Ε. Β. ν. ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Υπόθεσης: 371/2017, 30/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Α. Χατζητζιοβάννη, Προέδρου Τζ. Μέρχη και Π. Παναγιώτου, Μελών Αρ. Υπόθεσης: 371/2017 Μεταξύ: Ε. Β. Αιτήτρια -και- ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ ΛΤΔ Καθ' ων η αίτηση Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας δια 6.3.2023 Μεταξύ: Ε. Β. Αιτήτρια -και- ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 30η Σεπτεμβρίου, 2024 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Κ. Μελάς Μαρκίδης, Μαρκίδης & Σια ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης με κα Ι. Παπαμιλτιάδους και κα Ντ. Τριανταφυλλίδη ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 04.10.2016 υπέβαλε την παραίτηση της από τους Καθ' ων η αίτηση επικαλούμενη συνθήκες εξαναγκασμού που την οδήγησαν στην τελική της απόφαση. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι ενώ τον Μάιο 2013 διορίστηκε ως Πρόεδρος του Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση και ακολούθως, τον ίδιο μήνα, της ανατέθηκαν τα καθήκοντα του πρώην εκτελεστικού Προέδρου του Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση, τα οποία εκτελούσε μέχρι τον εξαναγκασμό της σε παραίτηση, οι Καθ' ων η αίτηση για δικούς της λόγους αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να της καταβάλουν εύλογη και/ή δίκαιη αποζημίωση και/ή αμοιβή για την εργασία της από τη θέση του εκτελεστικού Προέδρου του Δ.Σ. για το διάστημα από 31.05.2013 μέχρι και την 04.10.
- Στη βάση αυτή αξιώνει από τους Καθ' ων η αίτηση: (Α) εύλογη και δίκαιη αποζημίωση και/ή εύλογη αμοιβή για εργασία προσφερθείσα για συνολικό ποσό €290.505,99, το οποίο αποτελείται από ποσό €258.039,99 ως δεδουλευμένους μισθούς και/ή εύλογη αμοιβή εν τη εννοία του περί Προστασίας Μισθών Νόμου του 2007 (ως έχει τροποποιηθεί) πλέον ποσό €26.666 για επίδομα παραστάσεων αμφότερα για το διάστημα από 31.5.2013 έως 04.10.2016 πλέον ποσό €4.000 για επίδομα διακίνησης από 01.04.2015 μέχρι 04.10.2016, πλέον ποσό €1.800 για επίδομα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης από 01.04.2015 μέχρι 04.10.2016 τα οποία η Αιτήτρια κατέβαλε και ουδέποτε έλαβε από τους Καθ' ων η αίτηση, (Β) Αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και/ή παράνομο εξαναγκασμό σε παραίτηση για ποσό €156.798 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό κρίνει το Δικαστήριο εύλογο υπό τις περιστάσεις, (Γ) Αποζημιώσεις αντί προειδοποίησης για ποσό €7.538,36, (Δ) Έξοδα (Ε) Νόμιμο τόκο, (ΣΤ) Φ.Π.Α. Οι Καθ' ων η αίτηση, με τους γενικούς λόγους εμφάνισης, εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης για το λόγο ότι η απαίτηση της Αιτήτριας υπερβαίνει το ύψος της απαίτησης που δύναται να επιληφθεί και να επιδικάσει. Άνευ βλάβης της προδικαστικής ένστασης, ισχυρίζονται ότι μεγάλο μέρος του περιεχομένου της απαίτησης της Αιτήτριας αποτελεί άνευ βλάβης συζητήσεις και/ή διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων και κατ' επέκταση δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση ή μέρος της απαίτησης της Αιτήτριας και/ή να δοθεί μαρτυρία επί τούτου ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόσθετα ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια αποδέχθηκε διορισμό ως μη εκτελεστική Πρόεδρος του Δ.Σ. με την προϋπόθεση ότι δεν θα λάμβανε καμία αμοιβή πέραν αυτής που λάμβαναν και τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ. Ακολούθως αφού διορίστηκε ως εκτελεστική Πρόεδρος του Δ.Σ., περιοδικά ήγειρε το ζήτημα της αντιμισθίας και/ή διεξάγονταν διαπραγματεύσεις και/ή συζητήσεις στη βάση της άνευ βλάβης δικαιωμάτων, οι οποίες ουδέποτε κατέληξαν εάν θα λάμβανε αντιμισθία ή ποιο το συγκεκριμένο ποσό που θα λάμβανε. Παρόλο που δεν υπήρξε κατάληξη σε σχέση με το ζήτημα της αντιμισθίας της, η Αιτήτρια συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντα της με επακόλουθο να εμποδίζεται (is stopped) από του να ισχυρίζεται ότι υφίσταται δικαίωμα σε αντιμισθία και/ή δικαίωμα για συγκεκριμένο ποσό αντιμισθίας. Ότι στα πλαίσια των πιο πάνω συζητήσεων και/ή διαπραγματεύσεων, πρότειναν στην Αιτήτρια την πληρωμή συγκεκριμένου ποσού και/ή συγκεκριμένο τρόπο πληρωμής, τα οποία η Αιτήτρια απέρριψε. Ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια πλήρως αδικαιολόγητα και χωρίς καμία νόμιμη αιτία και/ή χωρίς να λάβει χώρα οποιοδήποτε γεγονός ή παράλειψη, διαφοροποιώντας τα δεδομένα ως υφίσταντο μέχρι τότε, υπέβαλε οικειοθελώς την παραίτηση της από τη θέση της Προέδρου του Δ.Σ. και/ή εγκατέλειψε τα καθήκοντα της και/ή τις διεργασίες των Καθ' ων η αίτηση που βρίσκονταν σε κρισιμότατη φάση και/ή στάδιο αναφορικά με τη φύση των εργασιών τους. Ως εκ τούτου ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται σε καμία θεραπεία. Μαρτυρία Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατέθεσε μόνο η Αιτήτρια. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν προσέφεραν μαρτυρία. Ενώπιον μας υπάρχει επίσης η πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και στα οποία θα αναφερθούμε όπου κρίνεται σκόπιμο κατά την παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η κυρίως εξέταση της Αιτήτρια περιέχεται σε γραπτή της κατάθεση (Τεκ. Α) και με αυτή, ουσιαστικά, επαναλαμβάνει τις θέσεις που διατυπώνει στους γενικούς λόγους της Αίτησης. Ειδικότερα αναφέρει, ότι οι Καθ' ων η αίτηση είναι ιδιωτική εταιρεία, που έχει ως μοναδικό μέτοχο το Υπουργείο Ενέργειας Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας (στο εξής «ο Μέτοχος»). Η ίδια, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, εργαζόταν ως εκτελεστική Πρόεδρος των Καθ' ων η αίτηση προσφέροντας τις υπηρεσίες της επί ολοήμερης βάσης. Τoν Μάιο 2013 ο Υπουργός Ενέργειας Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού (στο εξής «ο Υπουργός») την διόρισε ως Πρόεδρο του Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση (Τεκ.3) και στις 31.5.2013 το Δ.Σ., με τη σύμφωνο γνώμη του Υπουργού, της ανέθεσε τα εκτελεστικά καθήκοντα του πρώην εκτελεστικού Προέδρου του Δ.Σ. (Τεκ.4), τα οποία εκτελούσε μέχρι και τον εξαναγκασμό της σε παραίτηση στις 04.10.
- Ισχυρίζεται, πως παρά τις τακτικές προφορικές διαβεβαιώσεις για διευθέτηση του ζητήματος της αντιμισθίας της σε σχέση με τα εκτελεστικά της καθήκοντα ουδέποτε αυτό συμφωνήθηκε γραπτώς. Ήταν όμως συμφωνημένο πάντοτε και καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο κοινή αντίληψη ότι η εργασία της θα αμειβόταν. Έτσι στη συνεδρία ημερ. 26.3.2014 (Τεκ.5), ο Υπουργός συνέστησε στο Δ.Σ. όπως εξετάσουν τον τρόπο πληρωμής της Αιτήτριας έχοντας ως αναφορά και γνώμονα την αντιμισθία και/ή τη σύμβαση εργοδότησης του πρώην εκτελεστικού Προέδρου. Ακολούθως η γραμματέας των Καθ' ων η αίτηση απέστειλε στο μέλος του Δ.Σ. και δικηγόρο κ. Γ. Παμπορίδη, ηλεκτρ. μήνυμα ημερ. 28.3.2014 μαζί με όλα τα σχετικά έγγραφα για σκοπούς ετοιμασίας της σύμβασης της, τα οποία απέστειλε εκ νέου και η ίδια κατόπιν αιτήμα-τος του νομικού συμβούλου των Καθ' ων η αίτηση κ. Τριανταφυλλίδη στις 28.5.2014 (Τεκ.6). Σημειώνει ότι μετά το πέρας της συνεδρίας του Δ.Σ. ημερ. 23.04.2014, ο κ. Γ. Παμπορίδης, ως εξουσιοδοτημένο μέλος του Δ.Σ., της πρότεινε προφορικώς, στην παρουσία και άλλων μελών του Δ.Σ. συγκεκριμένη πρόταση αποτελούσα άθροισμα από δύο ποσά, ήτοι €60.000 συν €10.000 ετησίως. Η ίδια ζήτησε να γίνει γραπτώς η πρόταση ώστε να την εξετάσει δεόντως και κατόπιν συμβουλής. Τον Ιούνιο 2014 έλαβε από τον νομικό σύμβουλο των Καθ' ων η αίτηση, επιστολή ημερ. 10.06.2014 (Τεκ.7), επί της οποίας επισυναπτόταν έγγραφο στο οποίο περιέχονταν, σε προσχέδια μορφή, διάφοροι όροι εργοδότησης και ωφελήματα της, προκειμένου να γίνει συζήτηση επί αυτών ώστε οι τελικές συμφωνηθείσες πρόνοιες, να περιλαμβάνονταν ακολούθως σε επιστολή/πρόταση των Καθ' ων η αίτηση προς την ίδια και/ή σε σχετική προσχέδια προς υπογραφή σύμβαση. Στο εν λόγω έγγραφο περιεχόταν πρόταση για αντιμισθία μειωμένη κατά 25% από την αντίστοιχη του πρώην Προέδρου του Δ.Σ., την οποία η ίδια αποδέχθηκε μαζί με άλλες μειώσεις επί ωφελημάτων, τις οποίες και η ίδια πρότεινε λόγω της γενικότερης κρίσης, την οποία διερχόταν η χώρα. Η κατ' ιδίαν συνάντηση της με τον νομικό σύμβουλο των Καθ' ων η αίτηση τελικώς πραγματοποιήθηκε μετά από 2 περίπου μήνες, ήτοι τον Σεπτέμβριο 2014, και μετά το πέρας της συνάντησης αυτής ο νομικός σύμβουλος ανέλαβε να ετοιμάσει προσχέδιο Σύμβασης Εργοδότησης στη βάση των όσων αναγράφονται στο εν λόγω έγγραφο και των όσων λέχθηκαν στη συνάντηση και να επανέλθει. Το ζήτημα παγοποιήθηκε χωρίς καμία ουσιαστική εξέλιξη πέραν σποραδικών οχλήσεων εκ μέρους της για ενημέρωση επί της προόδου του θέματος. Τον Μάρτιο 2015, ο εν λόγω νομικός σύμβουλος, αφού της απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 2.3.2015, με το οποίο παραδεχόταν ότι η σύμβαση δεν υπογράφηκε λόγω σφάλματος του (Τεκ.8), ακολούθως της παρέδωσε διαδοχικά τρία έγγραφα ημερ. 13.03.2015, 20.03.2015 και 27.03.2015 (Τεκ.9,10 και 11 αντίστοιχα), εκ των οποίων το τελευταίο αποτελούσε προσχέδιο σύμβασης με τίτλο «Συμφωνία Ανάθεσης Εκτελεστικών Καθηκόντων» (στο εξής «η προσχέδια Σύμβαση»), όπου προνοείτο, μεταξύ άλλων: - Ως ακαθάριστος ετήσιος μισθός το ποσό των €78.399, ήτοι ετήσιος μισθός μειωμένος κατά 25% των €104.532,48, τα οποία ελάμβανε ο πρώην Πρόεδρος του Δ.Σ., - Καταβολή αναδρομικών ετήσιων ακαθάριστων μισθών στο ύψος των €78.399 από 31.05.2013 μειωμένοι κατά του ποσού των 42,5 ανά συνεδρία ήτοι συνολικού ποσού €3.310 που η ίδια έλαβε ως Πρόεδρος του Δ.Σ. - Ετήσιο επίδομα παραστάσεως ύψους €8.000 αναδρομικώς από 31.05.
