εάν το ΚΥΠΕ επιθυμεί ευρύτερη κάλυψη του γεγονότος, με συνεχόμενες ανταποκρίσεις (Τεκ.5). Περαιτέρω, το αντικείμενο εργασίας της είναι μόνιμο, καθόσον υπάρχει πληθώρα ειδήσεων που αφορούν την Κύπρο και τις εξελίξεις στην Τουρκία, μεταξύ άλλων και ζητήματα κράτους δικαίου, ελευθερίας του Τύπου, αντιπολίτευσης, νομοθετικών θεμάτων (Κοινοβούλιο), Πατριαρχείου, ομογένειας, πολιτιστικών εκδηλώσεων με συμμετοχή Ελλήνων καλλιτεχνών κ.α. (Βλ. Τεκ.5, ηλεκτρ. αλληλογραφία ημερ. 18.4.2018 από διευθυντή ΚΥΠΕ προς Αιτήτρια), τις οποίες οφείλει να μελετά -παρακολουθώντας ανελλιπώς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης - και ακολούθως να επιλέγει τα θέματα, καλύπτοντας αυτά υπό τις εντολές και τις οδηγίες του ΚΥΠΕ. Γι' αυτό και το ΚΥΠΕ συνεχίζει επί πολλά έτη να απασχολεί την Αιτήτρια. Οι διάφορες ειδήσεις και ή ανταποκρίσεις που ετοιμάζει και αποστέλλει η Αιτήτρια ελέγχονται από τον προϊστάμενο της ή τα αρμόδια πρόσωπα με τα οποία βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία και συνεννόηση μέσω WhatsApp ή άλλων μέσω επικοινωνίας και τα οποία είναι αρμόδια να ασκούν τον ανάλογο έλεγχο και να δίδουν τις αναγκαίες οδηγίες ή εντολές για λογαριασμό του ΚΥΠΕ. Υποχρεούται επίσης να παρέχει αυτοπροσώπως τις υπηρεσίες της χωρίς δικαίωμα εκχώρησης της εργασίας της σε τρίτα πρόσωπα. Η Αιτήτρια εξάλλου, έχει μηνιαίες αποδοχές καθοριζόμενες σε συγκεκριμένο ποσό και μη εξαρτώμενες από οποιαδήποτε απόδοση της, δηλαδή παραγωγή οποιουδήποτε έργου ή υπηρεσίας. Περαιτέρω ο χαρακτηρισμός της Αιτήτριας ως ανταποκρίτριας και η προσφορά διορισμού στην εν λόγω θέση με δοκιμαστική περίοδο, προσδίδει τα χαρακτηριστικά σχέσης εργασίας στα πλαίσια της εργατικής νομοθεσίας και καταδεικνύει τη βούληση των μερών για σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, η οποία και πράγματι συνήφθη. Άμεσα, εξάλλου, το ΚΥΠΕ την περιέλαβε στη μισθοδοσία των υπαλλήλων του, ανεξαρτήτως εάν δεν καταβάλλει για λογαριασμό της οποιεσδήποτε εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Όσον αφορά την άδεια αναψυχής, την οποία μόνο όσοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία δικαιούνται, ο ΚΥΠΕ αρνήθηκε αρχικά να της παραχωρήσει και στη συνέχεια αναγνώρισε το δικαίωμα της να λαμβάνει ετήσια άδεια 3-4 βδομάδες όταν μεταβαίνει την Κύπρο. Επιπλέον, κατά την μετάβαση της σε άλλες πόλεις της Τουρκίας για ρεπορτάζ, το ΚΥΠΕ της καλύπτει τα έξοδα ήτοι εισιτήρια, ξενοδοχείο και μεταφορικά. Υπό τα δεδομένα αυτά, η Αιτήτρια, κατά την εκτέλεση της εργασίας της τελεί υπό τη διαρκή εποπτεία του ΚΥΠΕ, τόσο σε σχέση με τον τρόπο, όσο και με τον τόπο και τον χρόνο εκτέλεσης της εργασίας της. Ειδικότερα, αυτή υφίσταται τον διαρκή, έστω και χαλαρό, λόγω της φύσεως των υπηρεσιών της, έλεγχο των προϊσταμένων της για το είδος και την έκταση των ρεπορτάζ που οφείλει να ετοιμάζει και την άμεση αντίδραση και χωρίς καθυστέρηση αποστολή τους στο ΚΥΠΕ. Δεν διεφάνη να μπορεί να απόσχει η Αιτήτρια από το ημερήσιο πρόγραμμα της χωρίς ενημέρωση του ΚΥΠΕ. Τα βασικά αυτά στοιχεία, σε συνδυασμό και με τις ενδείξεις εξάρτησης που προαναφέρθηκαν (συμπερίληψή της στις μισθοδοτικές καταστάσεις, χορήγηση αδειών, κάλυψη εξόδων κατά την μετάβαση της σε άλλες πόλεις της Τουρκίας, υποχρέωση για αυτοπρόσωπη παροχή της εργασίας της, μη απασχόληση βοηθητικού προσωπικού), αποδεικνύουν ότι η Αιτήτρια εκτελεί εξαρτημένη εργασία και όχι ανεξάρτητη. Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το αν η Αιτήτρια έχει το δικαίωμα να παράσχει τις δημοσιογραφικές της υπηρεσίες και σε άλλο εργοδότη, ενώ θα πρέπει να λεχθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, η παράλληλη συνεργασία της με το ΡΙΚ άρχισε το 2008 και ήταν εν γνώσει του ΚΥΠΕ κατά το 2014 που εργοδότησε την Αιτήτρια. Επίσης η μεταγενέστερη συνεργασία της με τον ΑΝΤ1 Ελλάδος, προέκυψε εξ ανάγκης για σκοπούς ανανέωσης της δημοσιογραφικής της διαπίστευσης από τις τουρκικές αρχές, οι οποίες δεν τις επέτρεπαν να συνεχίσει ως ανταποκρίτρια της Κύπρου στην Τουρκία, εκτός κι αν δήλωνε ότι εργαζόταν σε ελληνικό μέσο μαζικής ενημέρωσης. (i) Η διάγνωση του χαρακτήρα της σύμβασης απασχόλησης της Αιτήτριας. Η κρίση επί του νομικού χαρακτηρισμού της σχέσης μεταξύ των μερών, οδηγεί στη διάγνωση του χαρακτήρα της σύμβασης απασχόλησης της Αιτήτριας. Κατά πόσο δηλαδή η Αιτήτρια έχει καταστεί εργοδοτούμενη αορίστου. Σε απάντηση του εν λόγω ζητήματος η πλευρά της Αιτήτριας επικαλέστηκε τον περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν.98(Ι)/2003) Σημειώνουμε ότι ο Νόμος αυτός, ως έχει τροποποιηθεί, είναι εναρμονιστικός των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 1999, «σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας - πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη UNICE και το CEEP)», («η Οδηγία»). Η συμφωνία-πλαίσιο ως ανυπόστατο μέρος της Οδηγίας, αποκτά αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 10 και 249 ΣΕΚ (ήδη 288 Σ.Λ.Ε.Ε.). Το προσωπικό πεδίο εφαρμογής του Ν.98(Ι)/2003 ορίζεται στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 (ρήτρα 3 της συμφωνίας πλαισίου) ως ακολούθως: "εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου" σημαίνει τον εργοδοτούμενο που έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργοδοτούμενου και η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας, ολοκλήρωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος· Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Αβραάμ ν. Δημοκρατίας
(2008)3 Α.Α.Δ. 49: «η Οδηγία προφανώς εφαρμόζεται σε όλους τους συμβασιούχους ορισμένης διάρκειας είτε δηλαδή εργοδοτούνται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.» Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Νόμου, «7.-
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου∙ Η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διαρκείας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκεια της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτούμενου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους.