- - Μηνιαίο επίδομα διακίνησης €250 και ετήσιο ποσό ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης έως €1.200 (αναλόγως αναγκών) από της υπογραφής της προσχέδιας Σύμβασης και εντεύθεν. Ισχυρίζεται ότι η ίδια δέχθηκε τους εν λόγω όρους της προσχέδιας Σύμβασης και ήταν πρόθυμη να υπογράψει την τελική Σύμβαση, καθώς μεταξύ των πιο πάνω εγγράφων οι διαφορές ήταν μικρές και μη ουσιαστικές. Στις 28.4.2015, κατόπιν αιτήματος του νομικού συμβούλου των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 21.04.2015 (Τεκ.12), το ΔΣ εξουσιοδότησε ομάδα δύο μελών του ΔΣ (εφεξής «η Ομάδα») να χειριστούν το θέμα της προσχέδιας Σύμβασης ώστε να αχθεί ενώπιον της Ολομέλειας για έγκριση και υπογραφή της (Τεκ.13 τα πρακτικά της συνεδρίας). Στις 28.05.2015 η Ομάδα ενημέρωσε το Δ.Σ. ότι είχαν συνάντηση με τον νομικό σύμβουλο των Καθ' ων η αίτηση και ότι ζήτησαν διευκρινίσεις επί κάποιων σημείων της προσχέδιας Σύμβασης και αφού θα τις λάμβαναν θα έφερναν πρόταση στο Δ.Σ. (Τεκ.14 πρακτικά της συνεδρίας). Τον Νοέμβριο 2015 επαναδιορίστηκε ως Πρόεδρος του Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση, συνεχίζοντας να έχει τα εκτελεστικά καθήκοντα (Τεκ. 15 και Τεκ.16). Ακολούθως και μετά από περαιτέρω παγοποίηση του θέματος, λαμβάνοντας όμως συνεχείς διαβεβαιώσεις και/ή υποσχέσεις ότι το ζήτημα θα διευθετηθεί σύντομα, και αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές 22.05.2016, τον Απρίλιο 2016, ζητήθηκε από την Ελεγκτική Υπηρεσία η αποστολή των πρακτικών διορισμού της Αιτήτριας για μελέτη του όλου θέματος. Στις 06.06.2016 σε συνάντηση της ιδίας με τον Υπουργό και τον νομικό σύμβουλο των Καθ' ων η αίτηση της αναφέρθηκε ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία θεωρούσε ως προβληματική την αναδρομική καταβολή των μισθών και της ζητήθηκε από τον Υπουργό όπως μη επιμείνει στην πληρωμή οποιουδήποτε ωφελήματος/αντιμισθίας για την έως τότε εργασία της και να συζητηθεί συμβόλαιο μόνον για μελλοντική εργασία. Με επιστολή ημερ. 15.06.2016 (Τεκ.17), διαμαρτυρήθηκε γραπτώς προς τον Υπουργό για το όλο θέμα και ζήτησε επανεξέταση της όλης υπόθεσης ουσιαστικά στη βάση των όρων της προσχέδιας Σύμβασης. Κατόπιν συναντήσεων και επικοινωνιών της ιδίας με τον Υπουργό, τον νομικό σύμβουλο των Καθ' ων η αίτηση και στην παρουσία του νομικού της συμβούλου, όπου εξέθεσαν την πρόταση τους για κάλυψη των δεδουλευμένων μέσω ενός μελλοντικού συμβολαίου διαβίβασε, στις 14.09.2016, συγκεκριμένη πρόταση (Τεκ.18) για υπογραφή σύμβασης για την εντεύθεν εργοδότηση της και παράλληλης έγερσης αίτησης και/ή αγωγής προκειμένου το Δικαστήριο να αποφασίσει για τα δεδουλευμένα (πρόταση η οποία διαβιβάστηκε και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας - Τεκ.19), η οποία όμως απορρίφθηκε σιωπηρώς τόσο διά της παρόδου της προθεσμίας προς απάντηση όσο και γραπτώς δια επιστολής ημερ. 10.11.2016 από τους νομικούς συμβούλους των Καθ' ων η αίτηση προς τους δικηγόρους της (Τεκ.20). Σημειώνει ότι στην εν λόγω επιστολή αναφέρονται σε εκ μέρους της μη αποδοχή της πρότασης του Μετόχου και διευκρινίζει ότι η εν λόγω πρόταση, ήταν η υπογραφή σύμβασης για τον εντεύθεν χρόνο για διάστημα πέντε ετών με μισθό προσαυξημένο κατά τέτοιο τρόπο ώστε να περιλαμβάνει κεκρυμμένα και τη σταδιακή αποπληρωμή των δεδουλευμένων την οποία δεν μπορούσε να αποδεχθεί θεωρώντας ως αντιβαίνουσα μεταξύ άλλων στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της διαφάνειας των δημοσίων οικονομικών. Με επιστολή της προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ημερ. 03.10.2016 (Τεκ. 21) εξέθεσε αδρώς την κατάσταση γεγονότων και κοινοποίησε την πρόθεση της να παραιτηθεί. Την επομένη, με επιστολή της στους Καθ' ων η αίτηση και κοινοποίηση στον Υπουργό και στους νομικούς συμβούλους/δικηγόρους τους (Τεκ.22), υπέβαλε την παραίτηση της. Ισχυρίζεται ότι με βάση τα γεγονότα όπως τα έζησε, ήταν αδύνατο για την ίδια να αντιληφθεί ότι ο Μέτοχος ή οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα την πλήρωναν, καθώς, υπήρχαν τακτικές διαβεβαιώσεις και ακολούθως συμφωνία αντιμισθίας προφορική και μετά γραπτή με την προσχέδια Σύμβαση, με αναδρομική ισχύ, και επειδή η κατά-ληξη της με υπογραφή ήταν καθαρό διαδικαστικό θέμα όπως την διαβεβαίωναν, συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντα της όπως είχε συμφωνηθεί με καλή πίστη και εμπιστοσύνη και θεωρεί επομένως ότι έχει δικαίωμα στην αντιμισθία /ωφελήματα όπως είχε συμφωνηθεί. Επίσης ότι παρά τις καθυστερήσεις, είχε συνεχείς διαβεβαιώσεις και στο επίπεδο Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ), ότι θα διευθετείτο το θέμα του συμβολαίου της, και στο τέλος, αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου
- Ότι για την εργασία της στους Καθ' ων η αίτηση για το διάστημα από 31.05.2013 - 04.10.2016, δικαιούται εύλογη και/ή δίκαιη αποζημίωση και/ή αμοιβή για ποσό €290.505,99, το οποίο υπολογίζεται στη βάση των ποσών της προσχέδιας Σύμβασης, ποσά, τα οποία ήταν μειωμένα σε σχέση με αυτά που ελάμβανε για την ίδια θέση και τα ίδια καθήκοντα ο πρώην Πρόεδρος του Δ.Σ. και τα οποία η ίδια είχε αποδεχθεί. Είναι επίσης η θέση της ότι εξαιτίας της ανωτέρω περιγραφόμενης συμπεριφοράς των Καθ' ων η αίτηση και της μη πληρωμής αντιμισθίας και/ή της μη καταβολής των δεδουλευμένων, εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση παρά το ότι η εργοδότηση της στους Καθ' ων η αίτηση και/ή οπωσδήποτε η πρόθεση τους, όπως προκύπτει τουλάχιστον από την προσχέδια Σύμβαση, ήταν να εργοδοτηθεί στην υπηρεσία τους αορίστως και σίγουρα το ολιγότερο πέντε έτη αρχομένων από το 2016, τα οποία προνοούσε η αντιπρόταση τους. Αναφέρει ότι στις 4.10.2016 ήταν 59 ετών και ότι οι περιστάσεις εξαναγκασμού της σε παραίτηση και η όλη εμπλοκή της Εταιρείας όπου Μέτοχος είναι το κράτος σε έναν ιδιαίτερα εξειδικευμένο τομέα, καθιστούν πρακτικά αδύνατη την εξεύρεση αρμόζουσας εργασίας, σε κατάλληλο επίπεδο, τόσο στον κρατικό όσο και στον ιδιωτικό τομέα σε θέματα υδρογονανθράκων στην Κύπρο που είναι αποκλειστικά το αντικείμενο απασχόλησης της. Παράλληλα, έχει τόσο επηρεαστεί από τα γεγονότα και το χειρισμό που έτυχε που πρακτικά δεν είναι σε θέση, μέχρι και τώρα, να εργαστεί. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ενώ η πλευρά των Καθ' ω η αίτηση συμφώνησε μαζί της ότι προσέφερε πολύωρη καθημερινή εργασία και της υπεβλήθη ότι όλες αυτές οι ώρες που εργαζόταν ήταν από δική της επιλογή, ανέφερε ότι έβαζε αρκετές ώρες για να βγει η δουλειά, αφού οι Καθ' ων η αίτηση για λόγους ρευστότητας δεν ήταν σε θέση να προσλάβουν προσωπικό και συνεπώς δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να επιτελεστούν τα καθήκοντα. Και ενώ της υπεβλήθη ότι παρά τις συζητήσεις και τις προσπάθειες όλων αυτών των χρόνων, δεν κατέληξαν σε κάποια συμφωνία για το ποσό που θα λάμβανε ως εκτελεστικός Πρόεδρος του Δ.Σ., απάντησε ότι μέχρι την αποχώρηση της δεν είχε ολοκληρωθεί συμφωνία προς υπογραφή. Ότι η σύμβαση δεν είχε περάσει από το Δ.Σ. για τελική έγκριση, ωστόσο το βασικό ποσό της αντιμισθίας της και οι όροι είχαν συμφωνηθεί και ότι υπήρχαν καθυστερήσεις στην προώθηση της διαδικασίας. Επίσης ενώ αναμενόταν ότι θα έκλεινε αυτή η εκκρεμότητα, στη συνάντηση με τον Υπουργό της αναφέρθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα με τον Γενικό Ελεγκτή. Μη διαφωνώντας με τη θέση της άλλης πλευράς, ότι εν τέλει δεν έγινε κατορθωτό να υπογραφεί συμφωνία, εν τούτοις επέμενε ότι υπήρχε συμφωνία για τους βασικούς όρους και τα επί μέρους ποσά που θα είχε η συμφωνία όταν θα υπογραφόταν, όπως ωφελήματα και αμοιβή από τις 31.5.2013 που ανέλαβε τα καθήκοντα της. Τέλος ισχυρίστηκε ότι εξωθήθηκε σε παραίτηση όταν οι Καθ' ων η αίτηση απέρριψαν πρόταση της για εξόφληση των δεδουλευμένων μισθών και ωφελημάτων της. Αγορεύσεις Οι συνήγοροι με τις τελικές γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τη θέση της κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομική της πτυχή. Ο κ. Μελάς εισηγήθηκε αρχικά ότι οι Καθ' ων η αίτηση ουδέποτε δικογράφησαν ή ήγειραν οποιαδήποτε προδικαστική ένσταση παραγραφής και ότι σε κάθε περίπτωση στη βάση των γεγονότων δεν τίθεται τέτοια θέμα. Εισηγήθηκε επίσης ότι μεταξύ των Μερών υπήρξε συμφωνία ότι η Αιτήτρια θα πληρωνόταν για τις υπηρεσίες της και ότι εκκρεμής παρέμεινε ο τρόπος πληρωμής. Με αναφορά στον περί Μισθών Νόμο (Ν.35(Ι)/2007) κατάληξε ότι στην προκείμενη περίπτωση η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ Αιτήτριας και Καθ' ων η αίτηση για πληρωμή μισθών ήταν δεδομένη και καταμαρτυρείται τόσο από την ακλόνητη μαρτυρία της Αιτήτριας, όσο και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια, τα οποία μάλιστα προέρχονται από τους ίδιους τους Καθ' ων η αίτηση. Το μόνο που έμενε ήταν η τυπική υπογραφή και έγγραφης πλέον σύμβασης περί της εργοδότησης της Αιτήτριας και φυσικά η εκτέλεση της υποχρέωσης των Καθ' ων η αίτηση να καταβάλουν στην Αιτήτρια αυτά που της όφειλαν για την ευσυνείδητη και ολοκληρωτική απασχόληση της. Ήταν περαιτέρω εισήγηση του ότι η όλη συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση να αθετήσουν την υπόσχεση τους για εφάπαξ πληρωμή των δεδουλευμένων και να μην υπογράψουν την προσχέδια σύμβαση (Τεκ.11) δικαιολογούσε τον από μέρους της Αιτήτριας τερματισμό της απασχόλησης επικαλούμενη εξαναγκασμό σε παραίτηση. Αντίθετα, ο κ. Τριανταφυλλίδης υποστήριξε ότι οι ώρες που εργαζόταν η Αιτήτρια από τη θέση που κατείχε ήταν κατόπιν δικής της επιλογής. Ότι υπήρξαν συνεχείς προσπάθειες και διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών για επίτευξη συμφωνίας που θα διείπε τα δεδομένα της απασχόλησης της, χωρίς όμως να καταλήξουν ποτέ σε οποιαδήποτε συμφωνία. Ότι η Αιτήτρια συνέχισε να εργάζεται ως εκτελεστική Πρόεδρος με €50 για κάθε συνεδρία και επειδή δεν υπήρξε μέχρι τις 4.10.2016 συμφωνία έδωσε παραίτηση επικαλούμενη εξαναγκασμό. Ότι το ποσό των €290.515,99 που αξιώνει με την Αίτηση της, ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας για να είναι απαιτητό. Συζητείτο αλλά ποτέ δεν συμφωνήθηκε. Παραιτήθηκε με δική της απόφαση επειδή δεν μπόρεσε να υπάρξει συμφωνία παρόλες τις διαπραγματεύσεις, ενώ υπηρετούσε ως εκτελεστική Πρόεδρος για την περίοδο από 31.5.2013 μέχρι 4.10.
- Εισηγήθηκε δε, ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η Αιτήτρια έθεσε την παραίτηση της, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν εξαναγκασμό στη βάση των προνοιών του άρθρου 7 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου (Ν.24/67). Ανάλυση Τρία είναι τα βασικά σημεία που τίθενται και που το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει: (α) Εάν και κατά πόσο κατά τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων επήλθε συμφωνία για συγκεκριμένο ποσό που θα δικαιούταν να λάβει η Αιτήτρια για τις υπηρεσίες της από τη θέση της Εκτελεστικού Προέδρου του Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση, (β) Κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούται στην καταβολή του αξιούμενου ποσού ή οποιουδήποτε άλλου ποσού για τις υπηρεσίες που προσέφερε από τη θέση του Εκτελεστικού Προέδρου του Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση (γ) Εάν και κατά πόσο οι Καθ' ων η αίτηση επέδειξαν συμπεριφορά που δικαιολογούσε τον τερματισμό της απασχόλησης εκ μέρους της Αιτήτριας για δική τους υπαιτιότητα. Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση των πιο πάνω σημείων θα πρέπει να γίνει η σχετική αξιολόγηση της μαρτυρίας ώστε να τεθεί η νομική ανάλυση σε συγκεκριμένο και στέρεο υπόβαθρο γεγονότων. Έχουμε παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή την Αιτήτρια να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή εξετάσαμε και τη μαρτυρία της, έχοντας συνεχώς κατά νου τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, καθώς επίσης και τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων. Δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι τα όσα με σταθερότητα, απλότητα και σαφήνεια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η Αιτήτρια ανταποκρίνονται πλήρως προς την αλήθεια. Πέραν της θετικής εικόνας που άφησε στο Δικαστήριο, τα όσα κατέθεσε υποστηρίζονται και από την ενώπιον μας πραγματική μαρτυρία που είναι τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί. Οι διάφορες υποβολές που δέχθηκε η Αιτήτρια κατά την αντεξέταση της, πλην των όσων η ίδια παραδέχθηκε, παρέμειναν μετέωρες. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση για θεμελίωση των οποιωνδήποτε ισχυρισμών τους. Είναι, με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, εύρημα μας ότι τα γεγονότα σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Καθ' ων η αίτηση ανάθεσαν στην Αιτήτρια τα καθήκοντα του Εκτελεστικού Προέδρου του Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση και τα όσα ακολούθησαν, έχουν όπως η ίδια κατέθεσε στο Δικαστήριο. Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μας θα προχωρήσουμε στην εξέταση του πρώτου ζητήματος που τίθεται ανωτέρω. Όπως έχει τονιστεί στην Αγγλική απόφαση Laws v. London Chronicle Ltd
(1959)2 All E.R. 285, μία σύμβαση εργασίας δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδος σύμβασης όπως όλες οι άλλες, έτσι ώστε το γενικότερο δίκαιο των συμβάσεων να είναι εφαρμοστέο. Ανάλογη είναι η αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα, A Practical Approach to Employment Law, του John Bowers, Seventh Edition,2005, p.46, την οποία παραθέτουμε: 3.35 Like all other contracts, the contract of employment is constituted by offer and acceptance supported by consideration. The offer in the great majority of cases comes from the employer, and is accepted in writing or simply by the conduct of the employee in actually turning up for work. 3.40 The contract of employment is one of the most dynamic of legal agreements, changing frequently during its course as circumstances alter. Any variation in contractual terms, however, requires the assent, express or tacit, of both parties and should be supported by consideration. This tacit consent may be represented by the employee simply carrying on working under altered conditions. Να σημειωθεί πως η σύμβαση εργασίας, όπως κάθε άλλη νομικά δεσμευτική συμφωνία, δεν επιβάλλεται να είναι γραπτή. Είναι δυνατό μια σύμβαση εργασίας να είναι προφορική ή γραπτή ή εν μέρει γραπτή και εν μέρει προφορική. Το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο σε τέτοιες υποθέσεις είναι τι έχουν συμφωνήσει τα μέρη, ποιες είναι οι δεσμεύσεις που ανέλαβαν ο ένας προς τον άλλο και πώς η μεταξύ της διευθέτηση θα πρέπει να ερμηνευθεί. Όσον αφορά το βάρος απόδειξης των όρων ή προνοιών της σύμβασης εργασίας, αυτό ανήκει στον συμβαλλόμενο ο οποίος υποστηρίζει την ύπαρξη της σχετικής πρόνοιας ή όρου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Ανδρέα Μενελάου ν. Αντώνης Ασκάνης Λτδ
(2011)1 ΑΑΔ 312: «Εν πάση όμως περιπτώσει, η προσέγγιση του Δικαστηρίου, ως προς το θέμα της απόδειξης των όρων υπό τους οποίους εργοδοτείτο, ήταν ορθή. Το γεγονός ότι κατά παράβαση των προνοιών της νομοθεσίας, η εφεσίβλητη παρέλειψε να γνωστοποιήσει εγγράφως τους όρους εργοδοσίας, αυτό δεν σήμαινε τίποτε άλλο παρά ότι το Δικαστήριο θα διακρίβωνε την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων, χωρίς την πολύτιμη βοήθεια γραπτών κειμένων. Στην παρούσα δε περίπτωση, ο εφεσείων ισχυριζόταν ότι υπήρχε συμφωνία ή υποχρέωση για καταβολή υπερωριών και φιλοδωρήματος ενώ η εφεσίβλητη αρνείτο κάτι τέτοιο. Εάν η μαρτυρία του εφεσείοντα κρινόταν αξιόπιστη, θα αποδεικνυόταν η εκδοχή του, πλην όμως, για τους λόγους που εξηγήθηκαν στην κρινόμενη απόφαση, κάτι τέτοιο δεν ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου, το οποίο αξιολογώντας την εκατέρωθεν μαρτυρία, προτίμησε εκείνη της εφεσίβλητης». Για τη συνομολόγηση της σύμβασης εργοδότησης, στις πλείστες περιπτώσεις, η προσφορά ή πρόταση προέρχεται από τον εργοδότη και γίνεται αποδεκτή από τον εργοδοτούμενο, είτε γραπτώς είτε προφορικά. Συνήθως ο εργοδότης θέτει ενώπιον του εργοδοτούμενου κάποιο κείμενο το οποίο ο εργοδοτούμενος υπογράφει. Η προώθηση του κειμένου και το ίδιο το κείμενο συνιστούν την προσφορά, και η αποστολή επιστολής αποδοχής ή η υπογραφή από τον εργοδοτούμενο του κειμένου που έχει προωθήσει ο εργοδότης συνιστούν τη γραπτή αποδοχή. Εκεί που ο εργοδοτούμενος δεν αποστείλει επιστολή αποδοχής ούτε και υπογράφει την προσφορά του εργοδότη, αλλά απλώς παρουσιάζεται για εργασία και διεκπεραιώνει