(2)Αντικειμενικοί λόγοι υφίστανται ιδιαίτερα όταν- (α) Οι ανάγκες της επιχείρησης ως προς την εκτέλεση μιας εργασίας είναι προσωρινές. (β) Ο εργοδοτούμενο αναπληρώνει κάποιον άλλο εργοδοτούμενο. (γ) Η ιδιαιτερότητα της υπό εκτέλεση εργασίας δικαιολογεί την ορισμένη χρονική διάρκεια της σύμβασης. (δ) Ο εργοδοτούμενος με εργασίας ορισμένου χρόνου εργοδοτείται υπό δοκιμασία. (ε) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου γίνεται κατ' εφαρμογή δικαστικής απόφασης. (στ) Η εργοδότηση με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου αφορά τις συμβάσεις για την απασχόληση στο Στρατό της Δημοκρατίας των εθελοντών Πενταετούς Υποχρέωσης (ΕΠΥ) και εθελοντών Υπαξιωματικών. .» Στην προκειμένη περίπτωση, η Αιτήτρια αποδέχτηκε την προσφορά διορισμού της στη θέση ανταποκριτή του ΚΥΠΕ στην Τουρκία. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εργασίας που προέκυψε μεταξύ των μερών, η Αιτήτρια θα εργαζόταν δοκιμαστικά για έξι μήνες από 1.1.2014 και με τη λήξη της εν λόγω περιόδου θα υπήρχε αξιολόγηση της εργασίας της από τον Αναπληρωτή Διευθυντή του ΚΥΠΕ, επί της οποίας θα στηριζόταν η οριστική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Με το πέρας της εν λόγω περιόδου η Αιτήτρια συνεχίζει να εργάζεται ανελλιπώς μέχρι σήμερα στην υπηρεσία του ΚΥΠΕ. Σύμφωνα με τον Δ. Ζερδελή «Ευρωπαϊκό Εργατικό Δίκαιο», σελ. 313: «Η πρόβλεψη σε μια σύμβαση αόριστου χρόνου ορισμένου χρόνου δοκιμής δεν την καθίστα για το διάστημα της δοκιμαστικής περιόδου ορισμένου χρόνου. Όπως επισημαίνει το Δικαστήριο στην υπόθεση ΔΕΕ 5.2.2015, C-117/14, Nisttahuz Polcava, η δοκιμαστική περίοδος χρησιμεύει κυρίως για την εξακρίβωση της καταλληλότητας και των ικανοτήτων του εργαζομένου, ενώ η σύμβαση ορισμένου χρόνου χρησιμοποιείται, όταν η λήξη της καθορίζεται από αντικειμενικές προϋποθέσεις. Σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου δεν ρυθμίζεται από τη Οδηγία 1999/70.» Ως επακόλουθο ούτε και ο εναρμονιστικός Ν.98(Ι)/2003 εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση. Κρίνουμε, επομένως, ότι με την αποδοχή της προσφοράς για διορισμό στη θέση ανταποκριτή στην Τουρκία, η Αιτήτρια σύναψε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με καθορισμένη δοκιμαστική περίοδο έξι μηνών, με τη λήξη της οποίας απέκτησε όλα τα δικαιώματα εργοδοτούμενου αορίστου χρόνου. Περαιτέρω η Αιτήτρια αξιώνει γενικές αποζημιώσεις στη βάση του περί Όρους που διέπουν τη Σύμβαση η Σχέση Εργασίας Νόμου του 2000 (Ν.100(Ι)/2000). Να σημειωθεί πως η σύμβαση εργασίας, όπως κάθε άλλη νομικά δεσμευτική συμφωνία, δεν επιβάλλεται να είναι γραπτή. Είναι δυνατό μια σύμβαση εργασίας να είναι προφορική ή γραπτή ή εν μέρει γραπτή και εν μέρει προφορική. Το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο σε τέτοιες υποθέσεις είναι τι έχουν συμφωνήσει τα μέρη, ποιες είναι οι δεσμεύσεις που ανέλαβαν ο ένας προς τον άλλο και πώς η μεταξύ της διευθέτηση θα πρέπει να ερμηνευθεί. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης των όρων ή προνοιών της σύμβασης εργασίας, αυτό ανήκει στον συμβαλλόμενο ο οποίος υποστηρίζει την ύπαρξη της σχετικής πρόνοιας ή όρου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Ανδρέα Μενελάου ν. Αντώνης Ασκάνης Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 312: «Εν πάση όμως περιπτώσει, η προσέγγιση του Δικαστηρίου, ως προς το θέμα της απόδειξης των όρων υπό τους οποίους εργοδοτείτο, ήταν ορθή. Το γεγονός ότι κατά παράβαση των προνοιών της νομοθεσίας, η εφεσίβλητη παρέλειψε να γνωστοποιήσει εγγράφως τους όρους εργοδοσίας, αυτό δεν σήμαινε τίποτε άλλο παρά ότι το Δικαστήριο θα διακρίβωνε την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων, χωρίς την πολύτιμη βοήθεια γραπτών κειμένων. Στην παρούσα δε περίπτωση, ο εφεσείων ισχυριζόταν ότι υπήρχε συμφωνία ή υποχρέωση για καταβολή υπερωριών και φιλοδωρήματος ενώ η εφεσίβλητη αρνείτο κάτι τέτοιο. Εάν η μαρτυρία του εφεσείοντα κρινόταν αξιόπιστη, θα αποδεικνυόταν η εκδοχή του, πλην όμως, για τους λόγους που εξηγήθηκαν στην κρινόμενη απόφαση, κάτι τέτοιο δεν ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου, το οποίο αξιολογώντας την εκατέρωθεν μαρτυρία, προτίμησε εκείνη της εφεσίβλητης». Εν προκειμένω, οι όροι απασχόλησης της Αιτήτριας προκύπτουν εν μέρει από την επιστολή προσφοράς διορισμού (Τεκ.1) και εν μέρει προφορικά ως το δικαίωμα για παραχώρηση ετήσιας άδειας. Πλην των ποινικών κυρώσεων που προβλέπει ο Νόμος αυτός, σε περίπτωση που ο εργοδότης χωρίς εύλογη αιτία παραβιάζει τις διατάξεις του, δεν φαίνεται να προκύπτει οποιοδήποτε δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων. Σε κάθε περίπτωση, η τεθείσα μαρτυρία δεν τείνει να καταδείξει τέτοια αξίωση. Οι υπόλοιπες αξιώσεις της Αιτήτριας, ως αυτές περιορίζονται στην τελική γραπτή αγόρευση της, περί αναδρομικής καταβολής των δικαιωμάτων της και ή των ωφελημάτων εργοδοτούμενου αορίστου χρόνου δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία και εκ τούτου δεν μπορούν να επιτύχουν. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται: Α) Ότι η Αιτήτρια προσφέρει τις υπηρεσίες της στο ΚΥΠΕ δυνάμει συμβάσεως εργασίας και ή υπό τέτοιες περιστάσεις εκ των οποίων δύναται να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. Β) Ότι η σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταξύ Αιτήτριας και ΚΥΠΕ είναι σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου. Περαιτέρω το ΚΥΠΕ διατάσσεται όπως καταβάλει στην Αιτήτρια έξοδα ανερχόμενα στο ποσό των €2000. Οι υπόλοιπες αξιώσεις της Αιτήτριας απορρίπτονται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος Ντ. Ντεμιρτζιάν, Μέλος Ν. Ανδρέου, Μέλος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.