αυτή σύμφωνα με τους όρους του εργοδότη, τότε υπάρχει προφορική αποδοχή ή αποδοχή μέσω συμπεριφοράς. Θεωρητικά, εάν ο εργοδοτούμενος, αντί να υπογράψει το κείμενο του εργοδότη, αποστείλει διαφοροποιημένο κείμενο το οποίο γίνεται αποδεκτό, τότε νομικά είναι ο εργοδοτούμενος που έχει προτείνει και ο εργοδότης που έχει προβεί σε αποδοχή, αν και τέτοιες περιπτώσεις είναι σπάνιες. Στο κοινοδίκαιο, όπως και στο Κυπριακό δίκαιο, το βασικό απαιτούμενο για συνομολόγηση δεσμευτικών συμβάσεων είναι η ύπαρξη αντιπαροχής (consideration). Η έγερση θεμάτων αντιπαροχής δεν είναι σύνηθες φαινόμενο σε σχέση με τη σύμβαση εργοδότησης. Στη συνήθη περίπτωση, ο εργοδοτούμενος προσφέρει τις υπηρεσίες του έναντι χρηματικού ανταλλάγματος. Σαφώς, υπάρχει αντιπαροχή εκ μέρους και των δύο, ο εργοδότης με την καταβολή του χρηματικού τιμήματος και ο εργοδοτούμενος με την παροχή των υπηρεσιών του. Εάν το ένα μέρος προσφέρει εθελοντικές υπηρεσίες χωρίς αμοιβή, τότε δεν υπάρχει σύμβαση εργοδότησης, πρώτιστα διότι το πρόσωπο που προσφέρει τις υπηρεσίες πράττει τούτο εθελοντικά και όχι στο πλαίσιο υποχρέωσης και διότι, κατ' αναλογία, δεν υπάρχει υποχρέωση επί του προσώπου που καρπούται το όφελος των προσφερομένων υπηρεσιών να καταβάλει οποιονδήποτε τίμημα γι' αυτές. Έτσι, εάν το ένα πρόσωπο, όποτε επιθυμεί, προσφέρει υπηρεσίες σε κάποιο φιλανθρωπικό ίδρυμα χωρίς προκαθορισμένη αμοιβή και χωρίς υποχρέωση να πράξει τούτο, τότε δεν υπάρχει σύμβαση εργοδότησης μεταξύ του προσώπου και του φιλανθρωπικού ιδρύματος, έστω και αν το υπό κρίση πρόσωπο προσφέρει υπηρεσίες τακτικά ή έστω και κάθε ημέρα. Ούτε έχει νομική σημασία ότι οι υπηρεσίες που προσφέρονται είναι εξαιρετικά πολύτιμες ούτε ότι ο αποδέκτης λαμβάνει σαν αποτέλεσμα των υπηρεσιών ένα ιδιαίτερα σημαντικό όφελος. Στην υπόθεση Prior v. Millwall Lionesses FC, ΕΑΤ 341/99, ημερ. 28.2.2000 η ενάγουσα ενεργούσε ως Γενικός Γραμματέας ενός ποδοσφαιρικού σωματείου, χωρίς όμως αμοιβή για τις υπηρεσίες της. Όταν το ποδοσφαιρικό σωματείο αποφάσισε να τερματίσει τη σχέση μεταξύ των μερών, κρίθηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα αποζημίωσης για παράνομη απόλυση, απλούστατα διότι ουδέποτε υπήρχε σύμβαση εργοδότησης μεταξύ των μερών. Τα βασικό στοιχείο είναι ότι δεν υπάρχει νομική υποχρέωση επί του προσώπου που προσφέρει υπηρεσίες να πράξει τούτο, με αποτέλεσμα το φιλανθρωπικό ίδρυμα να μην έχει την αντίστοιχη υποχρέωση να καταβάλει αμοιβή για τις υπηρεσίες που έχουν προσφερθεί (Πολυβίου, Το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη, 2018, σελ. 145 επ.). Σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του περί Προστασίας των μισθών Νόμου (Ν.35(Ι)/2007): «
- Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια: [.] "εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας· [.] "μισθός" σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex-gratia) πληρωμές·» Στο πιο πάνω σύγγραμμα Πολυβίου, σελ. 197, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Συνήθως ο μισθός καθορίζεται στην ατομική σύμβαση εκεί όπου υπάρχει [.] Εάν δεν υπάρχει συγκεκριμένη πρόνοια για μισθοδοσία, θα θεωρηθεί ότι ο εργοδότης θα πρέπει να καταβάλλει εύλογη αποζημίωση, κάτι που θα καθοριστεί από το Δικαστήριο σε περίπτωση διαφωνίας με βάση όλα τα σχετικά δεδομένα και στοιχεία». Στην προκείμενη περίπτωση, είναι φανερό, ότι στις 31.5.2013 το Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση, με τη σύμφωνο γνώμη του Υπουργού, ανέθεσε στην Αιτήτρια τα καθήκοντα του Εκτελεστικού Προέδρου, τα οποία εκτελούσε μέχρι και τις 4.10.2016 που έθεσε την παραίτηση της. Αποτελεί κοινή συνισταμένη ότι στο μεσοδιάστημα εγένοντο διάφορες συζητήσεις και διαβουλεύσεις για την ετοιμασία γραπτής σύμβασης και ότι τον Μάρτιο 2015 ο νομικός σύμβουλος των Καθ' ων η αίτηση παρέδωσε διαδοχικά στην Αιτήτρια τρία έγγραφα ημερ. 13.3.2015, 20.3.2015 και 27.3.2015 (Τεκ.9, 10 και 11 αντίστοιχα), εκ των οποίων το τελευταίο αποτελούσε την προσχέδια Σύμβαση. Στην εν λόγω Σύμβαση, ως προκύπτει από το ίδιο το έγγραφο (Τεκ.11) προνοείτο, μεταξύ άλλων, το ποσό του ακαθάριστου ετήσιου μισθού στο οποίο θα συμπεριλαμβανόταν και ο 13ος μισθός, το επίδομα διακίνησης, ο χρόνος καταβολής του μισθού και του επιδόματος διακίνησης που ήταν η τελευταία ημέρα εκάστου μήνα, ως και το ετήσιο επίδομα παραστάσεως. Τόσο οι ετήσιοι ακαθάριστοι μισθοί όσο και το ετήσιο επίδομα παραστάσεως θα καταβάλλονταν αναδρομικά από τις 31.5.2013 και το επίδομα διακίνησης από Απρίλιο
- Από το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 21.4.2015 που απέστειλε ο νομικός σύμβουλος των Καθ' ων η αίτηση προς την Αιτήτρια (Τεκ. 12), φαίνεται ότι η τελευταία αποδέχθηκε τους όρους της προσχέδιας Σύμβασης και αναμενόταν η έγκριση και υπογραφή της από το Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση. Τα όσα ακολούθησαν ήταν η εξουσιοδότηση Ομάδας δύο μελών του Δ.Σ. για να χειριστούν το θέμα της προσχέδιας Σύμβασης ώστε να αχθεί ενώπιον της Ολομέλειας για έγκριση και υπογραφή (Τεκ.13 και 14). Και ενώ η Αιτήτρια επαναδιορίστηκε στη θέση του Προέδρου του Δ.Σ. και ανέμενε ότι οι Καθ' ων η αίτηση θα προχωρούσαν στην υπογραφή της προσχέδιας Σύμβασης, ωστόσο στις 6.6.2016 της ζητήθηκε από τον Υπουργό να μην επιμείνει στην πληρωμή οποιουδήποτε ωφελήματος/αντιμισθίας για την ως τότε εργασίας της και να συζητηθεί συμβόλαιο μόνο για μελλοντική εργασία καθώς η Ελεγκτική Υπηρεσία θεωρούσε προβληματική την αναδρομική καταβολή των μισθών. Τα όσα ακολούθησαν και που οδήγησαν εν τέλει στην παραίτηση της στις 4.10.2016, επίσης παρέμειναν αναντίλεκτα. Υπαγωγή των δεδομένων της υπόθεσης στις πιο πάνω νομολογιακές αρχές καταδεικνύει το αβάσιμο των εισηγήσεων της πλευράς των Καθ' ων η αίτηση επί του ζητήματος της μη ύπαρξης συμφωνίας. Η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση να αναθέσουν στην Αιτήτρια τα εκτελεστικά καθήκοντα του πρώην εκτελεστικού Προέδρου του Δ.Σ. και η διεκπεραίωση των εν λόγω καθηκόντων από μέρους της, σύμφωνα με τους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους του εργοδότη, που ίσχυαν και στην περίπτωση του προκατόχου της, τείνει να καταδείξει την ύπαρξη εργασιακής σχέσης μεταξύ των μερών, έναντι αντιπαροχής, με προφορική αποδοχή ή αποδοχή μέσω συμπεριφοράς. Η απόφαση δε, των Καθ' ων η αίτηση, να εκπληρώσουν τις συμβα-τικές τους υποχρεώσεις έναντι της Αιτήτριας, επιβεβαιώνεται και εκδηλώνεται περαιτέρω, με τον πιο σαφή τρόπο και χωρίς κανένα περιθώριο αμφιβολίας, με την ενέργεια τους να προχωρήσουν στην υπογραφή γραπτής συμφωνίας, το προσχέδιο της οποίας (Τεκ.11) η Αιτήτρια αποδέχθηκε χωρίς καμία επιφύλαξη, αναμένοντας την τελική απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για προσυπογραφή. Σε τελική ανάλυση, η ύπαρξη συμβατικής εργασιακής σχέσης, εκδηλώνεται από την ίδια τη συμπεριφορά και τις προθέσεις των μερών, με την Αιτήτρια να προσφέρει τις υπηρεσίες της και τους Καθ' ων η αίτηση να αναγνωρίζουν την υποχρέωση τους για καταβολή μισθού σύμφωνα με την προσχέδια Σύμβαση, που οι ίδιοι προώθησαν στην Αιτήτρια και αποτέλεσε την από μέρους τους προσφορά την οποία αυτή αποδέχθηκε, με αποτέλεσμα να δεσμεύει τους Καθ' ων η αίτηση. Ότι παρέμεινε υπό αμφισβήτηση είναι εάν η Αιτήτρια δικαιούται στην καταβολή των μισθών και ωφελημάτων που αξιώνει με την Αίτηση της. Αναντίλεκτο παραμένει το γεγονός ότι πλην του ποσού των €50 που λάμβανε η Αιτήτρια ανά συνεδρία ως Πρόεδρος του Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση, όπως και τα υπόλοιπα μη εκτελεστικά μέλη του Δ.Σ., εν τούτοις για τα εκτελεστικά της καθήκοντα δεν της έγινε οποιαδήποτε πληρωμή. Λαμβανομένου ωστόσο υπόψη του γεγονότος ότι η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε ένα σχεδόν χρόνο μετά την παραίτηση της Αιτήτριας, κρίσιμο είναι, το κατά πόσο επήλθε αποδυνάμωση του δικαιώματος της, να αξιώνει μισθούς και ωφελήματα, λόγω παραγραφής. Σύμφωνα με το άρθρο 12 (10Α) του περί Ετησίων Αδειών Μετ' Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67) όπως έχει τροποποιηθεί με τον Νόμο 169(Ι)/2002: «(10Α) Αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών υποβάλλεται εντός δώδεκα μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία ανέκυψε το προς υποβολήν αιτήσεως δικαίωμα ή εντός εννέα μηνών από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό: Νοείται ότι στις περιπτώσεις όπου το προς υποβολήν αιτήσεως στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δικαίωμα ανέκυψε μετά την 21η Μαΐου 1999, η δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου καθοριζόμενη προθεσμία για την καταχώρηση αίτησης, αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Νόμου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.» Το ζήτημα της παραγραφής, όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Χατζηστυλλής ν. Papadema κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 551, 560, άπτεται της εξουσίας ή ακόμα και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μίας υπόθεσης. Το ζήτημα αυτό, όπως προκύπτει από το γράμμα της πιο πάνω διάταξης, θα πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο, έστω κι αν δεν εγείρεται από τους Καθ' ων η αίτηση, διότι αφορά την ίδια τη δυνατότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών να επιληφθεί μίας υπόθεσης όταν αυτή εγείρεται μετά την πάροδο της θεσμοθετημένης περιόδου. Για να δανειστούμε από τις, επί του προκειμένου, αρχές που εφαρμόζονται στην Αναθεωρητική δικαιοδοσία υπενθυμίζουμε ότι αυτές υπαγορεύουν ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται σε όλες τις περιπτώσεις σαν θέμα δημοσίου συμφέροντος (Moran v. Republic, 1 R.S.C.C. 10, 13). Με τον τροποποιητικό Ν.169(Ι)/02 ο νομοθέτης έθεσε αποσβεστική προθεσμία ως προς το δικαίωμα υποβολής αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Από τις 9.8.2002 που δημοσιεύτηκε ο Νόμος, οποιαδήποτε αίτηση στο εν λόγω Δικαστήριο υποβάλλεται μέσα σε 12 μήνες από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα ή μέσα σε 9 μήνες από την απάντηση του Ταμείου για πλεονάζον προσωπικό. Με την επιφύλαξη της εν λόγω διατάξεως, διευκρινίζεται ότι στις περιπτώσεις που το δικαίωμα για υποβολή αιτήσεως ανέκυψε μετά την 21.5.1999, που είναι η ημερομηνία που δημοσιεύθηκαν οι νέοι διαδικαστικοί κανονισμοί του Δικαστηρίου τούτου, η καθοριζόμενη προθεσμία για καταχώρηση αίτησης ίσχυε για ένα έτος από της δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου, ήτοι μέχρι τις 8.8.2003. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν παρέχουν οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών να παρατείνει τον χρόνο πέραν των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα από την ημερομηνία που ανέκυψε το προς υποβολή αίτησης δικαίωμα. Επομένως με την πάροδο του χρόνου των 12 ή 9 μηνών αντίστοιχα, το δικαίωμα του εργοδοτούμενου να υποβάλει αίτηση παραγράφεται και το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί μιας τέτοιας αίτησης. Όπως αναφέρθηκε από τον Lord Denning MR στην υπόθεση Dedman v. British Building & Engineering Appliances Ltd [1974] ICR 53, 'If [an application] arrives a minute after midnight on the last day the clerks must throw it out; the tribunal is not competent to hear it'. Σε μια τέτοια περίπτωση όπου υπάρχει εξειδικευμένη περίοδος παραγραφής θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η λεκτική διατύπωση και ο σκοπός που θα εξυπηρετήσει ο συγκεκριμένος νόμος (Chitty on Contracts 25th Edition, par.1900). Στον Halsbury's Laws of England, 4th Edition, 2000 Reissue, Volume 16, p. 629 κάτω από τον τίτλο
(2)PROCEEDINGS BEFORE EMPLOYMENT TRIBUNALS (i) Time Limits, αναφέρονται τα ακόλουθα: "685. Time limits for presenting complaints.
(1)..........................................
(2)..........................................
(3)..........................................
(4)awaiting the outcome of other proceedings, including criminal proceedings, is not normally a good ground nor is delaying a claim because of utilising an internal right to appeal under the employer's disciplinary procedure; n.11. .... In such cases, the employee is, therefore, advised to present an originating application but ask for the matter to be adjourned pending completion of the internal proceedings." Ελεύθερη μετάφραση:
(2)Διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών (ι) Χρονικά όρια 685. Χρονικά όρια για παρουσίαση παραπόνου
(1)..........................................
(2)..........................................
(3)..........................................
(4)αναμένοντας το αποτέλεσμα άλλων διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων ποινικών διαδικασιών, υπό τις περιστάσεις δεν είναι καλός λόγος [επέκτασης του χρόνου] όπως δεν είναι καλός λόγος η καθυστέρηση για καταχώρηση μιας απαίτησης επειδή χρησιμοποιείται μια εσωτερική διαδικασία ή ένα εσωτερικό δικαίωμα έφεσης βάση της πειθαρχικής διαδικασίας του εργοδότη. Σημ.11. ............. Σε τέτοιες περιπτώσεις συνίσταται όπως ο εργοδοτούμενος καταχωρήσει εναρκτήρια αίτηση και αιτείται αναβολής μέχρι την ολοκλήρωση της εσωτερικής διαδικασίας.» Σύμφωνα με τον Bower on Employment Law, sixth edition, p.286: "(
- f)The courts have generally rejected attempts to extend the effective date of termination to cover periods during which an appeal is being heard under an internal disciplinary procedure. In J. Sainsbury Ltd v. Savage [1980] IRLR 109, this refusal was notwith-standing that the internal disciplinary procedure provided for 'suspension without pay' pending appeal. The same result was reached in Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, even though in that case the employee was paid for a 10-month period while his appeal was pending. The principle does not depend on any express term being included in the particular contract (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) instead resting on the policy reason of the uncertainty of any other course, and the desirability that speed be of the essence in enforcing employment rights." Ελεύθερη μετάφραση: «(
- f)Τα δικαστήρια κατά γενικό κανόνα έχουν απορρίψει προσπάθειες για επέκταση της πραγματικής ημερομηνίας τερματισμού της απασχόλησης για κάλυψη περιόδων στη διάρκεια των οποίων γίνεται η ακρόασης μιας έφεσης βάσει μιας εσωτερικής πειθαρχικής διαδικασίας. Στην υπόθεση J. Sainsbury Ltd v Savage [1980] IRLR 109 υπήρξε μια τέτοια άρνηση παρόλο που στην εσωτερική πειθαρχική διαδικασία προβλεπόταν 'διαθεσιμότητα χωρίς πληρωμή' εν αναμονή του αποτελέσματος της έφεσης. Στο ίδιο αποτέλεσμα κατέληξε το δικαστήριο και στην Board of Governors, National Heart and Chest Hospital v Nambiar [1981] IRLR 196, έστω και αν ο εργοδοτούμενος συνέχισε να πληρώνεται για μια περίοδο 10 μηνών, εκκρεμούσης της εφέσεως. Η βασική αρχή δεν βασίζεται σε οποιοδήποτε ρητό όρο που συμπεριλαμβάνεται στη συγκεκριμένη σύμβαση (Howgate v Fane Acoustics Ltd [1981] IRLR 161) αλλά αντί αυτού βασίζεται σε λόγο δημοσίας πολιτικής λόγω της αβεβαιότητας οποιασδήποτε άλλης πορείας και της επιθυμίας όπως η ταχύτητα είναι ο καθοριστικός παράγοντας στην επιβολή των εργατικών δικαιωμάτων.» (Βλ. Ανδρέου ν. Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Τμήμα Πλεονάζοντος Προσωπικού, Πολιτική Έφεση αρ. 191/2013 ημερ. 29.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:A105). Στην υπόθεση Παντελής Γεωργίου ν. Ironhold Estates Ltd,
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 151 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις αυτοτελείς αξιώσεις: «Έχουμε εξετάσει την εισήγηση του Εφεσείοντα. Δεν συμφωνούμε ότι ο χρόνος γένεσης του δικαιώματος για διεκδίκηση των ωφελημάτων του αρχίζει μετά τη λύση της εργασιακής σχέσης. Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα των όρων της Συλλογικής Σύμβασης που τα προβλέπουν επιτρέπουν τη συσσώρευση και μεταφορά τους από έτος σε έτος μέχρι τη λύση της υπαλληλικής σχέσης. Οι προθεσμίες που τάσσονται στη Συλλογική σύμβαση δεν είναι χωρίς σημασία. Σκοπό έχουν να γνωρίζει ο εργοδοτούμενος μέχρι πότε τα διάφορα ωφελήματα καταβάλλονται - και, εάν δεν καταβληθούν, να τα διεκδικήσει - και ο εργοδότης μέχρι πότε πρέπει να τα καταβάλει. Τα περί πρακτικής που ακολουθείται δεν έχουν νόημα, ενόψει της ρητής νομοθετικής διάταξης του Άρθρου 12
(10)(Α) του Νόμου.» Στη βάση των δεδομένων της υπόθεσης, είναι σαφές ότι η Αιτήτρια αξιώνει μισθούς και ωφελήματα από τον Μάιο 2013 μέχρι και τις 4.10.2016 που απεχώρησε από την εργασία της. Το ύψος και ο τρόπος καταβολής του μισθού και των άλλων ωφελημάτων, που αξιώνει η Αιτήτρια, προβλέπονται στην προσχέδια Σύμβασης ημερ. 27.3.2015 (Τεκ.11), οι όροι της οποίας, όπως ήδη έχουμε καταλήξει ανωτέρω, κατέστησαν δεσμευτικοί για τους Καθ' ων η αίτηση. Σύμφωνα με την εν λόγω Σύμβαση, ο μισθός θα καταβαλλόταν στην Αιτήτρια την τελευταία ημέρα εκάστου μήνα, περιλαμβανομένου και του 13ου μισθού. Επίσης θα δικαιούταν μηνιαίο επίδομα διακίνησης και ετήσιο επίδομα παραστάσεως. Τόσο οι μισθοί όσο και το ετήσιο επίδομα παραστάσεως θα καταβάλλονταν στην Αιτήτρια αναδρομικά από 31.5.2013 και το επίδομα διακίνησης από τον Απρίλιο
- Και ενώ με τον επαναδιορισμό της στη θέση το Προέδρου του Δ.Σ., η Αιτήτρια συνέχισε να εκτελεί τα καθήκοντα του Εκτελεστικού προέδρου ως ο προκάτοχος της και να αναμένει από τους Καθ' ων η αίτηση να της καταβάλουν οφειλόμενους μισθούς και ωφελήματα, εν τέλει, σε συνάντηση που είχε με τον Υπουργό και τον νομικό σύμβουλο των Καθ' ων η αίτηση, στις 6.6.2016, της αναφέρθηκε ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία θεωρούσε ως προβληματική την αναδρομική καταβολή των μισθών και της ζητήθηκε από τον Υπουργό όπως μη επιμείνει στην πληρωμή οποιοδήποτε ωφελήματος /αντιμισθίας για την έως τότε εργασία της και να συζητηθεί συμβόλαιο μόνο για μελλοντική εργασία. Το τι ακολούθησε ήταν η γραπτή διαμαρτυρία της Αιτήτριας προς τον Υπουργό δέκα μέρες μετά και η πρόταση που δέχθηκε για κάλυψη των δεδουλευμένων της μέσω ενός μελλοντικού συμβολαίου, απορρίπτοντας δική της πρόταση ημερ. 14.9.2016 για υπογραφή σύμβασης για την εντεύθεν εργοδότηση της και παράλληλη έγερση αγωγής/αίτησης στο Δικαστηρίου για εξασφάλιση των δεδουλευμένων. Εν ολίγοις από τις 6.6.2016 οι Καθ' ων η αίτηση κατέστησαν φανερή την πρόθεση τους να μην καταβάλουν στην Αιτήτρια οποιαδήποτε αναδρομική πληρωμή μισθών και ωφελημάτων, αντίθετα με την αρχική πρόταση για εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων έναντι της. Η Αιτήτρια υπέβαλε εν τέλει την παραίτηση της στις 4.10.2016 και προχώρησε με την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης στις 28.9.
- Υπό το πρίσμα λοιπόν των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, κρίνουμε ότι το δικαίωμα της Αιτήτριας να προσφύγει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου για διεκδίκηση των ωφελημάτων της δεν φαίνεται να ανέκυψε με την παραίτηση της. Ούτε το γράμμα ούτε το πνεύμα του Νόμου, αλλά ούτε και οι όροι της προσχέδιας Σύμβασης (Τεκ.11) που τα προβλέπουν, επιτρέπουν τη συσσώρευση μισθών και ωφελημάτων μέχρι τον τερματισμό της εργασιακής σχέσης. Τουναντίον, με βάση το Τ.11, ο μισθός καθίστα-το απαιτητός την τελευταία ημέρα εκάστου μήνα και το επίδομα παραστάσεως σε ετήσια βάση. Για κάθε περίπτωση η θέση των Καθ' ων η αίτηση, για μη αναδρομική πληρωμή μισθών και ωφελημάτων, δόθηκε δια στόματος του Υπουργού στις 6.6.
- Η εκ των υστέρων διαμαρτυρίες της Αιτήτριας και οι εναλλακτικές θέσεις των Καθ' ων η αίτηση για νέα σύμβαση που θα κάλυπτε τα ωφελήματα της, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία ή λόγο επέκτασης του χρόνου για αξιώσεις που ανέκυψαν 12 και πλέον μήνες πριν την υποβολή της Αίτησης. Συνεπώς, το ότι απέμεινε εκτός του πλαισίου των παραγραφέντων αξιώσεων είναι ο μισθός για τον μήνα Σεπτέμβριο 2016, επίδομα διακίνησης για τον ίδιο μήνα, τέσσερα ημερομίσθια για τον μήνα Οκτώβριο 2016, αναλογία 13ου μισθού για το 2016 και αναλογία ετήσιου επιδόματος παραστάσεως για το ίδιο έτος. Ως επακόλουθο των πιο πάνω, το τρίτο ζήτημα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι οι συνθήκες τερματισμού της απασχόλησης της Αιτήτριας. Εάν και κατά πόσο η Αιτήτρια υπέβαλε την παραίτηση της λόγω της διαγωγής των Καθ' ων η αίτηση Πότε υπάρχει εξαναγκασμός σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη (Constructive Dismissal), έχει αποφασιστεί σε σειρά υποθέσεων. Καθοδηγητική είναι η απόφαση στην Western Excavating (ECC) Ltd v. Sharp
(1978)1All E.R. 713, 769 την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Elbee Co v. Efstathiou
(1989)1CLR 448 και Κ. Χριστοφίδης ν. Deloitte & Touché κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 1241. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση: "If the employer is guilty of conduct which is a significant breach going to the root of the contract of employment, or which shows that the employer no longer intends to be bound by one or more of the essential terms of the contract, then the employee is entitled to treat himself as discharged from any further performance. If he does so, then he terminates the contract by reason of the employer's conduct. He is constructively dismissed." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εάν ο εργοδότης είναι ένοχος διαγωγής, η οποία συνιστά σημαντική παράβαση που φθάνει στη ρίζα της σύμβασης εργασίας ή που δείχνει ότι ο εργοδότης δεν προτίθεται πλέον να δεσμεύεται από ένα ή περισσότερους ουσιώδους όρους αυτής τότε, ο εργοδοτούμενος δικαιούται να θεωρεί τον εαυτό του αποδεσμευμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω εκτέλεση των καθηκόντων του. Αν το κάνει αυτό τότε τερματίζει τη σύμβαση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Εξαναγκάζεται σε παραίτηση.» Ενασχόληση επί του ιδίου θέματος γίνεται και στην υπόθεση Louis Tourist Agency Ltd v. Αντιγόνης Ηλία
(1992)1(Β) ΑΑΔ 98, 103 όπου μεταξύ άλλων αποφασίστηκε ότι, «Το άρθρο 7
(1)του Ν.24/67 δεν εξειδικεύει τη διαγωγή του εργοδότη η οποία καθιστά δικαιολογημένο τον τερματισμό απασχόλησης εκ μέρους του εργοδοτούμενου υπαιτιότητι του εργοδότη. Στην Alouet Clothing v. Athanasiou
(1988)1CLR 626, αποφασίστηκε ότι διάρρηξη θεμελιώδους όρου της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συνιστά διαγωγή η οποία εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του νόμου. Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να προσδιοριστεί εξαντλητικά η μεμπτή διαγωγή του εργοδότη στο πλαίσιο του άρθρου 7
(1). Πρέπει όμως η διαγωγή αυτή να είναι εξ αντικειμένου τέτοιας μορφής και χαρακτήρα που να κλονίζει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη - εργοδοτούμενου, είτε λόγω της διάρρηξης θεμελιωδών όρων της σύμβασης εργασίας, ή την επίδειξη εκ μέρους του εργοδότη διαγωγής ασυμβίβαστης με το παραδεκτό πλαίσιο σχέσεων εργοδότη - εργοδοτούμενου. Από την αγγλική νομολογία κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ως σημαντική παράβαση της σύμβασης εργασίας που δικαιολογεί εξυπακουόμενη απόλυση, η αδυναμία καταβολής μισθών ή η μονομερής απόφαση για περικοπή μισθού (βλ. Halsbury's Laws of England, Fourth Edition, Vol.16, Para 478). Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Cantor Fitzgerald International v. Callaghan
(1999)IRLR 234: ″ . Where an employer unilaterally reduces an employee΄s pay or diminishes the value of his salary package the entire foundation of the contract of employment is undermined. Therefore an emphatic denial by the employer of his obligation to pay the agreed salary or wage or a determined resolution not to comply with his contractual obligations in relation to pay and remuneration will normally be regarded as repudiatory.″ Σύμφωνα με καλά καθιερωμένες αρχές της νομολογίας, ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να αποφασίσει χωρίς καθυστέρηση ή εντός ευλόγου χρόνου μετά την εκδήλωση της επιλήψιμης συμπεριφοράς του εργοδότη αν θα αποχωρήσει από την εργασία του διότι διαφορετικά μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει επιβεβαιώσει τη σύμβαση. Όπως τονίστηκε στην προαναφερθείσα υπόθεση Western Excavating (ανωτέρω): "...The employee is entitled in those circumstances to leave at the instant without giving any notice at all, or alternatively, he may the conduct must in either case be sufficiently serious to entitle him to leave at once. Moreover, he must make up his mind soon after the conduct of which he complains: for, id he continues for any length of time without leaving, he will lose his right to treat himself as discharged. He will be regarder as having elected to affirm the contract". Σε ελεύθερη μετάφραση; «.Ο εργοδοτούμενος δικαιούται κάτω από τις περιστάσεις να αποχωρήσει αμέσως χωρίς να δώσει οποιανδήποτε προειδοποίηση ή διαζευκτικά μπορεί να δώσει προειδοποίηση και να λέγει ότι θα αποχωρήσει στο τέλος της προειδοποίησης. Αλλά είτε στη μια, είτε στην άλλη περίπτωση η διαγωγή πρέπει να είναι αρκετά σοβαρή για να δικαιούται να αποχωρήσει αμέσως, επί πλέον πρέπει να αποφασίσει αμέσως μετά τη διαγωγή για την οποία παραπονείται: διότι αν συνεχίσει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο χωρίς να αποχωρήσει θα απολέσει όλα τα δικαιώματα του να θεωρήσει τον εαυτό του απολυόμενο. Θα θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει την σύμβαση». Ενδεικτικά ως προς τη σοβαρότητα που αποδίδεται στην ανάγκη για αποχώρηση του εργοδοτούμενου από την απασχόληση του χωρίς καθυστέρηση, στην απόφαση W.E. Cox Joner (International) Ltd v. Crook [1981] I.C.R. 823, 831 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "... to stay at work for a period of one month to look around starting from the initial breach of contract, might well not have been fatal; but to work for a further month, six months already having elapsed, seems to be inconsistent with saying that he had not affirmed the contract ..." Συνεπώς, όταν ο εργοδότης διαπράττει μία παράβαση με την οποία αποκηρύσσει τη σύμβαση, ο εργοδοτούμενος έχει να επιλέξει μια από τις πιο κάτω πορείες: (α) Να επιβεβαιώσει τη σύμβαση απασχόλησης του και να επιμείνει στην περαιτέρω εκτέλεση της (β) να αποδεχθεί την αποκήρυξη της, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση η σύμβαση φθάνει σ' ένα τέλος. Μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί να παραμείνει ανοικτή μέχρι τέλους. Ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να ενεργήσει άμεσα γιατί εάν συνεχίσει να απασχολείται για κάποια χρονική περίοδο κινδυνεύει να χάσει όλα τα δικαιώματα του και να θεωρηθεί ότι επέλεξε να επιβεβαιώσει τη σύμβαση (The Employment Contract, D. Brodie). Ο καθορισμός του εύλογου χρόνου που απαιτείται για τον εργοδοτούμενο να προσδιορίσει τη θέση του και να αποφασίσει την αποχώρηση του, ισχυριζόμενος εξαναγκασμό σε παραίτηση, θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες. Ειδικότερα, κατά την εξέταση του θέματος εάν ένας εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε ή όχι την τροποποιημένη σύμβασης εργασία του προτού παραιτηθεί, η περίοδος απασχόλησης είναι πάντα σχετική για τον καθορισμό του εύλογου χρόνου που απαιτείται για να εξετάσει τη θέση του προτού λάβει την απόφαση να παραιτηθεί και να ισχυριστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση (The Governing Body of St Edmund Canterbury Catholic High School v. Ann Hines [2003] UKEAT 1138/02). Αποτελεί σφάλμα για το Δικαστήριο να εξισώσει την καθυστέρηση με την επιβεβαίωση εάν το όλο θέμα δεν εξεταστεί σε συνδυασμό με άλλα θέματα όπως η φύση της παράβασης από τον εργοδότη και η περίοδος απασχόλησης του εργοδοτούμενου. Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσει το Δικαστήριο δεν είναι κατά πόσο ο εργοδοτούμενος καθυστέρησε πάρα πολύ να παραιτηθεί, αλλά κατά πόσο επιβεβαίωσε τη σύμβαση εργασίας (Miceli v. Signal House Ltd [1996] UKEAT 180/95). Από τη στιγμή που ο εργοδοτούμενος καθιστά σαφή τη διαφωνία του με την παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας του δεν θα θεωρείται ότι επιβεβαίωσε τη συμβατική σχέση με το να συνεχίζει να εργάζεται και να πληρώνεται για μια περιορισμένη χρονική περίοδο. Το αν υπήρξε επιβεβαίωση αποτελεί ζήτημα πραγματικό στηριζόμενο επί των γεγονότων (question of fact) της κάθε υπόθεσης. Σε περίπτωση που ένας εργοδοτούμενος, χωρίς να επιφυλάξει τη θέση του, συνεχίζει να εργάζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά που ο εργοδότης κατέστησε σαφή τη θέση του επί ενός θέματος διαφωνίας, τότε θεωρείται ότι ο εργοδοτούμενος επιβεβαίωσε τη σύμβαση και δεν μπορεί να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση σε κατοπινό στάδιο (Ms RV Simms v. Sainsbury Supermarkets Ltd [2005] All ER (D) 144 με παραπομπή στην W.E. Cox Toner). Στην απόφαση Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν. Αντωνίου, Πολιτική Έφεση 101/2013, ημερ. 16.7.2019, εξετάστηκε αν η εργοδοτούμενη αποστέλλοντας επιστολή διαμαρτυρίας για τις αποκοπές στις απολαβές και τα ωφελήματα που λάμβανε μετά από εννέα
(9)μήνες, ενήργησε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ο εύλογος χρόνος κρίνεται υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, οι εννέα
(9)μήνες ορθώς δεν χαρακτηρίστηκαν από το Δ.Ε.Δ. ως στοιχείο καθυστέρησης, αφού τα γεγονότα δεν άφηναν άλλα περιθώρια. Από την άλλη στην απόφαση Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου ν. Ορέστη Σοφοκλέους, Πoλ. Έφεση αρ. 513/2012 ημερ. 18.1.2016, κρίθηκε ότι ο εργοδοτούμενος θα πρέπει να είναι προσεκτικός ώστε να μην εγκαταλείψει την εργασία του πρόωρα, δηλαδή να μην αποχωρήσει προτού ο εργοδότης δείξει με τη συμπεριφορά του ότι απαρνείται τις συμβατικές του υποχρεώσεις, διότι τότε θεωρείται ότι αποχώρησε οικειοθελώς. Με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, το Δικαστήριο προτού καταλήξει στο τελικό του συμπέρασμα θα πρέπει να εξακριβώσει μέσα από τα γεγονότα της υπόθεσης, (α) εάν και κατά πόσο υπήρξε μονομερής και αυθαίρετη παράβαση των όρων απασχόλησης της Αιτήτριας από τους Καθ' ων η αίτηση. Ακολούθως, εάν η απάντηση στο ερώτημα είναι θετική, θα πρέπει να διακριβώσει (β) τον βαθμό σοβαρότητας της παράβασης, εάν δηλαδή ήταν αρκούντως σοβαρή να δικαιολογεί εξαναγκασμό σε παραίτηση, (γ) εάν η συγκεκριμένη παράβαση αποτέλεσε τον βασικό λόγο παραίτησης της Αιτήτριας ή (δ), εάν η Αιτήτρια επιβεβαίωσε (affirm) ή όχι την τροποποιημένη σύμβαση εργασίας της. Επανερχόμενοι στα γεγονότα της υπόθεσης, σημειώνουμε εκ προοιμίου την αδιαμφισβήτητη θέση της Αιτήτρια περί συνεχών διαβεβαιώσεων και υποσχέσεων που εξέλαβε από τους Καθ' ων η αίτηση για αναδρομική πληρωμή δεδουλευμένων μισθών και ωφελημάτων, για τα ανατεθέντα σ' αυτήν καθήκοντα του Εκτελεστικού Προέδρου του Δ.Σ. που ασκούσε από τον Μάιο 2013. Και ενώ η Αιτήτρια ανέμενε ότι οι Καθ' ων η αίτηση θα προχωρούσαν στην καταβολή των μισθολογικών της απαιτήσεων, ωστόσο στις 6.6.2016 ενημερώθηκε από τον Υπουργό ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία θεωρούσε προβληματική την αναδρομική καταβολή μισθών και ωφελημάτων και της ζητήθηκε όπως μη επιμείνει στην πληρωμή οποιουδήποτε ωφελήματος /αντιμισθίας για την ως τότε εργασία της και να συζητηθεί συμβόλαιο μόνον για μελλοντική εργασία. Το τι ακολούθησε ήταν η γραπτή διαμαρτυρία της Αιτήτριας προς τον Υπουργό δέκα μέρες μετά, με αίτημα όπως η όλη υπόθεση εξεταστεί με βάση την προσχέδια σύμβαση, την οποία η ίδια αποδέχθηκε και ανέμενε την προσυπογραφή της από το Δ.Σ. των Καθ' ων η αίτηση. Απαντώντας οι Καθ' ων η αίτηση πρότειναν όπως τα δεδουλευμένα καλυφθούν μέσω ενός μελλοντικού συμβολαίου, απορρίπτοντας πρόταση της ημερ. 14.9.2016 για υπογραφή σύμβασης για την εντεύθεν εργοδότηση της και παράλληλη έγερση αγωγής στο Δικαστήριο για εξασφάλιση των δεδουλευμένων. Για τους πιο πάνω λόγους, η Αιτήτρια με επιστολή της ημερ. 4.10.2016 προς τους Καθ' ων η αίτηση και με κοινοποίηση στον Υπουργό και στους νομικούς Συμβούλους των Καθ' ων η αίτηση, υπέβαλε την παραίτηση της. Με δεδομένη, λοιπόν, την εργασιακή σχέση που υφίστατο μεταξύ Αιτήτριας και Καθ' ων η αίτηση, ως αναφέρεται ανωτέρω, και των συνεχών διαβεβαιώσεων και υποσχέσεων που εξέλαβε η Αιτήτρια από τους Καθ' ων η αίτηση για αναδρομική πληρωμή μισθών και ωφελημάτων της, κρίνουμε, ότι η εκ των υστέρων απόφαση τους να μην καταβάλουν στην Αιτήτρια τα οποιαδήποτε δικαιώματα της, αποτελεί αθέτηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και παράβαση των όρων της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης. Έχοντας επίσης υπόψη ότι ο τρόπος με τον οποίο ασκούνται οι εξουσίες που παρέχονται στον εργοδότη από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, πρέπει να είναι σύμφωνες με τον εξυπακουόμενο όρο της πίστης και εμπιστοσύνης που διέπει κάθε εργασιακή σχέση, κρίνουμε ότι οι Καθ' ων η αίτηση με την εν γένει συμπεριφορά τους ενήργησαν έξω από τα πλαίσια των συμβατικών τους υποχρεώσεων και κατά παράβαση των εν λόγω αρχών. Ο δε λόγος, που επικαλέστηκαν για να δικαιολογήσουν την απόφαση τους, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επηρεάσει ή να δικαιολογήσει με οποιονδήποτε τρόπο την αθέτηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων που διείπε τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση, αλλά ούτε και επιτρέπει την παράβαση των προνοιών του περί Προστασία των Μισθών Νόμου, όπου καθορίζονται περιοριστικά και κατ' εξαίρεση οι περιπτώσεις όπου ένας εργοδότης δύναται να αποκόπτει ποσά από τον μισθό εργοδοτούμενου (άρθρο 10 του νόμου). Όπως προκύπτει από τη νομολογία, η ενέργεια του εργοδότη να μεταβάλει μονομερώς (χωρίς τη συγκατάθεση και τη σύμφωνη γνώμη του εργοδοτούμενου) και αυθαιρέτως (χωρίς να βασίζεται σε συμβατικό δικαίωμα) τους όρους απασχόλησης του εργοδοτούμενου συνιστά παράβαση (repudiation) της σύμβασης, που παρέχει στον τελευταίο το δικαίωμα να τερματίσει νόμιμα την απασχόληση του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)του Νόμου και να αξιώσει αποζημιώσεις για εξαναγκασμό του σε παραίτηση λόγω της διαγωγής του εργοδότη. Και στην προκείμενη περίπτωση η μονομερής και αυθαίρετη απόφαση των Καθ' ων η αίτηση να μην καταβάλουν στην Αιτήτρια οφειλόμενους μισθούς και ωφελήματα, για λόγους που δεν επηρεάζουν τις μεταξύ τους εργασιακές υποχρεώσεις, συνιστά σοβαρή παράβαση, θεμελιώδους σημασίας, ικανή να κλονίσει το θεμέλιο της σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενο και να παράσχει στην Αιτήτρια το δικαίωμα να τερματίσει την απασχόληση της επικαλούμενη εξαναγκασμό σε παραίτηση. Καθιστώντας, οι Καθ' ων η αίτηση, σαφή την απόφαση τους ότι δεν θα κατέβαλαν οποιουσδήποτε μισθούς ή ωφελήματα με βάση την υφιστάμενη σύμβαση εργασίας, η Αιτήτρια, ως επακόλουθο, υπέβαλε την παραίτηση της στις 4.10.2016. Από της γνωστοποιήσεως της απόφασης στην Αιτήτρια, στις 6.6.2016 και μέχρι την αποχώρηση της, μεσολάβησαν διάφορες διαβουλεύσεις με την ίδια να επιμένει στην εκτέλεση της υφιστάμενης σύμβασης μη αποδεχόμενη οποιαδήποτε εναλλακτική λύση που κατά την κρίση της αντέβαινε μεταξύ άλλων στις αρχές της χρηστής διοίκησης και της διαφάνειας των δημοσίων οικονομικών. Εν όψει των εν λόγω διαβουλεύσεων, ο χρόνος που μεσολάβησε δεν κρίνεται υπερβολικός για να θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια απώλεσε το δικαίωμα της να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου και να απαιτήσει αποζημιώσεις για τον τερματισμό της απασχόλησης της. Λαμβάνοντας υπόψη και άλλους σχετικούς παράγοντες, όπως η φύση της παράβασης που αποτέλεσε τον λόγο παραίτησης της Αιτήτριας, την περίοδο της απασχόλησης της, τη θέση που κατείχε και τις προοπτικές για εξασφάλιση παρόμοιας θέσης με ανάλογες απολαβές και ωφελήματα σε περίπτωση αποχώρησης της, την ηλικία της (59 ετών κατά τον χρόνο τερματισμού της απασχόλησης της), το γεγονός ότι δεν διεφάνη να είχε οποιαδήποτε άλλη πηγή εισοδήματος πέραν των μισθολογικών απολαβών που ανέμενε να λάβει από τους Καθ' ων η αίτηση, κρίνουμε ότι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ήταν αναγκαίο και εύλογο για την Αιτήτρια να εξετάσει τη θέση της προτού λάβει την απόφαση να τερματίσει την απασχόληση της και να επικαλεστεί εξαναγκασμό σε παραίτηση. Για όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η Αιτήτρια δικαιολογημένα τερμάτισε την απασχόληση της λόγω της διαγωγής των Καθ' ων η αίτηση, που ισοδυναμεί με εξαναγκασμό σε παραίτηση. Υπολογισμός Αποζημιώσεων Σύμφωνα με το άρθρο 7
(1)του Νόμου, όταν ο εργοδοτούμενος τερματίζει την απασχόληση του λόγω της διαγωγής του εργοδότη, τότε ο τερματισμός αυτός θεωρείται ως τερματισμός από τον εργοδότη υπό την έννοια του άρθρου
- Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, όπως τροποποιήθηκε από το Ν.92/79, όταν εργοδότης τερματίσει παράνομα την απασχόληση εργοδοτούμενου που έχει απασχοληθεί συνεχώς από αυτόν επί 26 τουλάχιστον εβδομάδες, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση που υπολογίζεται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα του Νόμου. Η αποζημίωση εργοδοτούμενου επαφίεται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Πρώτου Πίνακα του Νόμου, στην απόλυτο διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Στην άσκηση της εξουσίας αυτής ορίζεται από το ίδιο άρθρο του Νόμου, ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, ορισμένοι παράγοντες που είναι οι ακόλουθοι: (α) τα ημερομίσθια και πάσας τας άλλας απολαβάς του εργοδοτούμενου (β) την διάρκεια της υπηρεσίας του εργοδοτουμένου (γ) την απώλειαν προοπτικής σταδιοδρομίας του εργοδοτουμένου (δ) τας πραγματικάς συνθήκας του τερματισμού των υπηρεσιών του εργοδοτουμένου (ε) την ηλικίαν του εργοδοτουμένου Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να πούμε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ως προς το αποτέλεσμα που θα καταλήξει ή το ποσό που θα επιδικάσει υπό μορφή αποζημίωσης, κρίνεται με βάση τα ενώπιον του τιθέμενα πραγματικά γεγονότα. Σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε υποθέσεις για να καταλήξει σε εύλογο αποτέλεσμα. Από τα γεγονότα της υπόθεσης είναι φανερό ότι η Αιτήτρια εργάστηκε στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση για 3 και πλέον συναπτά έτη. Με βάση την προσχέδια σύμβαση (Τεκ.11) οι ακαθάριστες απολαβές της Αιτήτριας ανέρχονταν στα €86.649 ετησίως συμπεριλαμβανομένου 13ου μισθού, επιδόματος παραστάσεως και επιδόματος διακίνησης. Για σκοπούς αποζημίωσης οι απολαβές της υπολογίζονται στο ποσό των €1.666,33 εβδομαδιαίως. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της, η ηλικία της κατά τις 4.10.2016 ήταν 59 ετών. Το γεγονός επίσης, ότι οι περιστάσεις εξαναγκασμού σε παραίτηση και η όλη εμπλοκή των Καθ' ων η αίτηση, όπου μέτοχος είναι το κράτος σε έναν ιδιαίτερα εξειδικευμένο τομέα, καθιστούν πρακτικά αδύνατη την εξεύρεση αρμό-ζουσας εργασίας, σε κατάλληλο επίπεδο, τόσο στον κρατικό όσο και στον ιδιωτικό τομέα σε θέματα υδρογονανθράκων στην Κύπρο (το οποίο είναι αποκλειστικά το αντικείμενο απασχόλησης της). Παράλληλα, έχει τόσο επηρεαστεί από τα γεγονότα και τον χειρισμό που έτυχε που πρακτικά δεν είναι σε θέση, μέχρι και σήμερα, να εργαστεί ούτε άλλωστε μέχρι σήμερα έχει καταφέρει να εξεύρει κατάλληλη και ανάλογη εργασία. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι οι Καθ' ων η αίτηση γνώριζαν τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε για εξεύρεση νέας εργασίας και ότι αυτό ήταν το επιχείρημα τους για να πεισθεί να δεχθεί την πρόταση τους. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη: (α) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες τερματίστηκε η απασχόληση της Αιτήτριας, ως περιγράφονται ανωτέρω, (β) τη διάρκεια της απασχόλησης της, (γ) τα ημερομίσθια της (δ) την ηλικία της, (ε) την απώλεια προοπτικής σταδιοδρομίας με όσα έχουμε ήδη παραθέσει, τη φύση της εργασίας που αποτελεί αποκλειστικά το αντικείμενο απασχόλησης της, τις δυσκολίες για εξεύρεση άλλης κατάλληλης εργασίας στον ίδιο τομέα, όπως η ίδια τις περιέγραψε και τη μη εξεύρεση κατάλληλης και ανάλογης εργασίας μέχρι σήμερα, κρίνουμε υπό τις περιστάσεις εύλογο να της επιδικάσουμε υπό μορφή αποζημίωσης το ποσό των €86.649, που αντιστοιχούν απολαβές 52 βδομάδων (52 Χ €1.666,33). Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 9(δ) του Νόμου η Αιτήτρια δικαιούται σε πληρωμή αντί προειδοποίησης που αντιστοιχεί σε απολαβές 5 βδομάδων, ήτοι ποσό €8.331,
- Πρόσθετα δικαιούται: (α) μισθό Σεπτεμβρίου 2016 που ανέρχεται στα €6.030,69 (β) επίδομα διακίνησης για τον ίδιο μήνα €250,00 (γ) 4 ημερομίσθια για τον μήνα Οκτώβριο 2016 που υπολογίζονται στα €860,00 (δ) αναλογία 13ου μισθού για το 2016 που υπολογίζεται στα €4.523,00 και (ε) αναλογία επιδόματος παραστάσεως για το 2016 που υπολογίζεται στα €6.000,
- Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το συνολικό ποσό των €112.644,34 με νόμιμο τόκο από 28.9.2017 μέχρι τελικής εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι υπόλοιπες αξιώσεις της Αιτήτριας σε σχέση με μισθούς και ωφελήματα αναστέλλονται. (υπ)..................... Ι.Α. Χατζητζιοβάννης, Πρόεδρος ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Τζ. Μέρχη, Μέλος Π. Παναγιώτου, Μέλος ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο